Λεξικό ρημάτων νεοελληνικής γλώσσας - Συνώνυμα

2000 Συνώνυμα & Αντώνυμα ρήματα
profile counter myspace
Αρχική
Όροι χρήσης
Ειδήσεις
Καιρός
Τύπος
Αθλητικά
Αυτοκίνητο
Live score
Ιατρική
Σκέψη
Λεξικά online
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Ετυμολογικό
Ρήματα
Εκθέσεις
Εφευρέσεις
Γεωγραφία
Χάρτες
Ταξίδια
Διατροφή
Οδηγός πολίτη
Μίμηση Χριστού
Εντολές Θεού
Προφητείες
Γραμματοσειρές
Εργασία
Αγγελίες
e-shops
Διάφορα
Σύνδεσμοι
Θετίδιο
.................


.....................

Τα πλαστά Πρωτόκολλα
του 1905


Τα κείμενα των Πρωτοκόλλων ήλθαν στο φως της δημοσιότητας κατά το 1905. Θεωρήθηκαν φανταστικά και εντελώς αβάσιμα. Εμείς, όπως είναι φυσικό, εκ προοιμίου τα θεωρούμε πλαστά. Ωστόσο το κείμενό τους παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον αναγνώστη. Γι’ αυτό παραθέτουμε πολύ συνοπτικά κάποιους στόχους που εμπεριέχονται σ’ αυτά, γνωρίζοντες όμως, εκ των προτέρων, ότι αυτοί είναι πλαστοί και αποκυήματα φαντασίας.

Στόχοι τεθέντες το 1905 :


Οικονομία

Ο πόλεμος θα μεταφερθεί στο οικονομικό επίπεδο.

Τα κράτη θα οδηγηθούν σε χρεοκοπίες.

Το κεφάλαιο θα οδηγήσει την Ευρώπη σε μια γενική οικονομική κρίση.

Το κεφάλαιο θα επιβάλει μονοπώλια στο εμπόριο και στην βιομηχανία.

Η κτηματική ιδιοκτησία θα επιβαρυνθεί με αυξανόμενη φορολογία, για να υποταχθεί πλήρως.

Τα κράτη θα υποδουλώνονται στο κεφάλαιο μέσω δανείων που θα τα επιβαρύνουν οικονομικά.

Τα εξωτερικά δάνεια θα κολλούν σαν βδέλλες στα κράτη και κανείς δεν θα μπορεί να ξεκολλήσει αυτές τις βδέλλες.

Οι τόκοι των δανείων θα ξεπληρώνονται με τη λήψη νέων δανείων γεγονός που θα διατηρεί αμείωτα τα χρέη.


Κράτη, Λαοί, Δικαιώματα

Το εθνικό δίκαιο των κρατών θα υποσκελισθεί από το διεθνές δίκαιο.

Όλα τα κράτη της Ευρώπης θα μπουν σε μιαν ισχυρή μέγκενη.

Τα δικαιώματα των πολιτών δεν θα υπάρχουν στην πραγματικότητα, αλλά μόνο στη φαντασία.

Η λέξη «Ελευθερία» θα απαλειφθεί από το λεξιλόγιο.

Σε όλα τα κράτη θα υπάρχουν μάζες απόρων.

Οι πολίτες θα θεωρήσουν ως σωτηρία την πλήρη υποταγή τους, λόγω της πείνας κυρίως και της εξαθλίωσης.

Οι λαοί θα απαλλαγούν από εθνότητες, σύνορα και διαφορετικά νομίσματα.

Θα προωθούνται ιδέες ως «προοδευτικές» και θα διαστρέφεται η αλήθεια δια μέσου της λέξης «πρόοδος».

Θα υποκινούνται φαινομενικές ταραχές, για να λαμβάνονται μέτρα αστυνομικής ασφάλειας.


Ιστορία, Χριστιανισμός

Θα διαγραφούν, κατ’ επιλογήν, από την Ιστορία γεγονότα του παρελθόντος.

Θα καταργηθεί η πίστη των Χριστιανών στο Θεό τους και θα αντικατασταθεί η πίστη τους με τη λατρεία του χρήματος (χρυσού), που προσφέρει υλικές απολαύσεις.

Ο Παπισμός θα αλωθεί ολοκληρωτικά εκ των έσω με διεισδύσεις στην αυλή του.


Τύπος, Μ.Μ.Ε.

Ο τύπος θα είναι χαλιναγωγημένος.

Τα ειδησιογραφικά πρακτορεία θα προβαίνουν σε δημοσιεύσεις κατά παραγγελίαν.

Οι εφημερίδες θα προβάλλουν φαινομενικά τις πιο αντίθετες γνώμες.
Θα χρησιμοποιείται η εικόνα με τέτοιο τρόπο που θα αποκοιμίζει τη σκέψη.


Κυβερνήσεις, Μυστική δράση, 
Παγκόσμια Κυβέρνηση

Οι πρόεδροι των κυβερνήσεων θα καταστούν τυφλοί εκτελεστές εντολών.

Η αντιπολίτευση θα είναι φαινομενική.  Θα αναλαμβάνει τον ρόλο του υποκρινόμενου αντιπάλου.
Ο σκοπός θα επιτυγχάνεται όχι φανερά, αλλά μέσω μιας μυστικής (αόρατης) οργάνωσης, έτσι ώστε να είναι αδύνατον να καταπολεμηθεί.

Θα αναγκασθούν – χωρίς τη χρήση βίας – όλα τά κράτη να υποταχθούν σε μιαν Υπέρτατη Κυβέρνηση.

Η Υπέρτατη Κυβέρνηση θα παρουσιάζεται ως προστάτιδα όλων των υποταγμένων κρατών.


Σημείωση
: Δεν αποδίδεται η κατά λέξη μετάφραση από το ξενόγλωσσο κείμενο.


Επίλογος

Τα πρωτόκολλα μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Μπορει να τα βρεί κανείς αναρτημένα στο διαδίκτυο.

Ρωτάτε γιατί δεχόμαστε τα πρωτόκολλα ως πλαστά.  Η δεοντολογία επιβάλλει να σεβόμαστε απολύτως την υφιστάμενη διάψευση (1920) εκείνων, στους οποίους αποδίδονται τα πρωτόκολλα.

.....................


Πατήρ
Μουλατσιώτης:

Αυτά που συμβαίνουν
τώρα εμείς τα λέγαμε
προ πολλών ετών.
Ήταν προσχεδιασμένα.
Βίντεο


.....................

ΣΩΣΤΟ - ΛΑΘΟΣ
Η κλητική των επωνύμων σε - ος

1) Όταν το επώνυμο τονίζεται στην προπαραλήγουσα,
κατάληξη - ε
π.χ.
Αλεξόπουλος
κύριε Αλεξόπουλε

2) Όταν το επώνυμο τονίζεται στην παραλήγουσα,
κατάληξη - ο
π.χ.
Γραμμένος
κύριε Γραμμένο

3) Όταν το επώνυμο τονίζεται στη
λήγουσα,
κατάληξη - ε
π.χ.
Γαληνός
κύριε Γαληνέ

Γ. Αθαν.
.....................................


Οι σειρήνες του     ΣΑΤΑΝΑ
 

Ροκ μουσική
(ντοκιμαντέρ) 

..................................

Ευρετήριο

Εύρεση λημμάτων
στο παρόν λεξικό

Πατήστε
Ctrl + F
στο πλαίσιο που
θα εμφανισθεί
γράψτε τη λέξη
που αναζητείτε. 


Σε Google Chrome:
1) Κάνουμε κλικ στο
εικονίδιο Ξ επάνω και 
δεξιά.
2) Στο μενού που θα 
εμφανισθεί κάνουμε 
κλικ στη λέξη "Εύρεση".
3) Γράφουμε τη λέξη
που αναζητούμε στο 
εμφανιζόμενο πλαίσιο.
...................

Σε Mozila Firefox:
1) Κάνουμε κλικ στο
"Επεξεργασία" επάνω και αριστερά.
2) Στο μενού που θα 
εμφανισθεί κάνουμε 
κλικ στη λέξη "Εύρεση".
3) Στο κάτω μέρος
και αριστερά θα 
εμφανισθεί ένα
πλαίσιο στο οποίο
θα γράψουμε την λέξη που 
αναζητούμε.
............................

Σε Internet Explorer:
1) Κάνουμε κλικ στο
"Επεξεργασία" επάνω και αριστερά.
2) Στο μενού που θα 
εμφανισθεί κάνουμε 
κλικ στη λέξη "Εύρεση
σε αυτήν τη σελίδα".
3) Αμέσως θα 
εμφανισθεί ένα
πλαίσιο στο οποίο
θα γράψουμε την λέξη που 
αναζητούμε.
........................


 




 


Συνώνυμα ρήματα

Α
αγανακτώ (θυμώνω, οργίζομαι, αγριεύω,
αποθηριώνομαι, μανιάζω, εξανίσταμαι, φρενιάζω,
εξεγείρομαι, εξάπτομαι, εκρήγνυμαι, ξεσπάω,
φουρκίζομαι, φρυάζω, δυσανασχετώ, εξαγριώνομαι,
χολιάζω, ασχάλλω, μπαρουτιάζω, χολομανίζω)
αγαπώ (συμπαθώ, λατρεύω, φιλοστοργώ)
αγγέλλω (ανακοινώνω, διαμηνύω, διακηρύσσω,
ειδοποιώ, πληροφορώ, ενημερώνω, δημοσιοποιώ)
αγκαλιάζω (ασπάζομαι, φιλώ, περιλαμπάζω,
περιπτύσσομαι, εγκολπούμαι)
αγναντεύω (αναδιάζω, παρατηρώ, αντιθωρώ)
αγοράζω (ψωνίζω, πουσουνίζω)
αγορεύω (ομιλώ, ρητορεύω, δημηγορώ)
άγχομαι (αγωνιώ, ανησυχώ, αδημονώ, αμηχανώ,
ανυπομονώ, πελαγώνω, τρακαρίζομαι, αλυκτάζω)
άγω (φέρω, οδηγώ)
αγωνίζομαι (παλεύω, μάχομαι, προσπαθώ, μοχθώ)
αγωνιώ (ανησυχώ, φοβούμαι, αδημονώ)
αδιαφορώ (αμελώ, ολιγωρώ, ατημελώ)
αδικώ (βλάπτω, ζημιώνω, αδικοπραγώ)
αδρανώ (αργώ, σχολάζω, αποχαυνώνομαι, ακινητώ,
ληθαργώ)
άδω (ψάλλω, τραγουδώ, υμνολογώ)
αθλούμαι (ασκούμαι, αγωνίζομαι, αμιλλώμαι)
αθροίζω (μαζεύω, συλλέγω, σουμάρω, συνάγω,
συγκεντρώνω)
αθυμώ (λυπούμαι, θλίβομαι, στενοχωρούμαι)
αινίσσομαι (υπονοώ, υποδηλώνω, αλληγορώ,
παρεμφαίνω, αποσημαίνω)
αίρω (υψώνω, σηκώνω, ανάγω)
αισθάνομαι (αντιλαμβάνομαι, γνωρίζω, νιώθω)
αισχύνομαι (ντρέπομαι, αιδούμαι, συστέλλομαι)
αιτιολογώ (εξηγώ, διασαφηνίζω, ξεδιαλύνω)
αιτιώμαι (κατηγορώ, κατακρίνω, μέμφομαι)
αιτώ (ζητώ, γυρεύω, αξιώνω, παρακαλώ)
ακμάζω (ανθώ, θάλλω, σφριγώ, σφύζω)
ακολουθώ (έπομαι, συνοδεύω, λουρκάζω,
συμπαρομαρτώ, δορυφορώ, συμπορεύομαι,
μεταπορεύομαι)
ακούω (ακροώμαι, αφογκράζομαι, αγρικώ)
ακροώμαι (ακούω, αφογκράζομαι, ενωτίζομαι,
ακροάζομαι)
αλαλάζω (κραυγάζω, φωνάζω, κράζω)
αλγώ (πονώ, οδύνομαι)
αλλάζω (μετατρέπω, μεταβάλλω, μετασχηματίζω,
αλλιωτεύω)
αλλοιώνω (τροποποιώ, μεταβάλλω, διαστρεβλώνω,
διαστρέφω, παραμορφώνω)
αλλοτριώνω (εκποιώ, αποξενώνω)
αμαρτάνω (σφάλλω, αστοχώ, αποτυγχάνω,
κριματίζομαι, πλημμελώ)
αμείβομαι (πληρώνομαι, μισθοδοτούμαι)
αμελώ (αδιαφορώ, ολιγωρώ, αφροντιστώ, ακηδώ,
εγκαταλείπω, αβλεπώ)
αμιλλώμαι (αγωνίζομαι, αθλούμαι, παραβγαίνω,
αναμετρούμαι)
αμπαλάρω (εγκιβωτίζω, κασονιάζω, δεματοποιώ)
αμύνομαι (αντιστέκομαι, ανθίσταμαι, κοντράρω)
αμφιβάλλω (αμφιταλαντεύομαι, αμφιρρέπω,
διστάζω, δυσπιστώ,
τραμπαλίζομαι, επαμφοτερίζω,
ενδοιάζω, διχοστατώ, διαπορώ, επιφυλάσσομαι,
διχάζομαι, παλαντζάρω, αναθιβάνω, αμφινοώ)
αμφισβητώ (διαφωνώ, αρνούμαι, αμφιλέγω)
αναβρύζω (πηγάζω, αναβλύζω, πιδώ εξ ου πίδακας,
υπερεκχειλίζω, εκρέω)
αναγκάζω (ζορίζω, υποχρεώνω)
αναδεύω (ανακινώ, αναταράσσω, ανακατώνω,
κλουκουτώ, ανακυκώ)
αναδιφώ (εξετάζω, ερευνώ, ξεσκαλίζω, ανασκαλεύω,
αναψηλαφώ)
αναδρομίζω (πισωβολώ, κωλώνω, αναποδίζω,
οπισθοβατώ, οπισθοχωρώ, υποχωρώ, οπισθοδρομώ)
αναιρώ (καταργώ, ακυρώνω, ανακαλώ, αθετώ,
αναθεωρώ, καταλιμπάνω, αναστέλλω, αντιφάσκω,
ανασκευάζω, ματαιώνω, παλινωδώ, υπαναχωρώ,
ακυροποιώ, αποσύρω, επανεξετάζω, διαγράφω)
ανακατώνω (μειγνύω, συμφύρω, αναμαλάζω)
ανακοινώνω (αγγέλλω, διαμηνύω, διακηρύσσω)
ανακρίνω (εξετάζω, εξελέγχω, ξεκοσκινίζω)
ανανήφω (συνέρχομαι, ανανογιέμαι)
αναξέω (αναμοχλεύω, ανασκαλεύω)
αναποδογυρίζω (ανατρέπω, τουμπάρω, αναστρέφω)
αναρριχώμαι (σκαρφαλώνω, σκαλώνω, ανέρπω,
αγγριφώνω)
ανατάσσω (επαναφέρω, επανορθώνω)
ανατρέφω (εκπαιδεύω, διδάσκω, διαπαιδαγωγώ)
αναχαιτίζω (ανακόπτω, αποκρούω, κοντοκρατώ,
σταματώ, ανατρέπω, απωθώ, συγκρατώ, φρενάρω)

ανδραποδίζω (σκλαβώνω, υποδουλώνω)
ανεξαρτητοποιούμαι (αυτονομούμαι, αυτοδιοικούμαι)
ανέχομαι (υπομένω, παραβλέπω, υποφέρω)
ανθίζω (λουλουδίζω, ανθοβολώ, ροδαμίζω, ανθοφορώ)
ανθίσταμαι (αμύνομαι, αντιστέκομαι, αντιδρώ, αντέχω)
ανθώ (ακμάζω, θάλλω)
ανταμώνω (συνευρίσκομαι, συναντιέμαι)
αντανακλώ (αντιφεγγίζω)
αντεπεξέρχομαι (επαρκώ, αντέχω, αντιμετωπίζω,
ξεπερνώ, κουλαντρίζω)
αντηχώ (αντιλαλώ, αντιβοώ, αχολογώ, αντιδονώ,
καναχίζω)

αντικαθιστώ (αναπληρώ, ανανεώνω, αλλάζω,
διαδέχομαι, αντικαθαιρώ, αντικατατάσσω,

αντικατασταίνω)
αντιλαμβάνομαι (αισθάνομαι, γνωρίζω, γινώσκω,
κατανοώ, καταλαβαίνω, αγρικώ)
αντιλογώ (διαφωνώ, διχογνωμώ)
αντιπαθώ (απεχθάνομαι, μισώ, αποστρέφομαι)
αντιπαρέρχομαι (αποσιωπώ, προσπερνώ,
παραλείπω, παραβλέπω, παρορώ, εθελοτυφλώ,
παραθεωρώ)
αντιστέκομαι (αμύνομαι, ανθίσταμαι)

αντιτάσσομαι (εναντιώνομαι, ανθίσταμαι,
αντιτίθεμαι, αντιστρατεύομαι, αντίκειμαι,
κοντραστάρω, αντιπράττω, αντιμετωπίζω,
αντιμάχομαι, αντιβαίνω)
απαλλάσσω (ελευθερώνω, λυτρώνω, αποδεσμεύω)
απαντώ (αποκρίνομαι, αντιλέγω, αντικραίνω,
απολογούμαι, αντιφωνώ)
απαρέσκω (δυσαρεστώ, ενοχλώ)
απατώ (ξεγελώ, πλανώ, κομπώνω, διαβουκολώ,
παροδηγώ, παρασύρω, φενακίζω, ψεύδομαι,
ψευδολογώ, αλωπεκίζω)
απαυδώ (κουράζομαι, αποκάμνω, αποσταίνω)
απειλώ (εκφοβίζω, φοβερίζω)
απελαύνω (εξορίζω, αποδιώκω)
απέρχομαι (αποχωρώ, αποσύρομαι, απομακρύνομαι,
φεύγω, ξεμακραίνω, αποτραβιέμαι)
απεχθάνομαι (μισώ, αντιπαθώ)
απλοχερίζω (προσφέρω, δίδω)
απογαλακτίζω (αποθηλάζω, σακάζω, αποκόβω,
αποβυζαίνω)
απογοητεύω (απελπίζω, αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω)
αποζητώ (λαχταρώ, ποθώ, αποθυμώ)
αποκηρύσσω (αρνούμαι, απορρίπτω, αποποιούμαι,
αποστέργω)

αποκνίζω (γρατσουνίζω, ξεγδέρνω, νυχιάζω)
απολαμβάνω (εντρυφώ, τέρπομαι)
αποξενώνω (αλλοτριώνω, εκποιώ)
αποπλέω (πλωρίζω, σαλπάρω, ξεγιαλίζω, απαίρω)
απορρίπτω (αρνούμαι, αποκηρύσσω)
απορώ (παραξενεύομαι, εκπλήσσομαι, σαστίζω,
διερωτώμαι, εξίσταμαι)
αποσείω (αποτινάσσω, αποβάλλω)
αποσκιρτώ (αποσχίζομαι, αποστατώ, αποχωρίζομαι)
αποσπώ (αφαιρώ, κλέβω)
αποσοβώ (εμποδίζω, αποτρέπω)
αποστηθίζω (απομνημονεύω, αποτυπώνω)
αποτρέπω (αποκρούω, απομακρύνω)
απουσιάζω (λείπω, απέχω)
αποφαίνομαι (προτείνω, γνωματεύω, δογματίζω)
αρδεύω (ποτίζω, υγραίνω)
αρέσω (ευαρεστώ, ευχαριστώ, τέρπω, ευφραίνω,
ικανοποιώ)
αριθμώ (μετρώ, λογαριάζω)
αρμόζω (ταιριάζω, συνάπτω, αρμολογώ)
αρνούμαι (απορρίπτω, αποκηρύσσω, αποφάσκω,
ανανεύω, αποτάσσομαι, αντιλογώ)
αρπάζω (κλέβω, ληστεύω)
αρύομαι (αντλώ, βγάζω, εξάγω, ανασύρω)
άρχω (κυβερνώ, διοικώ)
ασελγώ (ακολασταίνω, ατιμάζω, αισχρουργώ,
αισχροποιώ, καταισχύνω, εκτραχηλίζομαι)
ασθενώ (νοσώ, πάσχω)
ασκώ (γυμνάζω, εκπαιδεύω)
ασπάζομαι (φιλώ, αγκαλιάζω, χαιρετίζω)
αστειεύομαι (παίζω, χωρατεύω, καλαμπουρίζω,
μπαλαφαρίζω)
αστεϊζομαι (χαριτολογώ, ευφυολογώ, χαριεντίζομαι)
αστοχώ (αμαρτάνω, σφάλλω, λαθεύω)
ασχολούμαι (δραστηριοποιούμαι, καταγίνομαι,
ενεργοποιούμαι, επιμελούμαι, επιτηδεύομαι,
τυρβάζω, εργάζομαι, ενδιατρίβω)
ασωτεύω (κατασπαταλώ, ακολασταίνω,
αποχαλινώνομαι, παραστρατώ, ξετσιπώνομαι)
ατακτώ (απειθαρχώ, παρεκτρέπομαι)
ατιμάζω (περιφρονώ, αψηφώ, καταρρακώνω,
ντροπιάζω, απαξιώνω, καταισχύνω, κατακουρελιάζω)
αυγάζω (φέγγω, φωτίζω)
αυθαδιάζω (αποθρασύνομαι, τσιλημπουρδίζω,
αναισχυντώ, ασχημονώ, εκχυδαϊζομαι, προστυχεύω)
αυξάνω (μεγαλώνω, μεγεθύνω, αβγαταίνω, πληθαίνω,
πολλαπλασιάζω)
αφαιρώ (αποσπώ, κλέβω)
αφηγούμαι (λέγω, ομιλώ, ιστορώ)
αφικνούμαι (φθάνω, έρχομαι)
αφογκράζομαι (ακούω, ακροώμαι)

Β

βαδίζω (περπατώ, πορεύομαι)

βαίνω (περπατώ, πορεύομαι, βηματίζω, πηγαίνω)
βαριεστώ (μπουχτίζω, πλήττω, μπεζερίζω, βαριέμαι,
ανιώ)
βαστώ (βαστάζω, φέρω)

βάφω (χρωματίζω, μπογιατίζω, θωριάζω)
βασανίζω (ταλαιπωρώ, καταπιέζω)

βαυκαλίζω (αποκοιμίζω, νανουρίζω)

βδελύσσομαι (αποστρέφομαι, μισώ, αηδιάζω,
σιχαίνομαι, αποτροπιάζομαι)

βεβαιώνω (πιστοποιώ, επικυρώνω, καταφάσκω,
συνομολογώ, συγκατανεύω)

βεβηλώνω (μολύνω, σπιλώνω)
βιάζομαι (σπεύδω, τρέχω)
βλακεύω (ανοηταίνω, αβδηριτίζω, κουτοφέρνω,
αλαφροφέρνω)
βλάπτω (ζημιώνω, φθείρω, κακουχώ)

βλέπω (κοιτάζω, παρατηρώ, θωρώ)

βοηθώ (υποστηρίζω, επικουρώ, αγιουτάρω,
παραστέκομαι, υπερασπίζω, περιθάλπω,
συμπαρίσταμαι, συνεργώ, αϊδαρίζω)

βόσκω (τρώω, εσθίω)
βούλομαι (θέλω, επιθυμώ, προτιμώ)
βουλώνω (φράσσω, στουπώνω, κλείνω)
βουρκώνω (δακρύζω, κλαίω)
βοώ (φωνάζω, κράζω)
βραβεύω (τιμώ, αμείβω, γεραίρω, δοξάζω,
αγάζομαι, αγλαϊζω)

βραδύνω (αργοπορώ, βραδυπορώ, χρονίζω,
χρονοτριβώ, αργώ, καθυστερώ)
βράζω (κοχλάζω, ζέω)
βρέχω (υγραίνω, μουσκεύω, καταιονώ, σουλαντίζω)
βρίζω (προπηλακίζω, κατακρίνω)
βρομίζω (ρυπαίνω, λερώνω)
βρομώ (όζω, ζέχνω, δυσοσμώ, κακοσμώ)
βρυχώμαι (ουρλιάζω, μουγκρίζω)
βυζαίνω (γαλουχώ, θηλάζω, απομυζώ, φλουμίζω,
απομαστεύω)

βωμολοχώ (χοντρολογώ, χυδαιολογώ, βαναυσολογώ,
ασχημολογώ, αισχρολογώ, αθυροστομώ, αχρειολογώ,
γλωσσεύω)
Γ

γαληνεύω
(ησυχάζω, ηρεμώ, ειρηνεύω, ξεθυμαίνω)
γδέρνω (αποδερματίζω, εκδέρω, ξεπεδουλίζω,
ξεπετσιάζω)
γειτονεύω (συνορεύω, πρόσκειμαι)
γεμίζω (πληρώ, φουλάρω, φισκάρω, τιγκάρω,
αναμεστώ)
γέμω (πληρούμαι, πλήθω)
γεννώ (τίκτω, τεκνοποιώ, τεκνογονώ, παιδοποιώ)
γέρνω (ρέπω, κλίνω, βαγίζω, μπατάρω, λυγίζω)
γλεντώ (διασκεδάζω, ξεφαντώνω, ξεσκάζω, ξεδίνω)
γλίχομαι (ορέγομαι, ποθώ)
γλύφω (χαράσσω, σκαλίζω, καλεμίζω)
γνωρίζω
(αντιλαμβάνομαιαισθάνομαι, επίσταμαι,
κατέχω, ξέρω)
γνωστοποιώ (δηλώνω, φανερώνω)
γογγύζω (παραπονιέμαι, μεμψιμοιρώ, αζουδεύομαι)
γοητεύω
(σαγηνεύω, θέλγω, συναρπάζω, συνεπαίρνω)
γονατίζω (γονυπετώ, γονυκλινώ, γονυκλιτώ)
γουφιάζω (βαθουλώνω, γουβιάζω, κοιλαίνω)
γράφω (χαράσσω, ζωγραφίζω)
γρηγορώ (αγρυπνώ, προσέχω)
γρυπώνω (καμπουριάζω, κάμπτομαι, κύφω,
γομπιάζω, σκύβω)

γυμνάζω (ασκώ, εκπαιδεύω)
γυρεύω (αιτώ, ζητώ)

Δ
δαγκώνω (δάκνω, τσιμπώ)
δακρύζω (βουρκώνω, κλαίω)

δαμάζω (τιθασεύω, ημερώνω, υποτάσσω,
χαλιναγωγώ)

δαπανώ (ξοδεύω, σπαταλώ, εξαντλώ)

δειλιάζω (φοβούμαι, διστάζω, αποθαρρύνομαι,
κιοτεύω)
δεινοπαθώ (υποφέρω, πάσχω, βαρυαλγώ)
δειπνώ (γευματίζω, τρώγω, γιοματίζω)

δείχνω (εξηγώ, παρουσιάζω)
δελεάζω (ξεγελώ, εξαπατώ, ρουμπώνω)
δέομαι (ικετεύω, εκλιπαρώ)
δέρνω (μαστιγώνω, χτυπώ, ραβδίζω, βακλίζω,
βουρδουλίζω, ραπίζω, φραγγελλώνω, βιτσίζω,
γρονθοκοπώ, καταχερίζω, χειροδικώ, βεργίζω,

μπατσίζω, χαστουκίζω, παραγουλιάζω,
τουλουμιάζω, τουμπανιάζω, σκαμπιλίζω,
καρπαζώνω, μακελεύω, ξυλίζω, ξυλοκοπανίζω,
κολαφίζω, στουμπίζω, ξυλοκοπώ, βαράω,
βιαιοπραγώ, σφαλιαρίζω, παταρίζω)
δεσμεύομαι (παντρεύομαι, νυμφεύομαι)
δεσπόζω (κυριαρχώ, εξουσιάζω, διαφεντεύω)
δέχομαι (λαμβάνω, παίρνω, στέργω, συμφωνώ,
συναινώ, επιδοκιμάζω, συγκατατίθεμαι, συγκατανεύω,

εισακούω, ανομολογώ, ευδοκώ, στρέχω)
δηλώνω (φανερώνω, γνωστοποιώ, εκφαίνω)
δημιουργώ (πράττω, ποιώ, φτιάχνω)
διαβάζω (μελετώ, εξετάζω)
διαβαίνω (περνώ, διασκελίζω, διέρχομαι, διανύω,
διατρέχω, διαπορεύομαι, διοδεύω)

διαβάλλω (συκοφαντώ, δυσφημώ, ρουφιανεύω)
διαγράφω (σβήνω, εξαλείφω)
διαιρώ (σχίζω, τέμνω)
διακοσμώ (στολίζω, διαρρυθμίζω)
διακρίνομαι (υπερτερώ, υπερέχω)
διακυβεύω (διακινδυνεύω, ριψοκινδυνεύω, αποτολμώ,
ρισκάρω, αποκοτώ)
διαλαλώ (διαφημίζω, διαδίδω, ντελαλίζω,
διασαλπίζω, διατυμπανίζω, διασπείρω, βουκινίζω,
διαθρυλώ, κοινολογώ, κοινοποιώ, διακωδωνίζω,

φημολογώ, σπερμολογώ)
διαλέγω (ξεχωρίζω, προτιμώ, σταχυολογώ,
ανθολογώ, απανθίζω, ερανίζομαι)
διαμηνύω (ανακοινώνω, αγγέλλω)
διαπαιδαγωγώ (μορφώνω, ανατρέφω)
διαπομπεύω (γελοιοποιώ, εξευτελίζω, διασύρω,
ξεγιβεντίζω, ρεζιλεύω)
διαπραγματεύομαι (παζαρεύω)
διαπρέπω (διακρίνομαι, υπερτερώ, διαλάμπω,
αριστεύω, εξέχω)
διαρρηγνύω (σπάζω, κόπτω)
διασαφηνίζω (εξηγώ, ερμηνεύω, ξεδιαλύνω,
ξεκαθαρίζω, διαλευκαίνω, διευκρινίζω, αναλύω,

ξεμπερδεύω, αναπτύσσω)
διασκεδάζω (γλεντώ, ξεφαντώνω)
διατάσσω (εντέλλομαι, παραγγέλλω)
διαφθείρω (εκφαυλίζω, εξαχρειώνω, εκλύω,
εκφυλίζω)
διαφωνώ (αμφισβητώ, αρνούμαι)
διαφωτίζω (διδάσκω, εκπαιδεύω, προσανατολίζω,
κατατοπίζω, κατευθύνω, καθοδηγώ
)
διαχειρίζομαι (ρυθμίζω, κουμαντάρω, διοικώ)
διδάσκομαι (μαθαίνω, πληροφορούμαι)
διδάσκω (εκπαιδεύω, διαφωτίζω)
διεγείρω (ερεθίζω, εξάπτω)
διερευνώ (εξονυχίζω, ανιχνεύω)
διευθετώ (τακτοποιώ, ευτρεπίζω, ταξινομώ,
ταξιθετώ
,
κλασάρω, συγυρίζω, βολεύω, ευθετίζω,
ανασυντάσσω, διασκευάζω, συμμαζεύω,

συστηματοποιώ, ετοιμάζω, ανασκυρίζω)
δίνω (παρέχω, προσφέρω, χορηγώ)
διολισθαίνω (ξεγλιστρώ, διαφεύγω)
διστάζω (δειλιάζω, φοβούμαι, ενδοιάζω)
διυλίζω (διηθώ, φιλτράρω)
διώκω (αποπέμπω, εξαποστέλλω)
δοκιμάζω (αποπειρώμαι, πειραματίζομαι, προβάρω,
τεστάρω)
δολιεύομαι (εξαπατώ, ξεγελώ)
δουλεύω (εργάζομαι, κοπιάζω, μοχθώ)
δουλώνω (σκλαβώνω, ανδραποδίζω)
δραπετεύω (σκαπετίζω, αποδιδράσκω, σκαπουλάρω)


δράττομαι (φουχτώνω, αδράχνω, χεριάζω, τσακώνω)
δρέπω (αποσπώ, αποκόπτω, μαζεύω)
δριμώνω (αγριεύω, θυμώνω)
δυσφημώ (διαβάλλω, συκοφαντώ, διαλαλίζω)
δυσφορώ (υποφέρω, δυσανασχετώ, στενοχωρούμαι)
δυσωπώ (θερμοπαρακαλώ, ικετεύω, εκλιπαρω)
δωρίζω (χαρίζω, προσφέρω, χαλαλίζω)
δωροδοκώ (εξαγοράζω, δεκάζω, τραμπουκάρω,
λαδώνω)
Ε
εγκωμιάζω (επαινώ, εξυμνώ, εκθειάζω, αποθεώνω,
ευφημίζω, μεγαλύνω
)
εδραιώνω (στερεώνω, θεμελιώνω, παγιώνω, εμπεδώνω)
εδρεύω (κάθομαι, κατοικώ)
εθίζομαι (συνηθίζω, εξοικειώνομαι, εγκλιματίζομαι)
εικάζω (συμπεραίνω, υποθέτω)
είργω (εμποδίζω, κωλύω)
ειρωνεύομαι (περιπαίζω, σαρκάζω, σατιρίζω)
εισδύω (εισβάλλω, εισχωρώ, τρυπώνω
μπουκάρω, εμφιλοχωρώ, παρεισφρέω, χώνομαι)
εκκολάπτομαι (ξεπουλιάζω)
εκλαϊκεύω (απλουστεύω, απλοποιώ)
εκμηδενίζω (εξουδετερώνω, εξουθενώνω)
εκπαιδεύω (γυμνάζω, ασκώ)
εκπληρώνω (περαίνω, τελειώνω)
εκποιώ (αποξενώνω, αλλοτριώνω)
εκπολιτίζω (εξανθρωπίζω, εξευγενίζω, εκλεπτύνω)
εκπονώ (επεξεργάζομαι, κατασκευάζω)
εκφοβίζω (απειλώ, φοβερίζω)
ελαττώνω (μειώνω, μικραίνω)
ελαύνω (τρέχω, προχωρώ)
ελέγχω (εξετάζω, ερευνώ, τσεκάρω)
ελευθερώνω (λυτρώνω, απαλλάσσω, αμολάω,
αποδεσμεύω, ξεσκλαβώνω, αποδουλώνω)
ελεώ (οικτίρω, ευσπλαχνίζομαι)
έλκω (τραβώ, σύρω)
ελλοχεύω (ενεδρεύω, παραμονεύω, καραδοκώ)
ελπίζω (προσδοκώ, πιστεύω)
εμποδίζω (κωλύω, είργω, φρενάρω, απαγορεύω)
ενάγω (εγκαλώ, καταγγέλλω)
ενδίδω (υποχωρώ, οπισθοχωρώ, αποσύρομαι)
ενεδρεύω (ελλοχεύω, παραμονεύω, εμφωλεύω)
ενεργοποιούμαι (δραστηριοποιούμαι, κινητοποιούμαι)
ενισχύω (δυναμώνω, ισχυροποιώ, κραταιώνω)
εννοώ (καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, σκαμπάζω,
χαμπαρίζω
)
ενοχλώ (λυπώ, στενοχωρώ)
ενστερνίζομαι (αποδέχομαι, αναγνωρίζω, υιοθετώ,
εγκολπώνομαι, επιδοκιμάζω, προσοικειώνομαι)
εξευμενίζω (εξιλεώνω, καταπραϋνω)
εξαιρώ (παραμερίζω, ξεχωρίζω, παραλείπω,
απαλλάσσω)
εξαντλώ (αδειάζω, κενώνω, εξανεμίζω)
εξαρθρώνω (ξεσφοντυλιάζω, στραμπουλίζω)
εξάπτω (διεγείρω, ερεθίζω)
εξετάζω (ελέγχω, ερευνώ, πολυπραγμονώ,
πραγματεύομαι, περιεργάζομαι, ξεκοσκινίζω,

διασκοπώ, ανατέμνω, ανερωτώ)
εξοντώνω (αφανίζω, καταστρέφω, εξολοθρεύω)
εξυμνώ (εγκωμιάζω, επαινώ, εξαίρω)
εξυπηρετώ (ωφελώ, βοηθώ)
επαινώ (εγκωμιάζω, εξυμνώ, επιβραβεύω)
επακολουθώ (παρέπομαι, επισυμβαίνω)
επείγομαι (βιάζομαι, επισπεύδω)
επευφημώ (επιδοκιμάζω, επικροτώ)
επηρεάζω (χειραγωγώ, ποδηγετώ, επιδρώ, επενεργώ)
επιδεινώνω (επιβαρύνω, χειροτερεύω)
επιδοκιμάζω (εγκρίνω, επικυρώνω, επικροτώ)
επιθυμώ (βούλομαι, θέλω, λαχταρώ)
επικυρώνω (βεβαιώνω, πιστοποιώ, επισφραγίζω)
επικουρώ (βοηθώ, υποστηρίζω)
επικρατώ (νικώ, υπερέχω)
επιλανθάνομαι (λησμονώ, ξεχνώ, ξαστοχώ)
επιμελούμαι (φροντίζω, μεριμνώ, γνοιάζομαι)
επιμένω (ισχυρίζομαι, υποστηρίζω)
επινοώ (μηχανεύομαι, τεχνάζομαι, σκαρφίζομαι,
σκαρώνω)
επιτυγχάνω (καταφέρνω, ευστοχώ, κατορθώνω)
επιφορτίζω (επιβαρύνω, επιπροσθέτω)
έπομαι (ακολουθώ, συνοδεύω, δορυφορώ)
εποπτεύω (επιβλέπω, επιστατώ, επιθεωρώ, επιτηρώ,
εφορεύω, παρακολουθώ)
εποφθαλμιώ (υποβλέπω, επιβουλεύομαι,
καταδολιεύομαι)
ερεθίζω (εξάπτω, διεγείρω, ζοχαδιάζω, προκαλώ,
εμποιώ, αψώνω, αγγρίζω, εξαγριώνω, εκνευρίζω,
εξιτάρω, παροξύνω, νευριάζω, ξανάβω, τσατίζω,
αντροκαλώ)
ερείδομαι (στηρίζομαι, ακουμπώ, αγαντάρω,
εδράζομαι)
ερευνώ (εξετάζω, ελέγχω, αναδιφώ, ψάχνω, ανιχνεύω,
εξακριβώνω, αναζητώ)
ερημώνω (λεηλατώ, ληστεύω)
ερίζω (φιλονικώ, καβγαδίζω, διχογνωμώ, διχονοώ)
έρπω (σέρνομαι, γλιστρώ, ολισθαίνω, ερπύζω)
έρχομαι (φθάνω, αφικνούμαι)
εσθίω (τρώγω, καταβροχθίζω, χλαπακιάζω,
σαβουρώνω, ντερλικώνω)
εστιάζω (επικεντρώνω, εντοπίζω, προσδιορίζω)
ευημερώ (ευδαιμονώ, ευτυχώ, ευπορώ, ευπραγώ)
ευδαιμονίζω (μακαρίζω, καλοτυχίζω)
ευδαιμονώ (ευτυχώ, ευημερώ, ευπραγώ)
ευκαιρώ (αδειάζω, ξελασκάρω, σχολάζω)
ευρίσκω (ανακαλύπτω, επινοώ)
ευρύνω (πλαταίνω, φαρδαίνω)
ευσπλαχνίζομαι (ελεώ, οικτίρω)
ευτυχώ (ευημερώ, ευδαιμονώ)
ευφραίνομαι (χαίρομαι, ευχαριστιέμαι, ασμενίζομαι,
ικανοποιούμαι, τέρπομαι, ήδομαι)
ευχαριστιέμαι (ευφραίνομαι, χαίρομαι, ηδύνομαι)
ευχαριστώ (ευγνωμονώ, ευαρεστώ, καθηδύνω)
ευωδιάζω (μοσχοβολώ, μοσχομυρίζω, αρωματίζω)
ευωχούμαι (συντρώγω, συμποσιάζω, τρωγοπίνω,
ομοσιτώ)
εφημερεύω (επιβλέπω, επιτηρώ)
εφορμώ (επιτίθεμαι, επέρχομαι

Ζ

ζαρώνω (παπουδιάζω, σουφρώνω, γριλιάζω,
πτυχούμαι, σταφιδιάζω, ρικνούμαι, ρυτιδώνομαι,
γατσιάζω, σαφρακιάζω, συμπτύσσομαι)
ζεσταίνω (θερμαίνω, θάλπω)
ζέω
(βράζω, κοχλάζω) ζηλεύω (φθονώ, ζηλοτυπώ, συνερίζομαι)
ζημιώνω (βλάπτω, αδικώ)
ζητιανεύω (διακονεύω, επαιτώ, αγυρτεύω)
ζητώ (γυρεύω, αιτώ)
ζορίζω (αναγκάζω, υποχρεώνω)
ζουπώ (πιέζω, ζουλώ)
ζυγώνω (προσεγγίζω, πλησιάζω)
ζωγρώ (ανδραποδίζω, αιχμαλωτίζω)
ζώνω (περιβάλλω, περικλείω)
 
Η
ήδομαι (ευχαριστιέμαι, ευφραίνομαι)
ημερώνω (δαμάζω, τιθασεύω)
ηρεμίζω (κατευνάζω, καταπραϋνω, καταλαγιάζω,
απαλύνω)
ηρεμώ (γαληνεύω, ησυχάζω, απαγαδιάζω,
μαλακώνω, καλμάρω, κουλάρω, νηνεμώ)

ησυχάζω
(ηρεμώ, γαληνεύω, αγαλιάζω)
ηττώμαι (νικιέμαι, μειώνομαι, κατατροπώνομαι,
καταβάλλομαι
)

 

Θ

θάλλω (ανθώ, ακμάζω, ευδοκιμώ)
θάλπω (ζεσταίνω, θερμαίνω)
θανατώνω
(σκοτώνω, φονεύω)
θαυμάζω (καμαρώνω, μπεγεντίζω)
θέλγω (γοητεύω, σαγηνεύω, μαγεύω)
θέλω (βούλομαι, επιθυμώ)
θεμελιώνω (ιδρύω, κτίζω)
θεραπεύω (γιατρεύω, νοσηλεύω, γιατροπορεύω,
ιαίνω, υγιάζω)
θερμαίνω (ζεσταίνω, θάλπω)
θεώμαι (βλέπω, παρατηρώ)
θησαυρίζω (ταμιεύω, αποθηκεύω, εσοδεύω,
εναποθέτω, πλουτίζω, κεφαλαιώνω, οικονομώ,
εισπράττω)
θητεύω (υπηρετώ, εργάζομαι)
θίγω (αγγίζω, καταπιάνομαι, επιλαμβάνομαι,
άπτομαι)
θλίβομαι (αθυμώ, λυπούμαι, βαρυθυμώ, δυσθυμώ,
αγκουσεύομαι, άχθομαι, στενοχωρούμαι,
μελαγχολώ, χολοσκάζω, βαρυγνωμώ)
θλίβω (λυπώ, στενοχωρώ, δυσαρεστώ, πικραίνω)
θνήσκω (πεθαίνω, εκπνέω, αποβιώνω)
θορυβώ (βροντώ, κροτώ)
θρασεύω (θρασομανώ, φουντώνω)
θραύω (σπάζω, κομματιάζω, τσακίζω, διασπώ,
διαρρηγνύω, θρύβω, θρυμματίζω, θρυψαλιάζω)
θρηνώ (οδύρομαι, κλαίω)
θρυμματίζω (κομματιάζω, λιανίζω, κερματίζω)
θυλακίζω (τσεπώνω, σακουλιάζω, σακιάζω,
τσουβαλιάζω)
θυλακώνω (τσεπώνω, εγκολπώνω)
θυμίζω (αναφέρω, μνημονεύω)
θυμώνω, (αγανακτώ, οργίζομαι, κακοσυνεύω)
θωπεύω (χαϊδεύω, περιποιούμαι, κορίζομαι,
κανακεύω
)
θωρακίζω (οχυρώνω, περιτειχίζω, ασφαλίζω)

 

Ι

ιδρύω (κτίζω, θεμελιώνω)
ικανοποιώ (δικαιώνω, επανορθώνω)
ιλαρώνω (ευφραίνω, χαροποιώ, αλεγράρω, φαιδρύνω)
ίπταμαι (πετώ, φτερουγίζω)
ισιάζω (ευθύνω, ευθειάζω, ομαλύνω, ευθυγραμμίζω)
ισορροπώ (εξισώνω, ισοσταθμίζω, ισοζυγίζω)
ισχναίνω (φυραίνω, αδυνατίζω, χωνεύω, αχαμναίνω,
λιγνεύω, αποστεώνομαι, αποσκελετώνομαι
)


ισχύω (επικρατώ, επιβάλλομαι)
ισχυρίζομαι (υποστηρίζω, επιμένω, διατείνομαι)

 

Κ

καγχάζω (λοιδορώ, ειρωνεύομαι)
καβγαδίζω (ερίζω, φιλονικώ)
κάθημαι (αδρανώ, ακινητοποιούμαι)
καθιερώνω (νομιμοποιώ, θεσπίζω)
καθοσιώνω (καθαγιάζω, εξαγνίζω)
καινοτομώ (νεοτερίζω, μοντερνίζω)
καιροφυλακτώ (καραδοκώ, παραμονεύω)
καίω (πυρπολώ, καυτηριάζω)
κακοδαιμονώ (δυστυχώ, κακοτυχώ) καλλωπίζω
(στολίζω, ομορφαίνω, ευπρεπίζω,
λουσάρω
)
καλοζωίζω (καλοπερνώ, ευημερώ, τρυφώ, ηδυπαθώ)
καλοκαρδίζω (ευφραίνω, χαροποιώ)
καλώ (φωνάζω, προσκαλώ)
καμαρώνω (κομπάζω, επαίρομαι, κορδώνομαι,
ναρκισσεύομαι, υπερηφανεύομαι, περιαυτολογώ,
καυχησιολογώ, αλαζονεύομαι, κομπορρημονώ,
υψηλοφρονώ, γαυριώ, καυχώμαι, κλασαυχενίζομαι,
μεγαλοφρονώ, μεγαλαυχώ, αυτοεπαινούμαι,
κοκορεύομαι, υπερορώ, αρχοντοπιάνομαι,
σεμνύνομαι, στομφάζω, λαμπρύνομαι, λαβρεύομαι,
μεγαλύνομαι, υπερφρονώ, περπερεύομαι,
παινεύομαι, ξιπάζομαι, μεγαλορρημονώ, υπεραυχώ,

μεγαληγορώ)
κάμπτομαι (κυρτούμαι, λυγίζω, γαμψούμαι,
καμπυλώνομαι, βλαισούμαι
)
κανονίζω (ρυθμίζω, τακτοποιώ, διέπω, συντονίζω)
κάνω (φτιάχνω, κατασκευάζω)
καπαρώνω (προαγοράζω, αγκαζάρω)
καρδαμώνω (ενδυναμώνομαι, αναρρώνω, τονώνομαι)
καρτερώ (υπομένω, ανέχομαι, μακροθυμώ,
ανεξικακώ, αμνησικακώ, αντέχω
)
καταβάλλομαι (εξαντλούμαι, ρεύω)
καταγγέλλω (μαρτυρώ, μηνύω)
κατακλύζω (πλημμυρίζω, ξεχειλίζω)
κατακρίνω (αιτιώμαι, κατηγορώ, επιτιμώ, επιπλήττω,
στηλιτεύω, στιγματίζω, κακίζω, καταλαλώ, ψέγω,
κατσαδιάζω, αποπαίρνω, μαλώνω, λαβίζω)
κατακτώ (κυριεύω, καταλαμβάνω)
καταλαβαίνω (εννοώ, αντιλαμβάνομαι)
καταντώ (ξεπέφτω, καταπίπτω, καταρρέω,
αποβαίνω, καταλήγω, απογίνομαι, κατολισθαίνω,

περιέρχομαι, εξαθλιώνομαι)
καταπιέζω (τυραννώ, καταδυναστεύω, βασανίζω,
ταλαιπωρώ)
καταπίνω (καταβροχθίζω, χάφτω)
καταπονώ (ταλαιπωρώ, κατατρύχω, εξαντλώ,
καταβάλλω, κουράζω, παιδεύω, ταλανίζω)
καταργώ (ακυρώνω, καταλύω, αχρηστεύω, καθαιρώ)
καταριέμαι (αναθεματίζω, βλασφημώ)
καταριθμώ (καταγράφω, συγκαταλέγω)
καταρτίζω (εκπαιδεύω, επιμορφώνω, κατατοπίζω)
καταστρέφω (λυμαίνομαι, λεηλατώ)
κατασκοπεύω (ατενίζω, διοπτεύω)
κατηγορώ (κατακρίνω, μέμφομαι, δυσφημώ, αντικοτώ,
κακολογώ, διαβάλλω, ενοχοποιώ, κουσελεύω,
διασύρω, ξεφωνίζω, ψεγαδιάζω, καταφέρομαι)

κατορθώνω (καταφέρνω, ευστοχώ, επιτυγχάνω)
κατοχυρώνομαι (διασφαλίζομαι, σιγουρεύομαι)
κατρακυλώ (κρημνίζομαι, κουτρουβαλώ)
καυσαλίζω
(φρυγανίζω, καβουρδίζω) καυχώμαι (κομπάζω, κομπορρημονώ)
κελεύω (παρακινώ, παροτρύνω)
κενώνω (αδειάζω, απαντλώ)
κερδίζω (πορίζομαι, αποκτώ, καρπούμαι, καζαντίζω,
νέμομαι, εκμεταλλεύομαι, ωφελούμαι, απολαμβάνω,
αποκερδαίνω, διαφορεύω, αρμέγω)
κηρύσσω (αναγγέλλω, γνωστοποιώ)
κλαίω (οδύρομαι, θρηνώ, ολοφύρομαι)

κλέβω
(ληστεύω, αρπάζω, υπεξαιρώ, καταχρώμαι,
αμακώνω, ξαφρίζω, λαθροχειρώ, ζαπώνω)
κλείω (κλειδώνω, φράσσω, σφαλίζω, βαδώνω,
αμπαρώνω
)
κλίνω (ρέπω, γέρνω)
κλονίζω (τραντάζω, ταρακουνώ)
κλοτσώ (λακτίζω, τσινώ)
κλυδωνίζομαι (κυμαίνομαι, ταράσσομαι)
κλωσώ (επωάζω, πυρκάζω, νεοσσεύω)
κόβω (τεμαχίζω, τέμνω)
κοιμώμαι (καθεύδω, πλαγιάζω, κατακλίνομαι)
κοιτάζω (βλέπω, παρατηρώ)
κοκκινίζω (ερυθραίνω, ροδίζω, πορφυρώ)
κολάζω (τιμωρώ, βασανίζω)
κολακεύω (καλοπιάνω, περιποιούμαι, κομπλιμεντάρω,
λιβανίζω, γαλιφίζω
)
κομματιάζω (θραύω, σπάζω)
κοπιάζω (μοχθώ, κουράζομαι, πασχίζω, ιδροκοπώ)
κοπρίζω (αφοδεύω, αποπατώ, κουτσουλίζω, τσιλάω,
τσιρλίζω)
κοροϊδεύω (λοιδορώ, χλευάζω, ειρωνεύομαι,
κογιονάρω, μυκτηρίζω, περιπαίζω, περιγελώ,
σκώπτω, σαρκάζω, αναμπαίζω
)
κοσμώ (στολίζω, ομορφαίνω)
κουβεντιάζω (ομιλώ, συζητώ, διαλέγομαι)
κουράζομαι (μοχθώ, κοπιάζω, μπαφιάζω, αποκάνω,
εξαντλούμαι, κλατάρω, ρέβω, βαλαντώνω, γανιάζω,
κατατρίβομαι, καταπονούμαι, ποζουρτώ)
κουρεύω (μπαρμπερίζω, ψαλιδίζω)
κραδαίνω (σείω, τραντάζω)
κράζω (βοώ, φωνάζω)
κρατύνω (ενισχύω, ισχυροποιώ, ατσαλώνω)
κραυγάζω (αλαλάζω, φωνάζω, ξελαρυγγιάζομαι)
κρέμαμαι (αιωρούμαι, μετεωρίζομαι)
κροτώ (ηχώ, βροντώ)
κρίνω (νομίζω, φρονώ)
κρύβω (καλύπτω, σκεπάζω, καϊπώνω)
κτίζω (οικοδομώ, θεμελιώνω)
κτυπώ (πλήττω, πληγώνω, κρούω)
κυβερνώ (εξουσιάζω, άρχω)
κυβιστώ (πηδώ, σκιρτώ)
κυνηγώ (θηρεύω, αγρεύω)
κυοφορώ (εγκυμονώ)
κωλύω (εμποδίζω, είργω, αλικοντίζω)

Λ
λαγγεύω (επιθυμώ, λαχταρώ)
λαλώ (ομιλώ, λέγω)
λαμβάνω (παίρνω, δέχομαι)
λάμπω (ακτινοβολώ, απαστράπτω, σελαγίζω,
αιγλοβολώ, φεγγοβολώ)
λαξεύω (χαράσσω, σκαλίζω)
λατρεύω (αγαπώ, συμπαθώ)
λαφυραγωγώ (λεηλατώ, διαγουμίζω)
λαχανιάζω (ασθμαίνω, κοντανασαίνω, αγκομαχώ)
λέγω (ομιλώ, αφηγούμαι)
λεηλατώ (ερημώνω, ληστεύω, κουρσεύω,
διαρπάζω, λαφυραγωγώ)
λερώνω (βρομίζω, ρυπαίνω)
λήγω (τελειώνω, σταματώ, καταστέλλω, παύω)
ληστεύω (αρπάζω, κλέβω, πλιατσικολογώ, σκυλεύω)
λιμπίζομαι (ποθώ, ορέγομαι)
λογαριάζω (μετρώ, αριθμώ)
λογοκρίνω (φιμώνω, βουβαίνω, μουγκαίνω)
λοιδορώ (κοροϊδεύω, χλευάζω, αναγελώ)
λοξοκοιτάζω (λοξοβλέπω, στραβοκοιτάζω)
λοχεύω (τίκτω, γεννώ)

λυμαίνομαι
(καταστρέφω, λεηλατώ)
λυτρώνω (απαλλάσσω, ελευθερώνω)
λυπούμαι (θλίβομαι, αθυμώ, ακαχίζομαι)
λυπώ (θλίβω, στενοχωρώ)

 

Μ

μαγγανεύω (γοητεύω, μαγεύω)
μαγεύω (γοητεύω, θέλγω)
μαδώ (αποψιλώνω, αποπτιλώ, εκποκίζω, λουβώ, 
ξεπουπουλιάζω, τριχομαλλώ, ξεφτερίζω)
μαζεύω (αθροίζω, συλλέγω, συνάζω,
συγκεντρώνω, συσσωρεύω)
μαθαίνω (πληροφορούμαι, διδάσκομαι)
μαθητεύω (σπουδάζω, διδάσκομαι)
μαίνομαι (οργιάζω, λυσσομανώ)
μακαρίζω
(επαινώ, εγκωμιάζω)
μαλακώνω (πραϋνω, ηρεμίζω)
μαντεύω (προλέγω, προφητεύω)
μαρτυρώ (καταγγέλλω, βεβαιώνω)
μαστιγώνω (χτυπώ, δέρνω, μαστίζω)
ματαιώνω (ακυρώνω, παρεμποδίζω, αποτρέπω)
μάχομαι (πολεμώ, αγωνίζομαι, συγκρούομαι)
μεγαλοποιώ (εξογκώνω, υπερβάλλω)
μεγαλώνω (αυξάνω, μεγεθύνω)
μεγεθύνω (αυξάνω, μεγαλώνω)
μειγνύω (ανακατώνω, συμφύρω, χαρχαλεύω,
συνονθυλεύω, σμίγω
)
μειώνομαι (νικιέμαι, ηττώμαι, ταπεινώνομαι)
μειώνω (ελαττώνω, μικραίνω)
μελετώ (διαβάζω, εξετάζω)
μέμφομαι (κατηγορώ, κατακρίνω)
μεμψιμοιρώ (παραπονιέμαι, κλαίγομαι, γκρινιάζω)
μεριμνώ (επιμελούμαι, φροντίζω, ενδιαφέρομαι,
προνοώ
)
μεσολαβώ (μεσιτεύω, παρεμβαίνω, μεσάζω,
πρεσβεύω, παρεμβάλλομαι, παρεμπίπτω
)
μεταβάλλω (αλλάζω, μετατρέπω, μεταπλάσσω)
μετάγω (μετακομίζω, μεταφέρω, μετακινώ,
μετατοπίζω)
μεταμφιέζω (μασκαρεύω, καμουφλάρω, παραλλάζω)
μεταναστεύω (εκπατρίζομαι, αποδημώ)
μετανοώ (μετανιώνω, μεταμελούμαι)
μεταρρυθμίζω (αναδιοργανώνω, αναμορφώνω)
μετατοπίζω (μετακινώ, μεταφέρω)
μετατρέπω (αλλάζω, μεταβάλλω, μεταποιώ)
μετριάζω (αμβλύνω, εκτονώνω, χαλαρώνω)
μετρώ (αριθμώ, λογαριάζω)
μηνύω (καταγγέλλω, εγκαλώ)
μηρυκάζω (αναχαράζω, αναμασώ, μαρκιούμαι)
μηχανεύομαι (τεχνάζομαι, επινοώ)
μικραίνω (ελαττώνω, μειώνω)
μισώ (απεχθάνομαι, αντιπαθώ, εχθρεύομαι, εχθραίνω)
μνημονεύω (αναφέρω, θυμίζω)
μοιράζω (μερίζω, διανέμω)
μολύνω (μιαίνω, λερώνω, βορβορώ)
μονάζω (ασκητεύω, καλογερεύω)
μοντερνίζω (καινοτομώ, νεοτεριζω)
μοχθώ (κοπιάζω, κουράζομαι, καταπονούμαι)
μπαγιατεύω (παλιώνω, πολυκαιρίζω)
μπαλώνω (επιδιορθώνω, επισκευάζω)
μπογιατίζω (χρωματίζω, βάφω, θωριάζω)
μυκτηρίζω (σκώπτω, περιγελώ, κοροϊδεύω)
μυώ (διδάσκω, κατηχώ, μυσταγωγώ)

 

Ν

νεοτεριζω (καινοτομώ, μοντερνίζω, εκσυγχρονίζομαι)
νεύω (γνέφω, συναινώ, νευστάζω)
νηστεύω (σαρακοστεύω, αποσιτώ, αποκρεύω)
νικιέμαι (ηττώμαι, μειώνομαι)
νικώ (επικρατώ, υπερέχω, κατατροπώνω, κατισχύω,
υπερτερώ
)
νοθεύω (παραποιώ, παραχαράσσω, κιβδηλεύω,
μπασταρδεύω, απομιμούμαι, μανιπουλάρω,
ψευτίζω)
νομίζω (κρίνω, φρονώ, φαντάζομαι, υποθέτω, θεωρώ,
θαρρώ)
νοσηλεύω (θεραπεύω, γιατρεύω)
νοσώ (ασθενώ, πάσχω, αδιαθετώ, ανημπορώ)
ντρέπομαι (αισχύνομαι, ευλαβούμαι)
νυστάζω (γλαρώνω, κουτουλώ)

Ξ
ξαίνω (λαναρίζω)
ξαναγυρίζω (επιστρέφω, επανέρχομαι)
ξαστερώνω (αιθριάζω, καλοκαιρεύω)
ξεβοτανίζω (εκθαμνίζω, ξεχορταριάζω, ξεχορτίζω,
ανασκαφίζω)
ξεγελώ (απατώ, πλανώ, παροδηγώ)
ξεκληρίζω (αποδεκατίζω, εξολοθρεύω, ξεπαστρεύω)
ξεκουράζομαι (αναπαύομαι, χουζουρεύω,
ραχατεύω, τεμπελιάζω, ρεμπελεύω, αποσχολάζω,
ριλαξάρω, ανακουφίζομαι, εφησυχάζω)
ξελαργεύω (αραιώνω, αναριεύω, αγανεύω,
αναργιώνω)
ξενιτεύομαι (αποδημώ, μισεύω, εκπατρίζομαι)
ξενοιάζω (ηρεμώ, ξεσκοτίζομαι)
ξεπουλώ (εκποιώ, απεμπολώ, ξεκάνω)
ξερνώ (εξεμώ, εκχύνω)
ξεστρατίζω (παρεκκλίνω, εκτρέπομαι, λοξοδρομώ)
ξεφλουδίζω (αποφλοιώνω, απολεπίζω, εκβολβίζω,
αποκαυκαλίζω)
ξεχασκίζω (αποσβολώνομαι, εκπλήσσομαι)
ξοδεύω (δαπανώ, σπαταλώ)
ξοφλώ (ξεχρεώνω, αποπληρώνω, νετάρω, απαγαδίζω)  

Ο

οδεύω (πορεύομαι, προχωρώ)
οδηγώ (άγω, φέρω)
οδύρομαι
(θρηνώ, κλαίω, πλαντάζω, βρέμω)
οικοδομώ (κτίζω, θεμελιώνω)
οικτίρω (ευσπλαχνίζομαι, λυπούμαι, συμπονώ,
ψυχοπονώ)
οκνώ (τεμπελιάζω, ραθυμώ, νωθρεύω, σελεμίζω,
ακαματεύω, κοπροσκυλιάζω, απρακτώ, χασομερώ)
ολιγωρώ (αμελώ, αδιαφορώ)
ολοκληρώνω (αρτιώνω, συμπληρώνω)
ολοφύρομαι (θρηνώ, οδύρομαι)
ομαλύνω (ισιάζω, ισοπεδώνω, διομαλίζω)
ομιλώ (κουβεντιάζω, συζητώ, διαλέγομαι, μασλατεύω)
ομολογώ (συμφωνώ, συναινώ, συγκατανεύω)
ομορφαίνω (καλλωπίζω, στολίζω)
ομοφρονώ (ομοδοξώ, ομονοώ)
ονειδίζω
(κατηγορώ, κατακρίνω, προσβάλλω, θίγω
καθάπτομαι
)
ονειρεύομαι (ενυπνιάζομαι, νείρομαι)
ονομάζω (αποκαλώ, προσαγορεύω)
οργίζομαι (θυμώνω, αγανακτώ, σκυλιάζω, κακιώνω)
οργίζω
(εξάπτω, ερεθίζω, συγχύζω)
οργώνω (αροτριώ, αλετρίζω, υνιάζω, ζευγαρίζω)

ορέγομαι
(επιθυμώ, θέλω, λιμπίζομαι, γλίχομαι)
ορθώνομαι (στυλώνομαι, σηκώνομαι, υψώνομαι)
ορμίζω (προσαράσσω, αγκυροβολώ)
ορμώ (χιμίζω, επιτίθεμαι, βουρώ, γιουρντώ, μουντάρω,
επιπίπτω
)
ορρωδώ (φοβούμαι, δειλιάζω)
οσφραίνομαι (οσμίζομαι, μυρίζω)

Π
παιδεύω (βασανίζω, τυραννώ)

παίζω
(διασκεδάζω, αστειεύομαι)
παίρνω (δέχομαι, λαμβάνω)
παλεύω (αγωνίζομαι,  μάχομαι)
παλινωδώ (αναιρώ, ανακαλώ)
πάλλω (σείω, κραδαίνω)
παραβαίνω (παραβιάζω, καταπατώ, παρατυπώ,
καταστρατηγώ)
παραβλέπω (υπομένω, ανέχομαι)
παράγω (αποφέρω, αποδίδω, ευφορώ, γενεσιουργώ)
παραιτούμαι (αποτραβιέμαι, εγκαταλείπω, αδιαφορώ)
παρακινώ (κελεύω, παροτρύνω)
παραλληλίζω (παραβάλλω, παρομοιάζω)
παραμερίζω (παραγκωνίζω, αναμεριάζω, υποσκελίζω,
απαριάζω, περιθωριοποιώ, ακρίζω)
παραμονεύω (ελλοχεύω, ενεδρεύω)
παραποιώ (αλλοιώνω, μεταβάλλω)
παρασπονδώ (αθετώ, παραβαίνω)
παρατείνω (τρενάρω, παρελκύω, επιβραδύνω,
μηκύνω, μακραίνω, μακροχρονίζω, διαιωνίζω)
παρατηρώ (κοιτάζω, βλέπω, ατενίζω, αντρανίζω)
παρενείρω (παρεμβάλλω, παρενθέτω)
παρεξηγώ (παρανοώ, παρερμηνεύω, κακοπαίρνω)
παρέχω (δίνω, προσφέρω)
παρηγορώ (ενθαρρύνω, εμψυχώνω, εγκαρδιώνω)
παροτρύνω (κελεύω, παρακινώ, παρωθώ)
παρουσιάζω (εκθέτω, επιδεικνύω, προβάλλω,
μοστράρω, εμφανίζω)
πασπατεύω (θωπεύω, χαϊδεύω)
πάσχω (ασθενώ, νοσώ, υποφέρω, δεινοπαθώ)

παύω
(σταματώ, λήγω, διακόπτω)
πεθαίνω (τελευτώ, εκπνέω, αποβιώνω)
πεινώ (λιμώττω, λιμάζω)
πειράζω (ενοχλώ, εκνευρίζω, κεντρίζω, τσιγκλώ,
κουρντίζω, θίγω, πικάρω)
πεισματώνω (εξοργίζω, χολιάζω)
πεζοπορώ (πεζολατώ, περπατώ, οδοιπορώ,
δρομοκοπώ)

πελάζω
(προσεγγίζω, πλησιάζω)
πενθώ
(θλίβομαι, θρηνώ)
πένομαι (στερούμαι, απορώ, λιμοκτονώ, λυσσοπεινώ)
περαίνω
(τελειώνω, εκπληρώνω, τερματίζω, περατώνω)
περιδινώ (στροβιλίζω, ανεμοκυκλίζω, στριφογυρίζω)
περιδρομιάζω (παρατρώγω, παραχορταίνω)
περιθάλπω (βοηθώ, παρηγορώ, κουράρω)
περικυκλώνω (αποκλείω, μπλοκάρω, πολιορκώ)
περιμένω (προσδοκώ, ελπίζω, απαντέχω)
περιπλανώμαι (περιφέρομαι, πλάζομαι, αλητεύω,
γκιζερίζω, αλανιαρίζω, τριγυρίζω
)
περιστρέφω (στριφογυρίζω, κυκλίζω)
περπατώ (βαδίζω, πορεύομαι, σεργιανίζω,
περιδιαβάζω, σουλατσάρω)
πηγαίνω (προχωρώ, πορεύομαι)

πιέζω
(αναγκάζω, υποχρεώνω, ζορίζω, αγχώνω)

πιστεύω
(ελπίζω, νομίζω)
πιστοποιώ (επικυρώνω, βεβαιώνω)
πλάθω (μορφοποιώ, σχηματοποιώ)

πλανώ
(ξεγελώ, εξαπατώ, παραπείθω, παγιδεύω)
πλεονάζω (αφθονώ, περισσεύω)

πλεονεκτώ
(υπερέχω, υπερτερώ, ταμαχιάζω)
πληγώνω (πλήττω, χτυπώ)
πληροφορούμαι (διδάσκομαι, μαθαίνω)
πλησιάζω (πελάζω, προσεγγίζω)
πλήττω (χτυπώ, πληγώνω)
πλουταίνω (ευπορώ, ματσώνομαι, καλοβαστιέμαι)
πνίγω (απαγχονίζω, στραγγαλίζω, κρούβω,
καρυδώνω
)
ποικίλλω (στολίζω, εξωραϊζω, διακοσμώ, επανθίζω)
ποιώ (πράττω, δημιουργώ)

πολεμώ
(μάχομαι, αγωνίζομαι)

πονώ
(αλγώ)

πορεύομαι
(βαδίζω, περπατώ)

πορθώ
(καταστρέφω, λεηλατώ)
πορίζω (προμηθεύω, εφοδιάζω, φουρνίρω)

πράττω
(ποιώ, δημιουργώ)

πραϋνω
(μαλακώνω, ηρεμίζω, αρνεύω)
πρέπει (αρμόζει, ταιριάζει, επιβάλλεται,
χρειάζεται)
προαιρούμαι (διαλέγω, προτιμώ)
προαισθάνομαι (προμαντεύω, μυρίζομαι,
προγιγνώσκω
)
προδίδω (απεμπολώ, μαντατεύω, σπιουνεύω)
προκαλώ (ερεθίζω, διεγείρω)
προκύπτω (αναφύομαι, παρουσιάζομαι)
προλαβαίνω (προφτάνω, προκάνω)
προλέγω (μαντεύω, προφητεύω)
προμηθεύω (εφοδιάζω, εξοπλίζω)
προνοώ (φροντίζω, προβλέπω)
προοδεύω (προκόβω, εξελίσσομαι, ευδοκιμώ,
χαϊρώνω)
προπέμπω (ξεπροβοδίζω, κατευοδώνω, ξεβγάζω)
προπηλακίζω
(βρίζω, κατακρίνω)
προσαρμόζομαι (εξοικειώνομαι, συνηθίζω)
προσδοκώ
(ελπίζω, περιμένω, απεκδέχομαι,
απαντέχω, ευελπιστώ)
προσεγγίζω (πλησιάζω, πελάζω, ζυγώνω, σιμώνω,
κοντεύω, κοντοζυγώνω, αγχιμολώ)
προσέχω (φροντίζω, περιποιούμαι)
προσηλώνομαι (αφοσιώνομαι, απορροφώμαι)
προσκολλώμαι (προσδένομαι, αφοσιώνομαι)
προσκυνώ (υποκλίνομαι, υποτάσσομαι)
προσπορίζω (εφοδιάζω, προμηθεύω)
προστατεύω (περιφρουρώ, προφυλάσσω)
προσφέρω
(παρέχω, δίνω, επιδαψιλεύω)
προφητεύω (μαντεύω, προλέγω)
πρυτανεύω (κυριαρχώ, επικρατώ)
πρωτεύω (αριστεύω, διαπρέπω)
πταίω (ευθύνομαι, ενέχομαι, σφάλλω)
πυνθάνομαι (μαθαίνω, πληροφορούμαι)
πυρώνω (θερμαίνω, θάλπω)
πωλώ (εκποιώ, εξαργυρώνω, εκπλειστηριάζω,
ξεκάνω, διαθέτω)

 

Ρ
ραθυμώ (οκνώ, τεμπελιάζω)
ραπίζω (χαστουκίζω, κολαφίζω)
ραφινάρω (φιλτράρω, λαγαρίζω)
ρεμβάζω (ονειροπολώ, φαντασιοκοπώ,
ρομαντζάρω, αρμενίζω)

ρέπω
(κλίνω, γέρνω)
ρέω (κυλώ, χύνομαι)
ρητορεύω (αγορεύω, ομιλώ)
ριγώ (τουρτουρίζω, τρεμουλιάζω)
ρικνώνομαι (ζαρώνω, ρυτιδώνομαι)
ρινίζω (ακονίζω, λιμάρω)
ροδαμίζω (βλασταίνω, ανθίζω)
ρυθμίζω (τακτοποιώ, κανονίζω)

ρυπαίνω
(λερώνω, βρομίζω, γαριάζω)
ρυτιδώνω (ζαρώνω, πτυχώνω)

 

Σ
σαγηνεύω (θέλγω, γοητεύω, νεραϊδοπαίρνω)
σαπίζω (αποσυντίθεμαι, φθείρομαι, μουχλιάζω,
αποσαθρώνομαι, σήπομαι, σαχνιάζω)
σέβομαι (ευλαβούμαι, αισχύνομαι, εκτιμώ, ψηφώ)
σέρνω (σβαρνίζω, τραβώ)
σηκώνομαι (εγείρομαι, αφυπνίζομαι)
σηκώνω
(αίρω, υψώνω)
σημαδεύω (σημειώνω, αχναρίζω, μαρκάρω)

σημαίνω
(φανερώνω, γνωστοποιώ)
σιμώνω (ζυγώνω, πλησιάζω)
σιτίζω (ταϊζω, τρέφω)
σκάβω (σκαλίζω, τσαπίζω, ορύσσω, ανασγαρλίζω,
βαλαρίζω, γεωρυχώ, αυλακώνω, εκχωματώνω)
σκεβρώνω (κυρτώνω, καμπυλώνω)
σκεπάζω (καλύπτω, στεγάζω)
σκευωρώ (μηχανορραφώ, μηχανεύομαι, χαλκεύω,
τεκταίνομαι, δολοπλοκώ, βυσσοδομώ, εξυφαίνω,
ραδιουργώ, μινάρω, υπονομεύω, αναχουχουλεύω)

σκλαβώνω
(ανδραποδίζω, υποδουλώνω)

σκληρύνομαι (αδριαίνω, τραχύνομαι, τσαγκεύω,
αδρύνομαι)
σκοντάφτω (προσκόπτω, πεδικλώνομαι,σκουντουφλώ)
σκοτώνω (θανατώνω, φονεύω)
σκούζω (στριγκλίζω, ρεκάζω)
σκουντώ (ωθώ, σπρώχνω)
σκουπίζω (φουκαλίζω, σφουγγαρίζω, σαρώνω,
διαρμίζω, σπαρτεύω, φροκαλίζω)
σκύβω (κάμπτομαι, καμπουριάζω)
σκυθρωπάζω (κατσουφιάζω, μουτρώνω,
συνοφρυούμαι, σκουντουφλιάζω, μουτσουνιάζω,
βομπιριάζω
)
σκώπτω (κοροϊδεύω, χλευάζω)
σμιλεύω (λαξεύω, γλύφω, κολάπτω)
σουβλίζω (αγκυλώνω, κεντρίζω, νύσσω, οβελίζω)
σοφίζομαι (μηχανεύομαι, επινοώ, μερμηρίζω)
σπάζω (κομματιάζω, θραύω)
σπαρταρώ (σφαδάζω, ασπαίρω)
σπαταλώ (ξοδεύω, δαπανώ, διασπαθίζω,
καταναλίσκω
)
σπεύδω (τρέχω, βιάζομαι)
σπουδάζω (μελετώ, εκπαιδεύομαι)
σπρώχνω (ωθώ, σκουντώ)
σταθμίζω (ζυγίζω, υπολογίζω, εξετάζω, κρίνω,
καρατάρω, αξιολογώ)

σταματώ (τελειώνω, λήγω)
στέκομαι (ακινητώ, λιμνάζω)
στενάζω (οιμώζω, οδύρομαι)
στενοχωρώ (θλίβω, λυπώ, σεκλετίζω)
στήνω (υψώνω, ορθώνω, εγείρω)
στηρίζω (εδραιώνω, στερεώνω, υποβαστάζω)
στίλβω (λάμπω, γυαλίζω, μαρμαίρω)
στιλβώνω (λουστράρω, γυαλίζω, στιλπνώ)
στοιχίζω (κοστίζω, τιμολογούμαι, αξίζω)
στολίζω (ομορφαίνω, καλλωπίζω, γαρνίρω)
στοχάζομαι (σκέπτομαι, διανοούμαι)
στοχεύω (σκοπεύω, σημαδεύω)
στραβίζω (αλληθωρίζω, γκαβίζω, γκαλιουρίζω)
στύβω (ξεζουμίζω, ξεσταλιάζω)
συγκρίνω (αντιπαραβάλλω, παραλληλίζω,
αντιπαραθέτω, συσχετίζω)
συζητώ (κουβεντιάζω, συνομιλώ, διαβουλεύομαι,
συνδιαλέγομαι
)
συζώ (συμβιώνω, συγκατοικώ)
συκοφαντώ (διαβάλλω, δυσφημώ, αδικοβάλλω)
συλλαμβάνω (πιάνω, αδράχνω, χερακώνω)
συλλέγω (μαζεύω, αθροίζω)
συμβάλλω (βοηθώ, συνεισφέρω, συντελώ, συντείνω)
συμβουλεύω (δασκαλεύω, νουθετώ, υποδεικνύω,
καθοδηγώ, παραινώ, συνιστώ, εισηγούμαι,
προτείνω)
συμπαθώ
(λατρεύω, αγαπώ)
συμπεραίνω (εικάζω, υποθέτω, διαγιγνώσκω)
συμφιλιώνω (ειρηνεύω, συνδιαλλάσσω, συμβιβάζω,
αδερφώνω, μονοιάζω, αγαπίζω)

συμφύρω (ανακατώνω, μειγνύω)
συνάδει (ταιριάζει, αρμόζει, συμφωνεί, συμβιβάζεται)
συναλλάσσομαι (αλισβερίζομαι, νταραβερίζομαι)
συνάπτω (ταιριάζω, αρμόζω, συνδέω, κολλώ)
συνδυάζω (συνταιριάζω, συναρμόζω)
συνεδριάζω (συσκέπτομαι, συναποφασίζω)
συνείρω (συνδέω, συνάπτω, αρμαθιάζω)
συνεχίζω (παρατείνω, εξακολουθώ, επιμηκύνω)
συνίσταμαι (απαρτίζομαι, αποτελούμαι, σύγκειμαι)
συνοψίζω (συντομεύω, συντέμνω, συμπτύσσω,
συγκεφαλαιώνω)
συνωστίζομαι (σπρώχνομαι, διαγκωνίζομαι,
συμπιέζομαι, στριμώχνομαι, συνωθούμαι,
σκουντιούμαι, πιτώνομαι)
σύρω (τραβώ, έλκω)
συστέλλομαι (συμπτύσσομαι, μαζεύω, μπάζω,
συρρικνούμαι)
συστέλλω (συμμαζεύω, συρρικνώνω, συμπτύσσω)
συχνάζω (φοιτώ, θαμίζω, ζαρίζω, επιχωριάζω)
σφάλλω
(αμαρτάνω, αστοχώ)
σφετερίζομαι (ιδιοποιούμαι,οικειοποιούμαι,
νοσφίζομαι, αντιποιούμαι
)
σφριγώ (υγιαίνω, ακμάζω, νταβραντίζω)
σχάζω (σχίζω, τέμνω)
σχηματίζω (διαμορφώνω, πλάθω)

σχίζω
(διαιρώ, τέμνω)
σώζω (διατηρώ, φυλάσσω)
σωρεύω (στοιβάζω, σωριάζω, θημωνιάζω, βουνίζω)
σωφρονίζω (νουθετώ, συνετίζω, φρονηματίζω)

 

Τ

ταϊζω (τρέφω, σιτίζω)
ταιριάζω
(αρμόζω, συνάπτω)
τακτοποιώ (κανονίζω, ρυθμίζω)
ταλαιπωρώ (καταπιέζω, βασανίζω, λαρμανίζω)
ταλαντεύω (πάλλω, λικνίζω, σαλεύω, σείω)
ταμπουρώνω (οχυρώνω, θωρακίζω, περιχαρακώνω)
τανύω (τεντώνω, απλώνω)
ταπεινώνω (ευτελίζω, χαμηλώνω, μειώνω, υποτιμώ,
γελοιοποιώ, υποβιβάζω, απαξιώνω)
ταριχεύω (βαλσαμώνω, παστώνω)
τείνω
(τεντώνω, κορδώνω, τσιτώνω, επιμηκύνω)
τεκμαίρομαι (συμπεραίνω, εικάζω)
τεκμηριώνω (επαληθεύω, αποδεικνύω, αληθοποιώ,
διαπιστώνω)
τελειώνω (λήγω, σταματώ, αποσώνω, περαίνω,
τελεύω, τερματίζω, αποπερατώνω, νετάρω,
σπατσάρω)
τελεσφορώ (επιτυγχάνω, ευοδώνομαι, ευστοχώ,
καρποφορώ)
τελευτώ (εκπνέω, πεθαίνω)

τελώ
(πράττω, πραγματοποιώ)
τεμαχίζω (κόβω, τέμνω)
τέμνω (κόβω, σχίζω)
τεμπελιάζω (φυγοπονώ, ραθυμώ)
τεντώνω (τείνω, τσιτώνω, τεζάρω, κορδώνω)
τέρπω (χαροποιώ, ευφραίνω)
τεχνάζομαι (επινοώ, μηχανεύομαι, απεργάζομαι)
τήκω (λιώνω, ρευστοποιώ)
τιθασεύω (ημερώνω, δαμάζω)
τίκτω (γεννώ, τεκνοποιώ)
τιμωρώ
(κολάζω, βασανίζω, παιδεύω, εκδικούμαι,
καταδικάζω)
τοξεύω (δοξαρεύω, σαϊτεύω)
τορνεύω (στρογγυλεύω, καμπυλώνω, περιξέω)
τραβώ (έλκω, σύρω)
τραγουδώ (άδω, ψάλλω)
τραυματίζω (πληγώνω, λαβώνω)
τρέφω (σιτίζω, ταϊζω)
τρέχω (βιάζομαι, σπεύδω, δρομώνω, ταχυπορώ,
κοσεύω, δρέμω, πηλαλώ
)
τρίβω (αλέθω, κοπανίζω, στουμπίζω)
τρικλίζω (στραβοπατώ, παραπατώ, παραπαίω,
καλανταρίζω, νταλοδέρνω)
τροποποιώ (αλλοιώνω, μεταβάλλω)
τροχίζω (ακονίζω, οξύνω)
τρώω (μασώ, καταβροχθίζω)
τσιγκουνεύομαι (φειδωλεύομαι, γλισχρεύομαι)
τυραννώ (παιδεύω, βασανίζω)

 

Υ

υβρίζω (προπηλακίζω, ονειδίζω, σιχτιρίζω)
υγραίνω (νοτίζω, μουσκεύω, μουλιάζω, εμποτίζω)
υλακτώ (γαβγίζω, ουρλιάζω, βαβίζω, αλυχτώ
γκλαφουνίζω, αλυχτουρώ, λάσσω
)

υμνώ
(επαινώ, εγκωμιάζω, ευλογώ, μεγαλύνω)
υπακούω (πειθαρχώ, συμμορφώνομαι, υποτάσσομαι,
υποκύπτω, ακολουθώ
)
υπάρχω (υφίσταμαι, ζω)
υπερασπίζω (βοηθώ, υποστηρίζω, προστατεύω,
προφυλάσσω, συνηγορώ, περιφρουρώ,
υπεραμύνομαι
)
υπερέχω (επικρατώ, νικώ)
υπερτερώ (πλεονεκτώ, υπερέχω)
υπνώνω (αποκοιμίζω, ναρκώνω)
υποδαυλίζω (υποκινώ, ερεθίζω)
υποδηλώνω (αινίσσομαι, υπονοώ)
υποδουλώνω (σκλαβώνω, ανδραποδίζω)
υποθέτω (συμπεραίνω, εικάζω)
υποκρίνομαι (προσποιούμαι, καμώνομαι
μεταμορφίζομαι, ακκίζομαι)
υπολήπτομαι (εκτιμώ, στιμάρω, σέβομαι)

υπομένω (ανέχομαι, παραβλέπω)
υπονοείται (εξυπακούεται, υποδηλώνεται)
υπονοώ (υποδηλώνω, αινίσσομαι)
υποστηρίζω (βοηθώ, επικουρώ, σιγοντάρω)
υπόσχομαι (επαγγέλλομαι, τάζω)
υποφώσκω (αχνοβολώ, φεγγρίζω)
υποχρεώνω (ζορίζω, αναγκάζω, επιβάλλω,
επιτάσσω
)
υποψιάζομαι (μυγιάζομαι, υποπτεύομαι, κακοβάζω,
πονηρεύομαι, ιδεάζομαι, σακουλεύομαι,

ψυχανεμίζομαι)
υστερώ (μειονεκτώ, υπολείπομαι)
υψώνω (σηκώνω, αίρω)
 

Φ

φανερώνω (γνωστοποιώ, δηλώνω)
φανατίζω (αφιονίζω, εξάπτω, ντοπάρω)
φαντάζομαι (νομίζω, υποθέτω)
φαντάζω (φιγουράρω, επιδεικνύομαι)
φασκελώνω (μουντζώνω, δεκατιάζω, σφογγελιάζω)
φείδομαι (λυπούμαι, προνοώ, οικονομώ) φέρω
(βαστάζω, κομίζω)
φθάνω
(αφικνούμαι, έρχομαι, αριβάρω)

φθέγγομαι
(φωνάζω, κράζω)

φθείρω
(καταστρέφω, βλάπτω)
φθίνω (παρακμάζω, ελαττούμαι, φθείρομαι, ξεφτίζω)
φθονώ (ζηλεύω, ζηλοτυπώ, ζηλοφθονώ)
φιλονικώ (καβγαδίζω, ερίζω, τσακώνομαι, αντιφέρνω)
φιλοξενώ (φιλεύω, ξενίζω)
φιλοτιμούμαι (προθυμοποιούμαι, διατίθεμαι)
φιλώ (αγκαλιάζω, ασπάζομαι)
φλογίζω (καίω, καψαλίζω)
φλυαρώ (πολυλογώ, αδολεσχώ,
γλωσσοκοπανώ, απεραντολογώ, ματαιολογώ,
πλατειάζω, μακρολογώ, βαττολογώ, φαφλατίζω,

κενολογώ)
φοβερίζω (εκφοβίζω, απειλώ, τρομοκρατώ)
φοβούμαι (διστάζω, δειλιάζω, πτοούμαι,
αγγελιάζομαι, αποθαρρύνομαι, τρομάζω,

κοψοχολιάζομαι, τρέμω, σκιάζομαι,
πανικοβάλλομαι)
φονεύω (σκοτώνω, θανατώνω, εκτελώ, αιματοκυλίζω,
ανθρωποκτονώ)
φορολογώ (χαρατσώνω, δασμολογώ, δεκατεύω)
φορτώνω (ζαλώνω, ζαλικώνω, φορτίζω, καργάρω)
φουσκώνω (διογκώνω, πρήζω)
φρεσκάρω (ανανεώνω, ανακαινίζω)
φρίττω (ανατριχιάζω, τρομάζω)
φροντίζω (μεριμνώ, επιμελούμαι, καλοσκαμνίζω,
επαγρυπνώ, προσέχω, κοιτάζω, ενδιαφέρομαι,
νοιάζομαι)
φρονώ (νομίζω, κρίνω, σκέπτομαι, διανοούμαι,
πρεσβεύω)
φρουρώ (επιτηρώ, φυλάσσω, νυχτερεύω,
νυκτοφυλακώ)
φρύγω (καψαλίζω, φρυγανίζω)
φυλακίζω (δεσμεύω, καθείργω, μπουζουριάζω,
εγκλείω, ρεστάρω)
φυλάσσω (διατηρώ, σώζω)
φύομαι (φυτρώνω, βλασταίνω)
φωνάζω (κραυγάζω, αλαλάζω)
 

Χ

χαϊδολογώ (θωπεύω, καλοπιάνω, βαβαλίζω)
χαιρετίζω (προσφωνώ, καλωσορίζω)
χαίρομαι (ευφραίνομαι, ευχαριστιέμαι, αναγαλλιάζω,
αμεριμνώ, αγάλλομαι)
χαλεπαίνω (οργίζομαι, δυσφορώ, γκουβρίζω)
χαλεύω (γυρεύω, ψάχνω)
χαλώ (αποσυνθέτω, καταστρέφω, φθείρω,
ξεχαρβαλώνω, διαλύω)
χαράσσω (αυλακώνω, γράφω)
χαριεντίζομαι (αστειεύομαι, χωρατεύω)
χαρίζομαι (ευνοώ, ρουσφετολογώ, προσωποληπτώ)
χαροκοπώ (διασκεδάζω, γλεντώ)
χλευάζω (κοροϊδεύω, λοιδορώ)
χολοσκώ (στενοχωριέμαι, θλίβομαι)
χολώνομαι (θυμώνω, αγανακτώ)
χρεοκοπώ (πτωχεύω, φαλιρίζω, μπατιρίζω,
μουφλουζεύω)
χρησιμοποιώ (μεταχειρίζομαι, μετέρχομαι)
χρωματίζω (βάφω, μπογιατίζω)
χτυπώ (δέρνω, μαστιγώνω, πατάσσω, καταχερίζω,
σακατεύω
)
χωλαίνω (κουτσαίνω, υποσκάζω)
 

Ψ

ψάλλω (τραγουδώ, άδω, μελωδώ)
ψάχνω (ερευνώ, εξετάζω, χαρχαλεύω, ψαχουλεύω,
χαλεύω) ψέγω
(κατηγορώ, κατακρίνω)
ψελλίζω (τραυλίζω, τσεβδίζω, βατταρίζω, βαρταλίζω)
ψηλαφώ (ψαύω, αγγίζω)
ψήχω (βουρτσίζω, τρίβω)
ψιθυρίζω (μουρμουρίζω, σιγομιλώ)
ψιμυθιώνομαι (καλλωπίζομαι, φτιασιδώνομαι,
μακιγιάρομαι, πουδραρίζομαι)
ψιχαλίζω (ψιλοβρέχω, ψεκάζω, πιτσιλίζω, πτυαλίζω)
ψυχαγωγώ (τέρπω, διασκεδάζω)
ψυχορραγώ (χαροπαλεύω, ψυχομαχώ, αγγελοθωρώ)
ψυχραίνω (ψύχω, παγώνω)
ψυχώνω (ζοωγονώ, ενισχύω, αναπτερώνω, ενθαρρύνω)
ψωμίζω (ταϊζω, μπουκώνω)
ψωνίζω (αγοράζω, προμηθεύομαι)
 

Ω

ωθώ (σπρώχνω, σκουντώ, αμπώχνω, παραγκωνίζω)
ωραϊζω (καλλωπίζω, καλλύνω, αγλαϊζω,
ομορφίζω, ευπρεπίζω, αβρύνω)
ωριμάζω (μεστώνω, γινώνω, γουρμάζω, αδρύνω,
ψωμώνω, καλοκαμώνομαι, παραγίνομαι
)
ωρύομαι (ουρλιάζω, θρηνολογώ, ρυάζομαι)
ωτακουστώ (κρυφακούω, αφτιάζομαι, κρυφαγρικώ,
επακούω, παρακαθίζω)
ωφελώ
(βοηθώ, εξυπηρετώ, λυσιτελώ, ευεργετώ)
ωχριώ (χλομιάζω, κιτρινίζω, κερώνω, πανιάζω)

 

Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


.........................
Βλέπε και "Συνώνυμα" (ουσιαστικά - επίθετα - επιρρήματα)
Ευρετήριο στο τέλος της αριστερής στήλης.
.................................



Επίλογος

Στο ανωτέρω λεξικό έγινε προσπάθεια 
να καταχωρισθούν, κυρίως, ρήματα που
γνωρίζουν και ενδεχομένως χρησιμοποιούν μαθητές της Γ' τάξης του Λυκείου.

Παραλείφτηκαν πολλά από τα ευκόλως σχηματιζόμενα συνώνυμα,
π.χ. ψαρεύω (αλιεύω).

Παρατηρήσεις ή υποδείξεις είναι ευπρόσδεκτες

Γ. Α.
Λάρισα 7-12- 2011

..........................

Αντώνυμα ρήματα

Α
αβανίζω / επαινώ
αβαντσάρω / μειονεκτώ

αγανακτώ
/ ηρεμώ
αγαπώ / μισώ

Ευρετήριο

Εύρεση λημμάτων
στα παρόντα λεξικά

Πατήστε
Ctrl + F
στο πλαίσιο που
θα εμφανισθεί
γράψτε τη λέξη
που αναζητείτε. 


αγγέλλω
/ αποσιωπώ
αγναντεύω / καταμύω
αγνοώ / γνωρίζω
αγοράζω / πωλώ
αγρυπνώ / κοιμάμαι
αγωνίζομαι / αδρανώ
αδικοκραίνω / επαινώ
αδικώ / ωφελώ
αθροίζω / σκορπίζω
αθυμώ / χαίρομαι
αιθριάζω / συννεφιάζω
αίρω / κατεβάζω
αισθάνομαι / αναισθητοποιούμαι
αισχρολογώ / γλυκομιλώ
αισχύνομαι / αυθαδιάζω
αιτιώμαι / επαινώ
αιτώ / δίνω
αιφνιδιάζω / προειδοποιώ
ακμάζω / φθίνω
ακολουθώ / προπορεύομαι
ακροβολίζομαι / συμπλέκομαι
αλαζονεύομαι / ταπεινοφρονώ
αλαργαίνω / σιμώνω
αλγώ / χαίρομαι
αλλάζω / σταθεροποιώ
αλλοιώνω / σταθεροποιώ
αλλοτριώνω / κρατώ
αλογισταίνω / σωφρονώ
αμαξοδρομώ / πεζολατώ
αμβλύνω / οξύνω
αμαρτάνω / ευστοχώ
αμαυρώνω / λαμπρύνω
αμελώ / φροντίζω
αμνημονώ / ενθυμούμαι
αμύνομαι / επιτίθεμαι
αμφισβητώ / βεβαιώνω
ανάβω / σβήνω
αναγκάζομαι / αυτενεργώ
αναγκάζω / πείθω
αναδεύω / ακινητοποιώ
αναιρώ / επικυρώνω
αναστέλλω / αρχίζω
ανατριχιάζω / ησυχάζω
ανδραποδίζω / ελευθερώνω
ανέχομαι / δυσφορώ
ανθώ / παρακμάζω
ανοίγω / κλείνω
αντικαθιστώ / διατηρώ
αντιμετωπίζω / ενδίδω
αντιτίθεμαι / συμπορεύομαι
αξιοποιούμαι / χαραμίζομαι
απατώ / καθοδηγώ
απειλώ / καθησυχάζω
απεχθάνομαι / συμπαθώ
αποδέχομαι / απορρίπτω
αποδημώ / ενδημώ
αποκαρδιώνω / ενθαρρύνω
αποκτηνώνω / εξανθρωπίζω
απολαμβάνω / στερούμαι
απομονώνομαι / συναναστρέφομαι
αποστομώνομαι / αντιλέγω
απουσιάζω / παρευρίσκομαι
αργεύω / ταχυπορώ
αρμόζω / αποσυνδέω
αρνούμαι / δέχομαι
αρπάζω / προσφέρω
ασθενώ / υγιαίνω
ασκούμαι / αδρανώ
ασπάζομαι / αποδοκιμάζω
αστειεύομαι / σοβαρολογώ
αυξάνω / μειώνω
αφαιρώ / προσθέτω
αφικνούμαι / απομακρύνομαι


Β

βαβουρίζω / ησυχάζω
βαδίζω / τρέχω
βαίνω / στέκομαι
βαλαντώνω / ανακουφίζομαι
βαριακούω / καλακούω
βαριέμαι / ευαρεστούμαι
βαρυγκωμώ / χαίρομαι
βαρυγνωμώ / χαίρομαι
βαρυθυμώ / χαίρομαι
βαρύνω / ελαφρύνω

βάφω / αποχρωματίζω

βασανίζω / καλομεταχειρίζομαι
βδελύσσομαι / λαχταρώ
βεβαιώνω / αμφισβητώ
βεβηλώνω / σέβομαι
βελτιώνω / χειροτερεύω
βιαιοπραγώ / καλομεταχειρίζομαι
βλάπτω / ωφελώ
βλασφημώ / ευλογώ
βλέπω / τυφλώνομαι
βοηθώ / κατατρέχω
βορβορώ / ξεβρομίζω
βουβαίνoμαι / φωνάζω
βούλομαι / αποποιούμαι
βουρλίζω / ηρεμίζω
βουτώ / αναδύομαι
βοώ / σιγώ
βραβεύω / ατιμάζω
βραδύνω / σπεύδω
βραχυλογώ / περιττολογώ
βρίθω / κενούμαι
βρομίζω / ξεμαγαρίζω
βρομώ / ευωδιάζω
βροντογελώ / αχνογελώ
βρυάζω / κενούμαι
βυθίζομαι / αναδύομαι
βωμολοχώ / γλυκομιλώ

 

Γ

γαληνεύω / ταράσσομαι
γαλιφίζω / επιπλήττω
γαυριώ / μετριοφρονώ
γειτνιάζω / αφίσταμαι
γελώ / κλαίω
γελοιοποιώ / εξυψώνω

γεμίζω / αδειάζω
γενικεύω / ειδικεύω
γεννιέμαι / τελευτώ
γεννώ / στειρώνομαι
γερεύω / νοσώ
γιγαντεύω / σμικρύνω
γιουχαϊζω / επιδοκιμάζω
γηράσκω / νεάζω
γλακώ / βαδίζω
γλαρώνω / ξενυστάζω
γλεντώ / ψυχοπλακώνομαι
γλιτώνω / κινδυνεύω
γλωσσεύω / επαινώ
γλωσσοτρώγω / επαινώ
γνωρίζω / αγνοώ
γογγύζω / συναινώ

γοητεύω
/ αηδιάζω
γονιμοποιώ / στειροποιώ
γοργοκλώθω / μπροστολακώ
γοώ / χαίρομαι
γυαλίζω / θαμπώνω
γυμνώνω / ενδύω
γυρίζω / φεύγω
γυρνοβολώ / ξεροσταλιάζω


Δ

δαμάζω / εξαγριώνω

δαπανώ / αποταμιεύω
δαψιλεύω / τσιγκουνεύομαι
δεικνύω / αποκρύπτω
δειλιάζω / θαρρεύω
δεινοπαθώ / καλοπερνώ
δελεάζω / ενημερώνω
δεσμεύω / ελευθερώνω
δετώνω / ανηφορίζω
δέχομαι / αποποιούμαι
δηλώνω / αποκρύπτω
δημαγωγώ / ποδηγετώ
δημοκρατούμαι / ολιγαρχούμαι
δηώνω / καλομεταχειρίζομαι
διαβάλλω / επαινώ
διαγουμίζω / ωφελώ
διαιρώ / ενώνω
διαιωνίζω / συντομεύω
διακονεύω / επαρκώ
διακρίνω / εξομοιώνω
διαλευκαίνω / περιπλέκω
διαλλάσσομαι / ερίζω
διαλύω / ενώνω
διαμελίζω / ενώνω
διαπληκτίζομαι / διαλλάσσομαι
διαπρέπω / λανθάνω
διασκορπίζω / συνάγω
διασπώ / ενώνω
διασύρω / επαινώ
διαφωτίζω / προπαγανδίζω
διαψεύδω / επαληθεύω
διεγείρω / ηρεμίζω
διευθετώ / θαλασσώνω
δικαιολογώ / στηλιτεύω
δίνω / λαμβάνω
διστάζω / τολμώ
διχάζω / μονοιάζω
διχογνωμώ / συμφωνώ
διχοτομώ / ενώνω
διώχνω / προσκαλώ
δοκιμάζομαι / ανακουφίζομαι
δονώ / καλμάρω
δοξάζω / ατιμάζω
δουλεύω / αργώ
δουλώνω / ελευθερώνω
δραστηριοποιούμαι / ναρκώνομαι
δροσίζομαι / ζεσταίνομαι
δρω / απρακτώ
δύναμαι / αδυνατώ
δυναμώνω / εξασθενίζω
δυσανασχετώ / υπομένω
δυσαρεστούμαι / ευφραίνομαι
δυσθυμώ / ευθυμώ
δυσπραγώ / ευτυχώ
δυστυχώ / ευτυχώ
δυσφημώ / επαινώ
δυσφορώ / ανέχομαι
δυσχεραίνω / ευκολύνω
δύω / ανατέλλω

Ε
εγκαρδιώνω / αποθαρρύνω
εγκωμιάζω
/ κατακρίνω
είργω / αποδεσμεύω
εισπράττω / ξοδεύω
ελαττώνω / αυξάνω
ελεώ / περιφρονώ
ελευθεροστομώ / φιμώνομαι

ελευθερώνω / σκλαβώνω

έλκω / ωθώ

ελπίζω / απογοητεύομαι
εμπιστεύομαι / υποψιάζομαι

εμποδίζω / αποδεσμεύω
κατατρέχω / βοηθώ
εναγκαλίζομαι / αποχωρίζομαι
ενδημώ / αποδημώ
ενδύω / γυμνώνω
ενημερώνω / παραπλανώ
ενώνω / διαλύω
εξαγριώνω / δαμάζω
εξαιρώ / υποχρεώνω
εξάπτω / ηρεμίζω
εξασθενίζω / δυναμώνω
εξευτελίζομαι / θριαμβεύω
εξυπηρετώ / υπονομεύω
εορτάζω / βιοπαλαίω

επαινώ / κατακρίνω
επιδημώ / αποδημώ

επιθυμώ / αποστρέφομαι

επικουρώ / κατατρέχω

επιμελούμαι / αδιαφορώ
επιτίθεμαι / αμύνομαι
επιτρέπω / απαγορεύω

έπομαι / προπορεύομαι
εργάζομαι / αργώ

ερεθίζω / ηρεμίζω

ερίζω / διαλλάσσομαι

έρχομαι / φεύγω

ευδαιμονώ / δυστυχώ
ευθυγραμμίζω / κλίνω
ευλογώ / βλασφημώ
ευστοχώ / αμαρτάνω

ευφραίνομαι / λυπούμαι

 

Ζ

ζαβλακώνω / τονώνω
ζαβώνω / ισιώνω
ζαρώνω / ισιώνω
ζηλεύω
/ συγχαίρω
ζαλίζω / ηρεμίζω
ζεματώ / ψύχω
ζεσταίνω / ψύχω
ζευγνύω / χωρίζω
ζεύω / ξεζεύω
ζέχνω / ευωδιάζω 
ζημιώνομαι / κερδίζω
ζημιώνω / ωφελώ
ζητιανεύω / επαρκώ
ζητώ / δίνω
ζιζανεύω / μονοιάζω
ζορίζω / ανακουφίζω
ζουριάζω / δυναμώνω
ζουρλαίνω / φρονιμεύω
ζοχαδιάζω / ηρεμίζω
ζυγώνω / απομακρύνομαι
ζωγρώ / απολυτρώνω
ζωηρεύω / εξασθενίζω
ζωογονώ / εξασθενίζω
ζωπυρώ / σβήνω
ζω / αποθνήσκω

 

Η
ηγεμονεύω / υπηρετώ
ηγούμαι / ακολουθώ

ηγουμενεύω / διακονώ

ήδομαι / λυπούμαι
ηδύνω / πικραίνω
ημερεύω / αγριεύω
ηρεμώ / ταράσσομαι

ησυχάζω / ταράσσομαι

ηττώμαι / νικώ
ηχώ / σιγώ
 

Θ

θαλασσώνω / τακτοποιώ

θάλλω / παρακμάζω
θάλπω / ψυχραίνω
θαμπώνω / στίλβω
θαρρεύω / δειλιάζω

θαυμάζω / καταφρονώ
θέλγω / αηδιάζω
θέλω / αποστρέφομαι
θεριακώνω / σμικρύνω
θεριεύω / ημερεύω

θερμαίνω
/ ψύχω
θέτω / αίρω
θηλάζω / απογαλακτίζω

θηλυκώνω / ξεκουμπώνω

θησαυρίζω / σπαταλώ
θίγω / αποστασιοποιούμαι
θλίβω / χαροποιώ
θνήσκω / ζω
θολώνω / ξεθολώνω
θορυβώ / σιγώ
θραύω / ενώνω
θρηνώ / χαίρομαι
θριαμβεύω / εξευτελίζομαι
θυμάμαι / λησμονώ
θυμίζω / παραλείπω
θυμώνω / ηρεμώ

θωπεύω / κακομεταχειρίζομαι
θωρακίζω / εκθέτω

 

Ι

ιδεάζομαι / εμπιστεύομαι

ιδιάζω / ομοιάζω

ιδιωτεύω / κοινωνικοποιούμαι

ιδροκοπώ / τεμπελιάζω

ιδρύω / ξεθεμελιώνω

ιεροσυλώ / σέβομαι
ιππεύω / αφιππεύω
ισιάζω / στραβώνω
ισιώνω / ζαβώνω
ισορροπώ / παλατζάρω
ισχναίνω / παχαίνω
ισχυρίζομαι / νομίζω
ισχυροποιώ / αποδυναμώνω

 

Κ

καβαλικεύω / ξεπεζεύω
καβγαδίζω / διαλλάσσομαι
καθαιρώ / ανυψώνω
καθαρίζω / βρομίζω
καθεύδω / ξενυχτώ
κάθημαι / σηκώνομαι
καθησυχάζω
/ απειλώ
καθιερώνω / καταργώ

καθολικεύω / ειδικεύω
καθυστερώ / επιταχύνω
καινοτομώ / διατηρώ

κακαρώνω / ζω

κακίζω / επαινώ

κακιώνω / καλμάρω

κακοδαιμονώ / ευτυχώ

κακοζώ / καλοπερνώ

κακοκαρδίζω / ευφραίνω

κακολογώ / εγκωμιάζω
κακοποιώ / καλομεταχειρίζομαι
κακοτυχίζω / μακαρίζω

κακουργώ / ευεργετώ

καλαμπουρίζω / σοβαρολογώ

καλλιεργώ / χερσώνω

καλλύνω / ασχημίζω
καλλωπίζω
/ ασχημίζω

καλπάζω / βραδυπορώ

καμαρώνω / ντρέπομαι

καματεύω / τεμπελιάζω

καμμύω / γουρλώνω

καμπουριάζω / ευθυγραμμίζομαι
κάμπτω / ορθώνω

κανακεύω / κακομεταχειρίζομαι
κανονίζω / απορυθμίζω

καπακώνω / ξεσκεπάζω
καργάρω / λασκάρω

καρδαμώνω / ατονώ

καρδιοχτυπώ  / ηρεμώ

καρπαζώνω / χαϊδεύω
καρπώνομαι / ζημιώνω

καρτερώ / ανυπομονώ

καρώνω / διεγείρω

καταδικάζω / αθωώνω

καταισχύνω / τιμώ

κατακερματίζω / συνάπτω

καταλαλώ / επαινώ

καταλογίζω / απαλλάσσω
καταναλώνω / ταμιεύω

κατανεύω / διαφωνώ
καταπιέζω / ανακουφίζω

καταπτοώ / ενθαρρύνω

καταργώ / διατηρώ

καταρρακώνω / επαινώ

καταρώμαι / ευλογώ
καταστέλλω / ξεσηκώνω
κατατοπίζω / παραπλανώ

κατατρέχω / βοηθώ

κατατροπώνω / ηττώμαι

κατατρύχω / κανακεύω

καταυγάζω / σκοτεινιάζω

καταφάσκω / αρνούμαι

καταφέρνω / αποτυγχάνω

καταφέρομαι / επαινώ

καταφρονώ / τιμώ
κατεβάζω / αίρω

κατεδαφίζω / κτίζω

κατευνάζω / διεγείρω

κατηγορώ / επαινώ
κατηφορίζω / ανηφορίζω

κατισχύω / ηττώμαι

κατορθώνω / αποτυγχάνω

κατσαδιάζω / καλοπιάνω

κατσιάζω / αναθαρρώ

κατσιποδιάζω / συναινώ

κατσουφιάζω / αγάλλομαι

καυχιέμαι / ταπεινοφρονώ

καχεκτώ / υγιαίνω

καψώνω / κρυώνω

κείτομαι / εγείρομαι
κελεύω / παρακαλώ
κενώνω / γεμίζω
κερδίζω / ζημιώνομαι
κήδομαι / αμελώ

κηλιδώνω / τιμώ

κηρύσσω / αποσιωπώ

κινδυνεύω / διασφαλίζομαι

κιοτεύω / θαρρεύω

κλαίω / χαίρομαι

κλασαυχενίζομαι / ταπεινοφρονώ

κληροδοτώ / κληρονομώ

κλίνω / ευθυγραμμίζω

κλονίζω / σταθεροποιώ

κόβω / ενώνω
κοιμάμαι / αγρυπνώ

κοιμίζω / αφυπνίζω
κοντεύω / μακραίνω
κολάζω / αθωώνω
κολακεύω / επιπλήττω
κολαφίζω / εξυψώνω
κολλώ / αποσυνδέω
κολοβώνω / επιμηκύνω

κομπάζω / ταπεινοφρονώ

κομπλάρω / αναθαρρώ
κομψεύω / ασχημίζω

κοντράρω / συμπαραστέκομαι

κοπάζω / διογκώνομαι

κοπιάζω / τεμπελιάζω

κοπρίζω / ξεβρομίζω

κορδώνομαι / ταπεινοφρονώ

κορυβαντιώ / ηρεμώ

κορυφώνω / καταποντίζω

κορώνω / ηρεμώ

κοσμώ / ασχημίζω

κοτώ / διστάζω

κουκουλώνω / αποκαλύπτω

κουλάρω / εξάπτομαι

κουμαντάρω / απορυθμίζω

κουνώ / σταθεροποιώ
κουράζομαι / οκνώ
κουτοφέρνω / σωφρονώ
κουτσομπολεύω / επαινώ
κουφαίνομαι / ακούω

κουφίζω / ακούω

κοψοχολιάζω / καθησυχάζω

κραταιώνω / εξασθενίζω

κρατικοποιώ / ιδιωτικοποιώ

κρατύνω / εξασθενίζω

κρατώ / αποδεσμεύω
κρημνίζω / ορθώνω
κρύβομαι / φανερώνομαι

κρυώνω / ζεσταίνομαι

κτίζω / ξεθεμελιώνω
κυριολεκτώ / ανακριβολογώ
κυρτώνω / ορθώνω

κωλύω / αποδεσμεύω

κωλώνω / θαρρεύω

κωμωδώ / επαινώ


Λ

λαγιάζω / απλώνομαι
λαθεύω / ευστοχώ
λαθρακιάζω / δυναμώνω
λακίζω / βαδίζω

λακωνίζω / φλυαρώ

λαμβάνω / δίνω

λαμποκοπώ / λερώνομαι
λαμπρύνω / θαμπώνω
λάμπω / σκοτεινιάζω
λανθάνω / μνημονεύομαι

λασκάρω / τεντώνω

λασπολογώ / επαινώ
λατρεύω / μισώ
λαφιάζω / καθησυχάζω
λαχταρίζω / καθησυχάζω
λαχταρώ / αποστρέφομαι

λέγω / σιωπώ

λεηλατώ / καλομεταχειρίζομαι
λειαίνω / τραχύνω
λείπω / παρευρίσκομαι

λεκιάζω / ξεβρομίζω
λεπταίνω / παχαίνω
λεπτοτομώ / χοντροκόβω
λευκάζω / μελαίνω
λευκαίνω / μαυρίζω
λήγω / αρχίζω
λησμονώ / ενθυμούμαι
λιανεύω / χοντραίνω
λιανίζω / χοντροκόβω
λιβακώνομαι / κρυώνω

λιγδιάζω / ξεβρομίζω

λιγδώνω / ξεβρομίζω

λιγουρεύομαι / αποστρέφομαι

λιγοψυχώ / θαρρεύω
λιμάζω / χορταίνω
λιμοκτονώ / περιδρομιάζω
λιμώττω / χορταίνω
λιποτακτώ / μάχομαι

λιώνω / στερεοποιώ

λογικεύομαι / παραλογίζομαι

λοιδορώ / επαινώ
λοξοδρομώ / ευθυπορώ
λουρώνω / σκληραίνω
λουστράρω / θαμπώνω
λουφάζω / αντιλέγω
λυγίζω / ανθίσταμαι

λυμαίνομαι / καλομεταχειρίζομαι
λυπούμαι / ευφραίνομαι

λυπώ / τέρπω
λυσιτελώ / ζημιώνω
λυτρώνω / περιορίζω
λωλαίνομαι / λογικεύομαι

 

Μ

μαγαρίζω / ξεβρομίζω

μαγκώνω / ξεσφίγγω

μαζεύω / σκορπίζω

μαϊμουδίζω / πρωτοτυπώ

μαίνομαι / ηρεμώ

μαθαίνω / αγνοώ
μακαρίζω
/ κακοτυχίζω

μακροθυμώ / δυσφορώ
μακρυγορώ / λακωνίζω

μανίζω / ηρεμώ

μανιώνω / ηρεμώ

μανουριάζω / διαλλάσσομαι

μανταλώνω / ξεκλειδώνω

μαραγκιάζω / θάλλω

μαραζώνω / ζωηρεύω

μαργώνω / ζεσταίνομαι

μαρτυρώ / αποσιωπώ

μαστιγώνω / καλομεταχειρίζομαι
μαστίζω / καλομεταχειρίζομαι

μαστουρώνω / δραστηριοποιούμαι

μάχομαι / διαλλάσσομαι

μεγαλαυχώ / ταπεινοφρονώ
μεγαλορρημονώ / ταπεινοφρονώ

μεγαλώνω / ελαττώνω

μειγνύω / ξεχωρίζω

μειοδοτώ / πλειοδοτώ

μειοψηφώ / πλειοψηφώ

μειώνω / αυξάνω
μελαγχολώ / ευθυμώ
μέμφομαι / επαινώ
μένω / φεύγω
μερικεύω / γενικεύω
μεριμνώ / αμελώ
μεταβάλλω / σταθεροποιώ
μετανοώ / εμμένω
μετατρέπω / σταθεροποιώ
μετριάζω / αυξάνω
μετριοφρονώ / κομπάζω
μετωρίζομαι / σοβαρολογώ
μηνίω / ηρεμώ
μηνύω / αποσιωπώ
μιαίνω / απολυμαίνω

μιμούμαι / πρωτοτυπώ
μισεύω / επαναπατρίζομαι
μισθώνω / εκμισθώνω

μισώ / αγαπώ
μνημονεύω / λησμονώ
μνησικακώ / συγχωρώ
μοιάζω / διαφέρω
μολεύω / γιατρεύω
μονοιάζω / διχάζω
μουγκαίνομαι / ομιλώ
μουλαρώνω / αποδέχομαι
μουλώνω / θαρρεύω
μουρλαίνομαι / λογικεύομαι
μουτρώνω / αγάλλομαι
μοχθώ / οκνώ
μπαγλαρώνω / αποδεσμεύω
μπερδεύω / ξεχωρίζω
μπιτίζω / αρχίζω
μπογιατίζω / αποχρωματίζω
μπολικαίνω / σπανίζω
μποσικάρω / τεντώνω
μυκτηρίζω / επαινώ
μύρομαι / χαίρομαι

 

Ν

ναρκώνομαι / δραστηριοποιούμαι
νεοτεριζω
/ αρχαϊζω
νευριάζω / ηρεμώ
νευρώνω / εξασθενίζω
νηνεμώ / ταράσσομαι

νικώ / ηττώμαι
νοιάζομαι / αδιαφορώ
νομίζω / ισχυρίζομαι
νοστώ / ξενιτεύομαι

νοσώ / υγιαίνω
νοτίζω / αφυδατώνω
νταγιαντίζω / δυσφορώ
ντοπάρω / αποχαυνώνω
ντρέπομαι / αυθαδιάζω
ντροπιάζω / εξυψώνω

Ξ
ξαγγρίζω / ηρεμίζω
ξαποσταίνω / κουράζομαι
ξαρμυρίζω / αλατίζω
ξαστοχώ / ενθυμούμαι

ξεβρομίζω
/ ρυπαίνω
ξεδιαλύνω / μπερδεύω
ξεδίνω / ψυχοπλακώνομαι
ξεθαρρεύω / διστάζω

ξεθεμελιώνω
/ κτίζω
ξεθεώνω / ξεκουράζω
ξεθηλυκώνω / κουμπώνω
ξεθυμαίνω / δυναμώνω
ξεθωριάζω / τονίζω
ξεκαθαρίζω / περιπλέκω
ξεκακιώνω / θυμώνω
ξεκαπιστρώνω / χαλινώνω
ξεκουμπώνω / θηλυκώνω
ξεκουράζομαι / κοπιάζω
ξελαρυγγίζομαι / σιγοψιθυρίζω
ξελασκάρω / σφίγγω
ξελογιάζω / σωφρονίζω
ξεμαγαρίζω / βρομίζω
ξεμακραίνω / συναναστρέφομαι
ξεμοναχιάζω / συντροφεύω
ξεμυαλίζω / σωφρονίζω
ξεμωραίνω / σωφρονίζω
ξενηλατώ / φιλοξενώ
ξενίζω / ευαρεστώ
ξενιτεύομαι / επαναπατρίζομαι
ξενυχτίζω / κοιμίζω
ξεπαγιάζω / ζεσταίνομαι
ξεπέφτω / ακμάζω
ξεπορτίζω / σπιτώνομαι
ξεπροβοδίζω / εξαποστέλλω
ξεραίνω / υγραίνω
ξεριζώνω / φυτεύω
ξεροσταλιάζω / στριφογυρίζω
ξεσαλώνω / φρονιμεύω
ξεσηκώνω / καταστέλλω
ξεσκεπάζω / καλύπτω
ξεσπώ / ηρεμώ
ξετσιπώνομαι / αισχύνομαι
ξεφαντώνω / ψυχοπλακώνομαι
ξεχαρβαλώνω / οργανώνω
ξεχωρίζω / μειγνύω
ξηλώνω / ράβω
ξιπάζω / ταπεινοφρονώ
ξοδεύω / σοδεύω
ξυλοκοπώ / κανακεύω
ξυπνώ / κοιμάμαι

Ο

οδυνώμαι / χαίρομαι
οδύρομαι
/ χαίρομαι
όζω / ευωδιάζω

οικοδομώ / ξεθεμελιώνω
οικονομώ / σπαταλώ

οκνώ / μοχθώ
ολιγωρώ / φροντίζω

ολοφύρομαι / χαίρομαι

ομιλώ / σιωπώ
ομοιώνω / διαστέλλω
ομοφρονώ / διαφωνώ

ονειδίζω / επαινώ
οξύνω / αμβλύνω
οπισθοχωρώ / προχωρώ
οπλίζω / αφοπλίζω
οργανώνω / ξεχαρβαλώνω
οργίζομαι / ησυχάζω

οργίζω / ηρεμίζω

ορέγομαι / αποστρέφομαι
ορθοβατώ / περιπλανώμαι
ορθοδρομώ / λοξοδρομώ
ορθοποδώ / ξεπέφτω
ορθώνω / ρίχνω
ορμίζομαι / αποπλέω
ορμώ / ακινητοποιούμαι
ορρωδώ / θαρρεύω
ουραγώ / πρωτοπορώ
οχυρώνω / εκθέτω
οψιμίζω / πρωιμίζω

Π

παγιώνω / μεταβάλλω
παιδεύω
/ ανακουφίζω
παινεύομαι / ταπεινοφρονώ
παλιννοστώ / ξενιτεύομαι
παλαιώνω / καινουργώ
παλατζάρω / ακινητοποιούμαι
πάλλω / ακινητοποιώ
πανικοβάλλομαι / ηρεμώ
παρακμάζω / θάλλω
παραμυθώ / απελπίζω
παραπλανώ / ενημερώνω
παραπονιέμαι / συναινώ
παραφέρομαι / σωφρονώ
παραφρονώ / σωφρονώ
παρευρίσκομαι / λείπω
πασχίζω / αδρανώ

πάσχω / υγιαίνω
πατάσσω / καλομεταχειρίζομαι

παύω / αρχίζω
παχαίνω / λεπταίνω
πεζοπορώ / εποχούμαι
πείθω / αναγκάζω
πεινώ / χορταίνω
πειράζω / καλοπιάνω

πελάζω / απομακρύνομαι

πενθώ / χαίρομαι

περαίνω / αρχίζω
πολλαπλασιάζω / ολιγοστεύω
πορθώ / ωφελώ
περιαυτολογώ / ταπεινοφρονώ
περιορίζω / λυτρώνω
περιπλανιέμαι / ορθοβατώ
περισσεύω / λείπω
περιφρονώ / τιμώ
πηγάζω / στερεύω
πηλαλώ / βαδίζω

πιέζω / ανακουφίζω
πιλατεύω / κανακεύω

πιστεύω / αμφιβάλλω
πιστοποιώ / αμφισβητώ
πλαγιάζω / σηκώνομαι
πλανεύω / ενημερώνω
πλαντάζω / χαίρομαι
πλανώ / καθοδηγώ
πλατειάζω / λακωνίζω
πλαταίνω / στενεύω
πλεονάζω / λείπω
πλεονεκτώ / μειονεκτώ
πληθύνω / λιγοστεύω
πληρώ / αδειάζω
πλησιάζω / απομακρύνομαι
πλήττω / περιποιούμαι
πλουτίζω / φτωχαίνω
πλύνω / βρομίζω
ποδηγετώ / δημαγωγώ
ποθώ / απεχθάνομαι

ποιώ / αδρανώ

πολεμώ / διαλλάσσομαι

πονώ / χαίρομαι

πορεύομαι / σταματώ
πραγματεύομαι / προχειρολογώ

πράττω / αδρανώ

πραϋνω / σκληραίνω
προάγω / υποβιβάζω
προβιβάζω / υποβιβάζω
προκόβω / οπισθοδρομώ
προοδεύω / οπισθοδρομώ
προπαγανδίζω / διαφωτίζω

προπηλακίζω / επαινώ
προπορεύομαι / ακολουθώ
προσαρτώ / αποσυνδέω

προσδοκώ / απελπίζομαι
προσεγγίζω /  απομακρύνομαι
προσθέτω / αφαιρώ
προσλαμβάνω / απολύω
προσφέρω / αρπάζω
πρωιμίζω / οψιμίζω
πυκνώνω / αραιώνω
πωλώ / αγοράζω
πωρώνω / ευαισθητοποιώ

 

Ρ
ράβω / ξηλώνω
ραθυμώ
/ δραστηριοποιούμαι
ρεζιλεύω / εγκωμιάζω
ρισκάρω / διστάζω
ρίχνω / ορθώνω
ριψοκινδυνεύω / διστάζω
ρυάζομαι / ησυχάζω

ρυθμίζω / αναστατώνω

ρυπαίνω / ξεβρομίζω

 

Σ
σαγηνεύω / αηδιάζω
σακάζω / θηλάζω
σαρκάζω / επαινώ

σαστίζω / ηρεμώ

σαχλαμαρίζω / σοβαρολογώ

σαψαλιάζω / δυναμώνω
σβήνω
/ ανάβω

σέβομαι / ατιμάζω
σείω / καλμάρω

σιγοντάρω / υποσκάπτω
σιγώ / βοώ

σιμώνω / απομακρύνομαι

σιτεύω / σκληραίνω

σιχαίνομαι / λαχταρώ

σιχτιρίζω / εξυμνώ
σιωπώ / λέγω
σκιάζω / καθησυχάζω
σκληραίνω / πραϋνω

σκορπίζω
/ αθροίζω
σκοτίζω / φωτίζω
σκυθρωπάζω / αγάλλομαι
σκώπτω
/ επαινώ

σμίγω / χωρίζω

σπανίζω / αφθονώ

σπαταλώ / αποταμιεύω

σπεύδω / αργοπορώ

σπιλώνω / τιμώ
σταθεροποιώ / αλλάζω
σταματώ / πορεύομαι

στανιάρω / ατονώ

στασιάζω / πειθαρχώ
στεγνώνω / υγραίνω

στενάζω / γαληνεύω
στενοχωρώ / χαροποιώ
στέργω / μισώ
στερεοποιώ / υγροποιώ
στερεύω / αναβλύζω
στερούμαι / απολαμβάνω
στερώ / προσφέρω
στηλιτεύω / επαινώ
στίλβω / θαμπώνω
συγκροτώ / διαλύω
συγυρίζω / αναστατώνω
συγχαίρω / ζηλεύω
συγχέω / ξεμπερδεύω
συγχρωτίζομαι / απομονώνομαι
συκοφαντώ / επαινώ
συλλαμβάνομαι / ελευθερώνομαι
συλλέγω / σκορπίζω
συμβιβάζω / ζιζανεύω
συμμαζεύω / απλώνω
συμπαθω / απεχθάνομαι
συμπλέκομαι / ακροβολίζομαι
συμπτύσσω / απλώνω
συνάγω / διασκορπίζω
συναινώ / γογγύζω
συναναστρέφομαι / απομονώνομαι
συνάπτω / διαλύω
συνασπίζω / διαμελίζω
συνδράμω / κατατρέχω
συννεφιάζω / ξαστερώνω
συνορεύω / απέχω
συντρέχω / κατατρέχω
συσκοτίζω / διασαφηνίζω
συστέλλω / διαστέλλω
συχνάζω / ξεκόβω
σφετερίζομαι / αποδίδω

σφάλλω / ευστοχώ

σχίζω / ενώνω
σχολάζω / εργάζομαι
σώζω / χάνω
σωρεύω / αποστοιβάζω

 

Τ

ταιριάζω / διαλύω
τακτοποιώ / απορυθμίζω

ταλαιπωρώ / καλομεταχειρίζομαι

ταλανίζω / κανακεύω

ταμιεύω / σπαταλώ

τανύζω / χαλαρώνω

ταξινομώ / αποδιοργανώνω

ταπεινοφρονώ / καυχιέμαι
ταπεινώνω / εξυψώνω
ταράσσω / γαληνεύω
ταυτίζω / διαφοροποιώ

ταχύνω / επιβραδύνω

ταχυπορώ / βραδυπορώ
τέγγω / σκληραίνω
τεζάρω / λασκάρω
τείνω
/ χαλαρώνω
τεκμηριώνω / διαψεύδω
τελειώνω / αρχίζω
τελεσφορώ / αποτυγχάνω
τελευτώ / γεννιέμαι

τελεύω / αρχίζω

τέμνω / ενώνω
τεμπελιάζω / δραστηριοποιούμαι

τερματίζω / αρχίζω
τέρπω / λυπώ
τήκω / πήζω
τηρώ / αθετώ
τιθασεύω / εξαγριώνω
τιμώ / περιφρονώ

τιμωρώ / αθωώνω
τολμώ / διστάζω

τονίζω / ξεθωριάζω

τονώνω / χαλαρώνω

τουμπανιάζω / ξεπρήζομαι

τουρλώνω / ξεφουσκώνω
τρανεύω / μικραίνω

τραντάζω / καλμάρω
τραχύνω / λειαίνω

τρέμω / ηρεμώ
τρέχω / αργοπορώ

τριγυρίζω / ξεροσταλιάζω
τρομάζω / καθησυχάζω
τρομοκρατώ / καθησυχάζω
τρυφεραίνω / σκληραίνω
τρυφώ / πένομαι
τρύχω / αναπαύω

τσακίζω / ενώνω

τσακώνω / αφήνω

τσακώνομαι / συμφιλιώνομαι

τσαλακώνω / ισιώνω

τσαμπουνώ / σοβαρολογώ

τσατίζω / ηρεμίζω

τσιγκουνεύομαι / δαπανώ

τσινώ / ηρεμώ

τσιτώνω / χαλαρώνω

τυραννώ / καλομεταχειρίζομαι
τυφλώνομαι / βλέπω

 

Υ

υβρίζω / υμνώ
υγιαίνω / ασθενώ
υγραίνω / στεγνώνω

υδατώνω / αφυδατώνω

υμνώ / υβρίζω
υπαινίσσομαι / ακριβολογώ
υπακούω / απειθαρχώ
υπάρχω / εκλείπω
υπεραίρομαι / ταπεινοφρονώ

υπεραπλουστεύω / περιπλέκω
υπερβάλλω / μετριάζω
υπερέχω / μειονεκτώ

υπερηφανεύομαι / ταπεινοφρονώ

υπερθεματίζω / μειοδοτώ

υπερισχύω / ηττώμαι

υπερτερώ / μειονεκτώ
υποκρίνομαι / αυθομολογούμαι

υπομένω / δυσφορώ

υπονομεύω / υποστηρίζω

υποπτεύομαι / εμπιστεύομαι

υποστέλλω / υψώνω
υποστηρίζω / υποσκάπτω
υποτάσσομαι / απειθαρχώ

υποτάσσω / απελευθερώνω

υποχρεώνω / απαλλάσσω

υποφώσκω / φεγγοβολώ
υποψιάζομαι / εμπιστεύομαι
υστερώ / πλεονεκτώ
υψώνω / χαμηλώνω

 

Φ

φαίνομαι / κρύβομαι

φαιδρολογώ / σοβαρολογώ

φαιδρύνω / θλίβω
φανατίζω / φρονιμεύω
φανερώνω / αποκρύπτω
φαντάζω / λανθάνω

φαρδαίνω / στενεύω

φείδομαι / δαπανώ

φενακίζω / ενημερώνω
φέρω / αποσύρω
φεύγω / έρχομαι

φημίζομαι / λανθάνω
φημίζω / κακολογώ

φθάνω
/ αναχωρώ

φθέγγομαι / σιωπώ

φθείρω / ωφελώ

φθηναίνω / ακριβαίνω
φθίνω / ακμάζω
φθονώ / επαινώ

φιλιώνω / διχάζω
φιλονικώ / διαλλάσσομαι

φιλοφρονώ / υβρίζω
φιλώ / μισώ
φιμώνομαι / ξεστομίζω

φληναφώ / λακωνίζω

φλυαρώ / λακωνίζω
φοβούμαι / θαρρεύω

φραγγελώνω / καλομεταχειρίζομαι

φράσσω / ξεφράζω

φρενιάζω / ηρεμώ
φροντίζω / αμελώ

φρονώ / διαβεβαιώνω
φρυάζω / ηρεμώ

φυλακίζω / αποφυλακίζω

φυραίνω / ογκούμαι
φωνάζω / σιωπώ
φωτίζω / σκοτεινιάζω

 

Χ

χαϊδεύω / κακομεταχειρίζομαι
χαίρομαι
/ λυπούμαι

χαζολογώ / σοβαρολογώ

χαζοφέρνω / φρονιμεύω
χαλαρώνω / τεντώνω
χαμογελώ / ξεκαρδίζομαι
χάνω / βρίσκω
χαρίζω / λαμβάνω

χασομερώ / φειδωλεύομαι

χειμάζομαι / ανακουφίζομαι
χειραγωγώ / χειραφετώ

χηρεύω / αναπληρώνομαι
χλευάζω / επαινώ

χολιάζω / ηρεμώ

χολοσκάω / ευαρεστούμαι

χολώνω / ηρεμίζω
χορηγώ / λαμβάνω
χορταίνω / πεινώ

χουζουρεύω / δραστηριοποιούμαι

χρειάζομαι / επαρκώ

χρεώνω / πιστώνω

χρήζω / επαρκώ

χρησιμεύω / επιβαρύνω

χρησιμοποιώ / αχρηστεύω

χρονίζω / συντομεύω

χρονοτριβώ / φειδωλεύομαι
χρωματίζω / ξεβάφω
χρωστώ / ξοφλώ
χτυπώ / καλομεταχειρίζομαι
χυδαϊζω / γλυκομιλώ
χύνω / μαζεύω
χυταρίζω / ανηφορίζω
χωρατεύω / σοβαρολογώ
χωρίζω / ενώνω

 

Ψ

ψαρώνω / θαρρεύω

ψάχνω / βρίσκω

ψέγω / επαινώ
ψεύδομαι / ακριβολογώ

ψευτοζώ / ευημερώ
ψηλώνω / κονταίνω

ψηφώ / αψηφώ
ψιλοκόβω / χοντροκόβω

ψιλώνω / καλύπτω

ψυλλιάζομαι / εμπιστεύομαι

ψυχανεμίζομαι / εμπιστεύομαι

ψυχοπλακώνομαι / ξεδίνω
ψύχω / θερμαίνω
ψυχώνω / απελπίζω
ψωνίζω / πωλώ

 

Ω

ωδίνω / ανακουφίζομαι

ωθώ / έλκω

ωνούμαι / πωλώ

ωραϊζω / ασχημίζω
ωριμάζω / παιδιακίζω

ωρύομαι / ησυχάζω

ωφελώ / βλάπτω

Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

.........................
Επίλογος

Στο ανωτέρω λεξικό καταχωρίζονται αντώνυμα που ενδέχεται να μην υπάρχουν σε άλλα λεξικά.

Παραλείφτηκαν πολλά αντώνυμα ρήματα που σχηματίζονται με την προσθήκη του «ξε», π.χ. σπιτώνω / ξε-σπιτώνω.

Παρατηρήσεις ή υποδείξεις είναι ευπρόσδεκτες

Γ. Α.
Λάρισα 21-11- 2011
...........................
 
Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια

Άρτιο, αξιόλογο, αξιόπιστο, μοναδικό στο διαδίκτυο.
(Χ.Α. 31/5/2012)

 
Τονίζετε ότι είναι το πληρέστερο λεξικό συνωνύμων ρημάτων.

Κατ' εμέ, ίσως είναι ένα ακόμη χρήσιμο λεξικό για  μαθητές του Λυκείου.
...........................



          
     Η Αποκάλυψη
          του Ιωάννη



.........................
Comments