Λεξικό ρημάτων νεοελληνικής γλώσσας - Συνώνυμα

6000 Συνώνυμα & Αντώνυμα ρήματα
profile counter myspace
Αρχική
Όροι χρήσης
Ειδήσεις
Καιρός
Τύπος
Αθλητικά
Αυτοκίνητο
Live score
Ιατρική
Σκέψη
Λεξικά online
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Ετυμολογικό
Ρήματα
Εκθέσεις
Εφευρέσεις
Γεωγραφία
Χάρτες
Ταξίδια
Διατροφή
Οδηγός πολίτη
Μίμηση Χριστού
Εντολές Θεού
Προφητείες
Γραμματοσειρές
Εργασία
Αγγελίες
e-shops
Διάφορα
Σύνδεσμοι
Θετίδιο
.................



Κλίση ρημάτων
+

Εδώ (Νεοελλ.)

Αρχικοί χρόνοι
doc 11MB
.


.....................

Τα πλαστά
Πρωτόκολλα
του 1905


Τα κείμενα των Πρωτοκόλλων ήλθαν στο φως της δημοσιότητας κατά το 1905. Θεωρήθηκαν φανταστικά και εντελώς αβάσιμα. Εμείς, όπως είναι φυσικό, εκ προοιμίου τα θεωρούμε πλαστά. Ωστόσο το κείμενό τους παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον αναγνώστη. Γι’ αυτό παραθέτουμε πολύ συνοπτικά κάποιους στόχους που εμπεριέχονται σ’ αυτά, γνωρίζοντες όμως, εκ των προτέρων, ότι αυτοί είναι πλαστοί και αποκυήματα φαντασίας.

Στόχοι τεθέντες το 1905 :


Οικονομία

Ο πόλεμος θα μεταφερθεί στο οικονομικό επίπεδο.

Τα κράτη θα οδηγηθούν σε χρεοκοπίες.

Το κεφάλαιο θα οδηγήσει την Ευρώπη σε μια γενική οικονομική κρίση.

Το κεφάλαιο θα επιβάλει μονοπώλια στο εμπόριο και στην βιομηχανία.

Η κτηματική ιδιοκτησία θα επιβαρυνθεί με αυξανόμενη φορολογία, για να υποταχθεί πλήρως.

Τα κράτη θα υποδουλώνονται στο κεφάλαιο μέσω δανείων που θα τα επιβαρύνουν οικονομικά.

Τα εξωτερικά δάνεια θα κολλούν σαν βδέλλες στα κράτη και κανείς δεν θα μπορεί να ξεκολλήσει αυτές τις βδέλλες.

Οι τόκοι των δανείων θα ξεπληρώνονται με τη λήψη νέων δανείων γεγονός που θα διατηρεί αμείωτα τα χρέη.


Κράτη, Λαοί, Δικαιώματα,
Μετανάστευση

Το εθνικό δίκαιο των κρατών θα υποσκελισθεί από το διεθνές δίκαιο.

Όλα τα κράτη της Ευρώπης θα μπουν σε μιαν ισχυρή μέγκενη.

Τα δικαιώματα των πολιτών δεν θα υπάρχουν στην πραγματικότητα, αλλά μόνο στη φαντασία.
  Θα οδηγηθούν στις χώρες της Ευρώπης πλήθη εργατών που θα λεηλατήσουν τα ανήκοντα στους Ευρωπαίους.
 Θα παρουσιασθούν
ως
 σωτήρες των 

καταπιεσμένων 
εργατών,
ωθώντας τους εργάτες
να 
ενταχθούν στους
αναρχικούς, στους
σοσιαλιστές και στους 
κομμουνιστές, 
στους 
οποίους προσχηματικά
παρέχουν την 
υποστήριξή τους (Κεφ. Γ ').

Η λέξη «Ελευθερία» θα απαλειφθεί από το λεξιλόγιο.

Σε όλα τα κράτη θα υπάρχουν μάζες απόρων.

Οι πολίτες θα θεωρήσουν ως σωτηρία την πλήρη υποταγή τους, λόγω της πείνας κυρίως και της εξαθλίωσης.

Οι λαοί θα απαλλαγούν από εθνότητες, σύνορα και διαφορετικά νομίσματα.

Θα προωθούνται ιδέες ως «προοδευτικές» και θα διαστρέφεται η αλήθεια δια μέσου της λέξης «πρόοδος».

Θα υποκινούνται φαινομενικές ταραχές, για να λαμβάνονται μέτρα αστυνομικής ασφάλειας.


Ιστορία, Χριστιανισμός

Θα διαγραφούν, κατ’ επιλογήν, από την Ιστορία γεγονότα του παρελθόντος.

Θα καταργηθεί η πίστη των Χριστιανών στο Θεό τους και θα αντικατασταθεί η πίστη τους με τη λατρεία του χρήματος (χρυσού), που προσφέρει υλικές απολαύσεις.

Ο Παπισμός θα αλωθεί ολοκληρωτικά εκ των έσω με διεισδύσεις στην αυλή του.


Τύπος, Μ.Μ.Ε.

Ο τύπος θα είναι χαλιναγωγημένος.

Τα ειδησιογραφικά πρακτορεία θα προβαίνουν σε δημοσιεύσεις κατά παραγγελίαν.

Οι εφημερίδες θα προβάλλουν φαινομενικά τις πιο αντίθετες γνώμες.
Θα χρησιμοποιείται η εικόνα με τέτοιο τρόπο που θα αποκοιμίζει τη σκέψη.


Κυβερνήσεις, Μυστική δράση, 
Παγκόσμια Κυβέρνηση

Οι πρόεδροι των κυβερνήσεων θα καταστούν τυφλοί εκτελεστές εντολών.

Η αντιπολίτευση θα είναι φαινομενική.  Θα αναλαμβάνει τον ρόλο του υποκρινόμενου αντιπάλου.
Ο σκοπός θα επιτυγχάνεται όχι φανερά, αλλά μέσω μιας μυστικής (αόρατης) οργάνωσης, έτσι ώστε να είναι αδύνατον να καταπολεμηθεί.

Θα αναγκασθούν – χωρίς τη χρήση βίας – όλα τά κράτη να υποταχθούν σε μιαν Υπέρτατη Κυβέρνηση.

Η Υπέρτατη Κυβέρνηση θα παρουσιάζεται ως προστάτιδα όλων των υποταγμένων κρατών.


Σημείωση
: Δεν αποδίδεται η κατά λέξη μετάφραση από το ξενόγλωσσο κείμενο.


Επίλογος

Τα πρωτόκολλα μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Μπορει να τα βρεί κανείς αναρτημένα στο διαδίκτυο.

Ρωτάτε γιατί δεχόμαστε τα πρωτόκολλα ως πλαστά.  Η δεοντολογία επιβάλλει να σεβόμαστε απολύτως την υφιστάμενη διάψευση (1920) εκείνων, στους οποίους αποδίδονται τα πρωτόκολλα.

.....................



Πατήρ
Μουλατσιώτης:

Αυτά που συμβαίνουν
τώρα εμείς τα λέγαμε
προ πολλών ετών.
Ήταν προσχεδιασμένα.
Βίντεο

+
Βίντεο
.....................


ΣΩΣΤΟ - ΛΑΘΟΣ
Η κλητική των επωνύμων σε - ος

1)
Όταν το επώνυμο τονίζεται στην προπαραλήγουσα,
κατάληξη - ε
π.χ.
Αλεξόπουλος
κύριε Αλεξόπουλε

2) Όταν το επώνυμο τονίζεται στην παραλήγουσα,
κατάληξη - ο
π.χ.
Γραμμένος
κύριε Γραμμένο

3) Όταν το επώνυμο τονίζεται στη
λήγουσα,
κατάληξη - ε
π.χ.
Γαληνός
κύριε Γαληνέ

Γ. Αθαν.

.....................................



 




 


Συνώνυμα ρήματα
Α
αγανακτώ (θυμώνω, οργίζομαι, αγριεύω,
αποθηριώνομαι, μανιάζω, εξανίσταμαι, φρενιάζω,
εξεγείρομαι, εξάπτομαι, εκρήγνυμαι, ξεσπάω,
φουρκίζομαι, φρυάζω, δυσανασχετώ, εξαγριώνομαι,
χολιάζω, ασχάλλω, μπαρουτιάζω, χολομανίζω, σκύζομαι, προσοχθίζω, παροργίζομαι, νεμεσίζομαι, ξαγριεύω)
αγαπώ (συμπαθώ, λατρεύω, φιλοστοργώ) αγγέλλω (ανακοινώνω, διαμηνύω, διακηρύσσω,
ειδοποιώ, πληροφορώ, ενημερώνω, δημοσιοποιώ)
αγκαλιάζω (ασπάζομαι, φιλώ, περιλαμπάζω,
περιπτύσσομαι, εγκολπούμαι)
αγναντεύω (αναδιάζω, παρατηρώ, αντιθωρώ) αγνίζω (ξεμαγαρίζω, αποκαθαίρω) αγνωμονώ (αχαριστώ) αγοράζω (ψωνίζω, πουσουνίζω) αγορεύω (ομιλώ, ρητορεύω, δημηγορώ) αγριοκοιτώ (αγριοθωρώ) άγχομαι (αγωνιώ, ανησυχώ, αδημονώ, αμηχανώ,
ανυπομονώ, πελαγώνω, τρακαρίζομαι, αλυκτάζω)
αγχώνω
(καταστενοχωρώ) άγω (φέρω, οδηγώ) αγωνίζομαι (παλεύω, μάχομαι, προσπαθώ, μοχθώ) αγωνιώ (ανησυχώ, φοβούμαι, αδημονώ) αδιαφορώ (αμελώ, ολιγωρώ, ατημελώ) αδικώ (βλάπτω, ζημιώνω, αδικοπραγώ) αδρανώ (αργώ, σχολάζω, αποχαυνώνομαι, ακινητώ,
ληθαργώ)
αδυνατώ
(αδυναμώ) άδω (ψάλλω, τραγουδώ, υμνολογώ) αθλούμαι (ασκούμαι, αγωνίζομαι, αμιλλώμαι) αθροίζω (μαζεύω, συλλέγω, σουμάρω, συνάγω,
συγκεντρώνω)
αθυμώ (λυπούμαι, θλίβομαι, στενοχωρούμαι) αθωώνω (αποψηφίζομαι) αινίσσομαι (υπονοώ, υποδηλώνω, αλληγορώ,
παρεμφαίνω, αποσημαίνω)
αίρω (υψώνω, σηκώνω, ανάγω) αισθάνομαι (αντιλαμβάνομαι, γνωρίζω, νιώθω) αισιοδοξώ (αισιοφρονώ, ευελπιστώ) αισχύνομαι (ντρέπομαι, αιδούμαι, συστέλλομαι) αιτιολογώ (εξηγώ, διασαφηνίζω, ξεδιαλύνω) αιτιώμαι (κατηγορώ, κατακρίνω, μέμφομαι) αιτώ (ζητώ, γυρεύω, αξιώνω, παρακαλώ) αιωνίζω (αϊδίζω) [αϊδιος=αιώνιος] ακαρπώ (αγονώ) ακμάζω (ανθώ, θάλλω, σφριγώ, σφύζω) ακολουθώ (έπομαι, συνοδεύω, λουρκάζω,
συμπαρομαρτώ, δορυφορώ, συμπορεύομαι,
μεταπορεύομαι)
ακούω (ακροώμαι, αφογκράζομαι, αγρικώ) ακροώμαι (ακούω, αφογκράζομαι, ενωτίζομαι,
ακροάζομαι)
ακρωτηριάζω
(ακροτομώ, πηρώ) αλαλάζω (κραυγάζω, φωνάζω, κράζω) αλαφιάζομαι (τρομάζω) αλγώ (πονώ, οδύνομαι) αληθεύει (επιβεβαιώνεται) αλλάζω (μετατρέπω, μεταβάλλω, μετασχηματίζω,
αλλιωτεύω)
αλλοιώνω (τροποποιώ, μεταβάλλω, διαστρεβλώνω,
διαστρέφω, παραμορφώνω)
αλλοτριώνω (εκποιώ, αποξενώνω) αμαρτάνω (σφάλλω, αστοχώ, αποτυγχάνω,
κριματίζομαι, πλημμελώ, διαπίπτω)
αμείβομαι (πληρώνομαι, μισθοδοτούμαι) αμελώ (αδιαφορώ, ολιγωρώ, αφροντιστώ, ακηδώ,
εγκαταλείπω, αβλεπώ)
αμιλλώμαι (αγωνίζομαι, αθλούμαι, παραβγαίνω,
αναμετρούμαι)
αμνονοώ
(μωρίζω)
αμπαλάρω (εγκιβωτίζω, κασονιάζω, δεματοποιώ)
αμύνομαι (αντιστέκομαι, ανθίσταμαι, κοντράρω) αμφιβάλλω (αμφιταλαντεύομαι, αμφιρρέπω,
διστάζω, δυσπιστώ,
τραμπαλίζομαι, επαμφοτερίζω,
ενδοιάζω, διχοστατώ, διαπορώ, επιφυλάσσομαι,
διχάζομαι, παλαντζάρω, αναθιβάνω, αμφινοώ)
αμφισβητώ (διαφωνώ, αρνούμαι, αμφιλέγω) αναβαθμίζω
(εξυψώνω) αναβιώνω (ξαναζωντανεύω, αναζώ)
αναβρύζω (πηγάζω, αναβλύζω, πιδώ εξ ου πίδακας,
υπερεκχειλίζω, εκρέω)
ανάβω
(πυροδοτώ, πυρπολώ) αναγκάζω (ζορίζω, υποχρεώνω) αναγορεύω (ανακηρύσσω) αναδεικνύω (εξυψώνω) αναδεύω (ανακινώ, αναταράσσω, ανακατώνω,
κλουκουτώ, ανακυκώ)
αναδημιουργώ
(ξαναφτιάχνω) αναδίδω (εκπέμπω) αναδιφώ (εξετάζω, ερευνώ, ξεσκαλίζω, ανασκαλεύω,
αναψηλαφώ)
αναδομώ
(αναδιαρθρώνω, ξανακτίζω) αναδρομίζω (πισωβολώ, κωλώνω, αναποδίζω,
οπισθοβατώ,οπισθοχωρώ,υποχωρώ,οπισθοδρομώ αναχάζω)
αναδύομαι (ξεπροβάλλω) αναζωογονώ
(τονώνω) αναζωπυρώνω (ενεργοποιώ, ξανανάβω) αναθαρρώ (εμψυχώνομαι) αναθέτω (εμπιστεύομαι,εξουσιοδοτώ,επιφορτίζω) αναιρώ (καταργώ, ακυρώνω, ανακαλώ, αθετώ,
αναθεωρώ, καταλιμπάνω, αναστέλλω, αντιφάσκω,
ανασκευάζω, ματαιώνω, παλινωδώ, υπαναχωρώ,
ακυροποιώ, αποσύρω, επανεξετάζω, διαγράφω)
αναισθητοποιώ (ναρκώνω) ανακάμπτω
(ξαναγυρίζω) ανακατώνω (μειγνύω, συμφύρω, αναμαλάζω) ανακεφαλαιώνω (συνοψίζω) ανακοινώνω (αγγέλλω, διαμηνύω, διακηρύσσω) ανακρίνω (εξετάζω, εξελέγχω, ξεκοσκινίζω) αναλαμβάνω (δυναμώνω,στανιάρω,συνέρχομαι) αναλογίζομαι (αναπολώ) αναλώνομαι (φθείρομαι, εξατμίζομαι) αναλώνω (καταναλώνω) αναμειγνύομαι (επεμβαίνω,μπλέκω,ανακατεύομαι) αναμένω (προσδοκώ, περιμένω, καρτερώ) αναμηρυκάζω (ξαναμασώ)
ανανήφω (συνέρχομαι, ανανογιέμαι)
αναξέω (αναμοχλεύω, ανασκαλεύω) αναπαράγω (ξαναδημιουργώ) αναπαύω (ξεκουράζω) αναπληρώνω
(καλύπτω) αναποδογυρίζω (ανατρέπω,τουμπάρω,αναστρέφω) αναρριπίζω (ξανανάβω) αναρριχώμαι (σκαρφαλώνω, σκαλώνω, ανέρπω,
αγγριφώνω) ανασκουμπώνομαι (προθυμοποιούμαι) ανασπώ (ανελκύω, ανασύρω) ανασυγκροτώ
(ανασυνθέτω) ανασυσταίνω (επανιδρύω, αναστηλώνω)
ανατάσσω (επαναφέρω, επανορθώνω) ανατέλλω (προβάλλω) ανατίθεται (δίδεται, προσφέρεται, εκχωρείται) ανατιμώ
(ακριβαίνω) ανατινάζω (εκσφενδονίζω, εκτοξεύω) ανατρέφω (εκπαιδεύω, διδάσκω, διαπαιδαγωγώ) ανατρέχω (αναπολώ) ανατσουτσουρώνομαι (αγριεύω ή ανατριχιάζω) αναχαιτίζω (ανακόπτω, αποκρούω, κοντοκρατώ,
σταματώ, ανατρέπω, απωθώ, συγκρατώ, φρενάρω)
ανδραποδίζω (σκλαβώνω, υποδουλώνω) ανεμίζει (κυματίζει)
ανεξαρτητοποιούμαι (αυτονομούμαι, αυτοδιοικούμαι)
ανέχομαι (υπομένω, παραβλέπω, υποφέρω) ανήκει (παραμένει) ανθίζω (λουλουδίζω,ανθοβολώ,ροδαμίζω,ανθοφορώ) ανθίσταμαι (αμύνομαι,αντιστέκομαι,αντιδρώ,αντέχω) ανθώ (ακμάζω, θάλλω) ανίσταμαι (σηκώνομαι, ανορθώνομαι) ανοίγομαι (εξωτερικεύομαι, εκμυστηρεύομαι, εξομολογούμαι) ανοίγω (αποσφραγίζω, ξεκλειδώνω, απασφαλίζω) ανορθώνω (αποκαθιστώ, επαναφέρω) ανταμώνω (συνευρίσκομαι, συναντιέμαι) αντανακλώ (αντιφεγγίζω) ανταποδίδω (ξεπληρώνω) ανταποκρίνεται (τηρεί,συμμορφώνεται,εκπληρώνει) ανταριάζει (σκοτεινιάζει, μαυρίζει) αντενδείκνυται (απαγορεύεται, αποτρέπεται) αντεπεξέρχομαι (επαρκώ, αντέχω, αντιμετωπίζω,
ξεπερνώ, κουλαντρίζω)
αντηχώ (αντιλαλώ, αντιβοώ, αχολογώ, αντιδονώ, καναχίζω) αντιδιαστέλλω (αντιπαραθέτω) αντικαθιστώ (αναπληρώ, ανανεώνω, αλλάζω, διαδέχομαι, αντικαθαιρώ, αντικατατάσσω, αντικατασταίνω) αντικόβω (εμποδίζω,φρενάρω,σταματώ) αντικρίζω (βλέπω) αντικρούω (ανασκευάζω, αναιρώ) αντιλαμβάνομαι (αισθάνομαι, γνωρίζω, γινώσκω, κατανοώ, καταλαβαίνω, αγρικώ, αφομοιώνω) αντιλογώ (διαφωνώ, διχογνωμώ) αντιπαθώ (απεχθάνομαι, μισώ, αποστρέφομαι) αντιπαλεύω (αντιμάχομαι) αντιπαρέρχομαι (αποσιωπώ, προσπερνώ, παραλείπω, παραβλέπω, παρορώ, εθελοτυφλώ, παραθεωρώ) αντιπαρέχω (ανταποδίδω, ανταποτίνω, ανταποστρέφω) αντιπροσωπεύω (εκπροσωπώ) αντισταθμίζω (ισορροπώ) αντιστέκομαι (αμύνομαι, ανθίσταμαι) αντιτάσσομαι (εναντιώνομαι, ανθίσταμαι, αντιτίθεμαι, αντιστρατεύομαι, αντίκειμαι, κοντραστάρω, αντιπράττω, αντιμετωπίζω, αντιμάχομαι, αντιβαίνω) αντιτείνω (αντιλέγω) αντιφεγγίζω (αντανακλώ, αντικαθρεφτίζω, αντικατοπτρίζω) ανυπομονώ (αδημονώ) ανυψώνω (ανασηκώνω) αξίζω (κοστίζω, στοιχίζω) αξίζει (ωφελεί, συμφέρει) αξιώνω (απαιτώ) απαγκιστρώνω (ξεγαντζώνω) άπαγε (ξεκουμπίσου, φύγε) απαγορεύω (εμποδίζω) απάγω (αποσύρω) απαλλάσσω (ελευθερώνω, λυτρώνω, αποδεσμεύω) απανθρακώνω (αποτεφρώνω) απαντώ (αποκρίνομαι, αντιλέγω, αντικραίνω, απολογούμαι, αντιφωνώ) απαξιώνω (καταφρονώ, υποτιμώ) απαρέσκω (δυσαρεστώ, ενοχλώ) απαριθμώ (αραδιάζω) απαρνιέμαι (αποτάσσω, απορρίπτω) απατώ (ξεγελώ, πλανώ, κομπώνω, διαβουκολώ, παροδηγώ, παρασύρω, φενακίζω, ψεύδομαι, ψευδολογώ, αλωπεκίζω) απασχολώ (περισπώ) απαυδώ (κουράζομαι, αποκάμνω, αποσταίνω, κομμαρεύω) απεγκλωβίζω (αποδεσμεύω, ξεμπλοκάρω) απειθαρχώ (απειθώ, στασιάζω) απειλώ (εκφοβίζω, φοβερίζω) απεκδύομαι (ξεντύνομαι) απεκμυζώ (απορροφώ) απελαύνω (εξορίζω, αποδιώκω) απελευθερώνω (ξεσκλαβώνω) απελπίζω (αποθαρρύνω, απογοητεύω) απεμπολώ (προδίδω) απενεργοποιώ (αδρανοποιώ) απέρχομαι (αποχωρώ,αποσύρομαι,απομακρύνομαι, φεύγω, ξεμακραίνω, αποτραβιέμαι) απεχθάνομαι (μισώ, αντιπαθώ) απέχω (αφίσταμαι, εγκρατεύομαι) απηχεί (παρεμφαίνει, εκφράζει, αντανακλά) απιστώ (παρακούω) απλοποιώ (απλουστεύω) απλοχερίζω (προσφέρω, δίδω) απλώνω (εκτείνω) αποβαίνω (καταντώ, καταλήγω) αποβάλλω (βγάζω) αποβιβάζω (ξεφορτώνω) αποβουβώνω (μουγκαίνω) απογαλακτίζω (αποθηλάζω, σακάζω, αποκόβω, αποβυζαίνω) απογίνομαι (καταλήγω) απογυμνώνω (γδύνω, αφοπλίζω) απογοητεύω (απελπίζω,αποθαρρύνω,αποκαρδιώνω) αποδεκατίζω (εξαφανίζω, ολοθρεύω) αποδέχομαι (συμφωνώ) αποδημώ (ξενιτεύομαι) αποδιοργανώνομαι (καταρρέω, ξεχαρβαλώνομαι, διαλύομαι, σμπαραλιάζω, δυσλειτουργώ) αποδοκιμάζω (κατακρίνω) αποδομώ (γκρεμίζω, σαρίζω, διαλύω) αποζημιώνω (αποκαθιστώ) αποζητώ (λαχταρώ, ποθώ, αποθυμώ) αποθέτω (τοποθετώ, απιθώνω) αποθηριώνω (εκβαρβαρίζω) αποθησαυρίζω (αποταμιεύω) αποκαλύπτω (ξεσκεπάζω) αποκαλώ (ονομάζω) απόκειται (εξαρτάται) αποκηρύσσω (αρνούμαι, απορρίπτω, αποποιούμαι, αποστέργω) αποκλείω (μπλοκάρω) αποκλιμακώνω (μετριάζω) αποκλίνει (ξεφεύγει) αποκνίζω (γρατσουνίζω, ξεγδέρνω, νυχιάζω) αποκολλώ (αποσπώ) αποκομίζω (κερδίζω, κεστάρω) αποκρυσταλλώνεται (παγιώνεται,οριστικοποιείται) αποκρούω (απορρίπτω) αποκτηνώνω (εκβαρβαρώνω) αποκτώ (κερδίζω) αποκωδικοποιώ (αποκρυπτογραφώ) απολαμβάνω (εντρυφώ, τέρπομαι) απολαύω (φχαριστιέμαι) απολογούμαι (λογοδοτώ) απολυμαίνω (εξυγιαίνω) απολυτρώνω (ελευθερώνω) απολύω (ξαμολώ, αποφυλακίζω) απομακρύνω (αποτραβώ) απομανθάνω (απεθίζομαι, απεξαρτώμαι) απομένει (υπολείπεται) απομνημονεύω (αποστηθίζω) απομονώνω (ξεμοναχιάζω) απονέμω (δίνω) αποξενώνω (αλλοτριώνω, εκποιώ) αποξεραίνω (εξικμάζω) αποπαίρνω (μαλώνω) αποπατώ (αφοδεύω, εκκοπρίζω) αποπέμπω (διώχνω, εκπαραθυρώνω) αποπλέω (πλωρίζω, σαλπάρω, ξεγιαλίζω, απαίρω) αποπνέω (μυρίζω) αποπροσανατολίζω (περισπώ, παροδηγώ, παραστρατίζω, εκτρέπω, παρεξάγω) απορραθυμώ (αποσχολάζω) απορρέω (προέρχομαι) απορρίπτω (αρνούμαι, αποκηρύσσω) απορροφώ (απομυζώ) απορώ (παραξενεύομαι, εκπλήσσομαι, σαστίζω, διερωτώμαι, εξίσταμαι) αποσαθρώνω (διαλύω) αποσαφηνίζω (ξεκαθαρίζω) αποσβήνω (εξαλείφω) αποσβολώνω (κατακεραυνώνω) αποσείω (αποτινάσσω, αποβάλλω) αποσιωπώ (αποσιγώ) αποσκιρτώ (αποσχίζομαι, αποστατώ, αποχωρίζομαι) αποσκοπώ (αποβλέπω) αποσπώ (αφαιρώ, κλέβω) αποσοβώ (εμποδίζω, αποτρέπω) αποστασιοποιούμαι (αποτραβιέμαι, απέχω) αποστερώ (αφαιρώ, αμέρδω)
αποστηθίζω (απομνημονεύω, αποτυπώνω)
αποστραγγίζω (αποξεραίνω)
αποστρέφω (στρίβω)
αποσυνδέω (διαχωρίζω)
αποσυνθέτω (διαλύω)
αποσυντονίζω (απορρυθμίζω)
αποσύρω (αποτραβώ)
αποσυσκευάζω (ξεπακετάρω)
αποτείνομαι (απευθύνομαι, στρέφομαι)
αποτελειώνω (ολοκληρώνω, ξετελεύω)
αποτελώ
(συγκροτώ)
αποτρέπω (αποκρούω,απομακρύνω,απορραπίζω)
απουσιάζω (λείπω, απέχω)
αποφαίνομαι (προτείνω, γνωματεύω, δογματίζω)
αποφεύγω (γλιτώνω)
αποφλοιώνω (ξεφλουδίζω)
αποχρωματίζω (ξεβάφω)
αποχωρίζω (αποσπώ, αποκόπτω, ξεχωρίζω)
αραχνιάζω
(παραμελούμαι, εγκαταλείπομαι)
αργεύω (βραδύνω, αργοπορώ)
αργοπορώ
(καθυστερώ, αργώ)
αρδεύω (ποτίζω, υγραίνω)
αρέσω (ευαρεστώ, ευχαριστώ, τέρπω, ευφραίνω,
ικανοποιώ)
αριθμώ (μετρώ, λογαριάζω)
αριστεύω
(πρωτεύω)
αρκεί (φτάνει)
αρκούμαι (ευχαριστιέμαι)
αρματώνω
(εξοπλίζω)
αρμέγω
(απομυζώ)
αρμενίζω
(ιστιοδρομώ)
αρμόζω (ταιριάζω, συνάπτω, αρμολογώ)
αρμολογώ
(συναρμόζω)
αρνούμαι (απορρίπτω, αποκηρύσσω, αποφάσκω,
ανανεύω, αποτάσσομαι, αντιλογώ)
αρπάζω (κλέβω, ληστεύω)
αρρωσταίνω
(ασθενώ)
αρύομαι (αντλώ, βγάζω, εξάγω, ανασύρω)
αρχηγεύω (ηγούμαι, κεφαλαρχώ)
αρχίζω
 (ξεκινώ)
άρχω (κυβερνώ, διοικώ)
ασεβώ
(ασεπτώ)
ασελγώ (ακολασταίνω, ατιμάζω, αισχρουργώ,
αισχροποιώ, καταισχύνω, εκτραχηλίζομαι,
λαγνεύω)

ασημώνω
(επαργυρώνω)
ασθενώ (νοσώ, πάσχω)
ασκητεύω
(μονάζω)
ασκώ (γυμνάζω, εκπαιδεύω)
ασπάζομαι (φιλώ, αγκαλιάζω, χαιρετίζω)
ασπρίζω
(λευκαίνω)
αστατώ
(περιφέρομαι, τριγυρίζω, κλωθογυρίζω)
αστειεύομαι (παίζω, χωρατεύω, καλαμπουρίζω,
μπαλαφαρίζω)
αστεϊζομαι (χαριτολογώ, ευφυολογώ, χαριεντίζομαι)
αστοχώ (αμαρτάνω, σφάλλω, λαθεύω)
αστράπτω (λαμποκοπώ)
ασφαλίζω
(σιγουρεύω)
ασχημίζω
(αμορφύνω)
ασχημονώ
(αυθαδιάζω, θρασύνομαι)
ασχολούμαι (δραστηριοποιούμαι, καταγίνομαι,
ενεργοποιούμαι, επιμελούμαι, επιτηδεύομαι,
τυρβάζω, εργάζομαι, ενδιατρίβω)
ασωτεύω (κατασπαταλώ, ακολασταίνω,
αποχαλινώνομαι, παραστρατώ, ξετσιπώνομαι,
κακοστρατίζω, ξεστρατίζω)

ατακτώ (απειθαρχώ, παρεκτρέπομαι)
ατενίζω
(κοιτάζω)
ατιμάζω (περιφρονώ, αψηφώ, καταρρακώνω,
ντροπιάζω,απαξιώνω,καταισχύνω,κατακουρελιάζω)
ατρεμίζω (ηρεμώ, γαληνεύω)
ατυχώ
(αποτυχαίνω)
αυγάζω (φέγγω, φωτίζω)
αυθαδιάζω (αποθρασύνομαι, τσιλημπουρδίζω,
αναισχυντώ, ασχημονώ,εκχυδαϊζομαι,προστυχεύω)  
αυλακώνω
(διαξύω)
αυξάνω (μεγαλώνω,μεγεθύνω,αβγαταίνω,πληθαίνω,
πολλαπλασιάζω, αβγατίζω)
αυτοκτονώ
(αυτοχειριάζομαι,αυτοκαταστρέφομαι)
αυτολανσάρεται (αυτοπροβάλλεται,
αυτοδιαφημίζεται)
αφανίζω
(εξοντώνω)
αφαιρώ (αποσπώ, κλέβω)
αφηγούμαι (λέγω, ομιλώ, ιστορώ)
αφηνιάζω (αγριεύω)
αφήνω
(εγκαταλείπω)
αφιερώνω
(χαρίζω, αναθέτω)
αφικνούμαι (φθάνω, έρχομαι)
αφιονίζω
(φανατίζω)
αφογκράζομαι (ακούω, ακροώμαι)
αφοπλίζω
(ξαρματώνω)
αφοσιώνομαι
(αφιερώνομαι, απορροφώμαι)
αφορμίζω (ερεθίζω)
αφρίζω
(οργίζομαι, λυσσομανώ)
αφυπνίζω
(ξυπνώ)
αχθοφορώ (φορτηγώ)
αχνίζω
(ατμίζω)
αχρηστεύω
(εκμηδενίζω)
αψηφώ
(περιφρονώ)

Β


βαβάζω
(αλαλάζω)
βαδίζω
(περπατώ, πορεύομαι)
βάζω 
(τοποθετώ, εγκαθιστώ)
βαθαίνω
(βαθουλώνω)
βαίνω (περπατώ, πορεύομαι, βηματίζω, πηγαίνω)
βαλαντώνω
(γανιάζω)
βαλλίζω (σκαίρω, αναπηδώ)
βαλσαμώνω
(ταριχεύω)
βαλτώνω (βουλιάζω)
βαραίνω
(νωθρεύω)
βαριεστώ (μπουχτίζω, πλήττω, μπεζερίζω, βαριέμαι,
ανιώ)
βαρύνω (επιδεινώνω, επιβαρύνω)
βαρώ
(χτυπώ, τύπτω, παίω)
βασανίζω (ταλαιπωρώ, καταπιέζω)
βασίζομαι (εμπιστεύομαι)
βασίζω (στηρίζω, θεμελιώνω, στερεώνω)
βασιλεύω (δύω)
βασκαίνω (ματιάζω)
βαστώ (βαστάζω, φέρω, κρατώ)

βαυκαλίζω (αποκοιμίζω, νανουρίζω)
βάφω (χρωματίζω, μπογιατίζω, θωριάζω)
βγάζω (αφαιρώ)
βγαίνω 
(εξέρχομαι)
βδελύσσομαι (αποστρέφομαι, μισώ, αηδιάζω,
σιχαίνομαι, αποτροπιάζομαι, στυγώ)
βεβαιώνω (πιστοποιώ, επικυρώνω, καταφάσκω,
συνομολογώ, συγκατανεύω)
βεβηλώνω (μολύνω, σπιλώνω)
βελάζω (σκούζω, βληχώμαι, μηκάζω)
βελτιώνω
(καλυτερεύω)
βερνικώνω
(στιλβώνω)
βηματίζω
(περπατώ)
βήχω
(χελύττω)
βιάζομαι (σπεύδω, τρέχω)
βιάζω
(εξαναγκάζω)
βιαιοπραγώ
(κακοποιώ, κακουργώ)
βιβρώσκω (τρώω)
βιγλίζω (νυκτοφυλακώ)
βιδώνω
(κοχλιώνω)
βιοτεύω
(ζω)
βλακεύω (ανοηταίνω, αβδηριτίζω, κουτοφέρνω,
αλαφροφέρνω, ηλιθιάζω, αλαφροζυγιάζω)
βλάπτω (ζημιώνω, φθείρω, κακουχώ)
βλαστημώ
(αναθεματίζω, καταριέμαι)

βλέπω (κοιτάζω, παρατηρώ, θωρώ)
βογκώ
(αναστενάζω, στένω)
βοδώνω
(προφταίνω)
βοηθώ (υποστηρίζω, επικουρώ, αγιουτάρω,
παραστέκομαι, υπερασπίζω, περιθάλπω,
συμπαρίσταμαι, συνεργώ, αϊδαρίζω,
συμπαραστέκομαι)
βολεύω (τακτοποιώ)
βολιδοσκοπώ
(διερευνώ)
βολτάρω
(γκιζερίζω)
βορβορύζω
(γουργουρίζω)
βορβορώ
(λασπώνω)
βόσκω (τρώω, εσθίω)
βοτανίζω
(ξεχορταριάζω)
βουβαίνομαι
(σιωπώ)
βουκινίζω (σαλπίζω, βουκανώ)
βουλεύομαι (σκέφτομαι)
βουλιάζω
(βυθίζομαι)
βούλομαι (θέλω, επιθυμώ, προτιμώ)
βουλώνω (φράσσω,στουπώνω,κλείνω,σφραγίζω)
βουρκώνω (δακρύζω, κλαίω, δακρυρροώ,
δακρυχέω)

βουρλίζομαι
(ταράσσομαι, συγχύζομαι)
βουτώ
(αρπάζω)
βοώ (φωνάζω, κράζω)
βραβεύω (τιμώ, αμείβω, γεραίρω, δοξάζω,
αγάζομαι, αγλαϊζω)
βραδιάζει
(νυχτώνει)
βραδιάζομαι
(νυκτώνομαι)
βραδύνω (αργοπορώ, βραδυπορώ, χρονίζω,
χρονοτριβώ, αργώ, καθυστερώ, παρελκύω)
βραδυπορώ
(αργοπορώ)
βράζω (κοχλάζω, ζέω)
βρέχω (υγραίνω, μουσκεύω, καταιονώ, σουλαντίζω)
βρίζω (προπηλακίζω, κατακρίνω)
βρίθω (γέμω)
βρίσκω
(ανακαλύπτω)
βρομίζω (ρυπαίνω, λερώνω)
βρομοκοπώ
(ζέχνω)
βρομώ (όζω, ζέχνω, δυσοσμώ, κακοσμώ)
βροντώ
(αντηχώ)
βρυάζω
(ξεχειλίζω)
βρυχώμαι (ουρλιάζω, μουγκρίζω)
βυζαίνω (γαλουχώ, θηλάζω, απομυζώ, φλουμίζω,
απομαστεύω)
βυθίζω
(βουλιάζω)
βυρσοδεψώ (σκυτοδεψώ, δέφω)
βυσσοδομώ (σκευωρώ)
βωμολοχώ (χοντρολογώ,χυδαιολογώ,βαναυσολογώ,
ασχημολογώ,αισχρολογώ,αθυροστομώ,αχρειολογώ,
γλωσσεύω, αισχρορρημονώ, κοπρολογώ)
βωχάει
(όζει, βρωμάει, βρομάει, ζένει)

Γ

γαβγίζω
(υλακτώ) γαϊδουρεύω (γαϊδουροφέρνω, γαϊδουροδείχνω) γαλουχώ (θηλάζω, γαλακτοτροφώ) γαληνεύω
(ησυχάζω, ηρεμώ, ειρηνεύω, ξεθυμαίνω) γανιάζω (κουράζομαι) γαντζώνω (αγκιστρώνω) γανώνω (επικασσιτερώνω) γαργαλάω (υποκνίζω) γαργαρίζει (κελαρύζει) γαριάζω (λερώνω) γαρνιρίζω (στολίζω) γαυριάζω (μαίνομαι) γδέρνω (αποδερματίζω, εκδέρω, ξεπεδουλίζω,
ξεπετσιάζω)
γδύνω
(ξεγυμνώνω, αποδύω) γειτονεύω (συνορεύω, πρόσκειμαι, αγχιστεύω) γελοιοποιώ (διακωμωδώ) γελώ (χαμογελώ ή κοροϊδεύω)
γεμίζω (πληρώ, φουλάρω, φισκάρω, τιγκάρω,
αναμεστώ)
γέμω (πληρούμαι, πλήθω) γενικεύω
(καθολικεύω) γεννώ (τίκτω, τεκνοποιώ, τεκνογονώ, παιδοποιώ) γέρνω (ρέπω, κλίνω, βαγίζω, μπατάρω, λυγίζω) γερνώ (γηράσκω, γεράζω) γεροθρέφω (γηροκομώ, γηροτροφώ) γεύομαι (τρώω) γεφυρώνω (συνδέω) γητεύω (μαγεύω) γιατρεύω (θεραπεύω) γίνομαι (καθίσταμαι, συντελούμαι) γιορτάζω (πανηγυρίζω) γιουχαϊζω (ξεφωνίζω, αποδοκιμάζω) γκαρίζω (ογκανίζω, γκανίζω) γκρεμοτσακίζομαι (σπεύδω) γκρινιάζω (μεμψιμοιρώ) γλακώ (τρέχω, βουρώ) γλαρώνω (νυστάζω) γλείφω (κολακεύω) γλεντώ (διασκεδάζω, ξεφαντώνω, ξεσκάζω, ξεδίνω, γλεντοκοπώ, γλεντοβολώ, χαροκοπώ) γλιστρώ (ολισθαίνω) γλιτώνω (λυτρώνω, σώζω) γλίχομαι (ορέγομαι, ποθώ) γλυκομιλώ (καλομιλώ, ηδυλογώ, γλυκολαλώ, γλυκοκουβεντιάζω) γλύφω (χαράσσω, σκαλίζω, καλεμίζω) γλωσσοκοπώ (πολυλογώ) γλωσσοκρατώ (εχεμυθώ) γνέθω (κλώθω) γνωμοδοτώ (γνωματεύω) γνωρίζω (αντιλαμβάνομαιαισθάνομαι, επίσταμαι,
κατέχω, ξέρω)
γνωστικεύω
(λογικεύομαι, σωφρονίζομαι) γνωστοποιώ (δηλώνω, φανερώνω) γογγύζω (παραπονιέμαι, μεμψιμοιρώ, αζουδεύομαι) γογγυλεύω (στρογγυλώνω) γοητεύω (σαγηνεύω,θέλγω,συναρπάζω,συνεπαίρνω)
γονατίζω (γονυπετώ, γονυκλινώ, γονυκλιτώ) γουρμάζω (ωριμάζω) γουστάρω (επιθυμώ)
γουφιάζω (βαθουλώνω, γουβιάζω, κοιλαίνω)
γράφω (χαράσσω, ζωγραφίζω) γρηγορώ (αγρυπνώ, προσέχω) γριβίζω (γκριζάρω, ψαραίνω, πολιάζω) γροθίζω (κονδυλίζω,γροθοκοπανώ,γροθοκοπώ) γρυλίζω (γρούζω, σκούζω) γρυλώνω (γουρλώνω) γρυπώνω (καμπουριάζω, κάμπτομαι, κύφω,
γομπιάζω, σκύβω)
γυαλίζω
(στιλβώνω) γυμνάζω (ασκώ, εκπαιδεύω) γυρεύω (αιτώ, ζητώ) γυρίζω (επιστρέφω, επανακάμπτω)
Δ
δαγκώνω (δάκνω, τσιμπώ, μασίζω)
δαιμονίζω (παροργίζω)
δακρύζω (βουρκώνω, κλαίω)
δαμάζω (τιθασεύω, ημερώνω, υποτάσσω,
χαλιναγωγώ)
δανειοδοτώ (πιστοδοτώ) 
δαπανώ (ξοδεύω, σπαταλώ, εξαντλώ)
δασκαλεύω (συμβουλεύω)
δαψιλεύεται (γέμει, πλήθει)
δεικνύω (προφαίνω, παρουσιάζω)
δειλιάζω (φοβούμαι, διστάζω, αποθαρρύνομαι,
κιοτεύω)
δεινοπαθώ (υποφέρω, πάσχω, βαρυαλγώ)
δειπνώ (γευματίζω, τρώγω, γιοματίζω)
δείχνω (εξηγώ, παρουσιάζω)
δεκάζω (δωροδοκώ)
δένω (δεσμεύω, πεδώ)
δελεάζω (ξεγελώ, εξαπατώ, ρουμπώνω)
δεματιάζω (αμαλλεύω)
δεξιώνομαι (προϋπαντώ, καλωσορίζω,
προσδέχομαι)
δέομαι (ικετεύω, εκλιπαρώ, γουνάζομαι)
δέρνω (μαστιγώνω, χτυπώ, ραβδίζω, βακλίζω,
βουρδουλίζω, ραπίζω, φραγγελλώνω, βιτσίζω,
γρονθοκοπώ, καταχερίζω, χειροδικώ, βεργίζω,
μπατσίζω, χαστουκίζω, παραγουλιάζω,
τουλουμιάζω, τουμπανιάζω, σκαμπιλίζω, 
καρπαζώνω, μακελεύω, ξυλίζω, ξυλοκοπανίζω,
κολαφίζω, στουμπίζω, ξυλοκοπώ, βαράω,
βιαιοπραγώ, σφαλιαρίζω, παταρίζω, σαπλακιάζω,
θωμίζω, κατραπακιάζω)
δεσμεύομαι (παντρεύομαι, νυμφεύομαι)
δεσμεύω (δένω)
δεσπόζω (κυριαρχώ, εξουσιάζω, διαφεντεύω)
δευτερώνω (ξανακάνω,επαναλαμβάνω,δευτερίζω)
δέχομαι (λαμβάνω, παίρνω, στέργω, συμφωνώ, 
συναινώ, επιδοκιμάζω, συγκατατίθεμαι, 
συγκατανεύω, εισακούω, ανομολογώ, 
ευδοκώ, στρέχω)
δηλώνω (φανερώνω, γνωστοποιώ, εκφαίνω)
δημηγορώ (ρητορεύω)
δημιουργώ (πράττω, ποιώ, φτιάχνω)
δημοκοπώ (δημαγωγώ)
δημοπρατώ (πλειστηριάζω)
δημοσιεύω (γνωστοποιώ, δηλοποιώ)
δημοσιοποιώ (κρατικοποιώ, εθνικοποιώ)
διαβάζω (μελετώ, εξετάζω)
διαβαίνω (περνώ, διασκελίζω, διέρχομαι, διανύω,
διατρέχω, διαπορεύομαι, διοδεύω)
διαβάλλω (συκοφαντώ, δυσφημώ, ρουφιανεύω)
διαβεβαιώνω (εγγυώμαι, αναδέχομαι)
διαβουλεύομαι (συσκέπτομαι)
διαβλέπω (διαγιγνώσκω)
διαγουμίζω (λεηλατώ, προνομεύω)
διαγράφω (σβήνω, εξαλείφω)
διάγω (διαβιώ)
διαγωνίζομαι (αμιλλώμαι)
διαδέχεται (επακολουθεί, κληρονομεί)
διαδραματίζεται (εκτυλίσσεται)
διαθέτω (παραχωρώ)
διαιρώ (σχίζω, τέμνω)
διαισθάνομαι (κατανοώ, διαβλέπω)
διακατέχω (κρατώ)
διακινώ (μεταφέρω)
διακανονίζω (ρυθμίζω)
διακηρύσσω (γνωστοποιώ, διαγορεύω)
διακομίζω (μεταφέρω)
διακονώ (υπηρετώ)
διακόπτω (σταματώ)
διακοσμώ (στολίζω, διαρρυθμίζω)
διακρίνομαι (υπερτερώ, υπερέχω)
διακρίνομαι (φαίνομαι)
διακρίνω (ξεχωρίζω, ξεδιακρίνω)
διακυβερνώ (διοικώ)
διακυβεύω (διακινδυνεύω,ριψοκινδυνεύω,αποτολμώ,
ρισκάρω, αποκοτώ, παρακινδυνεύω)
διακωμωδώ (γελοιοποιώ)
διαλαλώ (διαφημίζω, διαδίδω, ντελαλίζω,
διασαλπίζω,διατυμπανίζω,διασπείρω,βουκινίζω,
διαθρυλώ, κοινολογώ, κοινοποιώ, διακωδωνίζω,
φημολογώ, σπερμολογώ)
διαλαμβάνω (αναφέρω, μνημονεύω)
διαλάμπω (ακτινοβολώ)
διαλέγω (ξεχωρίζω, προτιμώ, σταχυολογώ, 
ανθολογώ, απανθίζω, ερανίζομαι, εκλέγω)
διαλύω (αποσυνθέτω)
διαμελίζω (τεμαχίζω)
διαμένω (κατοικώ)
διαμεσολαβώ (μεσιτεύω)
διαμηνύω (ανακοινώνω, αγγέλλω)
διαμοιράζω (διανέμω)
διαμορφώνω (διασχηματίζω, διαπλάσσω)
διανέμω (κατανέμω)
διανθίζω (ανθοστολίζω, διακοσμώ)
διανοούμαι (στοχάζομαι)
διανυκτερεύω (ξαγρυπνώ, ξενυχτώ)
διανύω (διατρέχω)
διαπαιδαγωγώ (μορφώνω, ανατρέφω)
διαπερνώ (διατρυπώ, διαπερώ)
διαπιστώνω (διακριβώνω)
διαπλάθω (διαμορφώνω)
διαπλατύνω (διευρύνω)
διαπλέκεται (συνδέεται, συναλλάσσεται)
διαπλέκω (συναρτώ)
διαπληκτίζομαι (τσακώνομαι)
διαπνέομαι (εμφορούμαι)
διαπομπεύω (γελοιοποιώ, εξευτελίζω, διασύρω,
ξεγιβεντίζω, ρεζιλεύω, εκθεατρίζω)
διαποτίζω (διαβρέχω)
διαπραγματεύομαι (παζαρεύω)
διαπράττω (εκτελώ)
διαπρέπω (διακρίνομαι, υπερτερώ, διαλάμπω,
αριστεύω, εξέχω)
διαρθρώνω (συναρμόττω)
διαρκώ (χρονίζω)
διαρρέω (εκρέω, εκχύνομαι)
διαρρηγνύω (σπάζω, κόπτω)
διαρρυθμίζω (τακτοποιώ)
διασαλεύω (διαταράσσω)
διασαλπίζω (διαδίδω, διατυμπανίζω)
διασαφηνίζω (εξηγώ, ερμηνεύω, ξεδιαλύνω,
ξεκαθαρίζω, διαλευκαίνω, διευκρινίζω, αναλύω,
ξεμπερδεύω, αναπτύσσω)
διασκεδάζω (γλεντώ, ξεφαντώνω)
διασκελίζω (δρασκελίζω)
διασκευάζω (τροποποιώ)
διασκορπίζω (διασπαθίζω)
διασπείρω (διαδίδω)
διασπώ (διαχωρίζω)
διαστέλλω (ξεχωρίζω)
διαστρέφω (διαστρεβλώνω)
διασύρω (εξευτελίζω)
διασφαλίζω (σιγουρεύω)
διασχίζω (διανύω)
διασώζω (διατηρώ, διαφυλάσσω)
διαταράσσω (διασαλεύω)
διατάσσω (εντέλλομαι, παραγγέλλω)
διατείνομαι (ισχυρίζομαι)
διατελώ (ενδιατίθεμαι)
διατρανώνω (βροντοφωνάζω, διατυμπανίζω)
διατρέφω (τροφοδοτώ)
διατρέχω (διανύω)
διατρίβω (διαμένω)
διατρυπώ (διατορώ, διαπερνώ, διαπείρω)
διατυπώνω (εκθέτω, εκφράζω, εκφέρω)
διαυγάζω (φέγγω, λάμπω)
διαφαίνεται (εμφανίζεται, προβάλλει)
διαφεντεύω (εξουσιάζω)
διαφέρω (ξεχωρίζω)
διαφθείρω (εκφαυλίζω, εξαχρειώνω, εκλύω,
εκφυλίζω)
διαφοροποιούμαι (διαφέρω)
διαφοροποιώ (μεταβάλλω, ποικίλλω)
διαφυλάσσω (διατηρώ, περισώζω)
διαφωνώ (αμφισβητώ, αρνούμαι)
διαφωτίζω (διδάσκω, εκπαιδεύω, προσανατολίζω,
κατατοπίζω, κατευθύνω, καθοδηγώ)
διαχειμάζω (ξεχειμωνιάζω)
διαχειρίζομαι (ρυθμίζω, κουμαντάρω, διοικώ)
διαχέομαι (διασκορπίζομαι)
διαχέω (διασκορπίζω)
διαψεύδω (κατελέγχω)
διδάσκομαι (μαθαίνω, πληροφορούμαι)
διδάσκω (εκπαιδεύω, διαφωτίζω)
διεγείρω (ερεθίζω, εξάπτω)
διεισδύω (εισχωρώ)
διεκδικώ (διαφιλονικώ, διαμφισβητώ)
διεκπεραιώνω (ολοκληρώνω, ξεπετώ)
διενεργώ (διεξάγω)
διέπεται (ρυθμίζεται)
διερευνώ (εξονυχίζω, ανιχνεύω)
διερωτώμαι (απορώ)
διευθετώ (τακτοποιώ, ευτρεπίζω, ταξινομώ, 
ταξιθετώ, κλασάρω, συγυρίζω, βολεύω, ευθετίζω, 
ανασυντάσσω, διασκευάζω, συμμαζεύω,
συστηματοποιώ, ετοιμάζω, ανασκυρίζω,
ορδινιάζω, διαστοιχίζω)
διευθύνω (διοικώ)
διευκολύνω (εξυπηρετώ)
διευκρινίζω (διασαφηνίζω)
διευρύνω (διαπλατύνω)
διέχω (εμποδίζω, αναχαιτίζω)
διηγούμαι (εξιστορώ, ανιστορώ)
διηθώ (σουρώνω)
διίσταμαι (διαφωνώ)
δικαιολογώ (δικαιώνω)
δίνω (παρέχω, προσφέρω, χορηγώ)
διογκώνω (φουσκώνω)
διολισθαίνω (ξεγλιστρώ, διαφεύγω)
διομολογώ (συγκατατίθεμαι)
διονυχίζω (εξελέγχω, εξετάζω)
διοργανώνω (προετοιμάζω, προσχεδιαζω)
διορθώνω (επισκευάζω)
διορίζομαι (τοποθετούμαι)
διοχετεύω (μετακενώνω, μεταφέρω)
διπλιάζω (πτυχώνω)
διπλώνω (κάμπτω)
διστάζω (δειλιάζω, φοβούμαι, ενδοιάζω)
διυλίζω (διηθώ, φιλτράρω, στραγγίζω)
διχάζω (διαμερίζω, διαιρώ)
διχογνωμώ (διαφωνώ)
διχοτομώ (διατέμνω)
διψώ (λαλακιάζω, κορακιάζω)
διώκω (αποπέμπω, εξαποστέλλω, εξελαύνω,
εξελώ)
δοκιμάζω (αποπειρώμαι, πειραματίζομαι, προβάρω,
τεστάρω)
δολιεύομαι (εξαπατώ, ξεγελώ)
δομώ (κτίζω)
δονώ (σείω, πάλλω, κουνάω)
δοξάζω (εξυμνώ, κυδαίνω)
δοξολογώ (εγκωμιάζω)
δουλαγωγώ (σκλαβώνω, δουλοκρατώ)
δουλεύω (εργάζομαι, κοπιάζω, μοχθώ)
δουλώνω (σκλαβώνω, ανδραποδίζω)
δραπετεύω (σκαπετίζω,αποδιδράσκω,σκαπουλάρω)
δραστηριοποιώ (κινητοποιώ)
δράττομαι (φουχτώνω,αδράχνω,χεριάζω,τσακώνω)
δράχνω (αρπάζω, παίρνω)
δρέπω (αποσπώ, αποκόπτω, μαζεύω)
δριμαίνω (σκληραίνω, τραχύνω)
δριμώνω (αγριεύω, θυμώνω, γινατώνω)
δρομολογώ (προγραμματίζω)
δροσίζω (αναψύχω)
δρύπτω (ξεσχίζω, ξεσκελίζω, κατασπάζω)
δρω (ενεργώ, επιχειρώ)
δυναμιτίζω (διαταράσσω, πολώνω)
δυναστεύω (κατατυραννώ)
δυσαρεστούμαι (γογγύζω)
δυσαρεστώ (στενοχωρώ, οχλώ)
δυσκολεύω (δυσχεραίνω)
δυσκωφώ (βαριακούω, κουφαίνω, κουφίζω,
βαρυκουφώ)
δυσπιστώ (αμφιβάλλω)
δυστυχώ (δυσπραγώ)
δυσφημώ (διαβάλλω, συκοφαντώ, διαλαλίζω)
δυσφορώ (υποφέρω,δυσανασχετώ,στενοχωρούμαι,
βαρυγκομώ)
δυσωπώ (θερμοπαρακαλώ, ικετεύω, εκλιπαρω)
δύω (βασιλεύω)
δωρίζω (χαρίζω, προσφέρω, χαλαλίζω)
δωροδοκώ (εξαγοράζω, δεκάζω, τραμπουκάρω,
λαδώνω)

Ε
εγγράφω (καταχωρίζω) εγγυώμαι
(σιγουρεύω, διασφαλίζω) εγκαθιδρύω (θεμελιώνω, εγκαθιστώ) εγκληματώ (κακουργώ, κακοποιώ) εγκλωβίζω (φυλακίζω, παγιδεύω, βραχυκυκλώνω) εγκύπτω (επιμελούμαι) εγκωμιάζω (επαινώ, εξυμνώ, εκθειάζω, αποθεώνω,
ευφημίζω, μεγαλύνω
)
εδραιώνω (στερεώνω, θεμελιώνω, παγιώνω, εμπεδώνω)
εδρεύω (κάθομαι, κατοικώ)
εθίζομαι (συνηθίζω, εξοικειώνομαι, εγκλιματίζομαι) εθίζω (συνοικειώνω)
εικάζω (συμπεραίνω, υποθέτω) εικονίζω (ζωγραφίζω) εικοτολογώ (πιθανολογώ) είμαι (υπάρχω) είργω (εμποδίζω, κωλύω) ειρωνεύομαι (περιπαίζω, σαρκάζω, σατιρίζω) εισάγω (μπάζω) εισδύω (εισβάλλω, εισχωρώ, τρυπώνωμπουκάρω, εμφιλοχωρώ, παρεισφρέω, χώνομαι) εισφέρω (παρέχω) εκδηλώνομαι (εξωτερικεύομαι) εκδηλώνω (φανερώνω) εκκενώνω (αδειάζω) εκκολάπτομαι (ξεπουλιάζω) εκλαϊκεύω (απλουστεύω, απλοποιώ) εκλαμβάνω (αντιλαμβάνομαι) εκλείπω (χάνομαι, εξαφανίζομαι, θνήσκω) εκμαυλίζω (αποπλανώ) εκμηδενίζω (εξουδετερώνω, εξουθενώνω) εκνεοσσεύω (ξεκλωσσώ) εκνοσηλεύω (αποθεραπεύω) εκπαιδεύω (γυμνάζω, ασκώ) εκπειράζω (ελέγχω, δοκιμάζω, τεστάρω) εκπίπτω (υποτιμώμαι, ελαττώνομαι, υποβιβάζομαι) εκπληρώνω (περαίνω, τελειώνω) εκπλήσσω (εντυπωσιάζω) εκποιώ (αποξενώνω, αλλοτριώνω) εκπολιτίζω (εξανθρωπίζω, εξευγενίζω, εκλεπτύνω) εκπονώ (επεξεργάζομαι,κατασκευάζω,καταρτίζω) εκπορεύεται (εκπηγάζει, απορρέει, εκχέεται, προέρχεται) εκπορθώ (κυριεύω) εκκρεμεί (εξετάζεται) εκσυγχρονίζω (ανακαινίζω) εκτοπίζω (παραμερίζω) εκτρέπω (παρεκκλίνω) εκτυλίσσομαι (αναπτύσσομαι, εξελίσσομαι) εκφοβίζω (απειλώ, φοβερίζω) εκφράζω (διατυπώνω) εκχωρώ (παραχωρώ) ελαττώνω (μειώνω, μικραίνω) ελαύνω (τρέχω, προχωρώ) ελαφροκοιμάμαι (μισοκοιμάμαι, λογοκοιμάμαι) ελαφρώνω (επικουφίζω) ελέγχω (εξετάζω, ερευνώ, τσεκάρω) ελεημονώ (ελεώ) ελευθερώνω (λυτρώνω, απαλλάσσω, αμολάω, αποδεσμεύω, ξεσκλαβώνω, αποδουλώνω) ελεώ (οικτίρω, ευσπλαχνίζομαι) έλκω (τραβώ, σύρω) ελλοχεύω (ενεδρεύω, παραμονεύω, καραδοκώ) ελπίζω (προσδοκώ, πιστεύω) εμβαθύνω (βαθουλώνω) εμμένω (επιμένω) εμπίπτω (περιλαμβάνομαι, περιέχομαι, ενυπάρχω) εμπλουτίζω (επιπροσθέτω, παρεισάγω) εμποδίζω (κωλύω, είργω, φρενάρω, απαγορεύω) εμφυσώ (εμπνέω, εμβάλλω) ενάγω (εγκαλώ, καταγγέλλω) εναρμονίζομαι (ευθυγραμμίζομαι, συνταυτίζομαι) εναρμονίζω (προσαρμόζω) ενδελεχώ (διαρκώ) ενδείκνυται (συνιστάται, προτείνεται, εγκρίνεται, υποδεικνύεται, ωφελεί, συμφέρει) ενδιαφέρει (εντυπωσιάζει, προσελκύει) ενδίδω (υποχωρώ, οπισθοχωρώ, αποσύρομαι) ενεδρεύω (ελλοχεύω, παραμονεύω, εμφωλεύω) ενεργοποιούμαι (δραστηριοποιούμαι,κινητοποιούμαι) ενέχω (εμπεριέχω) ενθέτω (εμβάλλω, εισάγω) ενίζομαι (ενώνομαι) ενισχύω (δυναμώνω, ισχυροποιώ, κραταιώνω) εννοώ (καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, σκαμπάζω, χαμπαρίζω) ενοχλώ (λυπώ, στενοχωρώ) ενσαρκώνομαι (ενανθρωπίζομαι) ενσαρκώνω (σωματοποιώ) ενσπείρω (εμφυτεύω, επιφέρω) ενστερνίζομαι (αποδέχομαι, αναγνωρίζω, υιοθετώ, εγκολπώνομαι, επιδοκιμάζω, προσοικειώνομαι) ενσωματώνω (συμπεριλαμβάνω) εντείνω (τεντώνω, επιτείνω) εντυπώνω (εγγράφω, εγχαράσσω) ενώνω (συναρμόζω, συνδέω) εξευμενίζω (εξιλεώνω, καταπραϋνω) εξαγγέλλω (γνωστοποιώ) εξαθλιώνω(καταβαραθρώνω) εξαιρώ (παραμερίζω, ξεχωρίζω, παραλείπω, απαλλάσσω) εξαίρω (εκθειάζω) εξακολουθώ (συνεχίζω) εξακοντίζω (εκσφενδονίζω, σφλιτζουρίζω) εξακριβώνω (διαπιστώνω) εξανεμίζω (κατασπαταλώ) εξανθρωπίζω (εκπολιτίζω, εξευγενίζω) εξαντλώ (αδειάζω, κενώνω, εξανεμίζω) εξαπατώ (ξεγελώ) εξαπολύω (εκτοξεύω, ρίχνω) εξαποστέλλω (διώχνω) εξάπτω (διεγείρω, ερεθίζω)
εξαρθρώνω (ξεσφοντυλιάζω, στραμπουλίζω)
εξασθενίζω (αδυνατίζω, αποδυναμώνω,
αχαμνεύω)
εξασκώ (εκγυμνάζω)
εξασφαλίζω (σιγουρεύω)
εξετάζω (ελέγχω, ερευνώ, πολυπραγμονώ,
πραγματεύομαι, περιεργάζομαι, ξεκοσκινίζω,
διασκοπώ, ανατέμνω, ανερωτώ)
εξατμίζω (εξαερώνω) εξαχρειώνω (εξευτελίζω) εξελίσσω (αναπτύσσω) εξεντερίζω (εκσπλαγχνίζω) εξιδιάζω
(διαφέρω) εξιλεώνω (καταπραϋνω) εξιστορώ (διηγούμαι) εξισώνω (εξομοιώνω, ομοιώνω) εξιχνιάζω (διαλευκαίνω) εξοικειώνομαι (συνηθίζω) εξοικονομώ (πορίζομαι, εξευρίσκω) εξοκέλλω (παραστρατίζω) εξομαλύνω (ισιώνω, ομαλοποιώ)
εξοντώνω (αφανίζω, καταστρέφω, εξολοθρεύω) εξοργίζω (ερεθίζω) εξορθολογίζω (νοικοκυρεύω) εξοστρακίζω (εξορίζω, εκπατρίζω, υπερορίζω) εξουδετερώνω (εκμηδενίζω, εξουθενώνω) εξοφλώ (αποπληρώνω) εξυβρίζω (προσβάλλω)
εξυμνώ (εγκωμιάζω, επαινώ, εξαίρω)
εξυπηρετώ (ωφελώ, βοηθώ) εξωθώ (παρακινώ) επαγρυπνώ (παραμονεύω, εφημερίζω)
επαινώ (εγκωμιάζω, εξυμνώ, επιβραβεύω)
επακολουθώ (παρέπομαι, επισυμβαίνω) επαναπαύομαι (εφησυχάζω) επανορθώνω (αποζημιώνω) επαφίεμαι (επαναπαύομαι) επείγομαι (βιάζομαι, επισπεύδω) επεμβαίνω (μεσολαβώ) επενδύεται (καλύπτεται,ντύνεται,σκεπάζεται)
επευφημώ (επιδοκιμάζω, επικροτώ)
επηρεάζω (χειραγωγώ, ποδηγετώ, επιδρώ, επενεργώ) επιβάλλω (αναγκάζω) επιβαρύνω (επιφορτίζω) επιβεβαιώνω (επικυρώνω) επιβιώνω (επιζώ) επιβραδύνω (χρονοτριβώ) επιδεικνύω (παρουσιάζω) επιδεινώνω (επιβαρύνω, χειροτερεύω) επιδίδομαι (ενασχολούμαι) επιδίδω (εγχειρίζω) επιδιορθώνω (επισκευάζω) επιδιώκω (προσπαθώ) επιδοκιμάζω (εγκρίνω, επικυρώνω, επικροτώ) επιδρώ (επενεργώ) επιζητώ (επιδιώκω) επιθεωρώ (ελέγχω, εποπτεύω) επιθυμώ (βούλομαι, θέλω, λαχταρώ) επικοινωνώ (συνδέομαι) επικολλώ (προσαρτώ) επικουρώ (βοηθώ, υποστηρίζω) επικρατώ (νικώ, υπερέχω, περιγίγνομαι) επικρίνω (κατηγορώ) επικυρώνω (βεβαιώνω, πιστοποιώ, επισφραγίζω) επιλανθάνομαι (λησμονώ, ξεχνώ, ξαστοχώ) επιμελούμαι (φροντίζω, μεριμνώ, γνοιάζομαι, βαγιλίζω) επιμένω (ισχυρίζομαι, υποστηρίζω) επινοώ (μηχανεύομαι, τεχνάζομαι, σκαρφίζομαι, σκαρώνω) επιπλέω (επιπολάζω) επιπλήττω (επιτιμώ) επισημαίνω (υπογραμμίζω) επισημοποιώ (επικυρώνω) επισιτίζω (ταϊζω) επισκιάζει (μειώνει, εξαλείφει, εκμηδενίζει) επισκοπώ (παρατηρώ) επισπεύδω (επιταχύνω, γρηγορεύω) επιστατώ (επιβλέπω, εφορώ) επιστρέφω (επανέρχομαι) επιστρώνω (επικαλύπτω, επενδύω) επισυνάπτω (προσαρτώ, προσδένω, συνυποβάλλω) επιτάσσω (προστάζω) επιτελώ (πραγματοποιώ, προσφέρω) επιτρέπεται (έξεστι, συγχωρείται) επιτρέπω (ανέχομαι) επιτροπεύω (κηδεμονεύω) επιτυγχάνω (καταφέρνω, ευστοχώ, κατορθώνω) επιφέρω (προξενώ, προκαλώ, επισύρω) επιφορτίζω (επιβαρύνω, επιπροσθέτω) επιφυλάσσομαι (συγκρατιέμαι, διστάζω) επιχρυσώνω (μαλαματώνω) επιχειρώ (προσπαθώ) επιχέω (ρίχνω, διασπείρω) επιχορηγώ (χρηματοδοτώ) έπομαι (ακολουθώ, συνοδεύω, δορυφορώ, παρέπομαι) εποπτεύω (επιβλέπω, επιστατώ, επιθεωρώ, επιτηρώ, εφορεύω, παρακολουθώ) επουλώνω (θεραπεύω) εποφθαλμιώ (υποβλέπω, επιβουλεύομαι, καταδολιεύομαι) επωμίζομαι (φορτώνομαι, επιφορτίζομαι, ζαλικώνομαι) εργάζομαι (δουλεύω) ερεθίζω (εξάπτω, διεγείρω, ζοχαδιάζω, προκαλώ, εμποιώ, αψώνω, αγγρίζω, εξαγριώνω, εκνευρίζω, εξιτάρω, παροξύνω, νευριάζω, ξανάβω, τσατίζω, αντροκαλώ) ερείδομαι (στηρίζομαι, ακουμπώ, αγαντάρω, εδράζομαι) ερειπώνω (γκρεμίζω) ερευνώ (εξετάζω, ελέγχω, αναδιφώ, ψάχνω, ανιχνεύω, εξακριβώνω, αναζητώ) ερημώνω (λεηλατώ, ληστεύω) ερίζω (φιλονικώ, καβγαδίζω, διχογνωμώ, διχονοώ) ερματίζω (σαβουρώνω) ερμηνεύω (εξηγώ) έρπω (σέρνομαι, γλιστρώ, ολισθαίνω, ερπύζω) έρχομαι (φθάνω, αφικνούμαι) εσθίω (τρώγω, καταβροχθίζω, χλαπακιάζω, σαβουρώνω, ντερλικώνω) εστιάζω (επικεντρώνω, εντοπίζω, προσδιορίζω) εσωκλείεται (εμπεριέχεται) ετοιμάζω (παρασκευάζω, καταρτίζω, χαζιρεύω) ευγνωμονώ (ευχαριστώ) ευδαιμονίζω (μακαρίζω, καλοτυχίζω, ολβίζω) ευδαιμονώ (ευτυχώ, ευημερώ, ευπραγώ) ευημερώ (ευδαιμονώ, ευτυχώ, ευπορώ, ευπραγώ) ευθυγραμμίζεται (συνταυτίζεται, συμπίπτει) ευθυμώ (ευπαθώ, ξεσκάω) ευκαιρώ (αδειάζω, ξελασκάρω, σχολάζω) ευκολύνω (ευχεραίνω) ευλογώ (υμνώ, δοξολογώ) ευνουχίζω (μουνουχίζω, στειρώνω) ευνοώ (χαρίζομαι) ευποιώ (ευεργετώ) ευπρεπίζω (καλλωπίζω) ευρίσκω (ανακαλύπτω, επινοώ) ευρύνω (πλαταίνω, φαρδαίνω) ευσπλαχνίζομαι (ελεώ, οικτίρω) ευτυχώ (ευημερώ, ευδαιμονώ, καλοριζικεύω) ευφραίνομαι (χαίρομαι, ευχαριστιέμαι, ασμενίζομαι, ικανοποιούμαι, τέρπομαι, ήδομαι) ευφραίνω (χαροποιώ, αλεγράρω) ευχαριστιέμαι (ευφραίνομαι, χαίρομαι, ηδύνομαι) ευχαριστώ (ευγνωμονώ, ευαρεστώ, καθηδύνω) ευωδιάζω (μοσχοβολώ, μοσχομυρίζω, αρωματίζω) ευωχούμαι (συντρώγω, συμποσιάζω, τρωγοπίνω, ομοσιτώ) εφάπτεται (ακουμπάει) εφαρμόζω (ταιριάζω) εφευρίσκω (επινοώ) εφημερεύω (επιβλέπω, επιτηρώ) εφοδιάζω (προμηθεύω, τροφοδοτώ) εφορεύω (εποπτεύω) εφορμώ (επιτίθεμαι, επέρχομαι) εχθρεύομαι (αντιπαθώ, μισώ)  έχω (κατέχω) εωλίζω (παλαιώνω, αναχρονίζω)

Ζ

ζαβλακώνω (αποβλακώνω,ξεμωραίνω,ξεκουτιαίνω)
ζαβώνω (στραβώνω)
ζακατάω (προσκλίνω, κάμπτομαι, λυγίζω)
ζαλίζω (στροφοδινώ)
ζαλικώνω (φορτώνω, ζαλώνω)
ζαμουριάζω (καχεκτώ)
ζαντζιάζω (δυστροπώ, κατσιποδιάζω, τσινώ)
ζαπώνω (αρπάζω, αποσπώ)
ζαρώνω (παπουδιάζω, σουφρώνω, γριλιάζω,
πτυχούμαι, σταφιδιάζω, ρικνούμαι, ρυτιδώνομαι,
γατσιάζω, σαφρακιάζω, συμπτύσσομαι, συμμαζεύομαι)
ζαχαρώνω
(ορέγομαι) ζεματάω (καίω) ζεματίζω (καίω) ζεσταίνω (θερμαίνω, θάλπω) ζεστοκοπάω (λιβακώνομαι, ζεσταίνομαι) ζευγαριάζω (συνταιριάζω, συναρμόζω) ζευγαρώνω (συζεύγω) ζεύω (ζευγνύω) ζέχνω (όζω, βρομώ)
ζέω
(βράζω, κοχλάζω) ζηλεύω (φθονώ,ζηλοτυπώ,συνερίζομαι,κασκαντώ) ζηλώ (μιμούμαι) ζημιώνω (βλάπτω, αδικώ) ζητιανεύω (διακονεύω, επαιτώ, αγυρτεύω) ζητώ (γυρεύω, αιτώ) ζητωκραυγάζω (επευφημώ, αποθεώνω) ζορίζω (αναγκάζω, υποχρεώνω) ζουγλαίνω (πηρώ) ζουζουνίζω (ζιζινίζω, βουϊζω) ζουμάρω (εστιάζω) ζουπώ (πιέζω, ζουλώ) ζουριάζω (μαραζώνω) ζοχαδιάζω (εκνευρίζω, ερεθίζω) ζυγαριάζω (σταθμίζω) ζυγιάζω (σταθμίζω) ζυγοστατώ (σταθμίζω) ζυγώνω (προσεγγίζω, πλησιάζω, σιμώνω) ζυμώνω (φυρώ, εκμάσσω, αναπιάνω) ζω (κατοικώ, μένω) ζωγραφίζω (εικονογραφώ,ιχνογραφώ,σκιτσάρω) ζωγρώ (αιχμαλωτίζω, ζωντοπιάνω) ζώνεται (περικυκλώνεται) ζωντανεύω (ζωηρεύω) ζώνω (περιβάλλω, περικλείω) ζωογονώ (ενδυναμώνω) ζωοποιώ (ζωοδοτώ, ζωώ)
Η
ηγεμονεύω (διοικώ) ηγούμαι
(προϊσταμαι) ήδομαι (ευχαριστιέμαι, ευφραίνομαι) ηδονίζομαι (ευχαριστιέμαι) ηδυλογώ (καλολογώ) ηδύνω (γλυκαίνω) ηθικοποιώ (εξευγενίζω) ηλεκτρίζω (διεγείρω) ηλικιώνομαι (ωριμάζω, ανδρώνομαι) ημεροποιώ (ημερώνω) ημερώνω (δαμάζω, τιθασεύω) ημπορώ (δύναμαι) ηνιοχώ (αμαξηλατώ) ηξεύρω (γινώσκω, επίσταμαι) ηπεροπεύω (ξεμαυλίζω)
ηρεμίζω (κατευνάζω, καταπραϋνω, καταλαγιάζω,
απαλύνω, σιγανεύω, αποφορτίζω)
ηρεμώ (γαληνεύω, ησυχάζω, απαγαδιάζω,
μαλακώνω, καλμάρω, κουλάρω, νηνεμώ)
ησυχάζω (ηρεμώ, γαληνεύω, αγαλιάζω) ηττώμαι (νικιέμαι, μειώνομαι, κατατροπώνομαι, καταβάλλομαι) ηχογραφώ (μαγνητοφωνώ) ηχολογώ (αντιλαλώ, ηχοβολώ) ηχώ (βομβώ, σημαίνω)

 

Θ

θαλασσοδέρνομαι (δεινοπαθώ)
θαλασσοπορώ (ποντοπορώ)
θαλασσομαχώ (θαλασσοπαλεύω)
θαλασσώνω (αποτυγχάνω)
θάλλω (ανθώ, ακμάζω, ευδοκιμώ)
θάλπω (ζεσταίνω, θερμαίνω)
θαμπώνομαι (εντυπωσιάζομαι)
θαμπώνω (θολώνω)
θανατικώνω (λοιμώττω)   (θανατικό=επιδημία)
θανατώνω (σκοτώνω, φονεύω, αποκτείνω)
θαραπαύκα (φχαριστήθηκα)
θαρρεύω (εμψυχώνομαι, ενθαρρύνομαι)
θαρρώ (νομίζω)
θαυμάζω (καμαρώνω, μπεγεντίζω)
θαυμαστώνω (εξυψώνω, μεγαλύνω, λαμπρύνω)
θέλγω (γοητεύω, σαγηνεύω, μαγεύω)
θέλω (βούλομαι, επιθυμώ)
θεμελιώνω (ιδρύω, κτίζω)
θεοληπτούμαι (θεοφορούμαι)
θεοποιώ (αποθεώνω, απαθανατίζω)
θεραπεύω (γιατρεύω, νοσηλεύω, γιατροπορεύω,
ιαίνω, υγιάζω) θεριακλώνω (περιπαθώ) θεριεύω (υπεραυξάνω, γιγαντώνομαι) θερίζει (εξολοθρεύει)
θερμαίνω (ζεσταίνω, θάλπω) θερμοπαρακαλώ (ικετεύω) θεσμοθετώ (νομοθετώ) θέτω (βάζω) θεώμαι (βλέπω, παρατηρώ) θηλάζω (βυζαίνω) θηλύνω (εκθηλύνω) θηρεύω (κυνηγώ) θησαυρίζω (ταμιεύω, αποθηκεύω, εσοδεύω, εναποθέτω, πλουτίζω, κεφαλαιώνω, οικονομώ, εισπράττω) θητεύω (υπηρετώ, εργάζομαι) θίγω (αγγίζω, καταπιάνομαι, επιλαμβάνομαι, άπτομαι) θλίβομαι (αθυμώ, λυπούμαι, βαρυθυμώ, δυσθυμώ, αγκουσεύομαι, άχθομαι, στενοχωρούμαι, μελαγχολώ, χολοσκάζω, βαρυγνωμώ, κακοφορούμαι) θλίβω (λυπώ, στενοχωρώ, δυσαρεστώ, πικραίνω) θνήσκω (πεθαίνω, εκπνέω, αποβιώνω) θορυβώ (βροντώ, κροτώ) θρασεύω (θρασομανώ, φουντώνω) θρασυστομώ (αυθαδιάζω) θραύω (σπάζω, κομματιάζω, τσακίζω, διασπώ, διαρρηγνύω, θρύβω, θρυμματίζω, θρυψαλιάζω, θρουβαλίζω) θρέφω (ταϊζω, σιτίζω) θρηνώ (οδύρομαι, κλαίω, γοώ) θριαμβεύω (υπερισχύω,τροπαιοφορώ,μεγαλουργώ) θριαμβολογώ (επαίρομαι) θροϊζω (υποθορυβώ) θρονιάζομαι (στρογγυλοκάθομαι) θρυμματίζω (κομματιάζω, λιανίζω, κερματίζω) θρύπτω (κατακερματίζω) θυλακίζω (τσεπώνω, σακουλιάζω, σακιάζω, τσουβαλιάζω, πουγκιάζω) θυλακώνω (τσεπώνω, εγκολπώνω) θυμάμαι (μνήσκομαι) θυμιατίζω (λιβανίζω) θυμίζω (αναφέρω, μνημονεύω, επιψαύω) θυμώνω, (αγανακτώ, οργίζομαι, κακοσυνεύω) θύω (θυσιάζω) θωπεύω (χαϊδεύω, περιποιούμαι, κορίζομαι, κανακεύω) θωρακίζω (οχυρώνω, περιτειχίζω, ασφαλίζω) θωρώ (βλέπω, παρατηρώ)

 

Ι

ιατρεύω (θεραπεύω)
ιαχώ (φωνάζω)
ιδανικεύω (υπερυψώνω, εξιδανικεύω)
ιδεάζομαι (ψυλλιάζομαι)
ιδεάζω (προδιαθέτω)
ιδιάζω (ξεχωρίζω, διαφέρω)
ιδιοβουλώ (ιδιογνωμώ, ιδιοπραγώ, αυτενεργώ)
ιδιοποιούμαι (νοσφίζομαι, διαρπάζω)
ιδιοτροπιάζω (παραξενιάζω)
ιδιοτροπώ (δυστροπώ)
ιδιούμαι (οικειούμαι)
ιδού (κοίτα, δες)
ιδροκοπώ (κατακοπιάζω, αποκάμνω)
ιδρύω (κτίζω, θεμελιώνω)
ιδρώνω (κοπιάζω)
ιεραρχώ (ταξιθετώ, κλασάρω, ταξινομώ,
διαβαθμίζω)
ιερολογώ (ιεροπρακτώ, ευλογώ)
ιεροποιώ (αγιάζω, αγιστεύω)
ιερουργώ (τελετουργώ, ιεροπρακτώ)
ιερώνω (καθοσιώνω)
ιζάνω (κατακαθίζω, καθιζάνω)
ιθύνω (κατευθύνω)
ικανοποιώ (δικαιώνω, επανορθώνω) ικμαίνω
(νοτίζω, διαβρέχω) ιλαρώνω (ευφραίνω, χαροποιώ, αλεγράρω, φαιδρύνω) ιλάσκομαι (εξευμενίζω, εξιλεώνω) ιλιγγιώ (ζαλίζομαι) ινδάλλομαι (ομοιάζω) [ίνδαλμα=ομοίωμα, είδωλο] ιππεύω (καβαλικεύω) ίπταμαι (πετώ, φτερουγίζω)
ισιάζω (ευθύνω,ευθειάζω,ομαλύνω,ευθυγραμμίζω, σιάχνω) ισιώνω (ομαλύνω) ισογνωμώ (ομοφρονώ, ομογνωμώ, συνθυμώ συμφρονώ) ισοδυναμεί (ισούται, αντιστοιχεί, αναλογεί) ισοζυγώ (ισοσταθμώ) ισομετρούμαι (εξισώνομαι) ισοπεδώνω
(γκρεμίζω, κατεδαφίζω) ισορροπώ (εξισώνω, ισοσταθμίζω, ισοζυγίζω) ισοσκελίζω (εξισορροπώ) ισοφαρίζω (εξισώνομαι) ίσταμαι (στέκομαι, ορθώνομαι) ιστιοπλοώ (αρμενίζω, ιστιοδρομώ) ιστορίζω (αναπαριστώ) ισχναίνω (φυραίνω,αδυνατίζω,χωνεύω,αχαμναίνω,
λιγνεύω, αποστεώνομαι, αποσκελετώνομαι)
ισχνεύω (λεπτύνω) ισχνοφωνώ (σιγομιλάω, ψιθυρίζω) ισχυροποιώ
(δυναμώνω) ισχύω (επικρατώ, επιβάλλομαι) ισχυρίζομαι (υποστηρίζω, επιμένω, διατείνομαι) ιχθυβολώ (καμακώνω) ιχνεύω (διερευνώ) ιχνηλατώ (ιχνολογώ) ιχνογραφώ (σχεδιάζω) ιώμαι (ιατρεύω)

 

Κ

καβαλικεύω (καβαλάω, ιππεύω)
καβγαδίζω (ερίζω, φιλονικώ, πληκτίζομαι)
καβουρδίζω (φρύγω)
καγχάζω (λοιδορώ, ειρωνεύομαι)
καθαιρώ (καταργώ)
καθάπτεται (αγγίζει)
καθαρίζω (σκουπίζω, παστρεύω)
καθηλώνω (ακινητοποιώ)
κάθημαι (αδρανώ, ακινητοποιούμαι)
καθησυχάζω (ηρεμίζω)
καθιερώνω (νομιμοποιώ, θεσπίζω)
καθίζω (κάθημαι)
καθιστώ (ορίζω, κάνω)
καθορίζω (προσδιορίζω, διασαφηνίζω)
καθοσιώνω (καθαγιάζω, εξαγνίζω)
καινοτομώ (νεοτερίζω, μοντερνίζω) καινουργώ (ανανεώνω, καινίζω) καιροφυλακτώ (καραδοκώ, παραμονεύω) καίω (πυρπολώ, καυτηριάζω, αίθω, εμπυρίζω) κακαρίζω (φλυαρώ) κακαρώνω (αποθνήσκω) κακίζω (επιπλήττω) κακοβάνω (κακομελετώ)
κακοδαιμονώ
(δυστυχώ,κακοτυχώ,κακομοιριάζω, κακοριζικεύω) κακοηθώ (κακοτροπεύομαι) κακοθωρώ (κακοκοιτάζω) κακοκαρδίζω (στενοχωρώ, κακοφανίζω) κακολογώ (διαβάλλω, κακοστομώ) κακομαθαίνω (κακοσυνηθίζω) κακοπαθαίνω (ταλανίζομαι) κακοπερνώ (κακοζωίζω) κακοποιώ (κακομεταχειρίζομαι) κακοσμώ (ζέχνω) κακουχώ (ταλαιπωρώ) κακοφαίνεται (απαρέσκει) κακοφορμίζω (μολύνομαι) κακοφρονώ (κακοθέλω, επιβουλεύω, κακολογιάζω) κακοχρονίζω (υβρίζω) καλαθιάζω (κοφινιάζω) καλλιεργώ (προάγω, αναπτύσσω) καλλιστεύω (ευμορφαίνω) καλλωπίζω
(στολίζω, ομορφαίνω, ευπρεπίζω,
λουσάρω)
καλμάρω
(ηρεμώ) καλοζώ (καλοπερνώ) καλοζωίζω (καλοπερνώ,ευημερώ,τρυφώ,ηδυπαθώ) καλοθέλω (ευδοκώ) καλοθωρώ (οξυδερκώ) καλοκαιρίζει (ευδιάζει, ξανοίγει, ξεσυννεφιάζει) καλοκαρδίζω (ευφραίνω, χαροποιώ) καλοκοιτάζω (καλοβλέπω) καλοπιάνω (κολακεύω) καλοριζικεύω (ευμοιρώ) καλοσκαμνίζω (καλοδέχομαι) καλοσκέπτομαι (καλομελετώ) καλοτυχίζω (μακαρίζω, ευτυχίζω) καλπάζω (τριποδίζω, εξιππάζομαι) καλύπτω (σκεπάζω) καλυτερεύω (βελτιώνω) καλώ (φωνάζω, προσκαλώ) καμαρώνω (κομπάζω, επαίρομαι, κορδώνομαι,
ναρκισσεύομαι, υπερηφανεύομαι, περιαυτολογώ,
καυχησιολογώ, αλαζονεύομαι, κομπορρημονώ,
υψηλοφρονώ, γαυριώ, καυχώμαι, κλασαυχενίζομαι,
μεγαλοφρονώ, μεγαλαυχώ, αυτοεπαινούμαι,
κοκορεύομαι, υπερορώ, αρχοντοπιάνομαι,
σεμνύνομαι, στομφάζω, λαμπρύνομαι, λαβρεύομαι,
μεγαλύνομαι, υπερφρονώ, περπερεύομαι,
παινεύομαι, ξιπάζομαι, μεγαλορρημονώ, υπεραυχώ,
μεγαληγορώ, μεγαλολογώ, ψηλοπατώ)
καμουτσικίζω
(μαστιγώνω) κάμπτομαι (κυρτούμαι, λυγίζω, γαμψούμαι,
καμπυλώνομαι, βλαισούμαι)
κάμπτω
(λυγίζω) καμώνομαι (προσποιούμαι) κανιβαλίζω (καταξεσχίζω, κατασπαράζω, καταγνάφω) κανονίζω (ρυθμίζω, τακτοποιώ, διέπω, συντονίζω) κάνω (φτιάχνω, κατασκευάζω) καπακώνω (αποκρύπτω) καπαρώνω (προαγοράζω, αγκαζάρω, προσυμφωνώ) καπελώνω (χειραγωγώ) καπηλεύομαι (επωφελούμαι) καπριτσώθηκε (πεισμάτωσε) καραδοκώ (καιροφυλακτώ) καρατομώ (αποκεφαλίζω, αυχενίζω, λαιμοτομώ)
καρδαμώνω (ενδυναμώνομαι,αναρρώνω,τονώνομαι) καρδιοχτυπώ (αγωνιώ) καρκινοβατώ
(βραδυπορώ, καθυστερώ) καρπίζω (καρποφορώ) καρπώνομαι (απολαμβάνω, επωφελούμαι) καρτερώ (υπομένω, ανέχομαι, μακροθυμώ,
ανεξικακώ, αμνησικακώ, αντέχω)
καρφώνω
(προδίδω, καταδίνω) κασσιτερώνω (γανώνω) καταβάλλομαι (εξαντλούμαι, τενιάζω, ρεύω) καταβάλλω (νικώ) καταβοώ (γιουχαϊζω) καταγγέλλω (μαρτυρώ, μηνύω)
κατάγομαι
(βαστώ, γονοκρατιέμαι, ορμώμαι) κατάγω (κατεβάζω) καταδεικνύω (επιδηλώ, φανερώνω, υπεκφαίνω) καταδίδω (προδίδω) καταδιώκω (κατατρέχω) καταδύω (βουτώ) καταζητώ (καταδιώκω) καταθορυβώ (αναστατώνω) καταιγίζομαι (καταβρέχομαι) καταιονώ (καταβρέχω, μουσκεύω) κατάκειμαι (ασθενώ) κατακεραυνώνω (κεραυνοβολώ) κατακερματίζω (κατακομματιάζω) κατακλίνομαι (ξαπλώνω, τεντώνομαι, ξαπλαρώνω) κατακλύζω (πλημμυρίζω, ξεχειλίζω) κατακρεουργώ (κατασφάζω)
κατακρίνω (αιτιώμαι, κατηγορώ, επιτιμώ, επιπλήττω,
στηλιτεύω, στιγματίζω, κακίζω, καταλαλώ, ψέγω,
κατσαδιάζω, αποπαίρνω, μαλώνω, λαβίζω)
κατακτώ (κυριεύω, καταλαμβάνω) κατακυρώνω
(επιδικάζω) καταλαβαίνω (εννοώ, αντιλαμβάνομαι) καταλέγω (συγκαταριθμώ) καταλογίζω (καταμαρτυρώ, μέμφομαι) καταμαρτυρώ (καταγγέλλω) καταμερίζω (κομματιάζω) καταναγκάζω (υποχρεώνω) καταναλώνω (ξοδεύω) κατανέμω (διαμοιράζω) κατανεύω (συγκατατίθεμαι) κατανοώ (καταλαβαίνω)
καταντώ (ξεπέφτω, καταπίπτω, καταρρέω,
αποβαίνω, καταλήγω, απογίνομαι, κατολισθαίνω,
περιέρχομαι, εξαθλιώνομαι, περιάγομαι, περιπίπτω)
καταξιώνομαι (αναγνωρίζομαι, δικαιώνομαι)
καταπιέζω (τυραννώ, καταδυναστεύω, βασανίζω,
ταλαιπωρώ)
καταπίνω (καταβροχθίζω, χάφτω, λάπτομαι) καταπλέω (προσορμίζομαι) καταπλήσσω (εντυπωσιάζω) καταπολεμώ (κατατροπώνω) καταπονώ (ταλαιπωρώ, κατατρύχω, εξαντλώ,
καταβάλλω, κουράζω, παιδεύω, ταλανίζω)
καταργώ (ακυρώνω,καταλύω,αχρηστεύω,καθαιρώ)
καταριέμαι (αναθεματίζω, βλασφημώ)
καταριθμώ (καταγράφω, συγκαταλέγω) καταρρέω (πίπτω) καταρρίπτω
(γκρεμίζω) καταρτίζω (εκπαιδεύω, επιμορφώνω, κατατοπίζω) κατασιγάζω (ηρεμίζω) κατασκευάζω (φτιάχνω) κατασκοπεύω (ατενίζω, διοπτεύω) κατασπιλώνω (ατιμάζω) κατασταλάζω (καταλήγω) καταστέλλω (καταπνίγω) καταστρέφω (λυμαίνομαι, λεηλατώ) καταστρώνω (καταρτίζω) κατατάσσω (ταξινομώ) κατατείνω (κατευθύνομαι, προσανατολίζομαι) κατατοπίζω (ενημερώνω) κατατρέχω (καταδιώκω) καταφέρνω (κατορθώνω) καταφέρομαι (εναντιώνομαι) καταφεύγω (προστρέχω) καταφοιτώ (κατέρχομαι) καταφρονώ (αψηφώ) καταχρώμαι (κακομεταχειρίζομαι) καταχωρίζω (καταγράφω) καταψηφίζομαι (μαυρίζομαι) καταψύχω (παγώνω) κατεβάζω (μειώνω) κατεβαίνω (κατηφορίζω) κατεδαφίζω (γκρεμίζω) κατευθύνω (καθοδηγώ) κατευνάζω (καθησυχάζω) κατευοδώνω (ξεπροβοδίζω)
κατηγορώ (κατακρίνω,μέμφομαι,δυσφημώ,αντικοτώ,
κακολογώ, διαβάλλω, ενοχοποιώ, κουσελεύω,
διασύρω, ξεφωνίζω, ψεγαδιάζω, καταφέρομαι)
κατολισθαίνω (κατρακυλώ) κατοπτεύω
(παρατηρώ, καταθεώμαι, σκοπιάζω)
κατορθώνω (καταφέρνω, ευστοχώ, επιτυγχάνω)
κατοχυρώνομαι (διασφαλίζομαι, σιγουρεύομαι) κατοχυρώνω
(διασφαλίζω) κατρακυλώ (κρημνίζομαι, κουτρουβαλώ)
καυσαλίζω
(φρυγανίζω, καβουρδίζω) καυτηριάζω (κατακρίνω) καυχώμαι (κομπάζω, κομπορρημονώ) καψώνω (λιβακώνομαι) κείμαι (βρίσκομαι, κείτομαι) κείτομαι (ξαπλώνω, κοιμάμαι) κελεύω (παρακινώ, παροτρύνω) κεντρίζω (παροτρύνω) κεντώ (τσιμπώ)
κενώνω (αδειάζω, απαντλώ) κεραυνώνω (κεραυνοβολώ)
κερδίζω (πορίζομαι, αποκτώ, καρπούμαι, καζαντίζω,
νέμομαι, εκμεταλλεύομαι, ωφελούμαι, απολαμβάνω,
αποκερδαίνω, διαφορεύω, αρμέγω
) κερώνω (χλομιάζω, κιτρινίζω) κηδεύω (ενταφιάζω) κηλιδώνω
(σπιλώνω)
κηρύσσω (αναγγέλλω, γνωστοποιώ) κιβδηλεύω (νοθεύω) κινητοποιώ (ενεργοποιώ) κινώ (μετατοπίζω) κλαγγάζω (αντηχώ) κλαίω (οδύρομαι, θρηνώ, ολοφύρομαι) κλαρίζω (κλαδοτομώ) κλέβω (ληστεύω, αρπάζω, υπεξαιρώ, καταχρώμαι, αμακώνω, ξαφρίζω, λαθροχειρώ, ζαπώνω) κλείω (κλειδώνω, φράσσω, σφαλίζω, βαδώνω, αμπαρώνω) κληροδοτώ (απαφήνω, καταλείπω) κλιμακώνω (εντείνω) κλίνω (ρέπω, γέρνω) κλονίζω (τραντάζω, ταρακουνώ) κλοτσώ (λακτίζω, τσινώ) κλυδωνίζομαι (κυμαίνομαι, ταράσσομαι) κλωσώ (επωάζω, πυρκάζω, νεοσσεύω) κόβω (τεμαχίζω, τέμνω) κοιμίζω (βαυκαλίζω) κοιμώμαι (καθεύδω, πλαγιάζω, κατακλίνομαι, αωτώ) κοινολογώ (κοινοποιώ) κοιτάζω (βλέπω, παρατηρώ) κοκαλώνω (αποσβολώνομαι, μαρμαρώνω) κοκκινίζω (ερυθραίνω, ροδίζω, πορφυρώ) κοκορεύομαι (κομπάζω, μεγαλαυχώ) κολάζω (τιμωρώ, βασανίζω) κολάζομαι (αμαρταίνω) κολακεύω (καλοπιάνω,περιποιούμαι,κομπλιμεντάρω, λιβανίζω, γαλιφίζω) κολατσίζω (προγευματίζω) κολλώ (προσαρτώ) κολοβώνω (σκολύπτω, κουτσουρεύω) κολυμπώ (επινέω, νήχομαι) κομίζω (μεταφέρω) κομματιάζω (θραύω, σπάζω) κομπιάζω (ντηριέμαι, τραυλίζω, ξεροκαταπίνω) κομπλάρω (διστάζω) κομψεύομαι (σενιαρίζομαι, ενωραϊζομαι) κονεύω (καταλύω) κονταίνω (μικραίνω) κοντεύω (σιμώνω) κοντράρω (αντιτίθεμαι) κοντρολάρω (ελέγχω) κοπάζω (λιγοστεύω, ελαττώνομαι) κοπανίζω (στουμπίζω) κοπιάζω (μοχθώ, κουράζομαι, πασχίζω, ιδροκοπώ) κοπρίζω (αφοδεύω, αποπατώ, κουτσουλίζω, τσιλάω, τσιρλίζω) κοπροσκυλιάζω (οκνεύω) κορδώνομαι (περηφανεύομαι, υψαυχενίζω) κοροϊδεύω (λοιδορώ, χλευάζω, ειρωνεύομαι, κογιονάρω, μυκτηρίζω, περιπαίζω, περιγελώ, σκώπτω, σαρκάζω, αναμπαίζω, επιτωθάζω, μωκίζω, κερτομώ, καταμιμούμαι) κορυβαντιώ (παραφέρομαι, μανιάζω) κορυφώνω (υπερυψώνω) κορώνω (ξανάβω, εξάπτομαι) κοσκινίζω (σινιάζω, κρησαρίζω) κοσμώ (στολίζω, ομορφαίνω) κοστίζω (στοιχίζω) κοτσάρω (προσαρτώ) κουβαλώ (μεταφέρω, εκκομίζω) κουβαριάζομαι (μαζεύομαι) κουβαριάζω (περιτυλίγω, σφουρλιάζω) κουβεντιάζω (ομιλώ, συζητώ, διαλέγομαι) κουδουνίζω (καμπανίζω) κουκουλώνω (σκεπάζω) κουλουριάζω (περιελίσσω) κουμαντάρω (διευθύνω) κουμπώνω (θηλυκώνω) κουνώ (σείω, ζαγκανάω) κουράζομαι (μοχθώ, κοπιάζω, μπαφιάζω, αποκάνω, εξαντλούμαι, κλατάρω, ρέβω, βαλαντώνω, γανιάζω, κατατρίβομαι, καταπονούμαι, ποζουρτώ) κουράζω (καταπονώ) κουράρω (νοσηλεύω, περιποιούμαι, βαγιλίζω) κουρελιάζω (κατεξευτελίζω) κουρεύω (μπαρμπερίζω, ψαλιδίζω) κουρκουτιάζω (αποβλακώνομαι, ξεκουτιάζω) κουρντίζω (ερεθίζω, εκνευρίζω) κουρσεύω (κυριεύω) κουτρουβαλώ (κατρακυλώ) κουτσαίνω (χωλαίνω) κουτσομπολεύω (σουρεύγω) κουτσουρεύω (μειώνω) κουφάθηκα (εξεπλάγην) κουφολογώ (ανοητολογώ,βλακολογώ,μωρολογώ, χαζοκουβεντιάζω) κοψομεσιάζομαι (καταπονούμαι) κραδαίνω (σείω, τραντάζω) κράζω (βοώ, φωνάζω) κρατσανάω (τραγανίζω) κρατύνω (ενισχύω, ισχυροποιώ, ατσαλώνω) κρατώ (βαστώ) κραυγάζω (αλαλάζω, φωνάζω, ξελαρυγγιάζομαι) κρεβατώνομαι (αρρωσταίνω) κρέμαμαι (αιωρούμαι, μετεωρίζομαι) κρεματζουλιέμαι (κρέμομαι) κρεμώ (αναρτώ) κρεπάρω (καταθλίβομαι) κρημνίζω (πρανίζω, πρηνίζω) κριματίζομαι (αμαρτάνω) κρίνω (νομίζω, φρονώ) κροτώ (ηχώ, βροντώ) κρουσταίνω (πυκνούμαι) κρούω (χτυπώ) κρύβω (καλύπτω, σκεπάζω, καϊπώνω) κρυφακούω (ωτακουστώ) κρυώνω (μαργώνω) κτίζω (οικοδομώ, θεμελιώνω) κτυπώ (πλήττω, πληγώνω, κρούω) κυβερνώ (εξουσιάζω, άρχω) κυβιστώ (πηδώ, σκιρτώ) κυκλοφορώ (τριγυρίζω,περιφέρομαι,γυροφέρνω) κυκλώνω (περιτριγυρίζω, γυρώνω, περιζώνω) κυλλώ (κουτσαίνω, χωλαίνω) κυνηγώ (θηρεύω, αγρεύω) κυοφορώ (εγκυμονώ) κυριαρχώ (εξουσιάζω) κυριεύω (κατακτώ) κυριολεκτώ (κυριολογώ, ακριβολογώ) κυρτώνω (λυγίζω) κωλοβαράω (βαριέμαι, μουργελιάζω) κωλοτουμπιάζω (υπαναχωρώ) κωλυσιεργώ (παρεμποδίζω) κωλύω (εμποδίζω, είργω, αλικοντίζω) κωλώνω (διστάζω) κωφεύω (αδιαφορώ, εθελοκωφώ, ανηκουστώ)

Λ
λαβώνω (τραυματίζω)
λαγγεύω (επιθυμώ, λαχταρώ)
λαγχάνει (λαχαίνει, τυχαίνει)
λαδώνω (λιπαίνω)
λαθεύω (σφάλλω, αβλεπτώ)
λαιμίζω (σφάζω)
λακκίζω (περισκάπτω, ορύσσω)
λακτίζω (κλοτσώ)
λακώ (νωτίζω)
λακωνίζω (βραχυλογώ, βραχυμυθώ, κοντολογώ)
λάλησε (μωράθηκε)
λαλώ (ομιλώ, λέγω)
λαμβάνω (παίρνω, δέχομαι)
λάμνω (κωπηλατώ)
λαμπαδιάζω (φλέγομαι)
λαμπικάρω (ξεθολώνω)
λαμπρύνω (ευμορφαίνω)
λάμπω (ακτινοβολώ, απαστράπτω, σελαγίζω,
αιγλοβολώ, φεγγοβολώ, λαμποκοπώ)
λαναρίζω (ξαίνω) λανθάνω (λαθεύω) λανσάρω
(προβάλλω) λαξεύω (χαράσσω, σκαλίζω) λαρυγγίζω (σκούζω, κρώζω, βερβερίζω) λαρώνω (ηρεμώ) λασκάρω (χαλαρώνω) λασπολογώ (διασύρω, συκοφαντώ, αβανίζω) λατομώ (λιθοτομώ, πετροκοπώ) λατρεύω (αγαπώ, συμπαθώ) λαφυραγωγώ (λεηλατώ, διαγουμίζω) λαχανιάζω (ασθμαίνω, κοντανασαίνω, αγκομαχώ, πνευστιώ) λέγω (ομιλώ, αφηγούμαι, αποστοματίζω) λεηλατώ (ερημώνω, ληστεύω, κουρσεύω, διαρπάζω, λαφυραγωγώ) λειαίνω (εξομαλύνω) λείπω (απουσιάζω) λείχω (γλείφω) λεκιάζω (λερώνω) λεπταίνω (ισχναίνω) λερώνω (βρομίζω, ρυπαίνω) λευκαίνω (ασπρίζω) λήγω (τελειώνω, σταματώ, καταστέλλω, παύω) λησμονώ (ξεχνώ, αμνημονώ, αμνηστώ) ληστεύω (αρπάζω,κλέβω,πλιατσικολογώ,σκυλεύω) λιανίζω (τεμαχίζω) λιγδώνω (λεκιάζω) λιγοθυμώ (λιποθυμώ) λιγοστεύω (ελαττώνω) λιγουρεύομαι (λιμπίζομαι) λιθοβολώ (πετροβολώ) λικνίζω (πάλλω) λιμάρω (ρινίζω) λιμοκτονώ (λιμάζω) λιμπίζομαι (ποθώ, ορέγομαι) λιποτακτώ (λιποστρατώ) λιποψυχώ (λιποθυμώ) λιώνω (ρευστοποιώ) λογαριάζω (μετρώ, αριθμώ) λογίζομαι (θεωρούμαι) λογικεύομαι (ορθοφρονώ) λογοδοτώ (απολογούμαι) λογοκοπώ (αερολογώ) λογοκρίνω (φιμώνω, βουβαίνω, μουγκαίνω) λογομαχώ/λογοφέρνω λογοποιώ (συγγράφω,λογογραφώ,ιστορώ) λοιδορώ (κοροϊδεύω, χλευάζω, αναγελώ) λοξοκοιτάζω (λοξοβλέπω, στραβοκοιτάζω, ζαβοθωρώ, στραβοθωρώ) λουλουδίζω (ανθίζω) λουστράρω (στιλβώνω) λουφάζω (λαγιάζω) λοχεύω (τίκτω, γεννώ) λυγίζω (κάμπτω, γνάμπτω) λυμαίνομαι (καταστρέφω, λεηλατώ) λυτρώνομαι (γλιτώνω) λυτρώνω (απαλλάσσω, ελευθερώνω) λυπούμαι (θλίβομαι, αθυμώ, ακαχίζομαι) λυπώ (θλίβω, στενοχωρώ, πικροκαρδίζω) λωλαίνω (τρελαίνω, κουζουλαίνω)

 

Μ

μαγαρίζω (βρομίζω)
μαγγανεύω (γοητεύω, μαγεύω)
μαγεύω (γοητεύω, θέλγω)
μεγιστοποιώ (υπερμεγεθύνω)
μαγκώνω (πιάνω)
μαγνητίζω (σαγηνεύω)
μαδώ (αποψιλώνω, αποπτιλώ, εκποκίζω, λουβώ, 
ξεπουπουλιάζω, τριχομαλλώ, ξεφτερίζω)
μαζεύω (αθροίζω, συλλέγω, συνάζω,
συγκεντρώνω, συσσωρεύω)
μαθαίνω (πληροφορούμαι, διδάσκομαι) μαθεύτηκε (γνωστοποιήθηκε) μαθητεύω (σπουδάζω, διδάσκομαι) μαίνομαι (οργιάζω, λυσσομανώ) μακαρίζω (επαινώ, εγκωμιάζω) μακραίνω (επιμηκύνω) μακρηγορώ (απεραντολογώ) μακροημερεύω (πολυημερεύω, μακροβιώ) μακροθωρώ (προορώ) μαλάζω (μαλακώνω) μαλακώνω (πραϋνω, ηρεμίζω) μαλώνω (φιλονικώ) μανδρίζω (αυλίζω) μανουβράρω (ελίσσομαι) [μανούβρα=ελιγμός] μαντάρω (καρικώνω)
μαντεύω (προλέγω, προφητεύω) μαντρώνω (περιφράσσω, σηκάζω) μαραζώνω (μαραγκιάζω) μαραίνω (μαραγκιάζω, κατσιάζω) μαργιολεύω (τεχνάζομαι, δολοφρονώ) μαρκάρω (σημαδεύω) μαρτυρώ (καταγγέλλω, βεβαιώνω) μασάω (στομοκοπώ, ματσαλάω, μαστάζω) μαστιγώνω (χτυπώ, δέρνω, μαστίζω) μαστορεύω (μερεμετίζω, επιδιορθώνω) ματαβλέπω (ξαναβλέπω) ματαιώνω (ακυρώνω, παρεμποδίζω, αποτρέπω) ματώνω (αιμορραγώ, αιμορροώ, αιμάσσω) μαυρίζω (μελαίνω, μελανώνω) μάχομαι (πολεμώ, αγωνίζομαι, συγκρούομαι) μεγαλοπιάνομαι (αρχοντοπιάνομαι) μεγαλοποιώ (εξογκώνω, υπερβάλλω) μεγαλώνω (αυξάνω, μεγεθύνω) μεγεθύνω (αυξάνω, μεγαλώνω) μεθαρμόζω (αναπροσαρμόζω) μεθερμηνεύω (μεταφράζω) μεθίσταμαι (μεταφέρομαι) μεθοδεύομαι (σοφίζομαι, επινοώ) μειγνύω (ανακατώνω, συμφύρω, χαρχαλεύω, συνονθυλεύω, σμίγω) μειονεκτώ (υστερώ) μειώνομαι (νικιέμαι, ηττώμαι, ταπεινώνομαι) μειώνω (ελαττώνω, μικραίνω) μελαγχολώ (βαρυθυμώ) μελανιάζω (μαυρίζω) μελετώ (διαβάζω, εξετάζω) μελοποιώ (μελουργώ) μελωδώ (τραγουδώ) μέμφομαι (κατηγορώ, κατακρίνω) μεμψιμοιρώ (παραπονιέμαι, κλαίγομαι, γκρινιάζω) μένω (κατοικώ) μερακλώνομαι (υπεξαίρομαι) μερίζω (διαμοιράζω) μερικεύω (ειδικεύω) μεριμνώ (επιμελούμαι, φροντίζω, ενδιαφέρομαι, προνοώ) μεροληπτώ (ετερομερώ, προσωποληπτώ) μεσιτεύω (μεσολαβώ) μεσολαβώ (μεσιτεύω, παρεμβαίνω, μεσάζω, πρεσβεύω, παρεμβάλλομαι, παρεμπίπτω) μεσουρανώ (ακμάζω, ευδοκιμώ) μεταβαίνω (μεθίσταμαι) μεταβάλλω (αλλάζω, μετατρέπω, μεταπλάσσω) μεταβιβάζω (μεταφέρω, μετακομίζω) μετάγω (μετακομίζω, μεταφέρω, μετακινώ, μετατοπίζω) μεταδίδω (κοινοποιώ) μεταθέτω (μετατοπίζω, μετακυλίω) μεταλαβαίνω (κοινωνώ) μεταλαμπαδεύω (διαφωτίζω) μεταλλάσσω (μεταβάλλω) μεταμελούμαι (μετανοώ) μεταμορφώνω (μετασχηματίζω) μεταμφιέζω (μασκαρεύω, καμουφλάρω, παραλλάζω) μεταναστεύω (εκπατρίζομαι, αποδημώ) μετανοώ (μετανιώνω, μεταμελούμαι) μεταπείθω (μεταστρέφω, μεταδιδάσκω) μεταπέμπω (μετακαλώ) μεταπίπτω (μεταβάλλομαι) μεταποιώ (τροποποιώ) μεταπωλώ (μεταπρατώ) μεταρρυθμίζω (αναδιοργανώνω, αναμορφώνω) μεταρσιώνω (ανυψώνω) μετασκευάζω (ανασχηματίζω) μετατάσσω (μεταθέτω) μετατοπίζω (μετακινώ, μεταφέρω) μετατρέπω (αλλάζω, μεταβάλλω, μεταποιώ) μεταφράζω (ερμηνεύω) μεταχειρίζομαι (χρησιμοποιώ) μετέρχομαι (χρησιμοποιώ) μετέχω (συμμετέχω) μετοικώ (αποδημώ) μετριάζω (αμβλύνω, εκτονώνω, χαλαρώνω) μετρώ (αριθμώ, λογαριάζω) μηδενίζω (εξαφανίζω) μηνύω (καταγγέλλω, εγκαλώ) μηρυκάζω (αναχαράζω, αναμασώ, μαρκιούμαι) μηχανεύομαι (τεχνάζομαι, επινοώ) μηχανορραφώ (σκευωρώ) μιαίνω (μολύνω, μολεύω) μικραίνω (ελαττώνω, μειώνω) μιμούμαι (πιθηκίζω, αντιγράφω, κοπιάρω) μιρλιάζω (παραπονιέμαι, μιρλίζω) μισεύω (ξενιτεύομαι) μισώ (απεχθάνομαι,αντιπαθώ,εχθρεύομαι,εχθραίνω) μνημονεύω (αναφέρω, θυμίζω) μνησικακώ (μανιοκρατώ) μνηστεύω (αρραβωνιάζω) μονοιάζω (συμφιλιώνω, καταλάσσω, συμβιβάζω) μοιράζω (μερίζω, διανέμω) μοιρολογώ (θρηνολογώ) μολάρω (αμολάω, αφήνω) μολύνω (μιαίνω, λερώνω, βορβορώ) μονάζω (ασκητεύω, καλογερεύω) μοντάρω (συναρμολογώ, συναρμόζω, αμματίζω) μοντερνίζω (καινοτομώ, νεοτεριζω) μορφοποιώ (διαμορφώνω) μορφώνω (σχηματίζω) μουρμουρίζω (ψιθυρίζω) μοστράρω (εκθέτω) μουγκρίζω (βρυχώμαι) μουδιάζω (αιμωδώ) μουλαρώνω (πεισματώνω) μουτρώνω (κατσουφιάζω, στυγνάζω) μουχλιάζω (σαχνιάζω) μοχθώ (κοπιάζω, κουράζομαι, καταπονούμαι) μπαγιατεύω (παλιώνω, πολυκαιρίζω) μπάζω (συμπτύσσομαι) μπαίνω (εισχωρώ, εισέρχομαι) μπαλώνω (επιδιορθώνω,επισκευάζω,επιρράπτω) μπασταρδεύω (νοθεύω) μπατάρω (γέρνω, αποκλίνω) μπατιρίζω (χρεοκοπώ) μπερδεύω (αναμειγνύω) μπήγω (χώνω, καρφώνω) μπλοκάρω (περικυκλώνω) μπογιατίζω (χρωματίζω, βάφω, θωριάζω) μπολιάζω (εμβολιάζω) μπορώ (δύναμαι, σθένω) μπουμπουκιάζω (ανθίζω, αναθάλλω) μπουνταλοφέρνω (χαζοφέρνω) μπουρδολογώ (σαχλαμαρίζω) μπουρμπουλώνομαι (κουκουλώνομαι) μυκτηρίζω (σκώπτω, περιγελώ, κοροϊδεύω) μυτερώνω (καταστομώ, οξύνω) μυώ (διδάσκω, κατηχώ, μυσταγωγώ) μωραίνω (αποβλακώνω, κουτιαίνω)

 

Ν

ναρκισσεύομαι (αυτοθαυμάζομαι, καμαρώνομαι)
ναρκοθετώ (υπονομεύω)
ναυαγώ (καταποντίζομαι, καραβοτσακίζομαι)
ναυκρατώ (θαλασσοκρατώ)
ναυλοχώ (αγκυροβολώ)
ναυσιπλοώ (ποντοπορώ, θαλασσοδρομώ)
ναυτίλλομαι (θαλασσοπορώ)
ναυτιώ (εμώ, αηδιάζω)
ναυτολογούμαι (μπαρκάρω)
νεκρώνω (θανατώνω)
νέμω (μοιράζω)
νεοτεριζω (καινοτομώ, μοντερνίζω, εκσυγχρονίζομαι)
νερουλιάζω (πλαδαρεύω, εξυδαρούμαι)
νερώνω (υδατώνω)
νετάρω (αποτελειώνω,ξεμπερδεύω,ξεμπλέκω)
νευριάζω (τσατίζω)
νευροκοπώ (νευροτομώ, απονευρώνω)
νεύω (γνέφω, συναινώ, νευστάζω)
νεφελούται (συννεφιάζει)
νεώνω (ανακαινίζω, νεοποιώ)
νεωτερίζω Βλέπε: νεοτερίζω
νηστεύω (σαρακοστεύω, αποσιτώ, αποκρεύω)
νίβομαι (πλένομαι)
νικιέμαι (ηττώμαι, μειώνομαι)
νικώ (επικρατώ, υπερέχω, κατατροπώνω, κατισχύω,
υπερτερώ)
νοθεύω (παραποιώ, παραχαράσσω, κιβδηλεύω,
μπασταρδεύω, απομιμούμαι, μανιπουλάρω,
ψευτίζω)
νοιάζομαι (μεριμνώ)
νοικιάζω (μισθώνω)
νοικοκυρεύω (ευπρεπίζω, συγυρίζω)
νομίζω (κρίνω, φρονώ, φαντάζομαι, υποθέτω, 
θεωρώ, θαρρώ)
νοσηλεύω (θεραπεύω, γιατρεύω)
νοσταλγώ (ποθώ)
νοστιμεύω (εφηδύνω, γλυκαίνω)
νοώ (αντιλαμβάνομαι, νογάω)
νοσώ (ασθενώ, πάσχω, αδιαθετώ, ανημπορώ)
νταγιαντίζω (υπομένω)
νταλακιάζω (παραπίνω)
ντανιάζω (στοιβάζω)
νταντεύω (βρεφοκομώ, βαγιουλεύω)
νταραβερίζομαι (αλισβερίζομαι,συναλλάσσομαι)
ντεραπάρω (ανατρέπομαι)
ντουρώνω (ορμώ)
ντρακανιέμαι (ταλαντεύομαι, κλυδωνίζομαι)
ντρέπομαι (αισχύνομαι, ευλαβούμαι)
ντύνω (ενδύω)
νυκτερεύω (αγρυπνώ, παννυχίζω)
νυκτοπερπατώ (νυκτοπορεύω, νυκτοβαδίζω,
νυκτοπορώ)
νυκτώνει (βραδιάζει)
νυμφεύω (παντρεύω)
νυστάζω (γλαρώνω, κουτουλώ, υπνώττω)
νωθρεύω (οκνεύω, επιρραθυμώ, απραγμονώ)
νωτίζω (λακίζω)

Ξ
ξαγρυπνώ (εγρηγορώ, νυκτερεύω)
ξαίνω (λαναρίζω)
ξαλαφρώνω (ανακουφίζομαι)
ξαναγυρίζω (επιστρέφω, επανέρχομαι)
ξανασαίνω (αναπαύομαι)
ξαπλώνω (πλαγιάζω)
ξαστερώνω (αιθριάζω, καλοκαιρεύω) ξεβιδώνω
(αποκοχλιώνω) ξεβλαστίζω (θάλλω) ξεβοτανίζω (εκθαμνίζω, ξεχορταριάζω, ξεχορτίζω,
ανασκαφίζω)
ξεβουλώνω
(αποφράζω) ξεβράζω (εκβάλλω, ξερνώ) ξεβρακώνω (ξεγυμνώνω) ξεβρομίζω (ξεμαγαρίζω, εκκαθαρίζω) ξεγελώ (απατώ, πλανώ, παροδηγώ) ξεγράφω (διαγράφω) ξεγυμνώνω (γδύνω, ξεμπλετσώνω) ξεδένω (λύνω, ξελύνω) ξεδιαλέγω (επιλέγω) ξεδιπλώνω (ξετυλίγω) ξεζαλώνω (ξεφορτώνω) ξεζουμίζω (απομυζώ, στίβω, εκθλίβω) ξεθάβω (ξεχώνω, ξεχωνιάζω) ξεθηλυκώνω (ξεκουμπώνω) ξεθυμαίνω (καταπραϋνομαι ή ξεσπώ) ξεθυμώνω (ξεκακιώνω) ξεθωριάζω (ξασπρίζω) ξεκάνω (εξοντώνω, σφαγιάζω) ξεκαρφώνω (ξηλώνω) ξεκατινιάζω (καταπονώ) ξεκλέβω (εξοικονομώ, διαθέτω) ξεκλειδώνω (ξεμανταλώνω) ξεκληρίζω (αποδεκατίζω, εξολοθρεύω, ξεπαστρεύω, ξεπατώνω) ξεκόβομαι (αποσπώμαι, αποχωρίζομαι, αποξενώνομαι) ξεκόβω (απομακρύνω) ξεκοκαλίζω (καταβιβρώσκω) ξεκολλώ (αποσπώ) ξεκουβαριάζω (ξεσφουρλιάζω, ξετυλίγω) ξεκουμπίζομαι (απέρχομαι, φεύγω)
ξεκουράζομαι (αναπαύομαι, χουζουρεύω,
ραχατεύω, τεμπελιάζω, ρεμπελεύω, αποσχολάζω,
ριλαξάρω, ανακουφίζομαι, εφησυχάζω, ξαποσταίνω)
ξελασπώθηκα (σώθηκα, γλίτωσα, σιάχτηκα, φτιάχτηκα) ξελασπώνομαι (ορθοπατώ) ξελιγώνω
(κατακουράζω)
ξελαργεύω (αραιώνω, αναριεύω, αγανεύω,
αναργιώνω)
ξελογιάζω (ξεμυαλίζω, παραπλανώ) ξεμεθώ (ανανήφω) ξεμένω (στερούμαι) ξεμοναχιάζω (απομονώνω) ξεμοντάρω (αποσυναρμολογώ, αποσυνθέτω, εξαρμόζω, αποσυνάπτω) ξεμουδιάζω (ξεπιάνομαι) ξεμουχλιάζω (ανακαρώνω, αναπαίρνω) ξεμπουκάρω (ξεπετάγομαι) ξεμπουρνταλιάζω (εξαναισχυντώ, προστυχεύω) ξεμυτίζω (ξεπροβάλλω, ξεπετιέμαι, ανακύπτω, ξεφυτρώνω, επιφαίνομαι) ξενιτεύομαι (αποδημώ, μισεύω, εκπατρίζομαι) ξενοιάζω (ηρεμώ, ξεσκοτίζομαι, αμεριμνώ) ξενυχτώ (αγρυπνώ, διανυκτερεύω) ξενώνω (εκποιώ, πωλώ) ξεξασπρίζω (καταλευκαίνω) ξεπαγιάζω (μαργώνω) ξεπακιάζομαι (παραφορτώνομαι) ξεπαραδιάζομαι (καταξοδεύομαι) ξεπατηκώνω (αντιγράφω, ξεσηκώνω, αποτυπώνω, αναπαριστάνω) ξεπέφτω (παρακμάζω) ξεπηδώ (εκπηγάζω) ξεπιάνομαι (ανακουφίζομαι) ξεπλένω (απονίζω, απονίπτω, διακλύζω, ξεβγάζω) ξεποδαριάζω (ξεθεώνω) ξεπορτίζω (ξεμυτίζω) ξεπουλώ (εκποιώ, απεμπολώ, ξεκάνω) ξεπουπουλιάζομαι (μαδιέμαι, πτερορροώ, τίλλομαι) ξεραίνω (στεγνώνω, εξικμάζω) ξεριζώνω (αφανίζω) ξερνώ (εξεμώ, εκχύνω) ξερογλείφομαι (λιγουρεύομαι) ξεροσταλιάζω (περιμένω, καρτερώ) ξεσαλώνω (αποχαλινώνομαι, παρεκτρέπομαι) ξεσηκώνω (διεγείρω) ξεσκαλώνω (ξεμπλέκω) ξεσκαρτάρω (αποδιαλέγω) ξεσκεπάζω (φανερώνω) ξεσκίζω (κατακομματιάζω, κατακόπτω) ξεσκονίζω (καθαρίζω) ξεσπαθώνω (ξεσπώ) ξεσπιτίζω (εξοικίζω) ξεσπώ (εκρήγνυμαι) ξεστολίζω (αποκοσμώ) ξεστραβώνομαι (διαφωτίζομαι) ξεστραβώνω (ισιώνω)
ξεστρατίζω (παρεκκλίνω, εκτρέπομαι, λοξοδρομώ, παρεκβαίνω) ξεστρίβω (χαλαρώνω, ξεσφίγγω) ξεσυνηθίζω (ξεμαθαίνω, απεθίζω) ξεταπώνω (εκπωματίζω) ξεταιριάζω (αποσυναρμολογώ) ξετρελαίνομαι (ενθουσιάζομαι) ξετρελαίνω (μαγεύω) ξετρυπώνω (ξεπροβάλλω) ξεφεύγω
(γλιτώνω) ξεφλουδίζω (αποφλοιώνω, απολεπίζω, εκβολβίζω,
αποκαυκαλίζω, εκλεπίζω)
ξεφορτώνομαι (ξεμπλέκω, ξεκάνω, ξεμπερδεύω) ξεφουρνίζω
(ξεστομίζω) ξεφράζω (ξεβουλώνω) ξεφτιλίζω (ταπεινώνω) ξεφυλλίζω (φυλλολογώ) ξεφυσώ (εκπνέω, αποπνέω) ξεχασκίζω (αποσβολώνομαι, εκπλήσσομαι) ξεχειλώνω (χαλαρώνω) ξεψαρώνω (αναθαρρεύω) ξεψυχίζω (πεθαίνω) ξηλώνω (ξεράβω) ξινίζω (οξίζω) ξοδεύω (δαπανώ, σπαταλώ, ξοδιάζω) ξουραφίζω (ξυρίζω)
ξοφλώ (ξεχρεώνω, αποπληρώνω, νετάρω, απαγαδίζω, χρεολυτώ) ξυλιάζω
(παγώνω) ξύνω (λειαίνω, ξέω) ξυπνώ (αφυπνίζω)  

Ο

ογκώνω (διαστέλλω φουσκώνω)
όγκωσα (χόρτασα)
οδεύω (πορεύομαι, προχωρώ)
οδοιπορώ (πεζοπορώ, ατραπίζω)
οδηγώ (άγω, φέρω)
οδύρομαι (θρηνώ, κλαίω, πλαντάζω, βρέμω)
οιδαίνω (πρήζομαι, τουμπανιάζω)
οικειοποιούμαι (σφετερίζομαι, εξιδιάζομαι,
παραιρούμαι)
οικοδομώ (κτίζω, θεμελιώνω)
οικονομώ (αποταμιεύω)
οικτίρω (ευσπλαχνίζομαι, λυπούμαι, συμπονώ,
ψυχοπονώ)
οινοποτώ (κρασοπίνω)
οιωνίζομαι (προφητεύω)
οκνώ (τεμπελιάζω, ραθυμώ, νωθρεύω, σελεμίζω,
ακαματεύω, κοπροσκυλιάζω, απρακτώ, χασομερώ,
ραστωνεύω)
ολιγωρώ (αμελώ, αδιαφορώ)
ολισθαίνω (γλιστρώ)
ολοκληρώνω (αρτιώνω, συμπληρώνω)
ολοφύρομαι (θρηνώ, οδύρομαι, ολολύζω)
ομαλύνω (ισιάζω, ισοπεδώνω, διομαλίζω)
ομιλώ (κουβεντιάζω,συζητώ,διαλέγομαι,μασλατεύω)
ομνύω (ορκίζομαι, ομόνω)
ομογνωμονώ (συμφωνώ, συμπλέω)
ομολογώ (συμφωνώ, συναινώ, συγκατανεύω)
ομορφαίνω (καλλωπίζω, στολίζω)
ομοφρονώ (ομοδοξώ, ομονοώ)
ομοψηφώ (συγκατατίθεμαι)
ονειδίζω (κατηγορώ, κατακρίνω, προσβάλλω, θίγω
καθάπτομαι)
ονειρεύομαι (ενυπνιάζομαι, νείρομαι)
ονειροπολώ (φαντασιοκοπώ)
ονομάζω (αποκαλώ, προσαγορεύω)
οξειδώνομαι (σκουριάζω)
οξύνω (εντείνω)
οπισθοδρομώ (οπισθοχωρώ)
οπλίζω (αρματώνω)
οραματίζομαι (οπτασιάζομαι)
οργανώνω (τακτοποιώ)
οργίζομαι (θυμώνω, αγανακτώ, σκυλιάζω, κακιώνω)
οργίζω (εξάπτω, ερεθίζω, συγχύζω)
οργώνω (αροτριώ, αλετρίζω, υνιάζω, ζευγαρίζω,
αροτριάζω, καματεύω)
ορέγομαι (επιθυμώ, θέλω, λιμπίζομαι, γλίχομαι)
οριστικοποιώ (παγιώνω)
ορθοποδώ (ευδοκιμώ, ευημερώ)
ορθώνομαι (στυλώνομαι, σηκώνομαι, υψώνομαι)
ορθώνω (υψώνω, σηκώνω)
ορίζω (διατάσσω, επιβάλλω, καθορίζω)
ορμίζω (προσαράσσω, αγκυροβολώ)
ορμώ (χιμίζω, επιτίθεμαι, βουρώ, γιουρντώ, 
μουντάρω, επιπίπτω)
ορμώμαι (κατάγομαι)
οροθετώ (οροσημαίνω, οριοθετώ)
ορρωδώ (φοβούμαι, δειλιάζω)
οσφραίνομαι (οσμίζομαι, μυρίζω)
ουρλιάζω (σκούζω,σκληρίζω,τσιρίζω,στριγγλίζω)
οχυρώνω (ταμπουρώνω)

Π
παγιδεύω (τσακώνω)
παζαρεύω (διαπραγματεύομαι)
παθαίνω (υφίσταμαι)
παθιάζομαι (συγκινούμαι, ενθουσιάζομαι)
παιδαγωγώ (διδάσκω, εκπαιδεύω, ανατρέφω,
μορφώνω, πωλοδαμνώ)
παιδεύω (βασανίζω, τυραννώ)
παιδιαρίζω (παιδιακίζω, μειρακεύομαι, μωρουδίζω,
νηπιάζω)
παίζεται (διακυβεύεται)
παίζω (διασκεδάζω, αστειεύομαι, αθύρω)
παίρνω (δέχομαι, λαμβάνω)
πακετάρω (συσκευάζω, αμπαλάρω)
παλαβώνω (μουρλαίνω)
παλαντζάρει (ανεβοκατεβαίνει, κυμαίνεται)
παλεύω (αγωνίζομαι,  μάχομαι)
παλιλλογώ (ταυτολογώ)
παλινωδώ (αναιρώ, ανακαλώ)
παλιώνω (πολυκαιρίζω, μπαγιατεύω)
πάλλω (σείω, κραδαίνω)
παλουκώνω (ανασκολοπίζω)
πανικοβάλλω (τρομάζω)
παντελονιάζω (εισπράττω)
παντρεύω (νυμφεύω, συζεύγω)
παραβαίνω (παραβιάζω, καταπατώ, παρατυπώ,
καταστρατηγώ)
παραβάλλω
(συγκρίνω) παραβγαίνω (αναμετριέμαι) παραβλέπω (υπομένω, ανέχομαι) παραγνωρίζω (υποτιμώ) παραγράφω (σβήνω, εξαλείφω) παράγω (αποφέρω,αποδίδω,ευφορώ,γενεσιουργώ) παραδέχομαι (αποδέχομαι, εγκρίνω) παραδοξολογώ (τερατολογώ) παραθέτω (παραλληλίζω)
παραιτούμαι (αποτραβιέμαι,εγκαταλείπω,αδιαφορώ) παρακάμπτω
(προσπερνώ) παρακινώ (κελεύω, παροτρύνω) παρακολουθώ (κατασκοπεύω) παρακούω (απειθαρχώ) παρακρατάει (παρατραβάει, παραβαστάει) παρακωλύω (παρεμποδίζω) παραλλάσσω (τροποποιώ) παραλείπω (παρατώ, προσπερνώ) παραληρώ (παραμιλώ) παραλληλίζω (παραβάλλω, παρομοιάζω) παραλογίζομαι (μαίνομαι, ανοηταίνω, ανισορροπώ) παραλύω (εξασθενώ) παραμελώ (αδιαφορώ) παραμερίζω (παραγκωνίζω, αναμεριάζω, υποσκελίζω, απαριάζω, περιθωριοποιώ, ακρίζω) παραμονεύω (ελλοχεύω, ενεδρεύω) παραμορφώνω (διαστρεβλώνω) παραμυθιάζω (παραπείθω, ξεγελώ) παρανομώ (αδικώ, αθεμιτουργώ) παρανοώ (παρεξηγώ) παραπαίω (τρικλίζω) παραπετιέμαι (παραμελούμαι) παραποιώ (αλλοιώνω, μεταβάλλω) παραπονιέμαι (διαμαρτύρομαι) παρασέρνω (παραπλανώ) παρασπονδώ (αθετώ, παραβαίνω) παραστρατώ (λοξοδρομώ) παρατάσσω (αραδιάζω)
παρατείνω (τρενάρω, παρελκύω, επιβραδύνω,
μηκύνω, μακραίνω, μακροχρονίζω, διαιωνίζω)
παρατηρώ (κοιτάζω, βλέπω, ατενίζω, αντρανίζω) παρατώ (αφήνω, εγκαταλείπω) παραφέρομαι (παρεκτρέπομαι) παραφρονώ (τρελαίνομαι) παραχαράσσω (παραποιώ) παραχώνω (θάβω, τυμβεύω, καταχωνιάζω) παραχωρώ (δίνω) παρδαλίζω (προστυχεύω) παρέδραμε (προσπέρασε) παρευρίσκομαι (παρίσταμαι) παρεισδύω (παρεισφρέω) παρεκτρέπομαι (παραστρατώ)
παρενείρω (παρεμβάλλω, παρενθέτω)
παρεξηγώ (παρανοώ, παρερμηνεύω, κακοπαίρνω) παρέρχομαι (περνώ, φεύγω)
παρέχω (δίνω, προσφέρω) παρηγορώ (ενθαρρύνω, εμψυχώνω, εγκαρδιώνω) παρρησιάζομαι (ευθυρρημονώ) περιγράφω (αναπαρασταίνω) περιλαμβάνω (περιέχω) παρομοιάζω (εξομοιώνω) παροξύνομαι (εξάπτομαι) παροπλίζω (αφοπλίζω) παροργίζω (εκνευρίζω) παρορώ (παραβλέπω) παροτρύνω (κελεύω, παρακινώ, παρωθώ) παρουσιάζω (εκθέτω, επιδεικνύω, προβάλλω,
μοστράρω, εμφανίζω, παραθέτω)
πασάρω
(μεταβιβάζω) πασπατεύω (θωπεύω, χαϊδεύω) πασχίζω (προσπαθώ) πάσχω (ασθενώ, νοσώ, υποφέρω, δεινοπαθώ, μοροπονώ) πατάσσω (χτυπώ) πατσίζω (εξισώνομαι) πατώ (στηρίζομαι) παύω (σταματώ, λήγω, διακόπτω) παχαίνω (χοντραίνω) πεδικλώνομαι (σκοντάφτω) πεζεύω (ξεκαβαλικεύω, αφιππεύω) πεθαίνω (τελευτώ, εκπνέω, αποβιώνω) πειθαρχώ (υπακούω)
πεινώ (λιμώττω, λιμάζω, ψωμολυσσώ, ψωμολιμάζω)
πειράζω (ενοχλώ, εκνευρίζω, κεντρίζω, τσιγκλώ,
κουρντίζω, θίγω, πικάρω)
πεισματώνω (εξοργίζω, χολιάζω) πεζοπορώ (πεζολατώ, περπατώ, οδοιπορώ,
δρομοκοπώ)
πελαγοδρομώ (παραπαίω)
πελάζω
(προσεγγίζω, πλησιάζω) πέμπω (στέλλω)
πενθώ
(θλίβομαι, θρηνώ) πένομαι (στερούμαι, απορώ, λιμοκτονώ, λυσσοπεινώ) πέπτω (χωνεύω) περαίνω (τελειώνω, εκπληρώνω, τερματίζω, περατώνω) περαιώνω (αποπερατώνω) πέρδομαι (βδέω, αερίζομαι) περιάγω (περιφέρω, κυκλογυρίζω) περιαυτολογώ (καυχιέμαι, αυτοεπαινούμαι) περιβάλλω (περιτριγυρίζω, περικυκλώνω) περιγελώ (κοροϊδεύω) περιδιαβάζω (σουλατσάρω) περιδινώ (στροβιλίζω, ανεμοκυκλίζω, στριφογυρίζω) περιδρομιάζω (παρατρώγω, παραχορταίνω) περιθάλπω (βοηθώ, παρηγορώ, κουράρω) περιθωριοποιούμαι (παραγκωνίζομαι) περικυκλώνω (αποκλείω, μπλοκάρω, πολιορκώ) περικλείω (περιβάλλω, περιστοιχίζω) περιλαβαίνω (τσακώνω) περιμαζεύω (περιποιούμαι) περιμένω (προσδοκώ, ελπίζω, απαντέχω) περιοδεύω (τριγυρνάω, περιέρχομαι) περιορίζω (περιστέλλω) περιπαίζω (κοροϊδεύω) περιπλέκω (δυσκολεύω, μπερδεύω) περιπλανώμαι (περιφέρομαι, πλάζομαι, αλητεύω, γκιζερίζω, αλανιαρίζω, τριγυρίζω) περισκοπώ (περιβλέπω) περισσεύω (πλεονάζω) περιστρέφω (στριφογυρίζω, κυκλίζω) περιτρέπομαι (αναποδογυρίζω, τουμπάρω) περιττολογώ (πλατειάζω) περιφέρω (περιγυρίζω) περιφρουρώ (προστατεύω) περιχαρακώνω (οχυρώνω) περνώ (διέρχομαι) περόνιασε (διαπέρασε, επηρέασε, σάρκωσε) περπατώ (βαδίζω, πορεύομαι, σεργιανίζω, περιδιαβάζω, σουλατσάρω) πεταλώνω (καλιγώνω) πεταρίζει (σκιρτάει) πετυχαίνω (καταφέρνω) πηγάζω (απορρέω) πηγαίνω (προχωρώ, πορεύομαι, κατευθύνομαι) πηδαλιουχώ (κατευθύνω, καθοδηγώ, τιμονεύω) πηνίζω (καρουλιάζω) πηχτώνω (συμπυκνώνω) πιάνω (συλλαμβάνω, γραπώνω) πιέζω (αναγκάζω, υποχρεώνω, ζορίζω, αγχώνω) πικάρω (χολώνω) πικραίνω (στενοχωρώ, λυπώ) πιλατεύω (ενοχλώ, βασανίζω) πίνω (ρουφώ) πιπιλίζω (επαναλαμβάνω) πιστεύω (ελπίζω, νομίζω) πιστομίζω (αναποδογυρίζω) πιστοποιώ (επικυρώνω, βεβαιώνω) πισωδρομώ (οπισθοχωρώ) πλάθω (μορφοποιώ, σχηματοποιώ) πλαισιώνω (περιστοιχίζω) πλακώνω (συμπιέζω, συνθλίβω) πλανίζω (ροκανίζω) πλανώ (ξεγελώ, εξαπατώ, παραπείθω, παγιδεύω) πλαταγίζω (ροχθώ) πλαταίνω (ευρύνω) πλέκω (συνθέτω) πλένω (διηθώ) πλεονάζω (αφθονώ, περισσεύω) πλεονεκτώ (υπερέχω, υπερτερώ, ταμαχιάζω) πλευρίζω (διπλαρώνω) πλέω (αρμενίζω) πληγώνω (πλήττω, χτυπώ) πληθαίνω (πολλαπλασιάζομαι) πλημμυρίζω (ξεχειλίζω, κατακλύζω) πληροφορούμαι (διδάσκομαι, μαθαίνω) πληροφορώ (ενημερώνω) πληρώ (γεμίζω) πλησιάζω (πελάζω, προσεγγίζω) πλήττω (χτυπώ, πληγώνω) πλιατσικολογώ (λαφυραγωγώ) πλοηγώ (πιλοτάρω, πηδαλιουχώ) πλουμίζω (στολίζω) πλουταίνω (ευπορώ, ματσώνομαι, καλοβαστιέμαι) πνίγω (απαγχονίζω, στραγγαλίζω, κρούβω, καρυδώνω) ποδένομαι (παπουτσώνομαι, υποδέω) ποδηγετώ (καθοδηγώ) ποδίζω (αράζω, αγκυροβολώ, εφορμίζω) ποθώ (επιθυμώ) ποικίλλω (στολίζω, εξωραϊζω, διακοσμώ, επανθίζω) ποιμαίνω (καθοδηγώ) ποιώ (πράττω, δημιουργώ) πολεμώ (μάχομαι, αγωνίζομαι) πολτοποιώ (χυλοποιώ) πολυλογώ (φλυαρώ) πομπεύω (ρεζιλεύω) πονηρεύω (διαβολεύω) πονοκεφαλιάζω (σκοτίζομαι) ποντάρω (στηρίζομαι) ποντίζω (φουντάρω, βυθίζω) πονώ (αλγώ) πορεύομαι (βαδίζω, περπατώ) πορεύω (βολεύομαι) πορθώ (καταστρέφω, λεηλατώ) πορίζω (προμηθεύω, εφοδιάζω, φουρνίρω) πορνεύω (εταιρώ, κασωρεύω) ποτίζω (αρδεύω) πουλεύω (διαφεύγω) πουντιάζω (ξεπαγιάζω) πραγματεύομαι (ασχολούμαι) πραγματώνω (κατορθώνω) πράττω (ποιώ, δημιουργώ) πραϋνω (μαλακώνω, ηρεμίζω, αρνεύω) πρέπει (αρμόζει, ταιριάζει, επιβάλλεται, χρειάζεται) πρεσάρω (πιέζω) πρεσβεύω (φρονώ) πρήζω (διογκώνω) πριμοδοτώ (επιχορηγώ) πριτσινώνω (καρφοδένω) προάγω (προβιβάζω) προαιρούμαι (διαλέγω, προτιμώ) προαισθάνομαι (προμαντεύω, μυρίζομαι, προγιγνώσκω) προαλείφομαι (προετοιμάζομαι) προασπίζω (προστατεύω) προβαδίζω (προπορεύομαι) προβαίνω (αρχινώ) προβάλλω (εμφανίζομαι) προβάρω (δοκιμάζω) προβιβάζω (προάγω) προβλέπω (προμαντεύω) προβληματίζω (σκοτίζω, ζαλίζω, ζουρλαίνω, αλαλιάζω) προγκίζω (αποπαίρνω) προγυμνάζομαι (προπονούμαι) προδιαθέτω (προκαταλαμβάνω, προϊδεάζω) προδίδω (απεμπολώ, μαντατεύω, σπιουνεύω) προδικάζω (προεξοφλώ) προεξάρχω (προϊσταμαι, πρωτοστατώ) προέρχομαι (κατάγομαι) προηγούμαι (προπορεύομαι) προθυμοποιούμαι (τσακίζομαι) προικίζω (εφοδιάζω) προκάνω (προφταίνω) προκαλώ (ερεθίζω, διεγείρω) προκαταβάλλω (προπληρώνω) προκηρύσσω (προαναγγέλλω) προκόβω (προοδεύω) προκρίνω (προτιμώ, επιλέγω) προκύπτω (αναφύομαι, παρουσιάζομαι) προλαβαίνω (προφτάνω, προκάνω) προλαμβάνω (αποσοβώ, αποτρέπω) προλέγω (μαντεύω, προφητεύω) προλειαίνω (προπαρασκευάζω, προετοιμάζω) προμαχώ (υπερασπίζομαι) προμελετώ (προσχεδιάζω) προμηθεύω (εφοδιάζω, εξοπλίζω) προνοώ (φροντίζω, προβλέπω) προξενώ (προκαλώ, καταφέρω) προοδεύω (προκόβω, εξελίσσομαι, ευδοκιμώ, χαϊρώνω) προοιωνίζομαι (προμαντεύω,προαγγέλλω, προμηνύω, προσημαίνω, προεικάζω, προαποφαίνομαι) προπαρασκευάζω (προετοιμάζω) προπέμπω (ξεπροβοδίζω, κατευοδώνω, ξεβγάζω) προπηλακίζω (βρίζω, κατακρίνω) προπονώ (προγυμνάζω) προσαγορεύω (προσφωνώ) προσάγω (προσκομίζω) προσαπαντώ (επισκέπτομαι) προσάπτω (προσκολλώ)
προσαρμόζομαι (εξοικειώνομαι, συνηθίζω)
προσαρμόζω (ταιριάζω)
προσβάλλω (θίγω)
προσβλέπω (ελπίζω)
προσγειώνω (προσεδαφίζω)
προσδοκώ
(ελπίζω, περιμένω, απεκδέχομαι,
απαντέχω, ευελπιστώ)
προσεγγίζω (πλησιάζω, πελάζω, ζυγώνω, σιμώνω,
κοντεύω, κοντοζυγώνω, αγχιμολώ) προσελκύω
(τραβώ) προσέρχομαι (πλησιάζω) προσέχω (φροντίζω, περιποιούμαι, ωρεύω)
προσηλώνομαι (αφοσιώνομαι, απορροφώμαι) προσηλώνω (στερεώνω, καρφώνω) προσθέτω
(επιθέτω) προσιδιάζει (ταιριάζει) προσκολλώμαι (προσδένομαι, αφοσιώνομαι) προσκομίζω (προσάγω) προσκρούω (τρακάρω) προσκυνώ (υποκλίνομαι, υποτάσσομαι) προσλαμβάνω (παίρνω) προσμένω (προσδοκώ, καρτερώ) προσπίπτω (προσκρούω) προσορμίζω (αγκυροβολώ) προσπαθώ (αποπειρώμαι) προσπελάζω (πλησιάζω) προσπορίζω (εφοδιάζω, προμηθεύω) προσπτύσσομαι (εναγκαλίζομαι) προστάζω (εντέλλομαι) προστατεύω (περιφρουρώ, προφυλάσσω) προσφέρω (παρέχω, δίνω, επιδαψιλεύω) προσχεδιάζω (προμελετώ) προσχωρώ (προσαρτώμαι, προσκολλώμαι, προσδένομαι, αγκιστρώνομαι) προτάσσω (προβάλλω) προτείνω (υποδεικνύω) προτίθεμαι (σκοπεύω, μέλλω, σχεδιάζω) προτιμώ (επιλέγω) προτρέπω (παρακινώ) προφασίζομαι (προκαλύπτομαι) προφητεύω (μαντεύω, προλέγω) προφταίνω (προλαβαίνω) προωθώ (προβιβάζω)
πρυτανεύω (κυριαρχώ, επικρατώ) πρωτοστατώ
(ηγούμαι, προϊσταμαι) πρωτεύω (αριστεύω, διαπρέπω) πρωτοτυπώ (καινοτομώ) πταίω (ευθύνομαι, ενέχομαι, σφάλλω, σφαίνω) πτύσσω (διπλώνω) πτωχίζω (πενητοποιώ, πτωχοποιώ) πτωχοζώ (κακοζώ) πυγμαχώ (διαπυκτεύω) πυκνώνω (συμπτύσσω, συμπιέζω, συμπιλώ) πυνθάνομαι (μαθαίνω, πληροφορούμαι) πυροβολώ (ντουφεκώ) πυροδοτεί (εξάπτει) πυρπολώ (καίω) πυρώνομαι (ζεσταίνομαι, θερμαίνομαι) πυρώνω (θερμαίνω, θάλπω) πωλώ (εκποιώ, εξαργυρώνω, εκπλειστηριάζω,
ξεκάνω, διαθέτω)
πωρώνομαι
(αναισθητοποιούμαι)

 

Ρ
ραβδίζω (ξυλίζω) ράβω (γαζώνω, βελονιάζω) ραγίζω (σπάζω) ραδιουργώ (δολοπλοκώ) ραθυμώ (οκνώ, τεμπελιάζω) ραίνω (ραντίζω, ραθαμίζω) ραμφίζω (μυτίζω) ραπίζω (χαστουκίζω, κολαφίζω) ραφινάρω (φιλτράρω, λαγαρίζω) ρεγουλάρω (ρυθμίζω) ρεγχάζω (ροχαλίζω) ρεζιλεύω (καταισχύνω, καταντροπιάζω) ρεκλαμάρω (διαφημίζω, διαλαλώ, θρυλώ) ρελιάζω (στριφώνω) ρεμβάζω (ονειροπολώ, φαντασιοκοπώ,
ρομαντζάρω, αρμενίζω) ρεμπεσκεύω (ραχατεύω) ρέπω (κλίνω, γέρνω) ρετουσάρω (αρτιώνω, τελειοποιώ) ρεφάρω (ανακτώ, ξανακερδίζω) ρέω (κυλώ, χύνομαι) ρημάζω (ερημώνω, κατερειπώνω) ρητορεύω (αγορεύω, ομιλώ)
ριγώ (τουρτουρίζω, τρεμουλιάζω) ριγώνω
(χαρακώνω,αραδώνω,γραμμώνω) ριζοβολώ (ριζώνω, φυτρώνω) ρικνώνομαι (ζαρώνω, ρυτιδώνομαι, ρυτιάζω) ρινίζω (ακονίζω, λιμάρω) ρισκάρω (διακινδυνεύω, ριψοκινδυνεύω) ρίχνομαι (ορμώ) ρίχνω (εκσφενδονίζω, πετώ) ροβολώ (κατηφορίζω, κατεβαίνω, κατέρχομαι) ροδαμίζω (βλασταίνω, ανθίζω) ροδίζω (ερυθραίνομαι, κοκκινίζω) ροκανίζω (κατατρώγω) ρουφώ (απομυζώ) ρόχνεται (αρέσκει) ρυθμίζω (τακτοποιώ, κανονίζω) ρυμουλκώ (σέρνω, τραβώ) ρυπαίνω (λερώνω, βρομίζω, γαριάζω) ρυτιδώνω (ζαρώνω, πτυχώνω) ρωτώ (ερευνώ)
Σ
σαγηνεύω (θέλγω, γοητεύω, νεραϊδοπαίρνω)
σαϊτεύω (τοξεύω, δοξεύω)
σακατεύω (μακελεύω)
σαλεύω (σείω)
σαλπάρω (αποπλέω)
σαλτάρω (πηδώ)
σαλτοκοπώ (χοροπηδώ)
σαμαρώνω (σαγίζω, επισάττω)
σαμποτάρω
(υπονομεύω)
σαπακιάζω (ξυλοφορτώνω, δέρνω)
σαπίζω (αποσυντίθεμαι, φθείρομαι, μουχλιάζω,
αποσαθρώνομαι, σήπομαι, σαχνιάζω)
σαπρίζω (σηπεύω)
σαραβαλιάζω
(διαλύω)
σαρκάζω
(ειρωνεύομαι)
σαρώνω
(καταστρέφω, ερειπώνω)
σαστίζω
(συγχύζομαι)
σαφρακιάζω (αχαμνεύω)
σβαρνίζομαι (σέρνομαι)
σβαρνίζω
(σύρω)
σβήνω
(διαγράφω)
σβουρίζω
(σφουρλίζω)
σέβομαι (ευλαβούμαι, αισχύνομαι, εκτιμώ, ψηφώ)
σεκλετίζομαι
(βαρυθυμώ)
σεμνολογώ (σοβαρολογώ,χρηστολογώ,σεμνολογώ)
σερβίρω (παραθέτω, προσφέρω)
σεργιανίζω
(σουλατσάρω)
σέρνω (σβαρνίζω, τραβώ)
σηκώνομαι (εγείρομαι, αφυπνίζομαι)
σηκώνω
(αίρω, υψώνω)
σημαδεύω (σημειώνω, αχναρίζω, μαρκάρω)

σημαίνω
(φανερώνω, γνωστοποιώ)
σημειώνω
(καταγράφω, διαμνημονεύω)
σιγώ (σωπαίνω)
σιμώνω (ζυγώνω, πλησιάζω)
σιτεύω
(τρυφεραίνω)
σιτίζω (ταϊζω, τρέφω)
σκάβω (σκαλίζω, τσαπίζω, ορύσσω, ανασγαρλίζω,
βαλαρίζω, γεωρυχώ, αυλακώνω, εκχωματώνω)
σκάζω
(εκρήγνυμαι)
σκανάρω (σαρώνω)   [σκάνερ=σαρωτής]
σκανδαλίζω (κολάζω)
σκαριφώ (σκιαγραφώ, υποτυπώνω)
σκαρτεύω (αχρηστεύω, χαλώ, χαρβαλώνω)
σκαρφαλώνω (αναρριχώμαι)
σκαρώνω (σχεδιάζω)
σκεβρώνω (κυρτώνω, καμπυλώνω)
σκεπάζω (καλύπτω, στεγάζω)
σκευωρώ (μηχανορραφώ, μηχανεύομαι, χαλκεύω,
τεκταίνομαι, δολοπλοκώ, βυσσοδομώ, εξυφαίνω,
ραδιουργώ, μινάρω, υπονομεύω, αναχουχουλεύω)
σκιάζω (τρομάζω)
σκλαβώνω
(ανδραποδίζω, υποδουλώνω)
σκληρύνομαι (αδριαίνω, τραχύνομαι, τσαγκεύω,
αδρύνομαι)

σκονίζω
(κονιορτώ, κονίζω)
σκοντάφτω (προσκόπτω, πεδικλώνομαι,
σκουντουφλώ)
σκοπεύω
(στοχεύω, εξαμώνω)
σκορπίζω (διαχέω)  
σκοτώνω (θανατώνω, φονεύω, κτείνω)
σκούζω (στριγκλίζω, ρεκάζω)
σκουντώ (ωθώ, σπρώχνω)
σκουπίζω (φουκαλίζω, σφουγγαρίζω, σαρώνω,
διαρμίζω, σπαρτεύω, φροκαλίζω)
σκύβω (κάμπτομαι, καμπουριάζω)
σκυθρωπάζω (κατσουφιάζω, μουτρώνω,
συνοφρυούμαι, σκουντουφλιάζω, μουτσουνιάζω,
βομπιριάζω
)
σκυλιάζω
(θυμώνω)
σκώπτω (κοροϊδεύω, χλευάζω)
σμίγω
(ανακατεύω)
σμικρύνω (ελαττώνω, συντομεύω, συστέλλω,
στείνω)
σμιλεύω (λαξεύω, γλύφω, κολάπτω)
σμύχω (χτυπώ, βασανίζω)
σνομπάρω (περιφρονώ, υποτιμώ)
σοβώ
(υποβόσκω)
σοδομίζω
(ασελγαίνω)
σοκάρει (εκφοβίζει, τρομάζει, τρομοκρατεί, ξαφνίζει,
πανικοβάλλει, καταφοβίζει, εκθορυβεί,
καταπλήσσει)
σοκάρομαι
(κατατρομάζω, ανατριχιάζω)
σουβλίζω (αγκυλώνω, κεντρίζω, νύσσω, οβελίζω,
κνίζω)

σουλουπώνω
(ευτρεπίζω)
σουμάρω (αθροίζω)
σουσουλιάζομαι (εξάπτομαι)
σοφίζομαι (μηχανεύομαι, επινοώ, μερμηρίζω)
σπάζω (κομματιάζω, θραύω)
σπανίζω (απολιγαίνω, λιγοστεύω)
σπαράσσω
(ξεσκίζω)
σπαρταρώ (σφαδάζω, ασπαίρω)
σπαταλώ (ξοδεύω, δαπανώ, διασπαθίζω,
καταναλίσκω
)
σπεύδω (τρέχω, βιάζομαι)
σπιλώνω
(ατιμάζω)
σπογγίζω (αποσμήχω, σφουγγίζω)
σπουδάζω (μελετώ, εκπαιδεύομαι)
σπρώχνω (ωθώ, σκουντώ)
σταθεροποιώ
(στερεώνω)
σταθερώνομαι (ευσταθώ)
σταθμίζω (ζυγίζω, υπολογίζω, εξετάζω, κρίνω,
καρατάρω, αξιολογώ)

σταματώ (τελειώνω, λήγω)
σταχυολογώ
(απανθίζω)
στέκομαι (ακινητώ, λιμνάζω)
στελεχώνω (επανδρώνω)
στενάζω (οιμώζω, οδύρομαι)
στένεψε
(μάζεψε)
στενοχωρώ (θλίβω, λυπώ, σεκλετίζω)
στεργιώνω (σταθεροποιούμαι, εδραιώνομαι)
στέργω (αποδέχομαι)
στερεύω (στείβω, στεγνώνω)
στερώ
(αφαιρώ)
στέφω
(στεφανώνω)
στήνω (υψώνω, ορθώνω, εγείρω)
στηρίζω (εδραιώνω, στερεώνω, υποβαστάζω)
στιγματίζω
(ατιμάζω)
στίλβω (λάμπω, γυαλίζω, μαρμαίρω)
στιλβώνω (λουστράρω, γυαλίζω, στιλπνώ)
στοιβάζω
(επισωρεύω)
στοιχηματίζω (ποντάρω)
στοιχίζω (κοστίζω, τιμολογούμαι, αξίζω)
στολίζω (ομορφαίνω, καλλωπίζω, γαρνίρω)
στοχάζομαι (σκέπτομαι, διανοούμαι, λογιάζω)
στοχεύω (σκοπεύω, σημαδεύω)
στραβίζω (αλληθωρίζω, γκαβίζω, γκαλιουρίζω)
στραβομουτσουνιάζω (κακιώνω)
στραβοξυλιάζω (αναποδιάζω)
στραπατσάρω (παραμορφώνω)
στρεβλώνω (παραμορφώνω)
στρέφω
(στρίβω)
στριμώχνω
(συνωθώ)
στρουθοκαμηλίζω (εθελοτυφλώ)
στρουμπουλεύω (χοντραίνω)
στρώνω (εξομαλύνω)
στύβω (ξεζουμίζω, ξεσταλιάζω)
στυλώνομαι (καρδαμώνω)
συγκαλύπτω (αποσιωπώ)
συγκαλώ (προσκαλώ, συναθροίζω)
συγκαταλέγεται (περιλαμβάνεται)
συγκινώ (ευαισθητοποιώ)
συγκλίνω
(συνταυτίζομαι)
συγκλονίζω
(συνταράζω)
συγκολλώ (συρράπτω)
συγκρατώ
(χαλιναγωγώ)
συγκρίνω (αντιπαραβάλλω, παραλληλίζω,
αντιπαραθέτω, συσχετίζω
)
συγκροτώ
(αποτελώ, απαρτίζω)
συγχέω
(μπερδεύω)
συγχρωτίζομαι
(συναναστρέφομαι)
συγχύζω (σκοτίζω, εκνευρίζω)
συγχωνεύω
(ενοποιώ, ομογενοποιώ)
συγχωρώ (συγγιγνώσκω)
συζητώ (κουβεντιάζω, συνομιλώ, διαβουλεύομαι,
συνδιαλέγομαι
)
συζώ (συμβιώνω, συγκατοικώ)
συκοφαντώ (διαβάλλω, δυσφημώ, αδικοβάλλω)
συλλαμβάνω (πιάνω, αδράχνω, χερακώνω)
συλλέγω (μαζεύω, αθροίζω)
συλλογίζομαι
(σκέπτομαι, στοχάζομαι)
συμβαδίζω
(συμπορεύομαι, ομοστιχώ)
συμβάλλω (βοηθώ,συνεισφέρω,συντελώ,συντείνω)
συμβιβάζω
(συμφιλιώνω)
συμβιώνω
(συγκατοικώ)
συμβουλεύω (δασκαλεύω, νουθετώ, υποδεικνύω,
καθοδηγώ, παραινώ, συνιστώ, εισηγούμαι,
προτείνω, κανοναρχώ)
συμμαζεύω
(τακτοποιώ)
συμμαχώ (συστρατεύομαι, συμπαρατάσσομαι)
συμμερίζομαι (ασπάζομαι, δέχομαι)
συμμορφώνω (ευτρεπίζω)
συμπαθώ
(λατρεύω, αγαπώ)
συμπαρατάσσομαι (συνεργάζομαι)
συμπεραίνω (εικάζω, υποθέτω, διαγιγνώσκω)
συμπιέζω (συνθλίβω)
συμπίπτω (συνταυτίζομαι)
συμπολεμώ (συμμάχομαι, συγκαταστρατεύω,
συγκινδυνεύω)
συμπονώ
(οικτίρω, συμπάσχω)
συμφιλιώνω (ειρηνεύω, συνδιαλλάσσω, συμβιβάζω,
αδερφώνω, μονοιάζω, αγαπίζω)

συμφύρω (ανακατώνω, μειγνύω)
συμφωνώ
(συγκατανεύω)
συμψηφίζω (εξισώνω, ισοζυγίζω)
συνάδει (ταιριάζει, αρμόζει, συμφωνεί, συμβιβάζεται)
συνάζω (συσσωρεύω)
συναθροίζω (συγκεντρώνω)
συναισθάνομαι (κατανοώ, αντιλαμβάνομαι)
συναλλάσσομαι (αλισβερίζομαι, νταραβερίζομαι)
συναντώ
(εντυγχάνω, ανταμώνω, μπλατσιάζω)
συναπαρτίζω
(συναποτελώ)
συνάπτω (ταιριάζω, αρμόζω, συνδέω, κολλώ)
συναριθμώ
(συνυπολογίζω)
συναρμολογώ (διαρθρώνω)
συναρπάζω (γοητεύω)
συναρτώ
(αλληλεξαρτώ)
συνδέω
(ενώνω)
συνδράμω
(ενισχύω, βοηθώ)
συνδυάζω (συνταιριάζω, συναρμόζω)
συνεδριάζω (συσκέπτομαι, συναποφασίζω)
συνείρω (συνδέω, συνάπτω, αρμαθιάζω)
συνεισφέρω (συγχορηγώ)
συνεργάζομαι (συμπράττω, κοινοπραγώ, συνδρώ
ομοπραγώ, κοινοπρακτώ)
συνεργώ (βοηθώ)
συνέρχομαι (λογικεύομαι)
συνετίζω (σωφρονίζω)
συνεχίζω (παρατείνω, εξακολουθώ, επιμηκύνω)
συνθλίβω (συμπιέζω)
συνίσταμαι (απαρτίζομαι, αποτελούμαι, σύγκειμαι)
συνιστώ (προτείνω)
συνοδεύω (συνοδοιπορώ, συντροφεύω)
συνομιλώ (συζητώ)
συνοφρυώνομαι (σκυθρωπιάζω)
συνοψίζω (συντομεύω, συντέμνω, συμπτύσσω,
συγκεφαλαιώνω)
συνταράσσω (στυφελίζω, διασείω)
συντάσσω
(παρατάσσω)
συντελώ (συμβάλλω)
συντηρώ (διαφυλάττω)
συντονίζω (συνταιριάζω)
συντρέχω (βοηθώ)
συντρίβω (καταστρέφω)
συνυπάρχω (συνεναπόκειμαι)
συνυπογράφω
(συγκατατίθεμαι)
συνωστίζομαι (σπρώχνομαι, διαγκωνίζομαι,
συμπιέζομαι, στριμώχνομαι, συνωθούμαι,
σκουντιούμαι, πιτώνομαι)
σύρε (πήγαινε)
συρρέω
(συμπορεύομαι)
σύρω (τραβώ, έλκω)
συσκοτίζω
(αποθολώνω)
συσπειρώνω (συσσωματώνω)
συσσωρεύω
(συγκεντρώνω)
συστέλλομαι (συμπτύσσομαι, μαζεύω, μπάζω,
συρρικνούμαι)
συστέλλω (συμμαζεύω, συρρικνώνω, συμπτύσσω,
συσπώ)

συσχετίζω
(συγκρίνω)
συφοριάζω
(δυστυχίζω, κακοπραγώ, βλάπτω,
πημαίνω)
συχνάζω (φοιτώ, θαμίζω, ζαρίζω, επιχωριάζω)
σφάλλω
(αμαρτάνω, αστοχώ)
σφετερίζομαι (ιδιοποιούμαι,οικειοποιούμαι,
νοσφίζομαι, αντιποιούμαι
)
σφηνώνω
(γομφώ, μπήγω)
σφίγγω (περιπιέζω)
σφριγώ (υγιαίνω, ακμάζω, νταβραντίζω, σφύζω)
σφυρηλατώ
(διαπλάθω, διαμορφώνω)
σφυρίζω (συρίζω, σιουράω)
σφυροκοπώ (κεραυνοβολώ)
σχάζω (σχίζω, τέμνω)
σχετίζω
(παραλληλίζω)
σχετίζομαι
(συγγενεύω)
σχηματίζω (διαμορφώνω, πλάθω)
σχίζω (διαιρώ, τέμνω)
σχολιάζω
(υπομνηματίζω)
σώζω (διατηρώ, φυλάσσω)
σωπαίνω
(βουβαίνομαι)
σωρεύω (στοιβάζω, σωριάζω, θημωνιάζω, βουνίζω)
σωριάζομαι
(κρημνίζομαι, σωροβολιάζομαι,
καταρρέω)

σωφρονίζω (νουθετώ, συνετίζω, φρονηματίζω)

 

Τ

τάζω (υπόσχομαι)
ταϊζω (τρέφω, σιτίζω)
ταιριάζω (αρμόζω, συνάπτω)
τακτοποιώ (κανονίζω, ρυθμίζω)
ταλαιπωρώ (καταπιέζω, βασανίζω, λαρμανίζω)
ταλανίζω (ταλαιπωρώ)
ταλαντεύω (πάλλω, λικνίζω, σαλεύω, σείω)
ταμπουρώνω (οχυρώνω,θωρακίζω,περιχαρακώνω)
τανύω (τεντώνω, απλώνω, κατσιλώνω)
ταξιδεύω (περιηγούμαι)
ταξινομώ (τακτοποιώ)
ταπεινώνω (ευτελίζω, χαμηλώνω, μειώνω, υποτιμώ,
γελοιοποιώ, υποβιβάζω, απαξιώνω)
ταπώνω (πωματίζω, βουλώνω) ταρακουνώ
(δονώ, σείω) ταριχεύω (βαλσαμώνω, παστώνω) ταυτίζω (εξομοιώνω) ταχύνω (επισπεύδω) τεζάρω (τεντώνω) τείνω (τεντώνω, κορδώνω, τσιτώνω, επιμηκύνω) τεκμαίρομαι (συμπεραίνω, εικάζω) τεκμηριώνω (επαληθεύω, αποδεικνύω, αληθοποιώ,
διαπιστώνω)
τελειώνω (λήγω, σταματώ, αποσώνω, περαίνω,
τελεύω, τερματίζω, αποπερατώνω, νετάρω,
σπατσάρω)
τελεσφορώ (επιτυγχάνω, ευοδώνομαι, ευστοχώ,
καρποφορώ)
τελευτώ (εκπνέω, πεθαίνω) τελματώνω (λιμνάζω) τελώ (πράττω, πραγματοποιώ) τεμαχίζω (κόβω, τέμνω) τέμνω (κόβω, σχίζω)
τεμπελιάζω (φυγοπονώ, ραθυμώ) τεντώθηκε
(ξάπλωσε) τεντώνω (τείνω, τσιτώνω, τεζάρω, κορδώνω) τερματίζω (περατώνω) τέρπω (χαροποιώ, ευφραίνω) τεχνάζομαι (επινοώ, μηχανεύομαι, απεργάζομαι) τζερεφιάζω (ισχναίνω) τήκω (λιώνω, ρευστοποιώ) τηρώ (διαφυλάττω) τιθασεύω (ημερώνω, δαμάζω) τίκτω (γεννώ, τεκνοποιώ) τιμώ (σέβομαι, εκτιμώ)
τιμωρώ
(κολάζω, βασανίζω, παιδεύω, εκδικούμαι,
καταδικάζω)
τινάζω
(σείω) τιποτενίζω (εξουδενώνω,εκμηδενίζω,ελαχιστοποιώ) τολμώ (ριψοκινδυνεύω,ρισκάρω,διακινδυνεύω) τονίζω (επισημαίνω) τονώνω (δυναμώνω) τοξεύω (δοξαρεύω, σαϊτεύω) τοποθετώ (βάζω) τορνεύω (στρογγυλεύω, καμπυλώνω, περιξέω) τορπιλίζω (ματαιώνω) τουμπάρω (ανατρέπομαι) τουρτουρίζω (τρεμουλιάζω) τραβολογώ (ταλανίζω) τραβώ (έλκω, σύρω) τραγουδώ (άδω, ψάλλω) τρακαρίζομαι (καταθορυβούμαι) [τρακ=φόβισμα] τρακάρω (συγκρούομαι) τρανεύω (μεγαλώνω) τραντάζω (ταρακουνάω) τραπεζώνω (φιλεύω, εστιώ) τρατάρω (κερνώ) τραυματίζω (πληγώνω, λαβώνω) τρέμω (δειλιάζω) τρενάρω (αναβάλλω) τρέπω (στρέφω) τρέφομαι (σιτίζομαι) τρέφω (σιτίζω, ταϊζω) τρέχω (βιάζομαι, σπεύδω, δρομώνω, ταχυπορώ,
κοσεύω, δρέμω, πηλαλώ
) τριβελίζω (ενοχλώ) τρίβω (αλέθω, κοπανίζω, στουμπίζω) τριγυρίζω (περιφέρομαι) τρίζω (ροθώ, κροτώ) τρικλίζω (στραβοπατώ, παραπατώ, παραπαίω,
καλανταρίζω, νταλοδέρνω) τρομάζω (καταπτοούμαι) τρομπάρω (αρύω, μεταγγίζω) τροποποιώ (αλλοιώνω, μεταβάλλω) τροφοδοτώ (ταϊζω) τροχίζω (ακονίζω, οξύνω) τρυπώ (διακορεύω, τιτραίνω) τρυπώνω (αποκρύπτω, καϊπώνω) τρυφεραίνω (μαλακώνω) τρώω (μασώ, καταβροχθίζω) τσακίζω (σπάζω) τσαλακώνω (ζαρώνω) τσαλαπατάω (ποδοπατώ) τσαμπουνώ (φληναφώ) τσατσαλίζω (συντρίβω, κονιορτοποιώ) τσεκάρω (ελέγχω, εξετάζω, ανασκοπώ) τσεκουρώνω (πελεκίζω) τσεπώνω (ενθυλακώνω) τσιγκλίζω (προκαλώ)
τσιγκουνεύομαι (φειδωλεύομαι, γλισχρεύομαι) τσιτώνω (τεντώνω) τσοκανίζω (στουμπίζω) τσοντάρω (συμπληρώνω) τσουγκρανίζω (γραβαλίζω) τσουλώ (κυλώ) τσουρουφλίζω (καυτηριάζω, επικαίω) τυλώνω (παραγεμίζω, παραφουσκώνω)
τυραννώ (παιδεύω, βασανίζω) τυφλώνω (εξομματώ, γκαβώνω) τυχαίνει (συμβαίνει)

 

Υ

υβρίζω (προπηλακίζω, ονειδίζω, σιχτιρίζω)
υγιαίνω (ευρωστώ)
υγραίνω (νοτίζω, μουσκεύω, μουλιάζω, εμποτίζω)
υγροποιώ (ρευστοποιώ)
υδρεύω (αρδεύω)
υιοθετώ (ενστερνίζομαι,ασπάζομαι,εγκολπώνομαι)
υλακτώ (γαβγίζω, ουρλιάζω, βαβίζω, αλυχτώ
γκλαφουνίζω, αλυχτουρώ, λάσσω)
υλοποιώ
(πργματώνω, εφαρμόζω) υλοτομώ (δενδροτομώ, δενδροκοπώ, ξυλεύω) υμνώ (επαινώ, εγκωμιάζω, ευλογώ, μεγαλύνω) υπαγορεύω (υποδεικνύω) υπάγω (εντάσσω) υπαινίσσομαι (υπονοώ)
υπακούω (πειθαρχώ, συμμορφώνομαι, υποτάσσομαι, υποκύπτω, ακολουθώ) υπαναχωρώ (ανακαλώ, αναιρώ, ξελέγω)
υπάρχω (υφίσταμαι, ζω) υπεισέρχεται (παρεμβάλλεται) υπεκφεύγω (ξεγλιστρώ) υπενθυμίζω (μνημονεύω) υπεξαιρώ (κλέπτω) υπεραγαπώ (πολυαγαπώ) υπεραίρω (υπερεξυψώνω) υπερακοντίζω (ξεπερνώ) υπερασπίζω (βοηθώ, υποστηρίζω, προστατεύω,
προφυλάσσω, συνηγορώ, περιφρουρώ,
υπεραμύνομαι)
υπερβαίνω
(ξεπερνώ) υπερβάλλω (μεγαλοποιώ, εξογκώνω, παραλέω) υπερεκτιμώ (περιτίω) υπερέχω (επικρατώ, νικώ) υπερθεματίζω (πλειοδοτώ) υπερισχύω (επικρατώ, νικώ) υπερκερώ (υπερφαλαγγίζω, υπερκεράζω) υπερμεγεθύνω (τραγικοποιώ, δραματοποιώ) υπερνικώ (υπερισχύω) υπερπηδώ (υπερνικώ) υπερτερώ (πλεονεκτώ, υπερέχω) υπερτιμώ (ακριβαίνω) υπερυψούται (κορυφώνεται) υπερυψώνω (αναβιβάζω) υπερψηφίζω (αποδέχομαι, εγκρίνω) υπηρετώ (περιποιούμαι) υπνώνω (αποκοιμίζω, ναρκώνω) υποβάλλω (παρουσιάζω) υποβιβάζω (ταπεινώνω, υποτιμώ) υποβλέπω (εποφθαλμιώ) υποβόσκω (υπολανθάνω) υπογραμμίζω (επισημαίνω, τονίζω) υποδαυλίζω (υποκινώ, ερεθίζω) υποδέχομαι (καλωσορίζω) υποδηλώνω (αινίσσομαι, υπονοώ) υποδουλώνω (σκλαβώνω, ανδραποδίζω, υποζυγώ) υποδύομαι (προσποιούμαι) υποθάλπω (υποδαυλίζω) υποθέτω (συμπεραίνω, εικάζω) υποκαθιστώ (αναπληρώνω, αντικαθιστώ) υποκλίνομαι (σκύβω)
υποκρίνομαι (προσποιούμαι, καμώνομαι
μεταμορφίζομαι, ακκίζομαι, υποποιούμαι)
υποκύπτω (υποτάσσομαι, υπόκειμαι) υπολαμβάνω
(νομίζω)
υπολήπτομαι (εκτιμώ, στιμάρω, σέβομαι)
υπομένω (ανέχομαι, παραβλέπω)
υπονοείται (εξυπακούεται, υποδηλώνεται)
υπονοώ (υποδηλώνω, αινίσσομαι) υποσκάπτω (υπονομεύω) υποσκελίζω (παραμερίζω) υποστέλλω (ελαττώνω, κατεβάζω) υποστηρίζω (βοηθώ, επικουρώ, σιγοντάρω) υπόσχομαι (επαγγέλλομαι, τάζω, καταφατίζω) υποφέρω (πάσχω, δεινάζω) υποφώσκω (αχνοβολώ, φεγγρίζω) υποχρεώνω (ζορίζω, αναγκάζω, επιβάλλω,
επιτάσσω
) υποχωρώ (οπισθοχωρώ) υποψιάζομαι (μυγιάζομαι, υποπτεύομαι, κακοβάζω,
πονηρεύομαι, ιδεάζομαι, σακουλεύομαι,

ψυχανεμίζομαι, υποτοπώ)
υστερώ (μειονεκτώ, υπολείπομαι) υφαρπάζω
(υποκλέπτω) υψηλώνω (μεγαλύνω) υψώνω (σηκώνω, αίρω)

Φ

φαγκρίζω (κατισχναίνω, αδυνατίζω)
φαιδρύνω (χαροποιώ)
φαίνομαι (διακρίνομαι, εμφανίζομαι, ορώμαι)
φαλκιδεύω (διαστρεβλώνω, αλλοιώνω)
φαλτσάρω (παραφωνώ)
φανερώνω (γνωστοποιώ, δηλώνω)
φανατίζω (αφιονίζω, εξάπτω, ντοπάρω)
φαντάζομαι (νομίζω, υποθέτω)
φαντάζω (φιγουράρω, επιδεικνύομαι) φαρδαίνω
(διευρύνω) φαρμακώνω (δηλητηριάζω) φασκελώνω (μουντζώνω, δεκατιάζω, σφογγελιάζω) φασκιώνω (σπαργανώνω) φέγγω (ακτινοβολώ)
φείδομαι
(λυπούμαι, προνοώ, οικονομώ) φενακίζω (εξαπατώ) φέρω
(βαστάζω, κομίζω) φεύγω (αναχωρώ) φημολογείται (διαδίδεται) φθάνω (αφικνούμαι, έρχομαι, αριβάρω) φθέγγομαι (φωνάζω,κράζω,εκλαλώ,εκστομίζω) φθείρω (καταστρέφω, βλάπτω)
φθίνω (παρακμάζω,ελαττούμαι,φθείρομαι,ξεφτίζω)
φθονώ (ζηλεύω, ζηλοτυπώ, ζηλοφθονώ) φιγουράρω (επιδεικνύομαι) φιλονικώ (καβγαδίζω,ερίζω,τσακώνομαι,αντιφέρνω)
φιλοξενώ (φιλεύω, ξενίζω)
φιλοτιμούμαι (προθυμοποιούμαι, διατίθεμαι) φιλτράρω
(στραγγίζω) φιλώ (αγκαλιάζω, ασπάζομαι) φιξάρω (παγιώνω, σταθεροποιώ) φλέγομαι (καίγομαι, αποτεφρώνομαι, απανθρακώνομαι) φλέγω (πυρπολώ) φλογίζω (καίω, καψαλίζω) φλομώνω (μολύνω) φλυαρώ (πολυλογώ, αδολεσχώ,
γλωσσοκοπανώ, απεραντολογώ, ματαιολογώ,
πλατειάζω, μακρολογώ, βαττολογώ, φαφλατίζω,

κενολογώ)
φοβερίζω (εκφοβίζω, απειλώ, τρομοκρατώ) φοβίζω (πτοώ) φοβούμαι (διστάζω, δειλιάζω, πτοούμαι,
αγγελιάζομαι, αποθαρρύνομαι, τρομάζω,

κοψοχολιάζομαι, τρέμω, σκιάζομαι,
πανικοβάλλομαι)
φοιτώ
(συχνάζω) φονεύω (σκοτώνω,θανατώνω,εκτελώ,αιματοκυλίζω,
ανθρωποκτονώ) φορμάρω
(διαμορφώνω) φοροδιαφεύγω (φοροκλέπτω) φορολογώ (χαρατσώνω, δασμολογώ, δεκατεύω) φορτσάρω (σχίζομαι, ρώννυμαι, αποδύομαι, ζορίζομαι) φορτώνω (ζαλώνω, ζαλικώνω, φορτίζω, καργάρω) φορώ (ντύνομαι, βάνω) φουμάρω (καπνίζω) φουντώνω (δυναμώνω) φουρκίζω (εξοργίζω) φουρτουνιάζω (αναστατώνομαι)
φουσκώνω (διογκώνω, πρήζω) φραγγελώνω (μαστιγώνω) φρακάρω (ακινητοποιώ) φρενάρω (τροχοπεδώ)
φρεσκάρω (ανανεώνω, ανακαινίζω) φρίττω (ανατριχιάζω, τρομάζω) φρονηματίζω (σωφρονίζω) φρονιμεύω (σωφρονίζομαι, λογικεύομαι) φροντίζω (μεριμνώ, επιμελούμαι, καλοσκαμνίζω,
επαγρυπνώ, προσέχω, κοιτάζω, ενδιαφέρομαι,
νοιάζομαι)
φρονώ (νομίζω, κρίνω, σκέπτομαι, διανοούμαι,
πρεσβεύω)
φρουρώ (επιτηρώ, φυλάσσω, νυχτερεύω,
νυκτοφυλακώ)
φρύγω (καψαλίζω, φρυγανίζω) φταίω (σφάλλω) φτουρώ (επαρκώ, εξαρκώ) φτωχεύω (πενητεύω) φυγαδεύω (φευγατίζω) φυλάγομαι (προσέχω) φυλακίζω (δεσμεύω, καθείργω, μπουζουριάζω,
εγκλείω, ρεστάρω) φυλάσσω (διατηρώ, σώζω) φύομαι (φυτρώνω, βλασταίνω) φυτρώνω (βλαστάνω, φυλλοφορώ) φωνάζω (κραυγάζω, αλαλάζω, ανακράζω)

Χ

χαζεύω (αφαιρούμαι)
χαζοπαζαρεύομαι (μωρολογώ, χαζολογώ)
χαϊδολογώ (θωπεύω, καλοπιάνω, βαβαλίζω)
χαίνω (χάσκω)
χαιρετίζω (προσφωνώ, καλωσορίζω)
χαιρετώ (ασπάζομαι)
χαίρομαι (ευφραίνομαι, ευχαριστιέμαι, αναγαλλιάζω,
αμεριμνώ, αγάλλομαι, αγαλλιώ, θυμηδώ)
χαλεπαίνω (οργίζομαι, δυσφορώ, γκουβρίζω) χαλεύω (γυρεύω, ψάχνω) χαλινώνω (καπιστρώνω) χαλυβδώνω (δυναμώνω)
χαλώ (αποσυνθέτω, καταστρέφω, φθείρω,
ξεχαρβαλώνω, διαλύω)
χαμογελώ
(μειδιώ) χαμπαριάζω (κατανοώ, νογάω) χαντακώνω (καταστρέφω, βαραθρώνω) χαράζει (ξημερώνει) χαρακτηρίζω (προσδιορίζω) χαραμίζω (σπαταλώ) χαράσσω (αυλακώνω, γράφω) χαρατσώνω (καταφορολογώ) χαριεντίζομαι (αστειεύομαι, χωρατεύω)
χαρίζομαι (ευνοώ,ρουσφετολογώ,προσωποληπτώ) χαριτολογώ
(ευφυολογώ) χαροκοπώ (διασκεδάζω, γλεντώ) χαροπαλεύω (ψυχορραγώ) χασμουριέμαι (νυστάζω) χασομερώ (χρονοτριβώ) χαστουκίζω (μπατσίζω) χαυνώνω (εξασθενίζω) χειμάζομαι (ταλαιπωρούμαι) χειρίζομαι (κουμαντάρω) χειροδικώ (βιαιοπραγώ) χειροκροτώ (επικροτώ) χειρούμαι (εξουσιάζω, ορίζω) χηρεύει (κενώνεται, ερημώνεται) χιμώ (ορμώ, επιτίθεμαι) χλευάζω (κοροϊδεύω, λοιδορώ) χλιαραίνω (μαλακώνω, μετριάζω, απαλαίνω) χλομιάζω (ωχριώ) χλωρίζω (θάλλω, πρασινίζω) χολοσκώ (στενοχωριέμαι, θλίβομαι) χολώνομαι (θυμώνω, αγανακτώ) χοντραίνω (παχαίνω) χορεύω (ορχούμαι) χουγιάζω (λαβίζω, μαλώνω) χουζουρεύω (οκνεύω) χρεμετίζω (χλιμιντρίζω) χρεοκοπώ (πτωχεύω, φαλιρίζω, μπατιρίζω,
μουφλουζεύω)
χρημάτισε
(διετέλεσε) χρησιμεύω (χρειάζομαι)
χρησιμοποιώ (μεταχειρίζομαι, μετέρχομαι) χρησμολογώ (προμαντεύω, χρησμοδοτώ) χρίζω (επαλείφω) χρυσώνω (μαλαματώνω)
χρωματίζω (βάφω, μπογιατίζω, χρώζω) χρωστώ (οφείλω) χρωτίζομαι (αναμιγνύομαι, συνεγγίζω) χτενίζω (πολυεξετάζω, καλοξετάζω) χτυπώ (δέρνω, μαστιγώνω, πατάσσω, καταχερίζω,
σακατεύω
) χυλώνω (πολτοποιώ) χύνω (σκορπίζω)
χωλαίνω (κουτσαίνω, υποσκάζω) χωνεύω (φυραίνω) χώνω (θάβω) χωρατεύω (αστεϊζομαι) χωρίζω
(διαιρώ) χωρώ (περιέχομαι)
 

Ψ

ψαλιδίζω (περικόπτω)
ψάλλω (τραγουδώ, άδω, μελωδώ)
ψαρεύω (αλιεύω)
ψαύω (αγγίζω)
ψάχνω (ερευνώ, εξετάζω, χαρχαλεύω, ψαχουλεύω,
χαλεύω) ψέγω
(κατηγορώ, κατακρίνω) ψειριάζω (κονιδιάζω) ψειρίζω (ψιλοκασκινίζω, λεπτολογώ, ξεψαχνίζω) ψελλίζω (τραυλίζω,τσεβδίζω,βατταρίζω,βαρταλίζω) ψευδίζω (τραυλίζω) ψευδολογώ (ψεύδομαι, ψευδοστομώ) ψευδορκώ (επιορκώ) ψευτίζω (νοθεύω) ψευτοκλαίω (μυξοκλαίω) ψηλαφίζω (ψαχουλεύω) ψηλαφώ (ψαύω, αγγίζω) ψήνομαι (ωριμάζω) ψήνω (οπτώ) ψηφίζω (αποφασίζω)
ψήχω (βουρτσίζω, τρίβω)
ψιθυρίζω (μουρμουρίζω, σιγομιλώ) ψιλοκόβω (λειοτριβώ, κονιορτοποιώ) ψιλολογώ (λεπτολογώ) ψιμυθιώνομαι (καλλωπίζομαι, φτιασιδώνομαι,
μακιγιάρομαι, πουδραρίζομαι) ψιττακίζω (παπαγαλίζω) ψιχαλίζω (ψιλοβρέχω, ψεκάζω, πιτσιλίζω, πτυαλίζω) ψοφολογώ (ψυχομαχώ) ψοφώ (θνήσκω)
ψυχαγωγώ (τέρπω, διασκεδάζω) ψυχανεμίζομαι (υποψιάζομαι) ψυχοπλακώνομαι (αγχώνομαι, στρεσάρομαι) ψυχορραγώ (χαροπαλεύω,ψυχομαχώ,αγγελοθωρώ)
ψυχραίνω (ψύχω, παγώνω) ψυχώνω (ζοωγονώ, ενισχύω, αναπτερώνω, ενθαρρύνω) ψωμίζω (ταϊζω, μπουκώνω) ψωμώνω (μεστώνω) ψωνίζω (αγοράζω, προμηθεύομαι)

Ω

ωθίζομαι (συνωστίζομαι, στριμώχνομαι,
στοιβάζομαι)
ωθώ (σπρώχνω,σκουντώ,αμπώχνω,παραγκωνίζω)
ωκύνω (ταχύνω, γρηγορεύω, γοργεύω)
ωκυποδώ (ωκυδρομώ)
ωμίζομαι (ωμοφορώ)
ωραϊζω (καλλωπίζω, καλλύνω, αγλαϊζω,
ομορφίζω, ευπρεπίζω, αβρύνω)
ωραιοποιώ
(καλλύνω) ωρακίζω (κιτρινιάζω) ωριμάζω (μεστώνω, γινώνω, γουρμάζω, αδρύνω,
ψωμώνω, καλοκαμώνομαι, παραγίνομαι
)
ωρύομαι (ουρλιάζω, θρηνολογώ, ρυάζομαι) ωτακουστώ (κρυφακούω, αφτιάζομαι, κρυφαγρικώ,
επακούω, παρακαθίζω) ωφελούμαι (κερδαίνω, απολαβαίνω, διαφορεύω, καρπώνομαι)
ωφελώ
(βοηθώ, εξυπηρετώ, λυσιτελώ, ευεργετώ) ωχριώ (χλομιάζω, κιτρινίζω, κερώνω, πανιάζω)

Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


.........................
Βλέπε και "Συνώνυμα" (ουσιαστικά - επίθετα - επιρρήματα)

.................................


Σημείωση:
Αντί να αντιγράφουν κάποιοι τα λεξικά της 
παρούσης ιστοσελίδος, είναι σωστό, πρέπον
και νόμιμο να καταχωρίζουν στα sites τους
συνδέσμους 
(links).

Γ. Α.
Λάρισα 7-12- 2011

..........................


profile counter myspace
Αντώνυμα ρήματα

Α
αβανίζω / επαινώ
αβαντσάρω / μειονεκτώ

αγανακτώ
/ ηρεμώ
αγαπώ
/ μισώ

Ευρετήριο

Εύρεση λημμάτων
στα παρόντα λεξικά

Πατήστε
Ctrl + F
στο πλαίσιο που
θα εμφανισθεί
γράψτε τη λέξη
που αναζητείτε. 



αγγέλλω
/ αποσιωπώ
αγναντεύω / καταμύω
αγνοώ / γνωρίζω
αγοράζω / πωλώ
αγρυπνώ / κοιμάμαι
αγωνίζομαι / αδρανώ
αδικοκραίνω / επαινώ
αδικώ / ωφελώ
αθροίζω / σκορπίζω
αθυμώ / χαίρομαι
αιθριάζω / συννεφιάζω
αίρω / κατεβάζω
αισθάνομαι / αναισθητοποιούμαι
αισχρολογώ / γλυκομιλώ
αισχύνομαι / αυθαδιάζω
αιτιώμαι
/ επαινώ
αιτώ / δίνω
αιφνιδιάζω / προειδοποιώ
ακμάζω / φθίνω
ακολουθώ / προπορεύομαι
ακροβολίζομαι / συμπλέκομαι
αλαζονεύομαι / ταπεινοφρονώ
αλαργαίνω / σιμώνω
αλγώ / χαίρομαι
αλλάζω / σταθεροποιώ
αλλοιώνω / σταθεροποιώ
αλλοτριώνω / κρατώ
αλογισταίνω / σωφρονώ
αμαξοδρομώ / πεζολατώ
αμβλύνω / οξύνω
αμαρτάνω
/ ευστοχώ
αμαυρώνω / λαμπρύνω
αμελώ / φροντίζω
αμνημονώ / ενθυμούμαι
αμύνομαι / επιτίθεμαι
αμφισβητώ / βεβαιώνω
ανάβω / σβήνω
αναγκάζομαι / αυτενεργώ
αναγκάζω / πείθω
αναδεύω / ακινητοποιώ
αναιρώ / επικυρώνω
αναστέλλω / αρχίζω
ανατριχιάζω / ησυχάζω
ανδραποδίζω / ελευθερώνω
ανέχομαι
/ δυσφορώ
ανθώ / παρακμάζω
ανοίγω / κλείνω

αντικαθιστώ / διατηρώ
αντιμετωπίζω / ενδίδω
αντιτίθεμαι / συμπορεύομαι
αξιοποιούμαι / χαραμίζομαι
απαρνιέμαι
/
αποδέχομαι
απατώ / καθοδηγώ
απειλώ / καθησυχάζω
απεχθάνομαι / συμπαθώ
αποδέχομαι / απορρίπτω
αποδημώ / ενδημώ
αποκαρδιώνω / ενθαρρύνω
αποκτηνώνω / εξανθρωπίζω
απολαμβάνω / στερούμαι
απομονώνομαι / συναναστρέφομαι
αποστομώνομαι / αντιλέγω
απουσιάζω / παρευρίσκομαι
αργεύω / ταχυπορώ
αρμόζω / αποσυνδέω
αρνούμαι / δέχομαι
αρπάζω / προσφέρω
ασθενώ / υγιαίνω
ασκούμαι / αδρανώ
ασπάζομαι / αποδοκιμάζω
αστειεύομαι / σοβαρολογώ
αυξάνω / μειώνω
αφαιρώ / προσθέτω
αφικνούμαι / απομακρύνομαι


Β

βαβουρίζω / ησυχάζω
βαδίζω / τρέχω
βαίνω / στέκομαι
βαλαντώνω / ανακουφίζομαι
βαριακούω / καλακούω
βαριέμαι / ευαρεστούμαι
βαρυγκωμώ / χαίρομαι
βαρυγνωμώ / χαίρομαι
βαρυθυμώ / χαίρομαι
βαρύνω / ελαφρύνω

βάφω / αποχρωματίζω

βασανίζω / καλομεταχειρίζομαι
βδελύσσομαι / λαχταρώ
βεβαιώνω / αμφισβητώ
βεβηλώνω / σέβομαι
βελτιώνω / χειροτερεύω
βιαιοπραγώ / καλομεταχειρίζομαι
βλάπτω / ωφελώ
βλασφημώ / ευλογώ
βλέπω / τυφλώνομαι
βοηθώ / κατατρέχω
βορβορώ / ξεβρομίζω
βουβαίνoμαι / φωνάζω
βούλομαι / αποποιούμαι
βουρλίζω / ηρεμίζω
βουτώ / αναδύομαι
βοώ / σιγώ
βραβεύω / ατιμάζω
βραδύνω / σπεύδω
βραχυλογώ / περιττολογώ
βρίθω / κενούμαι
βρομίζω / ξεμαγαρίζω
βρομώ / ευωδιάζω
βροντογελώ / αχνογελώ
βρυάζω / κενούμαι
βυθίζομαι / αναδύομαι
βωμολοχώ / γλυκομιλώ

 

Γ

γαληνεύω / ταράσσομαι
γαλιφίζω / επιπλήττω
γαυριώ / μετριοφρονώ
γειτνιάζω / αφίσταμαι
γελώ / κλαίω
γελοιοποιώ / εξυψώνω

γεμίζω / αδειάζω
γενικεύω / ειδικεύω
γεννιέμαι / τελευτώ
γεννώ / στειρώνομαι
γερεύω / νοσώ
γιγαντεύω / σμικρύνω
γιουχαϊζω / επιδοκιμάζω
γηράσκω / νεάζω
γλακώ / βαδίζω
γλαρώνω / ξενυστάζω
γλεντώ / ψυχοπλακώνομαι
γλιτώνω / κινδυνεύω
γλωσσεύω / επαινώ
γλωσσοτρώγω / επαινώ
γνωρίζω / αγνοώ
γογγύζω / συναινώ

γοητεύω
/ αηδιάζω
γονιμοποιώ / στειροποιώ
γοργοκλώθω / μπροστολακώ
γοώ / χαίρομαι
γυαλίζω / θαμπώνω
γυμνώνω / ενδύω
γυρίζω / φεύγω
γυρνοβολώ / ξεροσταλιάζω


Δ

δαμάζω / εξαγριώνω

δαπανώ / αποταμιεύω
δαψιλεύω / τσιγκουνεύομαι
δεικνύω / αποκρύπτω
δειλιάζω / θαρρεύω
δεινοπαθώ / καλοπερνώ
δελεάζω / ενημερώνω
δεσμεύω / ελευθερώνω
δετώνω / ανηφορίζω
δέχομαι / αποποιούμαι
δηλώνω / αποκρύπτω
δημαγωγώ / ποδηγετώ
δημοκρατούμαι / ολιγαρχούμαι
δηώνω / καλομεταχειρίζομαι
διαβάλλω / επαινώ
διαγουμίζω / ωφελώ
διαιρώ / ενώνω
διαιωνίζω / συντομεύω
διακονεύω / επαρκώ
διακρίνω / εξομοιώνω
διαλευκαίνω / περιπλέκω
διαλλάσσομαι / ερίζω
διαλύω / ενώνω
διαμελίζω / ενώνω
διαπληκτίζομαι / διαλλάσσομαι
διαπρέπω / λανθάνω
διασκορπίζω / συνάγω
διασπώ / ενώνω
διασύρω / επαινώ
διαφωτίζω / προπαγανδίζω
διαψεύδω / επαληθεύω
διεγείρω / ηρεμίζω
διευθετώ / θαλασσώνω
δικαιολογώ / στηλιτεύω
δίνω / λαμβάνω
διστάζω / τολμώ
διχάζω / μονοιάζω
διχογνωμώ / συμφωνώ
διχοτομώ / ενώνω
διώχνω / προσκαλώ
δοκιμάζομαι / ανακουφίζομαι
δονώ / καλμάρω
δοξάζω / ατιμάζω
δουλεύω / αργώ
δουλώνω / ελευθερώνω
δραστηριοποιούμαι / ναρκώνομαι
δροσίζομαι / ζεσταίνομαι
δρω / απρακτώ
δύναμαι / αδυνατώ
δυναμώνω / εξασθενίζω
δυσανασχετώ / υπομένω
δυσαρεστούμαι / ευφραίνομαι
δυσθυμώ / ευθυμώ
δυσπραγώ / ευτυχώ
δυστυχώ / ευτυχώ
δυσφημώ / επαινώ
δυσφορώ / ανέχομαι
δυσχεραίνω / ευκολύνω
δύω / ανατέλλω


Ε
εγκαρδιώνω / αποθαρρύνω
εγκωμιάζω
/ κατακρίνω
είργω / αποδεσμεύω
εισπράττω / ξοδεύω
ελαττώνω / αυξάνω
ελεώ / περιφρονώ
ελευθεροστομώ / φιμώνομαι

ελευθερώνω / σκλαβώνω

έλκω / ωθώ

ελπίζω / απογοητεύομαι
εμπιστεύομαι / υποψιάζομαι

εμποδίζω / αποδεσμεύω
κατατρέχω / βοηθώ
εναγκαλίζομαι / αποχωρίζομαι
ενδημώ / αποδημώ
ενδύω / γυμνώνω
ενημερώνω / παραπλανώ
ενώνω / διαλύω
εξαγριώνω / δαμάζω
εξαιρώ / υποχρεώνω
εξάπτω / ηρεμίζω
εξασθενίζω / δυναμώνω
εξευτελίζομαι / θριαμβεύω
εξυπηρετώ / υπονομεύω
εορτάζω / βιοπαλαίω

επαινώ / κατακρίνω
επιδημώ / αποδημώ

επιθυμώ / αποστρέφομαι

επικουρώ / κατατρέχω

επιμελούμαι / αδιαφορώ
επιτίθεμαι / αμύνομαι
επιτρέπω / απαγορεύω

έπομαι / προπορεύομαι
εργάζομαι / αργώ

ερεθίζω / ηρεμίζω

ερίζω / διαλλάσσομαι

έρχομαι / φεύγω

ευδαιμονώ / δυστυχώ
ευθυγραμμίζω / κλίνω
ευλογώ / βλασφημώ
ευστοχώ / αμαρτάνω

ευφραίνομαι / λυπούμαι

 

Ζ

ζαβλακώνω / τονώνω
ζαβώνω / ισιώνω
ζαρώνω / ισιώνω
ζηλεύω
/ συγχαίρω
ζαλίζω / ηρεμίζω
ζεματώ / ψύχω
ζεσταίνω / ψύχω
ζευγνύω / χωρίζω
ζεύω / ξεζεύω
ζέχνω / ευωδιάζω 
ζημιώνομαι / κερδίζω
ζημιώνω / ωφελώ
ζητιανεύω / επαρκώ
ζητώ / δίνω
ζιζανεύω / μονοιάζω
ζορίζω / ανακουφίζω
ζουριάζω / δυναμώνω
ζουρλαίνω / φρονιμεύω
ζοχαδιάζω / ηρεμίζω
ζυγώνω / απομακρύνομαι
ζωγρώ / απολυτρώνω
ζωηρεύω / εξασθενίζω
ζωογονώ / εξασθενίζω
ζωπυρώ / σβήνω
ζω / αποθνήσκω

 

Η
ηγεμονεύω / υπηρετώ
ηγούμαι / ακολουθώ

ηγουμενεύω / διακονώ

ήδομαι / λυπούμαι
ηδύνω / πικραίνω
ημερεύω / αγριεύω
ηρεμώ / ταράσσομαι

ησυχάζω / ταράσσομαι

ηττώμαι / νικώ
ηχώ / σιγώ
 

Θ

θαλασσώνω / τακτοποιώ

θάλλω / παρακμάζω
θάλπω / ψυχραίνω
θαμπώνω / στίλβω
θαρρεύω / δειλιάζω

θαυμάζω / καταφρονώ
θέλγω / αηδιάζω
θέλω / αποστρέφομαι
θεριακώνω / σμικρύνω
θεριεύω / ημερεύω

θερμαίνω
/ ψύχω
θέτω / αίρω
θηλάζω / απογαλακτίζω

θηλυκώνω / ξεκουμπώνω

θησαυρίζω / σπαταλώ
θίγω / αποστασιοποιούμαι
θλίβω / χαροποιώ
θνήσκω / ζω
θολώνω / ξεθολώνω
θορυβώ / σιγώ
θραύω / ενώνω
θρηνώ / χαίρομαι
θριαμβεύω / εξευτελίζομαι
θυμάμαι / λησμονώ
θυμίζω / παραλείπω
θυμώνω / ηρεμώ

θωπεύω / κακομεταχειρίζομαι
θωρακίζω / εκθέτω

 

Ι

ιδεάζομαι / εμπιστεύομαι

ιδιάζω / ομοιάζω

ιδιωτεύω / κοινωνικοποιούμαι

ιδροκοπώ / τεμπελιάζω

ιδρύω / ξεθεμελιώνω

ιεροσυλώ / σέβομαι
ιππεύω / αφιππεύω
ισιάζω / στραβώνω
ισιώνω / ζαβώνω
ισορροπώ / παλατζάρω
ισχναίνω / παχαίνω
ισχυρίζομαι / νομίζω
ισχυροποιώ / αποδυναμώνω

 

Κ

καβαλικεύω / ξεπεζεύω
καβγαδίζω / διαλλάσσομαι
καθαιρώ / ανυψώνω
καθαρίζω / βρομίζω
καθεύδω / ξενυχτώ
κάθημαι / σηκώνομαι
καθησυχάζω
/ απειλώ
καθιερώνω / καταργώ

καθολικεύω / ειδικεύω
καθυστερώ / επιταχύνω
καινοτομώ / διατηρώ

κακαρώνω / ζω

κακίζω / επαινώ

κακιώνω / καλμάρω

κακοδαιμονώ / ευτυχώ

κακοζώ / καλοπερνώ

κακοκαρδίζω / ευφραίνω

κακολογώ / εγκωμιάζω
κακοποιώ / καλομεταχειρίζομαι
κακοτυχίζω / μακαρίζω

κακουργώ / ευεργετώ

καλαμπουρίζω / σοβαρολογώ

καλλιεργώ / χερσώνω

καλλύνω / ασχημίζω
καλλωπίζω
/ ασχημίζω

καλπάζω / βραδυπορώ

καμαρώνω / ντρέπομαι

καματεύω / τεμπελιάζω

καμμύω / γουρλώνω

καμπουριάζω / ευθυγραμμίζομαι
κάμπτω / ορθώνω

κανακεύω / κακομεταχειρίζομαι
κανονίζω / απορρυθμίζω

καπακώνω / ξεσκεπάζω
καργάρω / λασκάρω

καρδαμώνω / ατονώ

καρδιοχτυπώ  / ηρεμώ

καρπαζώνω / χαϊδεύω
καρπώνομαι / ζημιώνω

καρτερώ / ανυπομονώ

καρώνω / διεγείρω

καταδικάζω / αθωώνω

καταισχύνω / τιμώ

κατακερματίζω / συνάπτω

καταλαλώ / επαινώ

καταλογίζω / απαλλάσσω
καταναλώνω / ταμιεύω

κατανεύω / διαφωνώ
καταπιέζω / ανακουφίζω

καταπτοώ / ενθαρρύνω

καταργώ / διατηρώ

καταρρακώνω / επαινώ

καταρώμαι / ευλογώ
καταστέλλω / ξεσηκώνω
κατατοπίζω / παραπλανώ

κατατρέχω / βοηθώ

κατατροπώνω / ηττώμαι

κατατρύχω / κανακεύω

καταυγάζω / σκοτεινιάζω

καταφάσκω / αρνούμαι

καταφέρνω / αποτυγχάνω

καταφέρομαι / επαινώ

καταφρονώ / τιμώ
κατεβάζω / αίρω

κατεδαφίζω / κτίζω

κατευνάζω / διεγείρω

κατηγορώ / επαινώ
κατηφορίζω / ανηφορίζω

κατισχύω / ηττώμαι

κατορθώνω / αποτυγχάνω

κατσαδιάζω / καλοπιάνω

κατσιάζω / αναθαρρώ

κατσιποδιάζω / συναινώ

κατσουφιάζω / αγάλλομαι

καυχιέμαι / ταπεινοφρονώ

καχεκτώ / υγιαίνω

καψώνω / κρυώνω

κείτομαι / εγείρομαι
κελεύω / παρακαλώ
κενώνω / γεμίζω
κερδίζω / ζημιώνομαι
κήδομαι / αμελώ

κηλιδώνω / τιμώ

κηρύσσω / αποσιωπώ

κινδυνεύω / διασφαλίζομαι

κιοτεύω / θαρρεύω

κλαίω / χαίρομαι

κλασαυχενίζομαι / ταπεινοφρονώ

κληροδοτώ / κληρονομώ

κλίνω / ευθυγραμμίζω

κλονίζω / σταθεροποιώ

κόβω / ενώνω
κοιμάμαι / αγρυπνώ

κοιμίζω / αφυπνίζω
κολάζω / αθωώνω
κολακεύω / επιπλήττω
κολαφίζω / εξυψώνω
κολλώ / αποσυνδέω
κολοβώνω / επιμηκύνω

κομπάζω / ταπεινοφρονώ

κομπλάρω / αναθαρρώ
κομψεύω / ασχημίζω

κοντράρω / συμπαραστέκομαι

κοπάζω / διογκώνομαι

κοπιάζω / τεμπελιάζω

κοπρίζω / ξεβρομίζω

κορδώνομαι / ταπεινοφρονώ

κορυβαντιώ / ηρεμώ

κορυφώνω / καταποντίζω

κορώνω / ηρεμώ

κοσμώ / ασχημίζω

κοτώ / διστάζω

κουκουλώνω / αποκαλύπτω

κουλάρω / εξάπτομαι

κουμαντάρω / απορρυθμίζω

κουνώ / σταθεροποιώ
κουράζομαι / οκνώ
κουτοφέρνω / σωφρονώ
κουτσομπολεύω / επαινώ
κουφαίνομαι / ακούω

κουφίζω / ακούω

κοψοχολιάζω / καθησυχάζω

κραταιώνω / εξασθενίζω

κρατικοποιώ / ιδιωτικοποιώ

κρατύνω / εξασθενίζω

κρατώ / αποδεσμεύω
κρημνίζω / ορθώνω
κρύβομαι / φανερώνομαι

κρυώνω / ζεσταίνομαι

κτίζω / ξεθεμελιώνω
κυριολεκτώ / ανακριβολογώ
κυρτώνω / ορθώνω

κωλύω / αποδεσμεύω

κωλώνω / θαρρεύω

κωμωδώ / επαινώ


Λ

λαγιάζω / απλώνομαι
λαθεύω / ευστοχώ
λαθρακιάζω / δυναμώνω
λακίζω / βαδίζω

λακωνίζω / φλυαρώ

λαμβάνω / δίνω

λαμποκοπώ / λερώνομαι
λαμπρύνω / θαμπώνω
λάμπω / σκοτεινιάζω
λανθάνω / μνημονεύομαι

λασκάρω / τεντώνω

λασπολογώ / επαινώ
λατρεύω / μισώ
λαφιάζω / καθησυχάζω
λαχταρίζω / καθησυχάζω
λαχταρώ / αποστρέφομαι

λέγω / σιωπώ

λεηλατώ / καλομεταχειρίζομαι
λειαίνω / τραχύνω
λείπω / παρευρίσκομαι

λεκιάζω / ξεβρομίζω
λεπταίνω / παχαίνω
λεπτοτομώ / χοντροκόβω
λευκάζω / μελαίνω
λευκαίνω / μαυρίζω
λήγω / αρχίζω
λησμονώ / ενθυμούμαι
λιανεύω / χοντραίνω
λιανίζω / χοντροκόβω
λιβακώνομαι / κρυώνω

λιγδιάζω / ξεβρομίζω

λιγδώνω / ξεβρομίζω

λιγουρεύομαι / αποστρέφομαι

λιγοψυχώ / θαρρεύω
λιμάζω / χορταίνω
λιμοκτονώ / περιδρομιάζω
λιμώττω / χορταίνω
λιποτακτώ / μάχομαι

λιώνω / στερεοποιώ

λογικεύομαι / παραλογίζομαι

λοιδορώ / επαινώ
λοξοδρομώ / ευθυπορώ
λουρώνω / σκληραίνω
λουστράρω / θαμπώνω
λουφάζω / αντιλέγω
λυγίζω / ανθίσταμαι

λυμαίνομαι / καλομεταχειρίζομαι
λυπούμαι / ευφραίνομαι

λυπώ / τέρπω
λυσιτελώ / ζημιώνω
λυτρώνω / περιορίζω
λωλαίνομαι / λογικεύομαι

 

Μ

μαγαρίζω / ξεβρομίζω

μαγκώνω / ξεσφίγγω

μαζεύω / σκορπίζω

μαϊμουδίζω / πρωτοτυπώ

μαίνομαι / ηρεμώ

μαθαίνω / αγνοώ
μακαρίζω
/ κακοτυχίζω

μακροθυμώ / δυσφορώ
μακρυγορώ / λακωνίζω

μανίζω / ηρεμώ

μανιώνω / ηρεμώ

μανουριάζω / διαλλάσσομαι

μανταλώνω / ξεκλειδώνω

μαραγκιάζω / θάλλω

μαραζώνω / ζωηρεύω

μαργώνω / ζεσταίνομαι

μαρτυρώ / αποσιωπώ

μαστιγώνω / καλομεταχειρίζομαι
μαστίζω / καλομεταχειρίζομαι

μαστουρώνω / δραστηριοποιούμαι

μάχομαι / διαλλάσσομαι

μεγαλαυχώ / ταπεινοφρονώ
μεγαλορρημονώ / ταπεινοφρονώ

μεγαλώνω / ελαττώνω

μειγνύω / ξεχωρίζω

μειοδοτώ / πλειοδοτώ

μειοψηφώ / πλειοψηφώ

μειώνω / αυξάνω
μελαγχολώ / ευθυμώ
μέμφομαι / επαινώ
μένω / φεύγω
μερικεύω / γενικεύω
μεριμνώ / αμελώ
μεταβάλλω / σταθεροποιώ
μετανοώ / εμμένω
μετατρέπω / σταθεροποιώ
μετριάζω / αυξάνω
μετριοφρονώ / κομπάζω
μετωρίζομαι / σοβαρολογώ
μηνίω / ηρεμώ
μηνύω / αποσιωπώ
μιαίνω / απολυμαίνω

μιμούμαι / πρωτοτυπώ
μισεύω / επαναπατρίζομαι
μισθώνω / εκμισθώνω

μισώ / αγαπώ
μνημονεύω / λησμονώ
μνησικακώ / συγχωρώ
μοιάζω / διαφέρω
μολεύω / γιατρεύω
μονοιάζω / διχάζω
μουγκαίνομαι / ομιλώ
μουλαρώνω / αποδέχομαι
μουλώνω / θαρρεύω
μουρλαίνομαι / λογικεύομαι
μουτρώνω / αγάλλομαι
μοχθώ / οκνώ
μπαγλαρώνω / αποδεσμεύω
μπερδεύω / ξεχωρίζω
μπιτίζω / αρχίζω
μπογιατίζω / αποχρωματίζω
μπολικαίνω / σπανίζω
μποσικάρω / τεντώνω
μυκτηρίζω / επαινώ
μύρομαι / χαίρομαι

 

Ν

ναρκώνομαι / δραστηριοποιούμαι
νεοτεριζω
/ αρχαϊζω
νευριάζω / ηρεμώ
νευρώνω / εξασθενίζω
νηνεμώ / ταράσσομαι

νικώ / ηττώμαι
νοιάζομαι / αδιαφορώ
νομίζω / ισχυρίζομαι
νοστώ / ξενιτεύομαι

νοσώ / υγιαίνω
νοτίζω / αφυδατώνω
νταγιαντίζω / δυσφορώ
ντοπάρω / αποχαυνώνω
ντρέπομαι / αυθαδιάζω
ντροπιάζω / εξυψώνω


Ξ
ξαγγρίζω / ηρεμίζω
ξαποσταίνω / κουράζομαι
ξαρμυρίζω / αλατίζω
ξαστοχώ / ενθυμούμαι

ξεβρομίζω
/ ρυπαίνω
ξεδιαλύνω / μπερδεύω
ξεδίνω / ψυχοπλακώνομαι
ξεθαρρεύω / διστάζω

ξεθεμελιώνω
/ κτίζω
ξεθεώνω / ξεκουράζω
ξεθηλυκώνω / κουμπώνω
ξεθυμαίνω / δυναμώνω
ξεθωριάζω / τονίζω
ξεκαθαρίζω / περιπλέκω
ξεκακιώνω / θυμώνω
ξεκαπιστρώνω / χαλινώνω
ξεκουμπώνω / θηλυκώνω
ξεκουράζομαι / κοπιάζω
ξελαρυγγίζομαι / σιγοψιθυρίζω
ξελασκάρω / σφίγγω
ξελογιάζω / σωφρονίζω
ξεμαγαρίζω / βρομίζω
ξεμακραίνω / συναναστρέφομαι
ξεμοναχιάζω / συντροφεύω
ξεμυαλίζω / σωφρονίζω
ξεμωραίνω / σωφρονίζω
ξενηλατώ / φιλοξενώ
ξενίζω / ευαρεστώ
ξενιτεύομαι / επαναπατρίζομαι
ξενυχτίζω / κοιμίζω
ξεπαγιάζω / ζεσταίνομαι
ξεπέφτω / ακμάζω
ξεπορτίζω / σπιτώνομαι
ξεπροβοδίζω / εξαποστέλλω
ξεραίνω / υγραίνω
ξεριζώνω / φυτεύω
ξεροσταλιάζω / στριφογυρίζω
ξεσαλώνω / φρονιμεύω
ξεσηκώνω / καταστέλλω
ξεσκεπάζω / καλύπτω
ξεσπώ / ηρεμώ
ξετσιπώνομαι / αισχύνομαι
ξεφαντώνω / ψυχοπλακώνομαι
ξεχαρβαλώνω / οργανώνω
ξεχωρίζω / μειγνύω
ξηλώνω / ράβω
ξιπάζω / ταπεινοφρονώ
ξοδεύω / σοδεύω
ξυλοκοπώ / κανακεύω
ξυπνώ / κοιμάμαι


Ο

οδυνώμαι / χαίρομαι
οδύρομαι
/ χαίρομαι
όζω / ευωδιάζω

οικοδομώ / ξεθεμελιώνω
οικονομώ / σπαταλώ

οκνώ / μοχθώ
ολιγωρώ / φροντίζω

ολοφύρομαι / χαίρομαι

ομιλώ / σιωπώ
ομοιώνω / διαστέλλω
ομοφρονώ / διαφωνώ

ονειδίζω / επαινώ
οξύνω / αμβλύνω
οπισθοχωρώ / προχωρώ
οπλίζω / αφοπλίζω
οργανώνω / ξεχαρβαλώνω
οργίζομαι / ησυχάζω

οργίζω / ηρεμίζω

ορέγομαι / αποστρέφομαι
ορθοβατώ / περιπλανώμαι
ορθοδρομώ / λοξοδρομώ
ορθοποδώ / ξεπέφτω
ορθώνω / ρίχνω
ορμίζομαι / αποπλέω
ορμώ / ακινητοποιούμαι
ορρωδώ / θαρρεύω
ουραγώ / πρωτοπορώ
οχυρώνω / εκθέτω
οψιμίζω / πρωιμίζω

Π

παγιώνω / μεταβάλλω
παιδεύω
/ ανακουφίζω
παινεύομαι / ταπεινοφρονώ
παλιννοστώ / ξενιτεύομαι
παλαιώνω / καινουργώ
παλατζάρω / ακινητοποιούμαι
πάλλω / ακινητοποιώ
πανικοβάλλομαι / ηρεμώ
παρακμάζω / θάλλω
παραμυθώ / απελπίζω
παραπλανώ / ενημερώνω
παραπονιέμαι / συναινώ
παραφέρομαι / σωφρονώ
παραφρονώ / σωφρονώ
παρευρίσκομαι / λείπω
πασχίζω / αδρανώ

πάσχω / υγιαίνω
πατάσσω / καλομεταχειρίζομαι

παύω / αρχίζω
παχαίνω / λεπταίνω
πεζοπορώ / εποχούμαι
πείθω / αναγκάζω
πεινώ / χορταίνω
πειράζω / καλοπιάνω

πελάζω / απομακρύνομαι

πενθώ / χαίρομαι

περαίνω / αρχίζω
πολλαπλασιάζω / ολιγοστεύω
πορθώ / ωφελώ
περιαυτολογώ / ταπεινοφρονώ
περιορίζω / λυτρώνω
περιπλανιέμαι / ορθοβατώ
περισσεύω / λείπω
περιφρονώ / τιμώ
πηγάζω / στερεύω
πηλαλώ / βαδίζω

πιέζω / ανακουφίζω
πιλατεύω / κανακεύω

πιστεύω / αμφιβάλλω
πιστοποιώ / αμφισβητώ
πλαγιάζω / σηκώνομαι
πλανεύω / ενημερώνω
πλαντάζω / χαίρομαι
πλανώ / καθοδηγώ
πλατειάζω / λακωνίζω
πλαταίνω / στενεύω
πλεονάζω / λείπω
πλεονεκτώ / μειονεκτώ
πληθύνω / λιγοστεύω
πληρώ / αδειάζω
πλησιάζω / απομακρύνομαι
πλήττω / περιποιούμαι
πλουτίζω / φτωχαίνω
πλύνω / βρομίζω
ποδηγετώ / δημαγωγώ
ποθώ / απεχθάνομαι

ποιώ / αδρανώ

πολεμώ / διαλλάσσομαι

πονώ / χαίρομαι

πορεύομαι / σταματώ
πραγματεύομαι / προχειρολογώ

πράττω / αδρανώ

πραϋνω / σκληραίνω
προάγω / υποβιβάζω
προβιβάζω / υποβιβάζω
προκόβω / οπισθοδρομώ
προοδεύω / οπισθοδρομώ
προπαγανδίζω / διαφωτίζω

προπηλακίζω / επαινώ
προπορεύομαι / ακολουθώ
προσαρτώ / αποσυνδέω

προσδοκώ / απελπίζομαι
προσεγγίζω /  απομακρύνομαι
προσθέτω / αφαιρώ
προσλαμβάνω / απολύω
προσφέρω / αρπάζω
πρωιμίζω / οψιμίζω
πυκνώνω / αραιώνω
πωλώ / αγοράζω
πωρώνω / ευαισθητοποιώ

 

Ρ
ράβω / ξηλώνω
ραθυμώ
/ δραστηριοποιούμαι
ρεζιλεύω / εγκωμιάζω
ρισκάρω / διστάζω
ρίχνω / ορθώνω
ριψοκινδυνεύω / διστάζω
ρυάζομαι / ησυχάζω

ρυθμίζω / αναστατώνω

ρυπαίνω / ξεβρομίζω

 

Σ
σαγηνεύω / αηδιάζω
σακάζω / θηλάζω
σαρκάζω / επαινώ

σαστίζω / ηρεμώ

σαχλαμαρίζω / σοβαρολογώ

σαψαλιάζω / δυναμώνω
σβήνω
/ ανάβω

σέβομαι / ατιμάζω
σείω / καλμάρω

σιγοντάρω / υποσκάπτω
σιγώ / βοώ

σιμώνω / απομακρύνομαι

σιτεύω / σκληραίνω

σιχαίνομαι / λαχταρώ

σιχτιρίζω / εξυμνώ
σιωπώ / λέγω
σκιάζω / καθησυχάζω
σκληραίνω / πραϋνω

σκορπίζω
/ αθροίζω
σκοτίζω / φωτίζω
σκυθρωπάζω / αγάλλομαι
σκώπτω
/ επαινώ

σμίγω / χωρίζω

σπανίζω / αφθονώ

σπαταλώ / αποταμιεύω

σπεύδω / αργοπορώ

σπιλώνω / τιμώ
σταθεροποιώ / αλλάζω
σταματώ / πορεύομαι

στανιάρω / ατονώ

στασιάζω / πειθαρχώ
στεγνώνω / υγραίνω

στενάζω / γαληνεύω
στενοχωρώ / χαροποιώ
στέργω / μισώ
στερεοποιώ / υγροποιώ
στερεύω / αναβλύζω
στερούμαι / απολαμβάνω
στερώ / προσφέρω
στηλιτεύω / επαινώ
στίλβω / θαμπώνω
συγκροτώ / διαλύω
συγυρίζω / αναστατώνω
συγχαίρω / ζηλεύω
συγχέω / ξεμπερδεύω
συγχρωτίζομαι / απομονώνομαι
συκοφαντώ / επαινώ
συλλαμβάνομαι / ελευθερώνομαι
συλλέγω / σκορπίζω
συμβιβάζω / ζιζανεύω
συμμαζεύω / απλώνω
συμπαθω / απεχθάνομαι
συμπλέκομαι / ακροβολίζομαι
συμπτύσσω / απλώνω
συνάγω / διασκορπίζω
συναινώ / γογγύζω
συναναστρέφομαι / απομονώνομαι
συνάπτω / διαλύω
συνασπίζω / διαμελίζω
συνδράμω / κατατρέχω
συννεφιάζω / ξαστερώνω
συνορεύω / απέχω
συντρέχω / κατατρέχω
συσκοτίζω / διασαφηνίζω
συστέλλω / διαστέλλω
συχνάζω / ξεκόβω
σφετερίζομαι / αποδίδω

σφάλλω / ευστοχώ

σχίζω / ενώνω
σχολάζω / εργάζομαι
σώζω / χάνω
σωρεύω / αποστοιβάζω

 

Τ

ταιριάζω / διαλύω
τακτοποιώ / απορρυθμίζω

ταλαιπωρώ / καλομεταχειρίζομαι

ταλανίζω / κανακεύω

ταμιεύω / σπαταλώ

τανύζω / χαλαρώνω

ταξινομώ / αποδιοργανώνω

ταπεινοφρονώ / καυχιέμαι
ταπεινώνω / εξυψώνω
ταράσσω / γαληνεύω
ταυτίζω / διαφοροποιώ

ταχύνω / επιβραδύνω

ταχυπορώ / βραδυπορώ
τέγγω / σκληραίνω
τεζάρω / λασκάρω
τείνω
/ χαλαρώνω
τεκμηριώνω / διαψεύδω
τελειώνω / αρχίζω
τελεσφορώ / αποτυγχάνω
τελευτώ / γεννιέμαι

τελεύω / αρχίζω

τέμνω / ενώνω
τεμπελιάζω / δραστηριοποιούμαι

τερματίζω / αρχίζω
τέρπω / λυπώ
τήκω / πήζω
τηρώ / αθετώ
τιθασεύω / εξαγριώνω
τιμώ / περιφρονώ

τιμωρώ / αθωώνω
τολμώ / διστάζω

τονίζω / ξεθωριάζω

τονώνω / χαλαρώνω

τουμπανιάζω / ξεπρήζομαι

τουρλώνω / ξεφουσκώνω
τρανεύω / μικραίνω

τραντάζω / καλμάρω
τραχύνω / λειαίνω

τρέμω / ηρεμώ
τρέχω / αργοπορώ

τριγυρίζω / ξεροσταλιάζω
τρομάζω / καθησυχάζω
τρομοκρατώ / καθησυχάζω
τρυφεραίνω / σκληραίνω
τρυφώ / πένομαι
τρύχω / αναπαύω

τσακίζω / ενώνω

τσακώνω / αφήνω

τσακώνομαι / συμφιλιώνομαι

τσαλακώνω / ισιώνω

τσαμπουνώ / σοβαρολογώ

τσατίζω / ηρεμίζω

τσιγκουνεύομαι / δαπανώ

τσινώ / ηρεμώ

τσιτώνω / χαλαρώνω

τυραννώ / καλομεταχειρίζομαι
τυφλώνομαι / βλέπω

 

Υ

υβρίζω / υμνώ
υγιαίνω / ασθενώ
υγραίνω / στεγνώνω

υδατώνω / αφυδατώνω

υμνώ / υβρίζω
υπαινίσσομαι / ακριβολογώ
υπακούω / απειθαρχώ
υπάρχω / εκλείπω
υπεραίρομαι / ταπεινοφρονώ

υπεραπλουστεύω / περιπλέκω
υπερβάλλω / μετριάζω
υπερέχω / μειονεκτώ

υπερηφανεύομαι / ταπεινοφρονώ

υπερθεματίζω / μειοδοτώ

υπερισχύω / ηττώμαι

υπερτερώ / μειονεκτώ
υποκρίνομαι / αυθομολογούμαι

υπομένω / δυσφορώ

υπονομεύω / υποστηρίζω

υποπτεύομαι / εμπιστεύομαι

υποστέλλω / υψώνω
υποστηρίζω / υποσκάπτω
υποτάσσομαι / απειθαρχώ

υποτάσσω / απελευθερώνω

υποχρεώνω / απαλλάσσω

υποφώσκω / φεγγοβολώ
υποψιάζομαι / εμπιστεύομαι
υστερώ / πλεονεκτώ
υψώνω / χαμηλώνω

 

Φ

φαίνομαι / κρύβομαι

φαιδρολογώ / σοβαρολογώ

φαιδρύνω / θλίβω
φανατίζω / φρονιμεύω
φανερώνω / αποκρύπτω
φαντάζω / λανθάνω

φαρδαίνω / στενεύω

φείδομαι / δαπανώ

φενακίζω / ενημερώνω
φέρω / αποσύρω
φεύγω / έρχομαι

φημίζομαι / λανθάνω
φημίζω / κακολογώ

φθάνω
/ αναχωρώ

φθέγγομαι / σιωπώ

φθείρω / ωφελώ

φθηναίνω / ακριβαίνω
φθίνω / ακμάζω
φθονώ / επαινώ

φιλιώνω / διχάζω
φιλονικώ / διαλλάσσομαι

φιλοφρονώ / υβρίζω
φιλώ / μισώ
φιμώνομαι / ξεστομίζω

φληναφώ / λακωνίζω

φλυαρώ / λακωνίζω
φοβούμαι / θαρρεύω

φραγγελώνω / καλομεταχειρίζομαι

φράσσω / ξεφράζω

φρενιάζω / ηρεμώ
φροντίζω / αμελώ

φρονώ / διαβεβαιώνω
φρυάζω / ηρεμώ

φυλακίζω / αποφυλακίζω

φυραίνω / ογκούμαι
φωνάζω / σιωπώ
φωτίζω / σκοτεινιάζω

 

Χ

χαϊδεύω / κακομεταχειρίζομαι
χαίρομαι
/ λυπούμαι

χαζολογώ / σοβαρολογώ

χαζοφέρνω / φρονιμεύω
χαλαρώνω / τεντώνω
χαμογελώ / ξεκαρδίζομαι
χάνω / βρίσκω
χαρίζω / λαμβάνω

χειμάζομαι / ανακουφίζομαι
χειραγωγώ / χειραφετώ

χηρεύω / αναπληρώνομαι
χλευάζω / επαινώ

χολιάζω / ηρεμώ

χολοσκάω / ευαρεστούμαι

χολώνω / ηρεμίζω
χορηγώ / λαμβάνω
χορταίνω / πεινώ

χουζουρεύω / δραστηριοποιούμαι

χρειάζομαι / επαρκώ

χρεώνω / πιστώνω

χρήζω / επαρκώ

χρησιμεύω / επιβαρύνω

χρησιμοποιώ / αχρηστεύω

χρονίζω / συντομεύω

χρωματίζω / ξεβάφω
χρωστώ / ξοφλώ
χτυπώ / καλομεταχειρίζομαι
χυδαϊζω / γλυκομιλώ
χύνω / μαζεύω
χυταρίζω / ανηφορίζω
χωρατεύω / σοβαρολογώ
χωρίζω / ενώνω

 

Ψ

ψαρώνω / θαρρεύω

ψάχνω / βρίσκω

ψέγω / επαινώ
ψεύδομαι / ακριβολογώ

ψευτοζώ / ευημερώ
ψηλώνω / κονταίνω

ψηφώ / αψηφώ
ψιλοκόβω / χοντροκόβω

ψιλώνω / καλύπτω

ψυλλιάζομαι / εμπιστεύομαι

ψυχανεμίζομαι / εμπιστεύομαι

ψυχοπλακώνομαι / ξεδίνω
ψύχω / θερμαίνω
ψυχώνω / απελπίζω
ψωνίζω / πωλώ

 

Ω

ωδίνω / ανακουφίζομαι

ωθώ / έλκω

ωνούμαι / πωλώ

ωραϊζω / ασχημίζω
ωριμάζω / παιδιακίζω

ωρύομαι / ησυχάζω

ωφελώ / βλάπτω

Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

.........................




          
     Η Αποκάλυψη
          του Ιωάννη



.........................
Comments