1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη

(Οι μέρες κυλούσαν η μία μετά την άλλη μέχρι που όλα άλλαξαν κι οι μέρες άρχισαν να κυλάνε η άλλη μετά τη μία)

Το αυτοκίνητο, αυτό το ρημάδι μάς πρόδωσε. Λιγότερα από 200 μέτρα έμεναν μέχρι να φτάσουμε έξω από την αγροικία, κάτι γρύλοι βιάστηκαν να σωπάσουν στο άκουσμα του εξάλιτρου κινητήρα, ανεβαίναμε σχεδόν απνευστί τον χωματόδρομο.

«Να σβήσω;» με ρωτάει ο Γ που οδηγούσε.

«Πήγαινε λίγο ακόμα», του απαντάω, με ρήμαζε το δεξί γόνατο στο πόνο –η υγρασία βλέπεις...

Τι διάολο θέλαμε νυχτιάτικα ανάμεσα στους βάλτους; «Ο βαθμός αιφνιδιασμού των υποκειμένων θα καθορίσει κατ΄αναλογία τον βαθμό επιτυχίας του εγχειρήματος», είχε κομπάσει με τον συνηθισμένο του τρόπο ο Α77 και μετά χαμογελούσε κοιτάζοντάς με –πόσο αηδιαστικός τύπος. Σφίχτηκα που τον θυμήθηκα, κοίταξα έξω από το μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου, η αγροικία όλο και μεγάλωνε. Άνοιξα το στόμα να δώσω εντολή στάθμευσης, αλήθεια σου λέω, κι εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το μπαμ. Ένα μπαμ τρομακτικό, εντάξει σε κανονικές συνθήκες θα ήταν ένα συνηθισμένο μπαμ, αλλά εδώ στην ερημιά έμοιαζε τρομακτικό. Σα να πατήσαμε νάρκη.

«Τι είναι αυτό; Πέτρα;» ρώτησα.

«Η εξάτμιση. Διαλύθηκε εντελώς», απάντησε ο Γ από το τιμόνι.

«Ανάθεμα την τύχη μου την πουτάνα» ούρλιαξα. Και μετά... «Όλοι έξω», διαταγή

Από το αυτοκίνητο πετάχτηκαν πρώτα οι δυο Γ που κάθονταν στις μπροστινές θέσεις και μετά βγήκα κι εγώ με τον Β από τις πίσω θέσεις. Οι Γ είχαν ξεφορτώσει τα οβιδοβόλα από το πορτ μπαγκάζ και έτρεχαν ήδη προς την αγροικία, ο Β περίμενε δίπλα μου με το αυτόματο χαλαρά κρεμασμένο πάνω από τον αριστερό γοφό του.

«Δώσμου τα κυάλια», ζήτησα.

Μου τα’δωσε.

Κοίταξα προς την αγροικία, από μπροστά δεν κουνιόταν φύλλο, στα πλάγια όμως έπιασα κάποια κίνηση. Ένα φως άναψε για λίγο και μετά έσβησε. Τράβηξα το κεφαλόφωνο που κρεμόταν στο λαιμό μου, το έφερα στο στόμα και το άνοιξα.

«Α777 προς Γ...» σταμάτησα για λίγο καθώς δεν θυμόμουν τους αριθμούς τους. «Α777 προς άπαντες τους Γ», είπα αμέσως μετά. «Προειδοποιητικές βολές πλευρικά της αγροικίας, τα αντικείμενα επιχειρούν να αποδράσουν».

«Ελήφθη», ήρθε η απάντηση στον προκαθορισμένο χρόνο.

Έκλεισα το κεφαλόφωνο και περίμενα.

Σε 30 δευτερόλεπτα τα οβιδοβόλα των Γ άστραψαν, τ΄αυτιά μου βούλωσαν. Η μπροστινή όψη της αγροικίας έκανε δυο τρομακτικές μαύρες κουφάλες, από μέσα ακούστηκαν ουρλιαχτά και σε λίγο φάνηκαν άνθρωποι να τρέχουν.

«Πλευρικά της αγροικίας είναι αυτό ρε ζώα;» διαμαρτυρήθηκα.

Ο Β δίπλα μου γέλασε.

«Πήγαινε δεξιά, θα πάω αριστερά μπας και πιάσουμε κανέναν», του είπα κι άρχισα να τρέχω.

Ακόμα δυο εκρήξεις, κοίταξα προς την αγροικία και είδα όλη την μπροστινή της πλευρά να καταρρέει, σταμάτησα απότομα.

Άνοιξα το κεφαλόφωνο.

«Α777 προς Γ, παύσατε πυρ άμεσα!» γάβγισα.

«Ελήφθη», ήρθε η απάντηση νωρίτερα από τον προκαθορισμένο χρόνο.

«Τσακιστείτε μήπως προλάβετε κανέναν τους, ηλίθιοι», διέταξα.

Έκλεισα το κεφαλόφωνο πριν πάρω απάντηση.

Έσκυψα το κεφάλι και έτρεξα προς την αριστερή περίφραξη της αγροικίας, είχα καλύψει τη μισή απόσταση όταν είδα ένα ημιφορτηγό να περνάει από μια τρύπα της περίφραξης.

Σταμάτησα, έβγαλα το πιστόλι μου από τη θήκη.

Σημάδεψα τα πλαϊνά του ημιφορτηγού και πυροβόλησα. Μια, δυο, τρεις –κάτι πέτυχα αλλά το ημιφορτηγό δεν σταμάτησε. Το άφησα να χαθεί στην κατηφόρα κι έτρεξα να μπω από την τρύπα της περίφραξης.

Τότε είδα το σκυλί.

Μαύρο, με σηκωμένο το τρίχωμα, κόκκινα μάτια. Με είδε κι αυτό.

Γύμνωσε τα δόντια, στάθηκε στο άνοιγμα της περίφραξης και γρύλισε. Σήκωσα το πιστόλι. Σημάδεψα λίγο πιο χαμηλά από τη μουσούδα του.

Το σκυλί τινάχτηκε ξαφνικά κι άρχισε να τρέχει, αιφνιδιάστηκα, προσπάθησα να προσαρμόσω τη στόχευση αλλά το σκυλί πέρασε δίπλα μου σαν τον αέρα και χάθηκε στην κατηφόρα ακολουθώντας το ημιφορτηγό. Ανάσανα ανακουφισμένος.

Τότε άκουσα το αυτόματο του Β να κροταλίζει, δεν ήταν καλή ένδειξη αυτό. Βιάστηκα να καλύψω την απόσταση προς το πίσω μέρος της αγροικίας, αλλά σκόνταψα σε κάτι ρίζες, μπλέχτηκε η αρβύλα μου, παρά λίγο να σκάσω με τα μούτρα στη λάσπη. Σταθεροποιήθηκα αλλά την πλήρωσε το πόδι μου με μια ξεγυρισμένη θλάση. Ή κάτι τέτοιο. Δεν έβλεπα το θεό μου. Άκουσα κι άλλο κροτάλισμα του αυτόματου, μετά άκουσα μια ρίψη οβιδοβόλου και μετά κάτι βραχνιασμένο. Σαν καραμπίνα που είχε καταπιεί βάτραχο –κάπως έτσι. Έσυρα το πόδι μου και κατευθύνθηκα. Οι πυροβολισμοί συνεχίστηκαν. Βλαστήμησα.

«Γαμώ τη ζωή μου», είπα.

Ξαφνικά οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Εντελώς ξαφνικά.

Έπρεπε να έχω μαζί μου τον τηλεβόα, ήταν στον στάνταρ εξοπλισμό αλλά μονίμως τον παράταγα στο αυτοκίνητο. Ήμουν ηλίθιος, γι΄αυτό. Θεωρούσα πως με τους μοναδικούς που θα χρειαζόταν να επικοινωνήσω στη διάρκεια μιας επιχείρησης ήταν η ομάδα μου.

Άνοιξα πάλι το κεφαλόφωνο.

«Β αναφέρατε», διέταξα.

«Έχουμε τραυματισμό», είπε ο Β διστακτικά.

Βιάστηκα να αλλάξω κανάλι, μπήκα στο υπηρεσιακό.

«Κέντρο, Α777 εδώ. Κέντρο με λαμβάνεις;»

«Κέντρο προς Α777 σας λαμβάνω καλώς».

«Έχουμε εμπλακεί στα πλαίσια επιχείρησης με αριθμ. 777-21225. Φροντίστε για την αποστολή νοσοκομειακού άμεσα».

«Κέντρο προς Α777 θα διαβιβάσω το αίτημά σας».

Έκλεισα το κεφαλόφωνο. Αν ο τραυματισμένος ήταν σε σοβαρή κατάσταση θα πέθαινε πριν προλάβει το νοσοκομειακό να καλύψει τη μισή απόσταση από το κοντινότερο ελικοδρόμιο μέχρι εδώ.

Προχώρησα διστακτικά.

Έφτασα στην πίσω πόρτα της αγροικίας, εκεί ήταν μάλλον η κουζίνα.

Η πόρτα ορθάνοιχτη, στο πλάι ένας τουμπαρισμένος σκουπιδοτενεκές. Καθυστέρησα λίγο μυρίζοντας τον αέρα, φλούδες μήλου και υπολείμματα ντοματόσουπας.

 Μπήκα στο σπίτι, σκοτάδι πηχτό.

Περπάτησα κουνώντας την αρβύλα πριν από κάθε μου βήμα σα μπαστούνι για τυφλούς.

Η αρβύλα μπλέχτηκε σε κάτι πεσμένο, μάλλον ξύλινο σκαμνί, το παραμέρισα, κλωτσώντας προχώρησα, πάτησα χαλί μετά από το γυμνό πάτωμα, το χαλί γλιστρούσε και διπλωνόταν κάτω από τη σόλα της αρβύλας, μετά πάτησα κάτι μαλακό, κοκάλωσα. Μαλακό και τριχωτό.

Τράβηξα το πόδι μου, το μαλακό πράγμα έβγαλε έναν ρόγχο σα να πνιγόταν και μετά τσίριξε: «Φα-ί, πι-πί, νά-νι». Έμεινα με τη σόλα μετέωρη, ακουμπισμένη απαλά πάνω στο μαλακό, χνουδωτό, τι; Αρκουδάκι; Σκυλάκι; «Φα-ί, πι-πί, νά-νι». Ξαφνικά ο τόπος φωτίστηκε σαν πάρτι στην κόλαση.

Και βρόντηξε, ένιωσα τα τύμπανα των αυτιών μου να πάλλονται επίμονα.

Δεν κοίταξα πίσω, δεν υπήρχε χρόνος, άλλωστε ήξερα.

Βούτηξα με τα μούτρα όσο πιο μακριά από την πόρτα, όσο πιο βαθιά στο εσωτερικό του σπιτιού.

Πόνος, πόνος, πόνος, πόνος, πόνος.

Το μάγουλό μου έκαιγε, έτρεχε κάτι υγρό εκεί, αίμα, μάλλον είχα πέσει με τα μούτρα σε εμπόδιο. Καρέκλα αναποδογυρισμένη; Σκαμνί; Κοίταξα προς τα πίσω με πολύ προσπάθεια, ήμουν ξύλινος.

Η πόρτα της κουζίνας κρεμόταν από τους μεντεσέδες της, κάποιος είχε ρίξει μια οβίδα εγκάρσια στον τοίχο. Γκρέμισμα ελικοειδές.

Πάσχισα να σηκωθώ, έβαλα τα δάχτυλα στο πάτωμα.

Έδωσα ώθηση, δυο σουβλιές στις παλάμες μου. Ούρλιαξα.

«Ααααργκ», έκανα.

Σηκώθηκα όμως.

«Παύσατε πυρ», φώναξα. Τόσο δυνατά που νόμισα ότι τα πνευμόνια θα μου βγουν από το στόμα.

Ησυχία.

Έμεινα ακίνητος. Μετά αποφάσισα να προχωρήσω, πέρασα στο επόμενο δωμάτιο, κλώτσησα διάφορα πράγματα, στρογγυλά, παραλληλόγραμμα, ξύλινα, γυάλινα, άκουγα το ζαχαρένιο θόρυβο των γυαλικών που θρυμματίζονταν κάτω από τη σόλα της αρβύλας μου, προχωρούσα. Και μετά σταμάτησα. Επειδή ήταν όλα σκοτεινά και δεν ήξερα προς τα πού να πάω. Κοίταξα γύρω μου ή κάτι τέτοιο. Το μάγουλο έτσουζε. Έκαιγε. Υγρό. Κοίταξα γύρω μου ή τουλάχιστον επιχείρησα να. Πήρα βαθιά ανάσα. Το μάγουλο. Το πιστόλι μου στη θήκη. Η θήκη στο ύψος της μέσης, δερμάτινη, κουμπωμένη. Πότε είχα ξαναβάλει το πιστόλι στη θήκη του; Τράβηξα το κεφαλόφωνο, μίλησα.

«Α777 προς άπαντες».

Περίμενα.

Τίποτα.

«Α777 με λαμβάνετε;»

Ησυχία.

«Κανένας δεν πρόκειται να σου απαντήσει Φίδι», ακούστηκε αυτή η συρτή ανάσα από δίπλα μου.

Δεν ήταν ακριβώς φωνή, ήταν περισσότερο ανάσα.

«Ποιος είναι;» μούγκρισα.

Οι τρίχες στο σβέρκο μου όρθιες. Κοίταξα τριγύρω. Σκοτάδι, τίποτα. Ανοιγόκλεισα τα σαγόνια, το μάγουλο πόνεσε. Σκοτάδι, μπορούσα και να το μασήσω αν ήθελα, τόσο πηχτό.

«Ποιος είσαι;» ξαναρώτησα.

«Άντε γαμήσου Φίδι», σφύριξε η φωνή.

Έβγαλα το πιστόλι, το έστρεψα προς την πλευρά της φωνής και πυροβόλησα, μια σύντομη ακτίνα επιθετικού φωτός και καπνός, πολύς καπνός στα ρουθούνια μου.

«Συλλαμβάνεσαι», είπα.

Η ησυχία μού απάντησε. Είχα σκοτώσει τη φωνή; Με τέτοιο σκοτάδι;

«Σήκω από τη θέση σου και πλησίασε με τα χέρια ψηλά», διέταξα. Μου ήρθε να ξεκαρδιστώ στα γέλια, ακουγόμουν εντελώς μαλάκας.

Τότε το σκοτάδι άρχισε να πάλλεται, με χτύπησε πρώτα στο στήθος, μετά στην πλάτη, παλλόταν σα στομάχι που γύρευε ν΄αλέσει την τροφή, ήμουνα η τροφή του σκοταδιού και πιεζόμουν συνεχώς περισσότερο, άνοιξα το στόμα ν’αναπνεύσω, ρούφηξα, αχόρταγα, δεν υπήρχε ίχνος αέρα και το στομάχι του σκοταδιού με πίεζε, στο στήθος, στην πλάτη, πάσχισα να ουρλιάξω.

Αλλά πώς να ουρλιάξω χωρίς αέρα; Το σκοτάδι μέ -άφησα έναν πνιχτό αναστεναγμό. Ή κάτι τέτοιο.

«Ζεστάθηκε καθόλου το αίμα σου Φίδι;» ακούστηκε η φωνή δίπλα μου αλλά τώρα δεν ήταν ανάσα, ήταν κρώξιμο, πολύ κοντινό με το γέλιο.

Γύρισα το κεφάλι, όταν δεν βλέπεις γίνεσαι όλος αυτιά κι όταν σταματήσεις ν΄ακούς γίνεσαι ρουθούνια, μια μύτη σκυλίσια που ρουφάει αέρα, μυρίστηκα, κάτι στιλπνό και μετά τίποτα, προσπάθησα πάλι. Δεν μπορούσα να φωνάξω επειδή το σκοτάδι είχε ξαναγίνει στομάχι που με μάσαγε και η φωνή, λοιπόν η φωνή ήταν το πλατάγισμα, υγρά χείλη που ρουφάγανε σάλια λιχούδικα, τριγύρω μου, η φωνή. Αναστέναξα, ταχυπλαμία, χρειαζόμουν τα φάρμακά μου, έμεινα ακίνητος, τίποτα δεν πέρασε, τίποτα δεν έγινε καλύτερο, περίμενα ακόμα ένα πλατάγισμα νιώθοντας ότι πλησιάζω στο όργανο που πολτοποιεί, γλώσσα (;) σωλήνας (;) σάκος (;) είχα την άκαιρη περιέργεια αν τελικά θα άκουγα και το ρέψιμο όταν το πράγμα αυτό θα με χώνευε. Σιχαμένο.

Προβολέας, ξαφνικά άναψε προβολέας πίσω μου.

Γύρισα.

Ο Β και ο Γ στην είσοδο, εκεί που κάποτε υπήρχε πόρτα, τώρα πατούσαν σε σπασμένα τούβλα και σοβάδες. Ο Γ με προβολέα.

«Εσείς είστε Α;»ρώτησε ο Γ.

«Εγώ», είπα.

Κοίταξα γύρω μου. Στον τοίχο απέναντί μου. Ένα κάδρο σκισμένο, μάλλον από τον πυροβολισμό μου προηγουμένως. Πιο κάτω και δεξιά στο πάτωμα. Ένας γέρος, αραιά άσπρα γένια, αδύνατος (ή μήπως αδύναμος;) κοίταζε το τίποτα. Νεκρά μάτια. (Τυφλός;)

«Πάρτε αυτόν τον άνθρωπο από δω μέσα», διέταξα.

Πισωπάτησα.

Τώρα μπορούσα να δω οτι προηγουμένως είχα βουτήξει σ΄ένα σωρό σπασμένων πιατικών. Άγγιξα το μάγουλό μου, έτρεχε αίμα.

«Μη με αγγίζετε Φίδια», ούρλιαξε προκαταβολικά ο γέρος.

Στράφηκα.

Είχε κουλουριαστεί και προσπαθούσε να κρυφτεί στο εσωτερικό του σπιτιού σέρνοντας. Οι δυο δικοί μου σταμάτησαν και με κοίταξαν. Εγώ κοίταζα τον γέρο, το παντελόνι του φαινόταν υγρό στον καβάλο. Μπουσούλαγε. Στα μάγουλά του κίτρινα γένια, όχι απλώς αξύριστος. Δεν μπορούσα να τον μυρίσω από εκεί που στεκόμουν αλλά μπορούσα να φανταστώ τη μυρωδιά.

«Πώς είμαστε σε σχέση με το όριο;» ρώτησα στον αέρα.

«Χαμηλά. Μας ξέφυγαν αρκετοί, πιάσαμε έναν τραυματία, πρέπει να έχουν σκοτωθεί άλλοι δυο. Τρεις το πολύ», απάντησε ο Β.

«Ο δικός μας;» ξαναρώτησα.

«Ζει-πεθαίνει», απάντησε ο Β.

Το όριο ήταν 20% απώλειες σε σχέση με τον αρχικό αριθμό των αντικειμένων κάθε επιχείρησης, αλλά αν υπήρχε τραυματισμός το όριο ανέβαινε σε 40%. Αν υπήρχε θάνατος δημοσίου υπαλλήλου το όριο έφτανε μέχρι και 80%.

Κοίταξα πάλι το λεκιασμένο παντελόνι του γέρου.

«Σκότωσέ τον», είπα στον Β. Δεν είχα καμιά διάθεση να τον κουβαλάμε μαζί μας στο αυτοκίνητο, έτσι βρωμερό και σιχαμένο.

Γύρισα το κεφάλι μου αλλού, πάντα με αναστάτωναν οι εκτελέσεις.

«Άντε γαμήσου Φίδι», ούρλιαξε ο γέρος και μετά ακούστηκε η κοφτερή ριπή του αυτομάτου.

Φρσσσσστ. Τρεις με τέσσερις σφαίρες.

«Ακόμα στο κατά ριπάς το έχεις Β;» γκρίνιαξα. Αδικαιολόγητη σπατάλη.

«Συγνώμη», μουρμούρισε ο Β.

Δεν έδωσα συνέχεια. Ήθελα να μείνει με το άγχος σχετικά με το αν θα αναφερθεί στην Υπηρεσία η σπατάλη πυρομαχικών που διέπραξε.

«Πού είναι ο κρατούμενος;» ρώτησα.

«Τον έχουμε στη μπροστά πλευρά», απάντησε ο Β.

Ο Γ καθόταν εκεί, πίσω του, έχοντας καταπιεί τη γλώσσα του. Είθισται, όταν βρίσκονται στον χώρο βαθμολογικά ανώτεροι. Αλλά πέρα απ΄αυτό –συναισθανόταν ίσως οτι είχε ενεργήσει βλακωδώς. Κι αυτός και ο συνάδελφός του. Συναισθανόταν όμως; Ο Γ; Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να ξαναδώ τον Κώδικα, να ελέγξω από ποιο βαθμολογικό επίπεδο και πάνω υπάρχει συναίσθηση των πράξεων, νομίζω από το Β, είμαι σίγουρος οτι οι Δ έχουν μηδενικό καταλογισμό, αλλά οι Γ; Όπως και να’χει...

«Πάμε», είπα.

Στο μπροστινό μέρος της αγροικίας ήταν οι δυο ξαπλωμένοι, ο ένας στριφογύριζε σα σκουλήκι κομμένο στα δύο, ο άλλος τίποτα. Ο ακίνητος ήταν προφανώς ο Γ, αυτόν πλησίασα πρώτα. Το κεφάλι του πλαγιασμένο αφύσικα, κάποιος είχε προσπαθήσει να τον σύρει λίγο πιο πέρα αλλά καθώς φαίνεται το σώμα του δεν ήταν πια συγχρονισμένο. Χαλάρωση. Τον σκούντηξα λίγο με την αρβύλα για να τον γυρίσω. Το μπουφάν του γεμάτο τρύπες, πάνω από 10. Σκάγια; Εκρηκτικές σφαίρες; Οι τρύπες είχαν ματώσει γύρω-γύρω αλλά το αίμα δεν έτρεχε. Τον έσπρωξα με την αρβύλα ξανά. Το σώμα του γύρισε σαν εύκαμπτη παιδική κούκλα. Αμετάκλητος.

Γύρισα σ΄εκείνον που κουνιόταν.

Έμοιαζε μικρότερός μου, 10 χρόνια ίσως και περισσότερο, τριαντάρης. Τα σαγόνια του ανοιγόκλειναν σκυλίσια.

«Τον αριθμό σου», του ζήτησα.

Συνέχισε να στριφογυρίζει χτυπώντας τα δόντια του.

Περίμενα.

Μετά τον κλώτσησα μαλακά στην κοιλιά.

«Τον αριθμό σου», ξαναείπα.

«Με λένε Άλι», μούγκρισε ο πεσμένος.

Έσκυψα πάνω του, έπιασα το πρόσωπό του ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Σχεδόν τον λυπήθηκα.

«Αν δεν έχεις αριθμό, δεν έχεις υπόσταση για την Υπηρεσία», του ψιθύρισα. «Αυτό σημαίνει οτι θα σε παρατήσουμε εδώ, ούτε να σε πυροβολήσουμε δεν επιτρέπεται, θα μας τραβάνε για σπατάλη πυρομαχικών».

Με κοίταξε και συνέχισε να τρέμει. Περίμενα.

«Τον αριθμό σου», είπα για τρίτη φορά.

«Ιντερκάργκο 3-615», ψέλλισε.

«Τώρα όλα θα πάνε καλύτερα», του χαμογέλασα, κάνοντας νόημα στον Β πίσω μου.

«Άκουσες τον αριθμό του;» ρώτησα χωρίς να τον κοιτάξω.

«Άκουσα», είπε ο Β.

«Τον έψαξες;»

«Όχι ακόμα».

Περίμενα εκεί πέρα γονατισμένος πάνω από τον πεσμένο άντρα, όσο ο Β έψαχνε τη Βάση Οφειλετών, έχοντας ενεργοποιήσει την οθόνη του υπηρεσιακού του σήματος.

«Δεν είναι πουθενά χρεωστικός», μου είπε μετά από λίγο. «Θα του βγει μια δόση σε ένα μήνα από τώρα....»

Κοίταξα τον πεσμένο άντρα. Η αγροικία ήταν γεμάτη από φοροφυγάδες και οι ηλίθιοι συνέλαβαν τον μοναδικό που δεν χρώσταγε.  Βέβαια....

«Αυτός σκότωσε τον δικό μας;» ρώτησα.

Ο Β με πλησίασε και έδειξε στο πλάι του πεσμένου άντρα, υπήρχε εκεί ένα κυνηγετικό όπλο ιδιοκατασκευή, έξτρα σωλήνας μετά την κάνη, κατάμαυρος από την οξυγονοκόλληση.

«Μ΄αυτό», είπε ο Β.

«Άρα...» μουρμούρισα.

«Θα πρέπει να τον παραδώσουμε στη Σεκιούριτι της περιοχής –ποιοι είναι εδώ;» αναρωτήθηκε ο Β.

«Κάποια τοπική εταιρεία...» απάντησα.

«Να πάρω το κέντρο ή θα το κάνετε εσείς;» με ρώτησε ο Β.

Σκέφτηκα.

Θα έπρεπε να υποβάλω καταγγελία στην τοπική Σεκιούριτι, αυτό θα σήμαινε χρέωση της Υπηρεσίας μέχρι να γίνει εκκαθάριση των αποδοχών του μακαρίτη του Γ και να κρατηθούν τα έξοδα σύλληψης, φύλαξης...

Έσκυψα πάλι στον πεσμένο άντρα.

«Ο συνάδελφος θα σου δώσει μια δήλωση να υπογράψεις. Είναι για το καλό σου, αλλιώς θα σε πάρει η τοπική Σεκιούριτι», σταμάτησα επειδή τον είδα να τρέμει ανεξέλεγκτα τώρα. «Δεν το θέλεις αυτό, έτσι;» τον ρώτησα καθησυχαστικά.

Κούνησε το κεφάλι.

«Δώστου να υπογράψει μια δήλωση φορολογικής απάτης», έκανα νόημα στον Β.

Εκείνος ψάχτηκε και τελικά έβγαλε μια οθόνη αφής από την πλαϊνή τσέπη της καμπαρτίνας  του. Έσκυψε πάνω από τον πεσμένο άντρα, τον γύρισε μπρούμυτα για να του βγάλει τις χειροπέδες, πέρασε τον αντίχειρά του πάνω από την κλειδαριά τους ώσπου το δαχτυλικό του αποτύπωμα σκαναρίστηκε, οι χειροπέδες άνοιξαν κι έπεσαν στο έδαφος. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή σηκώθηκε σύννεφο η σκόνη –το νοσοκομειακό πήρε να προσγειώνεται. Έστριψα το κεφάλι έκλεισα τα μάτια για να μη γεμίσουν σκόνη, το τελευταίο που είδα ήταν τον Β να κάνει ακριβώς το ίδιο. Μεγάλο λάθος.

«Πρόσεχε!» ούρλιαξα ξανανοίγοντας τα μάτια.

Η σκόνη με τύφλωσε –τσούξιμο, δάκρυα.

Άκουσα πάλι τον ήχο της καραμπίνας που είχε καταπιεί βάτραχο. Μια φορά μόνο. Προσπάθησα να κοιτάξω, αδύνατο. Άλλαξα θέση στα τυφλά, πήδηξα στο πλάι λες και ήθελα ν΄αποφύγω σκυλόσκατα, δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Το νοσοκομειακό προσγειώθηκε, ο αέρας καθάρισε.

Κοίταξα. Ο πεσμένος άντρας είχε ένα κεφάλι σαν πατημένο γλειφιτζούρι, δίπλα του ο Β τον σημάδευε με το αυτόματο.

«Σκέφτεσαι να σπαταλήσεις κι άλλες σφαίρες της Υπηρεσίας;» τον ρώτησα.

«Το νοσοκομειακό σήκωσε σκόνη...» κλαψούρισε.

«Το ξέρω, εδώ ήμουν κι εγώ», του απάντησα.

«Δεν τον πρόλαβα, άρπαξε το όπλο...»

«Είσαι τυχερός που δεν είχε πολλά πυρομαχικά κατά πως φαίνεται», του είπα.

Αλλιώς θα φρόντιζε να πάρει έναν ακόμα από μας μαζί του. Έτσι είναι. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη, κανένας δεν ενδιαφέρεται από που θα μαζευτούν τα έσοδα του κράτους. Όλοι κοιτάζουν την πάρτη τους κι όταν έρχεται η ώρα που έχουν την ανάγκη του κράτους, τότε απαιτούν, άκου φίλε μου, απαιτούν το κράτος να είναι εκεί. Έτοιμο. Αποτελεσματικό. Πήγες ποτέ σε μαγαζί να ζητήσεις (ακόμα χειρότερα, να απαιτήσεις) ένα προϊόν το οποίο αρνήθηκες να πληρώσεις όταν έφτασες στο ταμείο; Όχι βέβαια. Επειδή εκεί υπάρχει η εταιρική Σεκιούριτι, κατάλαβες; 6 μήνες με 2 χρόνια κάθειρξη σε Ιδρύματα Κοινωνικής Επανένταξης τιμάται η κλοπή... Αλλά όταν έρχεται η σειρά του κράτους να σου ζητήσει...

«Είσαι ο υπεύθυνος εδώ πέρα;»

Τινάχτηκα.

Ο νοσοκόμος μύριζε σα σκουριασμένη φιάλη οξυγόνου, ήταν χοντρός, τριχωτός και η ανοιχτή του ρόμπα ανέμιζε.

«Κάνε πιο πίσω», διαμαρτυρήθηκα.

«Θα κάνω ότι θες, αρκεί να μου πεις πού είναι ο τραυματίας», είπε ο νοσοκόμος.

«Δεν υπάρχει τραυματίας. Μέχρι να έρθετε πέθανε», του απάντησα.

«Πήραμε την κλήση στις έντεκα μηδέν εφτά, ήμασταν εδώ δώδεκα και είκοσι δύο, η ώρα απόκρισής μας είναι από 30 έως 180 λεπτά, ανάλογα με την ώρα της μέρας και την απόσταση. Παράγραφος 22, εδάφιο 4 της συμβάσεώς μας. Δηλαδή, στ΄αρχίδια μου τι λες καπετάνιο, εμείς τη διακομιδή θα την πληρωθούμε κι ας πέθανε ο τραυματίας», ο νοσοκόμος χαμογέλασε πανευτυχής.

«Από ποιον θα την πληρωθείτε; Αφού ο άνθρωπος πέθανε», απόρησα.

«Από αυτόν που μας κάλεσε, είναι ο αμέσως επόμενος υπόχρεος. Παράγραφος 28 της συμβάσεώς μας», ο νοσοκόμος με κοίταζε λες και μόλις μου είχε πηδήξει τη γυναίκα.

Αλλά εγώ δεν έχω γυναίκα.

«Καλά, άμα βρεις ποιος σας κάλεσε...» ξεκίνησα λοιπόν να λέω.

Το μετάνιωσα αμέσως.

«Εσύ δεν είσαι ο υπεύθυνος του τσίρκου εδώ πέρα;» χαμογέλασε στραβά ο νοσοκόμος.

«Κοίτα, θα βρούμε κάποια άκρη...» μουρμούρισα.

«Αυτό είναι το μόνο σίγουρο», απάντησε ο νοσοκόμος ανάβοντας ένα Καουλούνγκ.

Ο βαρύς καπνός μού έφερε αναγούλα.

«Τι σύστημα χρέωσης έχεις;» ρώτησα.

«Ότι γουστάρεις κι αγαπάς, κάρτα, μεταφορά μεταξύ λογαριασμών, δάνειο...» χαμογέλασε ο νοσοκόμος.

Πίσω από την πλάτη του είδα το βοηθητικό προσωπικό τού νοσοκομειακού να ψαχουλεύει τους πεθαμένους. Θα τους παίρνανε τα πάντα, ότι άξιζε κι ότι υπήρχε πιθανότητα ν΄αξίζει, θα παίρνανε ακόμα και οτιδήποτε τους γυάλιζε σαν πιθανώς άχρηστο αντικείμενο. Με την ελπίδα να το πουλήσουν. Αυτή ήταν η αμοιβή τους από τις διακομιδές, το συμφωνημένο ποσό πήγαινε ολόκληρο στο νοσοκόμο ο οποίος αναλάμβανε και το ρίσκο του τραυματία ή του ασθενή. Βλέπεις, ο νοσοκόμος έπρεπε να εξασφαλίσει την περίθαλψη σε νοσοκομείο, έπρεπε να καταφέρει να πουλήσει τον τραυματία ή τον ασθενή σε κάποιο νοσοκομείο κι ανάλογα να πάρει το μερίδιό του. Αν ο νοσοκόμος είχε στα χέρια του μια καλή περίπτωση όλα πήγαιναν πρίμα, διαφορετικά ήταν αναγκασμένος να πληρώσει από την τσέπη του για να δεχτούν τον τραυματία σε νοσοκομείο. Ή τον ασθενή.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο νοσοκόμος ήταν σε θέση ισχύος, είχε δεχτεί κλήση, είχε έρθει, έπρεπε να πληρωθεί. Η Υπηρεσία μου δεν επρόκειτο να πληρώσει, ειδικά μετά τις τελευταίες μειώσεις δαπανών με το ζόρι πληρωνόμασταν εμείς οι ίδιοι, πού να τους υποβάλεις λίστα με τα έξοδά μας; Ειδικά τα περιττά. Τη δαπάνη θα την επιβαρυνόμουν σαν υπεύθυνος της αποστολής και μετά θα έπρεπε να τη διεκδικήσω από τους συγγενείς του πεθαμένου. Μαλακίες δηλαδή. Κοίταξα τον Β που κάτι μουρμούριζε στον Γ, παρακολουθούσαν τους βοηθούς του νοσοκόμου να σκυλεύουν τα πτώματα, βιάστηκα να προλάβω πριν φτάσουν στον δικό μας σκοτωμένο. Του άνοιξα το μπουφάν, έψαξα για το σήμα του. Υπήρχε μια πιθανότητα.

Έβγαλα το σήμα και το περιεργάστηκα χαμογελαστός. Ο σκοτωμένος Γ ήταν όσο ηλίθιος προβλέπεται να είναι ο μέσος Γ (και λίγο περισσότερο ίσως). Είχε αφήσει ξεκλείδωτο το σήμα του, ούτε κωδικό ούτε τίποτα, μονάχα το αποτύπωμα ενεργοποιημένο. Του έπιασα το δεξί χέρι, ξεχώρισα τον αντίχειρα, τον πέρασα πάνω από το σκάνερ του σήματος. Το σήμα φωτίστηκε.

Πήγα προς το νοσοκόμο.

«Κάνε τη χρέωση εδώ», του πρότεινα.

«Αδύνατο καπετάνιε. Ο άνθρωπος είναι νεκρός», διαμαρτυρήθηκε.

«Και λοιπόν;» απόρησα.

«Αν κάνω τη χρέωση θα σημαίνει οτι πέθανε στα χέρια μου...»

«Κι αν δεν την κάνεις το ίδιο ακριβώς θα σημαίνει», χαμογέλασα.

Με κοίταξε.

«Για ελάτε μισό λεπτό», φώναξα κουνώντας το χέρι μου χωρίς να κοιτάζω πουθενά συγκεκριμένα.

Ο Β με τον Γ πλησίασαν πίσω μου.

«Τι έγινε εδώ πέρα;» ρώτησα εξακολουθώντας να κοιτάζω τον νοσοκόμο.

«Τι έγινε;» αναρωτήθηκε ο Β.

«Ο συνάδελφός μας δεν ήταν ζωντανός όταν τον παραδώσαμε στο νοσοκομειακό;» έκανα τη δεύτερη ερώτηση, μόνο που τώρα χαμογελούσα πλατιά στον νοσοκόμο.

«Και βέβαια ήταν ζωντανός», φώναξε ο Β.

«Ολοζώντανος», σιγόνταρε ο Γ.

«Και πώς πέθανε;» απόρησα.

«Δεν ξέρω. Θα πρέπει να μας ενημερώσει ο υπεύθυνος του νοσοκομειακού....» μουρμούρισε ο Β.

«Υπάρχει πιθανότητα να έγινε κάπως απρόσεκτα η μεταφορά του τραυματία;» αναρωτήθηκα.

«Τώρα που το λέτε, κάτι πρόσεξα...» απάντησε ο Β.

«Εγώ είμαι σίγουρος ότι είδα....» ξεκίνησε ο Γ.

«Αρκετά, πες τους να σκάσουν», δυσανασχέτησε ο νοσοκόμος πετώντας νευριασμένα το Καουλούνγκ πάνω στην αριστερή μου αρβύλα.

Δεν κινήθηκα για να το αποφύγω.

Τον περίμενα όσο έκανε τη χρέωση στο σήμα του Γ.

«Θα χρεώσω και διασωλήνωση» με πληροφόρησε ο νοσοκόμος.

«Χρέωσέ τον και κάνα δυο πουτάνες άμα γουστάρεις», απάντησα σηκώνοντας τους ώμους.

Κι έφυγα προς το αυτοκίνητο.

Λίγο πριν φτάσω με πρόλαβε ο Γ.

«Θα τον αφήσουμε εδώ;» ρώτησε δείχνοντας προς τα πίσω.

«Τι άλλο να κάνουμε; Είναι ακόμα ζωντανός και τον παρέλαβε το νοσοκομειακό», είπα υπομονετικά.

«Ναι, αλλά....» κόμπιασε ο Γ.

«Αλλά καταστρέψατε μια αγροικία η οποία θα απέφερε έσοδα μέσω πλειστηριασμού, σκοτώσατε αθώους και αφήσατε να σας ξεφύγουν οι ένοχοι. Πώς σου φαίνονται όλα αυτά;» ρώτησα αυστηρά.

«Εμείς...» ξεκίνησε ο Γ.

«Τελευταία φορά που καλύπτω την ανικανότητά σας», του ξεκαθάρισα.

Μετά περίμενα να πάρει τη θέση του στο τιμόνι, αυτή τη φορά ο Β πήγε στο μπροστινό κάθισμα κι έμεινα μόνος στο πίσω.

Σκεφτόμουν.

Κάποια τακτική για να γλιτώσω το πρόστιμο από μια ακόμα αποτυχημένη επιχείρηση.

Πάνω από τα κεφάλια μας πετούσε ήδη το νοσοκομειακό, στο κατέβασμα του δρόμου που μας απομάκρυνε από την αγροικία άκουσα τους κινητήρες του να χαμηλώνουν, μετά άκουσα γδούπους στη σκεπή του αυτοκινήτου, τρανταχτήκαμε κι ο Γ έκοψε απότομα το τιμόνι δεξιά. Μετά αριστερά, επειδή έβλεπε οτι το αυτοκίνητο πήγαινε για τα χαντάκια στο πλάι του χωματόδρομου. Όσο προσπαθούσε να ισιώσει το αυτοκίνητο, είδα σκοτεινούς όγκους, σα σακιά, να κατρακυλάνε από το παρμπρίζ στο καπό, ο Γ φρέναρε απότομα.

Χτύπησα με το στήθος στις μπροστινές θέσεις.

«Τι διάβολο συμβαίνει;» αγανάκτησα.

«Το νοσοκομειακό μας πετάει πτώματα», είπε ο Β.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το κρώξιμο του μεγαφώνου.

«Φίδια. Φάτε σκατά, φίδια».

Άνοιξα την πόρτα και πετάχτηκα έξω εκτός εαυτού.

Έβγαλα το πιστόλι.

Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη.

«Φίδια, χορτάσατε;» έκρωξε το μεγάφωνο από τα πλάγια του νοσοκομειακού.

Πυροβόλησα χωρίς να σημαδέψω, το μεγάφωνο σώπασε.

Ξαναπυροβόλησα σημαδεύοντας αυτή τη φορά.

Το νοσοκομειακό ανυψώθηκε απότομα.

Έμεινα να τους κοιτάζω καθώς απομακρύνονταν.

Ένιωσα πιο αδύναμος κι από κουτσό μυρμήγκι.

Ξαναμπήκα στο αυτοκίνητο.

«Ξεκίνα», μούγκρισα.

Ξεκίνησε.