Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ Ο ΕΝ ΧΙΩ

Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 4 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

    Μέσα στον λαμπρό πανηγυρισμό των μεγάλων Δεσποτικών Εορ­τών του άγιου Δωδεκαημέρου δεν πρέπει νά λησμονούμε και τις εορτές των Αγίων μας. Κάθε μέρα στον ουρανό της Εκκλησίας μας προ­βάλλουν σαν αστέρια αθόρυβα ο καθέ­νας με τη σειρά τους οι Άγιοι μας. Και με το φως πού παίρνουν από τον αστέρα τον λαμπρό τον πρωινό, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, τον ήλιο της Δικαιοσύνης, φωτίζουν τούς δρόμους της ζωής μας.

   Στην ανατολή του νέου χρόνου, πού όλοι επιθυμούμε νά τον ξεκινούμε με δυνατά συνθήματα και συγκεκριμένες προοπτικές, οι Άγιοι μπορούν νά μάς βοηθήσουν.

   Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος νέος όσιομάρτυς Ονούφριος από τη Βουλγαρία, πού θυσιάστηκε για τον Χριστό σε ηλικία 32 ετών στη Χίο, στις 4 Ιανουαρίου του 1818.

   Ό άγιος Ονούφριος γεννήθηκε το 1786 στο χωριό Κάμπροβα του Μεγά­λου Τουρνόβου τής Βουλγαρίας από ευ­σεβείς γονείς, τον Δέτζιο και την Άννα. Ό πατέρας του μάλιστα στο τέλος τής ζωής του έγινε μοναχός με το όνομα Δα­νιήλ. Στην ηλικία των 9 ετών στον μικρό Ματθαίο (αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του άγιου) συνέβη κάποιο περιστατικό πού τραυμάτισε την ευαίσθητη ψυχή του. Οι γονείς του τον έδειραν για κάποια άγνωστη αιτία, ίσως παιδική αταξία. Και εκείνος θύμωσε πολύ και από παιδική αντίδραση είπε μπροστά σε Τούρκους πού βρέθηκαν εκεί, ότι θέλει νά τουρ­κέψει, νά γίνει δηλαδή μωαμεθανός. Έ­δωσε μία υπόσχεση, είπε λόγο πού ό­μως ποτέ δεν πραγματοποίησε. Παρά ταύτα και καθώς μεγάλωνε ο Άγιος, δεν ησύχαζε στη συνείδηση του. θεωρούσε τον εαυτό του έστω και με ακούσια στι­γμιαία πρόθεση αρνητή του θεού, ένο­χο, μολυσμένο. Γι' αυτό σε νεανική ηλι­κία αναχωρεί για το άγιώνυμον Όρος. Φθάνει στη Σερβική Μονή του Χιλανδαρίου. Ζητεί συγχώρηση από τον θεό. Εξαγνίζεται και αγιάζεται μέσα στην α­τμόσφαιρα του μοναστηριού. Ζει πολι­τεία ασκήσεως. Επειδή μάλιστα είχε με­γάλη ευλάβεια και αγάπη στον θεό, χει­ροτονήθηκε εκεί Διάκονος με το όνομα Μανασσής.

   Χαίρεται εδώ για όσα ο θεός του χα­ρίζει. Όμως βαθιά του ένας ιερός πό­θος - λογισμός τον βασανίζει: θέλει νά ξεπλύνει τελείως με το αίμα του μαρτυ­ρίου του τον ρύπο τής ψυχής του από την ακούσια, επιπόλαιη και απραγμα­τοποίητη υπόσχεση για άρνηση. Πα­ρακαλεί λοιπόν τον Θεό νά τον ενισχύ­σει.

   Γνωρίζει πώς στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου τής Ιεράς Μονής των Ιβή­ρων υπάρχει ο έμπειρος Πνευματικός, ο παπα-Νικηφόρος, αυτός πού είχε προ­ετοιμάσει για το μαρτύριο και τούς όσιο-μάρτυρες Ακάκιο, Ιγνάτιο και Ευθύμιο. Σ' αυτόν τον άγιο Πνευματικό πατέρα εμ­πιστεύεται ο διάκονος Μανασσής τον πόθο του. Ό Νικηφόρος διέκρινε ειλικρί­νεια στις προθέσεις του υποψηφίου μάρτυρος. Τον καθοδηγεί και του λέγει «νά αγωνισθεί προ του μαρτυρίου σαν νά είναι στα βάσανα του μαρτυρίου».

   Σε κάποιο λοιπόν κελί μόνος του ο Μανασσής, καθοδηγούμενος από τον παπα-Νικηφόρο, απερίσπαστος από γή­ινες υποθέσεις και από συζητήσεις με άλλους μοναχούς, ετοιμάζεται επί τέσσε­ρις μήνες γι' αυτή τη μεγάλη του ώρα. Εδώ ζει με αδιάλειπτη προσευχή, προσ­φέροντας στον Θεό «τούς κρουνούς των δακρύων του με μετάνοιες γονυκλιτές», πού κάποτε έφθαναν καθημερινά μέχρι και 4.000, μαζί και κομποσχοίνια.

   Εδώ, λέει ο βιογράφος του, «το πέν­θος, ή συντριβή και ή κατάνυξις ήταν α­χώριστα από την καρδία του». Ό Άγιος είχε πλέον ετοιμασθεί. Είχε γίνει και με­γαλόσχημος με νέο όνομα πλέον, το: Ονούφριος. Ή ψυχή του είναι πυρα­κτωμένη από τη θεία αγάπη. Τίποτε δεν μπορεί νά αντισταθεί στον ουράνιο πό­θο του.

Και ξεκινά προς την τελική δόξα με τη συναίσθηση - όπως γράφει ο βιογρά­φος του - «ότι είναι ο άμαρτωλότερος πάντων ανθρώπων και ανάξιος τής κλή­σεως των Χριστιανών».

   Στίβος αθλήσεως και τόπος ομο­λογίας γιά τόν μάρτυρα θα είναι ή Χίος. Εδώ έφθασε ανήμερα Χριστούγεννα του έτους 1817 συνοδευόμενος από τόν σεβάσμιο και συνετό μοναχό Γρηγόριο Πελοποννήσιο. Αυτός θα στηρίξει τόν μάρτυρα στις δύσκολες ώρες, όπως ακριβώς τό έπραξε και με τούς οσιομάρτυρες Ακάκιο, Ευθύμιο και Ιγνάτιο. Μένουν λίγες μέρες μόνοι τους σε κάποιο έμπιστο σπίτι, μακριά από τα βλέμματα του κό­σμου. Κάτω από τό βλέμμα του Κυρί­ου. Ό Άγιος νηστεύει, προσεύχεται, με­λετά τούς βίους νέων μαρτύρων, λαμ­βάνει τη «μαρτυροπλάστρα τροφή», τη θεία Κοινωνία. Ό Ονούφριος δίδει από τις οικονομίες πού είχε, σε πτω­χούς. Επισκέπτεται τα ιερά Προσκυνή­ματα του νησιού. Με συντριβή ασπά­ζεται ιερά Λείψανα αγίων και εικόνες νεομαρτύρων, τούς όποιους και ικετεύει δυνατά νά τόν ενισχύσουν. Άλλά και ο Γρηγόριος δεν παύει νά τόν στηρίζει σε στιγμές πού εσωτερικά κλονίζεται. Τόν συμβουλεύει νά προχωρήσει με πίστη και με ταπείνωση, χωρίς φοβία, και νά διώχνει λογισμούς κενοδοξίας. Ήμερα γιά τό μαρτύριο επέλεξε ο Άγιος τήν Παρασκευή 4 Ιανουαρίου. Είχε ανατείλει πλέον ο καινούργιος χρόνος, τό 1818. Τρία χρόνια πριν ξε­κινήσει ή επανάσταση του 1821. Λί­γες ακόμη ώρες ο Άγιος θα μείνει στη γη. Προχωρεί με πλήρη νηφαλιότητα. Αφού κοινώνησε γιά τελευταία φορά τα άχραντα Μυστήρια, φόρεσε ρούχα τουρκικά σε ένδειξη της επιπόλαιης παιδικής αρνήσεως και κατευθύνθηκε στη συνέχεια στον Ναό της Άγιας Ματρώνας, όπου και προσκύνησε. Μετά επισκέφθηκε τό νοσοκομείο της πόλε­ως αφήνοντας τις τελευταίες ελεημο­σύνες του, και έφθασε και στον Ναό της Θεοτόκου Κεχαριτωμένης, όπου και παρακάλεσε νά τελεσθεί εκεί ειδι­κά γι' αυτόν Παράκλησις στην Ύπεραγία Θεοτόκο γιά νά τόν ενδυναμώσει.

   Και έτσι απερίσπαστος, δυνατός, ε­λεύθερος, έφυγε γιά τήν ομολογία του. Ή πρώτη του προσπάθεια απέτυχε, δι­ότι δεν υπήρχε «φετφάς», γνωμοδότη­ση του μουφτή (αυθεντικού ερμηνευτή του Κορανίου). Όμως μετά τόλμησε αυτόκλητος νά ανοίξει τήν πόρτα και νά εισέλθει σε σύναξη αγάδων και νά πει: «Εγώ πριν από 15 χρόνια έλαβα μία πληγή. Γύρισα πολλούς τόπους, άλλά δεν μπόρεσα νά τη θεραπεύσω. Οι γιατροί μου είπαν ότι έπρεπε νά έρθω εδώ, σε τόπο όπου πληγώθηκα, γιά νά θεραπευθεί ή πληγή μου».

Ό κατής (Τούρκος δι­καστής) απόρησε από τα λεγόμενα του παρά­δοξου επισκέπτη. Όμως ο μάρτυς προχώρησε σε εξηγήσεις ξεκάθαρες και θαρραλέες: «Σε μικρή η­λικία από αγνωσία αρ­νήθηκα τόν Χριστό και ομολόγησα ότι θέλω τη δική σας θρησκεία. Ποτέ όμως δεν τήν έλάτρευσα. Τήν ομολογία αυτή πού έκανα τότε τη θεωρώ ακόμη μέσα μου θανά­σιμη πληγή της ψυχής μου. Παρεκάλεσα τόν θεό νά με συγχωρήσει, άλλά οι λογισμοί δεν η­συχάζουν γιατί ομολό­γησα ψευδή πίστη σε σάς. Ομολογώ σήμερα με παρρησία μπροστά σας ότι είμαι Χριστιανός! Και αρνούμαι και ανα­θεματίζω τη δική σας πί­στη».

   Έπειτα ο μάρτυς πέταξε κάτω τό πράσινο σαρίκι (τουρκικό κάλυμμα κε­φαλιού) πού φορούσε. Οι αγάδες τόν δι­έταξαν νά σεβασθεί τήν πίστη τους και νά ξαναφορέσει τό «άγιον αυτό πράγμα» πού πέταξε. Ό Ονούφριος αρνείται νά υπακούσει. Ομιλεί ταπεινωτικά γιά τη θρησκεία του Μωάμεθ. Όλοι τότε θυ­μώνουν εναντίον του. Και φωνάζουν δυνατά νά μη ζήσει. Τόν δένουν πάνω στο βασανιστικό ξύλο «τομπρούκι». Ακολουθούν βίαια ραπίσματα και ξυ­λοδαρμοί. Και με πολλές κακώσεις στο σώμα του και εξαντλημένο τόν φυλα­κίζουν. Ό μάρτυς παραμένει σταθερός στην πίστη του. Του προσφέρουν μία ευκαιρία νά απαρνηθεί όσα ομολόγησε. Άλλά μάταια επιμένουν οι ε­χθροί του Χριστού. Σε λί­γο ακούστηκε ή επίση­μη διαταγή: «Ό Ονού­φριος νά αποκεφαλισθεί με ξίφος, και τό σώμα του μαζί με τό μαρτυρι­κό του αίμα, όλα μαζί νά ριφθούν στη θάλασσα».

   Στην περιοχή Βουνάκι της Χίου, εκεί όπου πριν από 17 χρόνια είχε μαρτυρήσει ο νεομάρτυς Μάρκος (1801), εκεί ακριβώς και ο Ονούφρι­ος τήν Παρασκευή 4 Ια­νουαρίου του 1818 στις 9 τό πρωί παρέδωσε τόν τράχηλο του στον δήμιο και «έσφάγη γιά τήν αγάπη του Άρνίου Χριστού». Τό πρόσωπο του μετά τό μαρτύριο, γράφει ο βιογράφος του, «είχε ούρανίαν τινά φαι­δρότητα και χάριν».

   Όμως, κατά τη διαταγή, έπρεπε τό ιερό λείψανο νά εξαφανισθεί. Οι λίγοι Χριστιανοί πού έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου εμποδίστηκαν νά πά­ρουν κάτι ως ευλογία από τό μαρτυ­ρικό του σώμα. Γρήγορα οι Αγαρηνοί αχθοφόροι περισυνέλεξαν τό σώμα του Άγιου και μαζί με τα αιματοβαμμέ­να χώματα τό έβαλαν σε ένα ζεμπίλι και με πλοιάριο τα έριξαν όλα στα βαθιά της θάλασσας.

   Τόσο ήταν τό μίσος των αλλοφύλων, ώστε στην επιστροφή έπλυναν καλά τό πλοιάριο γιά νά μην ασπασθούν οι Χριστιανοί τα μέρη όπου ακουμπούσε τό πολύτιμο αιματοβαμμένο φορτίο με τό σώμα του Μάρτυρος!

   Ή είδηση του σεπτού μαρτυρίου του όσιου Όνουφρίου διαδόθηκε αστραπι­αία σ' όλο τό νησί. Ή αιματοβαμμένη και αγιασμένη Χίος είχε προσφέρει πριν από λίγη ώρα στον Κύριο και Θεό μας άλλο ένα «έθελόθυτο θύμα». Ένας ακόμη νεομάρτυράς της τόσο ένδοξος και λαμπρός προσετέθη στη χρυσή αλυσίδα των Νεομαρτύρων. Μπορεί βέβαια ο μάρτυς αυτός νά χάθηκε από τη γη μας. Άλλά ή όσια μνήμη του και τό παράδειγμα τής ευαγγελικής πολιτείας του σφραγίστηκε ανεξίτηλα στις καρδιές των πιστών όχι μόνο τής εποχής του άλλά και όλων των εποχών.

   Ό όσιομάρτυς Ονούφριος, με τήν καλ­λιέργεια λεπτής συνειδήσεως, με τη βα­θιά του μετάνοια, με τήν ολοκληρωμέ­νη υπακοή του σε ενάρετο Πνευματικό, με τήν ευγνωμοσύνη του σε όσους τόν ενίσχυσαν, με τήν καταφυγή του στην Ύπεραγία Θεοτόκο και στους Άγιους, με τήν έως θανάτου απόδειξη τής αγάπης του προς τόν Κύριο... με όλα αυτά μας αποκαλύπτει τόν μυστικό θησαυρό τής πνευματικής του ζωής.

   Πάνω σ' αυτά τα βήματα τής ζωής του ας βαδίζουμε κι εμείς σταθερά και τη νέα χρονιά. Είναι βήματα πού μάς οδηγούν στο φως, στον Παράδεισο, στον Χριστό.

«Χριστόν ποθήσας Ονούφριος έκθύμως θνήσκει δι' αυτόν τω ξίφει χαίρων όλος». 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ