1. Εκεί που τα δέντρα αντέχουν παράξενα φρούτα

Δεν θυμάμαι πότε ξεκίνησαν όλα αυτά κι όσους ρώτησα, χαμογέλασαν αμήχανα, αποφεύγοντας να απαντήσουν. Ούτε αυτοί θυμούνται, είμαι σίγουρος, αλλά δεν θέλουν να το παραδεχτούν. Προτιμούν να σουλατσάρουν δήθεν ανέμελα, κλέβοντας προμήθειες από τους μεγάλους σκουριασμένους καταψύκτες, είναι εντελώς ηλίθιοι αν πιστεύουν οτι έτσι θα σωθούν. Κλέβουν και κρύβουν στα δωμάτιά τους, σε λίγο θα σαπίσουν τα τρόφιμα και θα τους φάνε οι μύγες. Από μύγες άλλο τίποτα σ΄αυτόν τον καταραμένο τόπο.

Σήμερα το πρωί ξύπνησα με πονοκέφαλο, φταίει ίσως η υγρασία, τα σεντόνια κόλλαγαν πάνω μου και το μαξιλάρι μύριζε σα στάβλος, η υγρασία. Σηκώθηκα λοιπόν τρέμοντας, ο ήλιος είχε ήδη καβαλήσει τη θάλασσα έξω από το παράθυρό μου, πήγα να πλυθώ και τότε πήρα μια φοβερή τρομάρα. Κάποιος άντρας με κοίταζε από τον καθρέφτη, αυτός ο άντρας είχε άγρια άσπρα μαλλιά, χαρακωμένο πρόσωπο από το λιοπύρι και πεθαμένα μάτια. Πεθαμένα μάτια και μισάνοιχτο στόμα. Χρειάστηκε να περάσει αρκετή ώρα μέχρι να καταλάβω οτι αυτός ο άντρας ήμουν εγώ. Απομακρύνθηκα από τον καθρέφτη βαδίζοντας ανάποδα, δεν ήθελα να χάσω την εικόνα του άντρα, δεν ήθελα να τον ξεχάσω.

Αποφάσισα λοιπόν να επαναλαμβάνω συνέχεια, από μέσα μου.

Με λένε Άρη –επώνυμο δεν θυμάμαι.

Έχω άσπρα μαλλιά αλλά δεν είμαι και τόσο γέρος.

Ήρθα εδώ για να βρω μια γυναίκα. Μια γυναίκα κι ένα παιδί. Το παιδί είναι κόρη μου, η γυναίκα... δεν θυμάμαι.

Κάτι συνέβη κι αποκλειστήκαμε εδώ, τι είναι «εδώ»;

Ένα ξενοδοχείο. Το λένε «Ηλιοβασίλεμα», παραθαλάσσιο, Β΄κατηγορίας.

Παραπέρα υπάρχει κάποιο χωριό, έτσι άκουσα να λένε.

Ποιοι;

Οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου.

Πού είναι τώρα;

Έφυγαν μετά από αυτό που συνέβη.

Τι συνέβη; Δε θυμάμαι.

Με λένε Άρη και ήρθα για να βρω μια γυναίκα κι ένα παιδί. Το παιδί είναι κόρη μου. Με λένε Άρη...

Στο σαλονάκι της ρεσεψιόν επικρατεί ψιθυριστή ησυχία, το ζεύγος Αργυροπούλου παίζει χαρτιά και, δυο τραπέζια παραδίπλα, η Κατερίνα διαβάζει κάποιο χοντρό βιβλίο τσέπης. Γυρίζουν ταυτόχρονα τα κεφάλια προς τη σκάλα όταν ακούνε τα βήματά μου, χαμογελάνε –χαμογελάω κι εγώ, ή κάτι τέτοιο. Η Κατερίνα μένει μόνη της στο ξενοδοχείο, ηλικιακά την έχω ταξινομήσει γύρω στα τριαντακάτι, σίγουρα κάτω από 35. Είναι τόσο πληκτική και προβλέψιμη όσο ένα στυλό διαρκείας. Ακόμα χειρότερα, το ζεύγος Αργυροπούλου είναι εξίσου βαρετό αλλά πολύ περισσότερο ομιλητικό. Επιλέγω λοιπόν να καθίσω κοντά στην Κατερίνα. Σηκώνει το κεφάλι της από το βιβλίο, μου χαμογελάει ξανά, όσο ψάχνω στις τσέπες μου για αναπτήρα. Χρειάζομαι όλο και περισσότερη ώρα για να ανάψω ένα τσιγάρο αυτές τις μέρες –ευτυχώς καπνίζω το ίδιο γρήγορα με παλιά.

«Τι διαβάζεις;» ρωτάω την Κατερίνα.

Τσακίζει τη σελίδα και μου δίνει το κλειστό βιβλίο, αυτό είναι που κάνει την Κατερίνα τόσο πληκτική. Δεν αρκείται σε μια απάντηση, σου δίνει ολόκληρο το βιβλίο χωρίς να το ζητήσεις καν. Σιχαίνομαι να μου δίνουν περισσότερα απ΄όσα ζητάω.

Το βιβλίο έχει έναν ηλίθιο τίτλο, «Απατηλοί παράδεισοι τα μάτια σου» -όσο ξεφυλλίζω σκέφτομαι οτι η λέξη «απατηλός» είναι εντελώς μυοχαλαρωτική, αν πας να την προφέρεις το σαγόνι σου θα κρεμάσει μέχρι το πάτωμα τη στιγμή που περνάς από το «η» στο «λός». Συνυπολόγισε τώρα οτι έχεις ανοίξει ένα στόμα δέκα πήχες με το αρχικό «απα» -μάλλον γι΄αυτό δεν μου είπε τον τίτλο η Κατερίνα, για να αποφύγει το χασμουρητό. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου υπάρχει φωτογραφία της συγγραφέως, έχω παρατηρήσει οτι συνήθως οι γυναίκες συγγραφείς επιλέγουν τόσο γλυκανάλατους τίτλους. Γυναίκες που πασχίζουν να δείχνουν σαραντάρες, μακιγιαρισμένες τρομακτικά για να μη φαίνονται τα περιττά κιλά τους, κοιτάζουν το φακό με ύφος δήθεν ονειροπόλο κατορθώνοντας να φαίνονται απλώς χοντρές κι αλλήθωρες. Η συγγραφέας στο οπισθόφυλλο είναι απλώς η Κατερίνα σε μια δεκαπενταετία. Της δίνω πίσω το βιβλίο.

«Ενδιαφέρον φαίνεται», σχολιάζω ευγενικά.

«Ναι, έχει κάποια κεφάλαια που είναι βγαλμένα από τη ζωή αλλά σε μερικά σημεία γίνεται πολύ ψεύτικο –σχεδόν εξωπραγματικό», απαντάει εκείνη.

Δε με νοιάζει ρε Κατερίνα, αδιαφορώ για το χαζοβιβλίο σου! Απλά μιλάω μαζί σου για να γλιτώσω τους Αργυρόπουλους, δεν το νιώθεις;

«Α μάλιστα!» λέω προσπαθώντας να φανώ εντυπωσιασμένος.

Νομίζω οτι το παρακάνω πάντως.

«Βγήκαν έξω από νωρίς το πρωί κι ακόμα δε γύρισαν...» λέει τότε η Κατερίνα.

«Ποιοι;» απορώ.

«Ο Λευτέρης κι ο Παναγιώτης».

«Ε, και λοιπόν;» εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω.

«Πήραν τις καραμπίνες μαζί τους...» ψιθυρίζει εκείνη.

«Κυνηγοί είναι –τι περίμενες;» προσπαθώ να την καθησυχάσω.

«Βρε Άρη μου, τι να κυνηγήσουν εδώ πέρα; Τσιπούρες ή καβούρια;» επιμένει η Κατερίνα.

«Για να έρθουν στο ξενοδοχείο με τις καραμπίνες θα πει οτι κάπου κοντά υπάρχει κυνηγότοπος...» συνεχίζω εγώ το τροπάρι μου.

«Ήρθαν στο ξενοδοχείο για μια διανυκτέρευση, πριν περάσουν απέναντι, στο νησί. Εκεί είναι ο κυνηγότοπος», επιμένει η Κατερίνα.

«Μπορεί να είναι η περίοδος που μεταναστεύουν τα πουλιά.... Μπορεί να τα περιμένουν να περάσουν από δω καθώς φεύγουν από το νησί....»

Αλλά η Κατερίνα δεν με αφήνει να συνεχίσω. Μου πιάνει σφιχτά το χέρι και σκύβει συνωμοτικά.

«Δεν υπάρχουν πουλιά Άρη. Τίποτα δεν πετάει πλέον ψηλά στον ουρανό –μόνο κάτι γλάροι εμφανίζονται στην παραλία, αλλά κι αυτοί έχουν τσουρουφλισμένα φτερά, παραπατάνε, δεν πετάνε. Νόμιζα οτι το είχες προσέξει!»

Σκέφτομαι αυτά που είπε. Ναι, έχω δει τους γλάρους που περπατάνε στην άμμο αλλά δεν έχω κοιτάξει για άλλα πουλιά, τι με νοιάζουν εμένα τα πουλιά σε τελική ανάλυση; Έρχομαι από εκεί που τα πουλιά ζουν μονάχα σε κλουβιά, στις βιτρίνες μαγαζιών ή δίπλα σε κακοφτιαγμένους καταρράκτες εσωτερικών χώρων, από εκεί που έρχομαι μόνο καλώδια πετάνε πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Και οι άνθρωποι δεν σηκώνουν ποτέ τα μάτια προς τον ουρανό –τι σκατά να δουν εκεί πάνω;

«Μην ανησυχείς για τους κυνηγούς», λέω τελικά στην Κατερίνα. «Έχω διαβάσει οτι νιώθουν ξεβράκωτοι χωρίς τα όπλα τους...»

«Δεν ανησυχώ γι΄αυτούς. Για όσους πετύχουν στο δρόμο τους ανησυχώ, δεν είναι καλά τα πράγματα τώρα τελευταία...»

«Τι λέτε κρυφά εσείς οι δύο; Σαν πιτσουνάκια μοιάζετε!» πετάγεται ο Αργυρόπουλος.

Κοιτάζω την Κατερίνα παρακλητικά, μήπως βρει κάποιον τρόπο να τους αποφύγουμε.

«Πιτσουνάκια; Εγώ κι ο Άρης;» χαχανίζει εκείνη δήθεν παρεξηγημένη.

Κουνάω το κεφάλι μέσα στην απογοήτευση. Αλλά δεν φταίει η Κατερίνα, εγώ ο ηλίθιος φταίω. Τι περίμενα δηλαδή;

«Θα βγω έξω, μήπως και πετύχω τους κυνηγούς», της λέω ελπίζοντας οτι θα γλιτώσω.

«Θα έρθω μαζί σου», πετάγεται εκείνη.

«Δεν είναι ανάγκη...» διαμαρτύρομαι. Επειδή δεν έχω καμιά διάθεση να ψάξω αυτούς τους ηλίθιους, μέχρι την πίσω πλευρά του ξενοδοχείου υπολογίζω να πάω, μήπως γλιτώσω από τον κόσμο και τον ήλιο.

«Δεν αντέχω να καθίσω άλλο εδώ μέσα, θα τρελαθώ!» επιμένει η Κατερίνα.

Βγαίνουμε λοιπόν μαζί από την σκεβρωμένη εξώπορτα, οι μεντεσέδες τρίζουν ενοχλητικά αλλά είναι το λιγότερο που με απασχολεί. Επειδή δεν ξέρω τι θα κάνουμε εκεί έξω, δεν έχω καμιά διάθεση για πεζοπορία μ΄αυτή τη ζέστη.

Το ξενοδοχείο έχει έναν παραμελημένο κήπο, μαργαρίτες ανάμεσα σε τσουκνίδες και ελιές που βγάζουν πλέον μόνο χνούδι –ποτέ καρπό. Σκύβω ασυναίσθητα καθώς περπατάμε για να αποφύγω τον ήλιο, μετράω τις πέτρες, μετράω την ώρα. Έξω από το ξενοδοχείο υπάρχει κάποιος χωματόδρομος που οδηγεί στην παραλία, πίσω από το ξενοδοχείο υπάρχει το βουνό. Στους πρόποδες του βουνού θα πρέπει να βρίσκεται το χωριό που μας είπαν –δεν φαίνονται τα σπίτια από δω, αλλά εκεί πρέπει να είναι, που αλλού;

«Από δω, από δω πάμε!» μου κάνει νόημα η Κατερίνα.

Κοιτάζω. Ένα χορταριασμένο μονοπάτι στην αντίθετη κατεύθυνση από την παραλία, προχωράω λίγο πιο μέσα –στα 20 μέτρα θα σταματήσει να μας καλύπτει το βουνό κι ο ήλιος θα μας ψήσει.

«Τι είναι από εκεί;» ρωτάω την Κατερίνα.

«Ξέρω ΄γω τι είναι; Από δω πήγαν πάντως», λέει εκείνη.

Δεν πρόκειται να γλιτώσω εύκολα απ΄αυτή. Προσπαθώ πάντως να το καθυστερήσω.

«Οι υπόλοιποι τι κάνουν;» ρωτάω.

«Δεν έχουν ξεμυτίσει από τα δωμάτιά τους», απαντάει όσο χοροπηδάει ανάμεσα στα αγριόχορτα.

Είμαστε 15 άτομα στο ξενοδοχείο όταν συνέβη... αυτό που συνέβη, τέλος πάντων. Υπάρχουν 5 αυτοκίνητα παρκαρισμένα δίπλα στον μαντρότοιχο –όμως μας είναι άχρηστα επειδή ο δρόμος πίσω έχει γκρεμιστεί, όσοι πήγαν να δουν, γύρισαν κατάχλωμοι. Φαίνεται οτι είχαν στρώσει το δρόμο πάνω σε αμμώδες έδαφος, έφυγαν τα πάντα κι άνοιξαν τάφροι –έτσι είπαν. Ο Στέφανος είχε προτείνει πολλές φορές να πάμε περπατώντας, αλλά ο κατεστραμμένος δρόμος οδηγούσε στο βουνό, πολλά χιλιόμετρα –και δεν υπήρχε κανένας να σου εγγυηθεί οτι θα βρίσκαμε κάποιον μας βοηθήσει εκεί πάνω. Η άλλη πιθανότητα ήταν να βαδίσουμε προς το χωριό –αλλά δεν ξέραμε πόσο μακρυά είναι. Προτιμήσαμε λοιπόν να παρατείνουμε τη διαμονή μας στο ξενοδοχείο, αφού ήταν τζάμπα και στα ψυγεία υπήρχαν μπόλικες προμήθειες. Αυτά τα ψυγεία λειτουργούσαν με γεννήτρια γιατί το ρεύμα είχε κοπεί –περνούσαμε τα βράδια με κεριά ή κοιμόμασταν νωρίς. Περιμέναμε. Κάποιον να μας βρει, κάτι να γίνει.

«Μα βιάσου τέλος πάντων! Τι σ΄έχει πιάσει;» αδημονεί η Κατερίνα.

Ηλιακός τρόμος –τι άλλο; Προχωράω αργά, σαν την κάμπια. Βάζω τον ήλιο στην πλάτη κι αυτός σκαρφαλώνει μέχρι την κορυφή του κεφαλιού μου ο καταραμένος. Πατάω αυτά τα αγριόφυτα με τους κωνικούς καρπούς που σκάνε λερώνοντας τις μπότες μου –έχω βρει μια σειρά τέτοια φυτά, περπατάω πάνω τους, στην αρχή ακούω να σκάνε καταβρέχοντας τα πάντα γύρω τους, μετά από λίγο ακούω τα ουρλιαχτά τους –κάθε φορά που πατάω έναν καρπό αυτός αδειάζει τα σωθικά του ανατριχιαστικά, άνθρωποι που συνθλίβονται κάτω από ερπύστριες ή καταπλακώνονται από κτίρια, κι εγώ δεν μπορώ να διακόψω τη φρίκη, ατέλειωτες σειρές ανθρώπων που ουρλιάζουν καταπλακωμένοι. Τρέμουν τα γόνατά μου.

«Είσαι καλά;» με αγκαλιάζει η Κατερίνα.

Ανακαλύπτω οτι είμαι γονατιστός, το παντελόνι μου έχει λερωθεί από τα ζουμιά των φυτών, τρέμω κιόλας σα να έχω πυρετό.

«Δεν είμαι πολύ καλά», ψιθυρίζω. «Θα καθίσω λίγο...»

Κάθεται κι εκείνη δίπλα μου, κοιτάζει πέρα στο βάθος του μονοπατιού.

«Κατερίνα τι συνέβη;» τη ρωτάω.

«Ζαλίστηκες... παραπάτησες –δεν κατάλαβα».

«Όχι, όχι τώρα. Τι συνέβη γενικά –αυτό θέλω να μάθω».

«Αποκλειστήκαμε στο ξενοδοχείο όταν έπεσε ο δρόμος...»

«Εντάξει. Πώς έπεσε ο δρόμος;»

Ξύνει νευρικά το μάγουλό της.

«Δεν ξέρω», λέει τελικά.

«Κι εσύ τι κάνεις εδώ στο ξενοδοχείο;» επιμένω.

«Έχω άδεια από τη δουλειά μου και είπα...»

«Τι δουλειά κάνεις;» την κόβω απότομα.

«Δουλεύω... Είμαι ...»

Αλλάζει θέση, νιώθει όλο και πιο άβολα.

«Πέσμου έστω πού είναι η δουλειά σου;»

«Στην πόλη!» πετάγεται ανακουφισμένη.

«Και η πόλη που είναι;»

Κοιτάζει τριγύρω λες και περιμένει να εμφανιστεί ένας οδικός χάρτης στον ουρανό, μετά από λίγο επικεντρώνει την προσοχή της σε ένα μεγάλο δέντρο.

«Κάτι υπάρχει εκεί πέρα», μου δείχνει.

«Εντάξει, θα πάμε να δούμε. Πες μου τώρα –που είναι η πόλη;»

«Δεν ξέρω Άρη, δεν ξέρω τίποτα! Ικανοποιήθηκες;» πετάγεται όρθια.

«Πότε έφυγε το προσωπικό του ξενοδοχείου; Γιατί έφυγαν;» επιμένω. Έχω πεταχτεί κι εγώ, όρθιος, την τραντάζω από τους ώμους.

«Άσε με, τι έχεις πάθει;» ουρλιάζει η Κατερίνα έτοιμη να βάλει τα κλάματα.

Τι έχω πάθει; Τι έχουμε πάθει όλοι μας; Που διάολο είμαστε; Κρύβω το κεφάλι μου ανάμεσα στις παλάμες. Ο ήλιος μ΄έχει ξεσκίσει κανονικά. Ακούω τα βήματά της να απομακρύνονται, κοιτάζω τώρα και τη βλέπω να τρέχει προς το δέντρο. Σκέφτομαι. Ας υποθέσουμε οτι υπάρχει κάτι στο δέντρο, κάτι ζωντανό και επικίνδυνο. Ας υποθέσουμε οτι αυτό το «κάτι» σκοτώνει την Κατερίνα. Αυτό θα μας απαλλάξει από ένα παραπανίσιο στόμα, έτσι οι προμήθειές μας θα διαρκέσουν περισσότερο. Επειδή οι σκουριασμένοι καταψύκτες δεν γεννάνε φαγητό και ίσως κάποτε φτάσει η μέρα που θα σκοτωθούμε μεταξύ μας για το ποιος θα φάει. Οι κυνηγοί σίγουρα θα είναι σε πλεονεκτική θέση τότε, αν και δεν ξέρω τι μπορεί να κουβαλάνε οι υπόλοιποι του ξενοδοχείου. Όπλα, μαχαίρια... Όσοι πεθάνουν από απροσεξία θα εξασφαλίσουν ακόμα μια ασφαλή μέρα στους υπόλοιπους. Όμως, αν έρθει αυτή η σύγκρουση, θα χρειαστώ συμμαχίες, τουλάχιστον για να περάσω το πρώτο στάδιο. Ο Στέφανος θα είναι μαζί μου, υποθέτω –ποιος άλλος; Η Κατερίνα σίγουρα θα σταθεί στη δική μου πλευρά! Πρέπει λοιπόν να τη βοηθήσω, δε με συμφέρει να χάνω συμμάχους, δεν έχω και πολλούς άλλωστε!

Σηκώνω το κεφάλι να κοιτάξω το δέντρο, προσπαθώ να συγκεντρωθώ εκεί πέρα. Στην αρχή δε βλέπω καλά, μετά διακρίνω κάτι απροσδιόριστο, σα να έχει λυγίσει κάποιο μπροστινό κλαδί του δέντρου. Προχωράω βιαστικά, επειδή δεν βλέπω πουθενά την Κατερίνα. Οι σόλες μου γλιστράνε στις πέτρες, πρέπει να προσέξω μην πάθω κανένα διάστρεμμα, αλλά όχι τώρα, δεν έχω χρόνο τώρα –προχωράω βιαστικά.

Όσο πλησιάζω το δέντρο ακούω έναν δαιμονισμένο βόμβο, σαν μηχανές πλοίου, προσπαθώ να εντοπίσω την πηγή του θορύβου, κοιτάζω ψηλά στην κορυφή του δέντρου αλλά μόνο αντηλιά υπάρχει εκεί πέρα. Κατεβάζω αργά το βλέμμα μου, διακρίνω ανάμεσα στα φυλλώματα του δέντρου σύννεφα από μύγες. Χοντρές, αλογόμυγες. Παραπατάω, επιταχύνω το βήμα ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Κοιτάζω τώρα προς το χώμα για να μην τσακιστώ –εκεί χαμηλά προλαβαίνω να εντοπίσω την Κατερίνα. Είναι πεσμένη στο έδαφος, στη μπροστινή πλευρά του δέντρου –είναι όμως ζωντανή, φαίνεται αυτό από τους ώμους της που τραντάζονται ανεξέλεγκτα. Περνάω στα πλάγια του δέντρου βιάζομαι να φτάσω κοντά της, να δω τι έπαθε. Και τότε, κάτι με χτυπάει στο πρόσωπο, όχι δυνατά, θα μπορούσε να είναι κάποιο κλαδί του δέντρου. Αν τα κλαδιά των δέντρων ήταν μαλακά και σαρκώδη, κοιτάζω δίπλα, το ουρλιαχτό παγώνει στο ανοιχτό μου στόμα, πνίγομαι ψάχνοντας να πάρω αέρα.

Φοράει ένα παντελόνι λεκιασμένο, τρύπιο στα γόνατα αλλά δεν έχει ζώνη να το συγκρατεί –γι΄αυτό το παντελόνι έχει κρεμάσει αποκαλύπτοντας το κάτω μέρος της κοιλιάς του. Φανελένιο πουκάμισο καρό, μανίκια σηκωμένα, τα κουμπιά ανοιχτά στο ύψος του στέρνου και ένα κομμάτι ξασμένο σκοινί δεμένο γύρω από τον λαιμό του. Η γλώσσα του κρέμεται σα γραβάτα που ανεμίζει, στραβά, έξω από το στόμα του. Εξακολουθώ να τον κοιτάζω, δεν έχω δύναμη να κοιτάξω τίποτα άλλο κι αυτός μοιάζει αρκετά γερασμένος, αξύριστος –θα περνούσε κάλλιστα για ζητιάνος. Τα μάτια του ορθάνοιχτα, υστερικά, αγναντεύουν πάνω από το κεφάλι μου, προς τα εκεί που χάθηκε ο τρόμος. Δεν μπορώ να καταλάβω αν ζει ακόμα, όμως δεν έχω καμιά διάθεση να το ψάξω περισσότερο. Σταμάτα να τον κοιτάζεις, κάνε κάτι! Μη στέκεσαι σαν άγαλμα, ΚΑΝΕ ΚΑΤΙ!

Έστρεψα τελικά το κεφάλι προς την Κατερίνα, θα πρέπει να μου πήρε πάνω από ένα λεπτό για να το καταφέρω. Είδα τότε το πρόσωπό της λερωμένο από χώμα να με κοιτάζει και ελάχιστα έμοιαζε αυτή η μάσκα με άνθρωπο. Σάλια ανακατεμένα με χώμα στα χείλια της. Έσκυψα πάνω της προσεκτικά, δεν ήθελα να με περάσει για απειλή. Προσπάθησα να την σηκώσω, να τη στήσω τουλάχιστον καθιστή στο χώμα –αλλά εκείνη πετάχτηκε απότομα, κρεμάστηκε από το λαιμό μου, στην αρχή ενοχλητικά, μετά, ακόμα χειρότερα –κόντεψε να με πνίξει. Ίσως ο τρόμος της να ξεβράστηκε από τους πόρους του δέρματος, ίσως να τον ανέπνευσα στην επαφή μαζί της –ένιωσα τότε πανικό και την έσπρωξα δυνατά πίσω. Αυτή δεν φάνηκε να καταλαβαίνει, όρμησε πάλι πάνω μου κι έτσι εγώ τη χαστούκισα, δυο φορές, δυνατά. Έμοιαζε να ηρεμεί κάπως και τότε εγώ την πλησίασα, μιλούσα αργά. «Ησύχασε, ηρέμησε, όλα πέρασαν». Και μετά, πάλι από την αρχή. «Ησύχασε, ηρέμησε, όλα πέρασαν», ήθελα πολύ να πιστέψω οτι αυτό το μάντρα θα έδιωχνε τη φρίκη μακριά μας.

Εκείνη έσκυψε το κεφάλι τρέμοντας λιγότερο τώρα.

«Πέθανε;» ρώτησε δειλά.

«Έτσι νομίζω», ψιθύρισα, αλλά αμέσως το μετάνιωσα. Δεν είχα καμιά όρεξη να πλησιάσω τον κρεμασμένο άντρα για να διαπιστώσω αν ήταν ακόμα ζωντανός. «Πέθανε», είπα, δείχνοντας σίγουρος πλέον.

«Ποιος το έκανε αυτό;» ξαναρώτησε εκείνη.

«Δεν ξέρω», είπα.

«Οι κυνηγοί», μουρμούρισε.

«Γιατί να το κάνουν;» απόρησα. Αλλά απλώς προσπαθούσα να ξορκίσω τη βεβαιότητα –όποιοι σκοτώνουν ζώα χωρίς λόγο μπορούν να σκοτώσουν και ανθρώπους για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Το καταλάβαινα αυτό κι εκείνη το ίδιο, άλλωστε μου το είχε πει μέσα στο ξενοδοχείο.

«Ποιος είναι αυτός;» αναρωτήθηκε.

«Κανένας», της απάντησα σταθερά.

Μετά την σήκωσα από το έδαφος και την τράβηξα μαζί μου στον δρόμο της επιστροφής. Κατά βάθος χαιρόμουν που θα ξαναχωνόμασταν στο ξενοδοχείο –αυτός ο ήλιος με είχε διαλύσει.

Λοιπόν, δεν θυμάμαι πότε ξεκίνησαν όλα αυτά –όμως, από τη μέρα που βρήκαμε τον κρεμασμένο άντρα άρχισα να θυμάμαι. Οι μέρες έδεσαν μεταξύ τους, όπως και τα γεγονότα, με κυρίευσε μια ανεξήγητη αισιοδοξία οτι ίσως μπορούσα να θυμηθώ και πιο πίσω. Ποιος ήμουν, από που ερχόμουν, πως ξεκίνησαν όλα αυτά....

Περπατούσαμε κρατημένοι σφιχτά προς το ξενοδοχείο.