Βογόμιλοι (Φιλόθεοι)

μια κίνηση για την αποκατάσταση  του πρωτοχριστιανισμού
και η σκληρή καταδίωξή τους

 








αρχική σελίδα 

Οι Βογόμιλοι, στα Βουλγαρικά Богомили, ήταν μια χριστιανική κοινότητα η οποία άνθισε στην Βυζαντινή αυτοκρατορία στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, της Θράκης και της Κωνσταντινούπολης την περίοδο μεταξύ του 10ου αιώνα και του 15ου αιώνα. Το θρησκευτικό αυτό κίνημα περιγράφεται και ως Βογομιλισμός.

Εμφανίστηκε στη Βουλγαρία γύρω στο 950 και ενσωμάτωσε κάποια νεομανιχαϊστικά και παυλικιανικά στοιχεία. Η θρησκευτική κίνηση εμφανίστηκε αρχικά στην Αρμενία και τη Μικρά Ασία, και δέχτηκε αργότερα σλαβονικές επιδράσεις που αποσκοπούσαν στη μεταρρύθμιση της προσφάτως ιδρυθείσας Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πέρα από την επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τα Βαλκάνια (Βουλγαρία, Βοσνία, Σερβία), το βογομιλικό κίνημα επεκτάθηκε μέχρι την Ιταλία, τη Ρηνανία (Γερμανία) και τη Γαλλία.

Η ονομασία «Βογόμιλοι» κατά μία εκδοχή επινοήθηκε από έναν μοναχό το 1050 με βάση το όνομα του γνωστότερου δραστήριου κήρυκά τους, του ιερέα Βογόμιλου, δηλαδή «Φιλόθεος» από το βουλγαρικό μπογκομίλ, ο οποίος είχε ως κέντρο της δράσης του τη Φιλιππούπολη κατά τον 9ο αιώνα, ενώ κατά άλλη εκδοχή τους αποκαλούσαν γενικότερα με αυτό το όνομα που σήμαινε «Φιλόθεοι».

Θρησκευτικές αντιλήψεις και πρακτικές

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, οι αντιλήψεις των Βογόμιλων φαίνεται ότι είχαν κοινά στοιχεία με εκείνες των μεσσαλιανών[1] και των παυλικιανών,[2] καθώς επίσης και με τον γνωστικισμό.[3]

Κεντρικό στοιχείο της διδασκαλίας των Βογόμιλων αποτελούσε η πεποίθηση ότι ο ορατός, υλικός κόσμος κυβερνάται από τον Σατανά,[4] μια αντίληψη που κυριαρχεί στην Καινή Διαθήκη. (Εφεσίους 2:2· 6:11, 12· Αποκάλυψη 12:9· 1 Ιωάννη 5:19· Ιωάννης 12:31) Απέρριπταν την ιεραρχία της διοικούσας Εκκλησίας η οποία είχε επί αιώνες συνταυτιστεί με την αυτοκρατορική εξουσία και ασκούσε πανίσχυρη κοσμική εξουσία.[5] Καταδίκαζαν δόγματα που είχαν επισωρευτεί επί μακρόν στην κυρίαρχη Εκκλησία και αποτελούσαν αποκλίσεις από την πρωτοχριστιανική διδασκαλία και πρακτική, όπως η απόδοση τιμών –ακόμη και λατρείας– α) στις θρησκευτικές εικόνες, β) στον σταυρό όπου εκτελέστηκε ο Ιησούς Χριστός οποίος ήταν προ πολλού το εξέχον αποτροπαϊκό φυλαχτό, αρχικά στις χριστιανικές κοινότητες της Αιγύπτου με την υιοθέτηση του αρχαιότατου ανχ—, γ) στα ιερά λείψανα —τα οποία θεωρούσαν απαράδεκτη ειδωλολατρία, η λατρεία των οποίων είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο, καθώς επί παραδείγματι απαιτούνταν (έως και σήμερα) να θεμελιώνονται οι καινούργιοι ναοί σε λείψανα μαρτύρων ή αγίων— και δ) στους αγίους.  Δεν αποδέχονταν τα εκκλησιαστικά μυστήρια —τα οποία συναγωνίζονταν τα προϋπάρχοντα παγανιστικά μυστήρια—, τον νηπιοβαπτισμό —ο οποίος δημιούργησε στρατιές ουσιαστικά άπιστων «χριστιανών»—, την εθιμοτυπία της Θείας Ευχαριστίας και τα επί μακρόν αμφιλεγόμενα δόγματα περί Αειπάρθενου και Θεοτόκου της μητέρας του Ιησού Χριστού.[6] Απέρριπταν γενικά αυτά που θεωρούσαν ως κοσμική και εκκλησιαστική εξουσία καθώς πίστευαν ότι έχουν ανθρώπινη προέλευση, ενώ τους καταμαρτυρούνταν ότι αρνούνταν την πληρωμή φόρων. Αποτελούσαν μια φωνή αντίδρασης στην καταπίεση από τις κυρίαρχες τάξης της θεοκρατικής Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μια έκφραση «διαμαρτυρίας κατά της τάξεως των κυβερνώντων, των ισχυρών και των πλουσίων».[16] Ήταν «ειρηνοποιοί» καθώς ήταν αντίθετοι στη χρήση βίας και όπλων και δεν συμμετείχαν στον πόλεμο.[7] Θεωρούσαν τους ναούς της επίσημης Εκκλησίας ως κατοικίες δαιμόνων, καθώς η επικράτηση των εικονολατρών/εικονόφιλων είχε οδηγήσει στα άκρα την εικονογράφησή τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ δήλωναν πίστη στον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα δεν αποδέχονταν το ορθόδοξο τριαδικό δόγμα, σύμφωνα με τις νικαϊκές και τις μετανικαϊκές φιλοσοφίζουσες επεξεργασίες. [10, 11] Καταδίκαζαν δραστηριότητες που αφορούσαν τις σαρκικές απολαύσεις, όπως η κρεοφαγία και η οινοποσία, και τηρούσαν αυστηρές νηστείες.[8] Η ηθική τους αυστηρότητα αναγνωριζόταν ακόμη και από τους σκληρότερους εχθρούς τους.[9]

Αποδέχονταν ως ιερά συγγράμματα την Καινή Διαθήκη και τους Προφήτες και τους Ψαλμούς από την Παλαιά Διαθήκη και απέρριπταν την Πεντάτευχο και τα ιστορικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Σε κυκλοφορία ανάμεσα τους βρίσκονταν και απόκρυφα βιβλία, τα οποία βρίσκονταν σε μεγάλη αφθονία και ποικιλία επί αιώνες ανάμεσα στις χριστιανικές κοινότητες.[12] Οι Βογόμιλοι ήταν ένθερμοι υποστηρικτές της μετάφρασης της Αγίας Γραφής στη γλώσσα του λαού.[13] Επιπλέον, εξασκούσαν και χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα τη μνήμη τους, καθώς απαιτούνταν από τα μέλη της ομάδας να αποστηθίζουν μεγάλα τμήματα της Αγίας Γραφής. Σύμφωνα με τον ιστορικό Μιχαήλ Ντραγκομάνοφ (Mihailo P. Dragomanov), 4.000 Βογόμιλοι είχαν απομνημονεύσει ολόκληρη την Αγία Γραφή, ενώ όλα τα μέλη τους ήξεραν από μνήμης ολόκληρη την Καινή Διαθήκη.[14] Σύμφωνα με τον καθηγητή Θεολογίας Ρόελοφ βαν ντεν Μπρόεκ (Roelof van den Broek), «δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι έφτασαν σε μια μορφή Χριστιανοσύνης που έμοιαζε με την πρώτη Εκκλησία, αλλά οφειλόταν στην προσεκτική ανάγνωση της Αγίας Γραφής· ήταν επίσης κληρονόμοι Χριστιανών της ανατολής οι οποίοι είχαν διατηρήσει ιδέες και πρακτικές οι οποίες ίσχυαν κατά τους πρώτους αιώνες».[15]

Ιστορική επισκόπηση

Σύμφωνα με την συνήθη μέθοδο της εσωτερικής πολιτικής του Βυζαντίου, εθνότητες και μη ορθόδοξες θρησκευτικές ομάδες, οι αποκαλούμενες «αιρέσεις», μεταφέρονταν και μετοικίζονταν σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας αποσκοπώντας μέσω του εποικισμού στην απομάκρυνση τους από τα ασφαλή κέντρα τους και εντέλει στον έλεγχό τους και την χρησιμοποίησή τους ως προπύργιο εναντίον των συχνών εισβολών των βορείων βαρβάρων. Όπως συνέβη με τους Σύριους, τους Αρμένιους και τους Σλάβους, οι Παυλικιανοί —οι οποίοι άσκησαν σημαντική επίδραση σε αντιλήψεις των Βογόμιλων— μετοικίστηκαν κατά χιλιάδες από την Μικρά Ασία στη Θράκη κατά τον 8ο αιώνα, από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε΄ και τον 10ο αιώνα από τον Ιωάννη Τσιμισκή.[17] Με κέντρο τη Φιλιππούπολη, οι Παυλικιανοί εξαπλώθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης και της Βουλγαρίας.

Τον 9ο αιώνα, ο μεταρρυθμιστής Παυλικιανός ιερέας Μπογκομίλ (Βογόμιλος), κήρυττε με βάση τη Μακεδονία αυτό το δόγμα στην ευρύτερη περιοχή της Βουλγαρίας. Το όνομα «Βογόμιλοι» δόθηκε στους ομοϊδεάτες του από έναν ορθόδοξο μοναχό που ονομαζόταν Ευθύμιος το 1050, ενώ οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν απλώς «χριστιανοί».[18] Ο βογομιλισμός αποτέλεσε «θεωρητική σύλληψη υπερσυντηρητικών βυζαντινών θρησκευομένων»,[19] ο οποίος βρήκε απήχηση σε ποικίλα στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας[20] και σταδιακά διαδόθηκε στη Σερβία και τη Βοσνία και αργότερα στη Δυτική Ευρώπη λαμβάνοντας διάφορα ονόματα, όπως Καθαροί στη Γερμανία, την Ιταλία και τη Γαλλία και Πομπλικανοί (δηλ. Παυλικιανοί) και Αλβιγηνοί στη Γαλλία.

Η πολεμική από μέρους του κράτους εναντίον της «αίρεσης»[23] των Βογόμιλων, που υπαγορευόταν από την Ορθόδοξη Εκκλησία,[21, 22] εκδηλώθηκε κατά τον 10ο αιώνα όταν ένας ιερομόναχος ονόματι Κοσμάς έγραψε στα βουλγαρικά δεκατρείς λόγους, τους Λόγους Κατά Αιρετικών, οι οποίοι έτυχαν ευρείας κυκλοφορίας. Στα έτη περί το 1110 ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α' Κομνηνός ξεκίνησε διωγμό κατά των Βογόμιλων, επειδή διαψεύστηκαν οι προσδοκίες για βοήθεια που θα λάβαινε από αυτούς με την μετεγκατάσταση τους στη Βαλκανική χερσόνησο[24] και αρνήθηκαν τη βοήθεια τους προς το βυζαντινό κράτος και «τρεις χιλιάδες περίπου απ' αυτούς, που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία κατά των Νορμανδών, τον εγκατέλειψαν και γύρισαν στα χωριά τους».[25] Έγιναν εκφραστές της εθνικής και πολιτικής αντίθεσης των Σλάβων «εναντίον τής αυστηρής βυζαντινής διοίκησης», «τόσο στα εκκλησιαστικά όσο και στα κοσμικά ζητήματα».[24] «Οι αυθαιρεσίες των βυζαντινών διοικητών και τα επαχθή φορολογικά μέτρα προκαλούσαν τη γενικότερη δυσφορία του βουλγαρικού λαού».[26] Ως αποτέλεσμα, αντί να υπερασπιστούν την περιοχή του Βυζαντίου από τους βαρβάρους του Βορρά, «οι Βογόμιλοι επέδειξαν προδοτική στάση έναντι του Βυζαντίου κατά την εισβολή των Νορμανδών στις δυτικές επαρχίες της χερσονήσου του Αίμου και προκάλεσαν τόσο την οργή του βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Α' Κομνηνού (1081-1118), όσο και τη σκληρή τιμωρία των Παυλικιανών»[27] οι οποίοι είχαν στασιάσει. Σύμφωνα με ερμηνεία της ορθόδοξης Άννας Κομνηνής, «οι Βογόμιλοι και οι Αρμένιοι μπορεί να είχαν διαφορετική πίστη από τους Παυλικιανούς, αλλά σ' αυτή την περίπτωση συμμάχησαν με τους στασιαστές».[28] Κάποιες πηγές αποδίδουν στρατιωτική δράση και συνεργασία των Βογομίλων με τους Πατζινάκους ή Πετσενέγους αλλά κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από την πλειονότητα των έργων αναφοράς και είναι αντίθετο στα θεμελιώδη ειρηνιστικά ιδεώδη της βογομιλικής κοινότητας.[29-32]

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (1081-1118), θεωρώντας τον εαυτό του υπερασπιστή της χριστιανικής ορθοδοξίας και υποδαυλιζόμενος από τον περίγυρο των κληρικών της Βυζαντινής αυλής, παγίδεψε μέσω πλεκτάνης μια ηγετική μορφή των Βογόμιλων, τον Βασίλειο, και κατόπιν μεθόδευσε τη συνοδική καταδίκη της «αίρεσης» και των οπαδών της και εξαπέλυσε σκληρούς διωγμούς εναντίον των «φανατικών» οπαδών της το 1010.[33] Ο Πατριάρχης Νικόλαος Γ΄ καταδίκασε ως αιρεσιάρχη τον αρχηγό τους και τον παρέδωσε σε βασανιστήρια. Τελικά, ο «Βασίλειος και οι μαθητές του, που έμειναν πιστοί στις πεποιθήσεις τους, κάηκαν στην πυρά» —αν και είναι ιστορικά πιθανώς ακριβέστερο ότι μόνο ο ίδιος οδηγήθηκε τελικά στην πυρά—,[34][35] στο Ιπποδρόμιο της Κωνσταντινούπολης από τα χέρια του Αυτοκράτορα Αλεξίου το 1118, όντας θύμα της απάτης του αυτοκράτορα.[36, 37] Βάσει των σημειώσεων εκείνης της μεθοδευμένης ανάκρισης ο προσωπικός θεολόγος του αυτοκράτορα Ευθύµιος Ζιγαβηνός συνέγραψε το αιρεσιολογικό έργο Πανοπλία Δογματική, του οποίου το 27ο κεφάλαιο αφιερώνεται στον βογομιλισμό.[38] Όλοι οι υπόλοιποι Βογόμιλοι της Κωνσταντινούπολης συνελήφθησαν· όσοι αποκήρυσσαν την πίστη τους απελευθερώνονταν ενώ οι υπόλοιποι καταδικάζονταν σε ισόβια φυλάκιση.[39] Στη συνέχεια, ο Αλέξιος διόρισε κήρυκες να εκφωνήσουν ομιλίες στον ναό της Αγίας Σοφίας για να προειδοποιήσουν το λαό για τους κινδύνους που προέρχονταν από τους Βογόμιλους και για τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να εντοπίζουν τους αιρετικούς.[40] Η κόρη του Αλέξιου Άννα Κομνηνή συνέγραψε αργότερα την Αλεξιάδα, όπου κατέγραψε το εγκώμιο της ιστορίας του πατέρα της (περίοδος από το 1069 έως 1118), στο 15ο κεφάλαιο της οποίας ασχολείται με την «Αίρεση των Βογομίλων».[41] Εκείνη την εποχή πολλοί καταδιώχθηκαν ψευδώς με την κατηγορία ότι ήταν αιρετικοί Βογόμιλοι, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καμία σχέση με αυτούς. Αυτό συνέβαινε ιδιαίτερα σε εκείνους που δεν έδιναν ιδιαίτερη έμφαση ή περιφρονούσαν την εξωτερική λατρεία.[42]

Εντούτοις, παρά τους σκληρούς διωγμούς στη Βουλγαρία και στο Βυζάντιο, η διδασκαλία των Βογόμιλων συνέχισε να υφίσταται ακέραια στην Κωνσταντινούπολη υπό την επιφάνεια, κρυφά, τουλάχιστον για μία γενιά· μάλιστα κατόρθωσε να επιβιώσει στα λαϊκά στρώματα και να γνωρίσει άνθηση κατά την περίοδο του Β' Βουλγαρικού Κράτους από το 1186 ως το 1193. Κυρίως, όμως, στους λόγιους κύκλους του Βυζαντίου βρήκαν απήχηση οι βογομιλικές θέσεις, ενώ οι επιδράσεις τους υπήρξαν εμφανείς σε όλη αυτή την περίοδο μέχρι και τον 14ο αιώνα.[43] Οι βογομιλικές ιδέες διείσδυσαν κατά τον 13ο αιώνα και στο Άγιο Όρος.[44]

Από την πλευρά του θεοκρατικού βυζαντινού καθεστώτος, η διάδοση του βογομιλισμού προκαλούσε, σύμφωνα με την Νεράτζη—Βαρμάζη, «κοινωνικές αναστατώσεις και λαϊκές διαμαρτυρίες» που συντάρασσαν τη συνοχή του κράτους[45] καθώς «εκήρυτταν την απείθεια» προς αυτό[46] και έτσι έγιναν προσπάθειες αντιμετώπισής τους. Οι Βογόμιλοι καταδικάστηκαν ως αίρεση από το νεοπαγές Βουλγαρικό Πατριαρχείο στη σύνοδο του Τυρνόβου (Turnovo, πρωτεύουσας του τότε βουλγαρικού κράτους) το 1211 και οδηγήθηκαν σταδιακά σε παρακμή. Τον 12ο αιώνα, ο Μεγάλος Πρίγκηπας της Σερβίας Στέφαν Νέμανια (ο Στέφανος A' Νεμάνια, ο οποίος αργότερα αγιοποιήθηκε από τις Ορθόδοξες εκκλησίες)[47] επέφερε σκληρούς διωγμούς και έκανε μαζικές εκκαθαρίσεις των Βογόμιλων, ενώ υπήρξε μεγάλης κλίμακας καύση βιβλίων αδιακρίτως, σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν σώζεται κανένα σερβικό χειρόγραφο εκείνης της περιόδου.[48] Σύμφωνα με τους Baynes και Moss, βασική αιτία εξάλειψης των Βογόμιλων από την Σερβία, ήταν η εκκλησιαστική πολιτική του γιου του Στεφάνου, Σάββα (Α΄ αρχιεπίσκοπος Σερβίας), ο οποίος «έκανε το Χριστιανισμό πιο προσιτό στους Σέρβους αφομοιώνοντας μαζί του πολλές από τις εθνικές πεποιθήσεις και τα έθιμα και δημιουργώντας μια Εκκλησία, η οποία ήταν λαϊκή, συνδεδεμένη με τη νέα εθνικιστική δυναστεία και συγχρόνως ευρισκομένη σε επαφή με τον υψηλότερο πολιτισμό της Κωνσταντινουπόλεως» με επακόλουθο «να χαθή γρήγορα στη Σερβία η βογομιλική αίρεση».[49]

Κατά τους διωγμούς του τσάρου των Βουλγάρων Μπορίς Α' Μιχαήλ (Βάρι) και του βασιλιά των Σέρβων Νέμανια πολλοί Βογόμιλοι κατέφυγαν στη Βοσνία, όπου αναδιοργανώθηκαν και συνέχισαν τη δράση τους. Οι σκληρές διώξεις εναντίον τους συνεχίστηκαν τόσο από τον τσάρο Καλογιάννη της Βουλγαρίας (για τους Βυζαντινούς, «Σκυλογιάννης», 1197—1207) όσο και από τον βασιλιά της Σερβίας Στέφανο B' Νεμάνια (κυβερνήτης από το 1197 έως το 1227). Μάλιστα, το 1349, ο τσάρος (κράλης) Ντουσάν της Σερβίας εφάρμοσε ιδιαίτερα απάνθρωπη νομοθεσία (Zakonik) εναντίον των «αιρετικών», οι οποίοι πιθανώς ήταν κυρίως οι Βογομίλοι: Οι αιρετικοί έπρεπε να στιγματιστούν με πυροσφραγίδα και να εκδιωχθούν από τη χώρα (άρθρο 10), ενώ ο θρησκευτικός προσηλυτισμός απαγορευόταν (άρθρο 8).[50] Τον 13ο και 14ο αιώνα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία απέστειλε αρκετούς λεγάτους και Φραγκισκανούς ιεραποστόλους για να μεταστρέψουν ή να εκδιώξουν Βόσνιους αιρετικούς μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και Βογόμιλοι. Ταυτόχρονα φαίνεται ότι δέχτηκαν «μεγαλυτέραν επίδρασιν εκ μέρους των Μεσσαλιανών» και έτσι σταδιακά «έχασαν την φήμην των δι' ηθικήν αυστηρότητα, εξεδόθησαν εις σαρκικάς καταχρήσεις» και προσλαμβάνοντας στη διδασκαλία τους «και ξένα στοιχεία έχασαν την εσωτερικήν των ενότητα».[51] Κατά τον 14ο και τον 15ο αιώνα απέμειναν ελάχιστα μέλη αυτής της θρησκευτικής ομάδας στη Βουλγαρία και στο Βυζάντιο.

Με την κατάκτηση από τους Οθωμανούς της νοτιοανατολικής Ευρώπης τον 15ο αιώνα, οι Βογόμιλοι οδηγήθηκαν σε αφάνεια. Ίχνη αυτού του δυναμικού θρησκευτικού κινήματος εντοπίζονται σήμερα σε παραδόσεις των νοτιοσλαβικών λαών. Ορισμένες διδασκαλίες τους φαίνεται ότι επηρέασαν άλλες μεταρρυθμιστικές ομάδες που εμφανίστηκαν τους επόμενους αιώνες, όπως η Βοσνιακή Εκκλησία, οι Αδαμίτες, οι Καθαροί, οι Βαλδένσιοι (Βάλδιοι) αλλά και η ίδια η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση.

Υποσημειώσεις

  1. Καθολική Εγκυκλοπαίδεια, λήμμα «Μεσσαλιανοί», διαθέσιμο στο ίντερνετ εδώ (Αγγλικά).
  2. Αν και γενικά συσχετίζονται με τους παυλικιανούς, φαίνεται πως —πέρα από την βουλγαρική καταγωγή— είναι ατυχής αυτή η σύνδεση. (Eliade—Couliano, σ. 102)
  3. Ο Βογομιλισμός έχει περιγραφεί ως μια από τις μεσαιωνικές "γνωστικίζουσες ομάδες στο χριστιανισμό". (Μπέγζος Μάριος, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, σ. 97) Δεν αποτελούν «επανεμφάνιση του γνωστικισμού». (Eliade—Couliano, σ. 102)
  4. Όσον αφορά τις κοσμολογικές αντιλήψεις τους, ορισμένες πηγές θεωρούν ότι οι Βογόμιλοι «εκπροσωπούν μια δυαλιστική διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος κυβερνάται από δύο αρχές, το καλό (ο Θεός) και το κακό (ο Σαταναήλ)» (Ostrogorsky, τόμ. Β', σ. 146) ενώ άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι «δεν είναι καν δυϊστές, αφού διακηρύσσουν ότι ο Σατανάς δεν είναι ο δημιουργός, αλλά μόνον ο οργανωτής (ο "αρχιτέκτων") του κόσμου». (Eliade—Couliano, σ. 102) Επιπλέον, «όντας αντιιουδαίοι, θα ταυτίσουν τον Γιαχβέχ με το Σατανά». (σ. 261)
  5. Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμ. 9, σ. 375· Ostogorsky τόμ. Β', σ. 146.
  6. Johnson Paul, A History of Christianity, 1979, Touchstone Publ., σ. 251. «Μετά των Παυλικιανών είχον κοινόν οι Βογόμιλοι την μυστικήν αντίθεσιν προς την λατρείαν της εκκλησίας, προς την προσκύνησιν των αγίων, των λειψάνων και των εικόνων». (Διομήδης—Κυριακός Αναστάσιος, Εκκλησιαστική ιστορία από της ιδρύσεως της εκκλησίας μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1881, σσ. 71, 72.)
  7. The Balkans: A History Of Bulgaria, Serbia, Greece, Rumania, Turkey, Nevill Forbes, Arnold J. Toynbee, D. Mitrany, D.G. Hogarth, διαθέσιμο στο ίντερνετ εδώ, στον ιστότοπο gutenberg.org (Αγγλικά). «Οι βογόμιλοι τηρούσαν πoλύ ειρηνόφιλη στάση και δεν γνωρίζουμε να είχαν κάποιες πολιτικες φιλοδοξίες». (Mango, σ. 125) «Ανόμοια με τους παυλικιανούς, οι οποίοι έπαιρναν όπλο για να αμυνθούν, ο Βογόμιλος και οι ακόλουθοί του ήταν ειρηνιστές οι οποίοι εφάρμοζαν κοινωνική ανυπακοή». (Historical Dictionary of Byzantium, The Scarecrow Press, 2001, λήμμα "Bogomils") «Ανόμοια με τους παυλικιανούς, οι βογόμιλοι δεν εμπλέκονταν σε στρατιωτική δράση εναντίον του κράτους, αν και αντιστέκονταν σε κάθε προσπάθεια να τους μεταστρέψουν σε ορθόδοξες μορφές χριστιανισμού». (Gregory Timothy, A History of Byzantium, Wiley—Blackwell publ., 2005, σ. 229)
  8. Οι αυστηροί περιορισμοί που αφορούσαν την αποχή από σεξουαλικές σχέσεις, κρεοφαγία και οινοποσία δεν είχαν γενική ισχύ αλλά αφορούσαν μια "επίλεκτη ομάδα μυημένων". (Gregory Timothy, A History of Byzantium, Wiley—Blackwell publ., 2005, σ. 229) Στεφανίδης Βασ. (Αρχιμ.), Εκκλησιαστική Ιστορία — Απ' αρχής μέχρι σήμερον, 6η έκδ. (ανατύπωση της β' έκδοσης του 1959), Παπαδημητρίου, Αθήνα 1998, σ. 422.
  9. «Η ηθική των διδασκαλία ήτο αυστηρά». (Διομήδης—Κυριακός Αναστάσιος, Εκκλησιαστική ιστορία από της ιδρύσεως της εκκλησίας μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1881, σ. 59.)
  10. The Christian Tradition: A History of the Development of Doctrine, Jaroslav Pelikan, 1989, University of Chicago Press, σ. 218.
  11. Στεφανίδης Βασ. (Αρχιμ.), Εκκλησιαστική Ιστορία — Απ' αρχής μέχρι σήμερον, 6η έκδ. (ανατύπωση της β' έκδοσης του 1959), Παπαδημητρίου, Αθήνα 1998, σσ. 421, 422.
  12. «Εκτός δε των ιερών Γραφών υπήρχον παρ' αυτοίς εν χρήσει και πολλά απόκρυφα βιβλία». (Διομήδης—Κυριακός Αναστάσιος, Εκκλησιαστική ιστορία από της ιδρύσεως της εκκλησίας μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1881, σ. 63)
  13. Slavic Scriptures: The Formation of the Church Slavonic Version of the Holy Bible, Henry R. Cooper, 2003, Fairleigh Dickinson University Press, σ. 102. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στην ίδια πηγή, ο φόβος για εισχώρηση των «αιρετικών» απόψεων των Βογόμιλων οδήγησε την Ορθόδοξη Εκκλησία να μην προωθήσει τη μετάφραση στη σλαβονική γλώσσα, πράγμα που είχε αρχικά δεχτεί.
  14. Η Σκοπιά, 1 Ιουλίου 1958, σσ. 393, 394 (Αγγλικά).
  15. Studies in Gnosticism and Alexandrian Christianity, Roelof van den Broek, 1996, Brill ed., σ. 160.
  16. Ostrogorsky Georg, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ. Β΄, 7η έκδ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002, σελ. 146.
  17. Βασίλιεφ Α. Α., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (μτφρ. Σαβράμης Δημοσθένης), τόμ. 2ος, εκδ. Πάπυρος, 1971, σσ. 20—22.
  18. "Βογόμιλοι", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 3, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1963, στ. 945.
  19. Eliade—Couliano, σ. 102.
  20. «Οι βογόμιλοι φαίνεται ότι ανήκαν κυρίως στην αγρoτική τάξη, αλλά περιλάμβαναν και κατώτερους κληρικους καί, αν πιστέψουμε την Άννα Koμνηνή, μέλη μερικων από τις καλύτερες οικογένειες της Κωνσταντινούπολης». (Mango, σ. 125)
  21. Είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου το κράτος πολέμησε την Ορθόδοξη Εκκλησία προσπαθώντας μάταια να της επιβάλλει αιρετικές, για εκείνη, απόψεις: "1) οι αυτοκράτορες δεν πέτυχαν να συμβιβάσουν ορθοδόξους και Αρειανούς, 2) ο Βασιλίσκος, ο Ζήνων, ο Ιουστινιανός, ο Ηράκλειος και ο Κώνστας Β' δεν μπόρεσαν με τα αυτοκρατορικά τους διατάγματα να προσεταιριστούν τους μονοφυσίτες, 3) οι εικονομάχοι αυτοκράτορες, υστέρα από αιμάτινους αγώνες, έχασαν οριστικά το παιχνίδι, και 4) η ένωση Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας δεν έγινε ποτέ, μολονότι με νύχια και δόντια επιχειρήθηκε αυτό το σχέδιο." (Ματσούκας Α. Νίκος, Δογματική και Συμβολική θεολογία, τόμ. Γ΄, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 297—298. Βλ. και ΘΗΕ, τόμ. 04, 1964, στ. 4).
  22. «Το κράτος, που είχε ταυτιστεί με την ορθόδοξη Εκκλησία, συχνά είχε διαφορετική γνώμη. Το άμεσο αποτέλεσμα της μισαλλοδοξίας του ήταν ότι εκατομμύρια άνθρωποι, που θα μπορούσαν να είναι πιστοί υπήκοοι του αυτοκράτορα, θεωρήθηκαν αιρετικοί και κατά συνέπεια εχθροί». (Mango, σ. 127)
  23. «Θεωρήθηκε σαν αίρεση και καταδιώχθηκε δια πυρός και σιδήρου, αν και τα δόγματά του ήταν στην πραγματικότητα αρκετά κοντά στην ορθοδοξία». (Eliade—Couliano, σ. 260) «Σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, όπως ήταν το Βυζάντιο, η αίρεση ήταν συχνά δημιούργημα της παράνοιας των αξιωματούχων. Ίσχυε αυτό για τους Βογομίλους; Φαίνεται πως όχι. Ο Αλέξιος Κομνηνός παρήγγειλε μία ανασκευή των αρχών τους. Αυτό δεν ήταν κάποια επινόηση που στηριζόταν σε καταδίκες αρχαίων αιρέσεων, όπως συνέβαινε πολύ συχνά. Οι λεπτομέρειες που μας δίνονται δείχνουν ότι ο Αλέξιος είχε να κάνει με μία αληθινή αίρεση». (Angold, σ. 233)
  24. Βασίλιεφ Α. Α., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (μτφρ. Σαβράμης Δημοσθένης), τόμ. 2ος, εκδ. Πάπυρος, 1971, σ. 22.
  25. Μαμάτσης Τάκης, Ιστορία του Βυζαντίου, 3η έκδ., Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985, σ. 176.
  26. Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία — Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, τόμ. Β', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σ. 305.
  27. Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία — Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, τόμ. Β', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σ. 306.
  28. Beck Hans—Georg, Η βυζαντινή χιλιετία (μτφρ. Κούρτοβικ Δημοσθένης), 2η έκδ., ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992, σ. 380.
  29. Diehl Charles, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Καρδαμίτσας, Αθήνα 2007 (c1919), σ. 151.
  30. Μαμάτσης, Ιστορία..., ό.π.
  31. Ostrogorsky Georg, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ. Γ', 7η έκδ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002, σ. 23.
  32. Runciman Steven, Βυζαντινός Πολιτισμός, Γαλαξίας, Αθήνα 1969, σ. 128.
  33. "Βογόμιλοι", εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος—Λαρούς—Μπριτάννικα, τόμ. 14, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004—2005 [CD—ROM].
  34. Ostrogorsky Georg, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ. Γ', 7η έκδ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002, σ. 39.
  35. Αυτή η καταδίκη δεν ήταν η πρώτη του είδους στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αλλά είχε πραγματοποιηθεί και στην περίπτωση των παυλικιανών οι οποίοι είχαν ταχθεί κατά του βυζαντινού κράτους ως σύμμαχοι των Αράβων. (Ζακυθηνός Διονύσιος, Βυζαντινή Ιστορία 324—1071, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα—Γιάννινα 1989 (c1972), σ. 247.) Ο καθηγητής Στεφανίδης αναφέρει ότι «ήδη ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός ο Β' (685695) κατεδίκασεν εις τον δια πυράς θάνατον Παυλικιανούς, ο δε αυτοκράτωρ Μιχαήλ Ραγκαβέ (811813) εξέδωκε νόμους τιμωρούντας δια θανάτου τους εμμένοντας εις τον παυλικιανισμόν». (Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 422)
  36. «Ο αυτοκράτορ Αλέξιος ο Κομνηνός συνέλαβεν αυτόν και [...] προσεποιήθη, ότι ήθελε να μυηθεί εις την αίρεσιν ταύτην. Ο Βασίλειος, πιστεύσας, εφανέρωσε την διδασκαλίαν αυτού, ότε παραπέτασμα, κρύπτον μέρος της αιθούσης, καταπεσόν, απεκάλυψεν, ότι όπισθεν αυτού ευρίσκετο η σύνοδος μετά του πατριάρχου και η σύγκλητος, γραμματείς δε είχον καταγράψει τα υπ' αυτού λεχθέντα». (Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 421)
  37. Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας, Τηλέµαχος Λουγγής, 1998, Εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  38. Contra Patarenos, Hugo Eterianus, 2004, Brill Academic Publishers, σσ. 41, 42. Σχετικά με τη βιογραφία του Ζιγαβηνού βλέπε History of the Christian Church: Biographical Sketches Of Ecclesiastical Writers (Volume IV: Mediaeval Christianity. A.D. 590—1073) του Φίλιπ Σαφ (Philip Schaff), εδώ, στον ιστότοπο ccel.org
  39. Contra Patarenos, Hugo Eterianus, 2004, Brill Academic Publishers, σσ. 41, 42.
  40. «ο Αλέξιος ήταν σε θέση να κατευθύνει το πάθος του λαού ενάντια στους Βογομίλους. Υπερασπιζόμενος την Ορθοδοξία, άγγιζε τη λαϊκή ευαισθησία· μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις επιθέσεις του εναντίον των αιρέσεων ως έναν τρόπο για να κερδίσει την κοινή γνώμη της πρωτεύουσας». (Angold, σσ. 241, 242)
  41. Βλέπε παραγράφους VIII έως X στο 15ο κεφάλαιο της Αλεξιάδας εδώ, στον ιστότοπο του Fordham University της Νέας Υόρκης (Αγγλικά).
  42. «Πολλοί δε κατεδιώχθησαν ως Βογόμιλοι, καίπερ μηδέν έχοντες προς τούτους κοινόν. Ιδίως όσοι επεζήτουν εσωτερικήν θρησκευτικήν ζωήν και ολίγον ετίμων ή περιεφρόνουν την εξωτερικήν λατρείαν, ήσαν εκτεθειμένη εις τον κίνδυνον τούτον». (Διομήδης—Κυριακός Αναστάσιος, Εκκλησιαστική ιστορία από της ιδρύσεως της εκκλησίας μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1881, σ. 71.)
  43. Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία — Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, τόμ. Β', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σσ. 310—313.
  44. "Βογόμιλοι", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 3, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1963, στ. 946.
  45. Νεράτζη—Βαρμάζη Βασιλική, 'Βυζαντινή Ιστορία 324—1453', εκδ. ματι, Κατερίνη 2007, σελ. 104.
  46. Runciman, Βυζαντινός Πολιτισμός, ό.π., σελ. 128.
  47. Στο τέλος της ζωής του ο Στέφανος εγκατέλειψε την ηγεμονία, έγινε μοναχός στο Άγιο Όρος και ίδρυσε τη μονή Χιλανδαρίου (Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ό.π., σελ. 444). Ζώντας εκεί οσιακή ζωή, μετά το θάνατό του αναγνωρίστηκε και διακηρύχθηκε η αγιότητά του (Τσολακίδης Δ. Χρήστος, Αγιολόγιο της Ορθοδοξίας, έκδ. 2η, εκδ. Χ.Δ. Τσολακίδη, Αθήνα 2001, σελ. 168).
  48. The Balkan Slavs: Croatia and the Serbian Empire, Steven Lowe, Varangian Voice No. 24, Οκτώβριος 1992, διαθέσιμο στο ίντερντετ εδώ (Αγγλικά).
  49. Baynes H. Norman & Η.St.L.B. Moss, Βυζάντιο, Εισαγωγή στο Βυζαντινό Πολιτισμό, 8η έκδ., Παπαδήμας, Αθήνα 2004, σελ. 496.
  50. Religious Quest and National Identity in the Balkans, Celia Hawkesworth, Muriel Heppell and Harry Norris, 2001, Palgrave—MacMillan ed., σ. 4.
  51. "Βογόμιλοι", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 3, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1963, στ. 946.

Πηγές & βιβλιογραφία

  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, "Παυλικιανών Κράτος" (pdf) και Παραθέματα
  • Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 2007, λήμμα «Βογόμιλος» (Bogomil)
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, λήμμα «Βογόμιλοι»
  • Ιστορία του ελληνικού έθνους: Βυζαντινός ελληνισμός: Μεσοβυζαντινοί και υστεροβυζαντινοί χρόνοι, τόμος 9, Εκδοτική Αθηνών, 1980.
  • Καθολική Εγκυκλοπαίδεια, λήμμα «Ιερά Εξέταση» (Inquisition: The suppresion of Heresy by the institution known as The Inquisition), διαθέσιμο στο ίντερντετ εδώ, στον ιστότοπο newadvent.org
  • Angold Michael, Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204: Μια πολιτική Ιστορία, Εκδόσεις Παπαδήμας, 1997
  • Broek van den, Roelof, Studies in Gnosticism and Alexandrian Christianity, Brill ed., 1996
  • Cooper R. Henry, Slavic Scriptures: The Formation of the Church Slavonic Version of the Holy Bible, Fairleigh Dickinson University Press, 2003
  • Eliade Mircea, Couliano Ioan, Λεξικό των Θρησκειών, Εκδόσεις Χατζηνικολή, 1992
  • Eterianus Hugo, Contra Patarenos, Brill Academic Publishers, 2004
  • Forbes Nevill, Toynbee J. Arnold, D. Mitrany, D.G. Hogarth, The Balkans: A History Of Bulgaria, Serbia, Greece, Rumania, Turkey
  • Hawkesworth Celia, Heppell Muriel & Norris Harry, Religious Quest and National Identity in the Balkans, Palgrave—MacMillan ed., 2001
  • Johnson Paul, A History of Christianity, Touchstone Publ., 1979
  • Mango Cyril, Βυζάντιο: Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, Εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., 2007
  • Obolensky Dimitr, The Bogomils: A Study in Balkan Neo—Manichaeism, Cambridge University Press, 2008
  • Ostrogorsky Georg, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμοι Β' και Γ', 7η έκδ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002
  • Pelikan Jaroslav, The Christian Tradition: A History of the Development of Doctrine, University of Chicago Press, 1989
  • Runciman Steven, The medieval Manichee: a study of the Christian dualist heresy, Cambridge University Press, 1982 (c1947)
  • Runciman Steven, Βυζαντινός Πολιτισμός, Γαλαξίας, Αθήνα 1969
  • Αλεξιάδα, παράγραφοι VIII έως X του 15ου κεφαλαίου, διαθέσιμο εδώ, στον ιστότοπο του Fordham University της Νέας Υόρκης (Αγγλικά).
  • Βασίλιεφ Α. Α., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (μτφρ. Σαβράμης Δημοσθένης), τόμ. 2ος, εκδ. Πάπυρος, 1971
  • Μαμάτσης Τάκης, Ιστορία του Βυζαντίου, 3η έκδ., Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985
  • Μπέγζος Μάριος, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995
  • Στεφανίδης Βασίλειος, Εκκλησιαστική Ιστορία, 1959, Εκδόσεις Παπαδημητρίου.
  • Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία — Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, τόμ. Β', 3η έκδ., Αθήνα 2002
 
Ιούνιος, 2009