Ξεκρέμαστα πορτρέτα

                                                                                                                        [Αποσπάσματα]

Ο Μικρός Τρομπετίστας


Ποιός εχθρός, από ποιά έγκατα

ποιά δική μας αδιαφορία επέτρεψε

της κατοικίας σώριασμα από σεισμό φθονερό;

Ή μήπως ήταν η άσπλαχνη Κλωθώ;

 

Τράνταγμα ξαφνικό μας χάλασε

οροφές κατάχαμα, δάπεδο ανισόρροπο πια

ένα εικονοστάσι έμεινε ν’ αγκαλιάσουμε τώρα.

  Στην ερημιά

σκόρπιες πινελιές αθώες  

εδώ κι εκεί παιχνίδια παιδικά 

 το ξύλινο τραινάκι, σβούρες 

ένα τόπι ακίνητο

πλαγιασμένος απορεί

ο μικρός τρομπετίστας.

 

Λίγο πριν, ένα βουητό αχόρταγο.

Αχ, να μην ακούσω τον μέσα λύκο 

προσοχή καμιά στο ουρλιαχτό του

να τρέξω να σωθώ σε ξέφωτο ανοιχτό.

 

Μικρέ τρομπετίστα

συμφορά δεν προανήγγειλες

υποχώρηση ποτέ, πρόσκαιρη έστω.

Παιάνες, πάντα παιάνες.

==================================================================

Ηδύστερης

  

Αν και άγουρος, σιγά σιγά ξεράθηκε.

Στις εκβολές του δεν έφτασε   

ούτε πλημμύρισε από πηγές γενναιόδωρες.

 

Ο Ηδύστερης υπνοβάτης τώρα

στης Φωκίωνος Νέγρη τη σαβάνα,

με ιαγουάρους φονικούς

να λιμπίζονται τον σβέρκο του.

Tο αύριο λογαριάζει με δελτία λόττο

σαΐτες φτιάχνει από αγγελίες σκόρπιες 

τον υψώνουν για λίγο σαθρές υποσχέσεις

αλλά στερέωμα πουθενά, ούτε άνθος ένα

μέσα του γοερά να ξεσπάσει.

 

Δροσιά του τελευταία

γαζέλες αεικίνητες, αντιλόπες μόνες.

Τις παραφυλά σε μαγαζιά νυχτερινά

στα χνάρια τους οσμίζεται βροχές.

 

Εδώ  η λύτρωσή μου.

Πάνω στη μπάρα, σε τραπέζια πάνω

σώματα ξεδιψάνε

κιθάρες ηλεκτρικές, συνθεσάιζερ

ο ρυθμός, πάντα ο ρυθμός

τα ζαλίζει  

φωτορυθμικά τυλίγονται

κομμάτια ύφασμα

πολύχρωμη λαγνεία.

Σώματα φθαρτά

ανάσταση ετοιμάζουν.


==================================================================


                                Οριθόη

 

Αστροθήρα, στα μαλλιά μου είδες τις Πλειάδες

όταν οι μύωπες προσπερνούσαν.

Κι εγώ, σου σκέπασα το άδολο χάδι

εκείνο που ζητούσε πιότερο τη ζέστη.

 

Στην πλατεία Μαβίλη συνομιλούμε ξανά 

σε πεζούλι κυκλωμένο φυγόκεντρους δρόμους

με οργή πνιγμένη στη στοργή.

Να δίνω, να δίνω χωρίς σταματημό

τέλος μου αρχή σου μπερδεμένα

αγόρι να σε ανθίσω θέλω,

αλλά μήπως παντρεύτηκα τον άνεμο;

Σε ποιές παρόδους χάνεσαι ξεκομμένoς;

 

Aκριβή μου Οριθόη σε βράχηκα 

μέχρι να στάξω θάλασσα.

Η άμπωτη, φουσκοθαλασσιά  ετοιμάζει.

Δες! Στην πλατεία σώθηκε μόνο η αγκαλιά μας

ατόλη εξωτική με σπάνια κοράλλια.

 

Σε δυο φοινικιές απλώσαμε

ορίζοντα καινούργιο  για αιώρα

στην αμμουδιά η στέγη από μπαμπού,

δίπλα μια σχεδία από χαμόγελο ατόφιο.

Σου φέρνω για πρωινό καρύδα σπασμένη    

με χυμούς από το κέλυφός μας.

 

Όρια κύματα περπατάμε.