Interpretación de la Creación, Kiki Dimoula

Εκδοχή Δημιουργίας

Είμαι διατηρητέο, είπε το χάος στους εργολάβους.
Μέσα, τα πράγματα θα μείνουν όπως είναι.
Μικροαλλαγές μόνο στην πρόσοψη επιτρέπω.

Εν αρχή εγένετο χτες. Τάχιστα,
μόλις η διορατική αίσθηση
πρωτοβλέποντας τη μέρα χτισμένη, έκραξε
αλίμονο, τι μικρή που είσαι. Δε φτάνεις
ούτε για ενός ατόμου μοναξιά.

Αναστατώθηκε ο πηλός. Τι συνέβη;
Στα σχέδια η μέρα έδειχνε ατελεύτητη.
Είδα φορτωμένο με πλίνθους και χούν
ένα ύποπτο πορτοκαλί φορτηγάκι.
Βρωμοδουλειά της δύσης;

Άφαντος ο κατασκευαστής.

Εκλήθη τότε επειγόντως η διακοσμήτρια τέρψη.
Ειδική να μεγαλώνει το χρόνο
όπως τους μικρούς χώρους τα κάτοπτρα.

Και εγένετο η απατηλότης.
Ντυμένη παράδεισος:

Ύδατα βαθύφωνα, κιθαριστές ρυάκια
ο θόλος επάνω με τη γαλάζια τοπική
ενδυμασία της απόστασης ατσαλάκωτος,
χωριουδάκια οικισμοί θέρετρα κελαηδισμών
ψηλά στις κορφές της αιώρησης
κάτω αλσύλια περιβόλια οπώρες οφιοειδείς

φλογέρες που υπνώτιζαν δηλητηριώδη μήλα
τζιτζίκια διαρκείας καθ'όλες τις τέσσερις
μπορεί και παραπάνω θερμές εποχές - δεν ξέρω
όταν έφτασα εγώ ήτανε κρύο -
ισορροπίστριες δροσοσταλίδες πάνω σε φυλλαράκια
φιγούρες κοζάκικου χορού οι παπαρούνες
ο ρεμβασμός μερακλωμένος να ρουφάει
με το καλαμάκι του απανωτά αεριούχα αηδόνια
η αιδώς μένα πολύ σκιστό στο πλάι
κατακόκκινο φύλλο συκής να χορεύει
μ'έναν νοσταλγό μετανάστη λόγο
η δε υπακοή
που ραβόταν στην ίδια μοδίστρα με την απατηλότητα
ντυμένη και αυτή παράδεισος.

Τα πρώτα καλλιστεία.

Μις κόσμος εξελέγη η αιωνιότης.
Δεν
παρέστη.

Και εγένετο πάλι χτές.
Για να μη χαθεί όπως το προηγούμενο
το συνόδεψαν λίγο παρακάτω
οι φωτογραφίες.

Έπεσε αχνούς η διάρκεια.
Νόμιζαν πώς κοιμόταν.
Την μπάτσισαν της έριχναν κουβάδες φιλιά.
Τίποτα.
Μόνον ατελεύτητος νύχτα.

Κι ακούστηκε ο πρώτος δίποδος λυγμός.
Τον είχε δαγκώσει το μήλο.

Πού ήταν οι πρώτες βοήθειες των ονείρων.
Δεν τους είχε δωθεί προτεραιότης;
Λάθος. Κάθε μεγαλεπήβολη πήλινη περιπέτεια
εν αρχή πλάθει τους τραυματιοφορείς της.

Άρον Άρον εγενετο αύριο.
Αλλά ήταν ήδη πλέον πολύ αργά.
VERSION OF CREATION

I’m listed, said chaos to the contractors.
Inside, things have to remain as they are.
Minor changes to the façade is all I’ll allow.

In the beginning appeared yesterday. In no time,
as soon as the visionary sense
on first seeing the day constructed cried
heavens, you’re so short. You won’t do
not even for one person’s loneliness.

The clay was alarmed. What was wrong?
In the plans the day seemed endless.
I saw loaded with bricks and earth
a suspicious orange truck.
The sunset’s dirty work?

The constructor nowhere to be seen.

The decorator pleasure was urgently called in.
An expert in expanding time
just as mirrors do small spaces.

And so appeared deception.
Garbed in paradise:

Bass waters, guitarist streams
above the vault with distance’s blue
local costume uncrumpled,
hamlets townships resorts for warblings
high on suspension’s peaks
below copses orchards serpentine fruits
pipes that mesmerised poisonous apples
lasting cicadas throughout the four
maybe more warm seasons – I don’t know
when I arrived it was cold –
equilibrist dewdrops on tiny leaves
the poppies figures from a Cossack dance
reverie indulging itself sucking
fizzy nightingales one after the other
through its straw
shame with a bright-red fig-leaf
slit high on the side dancing

with a homesick emigrant word
as for obedience
sewn at the same seamstress’ as deception
this too was garbed in paradise.

The first beauty contest.

Eternity was voted Miss Cosmos.
She wasn’t present.

And again appeared yesterday.
So as not to be lost like the previous one
it was accompanied a little further on
by photographs.

Duration fell breathless.
They thought it was asleep.
They slapped it threw buckets of kisses over it.
Nothing.
Just endless night.

And the first biped sobbing was heard.
The apple had bitten it.

Where was the first aid for dreams.
Hadn’t they been given priority?
Wrong. Every grandiose clay adventure
fashions its stretcher-bearers in the beginning.

Tomorrow appeared hurry-scurry.
But now it was far too late.

© Translation: David Connoly

INTERPRETACIÓN DE LA CREACIÓN

Estoy protegido, dijo el caos a los constructores.
Por dentro, todo tiene que seguir igual.
Solo permitiré pequeños cambios en la fachada.

En el principio apareció el ayer. Sin una pausa
en cuanto la intuición gritó
anticipando la visión del primer día creado: Cielos
eres tan insuficiente.
No bastas para llenar
la soledad de una persona sola.

La argamasa se inquieta. Qué ha fallado?
En los planos el día parecía interminable.
Yo mismo pude ver cargado de tierra y de ladrillos
un sospechoso camión color naranja.
El trabajo sucio del ocaso?

No aparece el constructor por parte alguna.

Invocamos el placer de decorar de forma urgente.
Experto en expandir el tiempo
como los espejos hacen con los pequeños espacios.

La desilusión surgió de esa manera.
disfrazada de Edén:

Aguas bajistas, corrientes tocadoras de guitarras
encima, la cúpula con el azul normal,
el típico atuendo planchado.
Aldeas, pequeños pueblos, lugares de descanso para los trinos,
arriba en las subidas del columpio
abajo huertos frutas serpentinas
redomas que hipnotizan manzanas envenenadas
cigarras que viven las cuatro estaciones que supongo más cálidas -no sé
cuando llegué hacía frío.
Gotas de rocío equilibristas
en hojas diminutas
figuras de una danza cosaca las amapolas
el ensueño que se permite sorber
efervescentes ruiseñores con una pajita
uno tras otro
la vergüenza con una hoja de higuera
roja-brillante clavada en una hendidura en el costado
bailando con una palabra emigrante que añora su tierra
y la obediencia hilvanada en la misma costura que
el engaño
disfrazada también de paraíso.

El primer concurso de belleza.

La eternidad fue elegida Miss Universo.
Ella no estaba presente.

Y surgió de nuevo el ayer.
No exactamente como el anterior.
Ilustrado un poco más tarde
con fotografías.

Sin aliento cayó la permanencia.
Pensaron que estaba dormida.
Le dieron palmadas, arrojaron cubos de besos sobre ella.
Para nada.
Solo la noche interminable.

Se oyó entonces el primer sollozo bípedo.
la manzana lo había mordido.

Dónde estaban los primeros auxilios de los sueños.
De verdad no tenían preferencia?
Un error. Cada soberbia aventura de la argamasa
moldea al principio sus camilleros.

El mañana apareció todo deprisa.
pero era ya, con mucho, demasiado tarde.

Traducción:
Meli San Martín

Comments