Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΟΛΛΑΣ

 Ο Αντώνης Μόλλας γεννήθηκε στην Αθήνα, στο Βατραχονήσι, δίπλα στο Στάδιο.
       Εκεί κοντά  είχε το θεατράκι του ο Ρούλιας, ο καραγκιοζοπαίχτης. Ο Αντώνης γνωρίστηκε με αυτόν, μπήκε στο πάλκο του και έμαθε τα μυστικά της τέχνης.

Όταν κάποτε αρρώστησε ο Ρούλιας, ο Μόλλας πήρε το θάρρος και ζήτησε να παραστήσει αυτός. Ο θεατρώνης τον  κοίταξε με δυσπιστία... Ένα ψηλόλιγνο, σχεδόν αμούστακο παιδί, δεκάξι-δεκαεφτά χρονών, να πάρει τη θέση του Ρούλια, που ήταν από τους πολύ καλούς τεχνίτες, πήγαινε πολύ... Μα τι να κάνει; Δεν έπρεπε να μείνει κλειστό το θέατρο... Στο τέλος δέχτηκε. Ήταν η πρώτη φορά που ο Αντώνης Μόλλας έπαιζε σε ακροατήριο.

 

       Από τη βραδιά εκείνη άρχισε το ανέβασμά του. Σε λίγα χρόνια είχε γίνει ξακουστός και περιζήτητος. Αναγνωρίστηκε παγκόσμια από Γάλλους, Άγγλους, Ρώσους, Γερμανούς, Αμερικάνους και από κορυφαίους Έλληνες διανοούμενους.

 

       Το ρεπερτόριό του πρέπει να είχε γύρω στις 100 με 120 παραστάσεις. Κωμωδίες έργα ηρωϊκά, δράματα, κωμωδιούλες. Τις θυμώτανε όλες μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια χωρίς χειρόγραφα ή σημειώσεις.

       Πολλές φορές, όταν το κοινό επέμενε να δει κι άλλο θέαμα, στο τέλος της παράστασης, σκάρωνε μια καινούργια κωμωδία  την οποία ήταν ικανός να θυμηθεί και να την ξαναπαρουσιάσει ύστερα από μήνες ή από χρόνια.

        

       Τις παραστάσεις τις συμπλήρωνε με ζωντανή μουσική. Την ορχήστρα του την αποτελούσαν ένα κοντρα-μπάσο, ένα αλτικόρνο, ένα κλαρίνο, μια κορνέτα, μιαν γκραν-κάσα, ένα τύμπανο και πιατίνια.

       Εφτά μουσικοί με μαέστρο τον Χριστόπουλο.

       Όλες οι κοινωνικές τάξεις απολάμβαναν τον Καραγκιόζη του Μόλλα. Διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, χαμάλιδες, πρίγκιπες, βουλευτές, λούστροι, έμποροι, επαγγελματίες, εργάτες, όλοι μέσα σε ένα συμπαθητικό ανακάτεμα. Ήξερε εκείνος και μέσα από τον μπερντέ να διευθύνει την πελατεία του έτσι, ώστε να δημιουργείται μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτό το αλλοπρόσαλλο κοινό. Οι κοινωνικές τάξεις ισοπεδώνονταν εκεί. Όλοι αυτοί κάθονταν ανάκατα στους πάγκους, στις καρέκλες, είτε όρθιοι, όταν είχε πολλή δουλειά. Διψούσαν ν' ακούσουν κάτι καλό, αδιαφορώντας για το που θα στεκόντουσαν.

       Ο Αντώνης Μόλλας δούλευε στην Αθήνα, όπου είχε μόνιμα θέατρα που έπαιζε επί χρόνια, στη Δεξαμενή ή στο Στάδιο, ή στο Πανόραμα. Μάλιστα στα τριάντα του απέκτησε δικό του θέατρο, στο Λούνα-Παρκ κοντά στις στύλες του Ολυμπίου Διός, και τέλος στη Λ. Αλεξάνδρας 128, το μετέπειτα Ραντάρ.

        Η επαρχία διψούσε για τον Μόλλα, είχε πάει στις κυριότερες επαρχιακές πόλεις και στα νησιά Χίο, Μυτιλήνη και Κρήτη. Ακόμα πήγε στη Σμύρνη, λίγους μήνες πριν την καταστροφή, στην Αίγυπτο και στην Κωσταντινούπολη.

       Την τέχνη του την μεταλαμπάδευσε στον γιό του Δημήτρη Μόλλα  που ήταν γεννημένος μέσα στο πάλκο του Αντώνη και γαλουχήθηκε μέσα στα χέρια του Καραγκιόζη και τoυ υπόλοιπου θεάτρου σκιών. Όταν αργότερα μεγάλωσε ο Δημήτρης ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του, και έτσι έβαλε τη δική σφραγίδα σε αυτό το υπερθέαμα που λέγεται Καραγκιόζης.

       Μια από τις κόρες του, η Αρετή Μόλλα Γιοβάνου, το 1981 έγραψε και σκιτσογράφησε  ένα βιβλίο με τίτλο “Ο Καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μόλλας” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ» όπου καταγράφει τη ζωή του Αντώνη Μόλλα . Ο γιός της και εγγονός του Μόλλα, Αντώνης Γιοβάνος αποτελεί την τρίτη γενιά στην οικογένεια που ασχολείται  με τον Καραγκιόζη. Έχει φτιάξει μια σειρά φιγούρες του Καραγκιόζη και της παρέας του και μια σειρά κωμωδίες και τις διαθέτει από τις εκδόσεις “Παράθυρο” μόνο σε εμπόρους. Οι φιγούρες είναι φτιαγμένες από διάφανο υλικό και παίζονται με μεταλλικές σούστες (χερούλια), στο πάλκο, από μικρούς καραγκιοζοπαίχτες 5 έως 105 ετών. Θα τον βρούμε στο εργαστήριο του, στην οδό Μεσολογγίου 18, στον Βύρωνα.

Τηλέφωνο: 210-7519144,

Fax: 210-7518204

 
Comments