PaperFil‎ > ‎

Paper history - Η ιστορία του χαρτιού

1. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ
 
 
1.1. ΕΠΙΦΑΝΕΙΕΣ ΓΡΑΦΗΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΦΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ

Η γραπτή επικοινωνία των ανθρώπων υπολογίζεται ότι άρχισε περίπου το 40.000 π.Χ. Ως πρώτα δείγματα γραφής μπορούν να θεωρηθούν οι σπηλαιογραφίες (αναπαραστάσεις ζώων και συμβόλων στα τοιχώματα των σπηλαίων, οι οποίες χρονολογούνται τουλάχιστον από το 20.000 π.Χ.), οι βραχογραφίες (αναπαραστάσεις σε βράχους) και τα πετρόγλυφα (εσώγλυφες παραστάσεις σε πέτρες). Κατά τη διάρκεια των αιώνων χρησιμοποιήθηκαν πολλά υλικά ως επιφάνειες γραφής: (α) σκληρές ύλες όπως πέτρα, βότσαλα, μάρμαρο, ελεφαντόδοντο, οστά και κελύφη ζώων, όστρακα (θραύσματα πήλινων αγγείων), μεταλλικά φύλλα και (β) μαλακές ύλες όπως άργιλος (πήλινες πινακίδες), φλοιοί δένδρων, φύλλα φοίνικα και άλλων δένδρων, υφάσματα από μετάξι ή λινάρι, δέρματα και κύστες ζώων, ξύλινες πινακί­δες κερωμένες ή μη και πάπυρος. Ήδη από την 4η χιλιετηρίδα π.Χ. οι Σουμέριοι άρχισαν να γράφουν πάνω σε πλάκες αργίλου, τις οποίες στη συνέχεια ξήραιναν στον ήλιο. Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποίησαν και αυτοί πλάκες αργίλου, αλλά τις θεώρησαν ανεπαρκείς και στη συνέχεια στράφηκαν στη χρησιμοποίηση του παπύρου
Η αγγλική λέξη paper* (όπως επίσης η γαλλική papier, η γερμανική Papier, η σουηδική papper, η ισπανική papel) προέρχεται από την ονο­μασία του υδροχαρούς φυτού “πάπυρος” (Cyperus papyrus) που φυόταν στις όχθες του Νείλου (το φυτό δεν υπάρχει σήμερα στην Αίγυπτο) και αποτέλεσε σημαντική επιφάνεια γραφής από την 3η χιλιετηρίδα π.Χ. και μετέπειτα. Περίφημοι ήταν οι πάπυροι της Βύβλου (πόλεως των Φοινίκων), από την οποία προήλθε η λέξη “βιβλίο”. Ο αρχαιότερος πάπυρος που έχει διασωθεί χρονολογείται περίπου στο 2200 π.Χ. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι κατασκεύαζαν μια επιφάνεια γραφής (βλ. Σχήματα 1.1. & 1.2.), όχι όμως πραγματικό χαρτί (το οποίο προϋποθέτει απελευθέρωση των ινών), με τον ακόλουθο τρόπο: Το στέλεχος του παπύρου σχιζόταν σε λεπτές λωρίδες, οι οποίες τοποθετούνταν παράλληλα η μία στην άλλη. Ακολουθούσε δεύτερη στρώση λωρίδων με διεύθυνση κάθετη στην προηγούμενη και ίσως και περισσότερες στρώσεις (με εναλλαγή των διευθύνσεων). Η στοιβάδα που σχηματιζόταν διαβρεχόταν με νερό, οπότε διαλυόταν η φυτική κόλλα που περιείχε ο πάπυρος. Η κόλλα αυτή με τη συμπίεση και την ξήρανση στον ήλιο που ακολουθούσαν, συγκολλούσε τις λωρίδες μεταξύ τους. Τέλος η επιφάνεια του παπύ­ρου τριβόταν με ελαφρόπετρα ή κόκκαλο, ώστε να γίνει λεία και να δεχτεί το μελάνι της γραφής. Επειδή ένα φύλλο παπύρου δεν αρκούσε για τη γραφή ενός κειμένου, κολλούσαν με άμυλο φύλλα (περίπου 20) και δημιουργούσαν ένα πολύ μακρύ φύλλο παπύρου, τον κύλινδρο (βλ. Σχήμα 1.3.), το μήκος του οποίου κυμαινόταν από 6 m (το συνηθέστερο) έως 40 m (ο μακρύτερος που έχει διασωθεί). Όμως ο κύλινδρος (λόγω του μήκους του) ήταν ιδιαίτερα δύσχρηστος, σκιζόταν εύκολα, ενώ σάπιζε από την υγρασία.

Ο πάπυρος παρέμεινε σε χρήση στην Αίγυπτο έως τον 9ο μ.Χ., οπότε άρχισε η αντικατάστασή του από το χαρτί [5 σ.22, 35 σ.470]. Το 1962 οι αρχαιολόγοι βρήκαν σε αρχαίο τάφο στο Δερβένι Θεσσαλονίκης απανθρακωμένο και σε εκατοντάδες μικρά κομμάτια έναν πάπυρο, ο οποίος χρονολογείται στα τέλη του 5ου έως τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Ο πάπυρος αυτός είναι ουσιαστικά ο μοναδικός που έχει βρεθεί στην Ελλάδα, ενώ έχουν βρεθεί χιλιάδες ελληνικοί πάπυροι στην Αίγυπτο και σε άλλες περιοχές. Αυτό συνέβη, γιατί στο ελληνικό κλίμα ο πάπυρος αποσυντίθεται από την υγρασία του εδάφους. Ο «πάπυρος του Δερβενίου» διασώθηκε επειδή η απανθράκωσή του εμπόδισε την αποσύνθεση [30, 274 σ.130]. Διάφοροι λαοί και φυλές στην Ασία, στο Μεξικό, σε νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού κ.α., αξιοποιώντας τα στελέχη τοπικών φυτών, έφτιαχναν υλικά παρόμοια με τον πάπυρο και τα χρησιμοποιούσαν ως επιφάνειες γραφής αλλά και ως ενδύματα [35 σ.24-47].

Το 2700 π.Χ. επινοήθηκαν οι κινέζικοι χαρακτήρες γραφής από τον Tsang Chieh. Τα πρώτα ευρήματα επιφανειών γραφής στην Κίνα χρονολογούνται μεταξύ 1400-1300 π.Χ. και ήταν κόκκαλα που έφεραν χαραγμένες λέξεις θρησκευτικού περιεχομένου [35 σ.464]. Αρχικά, ως εργαλεία γραφής και ζωγραφικής χρησιμοποιήθηκαν αιχμηρά αντικείμενα από διάφορα υλικά (μέταλλα, κόκκαλα, πέτρες, ξύλα κ.ά.). Στην Κίνα την εποχή του Κομφούκιου (Confucious, 551-478 π.Χ.) έγραφαν πάνω σε λωρίδες από μπαμπού και φλοιούς δένδρων, βουτώντας μια αιχμηρή γραφίδα από ξύλο ή καλάμι σε μια υγρή χρωστική. Το 400-300 π.Χ. χρησιμοποιούσαν υφάσματα από μετάξι ως επιφάνειες γραφής. Το μετάξι είχε το πλεονέκτημα ότι ήταν ελαφρύ και μπορούσε εύκολα και χωρίς φθορά να τυλιχθεί και να διαμορφωθεί σε κυλίνδρους ή βιβλία. Ήταν όμως πολύ ακριβό και γι’ αυτό δεν ήταν γενικευμένη η χρήση του. Οι λωρίδες από μπαμπού και ξύλο εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται ευρέως. Το 255 π.Χ. οι Κινέζοι χρησιμοποίησαν σφραγίδες για να χαράξουν σύμβολα πάνω σε άργιλο, χωρίς όμως τη χρήση μελανιού.

Η επινόηση του πινέλου από τρίχες καμήλας το 250 π.Χ. στην Κίνα ήταν καθοριστική για την ανάπτυξη της χρήσης των μεταξωτών υφασμάτων ως επιφανειών γραφής. Στην Κίνα, η καλλιγραφία (η τέχνη της γραφής με πινέλο, πένα ή γραφίδα) γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη με τη χρησιμοποίηση του πινέλου από τρίχες καμήλας και διάφορων ρευστών χρωστικών (fluid pigment), με αποτέλεσμα σύντομα να δημιουργηθεί η ανάγκη μιας νέας επιφάνειας γραφής, πιο φθηνής και πιο πρακτικής από τα μεταξωτά υφάσματα. Πολύ νωρίς οι Κινέζοι άρχισαν να σκέφτονται τρόπους για να αξιοποιήσουν τα κομμάτια (ξακρίδια), τα οποία προέρχονταν από την κοπή των υφασμάτων κατά την κατασκευή των βιβλίων. Έτσι, άρχισαν να μουσκεύουν και να «χτυπούν» τα υφάσματα για να απελευθερώσουν τις ίνες, ώσπου τελικά οδηγήθηκαν στην εφεύρεση του χαρτιού.

 Η περγαμηνή χρησιμοποιήθηκε ως επιφάνεια γραφής στην Πέργαμο της Μ. Ασίας γύρω στο 170 π.Χ. επί βασιλείας Ευμένη του Β΄. Όταν ο Ευμένης ο Β΄ προσπάθησε να δημιουργήσει μια βιβλιοθήκη, οι Πτολεμαίοι αρνήθηκαν να του προμηθεύσουν τον απαιτούμενο πάπυρο, επειδή φοβήθηκαν ότι θα ανταγωνιστεί τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Έτσι οι επιστήμονες του Ευμένη επινόησαν την περγαμηνή[1] [274 σ.65 56 σ.63, 4 σ.72, 275]. Αυτή ήταν δέρμα από νεαρό πρόβατο, κατσίκι ή μοσχάρι, το οποίο μούσκευαν σε ασβεστόνερο, το έπλεναν και το καθάριζαν από τις τρίχες και το κρέας. Για να απορροφηθεί το λίπος το πασπάλιζαν με γύψο, ενώ για να μαλακώσει το άλειφαν με καρπούς χουρμάδων. Στη συνέχεια το τέντωναν και το έτριβαν με ελαφρόπετρα, για να ασπρίσει και για να εξαφανιστούν όλες οι κηλίδες και τα εξογκώματα (βλ. Σχήμα 1.4.). Παρά την επεξεργασία, η τριχωτή όψη του δέρματος παρέμενε πιο σκληρή και σκούρα σε σχέση με την όψη που ακουμπούσε στη σάρκα. Η λευκή, υπόλευκη ή κιτρινωπή περγαμηνή ορισμένες φορές (για τα χειρόγραφα εξαιρετικής σημασίας) βαφόταν πορφυρή [31, 274 σ.67]. Η περγαμηνή συγκριτικά με τον πάπυρο ήταν ανθεκτικότερη, φθηνότερη, αδιαφανής (και οι δύο όψεις της μπορούσαν να γραφούν), μπορούσε εύκολα να διπλωθεί, απορροφούσε το μελάνι, φθειρόταν δύσκολα. Έτσι, ανταγωνίστηκε τον πάπυρο και βαθμιαία περιόρισε τη χρήση του αποκλειστικά στην Αίγυπτο [4 σ.73, 31]. Η χρήση της εξαπλώθηκε από τον 4ο αιώνα μ.Χ. και μετά, ενώ από τον 9ο έως τον 13ο αιώνα αποτέλεσε τη μοναδική γραφική ύλη για τα βιβλία και τους χάρτες. Στο Βυζάντιο έγινε αποδεκτή για τη γραφή αυτοκρατορικών κειμένων. Απαιτούσε όμως τη σφαγή πολλών μικρών ζώων. Για ένα βιβλίο 400 σελίδων, διαστάσεων 27 x 18 cm, χρειάζονταν 50 ζώα. «Μέγα βιβλίο, μέγα κακό» επομένως, όπως συνήθιζαν να λένε [274 σ.68, 31, 2 σ.9]. Στη σύγχρονη ορολογία του χαρτιού πρέπει να διακρίνουμε τη «ζωική περγαμηνή» των αρχαίων από την «περγαμηνή» που χρησιμοποιείται σήμερα, η οποία παράγεται από ξύλο ή βαμβάκι και είναι αρίστης ποιότητας χαρτί σχεδιασμού ή γραφής [5 σ.22].

Σε περιόδους σπανιότητας της περγαμηνής, οι γραφείς έξυναν τα παλιά βιβλία και έγραφαν πάνω σε αυτά νέα κείμενα, τα λεγόμενα παλίμψηστα (πάλιν + ψήω = ξύνω). Η συνήθεια αυτή υπήρξε η αιτία να χαθούν σπουδαία έργα διαφόρων συγγραφέων [2 σ.9, 274 σ.69]. Πρόσφατα Αμερικανοί επιστήμονες επέτυχαν την ανάγνωση ελληνικού παλίμψηστου του 950-975 μ.Χ., το οποίο περιέχει χειρόγραφα του Αρχιμήδη. Πρόκειται για ένα βιβλίο 174 σελίδων, όπου περιέχονται 7 πραγματείες και 55 σχέδια του Αρχιμήδη. Πάνω στο χειρόγραφο μοναχοί είχαν γράψει εκκλησιαστικά κείμενα. Για την αποκάλυψη του αρχικού κειμένου χρησιμοποιήθηκε εξειδικευμένη πολυφασματική ανάλυση των φύλλων, ώστε να γίνει δυνατή η ανάγνωση των κειμένων που βρίσκονται κάτω από τα εκκλησιαστικά κείμενα [33].

Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι αρχικά χρησιμοποιούσαν ως επιφάνειες γραφής ξύλινες πινακίδες. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτές ήταν αλειμμένες με κερί και μπορούσαν να επαναχρησιμοποιηθούν, μετά από ξύσιμο του κεριού και επικάλυψη με νέο στρώμα. Οι πλάκες αυτές συνδέονταν μεταξύ τους με δερμάτινες λωρίδες και αποτελούσαν ένα βιβλίο, το οποίο ονομαζόταν κώδικας. Επίσης, χρησιμοποίησαν φύλλα φοίνικα, πάπυρο και περγαμηνή, αλλά οι ξύλινες πινακίδες παρέμειναν σε χρήση μέχρι και τον 14ο μ.Χ. αιώνα [34 σ.9, 35 σ.9-11, 274 σ.90-112, 275]. Οι αρχαίοι Λατίνοι κατασκεύαζαν επίσης βιβλία από τον εσωτερικό φλοιό δένδρων, ο οποίος ονομαζόταν «liber». Ο όρος αυτός στη συνέχεια δήλωνε τα συγκεκριμένα βιβλία και από αυτόν προέκυψαν οι λέξεις «libro» (βιβλίο στα ιταλικά) και «library» (βιβλιοθήκη στα αγγλικά) [35 σ.12, 274 σ.81]. Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν πρώτοι ένα εξελιγμένο μέσο γραφής για να χαράσσουν γράμματα πάνω στις κερωμένες πινακίδες, τη γραφίδα, η οποία μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος των σύγχρονων μέσων γραφής. Οι Ρωμαίοι την ονόμαζαν στύλο (stilus). Κατασκευαζόταν από κόκκαλο, ελεφαντόδοντο, μέταλλο ή ξύλο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν φτερά πτηνών και στη συνέχεια ειδικές μεταλλικές γραφίδες, οι πένες. Ο στυλογράφος (πένα που μπορεί να γεμίζει με μελάνι) διαδόθηκε τον 19ο αιώνα, ενώ ο στυλογράφος διαρκείας με σφαιρίδιο στο ράμφος στη σημερινή του μορφή επινοήθηκε το 1938. Το 16ο αιώνα κατασκευάστηκαν μύτες μολυβιών από γραφίτη, οι οποίες στην αρχή συγκρατούνταν με κατάλληλους μηχανισμούς, ενώ αργότερα ενσωματώθηκαν σε ξύλινα ραβδιά που έμοιαζαν με τα σημερινά μολύβια γραφίτη.

1.2. Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ

Πραγματικό χαρτί (με τη μορφή απελευθερωμένων ινών) αναφέρεται ότι παρασκευάστηκε για πρώτη φορά το 105 μ.Χ. στην Κίνα από τον Ts’ai Lun, αξιωματούχο του αυτοκράτορα. Όμως η χρονολογία αυτή μάλλον είναι αυθαίρετη, αφού προσπάθειες παρασκευής χαρτιού από ίνες είχαν προηγηθεί αρκετό διάστημα πριν, χωρίς όμως να τελειοποιηθούν και να ανακοινωθούν δημόσια [35 σ.50]. Κομμάτια χαρτιού από ίνες κάνναβης και ξύλινες πινακίδες που έφεραν γραπτό κείμενο βρέθηκαν στην Κίνα και χρονολογούνται μεταξύ 73 και 49 π.Χ. Άλλοι υποστηρίζουν ότι χαρτί παρασκευάστηκε το 327 π.Χ. [7 σ.212]. Το 105 μ.Χ. όμως αναγγέλθηκε επίσημα η παρασκευή χαρτιού. Η τεχνική κρατήθηκε μυστική, αλλά μάλλον χρησιμοποιήθηκαν φυτικές ίνες από το εσωτερικό του φλοιού ενός είδους μουριάς (Broussonetia papyrifera) και ίνες κάνναβης (από δίχτυα ψαρέματος, σχοινιά και υφάσματα). Αργότερα χρησιμοποίησαν και άλλες φυτικές ίνες, όπως κινέζικο χόρτο (China grass ή ramie), μπαμπού, άχυρο ρυζιού κ.ά. 

Η παραδοσιακή αυτή τεχνική παραγωγής χαρτιού στην πιο κλασική μορφή της περιγράφεται συνοπτικά στη συνέχεια. Τα ράκη ή οι φυτικές ίνες διαβρέχονταν, αφήνονταν για ορισμένο χρόνο, βράζονταν με αλισίβα, τοποθετούνταν σε υφασμάτινες δικτυωτές τσάντες και πλένονταν με τρεχούμενο νερό, ώστε να απομακρυνθούν τα αλκαλικά συστατικά και οι ακαθαρσίες. Στη συνέχεια, χτυπούσαν (beat, από όπου προέρχεται ο όρος beater) με ξύλινες ράβδους μικρές ποσότητες του υλικού πάνω σε ξύλινους πάγκους. Ακολου­θούσε η αραίωση του πολτού με νερό σε μια δεξαμενή και η βύθιση ενός ορθογώνιου κόσκινου (mould) στη δεξαμενή. Το νερό αποστράγγιζε μέσω των ανοιγμάτων του κόσκινου και οι ίνες διαμόρφωναν το φύλλο του χαρτιού στην επιφάνεια του κόσκινου. Τα φύλλα απομακρύ­νονταν από το κόσκινο κι αφήνονταν να στεγνώσουν στον αέρα [7 σ.219, 35 σ.142]. Στο τέλος λείαιναν τη στεγνή επιφάνεια και πρόσθεταν κόλλα (συνήθως από σπόρους δημητριακών), για να μην ποτίζει το μελάνι [31]. Στο Σχήμα 1.5. παρουσιάζεται συνοπτικά η παραπάνω διαδικασία.

Αρχικά η παρασκευή του χαρτιού στην Κίνα γινόταν με διοχέτευση του αιωρήματος των ινών πάνω σε ένα πλεκτό κόσκινο από φυτικές ίνες, αλλά σύντομα υιοθετήθηκε η πρακτική βύθισης ενός γραμμωτού κόσκινου στο αιώρημα των ινών. Το πλεκτό κόσκινο (woven mould) κατασκευαζόταν με αραιή ύφανση των ινών (με παρόμοιο τρόπο όπως η ύφανση των υφασμάτων) και το υγρό στρώμα του χαρτιού αφηνόταν να στεγνώσει στον ήλιο πάνω σε αυτό, γεγονός που απαιτούσε τη χρησιμοποίηση πολλών κόσκινων για την ταυτόχρονη παρασκευή πολλών φύλλων χαρτιού. Το γραμμωτό κόσκινο (laid mould) αποτελούταν από οριζόντιες παράλληλες λεπτές λωρίδες μπαμπού, οι οποίες στερεώνονταν με τη βοήθεια κάθετα πλεγμένων (σε σχετικά αραιά διαστήματα) ινών από μετάξι ή λινάρι, τρίχες αλόγου ή καμήλας. Το γραμμωτό κόσκινο βυθιζόταν στο αιώρημα των ινών, αφηνόταν σε οριζόντια θέση και μετά απομακρυνόταν αφήνοντας το νερό να στραγγίσει μέσω των ανοιγμάτων του. Επέτρεπε ταχύτερη απομάκρυνση του νερού από τις ίνες σε σχέση με το πλεκτό κόσκινο, με αποτέλεσμα την εύκολη απομάκρυνση του νωπού φύλλου χαρτιού από την επιφάνεια του κόσκινου (couching) και τη συνεχή παρασκευή πολλών φύλλων χαρτιού με το ίδιο κόσκινο [35 σ.78-89]. Η τέχνη του χειροποίητου χαρτιού ασκείται ακόμη και σήμερα σε αρκετές περιοχές της Ασίας (Ιμαλάια, Ιαπωνία, Κορέα κ.α.) [38], ακόμη και σε Δυτικές χώρες (κυρίως για διακοσμητικές και καλλιτεχνικές χρήσεις).

Το χαρτί χρησιμοποιούταν όχι μόνο ως επιφάνεια γραφής, αλλά και για διακοσμητικούς λόγους στα σπίτια και στους ναούς των Κινέζων [35 σ.53]. Η τεχνική του χαρτιού διαδόθηκε και επικράτησε σε όλη την επικράτεια της Κίνας μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ. [5 σ.22, 35 σ.467]. Τον 5ο αιώνα (γύρω στο 450 μ.Χ.) οι Κινέζοι ανακάλυψαν την τυπογραφία χρησιμοποιώντας σφραγίδες (κατασκευάζονταν από πέτρα, μέταλλο, ξύλο, μπαμπού ή κέρατο) και μελάνι, με αποτέλεσμα η χρήση του χαρτιού να επεκταθεί περαιτέρω [5 σ.22, 35 σ.467]. Την ίδια εποχή αναφέρεται και η χρησιμοποίηση κόλλας από σπόρους δημητριακών για αδιαβροχοποίηση (sizing) του χαρτιού [35 σ.467]. Για πέντε αιώνες οι Κινέζοι κράτησαν μυστική την τεχνική της χαρτοποιίας και διατήρησαν το μονοπώλιο παραγωγής χαρτιού [35 σ.7].

Οι Κινέζοι ήταν οι πρώτοι που κατασκεύασαν χάρτινο χρήμα, χαρτί τουαλέτας και βιβλία από χαρτί [20]. Τον 9ο μ.Χ. αιώνα χρησιμοποιούσαν ήδη χαρτί τουαλέτας [35 σ.207]. Οι Κινέζοι έτρεφαν πάντα βαθύ σεβασμό για το χαρτί και τους τεχνίτες του και χρησιμοποιούσαν το χαρτί για λατρευτικούς σκοπούς. Αμέσως μετά την επινόησή του στην Κίνα, το χαρτί άρχισε να τοποθετείται στους τάφους, ως υποκατάστατο των μεταλλικών νομισμάτων που αφιέρωναν στους νεκρούς. Πρόκειται για την αρχή της χρήσης του χαρτιού για θρησκευτικούς σκοπούς (spirit ή sacred paper) [35 σ.203&466]. Στα πρώτα φύλλα χαρτιού που παρασκευάστηκαν γράφτηκαν οι σκέψεις του Κομφούκιου και πολλά άλλα θρησκευτικά κείμενα των λαών της Ανατολής. Το χαρτί ήταν στενά συνδεδεμένο με την τέχνη της καλλιγραφίας στην Κίνα, η οποία αποτελεί γι’ αυτήν πανάρχαια πολιτιστική έκφραση [35 σ.59]. Τον 7ο μ.Χ. αιώνα κυκλοφόρησαν στην Κίνα τα πρώτα χαρτονομίσματα [35 σ.204]. Η χρήση τους διαδόθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα [35 σ.471]. Απομιμήσεις χαρτονομισμάτων τοποθετούνταν στους τάφους των νεκρών ή καίγονταν για λατρευτικούς σκοπούς. Διάφορα χάρτινα διακοσμητικά είδη καίγονταν επίσης ως προσφορές στους νεκρούς. Τον 14ο αιώνα τα χαρτονομίσματα ήταν πολύ διαδεδομένα στην Κίνα, είχαν γκρίζο χρώμα και κατασκευάζονταν από μίγμα ινών μουριάς και παλαιόχαρτου από χειρόγραφα λογοτεχνικών κειμένων [35 σ.204-207]. Στα μέσα του 15ου αιώνα τα χαρτονομίσματα εγκαταλείφθηκαν και επανήλθαν τα μεταλλικά, έως το 1851, οπότε άρχισαν πάλι να χρησιμοποιούνται χαρτονομίσματα στην Κίνα [35 σ.555]. Τα πρώτα αναδιπλούμενα (folded) βιβλία από χαρτί κατασκευάστηκαν στην Κίνα περίπου το 950, ενώ πριν χρησιμοποιούνταν βιβλία μόνο σε μορφή κυλίνδρων [35 σ.470]. Το 1116 κατασκευάστηκαν στην ίδια χώρα βιβλία ραμμένα με κλωστή από λινάρι ή βαμβάκι [35 σ.472].

Η τεχνική της χαρτοποιίας (όπως πολλές άλλες τέχνες και επιστήμες που αναπτύχθηκαν στην Κίνα) έγινε γνωστή στην Ιαπωνία μέσω της Κορέας, η οποία τότε ήταν τμήμα της Κίνας. Η παρασκευή του χαρτιού ξεκίνησε στην Ιαπωνία περίπου το 610 μ.Χ. από το βουδιστή μοναχό Dokyo [35 σ.53]. Οι Ιάπωνες τη βελτίωσαν ακόμη περισσότερο και παρασκεύαζαν χαρτί εξαιρετικής ποιότητας από διάφορες φυτικές ίνες (kozo, gampi, mitsumata κ.ά.) σε πολλά εργαστήρια, σε όλη την επικράτεια της χώρας [5 σ.22, 35 σ.54]. Το 1320 χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά χαρτονομίσματα στην Ιαπωνία [35 σ.474]. Οι Ιάπωνες, όπως οι Κινέζοι, έτρεφαν βαθύ σεβασμό για το χαρτί και το χρησιμοποιούσαν για λατρευτικούς σκοπούς. Ακόμη και σήμερα επιβιώνει στην Ιαπωνία η παραδοσιακή τέχνη του χειροποίητου χαρτιού (ουόσι), το οποίο αποτελεί την πρώτη ύλη για το τελετουργικό ένδυμα κιμονό, τις παραδοσιακές ομπρέλες, τα χειροτεχνήματα «οριγκάμι», τα ημιδιαφανή χάρτινα παράθυρα των σπιτιών, τις σκεπές κάρων, διάφορα έπιπλα, καπέλα και σακούλες. Η χρήση του χαρτιού είναι ριζωμένη στις πολιτιστικές εκφράσεις των Ιαπώνων. Ορισμένοι μάλιστα το χρησιμοποιούν ακόμη και σήμερα σε θρησκευτικές τελετές [20, 35 σ.217-220].

Αρχικά στο χαρτί γράφονταν χειρόγραφα κείμενα. Το χαρτί που έφτιαχναν οι Κινέζοι και οι Ιάπωνες χρησιμοποιώντας φυτικές ίνες και κόσκινα από μπαμπού ήταν λεπτό, μαλακό, εύκαμπτο και απορροφητικό, κατάλληλο για τη σχεδίαση με πινέλο των συμβόλων των γλωσσών των δύο λαών. Επειδή το χαρτί ήταν λεπτό και όχι αρκετά αδιαφανές, έγραφαν στη μια μόνο επιφάνειά του [35 σ.61]. Στην Κίνα και στην Ιαπωνία η πρώτη μορφή εκτύπωσης σε χαρτί, ύφασμα ή δέρμα (πριν τη χρήση ξύλινων στοιχείων) μπορεί να θεωρηθεί η χρήση ανάγλυφων σφραγίδων [35 σ.65]. Η πρώτη εκτύπωση κειμένων σε χαρτί σε μεγάλη κλίμακα με χρήση τυπογραφικών στοιχείων (από ξύλο, πέτρωμα, μέταλλο ή πορσελάνη) και μελανιού, πραγματοποιήθηκε στην Ιαπωνία το 770 μ.Χ. από την αυτοκράτειρα Shotoku [35 σ.65]. Τότε, τυπώθηκαν 1.000.000 συνολικά αντίγραφα 4 διαφορετικών προσευχών σε χαρτί από κάνναβη (ίσως ο αριθμός αυτός να είναι συμβολικός και όχι απόλυτος), με σκοπό τον εξαγνισμό μετά από μια επιδημία και έναν εμφύλιο πόλεμο. Οι διαστάσεις κάθε χαρτιού ήταν 30-55 cm το μήκος και περίπου 5 cm το πλάτος. Καθεμία προσευχή φυλάχτηκε σε μια μικρή ξύλινη παγόδα και τοποθετήθηκε σε ναό. Η συνολική διάρκεια του εγχειρήματος ήταν 6 χρόνια. Ορισμένες από τις προσευχές σώζονται μέχρι σήμερα, αλλά τα τυπογραφικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν δεν βρέθηκαν. Το πιθανότερο είναι ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν μεμονωμένοι κινητοί χαρακτήρες (movable type printing), αλλά το σύνολο των χαρακτήρων διαμορφώθηκε ανάγλυφα σε ένα κομμάτι ξύλου, πετρώματος, μετάλλου ή πορσελάνης (block printing). Το μελάνι που χρησιμοποιήθηκε παρασκευάστηκε με την ανάμιξη μιας μαύρης χρωστικής ουσίας (pigment) με ένα υδατοδιαλυτό υγρό. Η ανάγλυφη επιφάνεια του ξύλινου στοιχείου καλυπτόταν με μελάνι, στη συνέχεια ερχόταν σε επαφή με το χαρτί, η κάτω επιφάνεια του οποίου τριβόταν με ένα ύφασμα μέχρι να αποτυπωθεί ο χαρακτήρας στο χαρτί. Η εκτύπωση ήταν δυνατή στη μία μόνο επιφάνεια του χαρτιού [35 σ.53-75].

Αντίστοιχα, στην Κίνα το 868 μ.Χ. πραγματοποιήθηκε η εκτύπωση της «Diamond sutra» από τον Wang Chieh. Το βιβλίο είχε τη μορφή χάρτινου κυλίνδρου και είχε θρησκευτικό περιεχόμενο. Χρησιμοποιήθηκε ξύλινη εκτυπωτική πλάκα με εξώγλυφη χάραξη και σινική μελάνη (έχει ως βάση την αιθάλη) για την μελάνωση της πλάκας. Η εκτύπωση στο χαρτί πραγματοποιούταν με την πίεση της βούρτσας στην επιφάνειά του [35 σ.61, 273 σ.11]. Με την ίδια μέθοδο (ξυλογραφία, block printing) ολοκληρώθηκε το 953 η εκτύπωση των κλασικών έργων του Κομφούκιου, η οποία διήρκεσε 21 χρόνια. Την περίοδο 960-1126 η τυπογραφία στην Κίνα γνώρισε πολύ μεγάλη πρόοδο και τυπώθηκαν θρησκευτικά και ιστορικά βιβλία [35 σ.471]. Την περίοδο 1040-9 ανακαλύφθηκαν από τον Pi Sheng τα κινητά τυπογραφικά στοιχεία (movable type) από άργιλο. Η εφεύρεση αυτή όμως δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση στην ίδια τη χώρα, καθώς η κινέζικη γραφή είναι ιδεογραφική και όχι συλλαβική ή αλφαβητική. Έτσι, για κάθε λέξη χρησιμοποιείται μια εικόνα (τυπογραφικό στοιχείο) και το σύνολο των αναγκαίων μεμονωμένων τυπογραφικών στοιχείων για τη σύνταξη ενός απλού κειμένου είναι πολύ μεγάλο [35 σ.472]. Το 1403 κινητά τυπογραφικά στοιχεία κατασκευάστηκαν στην Κορέα [35 σ.475, 273 σ.13]..............................

1.3. Η ΔΙΑΔΟΣΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ ΣΤΗ ΔΥΣΗ

1.3.1. Η ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ ΣΤΗ ΔΥΣΗ

Η χρήση του χαρτιού έγινε γνωστή μέσω του εμπορίου στην Ισπανία το 950 και στη Σικελία το 1102. Το πρώτο ευρωπαϊκό χειρόγραφο σε χαρτί χρονολογείται το 1109 στη Σικελία [35 σ.470&472]. Τον 12ο αιώνα οι Άραβες έφθασαν ως κατακτητές στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν χαρτοποιίες [2 σ.10, 5 σ.24]. Η πρώτη από αυτές λειτούργησε το 1150 στην πόλη Xativa (σημερινή Jativa). Χρησιμοποιούσε ράκη υφασμάτων και σύστημα αποΐνωσης με σφυριά κινούμενα μέσω τροχών (stampers). Από εκεί η τεχνική παραγωγής του χαρτιού διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην Ιταλία το 1154 χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά χαρτί που είχε εισαχθεί από την Ανατολή, αλλά η πρώτη χαρτοποιία (η περίφημη Fabriano) λειτούργησε στη χώρα αυτή το 1276 [35 σ.473]. Το 1228 χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το χαρτί στη Γερμανία, το 1309 στην Αγγλία και το 1322 στην Ολλανδία [35 σ.474]. Στη συνέχεια λειτούργησαν χαρτοποιίες το 1340 στη Γαλλία, το 1390 στη Γερμανία, το 1495 στη Βρετανία, το 1576 στη Ρωσία, το 1586 στην Ολλανδία και το 1635 στη Δανία [5 σ.24, 34 σ.9, 38]. Οι χαρτοποιίες συνήθως χτίζονταν δίπλα σε ποτάμια, ώστε να έχουν αφθονία νερού, το οποίο αξιοποιούσαν για τη μεταφορά των κορμών των δένδρων, ως υδραυλική ενέργεια για την κίνηση των μηχανημάτων και ως πρώτη ύλη κατά τη διεργασία (αποΐνωση, χαρτοποίηση κ.ο.κ). Στην αρχή το χαρτί στην Ευρώπη αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία, όχι μόνο γιατί ήταν ακριβότερο και ευπαθέστερο από την περγαμηνή, αλλά και γιατί οι χριστιανοί αποδοκίμαζαν, ακόμη και κατάστρεφαν, ό,τι είχε σχέση με τον ισλαμικό πολιτισμό. Παρ’ όλα αυτά, οι γραφείς σύντομα κατάλαβαν ότι το καινούριο υλικό θα αντικαθιστούσε στο άμεσο μέλλον την περγαμηνή [35 σ.61]..................

1.3.2. Η ΧΡΗΣΗ ΜΗ ΞΥΛΩΔΩΝ ΦΥΤΙΚΩΝ ΥΛΩΝ ΣΤΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑ

Για περισσότερα από 700 χρόνια (από τον 12ο έως τα τέλη του 18ου αιώνα) στις Δυτικές χώρες (Ευρώπη και Αμερική) το χαρτί παραγόταν από παλιά υφάσματα (ράκη), τα οποία απλώς είχαν υφανθεί και δεν περιείχαν χημικές ή λευκαντικές ενώσεις [35 σ.154]. Τα ράκη κόβονταν σε μικρά κομμάτια και μετατρέπονταν σε χαρτί ακολουθώντας εξελιγμένες μορφές της παραδοσιακής τεχνικής που αναφέρθηκε στην § 1.2. Στη διάρκεια του Μεσαίωνα το επάγγελμα του ρακοσυλλέκτη γνώρισε μεγάλη άνθηση. Φτωχοί άνθρωποι μάζευαν τα παλιά πανιά και ρούχα και τα έδιναν στις χαρτοποιίες για παραγωγή χαρτιού. Η δουλειά τους ήταν ανθυγιεινή και συχνά αρρώσταιναν και πέθαιναν από παθογόνες ασθένειες, καθώς πολλές φορές αναγκάζονταν να ανασύρουν τα ράκη από τα σκουπίδια [22].

Αρχικά χρησιμοποιήθηκαν λινά ράκη, ενώ από τα μέσα του 18ου αιώνα (όταν εξαπλώθηκε η χρήση των βαμβακερών υφασμάτων) επιπλέον και βαμβακερά [5 σ.25]. Καθώς το βαμβάκι περιέχει πάνω από 90% κυτταρίνη και το λινάρι περίπου 80%, τα χαρτιά αυτά είχαν μεγάλη αντοχή και διάρκεια ζωής. Η μεγάλη ζήτηση του χαρτιού, καθώς αυξανόταν συνεχώς η έκδοση βιβλίων και η κυκλοφορία εφημερίδων και περιοδικών, σύντομα προκάλεσε έλλειψη πάνινων ρακών. Το 1666 η Αγγλική βουλή εξέδωσε διάταγμα που επέτρεπε τη χρήση μάλλινων μόνο υφασμάτων και απαγόρευε τη χρήση λινών και βαμβακερών υφασμάτων για τον ενταφιασμό των νεκρών, με στόχο να εξοικονομηθούν τα τελευταία για τις χαρτοποιίες [35 σ.309-311, 5 σ.26]. Με τον τρόπο αυτό εξοικονομήθηκαν 90 tn ρακών σε ένα χρόνο [35 σ.482]. Χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι η επιδημία πανούκλας που σημειώθηκε το 1636 στην Αγγλία, λόγω της εισαγωγής από τους χαρτοποιούς λινών και βαμβακερών ρακών αμφίβολης προέλευσης [35 σ.481]..........................

 

1.3.3. Η ΧΡΗΣΗ TOY ΞΥΛOY ΣΤΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑ

Η χρησιμοποίηση του ξύλου ως πρώτης ύλης για την παραγωγή χαρτιού είναι σχετικά πρόσφατη. Χρονικά, κατά τα εννέα δέκατα της ιστορίας του το χαρτί παραγόταν αποκλειστικά από μη ξυλώδεις ίνες (non-wood plant fibers) (στελέχη φυτών ή λινά και βαμβακερά ράκη) [6]. Ο πρώτος που πρότεινε τις ίνες του ξύλου για την παραγωγή χαρτιού ήταν ο Γάλλος φυσιοδίφης Rene de Reaumur (ο ίδιος ανακάλυψε και την ομώνυμη κλίμακα θερμοκρασιών) το 1719. Αυτός παρατήρησε ότι οι σφήκες κατασκεύαζαν τις φωλιές τους με ένα χυλώδες υλικό που προέκυπτε από τη ζύμωση του ξύλου στο στόμα τους και αφού στέγνωνε είχε τη μορφή χαρτιού. Έτσι, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ξύλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή χαρτιού [5 σ.27, 34 σ.10, 35 σ.314-315, 7 σ.213]. Το 1751 ο Guettard πρότεινε τη χρήση ξύλου κωνοφόρων δένδρων για την παραγωγή χαρτιού [7 σ.213]. Ο Schaeffer (βλ. § 1.3.2.) την περίοδο 1765-72 ανάμεσα στις φυτικές ύλες που χρησιμοποίησε για παραγωγή χαρτού ήταν και διάφορα ξύλα δένδρων, όπως οξιάς, ιτιάς, λεύκας, μουριάς, ερυθρελάτης κ.ά. Το χαρτί αυτό βέβαια δεν είχε τη σημερινή μορφή, αλλά ήταν ένα πλέγμα ινών (fibres matting) όχι πλήρως διαχωρισμένων μεταξύ τους. Αντίγραφα βιβλίων που τυπώθηκαν πειραματικά πάνω σε τέτοια χαρτιά, διατηρούνται σε καλή κατάσταση ακόμη και σήμερα. Το βιβλίο που εξέδωσε ο Koops το 1801 (βλ. § 1.3.2.) περιείχε ορισμένες σελίδες που είχαν παραχθεί από ξύλο μετά από εμποτισμό του σε ασβέστη. Ο Koops υποστήριζε ότι οι ίνες του ξύλου μπορούν να μετατραπούν σε χαρτί υψηλής αντοχής, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη και ως δομικό υλικό μετά από ειδική επεξεργασία [35 σ.375, 7 σ.213].

Το 1840 στη Γερμανία ο Friedrich Gottlob Keller κατασκεύασε ένα μηχάνημα εκτριβής (grinding) ξύλου. Ο Keller κατόρθωσε να ξεχωρίσει τις ίνες από τη δομή του ξύλου συνθλίβοντας κομμάτια ξύλου με τη βοήθεια μιας περιστρεφόμενης και διαβρεχόμενης με νερό πέτρας. Έτσι, για πρώτη φορά παρασκεύασε μηχανική χαρτόμαζα (χρησιμοποιήθηκε για την εκτύπωση μιας εφημερίδας), προσθέτοντας όμως και ένα ποσοστό 40% ίνες από ράκη, για να αυξήσει την αντοχή της. Το 1846 ο Γερμανός Heinrich Voelter, ιδιοκτήτης χαρτοποιίας, αγόρασε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του Keller, σχεδίασε και κατασκεύασε (με τη βοήθεια του μηχανικού Voith) μηχανήματα εκτριβής σε εμπορική κλίμακα. Έτσι, τελικά το 1852 ο Voelter παρήγαγε την πρώτη μηχανική χαρτόμαζα σε βιομηχανική κλίμακα, η οποία περιείχε και ένα ποσοστό ινών από ράκη. Ταυτόχρονα, αλλά ανεξάρτητα από τον Keller, ο Fenerty περίπου το 1840 ήταν ο πρώτος που έφτιαξε μηχανική χαρτόμαζα στην Αμερική (συγκεκριμένα στο Halifax του Καναδά) από ξύλο ερυθρελάτης [35 σ.376-377]. Ο Stanwood το 1863 παρήγαγε στη χαρτοποιία του χαρτί με εκτριβή ξύλου [35 σ.382]. Όμως η πρώτη βιομηχανικής κλίμακας παραγωγή μηχανικής χαρτόμαζας στην Αμερική πραγματοποιήθηκε το 1867 στη Μασαχουσέτη, χρησιμοποιώντας μηχανήματα εκτριβής που είχαν εισαχθεί από τη Γερμανία και βασίζονταν στα σχέδια του Voelter. Σύντομα κατασκευάστηκαν στην Αμερική παρόμοια μηχανήματα. Το 1863 τυπώθηκε δοκιμαστικά για πρώτη φορά αμερικάνικη εφημερίδα (η «Boston Weekly Journal») σε μηχανική χαρτόμαζα [35 σ.377-381]. Το 1866 λειτούργησε στον Καναδά η πρώτη μονάδα μηχανικής χαρτόμαζας, η οποία χρησιμοποιούσε ξύλο σφενδάμνου [35 σ.567]. Στην αρχή η μηχανική χαρτόμαζα αντιμετωπίστηκε με αρκετή δυσπιστία. Σύντομα όμως έγινε αποδεκτή ως πρώτη ύλη για την παραγωγή χαρτιού εκτύπωσης. Παρουσίαζε μάλιστα καλύτερη συμπεριφορά στην απορρόφηση του μελανιού και στις γρήγορες μηχανές, συγκριτικά με το χαρτί που παραγόταν από τις μακριές ίνες καθαρής κυτταρίνης των ρακών και είχε μικρότερο κόστος [7 σ.216, 9, 35 σ.378]. Η ανακάλυψη της μηχανικής χαρτόμαζας είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική πτώση της τιμής του χαρτιού. Έτσι, ενώ η τιμή του χαρτιού εφημερίδων στις ΗΠΑ το 1860 ήταν περίπου 25 ¢(cents)/lb, το 1897 ήταν 2 ¢/lb [5 σ.32]....................

1.3.4. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑΣ

1.3.4.1. Αποΐνωση

Τα ράκη διαβρέχονταν και αφήνονταν να ζυμωθούν για κάποιο διάστημα, ενώ στη συνέχεια πλένονταν και αποϊνώνονταν [35 σ.153]. Οι Ευρωπαίοι αρχικά χρησιμοποίησαν για την αποΐνωση των ρακών τις ίδιες μεθόδους που εφαρμόζονταν στην Ανατολή. Πολύ σύντομα όμως άρχισαν να σχεδιάζουν και να εφαρμόζουν πιο εξελιγμένα συστήματα. Η αποΐνωση των ρακών γινόταν σε περισσότερα από ένα στάδια, με τη χρήση μεγάλων ξύλινων σφυριών, η κίνηση των οποίων επιτυγχανόταν με ένα σύστημα τροχών και με την εφαρμογή της μυικής ανθρώπινης ενέργειας ή της ενέργειας του νερού. Το πρώτο από αυτά τα συστήματα (stamping mills) λειτούργησε το 1150 στην πόλη Xativa της Ισπανίας. Με την πάροδο του χρόνου τα συστήματα αυτά βελτιώνονταν συνεχώς. Παρόμοια συστήματα αποΐνωσης χρησιμοποιούσαν εκείνη την εποχή στην Κίνα και σε άλλες ανατολικές χώρες [35 σ.153-161, 7 σ.219].

Το 1680 στην Ολλανδία επινοήθηκε ο πρόδρομος των σύγχρονων μηχανημάτων αποΐνωσης (beater), ο οποίος έως και σήμερα ονομάζεται «Ολλανδός» (Hollander). Αποτελούταν από έναν μακρύ ξύλινο κάδο στρογγυλεμένο στα δύο άκρα, στο εσωτερικό του οποίου περιστρεφόταν συμπαγής ξύλινος κύλινδρος, ο οποίος έφερε σιδερένια μαχαίρια για την αποΐνωση των ρακών. Η κινητήρια δύναμη του συστήματος παρεχόταν από την ενέργεια του ανέμου ή του νερού. Η συνεχής παροχή νερού στο μηχάνημα επιτύγχανε ταυτόχρονα με την αποΐνωση πλύσιμο και καθαρισμό των ινών από τις ακαθαρσίες. Ο «Ολλανδός» αντικατέστησε σταδιακά τα παλιότερα συστήματα αποΐνωσης (stamping mills). Τα τελευταία όμως έδιναν χαρτόμαζα με μεγαλύτερη αντοχή, καθώς δεν τεμάχιζαν, αλλά απλώς «έτριβαν» τις ίνες [35 σ.162-169, 7 σ.220].

1.3.4.2. Χαρτοποίηση

Τον 12ο αιώνα οι Ευρωπαίοι άρχισαν να χρησιμοποιούν για την παρασκευή των φύλλων του χαρτιού μεταλλικό γραμμωτό κόσκινο από σίδηρο ή ορείχαλκο, αντί για αυτό από φυτικές ίνες [35 σ.114-119]. Γύρω στο 1750 ο John Baskerville κατασκεύασε χαρτί με αρκετά λεία και ομαλή επιφάνεια χρησιμοποιώντας πλεκτό ορειχάλκινο κόσκινο με μικρά ανοίγματα [5 σ.25, 35 σ.125]. Στη χαρτοποίηση χρησιμοποιούνταν τέσσερα βασικά εργαλεία: (α) Tο δοχείο (vat) που περιείχε το αιώρημα των ινών. Αρχικά χρησιμοποιήθηκαν βαρέλια κρασιού κομμένα εγκάρσια, ενώ στη συνέχεια βελτιώθηκαν σημαντικά φέροντας ανάδευση, θέρμανση και εξαρτήματα που υποβοηθούσαν την αποστράγγιση του νερού. (β) Tο κόσκινο (mould) που έφερε μετακινούμενο πλαίσιο (deckle), πάνω στο οποίο διαμορφωνόταν το χαρτί και γινόταν η αποστράγγιση του νερού. Ένας εργάτης (vatman) κουνούσε το κόσκινο και προς τις τέσσερις διευθύνσεις (μπρος, πίσω, αριστερά, δεξιά) με αποτέλεσμα οι ίνες να αποκτούν τυχαίο προσανατολισμό και το χαρτί να έχει ίδια αντοχή προς όλες τις διευθύνσεις. (γ) Η τσόχα (felt), χοντρό μάλλινο ύφασμα με τη βοήθεια του οποίου ένας εργάτης (coucher) απομάκρυνε το νωπό χαρτί από το κόσκινο (η διαδικασία αυτή λέγεται couching). Η τσόχα με το νωπό χαρτί τοποθετούνταν η μία πάνω στην άλλη και σχηματίζονταν σωροί. (δ) Η πρέσα στην οποία τοποθετούνταν οι σωροί και πιέζονταν για να επιτευχθεί μεγαλύτερη απομάκρυνση του νερού, συνεκτικότητα των ινών και περισσότερο λεία επιφάνεια. Μια μικρή ποσότητα νερού απομακρυνόταν μέσω της συμπίεσης του ίδιου του χαρτιού, ενώ η μεγαλύτερη ποσότητα μέσω της συμπίεσης της τσόχας (στην οποία είχε απορροφηθεί το νερό). Ένας άλλος εργάτης (layman) απομάκρυνε τα φύλλα του χαρτιού από την τσόχα μετά το τέλος της διαδικασίας συμπίεσης. Στο τέλος τα χαρτιά αφήνονταν να στεγνώσουν στον αέρα, κρεμασμένα σε σχοινιά. Στην Ασία τα άφηναν να στεγνώσουν επίσης πάνω σε ξύλινες σανίδες, τοίχους σπιτιών ή στο έδαφος [35 σ.173-193, 81 σ.219]. Ένας τέταρτος εργάτης φρόντιζε για την τροφοδοσία του υλικού στο δοχείο (vat), καθώς και για τη θέρμανση του δοχείου. Οι τέσσερις αυτοί εργάτες μπορούσαν να παράγουν έως και 4.500 φύλλα χαρτιού (9 δεσμίδες – reams) ανά μέρα, εργαζόμενοι περίπου 13 ώρες [38]. Η επιφάνεια του χαρτιού λειαινόταν μέσω της τριβής με αχάτη ή με άλλες πέτρες και αργότερα με τη χρησιμοποίηση μηχανικών μέσων [35 σ.196-199]..........................

 
Η συνέχεια και το πλήρες κείμενο βρίσκονται στο  e-book: The Paper Cycle - Ο κύκλος του χαρτιού

* Η ελληνική λέξη χαρτί (όπως και η ιταλική carta) προέρχεται από τη λέξη «χάρτης», η οποία σημαίνει «λεπτό φύλλο πάνω στο οποίο γράφουμε», είναι άγνωστης ετυμολογίας και ίσως αποτελεί δάνειο από την αιγυπτιακή [56 σ.69].

[1] Αιώνες πριν την ανακάλυψη της περγαμηνής διάφοροι λαοί χρησιμοποιούσαν ακατέργαστα ή ημικατεργασμένα αποτριχωμένα δέρματα ζώων (διφθέρες) ως επιφάνειες γραφής. Οι διφθέρες μπορεί να είχαν υποστεί μια πολύ απλή κατεργασία με φυτικά υλικά, αλλά όχι εκτεταμένη επεξεργασία όπως η περγαμηνή.

 

Free Hit Counter
Free Hit Counter