ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ
 

Ωκεανός φιλανθρωπίας

     Από τις πιο ύπουλες παγίδες στην πνευμα­τική ζωή ή απελπισία. Πιο επικίνδυνη και από την αμαρτία. Και ό πιο μεγάλος αμαρτωλός πού θα μετανοήση, βρίσκει τον δρόμο της σωτηρί­ας. Ενώ εκείνος πού απελπίζεται καταδικάζει ό ίδιος τον εαυτό του. Αγνοεί την αγάπη και το άπειρο έλεος του Θεού.

«Εύπερίστατος» ή αμαρτία, μας λέει ό από­στολος Παύλος. Δελεαστική και προκλητική μάς περιβάλλει από παντού. Αχρηστεύει το λογικό. Αιχμαλωτίζει την ψυχή. Έρχεται όμως στιγμή πού ό άνθρωπος συνέρχεται. Βλέπει το κατάντημα tou. Ό,τι συνέβη και με τον άσωτο υιό. Όταν «ήλθεν εις εαυτόν», τότε αναγνώ­ρισε την έλεεινότητά του και αναφώνησε το «λιμώ άπόλλυμαι» (Λουκ. ιε' 17), Ή στιγμή αυτή είναι αποφασιστική. Καιροφυλακτεί ό πειρασμός της απελπισίας, για να έμποδίση την επιστροφή και τη σωτηρία. Πρόκειται για παγίδα του Σατανά, για να κράτηση για πάντα στην αμαρτία. Δεν υπάρχει άλλη αιτιολογία, αφού δεν υπάρχει κανένα αμάρτημα πού δεν συγχωρείται. Άς ακούσουμε τον ιερό Χρυσό­στομο, τον μεγάλο κήρυκα της ευσπλαχνίας του Θεού:

«Τα σωματικά τραύματα δεν είναι τα μόνα πού όταν παραμεληθούν οδηγούν στον θάνατο. Το ίδιο Ισχύει και για τα τραύματα της ψυχής. Και όμως εμείς φθάνουμε σε τέτοιο σημείο παρα­φροσύνης, ώστε για τα πρώτα να δείχνουμε τόσο ζωηρό ενδιαφέρον, ενώ για τα δεύτερα πλήρη αδιαφορία. Και το περίεργο είναι ότι για το σώμα ένδιαφερόμεθα και ποτέ δεν άπελπιζόμεθα, έστω κι αν ή αρρώστια του είναι συχνά αθεράπευτη.

    Οι γιατροί μπορεί να μάς επαναλαμβάνουν συνέ­χεια, ότι ή αρρώστια αύτη με κανένα φάρμακο δεν θεραπεύεται. Κι εμείς δεν σταματάμε να τούς παρακαλούμε να μάς προσφέρουν κάποια μικρή έστί ανακούφιση. Για την ψυχή όμως πού καμιά αρρώστια δεν είναι αθεράπευτη, γιατί δεν βρίσκεται κάτω από την αναγκαιότητα και τούς περιορισμούς των νόμων της φύσεως, εύκολα άπογοητευόμεθα και δείχνουμε τόση αμέλεια σαν να επρόκειτο για ξένα πάθη.

»Πώς να το έξηγήση κανείς; Εκεί πού ή φύση της ασθενείας μάς αποκλείει κάθε ελπίδα, εμείς αναπτύσσουμε την πιο μεγάλη δραστηριότητα σαν να ήταν βέβαιο ότι ή υγεία θα έπανέλθη. Αντίθετα εκεί πού καμιά αποθάρρυνση δεν δικαι­ολογείται, άπελπιζόμεθα και δεν κάνουμε καμιά προσπάθεια... Ποτέ δεν πρέπει να θεωρούμε αθε­ράπευτα τα πάθη της ψυχής και να άπογοητευώμεθα. Από πού αντλούμε αύτη τη βεβαιότητα; Από τον ωκεανό της θείας φιλανθρωπίας. Εκεί όταν πέση και ή πιο μεγάλη φωτιά της αμαρτίας, σβήνεται και χάνεται».

    Σε άλλη περίπτωση για να παραστήση το άπειρο έλεος και την απέραντη φιλανθρωπία του Θεού, αρκεί να ύπάρχη ειλικρινής μετά­νοια, φέρνει συγκεκριμένα παραδείγματα: «'Ώ καινών και παραδόξων πραγμάτων!... Μή μοι λέγε, βλάσφημος ειμί- μή μοι λέγε, διώκτης ειμί, ακά­θαρτος είμι. "Εχεις πάντων τα υποδείγματα. Εις οίον θέλεις λιμένα κατάφευγε. Θέλεις έν τη Καινή; Θέλεις έν τη Παλαιά; Έν τη Καινή ό Παύλος, έν τη Παλαιά ό Δαυίδ. Μή μοι λέγε προφάσεις. "Ημαρτες; Μετανόησον. Μυριάκις ήμαρτες; Μυριάκις μετανόησαν... "Επεσες; Άλλά δύνασαι άναστήναι. Μικρά ή μετάνοια σου; Άλλα μεγάλη ή του Δεσπότου φιλανθρωπία... Μή μοι λέγε. Πώς, και ποίω τρόπω; Έπει ερωτώ σε κάγώ, πώς ό ληστής έσώθη;... Παρά άνθρώποις κατεδικάσθη, και παρά Θεού έστεφανώθη. Τα ενταύθα απώλεσε και τα εκεί έλαβε. Πώς έλαβεν; Ένί ρήματι Τί γαρ είπε; "Μνήσθητί μου, Κύριε, έν τη βασιλεία Σου". Και το ρήμα ίσχυσεν; Ού το ρήμα ίσχυσε μόνον, και ή τού Θεού φιλανθρωπία κερασθείσα τη μετάνοια τον ληστήν έποίησε παραδείσου πολίτην. Πώς; Ούκ οίδα πώς. Μή με απαιτεί τον τρόπον- σωθήναι ζητώ μόνον, ού περιεργάζομαι τον τρόπον τής υγείας. Απάλλαξαν με, παρακαλείς τω ίατρώ, τής αρρώστιας, και ού τολμάς ειπείν. Πώς; Θεός έστιν ό σώζων, και τολμάς ειπείν. Πώς;...»

Ένας μεγαλόπνοος ύμνος στο άπειρο έλεος του Θεού. Οποιαδήποτε κι αν είναι ή αμαρτία, με την ειλικρινή μετάνοια, εξαφανίζεται στον ωκεανό της ευσπλαχνίας του Κυρίου.(Από την «ΖΩΗ»)

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΑΠΕΛΠΙΣΘΗΣ;

   ΠΡΑΓΜΑΤΙ δεν υπάρχει πιο ύπουλος κίνδυνος από την απελπισία. Είναι το ύπουλο τρωκτικό πού ροκανίζει ασταμάτητα τη σκέψη και παραλύει κάθε διάθεση για αγώνα και πνευματική αντίσταση. Μπήκε ή απελπισία, ή απογοήτευση μέσα στην ψυχή; Αρχίζει μια ασταμάτητη αιμορ­ραγία πού εξασθενεί όλες τις απαραίτητες για τον αγώνα ηθικές δυνάμεις. Ή απογοήτευση αρχίζει να τραγουδάει το ύπουλο μοιρολόγι της: «Τώρα χάθηκε το πάν. Εκεί πού κατάντησες δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής».

Κάι όμως. Τίποτα δεν χάθηκε, αν δεν χάθηκε ή ελπίδα. Αν όμως χαθεί ή ελπίδα, τότε χάθηκε το πάν. Αν κράτησης την ελπίδα και πάλι σηκώνεσαι και προχωρείς. Γιατί να απελπισθείς; Ποιος μας είπε πώς οι μαχητοί δεν πληγώνονται; Τα τραύματα της μάχης δεν είναι ντροπή. Ή λιποταξία και ή εγκατάλειψη του αγώνα είναι όνειδος.

Να, γιατί ή απελπισία δεν βρίσκει χώρο στην θωρακισμένη από την πίστη ψυχή του Χριστιανού. Λυπάται φυσικά για την πτώση του, αλλά δεν ξαφνιά­ζεται. Ούτε αφήνει την απογοήτευση να εισορμήσει μέσα στην ψυχή του και να του δημιουργήσει αποκαρδίωση. Διότι αν είναι κακό ή αμαρτία, ξέρει καλά πώς είναι χειρότερο κακό ή απελπισία. Ό αμαρτωλός και ό πιο μεγάλος, πού μετανοεί και αλλάζει ζωή, γίνεται νέος άνθρωπος. "Ενώ εκείνος πού απελπίζεται μένει στην πτώση του και χάνεται. "Ο Χριστιανός πιστεύει πάντα στην απέραντη αγάπη του Θεού και εκεί στηρί­ζει τις ελπίδες του. Άλλωστε ό Θεάνθρωπος Κύριος ήλθε στη γη και πρόσφερε τη σταυρική θυσία, για να αναζήτηση και να σώσει «το άττολωλός». Ό ίδιος διακήρυξε, ότι «ούκ ήλθον καλέσαι δικαίους, άλλα αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. θ 13).

Αυτή τη μεγάλη αλήθεια, πού φανερώνει τόση συμπάθεια και κατανόηση στον κάθε άνθρωπο, μάς παρουσιάζει ό βαθύς γνώστης της ψυχής ό ιερός Χρυ­σόστομος. Μέσα στο ελπιδοφόρο κείμενο πού ακο­λουθεί βλέπουμε το μεγαλείο της χριστιανικής αγάπης και κατανοήσεως. Της αγάπης πού ποτέ δεν αφήνει περιθώρια για ηττοπάθεια και απογοήτευση, αλλά κάνει το πάν για να στηρίξει και ανόρθωση. Γράφει, λοιπόν, ό μεγάλος αυτός παιδαγωγός και αληθινός ανθρωπιστής, παίρνοντας αφορμή από την προτροπή του αποστόλου Παύλου «μεταμορφούσθε».

«Επειδή ως άνθρωποι πού είμαστε είναι επόμενο καθημερινά να αμαρτάνουμε, μάς παρηγορεί και μάς συνιστά κάθε ήμερα να ανακαινίζουμε τον εαυτό μας. Αυτό ακριβώς πού κάνουμε με τα σπίτια. Μόλις πα­λιώσουν αμέσως τα επισκευάζουμε. Αυτό πρέπει να κάνουμε και με τον εαυτό μας. Αμάρτησες σήμερα; Πάλιωσες με την αμαρτία την ψυχή σου; Μην απελπισθής και μην άπογοητευθής, αλλά ανακαίνισε την με την μετάνοια και τα δάκρυα και την εξομολόγηση και τα καλά έργα. Και ποτέ μη σταματήσης να το κάνης αυτό».

Κάι προχωρεί σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Γοητευτική ή αμαρτία αιχμαλώτισε προς στιγμή τον νεαρό Θεόδωρο, τον μετέπειτα επίσκοπο Μοψουεστίας. Την πτώση ακολούθησε ή απογοήτευση. Κάι ό σοφός Πατέρας προχωρεί στην ενίσχυση και ανόρθωση:

«Δεν είναι φοβερό, φίλε Θεόδωρε, ό παλαιστής να πέση. Φοβερό είναι να μείνη στην πτώση του. Ούτε είναι δύσκολο ό πολεμιστής να τραυματισθή. Το κακό είναι μετά τον τραυματισμό να άπογοητευθή και να παραμέληση το τραύμα... Πόσοι άθληταί ύστερα από πολλές αποτυχίες αναδείχθηκαν νικηταί!... Έτσι και τώρα. Όχι γιατί σε κλόνισε προς στιγμήν ό εχθρός, να έλθης τώρα εσύ ό ίδιος και να σπρώξης τον εαυτό σου σε βάραθρο. Όχι, αλλά πρέπει να σταθής με γεν­ναιότητα και να ξαναγυρίσης γρήγορα στή θέση σου. Ούτε καν πρέπει να θεώρησης ντροπή την προσωρινή αυτή πληγή σου. Δεν όνειδίζεις ποτέ τον στρατιώτη πού γυρίζει τραυματισμένος από τον πόλεμο. Ντροπή είναι να πετάξης τα όπλα και να μείνης έξω από την πολεμική παράταξη... Μόνο όσοι δεν πολεμούν δεν τραυματίζονται...» Έτσι εκπαιδεύουν οι πνευματικοί ηγέτες τούς άγωνιστάς των πνευματικών στίβων. Όχι με δειλία, αλλά με δύναμη, πίστη και ελπίδα.(Από την "ΖΩΗ")

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ ΕΝΑΣ ΥΠΟΥΛΟΣ ΕΧΘΡΟΣ

    Γιά μένα τελείωσε πιά η ζωή. Διαψεύσθηκαν όλες οι ελπίδες και οί προσδοκίες μου. Τά όνειρα μου έσβησαν. Τά άλυτα προβλήματα καί τά αδιέξοδα μέ γονάτισαν. Δέν αντέχω άλλο», άκούμε μερικές φορές νά διατυπώνονται άπό μαραμένα χείλη συνανθρώπων μας. Είναι ακόμη πιό τραγικό και ανησυχητικό, όταν βγαίνουν τέτοιες φράσεις άπό στόμα νέου κατά τήν ηλικία, πού τώρα αρχίζει τή ζωή του και θά έπρεπε νά σφύζει άπό δυναμισμό καί αισιοδοξία.

    Νά δούμε μερικές περιπτώσεις πού μας οδηγούν όχι λίγες φορές σέ απογοήτευση. Κοπιάζουν καί μοχθούν καθημερινά οί καλοί γονείς γιά τήν προκοπή του παιδιού τους. Ζουν μέ τήν προσδοκία ότι θά προκόψει στά γράμματα καί θα γίνει καλός επιστήμονας γιά τό καλό τό δικό του καί της κοινωνίας. Ξαφνικά μία ανίατη αρρώστια του παιδιού, πού ούτε μπορούσαν ποτέ νά τή διανοηθούν, ματαιώνει όλα τά σχέδια τους. Δυσκολεύονται νά συμφιλιωθούν μέ τήν τωρινή κατάσταση καί καταλαμβάνονται άπό απελπισία.

Αρχίζει άλλος τή μικροεπιχείρησή του. Μέ τήν επιμέλεια καί τήν εργατικότητα του τήν αναδεικνύει. Κάποια όμως οικονομική κρίση στό εμπόριο καί στήν αγορά ρίχνει έξω τή μικροεπιχείρησή, γιά νά επακολουθήσει ή διάλυση της. Πώς νά μή μελαγχολήσει αυτός ό άνθρωπος;

    Χριστιανός συνειδητός ό άλλος. Φλέγεται άπό τόν πόθο νά γνωρίσει πληρέστερα καί βαθύτερα τό θέλημα του Θεού καί νά τό ενσαρκώσει στή ζωή του. Διαπιστώνει όμως καθημερινά τή δύναμη του παλαιού άνθρωπου νά τόν σύρει σάν τή βαρύτητα της γης πρός τά χαμηλά. πρός τά γήινα. Αισθάνεται τις αδυναμίες καί τά πάθη του ριζωμένα μεσα του. Επιπλέον ζει καθημερινά ανάμεσα σέ ανθρώπους των όποιων «ή επιθυμία της σαρκός καί ή επιθυμία των οφθαλμών καί ή αλαζονεία του βίου» είναι συνεχής επιδίωξη τους (Α' Ίω. β' 16). Βασανιστικές σκέψεις κατακλύζουν τό νου του καί τόν σφυροκοπούν, κατά πόσον θά μπορέσει νά μείνει σταθερός στις χριστιανικές του αρχές μέχρι τέλους της ζωής του. Ό κατάλογος μέ τέτοιες περιπτώσεις μπορεί νά γίνει μακρός. Καί εύκολα θά δικαιολογούσαμε κάποιον, όταν ύστερα άπό τέτοιες καταιγίδες καί μπόρες τόν βλέπαμε νά καταλαμβάνεται άπό κάποια απελπισία.

    Οί Μαθητές του Κυρίου αντιμετώπισαν τέτοια καταιγίδα. Αγάπησαν τόν θείο Διδάσκαλο τους, τόν αληθινό Σωτήρα καί Λυτρωτή τών ανθρώπων καί Τόν ακολούθησαν μέ πλήρη αυταπάρνηση. Εγκατέλειψαν πρός χάριν του τά πάντα. Είχαν στηρίξει επάνω του μεγάλες ελπίδες γιά δημιουργία επίγειας κυριαρχίας καί εγκαθίδρυση μεσσιακής βασιλείας. Περίμεναν νά συμβασιλεύσουν μαζί του, επιζητούσαν δέ μερικοί καί πρωτοκαθεδρίες. Τόν είδαν όμως νά αποδοκιμάζεται, νά εμπαίζεται, νά προδίδεται καί στό τέλος νά καρφώνεται επάνω στό Σταυρό. «Ήμείς δέ ήλπίζομεν ότι αυτός έστιν ό μέλλων λυτρούσθαι τόν Ισραήλ» (Λουκ. Κδ' 21). Έγιναν σκόνη οί προσδοκίες τους, ναυάγησαν τά όνειρα τους. Τήν ώρα όμως της άπογοητεύσεώς τους, τήν ώρα πού σκυθρώπαζαν τά πρόσωπα τους, «ό Ιησούς έγγίσας συνεπορεύετο αύτοίς» (Λουκ. κδ' 15). Καί άλλοτε στους Μαθητές πού ήταν μετά τήν Ανάσταση του αμπαρωμένοι καί καταλυπημένοι έμφανίζεται «τών θυρών κεκλεισμένων» και τούς ειρηνεύει (Ιω. κ' 19).

    Γιά τόν πιστό όμως χριστιανό τά πράγματα διαφέρουν. Υπάρχει δυνατότητα, οτιδήποτε και άν συμβαίνει στην ατομική του ζωή και γύρω του, νά μή χάσει τό θάρρος του. Ή απογοήτευση αυτές τις ώρες είναι ή πιό επικίνδυνη και θανατηφόρα παγίδα πού μάς στήνει ό εχθρός της σωτηρίας μας ό διάβολος. Αποβλέπει στο νά μάς απομακρύνει άπό τόν Σωτήρα μας Χριστό και τήν Εκκλησία του. Γι' αυτό όλοι μας αυτές τις ώρες έχουμε ανάγκη από αναθέρμανση του ζήλου μας και αναπτέρωση του αγωνιστικού φρονήματος μας.

Ό Θεός μάς βεβαιώνει ότι «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις έπίγνωσιν αληθείας έλθείν» (Α' Τιμ. β' 4). Είναι δυνατόν νά αρνηθεί τή λύτρωση και σωτηρία σέ όποιον τήν επιζητεί και μετανοεί ειλικρινά; Ό Θεός είναι πού φώτισε όλους μας νά γνωρίσουμε τό ιερό Ευαγγέλιο και μάς έχει εντάξει μέσα στήν Εκκλησία του. Αυτός θά ολοκληρώσει τή σωτηρία της ψυχής μας και θά μάς διαφυλάξει σώους μέχρι τέλους της ζωής μας πλησίον του. Ό απόστολος Παύλος μάς πληροφορεί ότι σωζόμαστε όχι μέ τά κατορθώματα μας άλλά μέ τή χάρη πού απέρρευσε άπό τό άπολυτρωτικό έργο του Σωτήρος μας Κυρίου Ιησού Χριστού (Εφ. β' 5, 8). Ας κάνουμε ό,τι εξαρτάται άπό εμάς και άς Τόν παρακαλούμε μέ πλήρη συναίσθηση της αδυναμίας μας «σός ειμί έγώ, σώσόν με, ότι τά δικαιώματα σου έξεζήτησα» (Ψαλ. ριη' [118] 94).

    Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις κατά τις όποιες τά προβλήματα τής καθημερινότητος παρουσιάζονται όχι απλώς δυσεπίλυτα, άλλά μέ τις ανθρώπινες δυνατότητες, άλυτα. Γνωρίζει όμως Εκείνος νά δίνει λύσεις στά άλυτα προβλήματα μας και νά ανοίγει διόδους στά ανθρώπινα αδιέξοδα. Νά θυμηθούμε τό θαύμα τής διατροφής τών πεντακισχιλίων, τήν κατάπαύση τής τρικυμίας και τή διάσωση τών Μαθητών του άπό βέβαιο ναυάγιο κλπ.

    Θά μάς βοηθήσει επίσης, έάν στις ήσυχες ώρες και ήμερες προετοιμαζόμαστε και γιά τυχόν γεγονότα πού θά συνταράξουν ολόκληρη τήν ύπαρξή μας. Ή πίστη μας στον πανάγαθο, παντοδύναμο και πάνσοφο δημιουργό και κυβερνήτη τής ζωής μας θά υποβληθεί τότε σέ μεγάλη δοκιμασία. Ή καλή μας προετοιμασία θά μάς βοηθεί νά μή χάνουμε τό θάρρος μας, ούτε νά κάμπτεται τό αγωνιστικό φρόνημα μας. Ποτέ δέ νά μήν αφήνουμε τή δειλία και τήν όλιγοψυχία νά δηλητηριάζει τή ζωή μας. Είναι σφάλμα ώς πιστοί χριστιανοί νά απασχολούμαστε μόνο μέ τή σκοτεινή πλευρά τής νεφέλης, νά απορροφούμαστε άπό φόβους και νά λησμονούμε ότι κάθε δυσκολία σύννεφο είναι και θά περάσει. Νά τό συνειδητοποιήσουμε όλοι μας καλά, ότι ό χειρότερος εχθρός γιά νά μήν προοδεύουμε στή χριστιανική ζωή μας και στά καθημερινά έργα μας είναι ή απογοήτευση πού μάς καταλαμβάνει άπό τυχόν αδυναμίες μας και δυσκολίες πού μάς επιφυλάσσει ή σκληρή καθημερινή πραγματικότητα.

    Ας προχωρούμε πάντοτε μέ φωτεινή ελπίδα και εμπιστοσύνη στον παντοδύναμο και πανάγαθο Θεό μας και μέ αναπτερωμένο τό αγωνιστικό φρόνημα μας. Δέν είμαστε ξεχασμένοι και παραπεταμένοι σ' αυτόν τόν κόσμο, χωρίς νά μεριμνά και νά φροντίζει γιά μάς κανένας. Έχουμε φιλόστοργο και φιλάνθρωπο Πατέρα, ό Όποιος μάς βεβαιώνει: «Δέν θά σέ εγκαταλείψω, άλλά θά εξακολουθώ νά σέ συνοδεύω στό δρόμο αυτό πού πρέπει νά βαδίζεις. Τά μάτια μου δέν θά αποσπασθούν άπό σένα, άλλά θά είναι προσηλωμένα και στηριγμένα επάνω σου, γιά νά σέ προφυλάσσω» (Ψαλ. λα' [31] 8). Ασφαλώς θά συμφωνήσεις, αδελφέ μου, ότι, όταν έχουμε τέτοια βέβαιη και αδιάψευστη υπόσχεση, δέν δικαιολογείται καμία απογοήτευση.(Από τον "ΣΩΤΗΡΑ")


«ΚΟΙΤΑ ΨΗΛΑ ΚΑΙ ΠΡΟΧΩΡΑ»
 
 ΕΙΠΑΝ πώς ή απελπισία μοιάζει με παράφορο παιδί, πού, όταν του πάρης ένα από τα παιχνί­δια του, ρίχνει με πείσμα και όλα τα άλλα στη φωτιά. Ή απελπισία, δηλαδή, αχρηστεύει το λογικό και, κατ επέκταση, τον όλο άνθρωπο. Έτσι ένα απλό ατύχημα μπορεί να γίνη αληθινό δυστύχημα.

Πολλές οι αφορμές. Κάποτε -και μάλιστα αναπά­ντεχα- το ένα κακό διαδέχεται το άλλο. Αλλεπάλληλα τα χτυπήματα δεν αφήνουν χρόνο για ήρεμη σκέψη και αντιμετώπιση. Αν δεν υπάρχει ή κατάλληλη ψυχική προετοιμασία, ό άνθρωπος τα χάνει, απελ­πίζεται, φθάνει στην απόγνωση. Παγιδεύεται στα γρανάζια της απελπισίας και γίνεται αγνώριστος. Αξιολύπητος. Τότε αρχίζει να διερωτάται:" Τί νόημα μπορεί να έχη μια τέτοια ζωή πού όλο δεινά του σωρεύει; Αξίζει να την ζή; Έτσι, επειδή χάνει κάτι, νομίζει πώς έχασε το πάν. Και φθάνει στο τέλος να χάνη, από την ηττοπάθεια του, το πάν.

Ό πιστός όμως και όταν όλα γύρω του φαίνωνται σκοτεινά αντλεί θάρρος από την αστείρευτη πηγή της θείας δυνάμεως και στέκεται αλύγιστος. «Κλυδωνίζεται, άλλ'ου καταποντίζεται». Το βλέμμα της πίστεως διατρυπά τα σκοτάδια και βλέπει ήλιο τα μεσάνυχτα.

Να πώς μας συμβουλεύει ό πολυδοκιμασμένος αγωνιστής ιερός Χρυσόστομος. Τι μας λέει:

Πρέπει πάντοτε να ελπίζουμε και ποτέ να μην άπελπιζώμαστε. Σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολο­γείται ή απελπισία. Και όταν δεν υπάρχει καμιά λύση και όταν τα πράγματα μας δυσκολεύουν αφάνταστα και τότε, περισσότερο τότε, να ελπίζετε. «Δυνατόν γαρ τω Θεώ και έξ άπορων πόρον εύρείν», Να το μυστικό. Για τον Θεό δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Όλα είναι δυνατά. Ή παντοδυναμία Του έχει διεξόδους στα ανθρώπινα αδιέξοδα. Αρκεί να στηρίζουμε όλη την εμπιστοσύνη μας στον άναστάντα Κύριο και να αντλούμε από Αυτόν την δύναμη. Τότε δεν θα δί­νουμε όλη την προσοχή μας μονάχα στις δυσκολίες πού μας γεμίζουν απόγνωση. Θα προσέχουμε και θα στηριζώμαστε πιο πολύ στη δύναμη του Θεού. Και αυτή ή δύναμη θα μας γεμίζη ελπίδα και θάρρος.

Παραστατική ή εικόνα του μικρού ναυτόπουλου. Σφύριζαν οι άνεμοι και λυσσομανούσε ή τρικυμία και αυτό ατρόμητο σκαρφάλωνε πάνω στο κατάρτι για να δέση τα σχοινιά. Όσο κοίταζε ψηλά τίποτα δεν το πτοούσε. Περιφρονούσε και τα κύματα και τούς άνεμους. Όταν όμως σε μια στιγμή γύρισε το βλέμμα του στην αγριεμένη θάλασσα, άρχισε να δειλιάζη, να τρέμη και να κινδυνεύη να σωριασθή στο κατά­στρωμα. Και τότε αντήχησε βροντερή ή φωνή του καπετάνιου: «Κοίτα ψηλά και προχώρα».

«Κοίτα ψηλά και προχώρα». Ένα σύνθημα γεμά­το δύναμη και ελπίδα. Κοίτα ψηλά και τότε προχώρα ατρόμητος στη ζωή. Ύψωσε τα μάτια σου στον ουρανό και θα δής πόσο σταθερή θα είναι ή πορεία σου στη γη. Οι δυσκολίες και οι αντιξοότητες δεν θα λείψουν. Θα μεταμορφωθούν. Θα χάσουν την άγριωπή τους όψη. Τα κύματα ήταν τα ιδία για το ναυτόπουλο. Όσο κοίταζε τον ουρανό, δεν το τρόμα­ζαν. Τα αντιμετώπιζε, χωρίς να το επηρεάζουν. Όταν όμως έστρεψε το βλέμμα του περίτρομο σ' αυτά, ένιωσε τον ίλιγγο. Παρέλυσαν οι δυνάμεις του.

Το ίδιο κι εμείς. Όταν ατενίζουμε τις δυσκολίες της ζωής με το φοβισμένο βλέμμα της ολιγοπιστίας ή μόνο με τις φτωχές ανθρώπινες δυνάμεις, τις βλέπουμε τρομερές, αξεπέραστες. Όταν όμως τις παρατηρούμε μέσα από το πρίσμα της πίστεως και με εμπιστοσύνη στην πατρική πρόνοια και προστασία του Θεού, τότε και τα πιο δυνατά χτυπήματα τα αντι­μετωπίζουμε με αισιοδοξία. Όχι μόνο τα ξεπερνάμε, αλλά γίνονται αφορμή να ίσχυροποιούμεθα στην πνευματική, αλλά και στην καθημερινή μας ζωή. Οι θλίψεις πού συντρίβουν τον χωρίς την «άγκυραν της ελπίδος», πού στηρίζεται στον ουρανό, αναδεικνύ­ουν τον πιστό. Τον γυμνάζουν και τον ισχυροποιούν. Ή ελπίδα διώχνει την δειλία και την ηττοπάθεια. Εξουδετερώνει την απελπισία, τον δήμιο αυτόν της ψυχής, του υπενθυμίζει, πώς τον Γολγοθά ακολουθεί ή Ανάσταση. Θριαμβεύει ή ελπίδα και «ή ελπίς ού καταισχύνει» (Ρωμ. ε 5). (Από την "ΖΩΗ")

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ