1. Βιομηχανική Ιστορία Λαμίας

  

  Ένα από τα κυριότερα μειονεκτήματα της ελληνικής βιομηχανίας κατά την περίοδο αυτή (πριν τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο) ήταν η εξάρτησή της από το ξένο κεφάλαιο και από το κράτος. Το ξένο κεφάλαιο δρούσε ανταγωνιστικά μέσα στον ελληνικό χώρο και επηρέαζε την επενδυτική πολιτική των ελλήνων επιχειρηματιών, οι οποίοι απέφευγαν τις επενδύσεις σε υψηλούς παραγωγικούς τομείς (π.χ. βαριά βιομηχανία). Εξάλλου πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις ήταν χρεωμένες στην ξένη χρηματαγορά. Συγχρόνως η ελληνική βιομηχανία αναπτύχθηκε, όπως είδαμε κάτω από τη σκέπη  του κράτους. Δεν μπόρεσε να γίνει αυτόνομη και να καταστρώσει μια δική της δυναμική οικονομική πολιτική, που θα της  έδινε τη δυνατότητα να συναγωνιστεί τα ξένα προϊόντα στις διεθνείς αγορές. Οι βιομήχανοι είχαν ανάγκη το κράτος για να προστατεύει από τον ξένο ανταγωνισμό τα προϊόντα τους και για να τους δανειοδοτεί, ενώ παράλληλα το κράτος είχε ανάγκη τη βιομηχανική παραγωγή επειδή οι έμμεσοι φόροι επί των βιομηχανικών προϊόντων, ήταν μια από τις κυριότερες πηγές κρατικών εσόδων.   
     Τα γνωρίσματα αυτά έχει να παρουσιάσει κατά την περίοδο τούτη τόσο η κοινωνική δομή, όσο και η βιομηχανική ανάπτυξη της Λαμίας. Το προσφυγικό στοιχείο κάνει αισθητή την παρουσία του στη Λαμία και στον φθιωτικό χώρο γενικότερα, ενώ η βιομηχανία της πόλης χαρακτηρίζεται ως ελαφρά βιομηχανία, η οποία αξιοποιεί τις εγχώριες πρώτες ύλες (βαμβάκι, καπνό, σταφύλια, λάδια κ.λπ.).                                



Στις αρχές του 1928 ιδρύθηκε η βιομηχανία καλτσών του Κων. Τσέλιου. Το εργοστάσιο αρχικά είχε οκτώ (8) ηλεκτροκίνητες μηχανές με βαφεία, κλωστήρια και στη συνέχεια απέκτησε άλλες έξι (6) απ’ τη Γερμανία με αποτέλεσμα να έχει 1500 ζεύγη καλτσών ημερήσιας παραγωγής. Αρχικά απασχολούσε δεκαπέντε (15) εργάτριες, οι οποίες στη συνέχεια αυξήθηκαν. Νωρίτερα και συγκεκριμένα το 1919 το εργοστάσιο ποτοποιίας Γ.Ε. Στεφοπούλου και Μ. Πολυμεροπούλου, που ιδρύθηκε το 1865 ανακαινίσθηκε, με αποτέλεσμα να παράγει 50 χιλιάδες οκάδες διαφόρων ποτών, τα οποία καταναλίσκονταν στην Θεσσαλία και στη Φθιώτιδα. 



Το συγκρότημα κατοικιών και εργοστασίου των Αγαθοκλέων στη Στυλίδα με φόντο τον Μαλιακό (Φωτ. 1890, πριν την εκτέλεση των λιμενικών έργων από τον Διαμαντίδη). Δεξιά ο Κων/νος Παν.Αγαθοκλής.

Το εργοστάσιο "ΦΘΙΩΤΙΣ" από ψηλά. 

 Μετά το θάνατο του Αγαθοκλή οι αλευρόμυλοι του  περιήλθαν στους : Αφούς Χουτζούλη, σταδιακά από το 1919 ως το 1926 για να συνεχίσουν την προσφορά τους στη βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. 

α. Βιοτεχνία - Βιομηχανία                                                                                                                                                                                          Η Η βιοτεχνία και η βιομηχανία της Λαμίας κατά την περίοδο του μεσοπολέμου έχει το γνώρισμα: ότι στην παλιά προστίθεται καινούρια, η δε παλιά εκσυγχρονίζεται και λειτουργεί προστατευτικά επί της καινούριας βιομηχανίας. 
    Έτσι λοιπόν ο βιομηχανικός οίκος του Νικολάου Ι. Ιωσήφ παρά την οδό «Έσλιν» και «Δρακοπούλου» στα 1929 παρουσίασε ραγδαία ανάπτυξη. Τότε έγραψε ο τοπικός τύπος: «Μέσα στη γενική προσπάθεια για την πρόοδο του τόπου μας προβάλλει ο βιομηχανικός οίκος Νικολ. Ι. Ιωσήφ. Είναι από τους βιομηχανικούς οίκους, οι  οποίοι δεν προόδευσαν μόνο αλματωδώς, αλλά και συγχρονισμένα και σύμφωνα με την εξέλιξη της μηχανής και της ανάγκες του τόπου μας, της οποίας από το 1860 θεραπεύει το εργοστάσιων  τούτο. Ο κ. Ιωσήφ από εξαμήνου περίπου ανήγειρε παραπλεύρως του εργοστασίου του ένα περίπτερο, το οποίο και μετέβαλε σε έκθεση μηχανημάτων. Ας προσπαθήσουμε να ονομάσουμε μερικά μηχανήματα: Καθαριστήρια σπόρου, εκκοκκιστικές  μηχανές αραβοσίτου, πιεστήρια καπνού, σταφυλοπιεστήρια, σταμφυλοθλιπτήρια, βουτυρομηχανές, πιεστήρια χόρτου, αντλίες χειροκίνητες και ιμαντοκίνητες πάσης χρήσεως, μύλοι αραβοσίτου, πετρελαιομηχανές, βενζινομηχανές, σβάρνες, θεριστικές μηχανές, αυτοδετικές μηχανές, χορτοκοπτικές, χαρτοσυλλεκτικές κ.λπ. Σε διάφορα μεγέθη άροτρα και χίλια δυό εξαρτήματα μηχανημάτων κ.λπ. Από αλωνιστικές μηχανές ως τα ασήμαντα λουριά.                                                                                                 Χάρις τα φώτα του μηχανικού του εργοστασίου Ιωσήφ κατόρθωσε να κάνει χιλιάδες όσες εγκαταστάσεις ως του υφαντουργείου Σπυροπούλου, του παγοποιείου Κρανάκη, του εργοστασίου πλεκτικών κ. Τσέλιου, του ξυλουργείου Θεοδοσίου, των αλευρομύλων Μπουρτζάλα – Κουτσογιαννακοπούλου και τόσων άλλων εργοστασίων της Λαμίας, των οποίων οι ιδιοκτήτες μέχρι πρότινος έτρεχαν στην Αθήνα και σε άλλα μέρη, σήμερα δε χάρις στις φιλοπροόδους τάσεις  του κ. Ιωσήφ η περιφέρεια δύναται μετά πεποιθήσεως να εμπιστευθεί εγκαταστάσεις πάσης φύσεως στο άνω εργοστάσιο, το οποίο ομολογουμένως τιμά την περιφέρεια μας». 


Στα 1929 ιδρύεται το εργοστάσιο μακαρονοποιίας των   Αφών Δασκαλόπουλου το γνωστό «Δασκό». Είχε εγκαταστάσεις ιταλικής προελεύσεως με ημερήσια παραγωγή 900 κιλά και προσωπικό 7 άτομα. Την εποχή εκείνη λειτουργούσε το μηχανουργείο και χυτήριο του Ι.Μ. Αρκά. Ακόμη λειτουργούσε το βαφείο και ατμοκαθαριστήριο «Ο Κρίνος» της Ελένης Α. Μανδηλάρη, το οποίο στα 1932 εγκατέστησε μηχάνημα βαφής γουνών με αμετάβλητους χρωματισμούς. Το εργοστάσιο του Νικόλαου Δ. Δούκα, που ιδρύθηκε τον περασμένο αιώνα τώρα παρουσιάζει μεγάλη άνθηση και παράγει πάμπολλα γεωργικά εργαλεία.   





ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 
"Σελίδες για τη Λαμία του 1875",  
Χρήστου Β. Χειμωνά 

"Το μόνον άξιον λόγου Βιομηχανικόν ατμοκίνητον Εργοστάσιον εν Φθιώτιδι είναι το εν Στυλίδι υπάρχον υπό την επωνυμίαν   "Φθιώτις", ου ιδρυτής και Διευθυντής είναι ο κ. Κ. Π. Αγαθοκλής, περιέχον τα εξής καταστήματα: 1ον Νηματουργείον.   2ον Αλευρομύλους. 3ον Εκκοκκιστικάς του βάμβακος μηχανάς 4ον. 
Πιεστήριον (πρέσσα) υδραυλικάν, δι ου πιέζονται και εις δέματα μεταβάλλονται βαμβάκια, μαλλία κλπ. 5ον Μανεστροποιείον, εις ο κατασκευάζονται διαφόρων ειδών και ποιοτήτων ζυμαρικά. 6ον Σιδηρουργείον, εις ο κατασκευάζονται άπαντα τα εργαλεία, αι μηχαναί του εργοστασίου, ως και εργασίαι μηχανικαί διαφόρων ιδιωτών, ως και οιασδήποτε άλλης φύσεως και τέχνης. 7ον Κλιβάνους κατά ευρωπαικόν σύστημα, προς κατασκευήν άρτων του στρατού και της πόλεως. Εις το εργοστάσιον αυτό εργάζονται διαρκώς εις όλα τα μηχανήματα και εργασίας, τεχνίται εργάται και εργάτριαι, περίπου των εκατόν, εισίν δε πάντες Έλληνες και εκ της επαρχίας, ήτοι της Φθιώτιδος, ιδίως δε της πόλεως Στυλίδος, μη υπάρχοντος ουδενός αλλοδαπού τεχνίτου ή μαχανικού. Τα εξαγόμενα άλευρα, νήματα, ζυμαρικά κλπ. καταναλίσκονται εις το εσωτερικόν και το εξωτερικόν, διότι ως εκ του αποκέντρου δεν υπάρχει κατανάλωσις εν τω τόπω.Τα νήματα του εργοστασίου Στυλίδος εγενικεύθηκαν εις όλην την Τουρκίαν, και εις αυτά ακόμη τα πλέον απόκεντρα μέρη της Τουρκίας έγιναν γνωστά, ως εκ της εκλεκτής των δε ποιότητος ζητούνται ως νήματα ελληνικά της Στυλίδος. 
Το εργοστάσιον είναι εντός της θαλάσσης, ήτοι είναι εν τω μεταξύ προκυμαίας, του λιμένος και της πόλεως Στυλίδος, έχει δε οικοδομάς , συγκεντρωμένας διά τας μηχανάς και αποθήκας, περίπου των 8,500 τετρ. πήχεων, έχει εντός του καταστήματος, ήτοι γύρωθεν των αποθηκών, λιμενίσκον καλώς και τεχνικώς κατασκευασμένον, δι΄ου ενεργούνται αι φορτώσεις και εκφορτώσεις των ακατεργάστων και κατειργασμένων υλών". 

Η περίπτωση της βιομηχανίας Κ.Π. ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ
    Μέσα από τη φτώχεια και την αναταραχή των πρώτων χρόνων της ιστορίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, ξεπήδησαν κατά τόπους , πολλοί ικανοί, δραστήριοι και μορφωμένοι άνθρωποι.  Ήταν εκείνοι που άρχισαν να δημιουργούν εμπορικές, βιοτεχνικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις, για να προκόψουν κι αυτοί οι ίδιοι, για να δώσουν δουλειά σε εργατικά χέρια και να τονώσουν κάθε θετική προσπάθεια του κράτους προς το καλό του γενικού συνόλου.
    Μεταξύ των πρωτοπόρων που έζησε, έδρασε και δημιούργησε ένα σημαντικό έργο στο χώρο της Φθιώτιδας, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, υπήρξε η ομάδα ανθρώπων (συγγενών και συνεργατών) του Αγαθοκλή. Μοχλός και ψυχή όλων των δραστηριοτήτων της ομάδας αυτής υπήρξε ο Κων/νος  Παν Αγαθοκλής, άνθρωπος με σπάνια μόρφωση, επιχειρηματικό πνεύμα και απαράμιλλη εργατικότητα. Ανέπτυξε πολυποίκιλες εργοστασιακές-παραγωγικές και εμπορικές δραστηριότητες. 
    Στη μνήμη όμως των παλιών κατοίκων της περιοχής σίγουρα είχε χαραχτεί το μεγάλο εργοστάσιο που δέσποζε στον παραλιακό χώρο της Στυλίδας. Επρόκειτο για το βιομηχανικό συγκρότημα «Η Φθιώτις» με την επωνυμία "Κ.Π.Αγαθοκλής", το οποίο από το 1869 απασχολεί περίπου 100 εργάτες, αποκλειστικά κατοίκους της Φθιώτιδας, ειδικά της Στυλίδας. Δραστηριοποιείται στο εσωτερικό και εξωτερικό. Μάλιστα στην Τουρκία ιδιαίτερη ζήτηση παρουσίαζαν τα υψηλής ποιότητας «ελληνικά νήματα της Στυλίδος». Το εργοστάσιο ήταν τεράστιο με παραλληλόγραμμο σχήμα, διαστάσεων περίπου 350Χ200 μ., έσφυζε από ζωή και κίνηση και τις ώρες της Στυλίδας τις μετρούσε με το διαπεραστυικό ήχο της χαρακτηριρτικής του ατμοκίνητης σειρήνας. Το φουγάρο του ήταν πανύψηλο και δέσποζε σε όλη την περιοχή, ενώ στα τέλη του 19ου αιώνα απασχολούσε ήδη 200 εργάτες, εργάτριες και τεχνίτες.


 Βιομηχανικές - Βιοτεχνικές Μονάδες 

Γενικά, στις αρχές του 20ου αι. λειτουργούσαν στην Λαμία οι παρακάτω βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες. 
  • Αλευρόμυλοι 
  •  Εκκοκκιστήρια βάμβακος 
  •  Βυρσοδεψεία 
  •  Κηροποιεία 
  •  Κλωστήρια
  •  Μανεστροποιεία 
  •  Οινοπνευματοποιεία 
  •  Σαπωνοποιεία 
  •  Σιδηρουργεία

Αναλυτικότερα:

Το 1928 ιδρύθηκε το Εκκοκκιστήριο Κ. Κρόκου και Μουζέλη. Είχε αρχικά μια εκκοκκιστική μηχανή με πιεστήριο. Ημερήσια απόδοση εκκοκκισμένου βάμβακος 1200 οκάδες και προσωπικό 5 άτομα. Στις 6 Ιουνίου 1932 έγιναν τα εγκαίνια του κυλινδρόμυλου του Κρόκου και Π.Μουζέλη, που εξασφάλιζε την επάρκεια αλεύρου για τη Φθιώτιδα και την Ευρυτανία. 

Την ίδια εποχή λειτουργούσαν στην Λαμία  τα παρακάτω εργοστάσια:

   1)Ατμοκίνητος κυλινδρόμυλος Ι.Μ. Γραμματίκα, ο οποίος είχε ιδρυθεί το 1907.Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου είχε ημερήσια απόδοση 12.000 κιλά και απασχολούσε 15-20 εργάτες.

   2)Το υφαντουργείο των Αδελφών Μαχαιρά, που ιδρύθηκε το 1902, τώρα έχει 16 ηλεκτροκίνητους αργαλιούς με συναφή μηχανήματα και βαφεία. Η ετήσια παραγωγή του ήταν 150.000 μέτρα υφάσματος και απασχολούσε 35 άτομα.

3) Επίσης εξακολουθούσε να λειτουργεί το υφαντουργείο του Σωτηρίου Σταυροπούλου με αύξηση στην παραγωγή και στην απασχόληση εργατικού δυναμικού. 
4) Στα 1922 ιδρύθηκε το μακαρονοποιείο του Αθανασίου Κ. Ράμμου με εγκαταστάσεις παραγωγής ζυμαρικών και στεγνωτηρίου τελειωτάτου συστήματος ιταλικής προελεύσεως. Είχε ημερήσια παραγωγή 1.500 κιλά και απασχολούσε 7 τεχνικούς και 8 εργάτες. 

5) Στα 1923 ιδρύθηκε το εκκοκκιστήριο βάμβακος του Π. Κίτσιου με ημερήσια παραγωγή 100 οκάδες και προσωπικό 5 άτομα. Η καπνοβιομηχανία Ρίζου Ε. Ριζόπουλου, που ιδρύθηκε το 1897, το 1930 είχε μια σιγαροποιητική μηχανή και μια κοπτική. Ήταν ηλεκτροκίνητη και ημερήσια παραγωγή 50 κιλών σιγαρέτων για εσωτερική κατανάλωση, απασχολούσε δε δεκαπέντε (15) άτομα. 
6) Η καπνοβιομηχανία Αθαν. Γαλάνη που είχε ιδρυθεί το 1910, το 1930 ήταν μια μεγάλη παρακαταθήκη καπνών, με μηνιαία παραγωγή 600 κιλά, για εσωτερική κατανάλωση και απασχολούσε 9 άτομα προσωπικό. 
7) Στα 1916 ιδρύθηκε η σαπωνοποιία Αδερφών Β. Τσιπούρα με ηλεκτρική κίνηση και ημερήσια παραγωγή 500 οκάδες. Η παραγωγή προοριζόταν για εσωτερική κατανάλωση, απασχολούσε δε πέντε (5) άτομα.




Η Ηλεκτρική Εταιρεία Λαμίας 
                                                                                                                      

Το 1911, οι Ηλίας Παπαδήμας - σιδηρέμπορας και Σταύρος Χαραλαμπόπουλος -εργολάβαβος, από την περιοχή μας, υποβάλουν στη Νομαρχία Φθιώτιδας προτάσεις για Εγκατάσταση Ηλεκτροφωτισμού της Λαμίας, που είχαν καλύτερους και συμφερότερους όρους από την πρόταση Διπλαράκου (ο οποίος δεν ήταν ντόπιος). Ο τότε νομάρχης Κ.Τσιμπουράκης παραπέμπει την πρόταση στο δημοτικό συμβούλιο Λαμίας.

            Τελικά,αποφασίστηκε να εγκριθεί η πρόταση Διπλαράκου, να υπογραφεί η σύμβαση και να μεταβιβαστούν τα δικαιώματα της συμβάσεως στους Χ.Ευταξία-δικηγόρο της Εθν. Τράπεζας, Σταύρο Χαραλαμπόπουλο-εργολάβο και Ηλία Παπαδήμα-σιδηρέμπορο.Η υπογραφή της Σύμβασης έγινε τον Ιούλιο του 1911.Για λογαριασμό του Δήμου, τη σύμβαση υπέγραψε ο δημοτικός σύμβουλος κ. Δ. Μαχαιράς. Με τη σύμβαση, που έγινε για 45 χρόνια, ο Δήμος ανέλαβε να καταβάλει ετησίως το ποσό των 30.000 δρχ. για παροχή ηλεκτροφωτισμού στην πόλη (δημοτικός φωτισμός).

            Οι εγκαταστάσεις είναι έργο του εργολάβου Σταύρου Χαραλαμπόπουλου. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στηρίχθηκε σε γεννήτριες, που κινούνται από ατμομηχανές. Αγοράζονται δύο γερμανικές ατμομηχανές με ισχύ 300 ίππων. Η καύσιμη ύλη είναι καυσόξυλα, σε συνδυασμό με γαιάνθρακα ( κάρβουνο) και ελαιοπυρήνα. Η μηνιαία κατανάλωση καυσόξυλων είναι 35,000 οκάδες. Από την καύση τους θερμαίνεται ο λέβητας και παράγεται ατμός, που κινεί τις ατμομηχανές. Αυτές κινούν τις ηλεκτρογεννήτριες ρεύμα που παράγουν είναι συνεχές και όχι εναλλασσόμενο, με τάση 110V για τον ιδιωτικό φωτισμό(για τα σπίτια και μαγαζιά) και 55V για το δημοτικό φωτισμό. Η παραγόμενη ηλεκτρική ισχύς στην αρχή της λειτουργίας του Εργοστασίου είναι 300 ίπποι.

           Οι μεγάλες ποσότητες καπνού από την καύση των ξύλων και του κάρβουνου επέβαλαν την κατασκευή της ψηλής καμινάδας που – προφανώς- χτίστηκε ταυτόχρονα με τη λειτουργία του εργοστασίου.

            Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας είχε αυξηθεί  από το 1928 ως το 1932.Το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1932 αρχίζουν διαμαρτυρίες για τις αυξήσεις στις τιμές του ρεύματος από τον Εμπορικό Σύλλογο Λαμίας . Οι αυξήσεις της τιμής του ρεύματος οδήγησαν σε γενικευμένα παράπονα και μεγαλύτερες αντιδράσεις.  

    Η  εισαγωγή και διάδοση των μηχανών εσωτερικής καύσεως (βενζίνης, πετρελαίου) τις δεκαετίες 1920-30, με τη μεγάλη ισχύ τους, καλύτερη απόδοση, όσο και ευκολία τροφοδοσίας των μηχανών, σε σχέση με το κάρβουνο, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, οδήγησαν την Ηλεκτρική Εταιρία Λαμίας σε επέκταση. Εκτός από τις δύο ατμομηχανές με τις δύο γεννήτριες, με τις οποίες άρχισε τη λειτουργία του το εργοστάσιο, αγοραστήκαν τρεις πετρελαιομηχανές με γεννήτριες, που αύξησαν την παραγόμενη ηλεκτρική ισχύ κατά 600 ίππους η συνολικά παραγόμενη ισχύς ήταν μεγαλύτερη από 1000 ίππους’’ αλλά η πόλη χρειαζόταν 600 ίππους περίπου. Αυτές όμως οι σημαντικές επεκτάσεις, αύξησαν τα έξοδα της εταιρίας. Για αντιστάθμισμα η εταιρία άρχισε τις αυξήσεις στην τιμή του ρεύματος. Ταυτόχρονα όμως άρχισαν τα παράπονα οι διαμαρτυρίες και αντιδράσεις…

    Έτσι, το 1958 έκλεισε το Εργοστάσιο. Τα μηχανήματα εκποιήθηκαν και έμεινε το άδειο κτίριο και το ψηλό φουγάρο. Το κτίριο γκρεμίστηκε και έμεινε τελευταίο το φουγάρο γιατί δεν βρίσκανε εργάτη, να ανεβεί ψηλά, να το γκρεμίσει. Το έριξαν τελικά μέσα στη δεκαετία του ’60. Έτσι έκλεισε ένα έργο, με ζωή μισού αιώνα περίπου και σημαντική προσφορά στην πόλη μας.  


 Το εργοστάσιο Ηλεκτροπαραγωγής

    Το κτήριο ήταν στην οδό Αμφίσσης (σήμερα οδό Λεωνίδου). Μπαίνοντας στο κτίριο από την οδό Αμφίσσης είχε 3 γραφεία (τα 2 ήταν για τη Διοίκηση και 1 για τους ηλεκτρολόγους. Μετά την είσοδο, σ’ ένα χώρο 150 τ.μ. περίπου, ήταν οι πίνακες ελέγχου του δικτύου και οι δύο γεννήτριες με τις ατμομηχανές, που είχαν μεγάλα βολάν και με ιμάντες (λουριά) μετέδιδαν την κίνηση στις ηλεκτρογεννήτριες. 

    Αυτό ήταν το παλιότερο τμήμα του εργοστασίου (από το έτος 1911-12, που άρχισε τη λειτουργία του). Ο υπόλοιπος χώρος του ισογείου ήταν κατειλημμένος από την καρβουνιέρα (όπου ήταν αποθηκευμένο το κάρβουνο) και τα καυσόξυλα, σε πολύ μεγάλη ποσότητα (ήταν στοιβαγμένα σαν βουνό). Στο υπόγειο, κάτω από τις μηχανές, ήταν το Μηχανουργείο, που συνδεόταν με σκάλα. Δίπλα στο Μηχανουργείο, στο υπόγειο, ήταν το κυρίως εργοστάσιο (δηλ. η νεότερη προσθήκη του), όπου ήταν οι πετρελαιομηχανές συνδεδεμένες με τις γεννήτριες. Από την οδό Αμφίσσης (ή Λεωνίδου) είχε μια ράμπα (ένα κεκλιμένο επίπεδο) 20μ. περίπου, που οδηγούσε στο υπόγειο των μηχανών και μπορούσε να κατέβει ακόμα και αυτοκίνητο. Προς το βόρειο μέρος, σε υπόγειο 100 τ.μ. περίπου, ήταν οι λέβητες. Εκεί ζεσταινόταν το νερό, γινόταν ατμός και κινούσε τις 2 ατμομηχανές στο ισόγειο. Πίσω απ΄ το εργοστάσιο είχε ακάλυπτο χώρο, όπου ήταν και η ψηλή καμινάδα. Εκεί ήταν και μια μεγάλη δεξαμενή 5μ.χ 8μ., με βάθος 5μ, γεμάτη με νερό, για ψύξη των μηχανών, ακόμα και σε περίπτωση διακοπής νερού. Το νερό αυτό, μετά από ψύξη, έκανε ανακύκλωση σε άλλη δεξαμενή και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ξανά.


Ένα περιστατικό από το βομβαρδισμό της πόλης το 1941. 
"Τη Μεγάλη Παρασκευή (τον Απρίλιο του 1941) στις 10.30 το πρωί, ήρθαν τα γερμανικά  αεροπλάνα για να βομβαρδίσουν τη Λαμία.Το Ηλεκτρικο Εργοστάσιο δούλευε και χτύπησε η μεγάλη σειρήνα του για συναγερμό. Σε λίγο χρόνο τα γερμανικά αεροπλάνα "στούκας" έριξαν τις βόμβες (εμπρηστικές και οβίδες) που ευτυχώς καμιά δεν χτύπησε το εργοστάσιο. Στο εργοστάσιο την ώρα εκείνη σταμάτησαν τη λειτουργία των μηχανών και έφυγαν όλοι".


Τα κεραμοποιεία
    Μετά το 1928 (με το νόμο για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών) και μέσα στη δεκαετία του 1930, παρατηρείται στην περιοχή ένας οικοδομικός οργασμός. Τα λασπόχτιστα σπίτια των φτωχών γεωργών μετατρέπονται σε κατοικίες που να παρέχουν συνθήκες πιο άνετης και υγιεινής διαβίωσης. Ακριβώς εκείνη την εποχή κάνουν την εμφάνισή τους πολλά κεραμοποιεία. Ένα από αυτά ήταν και των αδελφών Πιπέλια από τα Καστέλια Παρνασσίδας. Ήταν μεγάλο με προδιαγραφές αυξημένης παραγωγής αλλά και μηχανοκίνητο. Η αρχική του έδρα ήταν στη Ροδίτσα, ένα χρόνο όμ,ως αργότερα, το 1931, το μεταφέρανε στη συνοικία του Παγκρατίου. Δημιουργοί του ήταν αρχικά ο Ηλίας και Χαράλαμπος Πιπέλιας και αργότερα ο τρίτος αδελφός, Παναγιώτης.
Τροφοδότησαν την αγορά με νέα οικοδομικά υλικά, δημιούργησαν θέσεις εργασίας για εκατοντάδες εργάτες, συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη τα πικρά χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Πέρα όμως από αυτό, το εργοστάσιο είχε μετατραπεί σε ένα τέλειο κρησφύγετο κάθε αδικοκυνηγημένου εκείνα τα σκοτεινά χρόνια.


Ο Βιομηχανικός Οίκος του Ν. Ιωσήφ.

    Η βιομηχανική μονάδα βρισκόταν στη γωνία των δρόμων Δροσοπούλου και Έσλιν. Σε αυτήν γινόταν η τελική προσαρμογή των παραγγελθέντων βιομηχανικών και γεωργικών εργαλείων ή η επισκευή παλιών. Επιπρόσθετο τμήμα του εργοστασίου αποτελούσε και το καροποιείο, το οποίο παρήγε τα δίτροχα κάρα για τους αγρότες. Το εργοστάσιο διέθετε τέλεια για την εποχή του μηχανική και τεχνική εγκατάσταση. Σε αυτό γινόταν αξιοσημείωτη εργασία πάνω σε χυμένο ορείχαλκο (καμπάνες, μανουάλια, στρόφιγγες  κ.α) η οποία είχε αποσπάσει και βραβείο στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. "Ιδού τι παράγει το εργοστάσιον: άροτρα παντός τύπου, βαμβακοσπορείς μονούς ή τριπλούς, ιπποσκαλιστήρια, σβάρνες σιδηράς παντός τύπου, σταφυλοπιεστήρια, πρέσσες καπνού, αρδευτικά μηχανήματα αλυσσοφόρα ιπποκίνητα ή μηχανοκίνητα (μαγκανοπήγαδα, αντλίες κλπ), εγκαταστάσεις αλευρομύλων, παγοποιείων, ηλεκτροφωτισμού, υδραγωγείων κλπ, κλπ ων ουκ έστιν αριθμός" (εφημερίδα ΕΠΑΡΧΙΑ, 13/9/1937, α.φ. 1155)



Ποτοποιία Στεφόπουλου -Πολυμερόπουλου
    Το 1906 ο Νικόλαος Πολυμερόπουλος ήρθε στη Λαμία υπάλληλος στον ποτοποιό Ευθύμιο Στεφόπουλο. Από το 1908 ώς το 1916, έχοντας φύγει για τον Πειραιά, εργάστηκε στην Ποτοποιΐα Μεταξά. Το 1916 ο Γεώργιος Ευθ. Στεφόπουλος, εκτιμώντας το χαρακτήρα και την εργατικότητά του, τον κάλεσε στη Λαμία και τον έκανε συνε΄ταιρο. Δούλεψαν μαζί 25 χρόνια. Μετά το θάνατο υο Γεργίου Στεφόπουλου διαλύθηκε η εταιρεία και ο Ν. Πολυμερόπουλος συνέχισε μόνος του με τα παιδιά του (απεβίωσε το 1974). 


ΠΗΓΕΣ:
1. Κων. Φλώρου (Περαστικού)  (1987)."Κ.Π. ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ .Μελέτη αναφερόμενη στους πρωτοπόρους της βιομηχανίας μας". Από την ετήσια φιλολογική έκδοση "ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ" (8ος τόμος, Λαμία)
2. Μιλτιάδη Μπούκα «Οδηγός εμπορικός, γεωγραφικός και ιστορικός των πλείστων κυριωτέρων πόλεων της Ελλάδος του έτους 1875»
3. Κων/νου Αθαν. Μπαλωμένου, "Η ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΑΜΙΑΣ"
4. Νίκου Ταξ. Δαβανέλλου (2003). "Λαμία, Τα Πρόσωπα (1760-1930)".












Comments