Μετανάστευση


 Πώς ήρθε η γιαγιά μου στη Κυψέλη [το 1935, από την Ανατολική Ρωμυλία], δεν ξέρω, αλλά φαντάζομαι τότε η Κυψέλη ήταν κάτι το μακρινό και οι τιμές ήταν πολύ καλές […] πρώτα απ’ όλα είχε κήπους γύρω-γύρω […]. Βλέπαμε την θάλασσα, […] βλέπαμε το Φάληρο, την Ακρόπολη, όλα, ε, τους φάνηκε σαν κάτι εξοχικό, σχετικά κοντά στην Αθήνα και οικονομικό.  
(Α.Π.)


 Εννοείται πως θέλω να μείνω [ήρθε από την Αλβανία], αλλά όλο θέλουν να με διώξουν όμως [γελάει]. Αυτό είναι το θέμα.
Όλο το σύστημα το τέτοιο είναι σα να σου λέει, φύγε … 
 
(Γ., 23 ετών)



 Εγώ ήρθα απ΄ την Ρουμανία […] το 1947 […] μιά μέρα βροχερή […] όταν φτάσαμε στον Πειραιά έλεγα της μαμάς μου, "Εδώ είναι χωριό, πάμε να φύγουμε πίσω." […] οι θείοι μου, μας πήρανε στο σπίτι τους, […] Κύπρου 66, ένα τριώροφο σπίτι με κηπάκο, αλλά η
Ι. Δροσοπούλου και η Επτανήσου ήτανε χωματόδρομοι. Και κλάμα, κακό εγώ,
δε λέγεται … 
 
(Α.Λ.)



 Και βλέπω βγάζει το τεφτέρι [στο mini market της γειτονιάς] και τα γράφει. Και έμεινα με το στόμα ανοιχτό γιατί πριν, όταν ήρθα κι εγώ απ’ την Ρουμανία [το 1947], ήταν ένας, εδώ, Ιωάννου Δροσοπούλου, ένας μπακάλης, κι αυτός, γράψ'-το-μου ήτανε και μου έκανε εντύπωση. Λέω, "Κοίτα πώς γυρίσαμε στα παλιά!"  
(Α.Λ.)

 […] τίποτα δεν μ’ ενοχλεί σαν μέρος, σαν γειτονιά, μόνο που υπάρχουν πάρα πολλοί ξένοι … και αυτό πειράζει μόνο τους έλληνες, εμένα σαν ξένο [από την Αίγυπτο] βέβαια δεν με πειράζει καθόλου. […]  
(Μ., 45 ετών)