6. Κλασική Περίοδος 506-404 π.Χ.

6.0. Χαρακτήρες της περιόδου

 

Η χρονική περίοδος 500 π.Χ.-323 π.Χ. της αρχαίας ελληνικής ιστορίας ονομάστηκε Κλασική Εποχή λόγω των υψηλών επιτευγμάτων που σημειώθηκαν κατά την περίοδο αυτή στο χώρο του πολιτισμού. Με την έναρξη της περιόδου όλες οι πόλεις του ελληνικού κόσμου, στην κυρίως Ελλάδα και στις αποικίες, είχαν κατασταλαγμένα γεωγραφικά όρια και πολιτικούς θεσμούς, στη δύση το ρωμαϊκό κράτος ήταν ακόμα στο στάδιο της εσωτερικής οργάνωσης, ενώ στην ανατολή η απότομη κατάρρευση, μετά από μακρόχρονη ακμή, τριών ισχυρών αυτοκρατοριών, της Βαβυλωνίας, της Ασσυρίας και της Αιγύπτου, με την ταυτόχρονη απότομη ανάδειξη της πανίσχυρης Περσικής αυτοκρατορίας, που τις αντικατάστησε, δημιούργησε νέα γεωπολιτική κατάσταση που επηρέασε σημαντικά τις εξελίξεις.  

Για τον ελληνικό κόσμο ο 5ος αιώνας ήταν περίοδος σταθερότητας, καθώς όλες οι πόλεις οργανώθηκαν σε συμμαχίες γύρω από το δίπολο της Αθήνας και της Σπάρτης. Ο 4ος αιώνας ήταν περίοδος πολυδιάσπασης των δυνάμεων, αρχικά με τη σπαρτιατική, έπειτα τη θηβαϊκή ηγεμονία και στη συνέχεια τη Β’ αθηναϊκή συμμαχία, με αποτέλεσμα την αστάθεια, τις συχνές περσικές παρεμβάσεις αλλά και την ωρίμανση της πανελλήνιας ιδέας, που δημιουργήθηκε με τον όρο «Πανέλληνες» όταν τον πρωτοχρησμοποίησε ο Ησίοδος τον 8ο αιώνα, με κύριο εκπρόσωπο τον Ισοκράτη, που αναζητούσε έναν ισχυρό ηγεμόνα για να συνενώσει τους Έλληνες εναντίον των Περσών. Παράλληλα διατυπώθηκε και η άποψη για πολιτικές λύσεις που μπορούσαν να βασίζονται σε μία εξέχουσα προσωπικότητα που άνοιξε το δρόμο για την επικράτηση της μοναρχίας επί του συστήματος πολιτικής οργάνωσης των πόλεων-κρατών.

 

6.0.1. Αρχαίες πηγές και ιστορικοί της εποχής

 

Σύγχρονες πηγές πληροφόρησης για τα γεγονότα των περσικών πολέμων είναι τα επιγράμματα του Σιμωνίδη από την Κέα και η τραγωδία του Αισχύλου «Πέρσαι» (472 π.Χ.). Πληροφορίες για τους Περσικούς πολέμους παρέχονται και σε δύο βίους του Πλουτάρχου, τον «Αριστείδη» και τον «Θεμιστοκλή». Από τις μεταγενέστερες πηγές σημαντικότερη είναι ο Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος (485-425 π.Χ. <<Ήρα + δίδω = ο προικισμένος από την Ήρα), που ο Κικέρων αποκάλεσε «πατέρα της ιστορίας», ο οποίος γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό της Μικράς Ασίας, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν υπό περσική κατοχή, αλλά ταξίδεψε στον Εύξεινο Πόντο, τη Μικρά Ασία, τη Μεσοποταμία, τη Φοινίκη, την Αίγυπτο, στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία.. Έγραψε το έργο «Ιστορίαι» γύρω στα 440-430 π.Χ, αποτελούμενο από εννέα βιβλία με τα ονόματα των εννέα Μουσών, στο οποίο περιέγραψε τη σύγκρουση Ελλήνων και Περσών μέχρι την κατάληψη της Σηστού από τους Έλληνες (479 π.Χ.), με κεντρική ιδέα την αντιπαλότητα Ελλήνων και Περσών, Ευρώπης και Ασίας, προσπαθώντας να ανακαλύψει τις πραγματικές αιτίες των Περσικών πολέμων, οι οποίοι ολοκληρώθηκαν το 450 π.Χ. ενώ  δίνει πληροφορίες και για τα γεγονότα του δευτέρου μισού του 6ου π.Χ. αιώνα. Η μέθοδος του Ηρόδοτου αποτελούσε καινοτομία, διότι η ιστορική συγγραφή του βασιζόταν στην αυτοψία, την προσωπική έρευνα και την προφορική παράδοση, από πληροφορίες που έπαιρνε από πρόσωπα με άμεση γνώση των γεγονότων. Κατά τον Κ.Παπαρρηγόπουλο: «Ο Ηρόδοτος είναι ο δημιουργός της αληθούς ιστορικής τέχνης...πρώτος εννόησεν ότι η ιστορία δεν είναι απλούς πραγμάτων κατάλογος, αλλά και η τεχνική των πραγμάτων τούτων συναρμολόγησις και η εξήγησις του χαρακτήρος αυτών». Κατά τον Τομ Χόλλαντ: «Για πρώτη φορά, ένας ιστορικός αποφάσισε να αποκαλύψει τα αίτια ενός πολέμου, ο οποίος έληξε πρόσφατα, χωρίς να καταγράφει μύθους, αλλά αιτίες, που θα μπορούσαμε να ελέγξουμε προσωπικά». Τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαίωσαν τα γραφόμενα του Ηροδότου και αποκατέστησαν τη φήμη και την αξιοπιστία του, ειδικά ως προς τα γεγονότα που εξέτασε αυτοπροσώπως, με εξαίρεση τα στοιχεία που δίνει για τους αριθμούς των νεκρών και τις ημερομηνίες των μαχών.

Για την περίοδο 479-431 που αναφέρεται και ως «πεντηκονταετία» από τους αρχαίους μελετητές και ήταν για την Ελλάδα εποχή ειρήνης και ευημερίας, υπάρχουν λίγες σύγχρονες ιστορικές πηγές, όπως οι «Ευμενίδες» (458 π.Χ.) του Αισχύλου, που εξυμνούν τον Άρειο Πάγο ως θεσμό. Από τις μεταγενέστερες ιστορικές πηγές προέχει η ιστορική αναδρομή που προτάσσει στην κύρια περιγραφή του ο Θουκυδίδης, που αναφέρει αυτή την περίοδο σε μια παρέκβαση σχετικά με την ανάπτυξη της αθηναϊκής δύναμης στην πορεία προς τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Η αναφορά είναι σύντομη και στερείται βέβαιων χρονολογιών, αλλά μπορεί να χρησιμοποιείται ως χρονολογικός σκελετός για την συγκεκριμένη περίοδο, στον οποίο υπάρχουν στοιχεία και από άλλες αρχαίες πηγές και συγγραφείς. Ο Πλούταρχος, 600 χρόνια μετά τα γεγονότα, έγραψε τους βίους «Κίμων» και «Περικλής» και θεωρείται δευτερογενής πηγή, αλλά αναφέρει ρητώς τις δικές του πηγές, που επιτρέπουν τον έλεγχο των γραφόμενων. Στις βιογραφίες του, αντλεί πληροφορίες από αρχαίες πηγές που δεν έχουν διασωθεί, και συχνά καταγράφονται πληροφορίες, τις οποίες παραλείπει ο Θουκυδίδης από την Ιστορία του. Σημαντική πηγή για την περίοδο αυτή είναι και η παγκόσμια ιστορία («Βιβλιοθήκη Ιστορική») του Διόδωρου του Σικελιώτη (1ος αιώνας π.Χ,), του οποίου κύρια πηγή για αυτή την περίοδο φαίνεται πως είναι ο Έλληνας ιστορικός Έφορος ο Κυμαίος, που επίσης έγραψε παγκόσμια ιστορία, βασισμένη σε πληροφορίες τις οποίες αντλεί από τον Θουκυδίδη, αλλά οδηγείται σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα. Περαιτέρω διάσπαρτες περιγραφές μπορούν να βρεθούν στο έργο «Ελλάδος Περιήγησις» του Παυσανία, ενώ στο βυζαντινό λεξικό του Σουίδα (10ος αιώνας μ.Χ) παρουσιάζονται μερικά ανέκδοτα που δεν βρίσκονται πουθενά αλλού. Μικρότερες, σε σημασία, πηγές για αυτή την περίοδο αποτελούν τα έργα του Πομπήιου Τρόγου (επιτομήθηκε από τον Ιουστίνο), του Κορνήλιου Νέπου και του Κτησία (επιτομήθηκε από τον Φώτιο), που δεν είναι στην αρχική μορφή τους.

Για την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου, σύγχρονη πηγή αποτελεί το έργο του Θουκυδίδη του Ολόρου από τον Αλιμούντα (460-397 π.Χ. <θου [προστ. αορ. του τίθημι=θέτω] + κύδος [=δόξα] + είδος [=μορφή] = αυτός που η μορφή του αποπνέει δόξα, ένδοξος), ο οποίος είναι ο δημιουργός της θεματικής ιστορίας και θεμελιωτής της ιστοριογραφίας ως επιστήμης. Το έργο του αποτελείται από 8 βιβλία. Στο πρώτο κάνει μία αναδρομή στο ιστορικό παρελθόν του μινωικού και του μυκηναϊκού πολιτισμού, δίνοντας ταυτόχρονα μια γενική περιγραφή τους. Δεν ολοκλήρωσε το έργο του, το οποίο εξιστορεί τα γεγονότα μέχρι το χειμώνα του 411 π.Χ. Ήταν ο πρώτος που ακολούθησε μία χρονική αφήγηση των γεγονότων, η οποία στηρίζεται στη διαίρεση κάθε έτους σε θέρος, την περίοδο διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων (Μάρτιος-Οκτώβριος), και χειμώνα. Στο έργο του περιλαμβάνει πολλές δημηγορίες και διαπραγματεύσεις. Ο Θουκυδίδης αρχικά αμφισβήτησε το έργο του Ηροδότου, καθώς η προσωπική άποψη του τελευταίου εμφανιζόταν συχνά στο έργο του, αλλά όταν αποφάσισε να ξεκινήσει το έργο του εκεί όπου ο Ηρόδοτος σταμάτησε (στην πολιορκία της Σηστού), δεν συνέχισε την προσπάθεια, διότι πείστηκε ότι το έργο του Ηροδότου δεν χρειαζόταν εκ νέου συγγραφή ή διορθώσεις, γιατί ήταν ακριβές.

Το έργο του Θουκυδίδη συμπληρώνουν τα «Ελληνικά» του Ξενοφώντα Γρύλλου Ερχιέως, (431 - 355 π.Χ. <ξένος + φωνέω [=καλώ] = ο προσκαλών τους ξένους), ο οποίος είχε λάβει φιλοσοφική μόρφωση ως μαθητής του Σωκράτη. Το 401 π.Χ. έλαβε μέρος στην εκστρατεία των Μυρίων και το 396 π.Χ. συνόδευσε το Σπαρτιάτη βασιλιά Αγησίλαο στη Μικρά Ασία και έπειτα στην Ελλάδα για να πολεμήσει εναντίον των Αθηνών στη μάχη της Κορώνειας.

Στις πηγές για τον Πελοποννησιακό πόλεμο συγκαταλέγονται και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και ένα ανώνυμο πολιτικό κείμενο με προπαγανδιστικό κατά της δημοκρατίας χαρακτήρα με τον τίτλο «Αθηναίων Πολιτεία», που αποδίδεται στον ψευδο-Ξενοφώντα. Ακόμη λόγοι ρητόρων, όπως ο Λυσίας, ο Ανδοκίδης, ο Αντιφών. Μεταγενέστερες πηγές είναι οι βίοι του Πλουτάρχου «Περικλής», «Νικίας», «Αλκιβιάδης» και «Λύσανδρος».

 

6.0.2. Μορφές διακρατικών σχέσεων

 

Την περίοδο αυτή οι διακρατικές σχέσεις μεταξύ των ελληνικών κρατών, αναπτύχθηκαν με τη μορφή πολιτικών και θρησκευτικών ενώσεων. Στα πλαίσια αυτά συνάφθηκαν διμερείς συνθήκες, πολυμερείς συμμαχίες, συνοικισμοί πόλεων, ομοσπονδιακά κράτη και θρησκευτικές ενώσεις, με προέχουσα την αμφικτιονία των Δελφών.

            Πιο σημαντικές ήταν οι πολυμερείς ενώσεις διότι συνένωναν μεγαλύτερα τμήματα του ελληνικού χώρου και ήταν πιο αποτελεσματικές από οργανωτική άποψη, όπως π.χ. η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία.

 

6.0.3. Αυξημένη χρήση γραπτού λόγου

 

Από το τέλος των Περσικών Πολέμων, χάρη στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και στις πολυμερείς σχέσεις, ο γραπτός λόγος: χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην τραγωδία και σε ένα αυξημένο αριθμό δημόσιων και ιδιωτικών επιγραφών. Καθιερώθηκε η αποτύπωση του εθνικού ονόματος, που παραγόταν από τοπωνύμια ή από ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές, στον οπισθότυπο των νομισμάτων. Οι πολιτικές συνθήκες οδήγησαν στην ανάπτυξη καινούργιων ειδών γραπτού λόγου, όπως η αττική πεζογραφία και το δράμα. Νέα είδη του γραπτού λόγου ήταν η ιστοριογραφία (δημιούργημα της πρώιμης κλασικής περιόδου), το δοκίμιο, η βιογραφία και το μυθιστόρημα. Τα θέματα του δράματος ήταν σύγχρονα γεγονότα και καταστάσεις (π.χ. η «Μιλήτου άλωσις», οι «Πέρσαι») όπως και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη. Ο Ηρόδοτος συνέγραψε την ιστορία των περσικών πολέμων και ο Θουκυδίδης την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο Ξενοφώντας συνέχισε τη διήγηση του Θουκυδίδη μέχρι το 362 π.Χ..

Η πολιτική φιλοσοφία ασχολήθηκε με ζητήματα πολιτικής πράξης και θεωρίας. Οι ρήτορες εκφωνούσαν λόγους για πραγματικά ζητήματα της εξωτερικής και της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης. Οι επιστήμες αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα και κυρίως η ιατρική, τα μαθηματικά και η φιλοσοφία.

 

6.1. Ο Πρώτος Περσικός Πόλεμος 499-489 π.Χ.

 

Οι Περσικοί Πόλεμοι, ένα κοσμοϊστορικό γεγονός που διάρκεσε συνολικά 50 χρόνια (σε όλο το πρώτο μισό του 5ου αιώνα), ήταν αναπόφευκτη συνέπεια  της ιμπεριαλιστικής ανάπτυξης του Περσικού Κράτους που άρχισε στα χρόνια του Κύρου Β (559-529). Η σύγκρουση έφερε σε αντιπαράθεση δύο διαφορετικούς κόσμους, με διιστάμενες αντιλήψεις, συνήθειες και τρόπους ζωής: Από τη μια μεριά τον ελληνικό φιλελευθερισμό, που μετά από μακρόχρονη διεργασία μεταλαμπαδεύτηκε στους μετέπειτα ευρωπαϊκούς λαούς και από την άλλη ο περσικός δεσποτισμός, που παρέμεινε γνώρισμα της ανατολής μέχρι τα νεότερα χρόνια. Κατά τη διάρκεια των πολέμων οι Πέρσες και οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν στρατεύματα με δόρατα και τόξα. Οι Έλληνες φορούσαν βαριές πανοπλίες, περικνημίδες και είχαν μεγάλη ορειχάλκινη ασπίδα και σιδερένιο ξίφος. Απ' την άλλη, οι άνδρες του περσικού πεζικού φορούσαν κυρίως δερμάτινες πανοπλίες, είχαν ξύλινη ασπίδα και κοντό δόρυ, εξοπλισμός που ήταν κατώτερος από τον ελληνικό, γι' αυτό και οι Πέρσες είχαν αποτύχει στις σώμα-με-σώμα μάχες με τους Έλληνες. Κύρια δύναμη των Περσών ήταν το ιππικό και μόνο αυτό μπορούσε να νικήσει την ελληνική οπλιτική φάλαγγα, όπως φάνηκε στην Ιωνική Επανάσταση. Οι δύο στόλοι αποτελούνταν από τριήρεις και κύρια τακτική τους ήταν ο εμβολισμός. Ο περσικός στόλος αποτελούνταν από πλοία των Φοινίκων, των Αιγυπτίων, των Κιλικίων και των Κυπρίων.

 

6.1.1. Η Ιωνική Επανάσταση (499-493 π.Χ.)

 

Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο οι Ίωνες που εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, έχτισαν 12 πόλεις (Μίλητος, Μυούς, Πριήνη, Έφεσος, Κολοφώνα, Λέβεδος, Τέω, Κλαζομενές, Φώκαια, Ερυθραί, Σάμος και Χίος). Αν και οι ιωνικές πόλεις ήταν ανεξάρτητες, συμμετείχαν όλες στο Πανιώνιο. Η ανεξαρτησία των ιωνικών πόλεων έληξε μετά την επίθεση των Λυδών, οι οποίοι έδωσαν αυτονομία στη Μίλητο, αλλά υποχρέωσαν τους Ίωνες να τους ακολουθούν στις εκστρατείες. Παράλληλα, οι Λυδοί βρίσκονταν σε πόλεμο με τους Μήδους, αλλά υπέγραψαν ειρήνη, ορίζοντας τον Άλυ ποταμό ως σύνορο των βασιλείων τους. Την ηγεσία των Λυδών ανέλαβε ο Κροίσος, ο οποίος σκόπευε να καταλάβει όλες τις ελληνικές περιοχές στη Μ. Ασία, σε μια εποχή που την ηγεσία των Περσών είχε αναλάβει ο Κύρος Β, ο οποίος επέκτεινε συνεχώς το βασίλειο του. Ο Κροίσος έβλεπε την ευκαιρία να επεκταθεί χάρη στην αναρχία που επικρατούσε προσωρινά στην Περσία. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι προτού επιτεθεί, ο Κροίσος επισκέφθηκε την Πυθία, η οποία του είπε ότι αν περάσει τα σύνορα θα καταστρέψει μια μεγάλη αυτοκρατορία (εννοώντας τη Λυδία). Ο Κροίσος, δεν κατάλαβε το νόημα της προφητείας, επιτέθηκε στους Πέρσες, αλλά το 547 π.Χ. νικήθηκε και αιχμαλωτίστηκε.

Ο Κύρος Β ζήτησε την συμπαράσταση των Ιώνων όταν πολεμούσε τους Λύδιους, αλλά οι Ίωνες αρνήθηκαν να βοηθήσουν. Όταν, όμως, ο Κύρος υπόταξε τη Λυδία, οι Ίωνες προθυμοποιήθηκαν να γίνουν υποτελείς των Περσών και να ζουν όπως οι Λυδοί. Ο Κύρος αρνήθηκε, λέγοντας ότι οι Ίωνες δεν τον είχαν βοηθήσει και διέταξε τον Άρπαγο να επιτεθεί στην Ιωνία. Ο Άρπαγος επιτέθηκε στη Φώκαια, αλλά οι κάτοικοι της πόλης μετακόμισαν στη Σικελία, ενώ- το παράδειγμα τους ακολούθησαν και οι κάτοικοι της Τέως. Οι υπόλοιποι Ίωνες, οι οποίοι έμειναν στις πόλεις τους, υποδουλώθηκαν. Οι Πέρσες ήδη από το 545 π.Χ. τοποθέτησαν στην ηγεσία των ιωνικών πόλεων διάφορους τυράννους (σατράπες), με τους οποίους οι Ίωνες δεν είχαν καλές σχέσεις.

Το 499 π.Χ. άρχισε η εξέγερση των ιωνικών πόλεων που άρχισε μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Νάξου και με αφετηρία τη Μίλητο. Γρήγορα επεκτάθηκε σε όλες τις πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας και στην Κύπρο. Ο Μιλήσιος τύραννος, Αρισταγόρας, κήρυξε την πόλη του δημοκρατία και ζήτησε την βοήθεια της Ελλάδος. Το χειμώνα του 498 π.Χ. επισκέφθηκε το Σπαρτιάτη βασιλιά Κλεομένη Α’, αλλά δεν βρήκε ανταπόκριση. Τελικά, όμως, η Αθήνα και η Ερέτρια δέχτηκαν να συνδράμουν και  έστειλαν προς ενίσχυση των επαναστατών της Ιωνίας 20 και 5 πλοία αντίστοιχα. Οι Έλληνες πυρπόλησαν τις Σάρδεις, ωστόσο, ηττήθηκαν στη μάχη της Εφέσου το 498 π.Χ. και όσοι επέζησαν επέστρεψαν στην Ελλάδα. Μετά τη μάχη της Εφέσου, οι Πέρσες ανακατέλαβαν τις ιωνικές πόλεις και συνέτριψαν τον ιωνικό στόλο στη ναυμαχία της Λάδης. Το 494 π.Χ. η Μίλητος, όπου άρχισε η εξέγερση, αλώθηκε από τους Πέρσες, καταστράφηκε και πολλοί κάτοικοι της υποδουλώθηκαν. Αφού κατέλαβαν όλες τις ελληνικές πόλεις στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, οι Πέρσες υπέγραψαν ειρήνη με τους Ίωνες και εντός του 493 π.Χ. η περσική κυριαρχία αποκαταστάθηκε. Η Ιωνική Επανάσταση αποτέλεσε αφορμή για την πρώτη περσική εισβολή στην Ελλάδα και τις μετέπειτα συγκρούσεις Ελλήνων και Περσών.

 

6.1.2. Η πρώτη εκστρατεία του Μαρδόνιου 492

 

Την άνοιξη του 492 π.Χ. ο Μαρδόνιος γαμβρός του Δαρείου Α, συγκέντρωσε στρατό και στόλο, με σκοπό να καταστρέψει την Αθήνα και την Ερέτρια. Αναχώρησε με το στόλο από την Κιλικία, ενώ διέταξε το στρατό του να περάσει τον Ελλήσποντο. Στο δρόμο του, ο Μαρδόνιος απομάκρυνε τους τυράννους από την Ιωνία και έδωσε την εξουσία σε δημοκρατικούς. Από την Ιωνία, ο στόλος κινήθηκε προς τον Ελλήσποντο, ενώ ο στρατός πέρασε στα ευρωπαϊκά εδάφη και κατάφερε να ανακτήσει τη Θράκη, που άνηκε στους Πέρσες από το 512 π.Χ. ενώ ανάγκασε και τη Μακεδονία, όπου τότε βασίλευε ο Αλέξανδρος Α (498-454) γιος του Αμύντα Α, να συμμαχήσει με τους Πέρσες. Παράλληλα, ο περσικός στόλος κατέλαβε τη Θάσο και μετά κινήθηκε στην Άκανθο, αλλά όταν έφτασε στο όρος Άθως διαλύθηκε λόγω θαλασσοταραχής - κατά τον Ηρόδοτο, και οι Πέρσες έχασαν τριακόσια πλοία και είκοσι χιλιάδες άνδρες. Επωφελούμενοι από την καταστροφή αυτή και καθώς ο περσικός στρατός βρισκόταν στη Μακεδονία, οι Βρύγες (τοπική προφορά του ονόματος Φρύγες), φυλή συγγενής των Ελλήνων, που κατοικούσε μαζί τους στη Μακεδονία, επιτέθηκαν στο περσικό στρατόπεδο, σκοτώνοντας αρκετούς Πέρσες και τραυματίζοντας τον Μαρδόνιο. Μολονότι στη συγκεκριμένη μάχη οι Βρύγες τελικά ηττήθηκαν, ο περσικός στρατός και στόλος διέκοψαν την επιχείρηση και επέστρεψαν στην Ασία.

Μετά την εκστρατεία του 492 π.Χ, ο Δαρείος αποφάσισε τον άλλον χρόνο να συνεχίσει την προέλαση που είχε αφήσει ο Μαρδόνιος στη μέση, αλλά λίγο προτού ξεκινήσει κινήθηκε διπλωματικά. Στόχος του ήταν να υποτάξει αμαχητί κάποιες μικρές πόλεις που θα απέφευγαν την αντιπαράθεση λόγω αδυναμίας, αλλά παράλληλα και να εμβάλει υπόνοιες και διχόνοιες στις ισχυρές πόλεις που θα μπορούσαν να του αντισταθούν. Οι πρεσβείες του έπεισαν πολλές μικρές πόλεις να μηδίσουν και πολλές ισχυρές να μπουν στον πειρασμό, αφού μεταξύ άλλων ο Δαρείος υποσχόταν πολλά προνόμια ή και πρωτεία στις πόλεις που θα τον υποστήριζαν στην υπό ίδρυση σατραπεία του στην Ελλάδα. Ανάμεσα στις πόλεις που προβληματίζονταν ήταν το Άργος και σε εκείνες που αποφάσισαν τελικά να μηδίσουν η Αίγινα. Οι άλλες πόλεις δέχτηκαν την προσφορά του Δαρείου πλην της Αθήνας και της Σπάρτης, οι οποίες συμμάχησαν παρά τις διαφορές τους.

 

6.2. Μιλτιάδης Κίμωνος Κοάλεμου Λακιάδης (540-489)

 

Την περίοδο αυτή στην Ελλάδα ισχυρότερη δύναμη ήταν η Σπάρτη, ως ηγεμονική δύναμη της Πελοποννησιακής συμμαχίας, ενώ παράλληλα, στην Αθήνα ανερχόμενη πολιτική δύναμη ήταν η αντιπερσική πολιτική παράταξη, με κυριότερο εκφραστή το Θεμιστοκλή Νεοκλέους.

Ο Μιλτιάδης (<μίλτος μιαντός > μίντος > μίλτος (ν>λ) = ερυθρά γη, ορυκτή κόκκινη βαφή) ήταν αριστοκράτης από μεγάλη οικογένεια της Αθήνας από το δήμο Λακιάδων (περί την Ιερά Οδό), γιος του Κίμωνα Κοάλεμου, ο οποίος ήταν τρεις φορές ολυμπιονίκης στο άρμα και δολοφονήθηκε από τον Ιππία. Το 518 διαδέχθηκε τον αδελφό του Στησαγόρα, όταν ο τελευταίος έφυγε για την Αθήνα, στη διακυβέρνηση της Θρακικής Χερσονήσου όπου ο θείος τους Μιλτιάδης Κυψέλου είχε ιδρύσει ένα ημιανεξάρτητο κρατίδιο. Το 515, χρησιμοποιώντας ένα σώμα 500 μισθοφόρων που είχε ως σωματοφυλακή, διέλυσε μια εξέγερση, και δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε τον Δαρείο Α', βασιλιά των Περσών, στην εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών.

Κατά την διάρκεια μιας εκστρατείας στην χερσόνησο της Κριμαίας παντρεύτηκε την Ηγησιπύλη, κόρη του Ολόρου, βασιλιά της Θράκης, με την οποία έκανε τον δευτερότοκο γιο του, τον Κίμωνα. Πήρε μέρος στην Επανάσταση των Ιώνων το 499 π.Χ. και κατέλαβε τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο και τα παρέδωσε ύστερα στην Αθήνα για να εγκαινιάσει φιλικές σχέσεις μαζί της. Μετά την ήττα των Ιώνων στην επανάσταση το 494, τον επόμενο χρόνο με την εμφάνιση του Περσικού στόλου στην Χερσόνησο κατέφυγε στην Αθήνα. Φόρτωσε όλη του την περιουσία και τη προσωπική του σωματοφυλακή σε 5 πλοία και έφυγε από το κρατίδιο που διοικούσε. Σε ένα από τα πλοία ήταν πλοίαρχος ο πρωτότοκος γιος του Μιλτιάδη, ο Μετίοχος. Αυτό το πλοίο αιχμαλωτίστηκε από τους Πέρσες και όλα τα πλούτη που μετέφερε με τον Μετίοχο στάλθηκαν στο Δαρείο ως λάφυρα. Ο Πέρσης αυτοκράτορας φέρθηκε με ευγένεια στον Μετίοχο διότι εκτιμούσε πολύ τον πατέρα του.

Στην Αθήνα, παρά τις κατηγορίες που του απευθύνονταν κυρίως από τους Αλκμεωνίδες για τυραννία στη Χερσόνησο, πέτυχε να διοριστεί ως ένας από τους δέκα στρατηγούς για το διάστημα 490 - 489. Οι Αθηναίοι τον θεωρούσαν τύραννο και εχθρό της δημοκρατίας, διότι διατηρούσε προσωπική σωματοφυλακή όπως έκανε ο Πεισίστρατος, ενώ παράλληλα καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και είχε συνεργαστεί με τους Πέρσες στην εκστρατεία τους στην Σκυθία. Πολιτικός του αντίπαλος ήταν ο Θεμιστοκλής Νεοκλέους, άρχων το 493-492 π.Χ., που επιθυμούσε να κάνει την Αθήνα ηγετική δύναμη στην Ελλάδα και να αναπτύξει ένα ναυτικό πρόγραμμα, δημιουργώντας ένα στόλο ανίκητο, επανδρωμένο με θήτες. Για το λόγο αυτό τον υποστήριζαν η ναυτική τάξη της Αθήνας, οι έμποροι και λίγοι αριστοκράτες. Αντίθετα ο Μιλτιάδης πίστευε στην συνεργασία με τη Σπάρτη και στην ανάπτυξη ενός αγροτικού προγράμματος, που υποστηριζόταν από τους πλούσιους γαιοκτήμονες αριστοκράτες και τους μεσαίους αστούς. Προσωπικός σύμμαχος του Μιλτιάδη, λόγω αριστοκρατικής καταγωγής αλλά και επειδή είχε διακρίνει το ηγετικό του ταλέντο, ήταν ο Αριστείδης Λυσιμάχου ο Δίκαιος.

 

6.2.1. Η εκστρατεία του Δάτη και του Αρταφέρνη 490

 

Το 490 π.Χ. έλαβε χώρα η δεύτερη περσική εκστρατεία, με επικεφαλής τους Πέρσες στρατηγούς Δάτη και Αρταφέρνη. Αρχικά οι Πέρσες, αφού συγκέντρωσαν πολλούς άνδρες, επιτέθηκαν στη Λίνδο, αλλά δεν κατάφεραν να την καταλάβουν. Ο περσικός στόλος κινήθηκε τότε στη Σάμο και μετά επιτέθηκε στη Νάξο, με σκοπό να τιμωρήσει την πόλη για την αποτυχημένη πολιορκία, η οποία διεξήχθη εννέα χρόνια νωρίτερα. Οι Πέρσες κατάφεραν να καταλάβουν την πόλη, καταστρέφοντας πολλούς ναούς. Μετά οι Πέρσες πλησίασαν τη Δήλο, όπου οι κάτοικοι της πόλης άφησαν τα σπίτια τους. Για να πείσει τους κατοίκους της Δήλου, ο Δάτης έκαψε τριακόσια τάλαντα από λιβάνι στο βωμό του Απόλλωνα. Τότε, ο στόλος άρχισε να κινείται προς την Ερέτρια, κατακτώντας κάθε πόλη στο δρόμο του και αναγκάζοντας τους κατοίκους να του δίνουν ομήρους και στρατεύματα. Ωστόσο, οι κάτοικοι της Καρύστου αρνήθηκαν να συνεργαστούν, οπότε οι Πέρσες επιτέθηκαν και κατέλαβαν την πόλη, αναγκάζοντας τους κατοίκους να παραδοθούν. Κατά τον Ηρόδοτο, οι Ερετριείς χωρίστηκαν σε τρία στρατόπεδα: οι πρώτοι ήθελαν να φύγουν απ' την πόλη, οι δεύτεροι να αντισταθούν και οι τρίτοι να παραδοθούν στους Πέρσες, ωστόσο οι περισσότεροι αποφάσισαν να μείνουν εκεί. Οι Πέρσες για έξι μέρες πολιορκούσαν την πόλη, μέχρι που δύο Ερετριείς άνοιξαν τις πύλες και επέτρεψαν στους Πέρσες να εισέλθουν στην πόλη, που την κατέστρεψαν, αφού έκαψαν τους ναούς και υποδούλωσαν όσους Ερετριείς παρέμειναν εκεί.

 

6.2.2. Η Μάχη του Μαραθώνα 490

 

Οι Πέρσες, μετά από συμβουλή του Ιππία, στρατοπέδευσαν στον Μαραθώνα, περίπου 25 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Ακολούθησε η αποφασιστική Μάχη του Μαραθώνα που έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο του 490 π.Χ. όπου πανδημεί μετείχαν οι Αθηναίοι με το Μιλτιάδη στην ανώτατη διοίκηση (ο οποίος είχε επισκιάσει και τον πολέμαρχο Καλλίμαχο, πείθοντάς τον να δοθεί εκεί η μάχη). Οι Αθηναίοι παρατάχθηκαν εκεί μαζί με χίλιους Πλαταιείς, ενώ παράλληλα έστειλαν τον Φειδιππίδη στη Σπάρτη για να ζητήσει βοήθεια. Ωστόσο, οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν, λέγοντας ότι γιόρταζαν τα Κάρνεια, πράγμα που σήμαινε ότι οι Αθηναίοι θα έμεναν χωρίς ενισχύσεις για δέκα μέρες. Μετά από πέντε μέρες, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να επιτεθούν και κατάφεραν να διαλύσουν τις πτέρυγες των Περσών. Κατά τον Ηρόδοτο, στη μάχη σκοτώθηκαν 6.400 Πέρσες, 192 Αθηναίοι και 11 Πλαταιείς. Αμέσως μετά τη μάχη, ο περσικός στόλος έπλευσε από το Σούνιο για να επιτεθεί στην Αθήνα, αλλά οι Αθηναίοι κατάφεραν να φθάσουν εγκαίρως στην πόλη, αναγκάζοντας τους Πέρσες να υποχωρήσουν. Οι Σπαρτιάτες έφθασαν στην Αθήνα την επόμενη μέρα και όταν είδαν τα πτώματα των Περσών στον Μαραθώνα αναγνώρισαν τη μεγάλη νίκη των Αθηναίων. Μ' αυτό τον τρόπο έληξε η δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα. Επίγραμμα για τους Αθηναίους νεκρούς της μάχης έγραψε ο Σιμωνίδης ο Κείος (Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν).

 

6.2.3. Η εκστρατεία στη Νάξο και την Πάρο 489

 

Το 489 ο Μιλτιάδης, που μετά τη νίκη στο Μαραθώνα απέκτησε μεγάλη φήμη, οργάνωσε εκστρατεία στην Νάξο που είχε κατακτηθεί από τους Πέρσες έχοντας μάλιστα πείσει τους Αθηναίους να του χορηγήσουν 70 πλοία προκειμένου να εδραιώσει τη νίκη τους. Η εκστρατεία στη Νάξο πέτυχε και έβαλε ως επόμενο στόχο την Πάρο την οποία όμως απέτυχε να καταλάβει ύστερα από 26 μέρες πολιορκίας. Ο Μιλτιάδης μάλιστα τραυματίστηκε από βέλος στο μηρό στη διάρκεια της πολιορκίας και μετά την επιστροφή του στην Αθήνα κατηγορήθηκε για προδοσία από τον Ξάνθιππο Αρίφρονος, με την κατηγορία ότι εκστράτευσε εναντίον της Πάρου για προσωπικούς λόγους. Γύρω από τον Ξάνθιππο, συνασπίστηκαν όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι του Μιλτιάδη, δηλαδή ο Θεμιστοκλής και οι Αλκμεωνίδες. Στη δίκη του μεταφέρθηκε σε φορείο καθώς το πόδι του είχε μολυνθεί και είχε πρηστεί και δεν μπορούσε να μετακινηθεί, ενώ τον υπερασπίστηκε μόνο ο αδερφός του Στησαγόρας. Καταδικάστηκε αρχικά σε θάνατο αλλά αργότερα η ποινή μετατράπηκε σε πρόστιμο 50 ταλάντων, ποσό τόσο μεγάλο που ούτε ο πλούσιος Μιλτιάδης δεν μπόρεσε να πληρώσει. Για το λόγο αυτό ο Μιλτιάδης κλείστηκε στη φυλακή, όπου πέθανε λίγο αργότερα από τη γάγγραινα, λόγω της πληγής στο πόδι του. Το πρόστιμο πλήρωσε αργότερα ο γιος του Κίμων.

 

6.3. Θεμιστοκλής Νεοκλέους Φρεάριος 527-459

 

Ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους ο Φρεάριος (527 π.Χ. - 459 π.Χ. <Θεμιστοκλεής <θέμις [=δικαιοσύνη] + κλέος [=δόξα] = διάσημος για τη δικαιοσύνη του), αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης από το δήμο Φρεάριων (σημερινή Σαρωνίδα), ήταν γιος του Νεοκλέους από την οικογένεια των Λυκομηδών που, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, δεν είχε στοιχεία άξια ιδιαίτερης προσοχής. Η μητέρα του κατά μία εκδοχή ήταν θρακικής καταγωγής και λεγόταν Αβρότονον και κατά άλλη εκδοχή λεγόταν Ευτέρπη και ήταν καρικής καταγωγής και συγκεκριμένα από την Αλικαρνασσό. Μερικοί συγγραφείς αναφέρουν ότι ως παιδί ο Θεμιστοκλής ήταν απείθαρχος και γι' αυτό αποκηρύχθηκε από τον πατέρα του. Ο Θεμιστοκλής νυμφεύτηκε την Αρχίππη, κόρη του Λύσανδρου από την Αλωπεκή (σημερινή Δάφνη).

Το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης στην Αθήνα άνοιξε έναν πλούτο ευκαιριών για άνδρες σαν τον Θεμιστοκλή, οι οποίοι στο παρελθόν δεν είχαν πρόσβαση στην εξουσία. Η ικανότητά του ως δικηγόρος και επιδιαιτητής στην υπηρεσία του απλού λαού, προσέδωσε στον Θεμιστοκλή μεγάλη δημοτικότητα και έτσι το 493 π.Χ. εκλέχτηκε άρχων και έθεσε ως κύριο στόχο την ανάδειξη της Αθήνας ως κυρίαρχης ναυτικής δύναμης. Υπό την καθοδήγησή του οι Αθηναίοι άρχισαν την κατασκευή ενός νέου λιμανιού στον Πειραιά, που επρόκειτο να αντικαταστήσει αυτό του Φαλήρου.

            Με τη δύναμη της βάσης του εδραιωμένη μεταξύ των φτωχών, ο Θεμιστοκλής κάλυψε το κενό που άφησε ο θάνατος του Μιλτιάδη το 489 π.Χ., και εκείνη τη δεκαετία έγινε ο πολιτικός με τη μεγαλύτερη επιρροή στην Αθήνα. Ωστόσο, η υποστήριξη της αριστοκρατίας άρχισε να συγκεντρώνεται γύρω από τον άνθρωπο που θα γινόταν ο σημαντικότερος πολιτικός αντίπαλος του Θεμιστοκλή: Τον Αριστείδη, τον επονομαζόμενο Δίκαιο.

Το 483 π.Χ. ανακαλύφθηκε στη Μαρώνεια του Λαυρίου μία νέα φλέβα αργύρου, αξίας 100 ταλάντων. Σε τέτοιες περιπτώσεις ένα μέρος των χρημάτων, συνήθως το 1/10, αφιερωνόταν στους θεούς και το υπόλοιπο διανέμονταν στους πολίτες. Υπέρμαχος αυτής της παραδοσιακής επιλογής ήταν ο Αριστείδης. Ο Θεμιστοκλής κατόρθωσε να πείσει τους συμπολίτες του να μην ενεργήσουν με ιδιοτέλεια, αλλά να δουν μακρόπνοα και να διαθέσουν τα έσοδα στη ναυπήγηση 200 τριήρεων, ταχύτατων κωπήλατων πολεμικών πλοίων, ενός αριθμού πρωτοφανούς για τα δεδομένα της εποχής, και να εξοστρακίσουν τον Αριστείδη. Σύμφωνα με μία εκδοχή, ο στόλος προοριζόταν αρχικά να πολεμήσει τους Αιγινήτες, που αποτελούσαν εμπόδιο στα φιλόδοξα εμπορικά σχέδια των Αθηναίων, ενώ άλλοι θεωρούν ότι ο Θεμιστοκλής είχε από νωρίς προβλέψει ότι ο αγώνας των Ελλήνων εναντίον των Περσών θα κρινόταν στη θάλασσα. Έγινε, ωστόσο, αμέσως κατανοητό ότι η απόφαση του Θεμιστοκλή να αναπτύξει τον αθηναϊκό στόλο είχε αντίκτυπο στα εσωτερικά της πόλης, καθώς ενίσχυε αισθητά την πολιτική κυριαρχία των κατώτερων κοινωνικών τάξεων της Αθήνας, των θητών, που επάνδρωσαν τα πλοία ως κωπηλάτες. Ο νέος αθηναϊκός στόλος, αποτελούμενος από 180 νέες τριήρεις και από 100 παλιές πεντηκοντόρους, καθιστούσε την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη στην Ελλάδα, και ήταν έτοιμος το 481 π.Χ.

 

6.4. Ο Δεύτερος Περσικός Πόλεμος (481 -479)

 

6.4.1. Η εκστρατεία του Ξέρξη 481

 

Εν τω μεταξύ ο Δαρείος άρχισε να συγκεντρώνει μεγάλο στρατό για να επιτεθεί ξανά στην Ελλάδα, αλλά τα σχέδια του αναβλήθηκαν λόγω της εξέγερσης στην Αίγυπτο, όπου και πέθανε το 486. Στο θρόνο ανέβηκε ο Ξέρξης Α' (486-465), ο οποίος ανακατέλαβε την Αίγυπτο και άρχισε ξανά τις προετοιμασίες για εισβολή στην Ελλάδα. Καθώς προβλεπόταν να αποτελέσει επιχείρηση μεγάλης κλίμακας, χρειαζόταν πολύς χρόνος για να συγκεντρωθεί αρκετός στρατός και υλικά αγαθά. H εκστρατεία προετοιμαζόταν για τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Οι Πέρσες φαίνεται πως είχαν τη στήριξη αρκετών ελληνικών πόλεων, όπως το Άργος, η Λάρισα, η Θεσσαλία και η Θήβα (αν και δεν έχει αποδειχθεί ποτέ). Ο στρατός τους, κατά τον Ηρόδοτο, περιλάμβανε 46 φυλές ή έθνη της Περσικής Αυτοκρατορίας, ως εξής.

• Πέρσες υπό τις διαταγές του Οτάνη, πεθερού του Ξέρξη.

• Μήδοι υπό τις διαταγές του Τιγράνη.

• Κίσσιοι υπό τις διαταγές του Ανάφη, γιου του Οτάνη.

• Ασσύριοι υπό τις διαταγές του Οτάσπη.

• Βάκτριοι και Σάκες υπό τον Υστάσπη, αδερφό του Ξέρξη.

• Ινδοί υπό τις διαταγές του Φαρναζάρθη.

• Άριοι υπό τις διαταγές του Σισάμνη.

• Αιγύπτιοι υπό τις διαταγές του Αρτάβανου.

• Πάρθοι και Χωράσμιοι υπό τις διαταγές του Αρτάβαζου.

• Σόγδοι υπό τις διαταγές του Αζάνη.

• Γανδάριοι και Δαδίκες υπό τις διαταγές του Αρτύφιου.

• Κάσπιοι υπό τις διαταγές του Αριόμαρδου, αδερφού του Αρτύφιου.

• Σαράγγες υπό τις διαταγές του Φερενδάτη.

• Πάκτυες υπό τις διαταγές του Αρτάυνου.

• Ούτιοι και Μύκοι υπό τον Αρσαμένη, αδελφό του Ξέρξη.

• Παρικάνιοι υπό τις διαταγές του Σιρομήτρη.

• Άραβες και Αιθίοπες υπό τονΑρσάμη, αδελφό του Ξέρξη.

• Λίβυοι υπό τις διαταγές του Μασάγη.

• Παφλαγόνες και οι Ματιηνοί υπό τις διαταγές του Δώτου.

• Μαριανδυνοί, Σύροι και Λίγυες υπό τον Γωβρύα, αδελφό του Ξέρξη.

• Φρύγες και Αρμένιοι υπό τον Αρτόχμη, σύζυγο αδελφής του Ξέρξη.

• Λυδοί και Μυσοί υπό τον Αρταφέρνη, γιο του ομώνυμου στρατηγού της μάχης του Μαραθώνα.

• Κόλχοι, Θράκες, Λασόνιοι, Μόσχοι, Μιλύες και Πισίδες υπό την ηγεσία άλλων αρχόντων-συγγενών του Ξέρξη.

Την ηγεσία όλου του πεζικού είχαν οι Μαρδόνιος και Τριτανταίχμης, εξάδελφοι του Ξέρξη, ο Μασίστης, μικρότερος αδελφός του βασιλιά, ο Μεγαβύζος και ο Σμερδομένης. Το ιππικό διοικούσαν οι αδελφοί Τίθαιος και Αρμαμίθρας, γιοι του στρατηγού Δάτη, που είχε πάρει μέρος στη Μάχη του Μαραθώνα. Την επίλεκτη προσωπική σωματοφυλακή του Ξέρξη, τους 10.000 «Αθάνατους» διοικούσε ο Υδάρνης. Ο περσικός στόλος προερχόταν από τις υποτελείς περιοχές της Περσικής Αυτοκρατορίας, καθώς οι Πέρσες δεν ήταν ναυτικός λαός. Το στόλο αποτελούσαν μοίρες των Φοινίκων υπό την ηγεσία του Μεγαβάζου, των Κιλίκων, των Σύρων, των Αιγυπτίων υπό την ηγεσία του Αχαιμένη, των Λυκίων, των Ελλησπόντιων, των Παμφύλων, των Κυπρίων, των Ιώνων της Μικράς Ασίας και των Κάρων υπό την ηγεσία του Αριαβίγνη. Οι στρατιωτικές δυνάμεις πάνω στα πλοία ήταν όλες ιρανικής καταγωγής, δηλαδή Πέρσες, Μήδοι και Σάκες. Την ανώτερη ηγεσία του στόλου είχε ο Αριαμένης.

Υπολογίζεται ότι οι Πέρσες είχαν συνολικά στρατό αποτελούμενο από περίπου 200 χιλιάδες άνδρες. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο περσικός στόλος είχε 1.207 τριήρεις. Ωστόσο, από αυτά τα πλοία, το 1/3 χάθηκε στη Μαγνησία, λόγω καταιγίδας, περισσότερα από 200 χάθηκαν στην Εύβοια, ενώ τουλάχιστον 50 πλοία καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας του Αρτεμισίου. Ο Ηρόδοτος ισχυρίζεται ότι αυτές οι απώλειες αντικαταστάθηκαν στο σύνολο τους, αλλά νωρίτερα αναφέρει ότι οι κάτοικοι της Θράκης (και των κοντινών περιοχών) πρόσφεραν στους Πέρσες 120 πλοία. Ο Αισχύλος συμφωνεί με τον Ηρόδοτο, και αναφέρει ότι 207 πλοία ήταν γρήγορα. Ο Διόδωρος Σικελιώτης και ο Λυσίας ισχυρίζονται ότι 1.200 πλοία του περσικού στόλου συναθροίστηκαν στον Δορίσκο, την άνοιξη του 480 π.Χ. Ο αριθμός των 1.207 (μόνο για την αρχή) δίνεται επίσης από τον Έφορο, καθώς ο δάσκαλος του Ισοκράτης ισχυρίζεται ότι συναθροίστηκαν 1.300 πλοία στο Δορίσκο και 1.200 στη Σαλαμίνα.

Η εκστρατεία καθυστέρησε λόγω εξεγέρσεων στην Αίγυπτο και στην Βαβυλώνα. Ο Ξέρξης, τέθηκε επικεφαλής της εκστρατείας που άρχισε από τις Σάρδεις και άρχισε να μεταφέρει το στρατό του στην Ευρώπη το 481 π.Χ. Τα στρατεύματα από τις ανατολικές σατραπείες συναθροίστηκαν στα Κρίταλα και πέρασαν το χειμώνα στις Σάρδεις, ενώ την άνοιξη ενώθηκαν με τα σώματα των δυτικών σατραπειών στην Άβυδο. Ο περσικός στρατός διέσχισε χωρίς δυσκολία τον Ελλήσποντο σε δύο σχεδίες γέφυρες, που κατασκεύασαν οι μηχανικοί του. Την πρώτη φορά οι γέφυρες κατέρρευσαν ύστερα από τρικυμία και έτσι ο Ξέρξης αποκεφάλισε τους μηχανικούς του και διέταξε να μαστιγώσουν τη θάλασσα γιατί δεν υπάκουσε στις διαταγές του, ενώ της πέταξε και αλυσίδες για να τη δέσουν. Ακόμα για να περάσει ο στόλος του άνοιξε μια διώρυγα στη χερσόνησο του Άθω και έθεσε επικεφαλής του έργου, τους Βούβαρη του Μεγαβάζου και Αρταχαίη του Αρταίου. Η υλοποίηση αυτών των στόχων με τα μέσα της εποχής εκείνης ήταν πάρα πολύ δύσκολη, όπως είναι ακόμη και με τα σύγχρονα μέσα.

 

6.4.2. Ελληνική Συμμαχία

 

Στη Σπάρτη ο βασιλεύς Δημάρατος, για τον οποίο υπήρχε υπόνοια ότι δεν ήταν γνήσιος γιος του Ευρυποντίδη βασιλιά Αρίστωνα, διώχθηκε από το θρόνο το 491 και τη θέση του ανέλαβε ο Λεωτυχίδας (491-467). Τότε, ο Δημάρατος κατευθύνθηκε στα Σούσα και έγινε σύμβουλος του Πέρση βασιλιά στα ελληνικά θέματα. Ο Ηρόδοτος, στο τέλος του βιβλίου Πολύμνια, αναφέρει ότι ο Δημάρατος έστειλε στους Σπαρτιάτες ένα δίπτυχο κέρινο δελτίο, στο οποίο ανάφερε τα σχέδια του Ξέρξη. Από την άλλη μεριά ο Αγιάδης βασιλεύς Κλεομένης Α του Αναξανδρίδα, ήλθε σε ρήξη με του Εφόρους και φυλακίστηκε (και πιθανώς δολοφονήθηκε στη φυλακή) το 490 και στη θέση του τοποθετήθηκε ο ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδας (490-480).

Το 481 π.Χ, ο Ξέρξης έστειλε πρεσβευτές σε όλες τις ελληνικές πόλεις-κράτη, με εξαίρεση την Αθήνα και τη Σπάρτη, ζητώντας γη και ύδωρ. Η Σπάρτη και Αθήνα έλαβαν την υποστήριξη μερικών ελληνικών πόλεων, και το ίδιο έτος, στην Κόρινθο, συγκλήθηκε συνέδριο όπου δημιουργήθηκε η Ελληνική Συμμαχία, γνωστή από τον Ηρόδοτο με την ονομασία «Έλληνες», στην οποία μετείχαν 31 πόλεις. Κάθε μέλος της συμμαχίας είχε την δυνατότητα να στέλνει αγγελιαφόρους στις υπόλοιπες πόλεις-μέλη, ζητώντας στρατό για αμυντικούς σκοπούς, γεγονός ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο, καθώς οι εμφύλιες συρράξεις μεταξύ των Ελλήνων, εκείνη την περίοδο, συνεχίζονταν. Οι σύμμαχοι συμφώνησαν ιδιαίτερα να αντισταθούν από κοινού εναντίον της επικείμενης περσικής εισβολής. Οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι ήταν πάνω απ' όλους στη συμμαχία, ορκισμένοι εχθροί των Περσών. Οι Σπαρτιάτες ζήτησαν τη διοίκηση των δυνάμεων ξηράς και ο Θεμιστοκλής προσπάθησε να διεκδικήσει τη διοίκηση των ναυτικών δυνάμεων. Ωστόσο, οι άλλες ναυτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Κορίνθου και της Αίγινας, αρνήθηκαν να δώσουν τη διοίκηση στους Αθηναίους και ο Θεμιστοκλής υποχώρησε. Αντ’ αυτού, ως συμβιβαστική λύση, οι Σπαρτιάτες (που είχαν ασήμαντη ναυτική δύναμη) επέλεξαν τον Ευρυβιάδη ως διοικητή των ναυτικών δυνάμεων. Ωστόσο, είναι σαφές από τον Ηρόδοτο ότι ο Θεμιστοκλής αναμενόταν να είναι ο πραγματικός ηγέτης του στόλου.

Το επόμενο συνέδριο έλαβε χώρα την άνοιξη του 480 π.Χ. Μία θεσσαλική αντιπροσωπεία πρότεινε στους συμμάχους να συγκεντρωθούν στα Στενά των Τεμπών, ώστε να εμποδίσουν την επέλαση του Ξέρξη. Εντούτοις όταν στάλθηκε εκεί μία δύναμη 10.000 οπλιτών, ο Αλέξανδρος Α' της Μακεδονίας τους προειδοποίησε ότι η κοιλάδα των Τεμπών θα μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω του περάσματος του Σαρανταπόρου, καθώς και ότι ο στρατός του Ξέρξη ήταν εξαιρετικά μεγάλος. Έτσι οι Έλληνες υποχώρησαν.

 

6.4.3. Κατάληψη Θράκης, Μακεδονίας και Θεσσαλίας 481

 

Ο περσικός στρατός, μετά από τρεις μήνες, πέρασε από τον Ελλήσποντο στη Θέρμη και σταμάτησε για λίγο στο Δορίσκο για να αναδιοργανωθούν τα εθνικά σώματα σε τακτικά στρατεύματα. Όταν οι Έλληνες έμαθαν ότι ο Ξέρξης διέσχισε τον Ελλήσποντο, ο Θεμιστοκλής πρότεινε μια διαφορετική στρατηγική στους συμμάχους. Ο Ξέρξης θα αναγκαζόταν να περάσει από τις Θερμοπύλες για να φτάσει στη Νότια Ελλάδα. Για αυτό, ο Θεμιστοκλής πρότεινε στους Έλληνες να κλείσουν το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, όπου οι Πέρσες δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους. Παράλληλα, οι Αθηναίοι θα αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο στο Αρτεμίσιο. Αυτό το σχέδιο έγινε δεκτό από τους Έλληνες. Ωστόσο, οι πόλεις της Πελοποννήσου, σε περίπτωση αποτυχίας του σχεδίου, σχεδίαζαν να υπερασπιστούν τον Ισθμό της Κορίνθου, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά των Αθηναίων θα έφευγαν μαζικά στην Τροιζήνα.

 

6.4.4. Η Ναυμαχία του Αρτεμισίου, Αύγουστος 480 

 

Τον Αύγουστο του 480 π.Χ., όταν ο περσικός στρατός πλησίαζε στη Θεσσαλία, ο στόλος των Συμμάχων έπλευσε προς το Αρτεμίσιο της βόρειας Εύβοιας και ο στρατός βάδισε προς τις Θερμοπύλες. Όταν ο περσικός στόλος έφθασε τελικά στο Αρτεμίσιο μετά από σημαντική καθυστέρηση, ο Ευρυβιάδης, για τον οποίο τόσο ο Ηρόδοτος όσο και ο Πλούταρχος αναφέρουν ότι δεν ήταν ιδιαίτερα εμπνευσμένος διοικητής, θέλησε να αποφύγει τη σύγκρουση. Σ' εκείνη τη χρονική στιγμή, ο Θεμιστοκλής δέχτηκε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό από τους ντόπιους, ώστε να παραμείνει ο στόλος στο Αρτεμίσιο. Ο Θεμιστοκλής έδωσε μέρος του ποσού στον Ευρυβιάδη για να μην αποχωρήσει και ο ίδιος κράτησε το υπόλοιπο. Οι Πέρσες είχαν χάσει πολλά πλοία στη Μαγνησία λόγω καταιγίδας και προσπάθησαν να κλείσουν όλες τις εξόδους από τα στενά. Μετά την πρώτη μέρα, οι Έλληνες κατέστρεψαν 30 περσικά πλοία, ενώ η καταιγίδα κατέστρεψε 200 πλοία του περσικού στόλου στην Εύβοια. Οι Έλληνες, τη δεύτερη μέρα, επιτέθηκαν στα πλοία από την Κιλικία και τα κατέστρεψαν. Την επόμενη μέρα, οι Πέρσες επιτέθηκαν και κατά τη διάρκεια της μάχης καταστράφηκαν πολλά ελληνικά και περσικά πλοία. Μετά από τρεις ημέρες μάχης, οι σύμμαχοι επικράτησαν του πολύ μεγαλύτερου περσικού στόλου, αλλά υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Το απόγευμα της τρίτης ημέρας οι Έλληνες έμαθαν για την ήττα στις Θερμοπύλες και επειδή δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να υπερασπίζονται την περιοχή, αλλά και εξαιτίας των μεγάλων απωλειών, υποχώρησαν στη Σαλαμίνα.

 

6.4.5. Η Μάχη των Θερμοπυλών, Αύγουστος 480 

 

Εν τω μεταξύ οι περσικές δυνάμεις προχώρησαν χωρίς να συναντήσουν ιδιαίτερη αντίσταση, αφού η Θεσσαλία και η Θήβα είχαν μηδίσει, δηλαδή είχαν αποδεχτεί τους Πέρσες. Όταν οι Έλληνες έμαθαν ότι οι Πέρσες από τον Όλυμπο βάδιζαν στις Θερμοπύλες, οι Σπαρτιάτες γιόρταζαν τα Κάρνεια, ενώ παράλληλα διεξάγονταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Ωστόσο, οι Σπαρτιάτες έστειλαν 300 άνδρες με επικεφαλής τον Αγιάδη βασιλιά Λεωνίδα, του οποίου η δύναμη πλαισιώθηκε από 3.700 επιπλέον Πελοποννήσιους και 3.000 Λοκρούς, Φωκιδαίους και Θεσπιείς.. Ο Λεωνίδας ανέλαβε την ηγεσία του συμμαχικού ελληνικού στρατού και κατάφερε με επιτυχία να κρατήσει τους μαχητές ενωμένους ξεχνώντας τις διαφορές τους. Η στρατιωτική του ευφυΐα έγινε εμφανής στις Θερμοπύλες με το τρόπο που παρέταξε τα στρατιωτικά τμήματα και με τη ταχύτητα με την οποία τα ενάλλασσε στο πεδίο της μάχης. Όταν ο Ξέρξης του έστειλε αγγελιαφόρο και του ζήτησε να παραδώσει τα όπλα και να παραδοθεί, ο Σπαρτιάτης βασιλεύς απάντησε «Μολών λαβέ», δηλαδή «Έλα να τα πάρεις», θέλοντας έτσι να τον προκαλέσει να δώσει μάχη. Ο Λεωνίδας διέταξε τους Φωκείς να ανεγείρουν ένα αμυντικό τείχος και περίμενε την άφιξη των Περσών.

Οι Πέρσες περίμεναν τέσσερις μέρες την υποχώρηση των Ελλήνων, ωστόσο, όταν κατάλαβαν ότι οι Έλληνες θα πολεμούσαν, αποφάσισαν να επιτεθούν. Οι Έλληνες απωθούσαν τις περσικές επιθέσεις για δύο μέρες, αλλά ο Εφιάλτης έδειξε στους Πέρσες ένα μονοπάτι και τους οδήγησε πίσω από τους Έλληνες. Ο Λεωνίδας αποφάσισε να μείνει στο πεδίο της μάχης με τους 300 Σπαρτιάτες, 400 Θηβαίους, 700 Θεσπιείς και ακόμα λίγους Έλληνες, ωστόσο, ο ελληνικός στρατός εκμηδενίστηκε, αγωνιζόμενος ηρωικά μέχρι τελικής πτώσης και του τελευταίου οπλίτη.

 

6.4.6. Λεωνίδας Αναξανδρίδα (540 – 480 π.Χ.)

 

Ο Λεωνίδας (<λεώς=λαός + οίδα [=γνωρίζω] = γνώστης του στρατού, που εσκεμμένα συγχέεται με το «λέων+είδος» =αυτός που μοιάζει με λιοντάρι) ήταν ένας από τους τέσσερις γιους του Αγιάδη βασιλιά Αναξανδρίδα (ή αλλιώς Αλεξανδρίδα) από τον πρώτο γάμο του πατέρα του (Δωριέας, Λεωνίδας, Κλεόμβροτος), ο οποίος πιστευόταν πως ήταν απόγονος του Ηρακλή. Στο θρόνο ανέβηκε το 490 π.Χ. μετά τον ετεροθαλή αδελφό του, Κλεομένη Α, τον οποίο ο πατέρας του είχε αποκτήσει από τη δεύτερη σύζυγό του. Ο Λεωνίδας, καθότι τριτότοκος γιος, δεν περίμενε ότι θα γινόταν βασιλεύς. Όμως ο Κλεομένης εξορίστηκε και τελικά πέθανε σε μια φυλακή της Σπάρτης και ο Δωριέας είχε πεθάνει στη Σικελία οδηγώντας μια ομάδα μισθοφόρων.

Αν όντως γεννήθηκε το 540 π.Χ., τότε το 510 π.Χ. πρέπει να ήταν σε ηλικία γάμου. Είτε νυμφεύτηκε γυναίκα το όνομα της οποίας δεν είναι γνωστό, οπότε και χώρισε αργότερα, είτε έμεινε ανύπαντρος μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 490 π.Χ., όταν συζεύχθηκε την ανιψιά του Γοργώ, κόρη του ετεροθαλούς αδελφού του, Κλεομένη, γάμος που λογιζόταν θεμιτός εκείνη την εποχή για βασιλείς προκειμένου να διατηρήσουν στους απογόνους τους το βασιλικό αίμα. Ο Λεωνίδας με τη Γοργώ απέκτησαν ένα γιο, τον Πλείσταρχο (μετέπειτα βασιλιά 480-459), γεγονός που τον καθιστούσε ισότιμο με τους τριακόσιους, που τον συνόδεψαν στις Θερμοπύλες, που επιλέχτηκαν να έχουν όλοι τουλάχιστον ένα γιο, ώστε να διατηρηθεί η γενιά τους. Από τους δυο βασιλείς της Σπάρτης ο Λεωνίδας προσφέρθηκε να πάει στις Θερμοπύλες, υπακούοντας και σε ένα χρησμό του μαντείου των Δελφών που έλεγε: «Ή πόλη της Σπάρτης θα σβηστεί από το χάρτη ή θα θρηνήσει τον βασιλέα της».

Στη θέση όπου έπεσε ο Λεωνίδας και οι συμπολεμιστές του οι αρχαίοι έστησαν μνημείο με χαραγμένο πάνω του το γνωστό επίγραμμα του Σιμωνίδη: «Ω ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι», εννοώντας: «πεθάναμε εδώ ακολουθώντας τις σπαρτιατικές παραδόσεις». Μετά τη μάχη, στις Θερμοπύλες στήθηκε ένας πέτρινος λέοντας για να θυμούνται όλοι το όνομα του βασιλιά που έπεσε στο σημείο εκείνο. Τα λείψανά του στάλθηκαν για ταφή στη Σπάρτη το 440 π.Χ.. Προς τιμή του Λεωνίδα κατά τη μακεδονική περίοδο οι Σπαρτιάτες ανήγειραν ένα ναό, το Λεωνιδαίο, και τελούσαν μια ετήσια γιορτή, τα Λεωνίδαια. Η γιορτή αυτή ατόνησε όταν άρχισε να παρακμάζει η Σπάρτη, αλλά αναβίωσε την εποχή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού. Ο Τραϊανός το έκανε αυτό και για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, καθώς εκείνη την περίοδο είχε ξεκινήσει ο πόλεμος μεταξύ της Ρώμης και των Πάρθων, που ήταν συνεχιστές του κράτους των Περσών και ήθελε να θυμίσει την ηρωική στάση των Ελλήνων στους Περσικούς πολέμους. Μάλιστα ένας Ρωμαίος ευγενής, ο Γάιος Ιούλιος Αγησίλαος, έκανε μεγάλη οικονομική δωρεά στην εορτή. Η σύγχρονη ελληνική πολιτεία έχει χτίσει μνημείο-τύμβο στην πόλη της Σπάρτης και ένα άγαλμα-μνημείο στο πεδίο όπου έγινε η μάχη των Θερμοπυλών. Το μνημείο των Θερμοπυλών ανεγέρθηκε το 1955 και είναι δημιούργημα του γλύπτη Βάσου Φαληρέα. Στο κεντρικό βάθρο υπάρχει ένα ορειχάλκινο άγαλμα του Σπαρτιάτη βασιλιά με δόρυ και ασπίδα. Δύο αγάλματα τον συντροφεύουν, οι αναπαραστάσεις του Πάρνωνα και του Ταΰγετου. Στη βάση τοποθετήθηκε πλάκα η οποία αναγράφει "ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ". Το άγαλμα στη Σπάρτη βρίσκεται στο κέντρο της πόλης μαζί με το κενοτάφιο του βασιλιά.

Η ηρωική θυσία του Λεωνίδα και των 300 συμπολεμιστών του και η ανάμνηση της μάχης των Θερμοπυλών έμειναν στην κοινή συνείδηση των αιώνων ως  υπέρτατα διαχρονικά σύμβολα φιλοπατρίας, αυταπάρνησης και αφοσίωσης στο καθήκον, για πολλούς λαούς σε πολλές φάσεις της ιστορίας. Οι σύγχρονοι Έλληνες το χρησιμοποίησαν κατά την επανάσταση του 1821 ενάντια στην οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και το 1940 εναντίον των Ιταλών, οι Σύμμαχοι στην εισβολή του Άξονα στην Ελλάδα, κατά τη Γαλλική Επανάσταση οι επαναστάτες το χρησιμοποίησαν για να αντικατοπτρίσουν τη πάλη μεταξύ των αριστοκρατικών και των δημοκρατικών δυνάμεων, ο Ναπολέων Βοναπάρτης το χρησιμοποίησε πριν από τη μάχη στο Βατερλό, οι Ρωμαίοι όποτε πολεμούσαν τους λαούς της Ασίας και οι Ιρλανδοί στον αγώνα τους για την ανεξαρτησία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γερμανική αεροπορία κατά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο διέθετε μια ομάδα πιλότων αυτοκτονίας, σαν τους καμικάζι των Ιαπώνων, που ονομαζόταν "Λεωνίδας".

 

6.4.7. Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας, Σεπτέμβριος 480

 

Μετά τη νίκη τους στις Θερμοπύλες, οι Πέρσες κατέστρεψαν στη Βοιωτία, τις Πλαταιές και τις Θεσπιές, και ετοιμάζονταν να καταλάβουν την Αθήνα, ενώ όλο και περισσότεροι Έλληνες προσχωρούσαν στους Πέρσες, όπως οι Λοκροί, οι Βοιωτοί και οι Δωριείς. Ο Θεμιστοκλής αρνιόταν να δεχτεί την εκδοχή της εγκατάλειψης του αγώνα. Γύρισε στην Αθήνα και προσπάθησε να πείσει τους συμπολίτες του να εγκαταλείψουν προσωρινά την πόλη τους. Οι Αθηναίοι, όπως συνηθιζόταν πριν από κάθε κρίσιμη απόφαση, έστειλαν θεωρούς στους Δελφούς για να ζητήσουν χρησμό. Ο χρησμός που τους έδωσε η Πυθία Αριστονίκη ήταν ιδιαίτερα αποθαρρυντικός. Οι Αθηναίοι επέμειναν και ζήτησαν δεύτερο χρησμό, ελπίζοντας σε μια πιο αισιόδοξη απάντηση που τελικά έλαβαν και που μεταξύ άλλων ανέφερε: «ο Ζευς θα δώσει ένα ξύλινο τείχος που θα μείνει απόρθητο, αυτό το τείχος θα σώσει εσένα και τα παιδιά σου». Όταν ο χρησμός ανακοινώθηκε στους κατοίκους, προκλήθηκε μεγάλη συζήτηση για το αν η ορθή ερμηνεία θα έπρεπε να είναι κυριολεκτική ή μεταφορική. Ο Θεμιστοκλής υποστήριζε ότι τα σωτήρια ξύλινα τείχη θα ήταν ο στόλος τους. Προκειμένου να ενισχύσει τα επιχειρήματά του, παρουσίασε, με τη σύμφωνη γνώμη των ιερέων της πόλης, στον αθηναϊκό λαό αδιάψευστα, όπως ισχυριζόταν, θεϊκά σημεία. Βεβαίωνε ότι ο όφις της θεάς Αθηνάς, ο προστάτης της πόλης, είχε αφήσει ανέγγιχτες τις προσφορές στο ναό και είχε εγκαταλείψει την πόλη, δείχνοντας στους Αθηναίους το δρόμο προς τη θάλασσα. Οι Αθηναίοι πείστηκαν και κατέφυγαν στην Τροιζήνα, στην Αίγινα και στη Σαλαμίνα, όπου οι κάτοικοι δέχθηκαν με καλοσύνη τους πρόσφυγες. Όλοι οι άνδρες που μπορούσαν να πολεμήσουν μπήκαν στα πολεμικά τους πλοία. Στην Αθήνα έμειναν μόνο 500 γέροι και άρρωστοι. Οι Πέρσες, μπαίνοντας στην Αθήνα, εκδικήθηκαν για την πυρπόληση των Σάρδεων παραδίνοντας στις φλόγες τα ιερά της Ακρόπολης.

Στη Σαλαμίνα, ο Ευρυβιάδης και οι Πελοποννήσιοι σύμμαχοί του σκέπτονταν να εγκαταλείψουν τα στενά και να πάνε με το στόλο τους στον Ισθμό της Κορίνθου, όπου θα αντιμετώπιζαν τον περσικό στόλο, καταστρέφοντας το μοναδικό δρόμο που οδηγούσε εκεί και χτίζοντας τείχος γύρω από αυτόν.. Ο Θεμιστοκλής όμως υποστήριζε ότι ο στόλος έπρεπε να μείνει στη Σαλαμίνα και να ναυμαχήσει στα στενά της, μπροστά στα σημερινά Αμπελάκια. Όταν στο συμβούλιο ο Θεμιστοκλής μέσα στην ορμή του μίλησε πριν από τον Ευρυβιάδη, ο στρατηγός Αδείμαντος από την Κόρινθο τού είπε ότι «στους αγώνες αυτούς που ξεκινούν πριν δοθεί το σύνθημα, τους ραπίζουν». Ο Θεμιστοκλής του αποκρίθηκε αμέσως ότι «και αυτοί που ξεκινούν πολύ μετά το σύνθημα δεν παίρνουν βραβείο». Τότε ο Ευρυβιάδης θύμωσε και σήκωσε το ραβδί του να χτυπήσει τον Θεμιστοκλή, αλλά εκείνος, ψύχραιμα, αντί να οργισθεί, είπε την διαβόητη φράση: «Πάταξον μεν, άκουσον δε». Ο θυμός του Ευρυβιάδη πέρασε αμέσως και διατηρήθηκε η ηρεμία που ήταν απαραίτητη.

Όταν όμως ο Αδείμαντος αποκάλεσε τον Θεμιστοκλή άπατρι, επειδή η πατρίδα του δεν ήταν ελεύθερη, καθώς ο Ξέρξης είχε ήδη κυριεύσει την Αθήνα, ο Θεμιστοκλής αγανακτισμένος παρατήρησε ότι οι Αθηναίοι έχουν πατρίδα τους τις 200 τριήρεις τους και ότι θα μεταναστεύσουν στο Σίρι της Κάτω Ιταλίας όπου θα ιδρύσουν νέα πόλη. Στη σκέψη ότι οι Αθηναίοι μπορεί να αποχωρούσαν με το στόλο τους, ο Ευρυβιάδης αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Όμως οι άλλοι στρατηγοί, βλέποντας την Αθήνα να καίγεται και τον εχθρικό στόλο να βρίσκεται στο Φάληρο, ετοιμάζονταν να μπουν στα πλοία και να πλεύσουν στον Ισθμό. Τότε ο Θεμιστοκλής μηχανεύτηκε ένα σχέδιο. Έστειλε κρυφά στο εχθρικό στρατόπεδο τον παιδαγωγό των παιδιών του (ή δούλο κατά άλλη εκδοχή), Σίκινο, ο οποίος ήξερε την περσική γλώσσα γιατί ήταν από τους Έλληνες της Ασίας, για να αναγγείλει στους Πέρσες στρατηγούς ότι οι Έλληνες που ήταν στη Σαλαμίνα σκόπευαν να φύγουν κρυφά κατά τη διάρκεια της νύχτας και ότι ο περσικός στόλος έπρεπε αμέσως να τους περικυκλώσει και να τους επιτεθεί για να τους καταστρέψει όλους μαζί. Οι Πέρσες, πεισμένοι ότι ο Θεμιστοκλής υποστήριζε τα περσικά συμφέροντα, έπεσαν στην παγίδα και άρχισαν τους ελιγμούς για το στενό της Σαλαμίνας.

Ο περσικός στόλος, που είχε 1.207 πλοία, μπήκε στο στενό της Σαλαμίνας με προπορευόμενα τα Φοινικικά πλοία. Ο ελληνικός στόλος παρατάχθηκε απέναντί τους με 366 πλοία, από τα οποία αντηχούσε ο παιάνας: «Ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων, νυν υπέρ πάντων αγών». Ο Ευρυβιάδης έδωσε με την σάλπιγγα το σήμα για την επίθεση. Ο Θεμιστοκλής κατόρθωσε να χωρίσει στα δύο το δεξιό και ισχυρότερο μέρος από την παράταξη των Φοινίκων. Επακολούθησε η καταδίωξη και η καταστροφή του περσικού στόλου, που την παρακολουθούσε εξαγριωμένος και αγανακτώντας ο Ξέρξης, καθισμένος σ' ένα θρόνο στο όρος Αιγάλεω. Ο περσικός στόλος έπαθε πανωλεθρία. Οι Έλληνες έμειναν κύριοι του πεδίου της μάχης και έχασαν μόνο 40 τριήρεις, ενώ καταστράφηκαν 200 περσικές τριήρεις. Προς το τέλος της σύγκρουσης, μάλιστα, ο Αριστείδης με Αθηναίους οπλίτες αποβιβάστηκε στη νήσο Ψυτάλλεια, στα ανατολικά του όρμου, και εξόντωσε την επίλεκτη περσική φρουρά που ήταν εκεί εγκατεστημένη. Ο Ξέρξης, φοβούμενος ότι οι Έλληνες μετά τη νίκη τους στη Σαλαμίνα θα κατέστρεφαν τη γέφυρα του Ελλησπόντου, και έχοντας υπόψη μία επανάσταση που ξέσπασε εκείνη την περίοδο στη Βαβυλωνία, αποφάσισε να αποχωρήσει με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του και να επιστρέψει στην Ασία. Πολλοί επιφανείς Πέρσες έχασαν τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Αριαβίγνης, αδελφός του Ξέρξη. Ο Μαρδόνιος, με στρατιώτες που διάλεξε ο ίδιος έμεινε στην Ελλάδα και πέρασε το χειμώνα στη Βοιωτία και στη Θεσσαλία, ενώ οι Αθηναίοι επέστρεψαν στην πόλη τους.

Οι Έλληνες, όπως ήταν το θρησκευτικό τους καθήκον, πρόσφεραν στους θεούς τους περσικά λάφυρα και τίμησαν αυτούς που είχαν αγωνισθεί. Έδωσαν βραβείο ανδρείας στους Αιγινήτες και στους Αθηναίους, όταν όμως έγινε ψηφοφορία για το ποιος θα έπαιρνε το βραβείο για τη σύνεσή του, κάθε στρατηγός έβαλε πρώτα το δικό του όνομα, και έπειτα του Θεμιστοκλή, δείχνονταν μ' αυτόν τον τρόπο τη φιλαυτία τους. Ο Θεμιστοκλής όμως αναγνωρίστηκε και δοξάστηκε απ' όλους ως ο σοφότερος Έλληνας. Ακόμα και οι Σπαρτιάτες τού έδωσαν στεφάνι από ελιά, σαν βραβείο για την ωριμότητά του και την επιδεξιότητά του.

Το 480 π.Χ. χρονιά του θριάμβου στη Σαλαμίνα, σημειώθηκε μία ακόμη σημαντική νίκη των Ελλήνων επί των Καρχηδονίων αντιπάλων τους στην Ιμέρα της βόρεια Σικελίας υπό τον Γέλωνα τύραννο των Συρακουσών.

 

6.5. Μετά την περσική εισβολή

 

6.5.1. Τα τελευταία χρόνια του Θεμιστοκλή

 

Οι Αθηναίοι, μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, αποφάσισαν ότι θα ένιωθαν πιο ασφαλείς αν τείχιζαν την πόλη τους. Όταν έγινε γνωστό το σχέδιό τους, η αντίδραση των Σπαρτιατών ήταν άμεση: έστειλαν πρεσβεία στην Αθήνα και ζήτησαν να μην ξεκινήσει η οικοδόμηση καθώς και τη συνεργασία των Αθηναίων για να γκρεμίσουν από κοινού τα τείχη άλλων πόλεων έξω από την Πελοπόννησο, με τη δικαιολογία ότι, αν ξαναέρχονταν οι εχθροί, δεν θα έπρεπε να έβρισκαν οχυρωμένες πόλεις που να χρησιμοποιήσουν ως ορμητήρια. Ο Θεμιστοκλής επωμίσθηκε, για μια ακόμη φορά, το βάρος για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Με δόλο παρέκαμψε τις σπαρτιατικές αντιδράσεις, μετέφερε στη Σπάρτη και παρέτεινε τις διαπραγματεύσεις ώσπου οι Αθηναίοι με εντατική εργασία ολοκλήρωσαν τα Μακρά Τείχη, όπως είναι γνωστά, και οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν πλέον μπροστά σε τετελεσμένο γεγονός. Στους όρους που επέβαλαν αργότερα οι Σπαρτιάτες, μετά τη νίκη τους στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν η κατεδάφιση των τειχών. Τμήματα των τειχών σώζονται μέχρι σήμερα και αποκαλύπτουν τη βιαστική οικοδόμηση. Τον επόμενο χρόνο, το 477 π.Χ., πάλι με τη συμβουλή του Θεμιστοκλή, άρχισε η οχύρωση και η ανάδειξη του Πειραιά, που αντικατέστησε το λιμάνι του Φαλήρου, αυτή τη φορά με προσοχή και χωρίς βιασύνη.

Η πολιτική που ακολούθησε ο Θεμιστοκλής εξασφάλισε στην Αθήνα ναυτική υπεροχή και οδήγησε στην ίδρυση της Συμμαχίας της Δήλου. Η Συμμαχία είχε σκοπό την απελευθέρωση των ιωνικών πόλεων από τον περσικό ζυγό και υποχρέωνε τους σύμμαχους που δεν συμμετείχαν με στρατό ή στόλο στον κοινό αγώνα εναντίον των Περσών να καταβάλλουν χρήματα. Μάλιστα η πρώτη εισφορά καθορίστηκε από τον Αριστείδη που ακολούθησε στο ζήτημα αυτό την πολιτική γραμμή του Θεμιστοκλή. Η Συμμαχία της Δήλου επέτρεψε την απόλυτη κυριαρχία της Αθήνας στο Αιγαίο.

Στην Αθήνα σύντομα επικράτησε η φιλοσπαρτιατική αριστοκρατική μερίδα και ο Θεμιστοκλής παραμερίστηκε. Παρά τη σύνεσή του ο Θεμιστοκλής έχασε την εμπιστοσύνη των Αθηναίων, που τον κατηγόρησαν ότι έκανε σφάλματα και παρεκτροπές. Το 471 π.Χ. ο Θεμιστοκλής εξοστρακίστηκε επειδή κάποιοι τον φθονούσαν και άλλοι επειδή φοβόνταν ότι με την υπεροχή του θα κινδύνευε η δημοκρατία εξαιτίας του. Ενόσω ο Θεμιστοκλής ζούσε εξόριστος στο Άργος, οι Σπαρτιάτες, είτε από φθόνο γιατί είχε δοξαστεί στη Σαλαμίνα, είτε από εκδίκηση γιατί τους ξεγέλασε και έχτισε παρά τη θέλησή τους τείχη στην Αθήνα, είτε για να μετριάσουν τη ντροπή που έφερε στη Σπάρτη η προδοσία του στρατηγού τους Παυσανία, για τον οποίο έλεγαν ότι είχε συμμαχήσει με τους Πέρσες, είτε από ειλικρίνεια για το καλό των Ελλήνων, κατηγόρησαν τον Θεμιστοκλή ότι ήταν συνεννοημένος με τον Παυσανία. Ο Θεμιστοκλής όμως, είτε γιατί η κατηγορία ήταν αληθινή, είτε γιατί πίστευε ότι η δίκη ήταν στημένη, έφυγε κρυφά από το Άργος. Πήγε στην Κέρκυρα, από εκεί κατέφυγε στον Άδμητο, τον βασιλιά των Μολοσσών, και από κει πέρασε τη Μακεδονία ώσπου κατέληξε στην Αυλή του βασιλιά της Περσίας Αρταξέρξη Α (465-424), ο οποίος ανέβηκε στο θρόνο το 465 π.Χ., μετά τη δολοφονία του πατέρα του Ξέρξη.

Λέγεται ότι ο Θουκυδίδης είχε πει αγανακτισμένος ότι οι Αθηναίοι συνηθίζουν να βαριούνται να τους ευεργετεί για πολύ καιρό ο ίδιος άνθρωπος. Πάντως, ο Αρταξέρξης χάρηκε πολύ όταν βρέθηκε στα χέρια του ο μεγάλος ήρωας της Σαλαμίνας και τον δέχθηκε με περισσή ευγένεια λέγοντας: "Μακάρι οι Έλληνες να διώχνουν πάντα έτσι τους καλύτερους ανθρώπους τους". Ο βασιλεύς έκανε μεγάλες τιμές στον Θεμιστοκλή και του παραχώρησε τα εισοδήματα τριών πόλεων της Μικράς Ασίας, της Λαμψάκου, της Μυούντας και της Μαγνησίας, όπου ο Θεμιστοκλής τελικά εγκαταστάθηκε ως τοπικός διοικητής.

Η παράδοση αναφέρει ότι όταν επαναστάτησε η Αίγυπτος, ο Αρταξέρξης ζήτησε από τον Θεμιστοκλή τη συνδρομή του στην καταστολή της επανάστασης, αλλά ο Θεμιστοκλής αρνήθηκε να στραφεί ενάντια στα ελληνικά συμφέροντα και από την άλλη δεν ήθελε να δείξει αχαριστία στον βασιλιά της Περσίας. Έτσι προτίμησε να πιει αίμα ταύρου ή κάποιο άλλο δηλητήριο και να θέσει τέρμα στη ζωή του. Όταν ο Αρταξέρξης έμαθε το θάνατό του, θαύμασε τη φιλοπατρία του. Προς τιμήν του Θεμιστοκλή, στήθηκε λαμπρό μνήμα έξω από τα τείχη της Μαγνησίας και ανδριάντας του στην αγορά. Η σορός του μεταφέρθηκε κρυφά στον Πειραιά, όπου οι Αθηναίοι έκαναν έναν τάφο από ευγνωμοσύνη για τις μεγάλες υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Αθήνα.

Ο Θεμιστοκλής αναμφίβολα υπήρξε διορατικός πολιτικός και μεγαλοφυής ηγέτης που ενδυνάμωσε το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, κατέστησε την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο και απάλλαξε την Ελλάδα από την περσική απειλή, παρότι συναντούσε συνεχώς αντιδράσεις στην εφαρμογή των σχεδίων του. Κατά τον Πλούταρχο, ο Θεμιστοκλής υπήρξε ο κύριος συντελεστής της σωτηρίας της Ελλάδας. Ο προσωπικός του θρίαμβος, η ναυμαχία της Σαλαμίνας, αποτελεί καμπή στους περσικούς πολέμους και μία από τις σπουδαιότερες ναυτικές συγκρούσεις στην παγκόσμια ιστορία.

 

6.5.2. Παυσανίας Κλεομβρότου 515 – 470 π.Χ.

 

Όταν πέθανε ο βασιλεύς Λεωνίδας στη μάχη των Θερμοπυλών, άφησε τον ανήλικο γιο του Πλείσταρχο (480-459) στην εξουσία. Μέχρι να ενηλικιωθεί ο μικρός Πλείσταρχος, καθήκοντα αντιβασιλέα και επιτρόπου του θρόνου, ασκούσε ο ξάδελφός του Παυσανίας (<παύω [=φέρω σε πέρας, αναπαύω] + ανά [=σε όλη τη διάρκεια] = ο προσφέρων διαρκή ανακούφιση), ανιψιός του Λεωνίδα, γιος του αδελφού του Κλεόμβροτου. Ο γιος του Παυσανία Πλειστοάναξ (459-401) βασίλεψε στη Σπάρτη μετά τον Πλείσταρχο.

Μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, η συμμαχία των Πελοποννησίων, όρισε τον Παυσανία αρχηγό της. Οι σχέσεις μεταξύ των Ελλήνων χάλασαν, καθώς οι Πελοποννήσιοι αρνήθηκαν να στείλουν στρατό στα βόρεια για να βοηθήσουν τους Αθηναίους και οι Αθηναίοι απέσυραν το στόλο τους, οπότε την ηγεσία του ελληνικού στόλου ανέλαβε ο Ευρυποντίδης βασιλεύς της Σπάρτης Λεωτυχίδας. Ο ελληνικός στόλος βρισκόταν στη Δήλο, ενώ ο περσικός στη Σάμο. Και οι δύο πλευρές απέφευγαν την σύγκρουση, ενώ ο Μαρδόνιος αποφάσισε να μην επιτεθεί στον Ισθμό. Ο Μαρδόνιος, με τη βοήθεια του Αλέξανδρου Α', προσπάθησε να πείσει τους Αθηναίους να δεχτούν ειρήνη, αλλά οι τελευταίοι, αφού εξασφάλισαν τη βοήθεια των Σπαρτιατών, αρνήθηκαν. Οι Αθηναίοι εκκένωσαν την πόλη τους, την οποία κατέλαβε ο Μαρδόνιος, ο οποίος επανάλαβε την προσφορά του στη Σαλαμίνα. Οι Αθηναίοι ζήτησαν την άμεση βοήθεια της Σπάρτης, αλλά η τελευταία γιόρταζε τα Υακίνθια και άργησε να δώσει απάντηση. Ωστόσο, ο Τεγεάτης Χίλεος έπεισε τους Σπαρτιάτες να στείλουν στρατό, αφού τόνισε τα αποτελέσματα που θα είχε η παράδοση της Αθήνας στους Πέρσες. Οι Αθηναίοι έμειναν έκπληκτοι όταν έμαθαν για την προέλαση του σπαρτιατικού στρατού.

 

6.5.3. Η Μάχη των Πλαταιών, Ιούνιος 479 π.Χ.

 

Ο Μαρδόνιος, μαθαίνοντας για τις ενέργειες των Ελλήνων, τον Ιούνιο του 479 π.Χ. κινήθηκε στις Πλαταιές με σκοπό να δελεάσει τους Έλληνες σε σύγκρουση που θα γινόταν σε ανοικτό πεδίο, όπου θα χρησιμοποιούσε το ιππικό του. Ο Παυσανίας οδήγησε και αυτός το στρατό του πέρα από τον Ισθμό της Κορίνθου, στις Πλαταιές για να δώσει την τελική μάχη με τους Πέρσες. Μαζί του ενώθηκαν και οι δυνάμεις των Ελλήνων από την Στερεά Ελλάδα, εξαιρουμένων των Θηβαίων οι οποίοι είχαν μηδίσει (συμπαραταχθεί με τους Πέρσες). Οι Έλληνες, υπό την ηγεσία του Παυσανία, έμειναν στα υψώματα, γι' αυτό και ο Μαρδόνιος διέταξε επίθεση του ιππικού, η οποία αποκρούστηκε από τους Έλληνες. Οι Έλληνες ήρθαν πιο κοντά στο περσικό στρατόπεδο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα το άνοιγμα των γραμμών τους και την επίθεση των Περσών στη μοναδική πηγή νερού των Ελλήνων. Ο Παυσανίας διέταξε νυχτερινή υποχώρηση, η οποία όμως δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε, γι' αυτό και οι Αθηναίοι με τους Σπαρτιάτες και τους Τεγεάτες έμειναν για να καλύπτουν την υποχώρηση των Ελλήνων. Αυτό ώθησε τον Μαρδόνιο σε επίθεση. Στη μάχη που ακολούθησε, οι Έλληνες διέλυσαν τον περσικό στρατό, τον ανάγκασαν να τραπεί σε φυγή και σκότωσαν τον Μαρδόνιο. Απ' τους Πέρσες, μόνο 40.000 άνδρες έμειναν ζωντανοί, ενώ οι άλλοι σφάχθηκαν από τους Έλληνες. Στις Πλαταιές ο Παυσανίας απέδειξε πόσο μεγάλη ήταν η υπομονή του και πόσο συνετή η στρατηγική του. Αυτό ήταν και το τέλος των επιθετικών πολέμων των Περσών. Οι 31 πόλεις που συμμετείχαν στον αντιπερσικό συνασπισμό, αφιέρωσαν στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς ένα χρυσό τρίποδα που υποβασταζόταν από τρεις χάλκινους όφεις. Τον τρίποδα τον έλιωσαν αργότερα οι Φωκείς, διασώθηκε, όμως, η στήλη των όφεων, η οποία μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου και βρίσκεται σήμερα. Αυτές οι μάχες έβαλαν τέλος στην περσική εισβολή, και τότε άρχισε νέα φάση των Περσικών Πολέμων, με την ελληνική αντεπίθεση.

 

6.5.4. Ξάνθιππος Αρίφρωνος Χολαργεύς, επώνυμος άρχων 479

 

Ο Ξάνθιππος (<ξανθός + ίππος), καταγόμενος από το Χολαργό, γιος του Αρίφρονος και πατέρας του Περικλή, από τη σύζυγό του Αγαρίστη, ανιψιά του μεταρρυθμιστή Κλεισθένη, ήταν αυτός που το 490 π.Χ. παρέπεμψε σε δίκη το στρατηγό Μιλτιάδη, όταν εκείνος επέστρεψε από την αποτυχημένη του εκστρατεία εναντίον της Πάρου. Το 484 εξοστρακίστηκε και ο ίδιος από την Αθήνα, αλλά 479 π.Χ. διαδέχτηκε το Θεμιστοκλή στη διοίκηση του αθηναϊκού ναυτικού, στα χρόνια της ελληνικής αντεπίθεσης, που άρχισε με τη νίκη στη Μυκάλη.

 

6.5.5. Πεζοναυμαχία της Μυκάλης Σεπτέμβριος 479

 

Ο αθηναϊκός στόλος, υπό τις διαταγές του Ξάνθιππου, ενώθηκε με τον υπόλοιπο ελληνικό στόλο και έπλευσε κοντά στη Σάμο. Οι Πέρσες, μη θέλοντας να εμπλακούν σε ναυμαχία με τους Έλληνες, υποχώρησαν στη Μυκάλη, στις ακτές της Ιωνίας, όπου ο Ξέρξης άφησε στρατό από 60.000 άνδρες, ο οποίος ενώθηκε με το στόλο. Στην αποφασιστική Πεζοναυμαχία της Μυκάλης, η οποία έλαβε χώρα την ίδια ημέρα με τη Μάχη των Πλαταιών, το Σεπτέμβριο του 479 π.Χ. με γενικό αρχηγό του ελληνικού στόλου τον βασιλιά της Σπάρτης Λεωτυχίδα, ο Ξάνθιππος ηγήθηκε των αθηναϊκών στρατευμάτων. Οι Έλληνες, παρά την αριθμητική υπεροχή των Περσών, επιτέθηκαν και κατέστρεψαν ένα μεγάλο μέρος του περσικού στόλου, πετυχαίνοντας μια σπουδαία νίκη και τερματίζοντας ουσιαστικά τη δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα. Μετά τη μάχη στη Μυκάλη, ο Σπαρτιάτης βασιλεύς Λεωτυχίδας πρότεινε να μεταφέρουν όλους τους Έλληνες από τη Μικρά Ασία στην Ευρώπη ως τη μοναδική μέθοδο απόλυτης ελευθερίας από την περσική κυριαρχία. Ο Ξάνθιππος αρνήθηκε κατηγορηματικά, διότι οι ιωνικές πόλεις ήταν αθηναϊκές αποικίες και επομένως οι Αθηναίοι όφειλαν να προστατέψουν τους Ίωνες.

 

6.5.6. Επιχειρήσεις στην Κύπρο, Βυζάντιο και Σηστό 478

 

Μετά τη νίκη στη Μυκάλη, οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας εξεγέρθηκαν ξανά, ενώ οι Πέρσες αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν την εξέγερση. Μετά τη νίκη του στις Πλαταιές, οι Έφοροι της Σπάρτης ανέθεσαν στον Παυσανία να ξεκινήσει με 5 τριήρεις από την Ερμιόνη και να οδηγήσει σε επανάσταση, εναντίον των Περσών, τις ελληνικές πόλεις στην Κύπρο και ύστερα στον Ελλήσποντο.

 

α. Επιδρομή στην Κύπρο 478

 

Το 478 π.Χ οι Σύμμαχοι, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, εκστράτευσαν στην Κύπρο και κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος του νησιού. Ήταν ουσιαστικά μια επιδρομή για να συγκεντρωθούν όσα περισσότερα λάφυρα ήταν δυνατό από τα περσικά σώματα στην Κύπρο. Δεν υπάρχει άλλη ένδειξη ότι οι Σύμμαχοι προσπάθησαν να καταλάβουν το νησί, και λίγο αργότερα έπλευσαν για το Βυζάντιο..

 

β. Κατάληψη του Βυζάντιου 478

 

Στον Ελλήσποντο οι Έλληνες έπλευσαν στο Βυζάντιο και το κατέλαβαν. Η ταυτόχρονη κατάληψη της Σηστού και του Βυζαντίου επέτρεψε στους Έλληνες να ελέγχουν το εμπόριο στη Μαύρη Θάλασσα. Ο Παυσανίας ελευθέρωσε στο Βυζάντιο τους ευγενείς Πέρσες, που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι και τους απέδωσε στον βασιλιά της Περσίας Ξέρξη. Στη συνέχεια ο Σπαρτιάτης στρατηγός άρχισε να αλληλογραφεί με τον Πέρση μονάρχη και να του υπόσχεται πως θα τον βοηθήσει να υποτάξει τους Έλληνες. Ο Παυσανίας άρχισε να υιοθετεί τον ανατολίτικο τρόπο ζωής και αυτό κίνησε τις υποψίες των Εφόρων, τις οποίες επιβεβαίωσαν οι μαρτυρίες ειλώτων ότι ο στρατηγός αλληλογραφεί με τον Ξέρξη.

Οι Έφοροι ανακάλεσαν τον Παυσανία από το Βυζάντιο, πίσω στη Σπάρτη. Οι Ίωνες και οι υπόλοιποι Έλληνες ζήτησαν από τους Αθηναίους να αναλάβουν την ηγεσία των ελληνικών δυνάμεων. Γι' αυτό το λόγο, η Σπάρτη αποφάσισε να σταματήσει τις εκστρατείες.

Στη Σπάρτη ο Παυσανίας δικάστηκε αλλά αθωώθηκε καθώς δεν υπήρχαν ισχυρές αποδείξεις εναντίον του. Οι συμπατριώτες του όμως δεν μπορούσαν να πεισθούν για την αθωότητά του και αποφάσισαν να τον εκτελέσουν. Ο στρατηγός βρήκε καταφύγιο στο ναό της Αθηνάς ως ικέτης. Σύμφωνα με τα ήθη των αρχαίων Ελλήνων, απαγορευόταν ο φόνος ικέτη. Έτσι οι Έφοροι έδωσαν διαταγή να χτιστεί η είσοδος και τα παράθυρα του ναού, μέχρι να λιμοκτονήσει ο Παυσανίας. Ως επακόλουθο ο ένδοξος στρατηγός πέθανε από ασιτία το 470 π.Χ..

Οι λόγοι της μεταστροφής του Παυσανία, αν όντως πρόδωσε τη Σπάρτη και μήδισε, είναι θέμα για μελέτη, καθώς υπάρχουν ενδείξεις ότι οι κατηγορίες μεγαλοποιήθηκαν από τους πολιτικούς του αντιπάλους που δεν έβλεπαν με ικανοποίηση την άνοδο του στην εξουσία και τη δύναμη που απέκτησε.

 

γ. Πολιορκία της Σηστού 478

 

Μετά την επιτυχία τους στη Μυκάλη, οι Έλληνες κατευθύνθηκαν στον Ελλήσποντο για να καταστρέψουν τις περσικές γέφυρες, αλλά τις βρήκαν ήδη κατεστραμμένες. Οι Πελοποννήσιοι επέστρεψαν στην πατρίδα τους, αλλά ο Ξάνθιππος παρέμεινε με τον αθηναϊκό στόλο προκειμένου να καταλάβει τη Θρακική Χερσόνησο όπου οι Αθηναίοι είχαν παλαιότερα αξιοσημείωτες περιουσίες. Οι Αθηναίοι και οι υπόλοιποι Έλληνες επιτέθηκαν στη Θρακική Χερσόνησο, αναγκάζοντας τους Πέρσες να υποχωρήσουν στη Σηστό, την οποία ο Ξάνθιππος πολιόρκησε. Ο Πέρσης κυβερνήτης Αρταύκτης δεν ήταν έτοιμος για πολιορκία, ωστόσο, οι Αθηναίοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν την πόλη για αρκετούς μήνες. Στο τέλος, οι Πέρσες υποχώρησαν και οι Αθηναίοι κατέλαβαν την πόλη  αναγκάζοντάς τη να παραδοθεί την επόμενη άνοιξη (478 π.Χ.).. Ο Πέρσης κυβερνήτης Αρταύκτης αποπειράθηκε να αποδράσει, αλλά συνελήφθη και εγκαταλείφθηκε από τον Ξάνθιππο στην εκδίκηση των κατοίκων του Ελαιούς, που τον εκτέλεσαν. Κατόπιν ο Ξάνθιππος επέστρεψε στην Αθήνα με τους άνδρες του.

 

6.6. Αριστείδης Λυσιμάχου Αλωπεκεύς (550-467 π.Χ.)

 

Ο Αριστείδης (<άριστος+είδος, επονομαζόμενος και «δίκαιος»), ήταν γιος του Λυσίμαχου και κατάγονταν από το δήμο της Αλωπεκής (σημερινή Δάφνη) της Αντιοχίδας φυλής της Αττικής, από σχετικά εύπορη οικογένεια. Μετά την κατάλυση της τυραννίας των Πεισιστρατιδών (510 π.Χ.) αναφέρεται ως φίλος του δημοκρατικού πολιτικού Κλεισθένη, και έγινε από τα σημαντικότερα δημόσια πρόσωπα της εποχής του και ο σπουδαιότερος πολιτικός αντίπαλος του Θεμιστοκλή. Πολέμησε στη Μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) ως στρατηγός της φυλής του και τον επόμενο χρόνο εκλέχτηκε «άρχων» της Αθήνας. Η εκλογή αυτή, πιθανότατα, ήταν αποτέλεσμα της φήμης που είχε αποκτήσει κατά την θητεία του ως ταμίας του ναού της Αθηνάς, όπου διακρίθηκε για την τιμιότητα και την δικαιοσύνη που επέδειξε. Εξαιτίας της φήμης του, ο στρατηγός Μιλτιάδης τον επέλεξε ανάμεσα στους δέκα στρατηγούς των αττικών φυλών για τη φύλαξη των λαφύρων και των αιχμαλώτων μετά την μάχη του Μαραθώνα. Ως «άρχων» της Αθήνας ήρθε σε αντιπαράθεση με τον Θεμιστοκλή, που υποστήριζε τη δημιουργία ισχυρού στόλου. Αυτή η στάση του οδήγησε τελικά στον εξοστρακισμό (εξορισμό) του, όταν μετά το 484 π.Χ. επικράτησε η παράταξη του Θεμιστοκλή. Ο Αριστείδης εμφανίστηκε ως υπέρμαχος της συντηρητικής αγροτικής πολιτικής, από φόβο ίσως ότι η δημιουργία ισχυρού στόλου και ιδιαίτερα η δυσβάσταχτη επιβάρυνση των οικονομικών της πόλης θα είχε αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.

Ο Αριστείδης επέλεξε ως τόπο εξορίας την Αίγινα. Όταν όμως πλησίαζε και πάλι ο περσικός κίνδυνος (φθινόπωρο 480 π.Χ.) στις παραμονές της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, επέδειξε πολιτική ωριμότητα, ξεπέρασε την προηγούμενη αντιπαράθεσή του με τον Θεμιστοκλή, που στο μεταξύ είχε ανακαλέσει όλους τους εξόριστους και τάχθηκε υπό τις διαταγές του. Την παραμονή της ναυμαχίας, κατόρθωσε να διαπεράσει τον κλοιό των περσικών πλοίων ανοικτά της Σαλαμίνας τη νύχτα και να ειδοποιήσει τον Θεμιστοκλή ότι ο ελληνικός στόλος ήταν περικυκλωμένος. Προς το τέλος της σύγκρουσης, ο ίδιος με τμήμα Αθηναίων οπλιτών, αποβιβάστηκαν στην νησίδα Ψυτάλλεια, στο ανατολικό τμήμα του κόλπου της Σαλαμίνας και εξόντωσε την επίλεκτη φρουρά που είχε αφήσει εκεί ο Πέρσης βασιλεύς Ξέρξης, κατά την αποχώρησή του προς το Φάληρο.

Με το πέρας της ναυμαχίας, η δημοτικότητα του Αριστείδη αυξήθηκε αλματωδώς. Ο ίδιος ανέλαβε να δώσει την απάντηση των Αθηναίων στον απεσταλμένο του Πέρση στρατηγού Μαρδόνιου, βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο Α', ο οποίος με δελεαστικούς όρους πρότεινε την προσχώρηση της Αθήνας στο πλευρό των Περσών. Το 479 π.Χ. εκλέχτηκε και πάλι στρατηγός και οδήγησε τους Αθηναίους στην μεγάλη νίκη κατά την Μάχη των Πλαταιών.

 

6.6.1. Α' Αθηναϊκή ή Δηλιακή Συμμαχία 478

 

Οι στρατιωτικές περσικές βάσεις παρέμεναν στην Ηιόνα και στο Δορίσκο καθώς και μικρότερες φρουρές σε άλλα σημεία του βορείου Αιγαίου. Για την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας απαιτούνταν επιθετικοί πόλεμοι. Η Σπάρτη ήταν μία συμβατική στρατιωτική δύναμη που διέθετε μόνο ισχυρό πεζικό και δεν ήταν διατεθειμένη να αναλάβει επιθετικές επιχειρήσεις. Οι τελευταίες κοινές επιχειρήσεις των Σπαρτιατών με τους υπόλοιπους Έλληνες ήταν εναντίον του Βυζαντίου (478) και στην Κύπρο (478). Μετά το Βυζάντιο, η Σπάρτη αποφάσισε να μην συνεχίσει τον πόλεμο, επειδή δεν υπήρχε πια κίνδυνος για την ελευθερία της Ελλάδας και των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, ή επειδή θεώρησε ότι ήταν δύσκολο να διαρκέσει πολύ η ελευθερία των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας. Αυτό σήμαινε ότι η ηγεσία στην ελληνική συμμαχία περιήλθε στους Αθηναίους, πράγμα που έγινε σαφέστερο με τη σπαρτιατική αποχώρηση μετά την επιχείρηση στο Βυζάντιο.

Η συμμαχία των πόλεων-κρατών που είχε αποκρούσει την εισβολή του Ξέρξη είχε επικεφαλής τη Σπάρτη που είχε την πρωτοκαθεδρία στην Πελοποννησιακή Συμμαχία. Με την αποχώρηση αυτών των πόλεων-κρατών, συγκλήθηκε στο ιερό νησί της Δήλου συνέδριο για ίδρυση νέας συμμαχίας, η οποία θα συνέχιζε τον αγώνα κατά των Περσών. Αυτή η συμμαχία που ιδρύθηκε το φθινόπωρο του 478 π.Χ., ονομάστηκε «Πρώτη Αθηναϊκή Συμμαχία», γνωστή επίσης ως «Δηλιακή Συμμαχία», επειδή είχε έδρα τη νήσο Δήλο, και περιλάμβανε τις παράλιες πόλεις και τα νησιά του βορείου Αιγαίου, της Προποντίδας ως το Βυζάντιο, των ακτών της Μικράς Ασίας και, στη μεγάλη της ακμή, της νότιας Μικράς Ασίας ως την Παμφυλία και όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, κύριος σκοπός της συμμαχίας ήταν η λεηλασία της επικράτειας του Πέρση βασιλιά ως αντίποινα για όσα υπέστησαν. Στην πραγματικότητα, αυτός ο σκοπός χωρίζονταν σε τρία κύρια μέρη: Να ετοιμαστούν για μια μελλοντική εισβολή, να εκδικηθούν τους Πέρσες και να κανονίσουν τα ζητήματα της διανομής των λαφύρων. Τα μέλη είχαν την ευκαιρία να διαλέξουν αν ήθελαν να προσφέρουν στρατό ή φόρο στο κοινό ταμείο και τα περισσότερα μέλη διάλεξαν το φόρο. Τα μέλη της συμμαχίας ορκίστηκαν να έχουν τους ίδιους φίλους και εχθρούς και έριξαν κομμάτια σιδήρου στη θάλασσα για να συμβολίσουν τη μονιμότητα της συμμαχίας τους.

Ο Αριστείδης ως αρχηγός του αθηναϊκού στόλου έπλευσε στην Κύπρο και την Μικρά Ασία, όπου με πολιτική επιδεξιότητα κατάφερε να προσελκύσει στην Α' Αθηναϊκή Συμμαχία, τους δυσαρεστημένους Ίωνες, οι οποίοι τελικά παράβλεψαν την τυραννική συμπεριφορά του Σπαρτιάτη αρχιστράτηγου Παυσανία. Ο Αριστείδης ανέλαβε και το ρόλο του καθορισμού του χρηματικού ποσού που κάθε μέλος της Συμμαχίας έπρεπε να συνεισφέρει για την άμυνα εναντίον των Περσών, επιβεβαιώνοντας ακόμη μια φορά το χαρακτηρισμό του ως δίκαιου αξιωματούχου. Τα επόμενα χρόνια είναι πιθανό να υποστήριξε τον γιο του Μιλτιάδη, Κίμωνα, αντίπαλο της πολιτικής του Θεμιστοκλή. Μετά, όμως, τον εξοστρακισμό του Κίμωνα, ο Αριστείδης κατηγορήθηκε από πολιτικούς του αντιπάλους, άδικα, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, για δωροδοκία. Μετά το 477 π.Χ. αφοσιώθηκε αποκλειστικά με επιτυχία στην οικονομική οργάνωση της Α' Αθηναϊκής Συμμαχίας. Άφησε την Αθήνα για να επισκεφθεί τους τόπους των μελών της Αθηναϊκής Συμμαχίας, ώστε να καθορίσει τους ανάλογους "φόρους". Πέθανε σε ταξίδι προς τον Εύξεινο Πόντο, όπου πήγαινε για υποθέσεις της Συμμαχίας. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου θάφτηκε δημοσία δαπάνη στο Φάληρο. Ο γιος του Λυσίμαχου αποζημιώθηκε και οι κόρες του προικίστηκαν από την πόλη.

Ο Αριστείδης προβάλλει μέσα από όλα τα γεγονότα που συνδέονται με το όνομά του ως μία από τις ευγενέστερες φυσιογνωμίες του αρχαίου κόσμου, δίκαιος, τίμιος και φιλόπατρις στρατιωτικός, πολιτικός και διπλωμάτης. Παρά το γεγονός ότι ανήκε στην αντίθετη παράταξη από εκείνη του Θεμιστοκλή και ιδιαίτερα μετά τις έντονες διαφορές τους, κατόρθωσε να συντονιστεί μαζί του υπηρετώντας χωρίς ευτελή ιδιοτέλεια το συμφέρον της πατρίδας του. Όταν ο ίδιος αποχώρησε από την πολιτική σκηνή και ο Θεμιστοκλής δέχονταν τα πλήγματα του πολιτικού αντιπάλου του Κίμωνα (και πολιτικού διαδόχου του ίδιου του Αριστείδη), αρνήθηκε να χαρεί για την δυστυχία του πρώην αντιπάλου του.

 

6.7. Εφιάλτης Σοφωνίδου (; -461)

 

Για μία πεντηκονταετία, που μπορεί να χαρακτηριστεί «χρυσή» (479-431 π.Χ.) ο ευδιάκριτος ανταγωνισμός Αθήνας - Σπάρτης αντισταθμιζόταν από την επικρατούσα ισορροπία δυνάμεων που οδήγησε σε μακρόχρονη ειρήνη.

Στην Αθήνα σημειώθηκαν πολιτικές εξελίξεις με επί μέρους αλλαγές του πολιτικού συστήματος που είχε εισηγηθεί ο Κλεισθένης. Κατ’ αρχάς, πιθανόν από το 487 π.Χ. άλλαξε ο τρόπος εκλογής των αρχόντων. Ενώ ως τότε οι 9 Άρχοντες (επώνυμος άρχων, βασιλεύς [αρχιερέας], πολέμαρχος [αρχιστράτηγος], 6 θεσμοθέτες [δικαστικά]) και οι Δημόσιοι Λειτουργοί (10 φύλαρχοι, 10 ταμίαι, 10 αποδέκται, 10 λογισταί, 10 ταξίαρχοι) εκλέγονταν και χειροτονούνταν κάθε χρόνο απευθείας από την Εκκλησία του Δήμου, τώρα γινόταν πρώτα εκλογή των υποψηφίων και η περαιτέρω επιλογή ανάμεσά τους γινόταν με κλήρωση, με εξαίρεση την εκλογή για το αξίωμα των στρατηγών που εξακολούθησαν να προχειρίζονται πάντοτε με χειροτονία. Με τη ρύθμιση αυτή κάθε πολίτης που επιζητούσε την αρχή είχε ίση πιθανότητα επιτυχίας είτε ήταν πλούσιος είτε πένης. Η δεύτερη αλλαγή έγινε, μετά από έγκριση της εκκλησίας του δήμου, το 462 π.Χ. από τον  Εφιάλτη, μέντορα του Περικλή, που ήταν φτωχός, δίκαιος και αδιάφθορος και ανήκοντας στην πολιτική παράταξη των δημοκρατικών, την αρχηγία της οποίας ανέλαβε μετά τον εξοστρακισμό του Θεμιστοκλή το 471 π.Χ., αντιπολιτευόταν τον Κίμωνα, εκπρόσωπο της αριστοκρατικής παράταξης. Την επικράτηση της αντιλακωνικής δημοκρατικής παράταξης βοήθησε η αποτυχημένη, λόγω της Σπαρτιατικής καχυποψίας, εξέλιξη της αθηναϊκής βοήθειας προς τη Σπάρτη υπό την ηγεσία του Κίμωνα. Οι Σπαρτιάτες απέπεμψαν με προσβλητικό τρόπο από την Ιθώμη την αθηναϊκή δύναμη, που οι ίδιοι είχαν καλέσει για βοήθεια εναντίον των επαναστατημένων ειλώτων. Οι Αθηναίοι αντέδρασαν συμμαχώντας με το Άργος, τον προαιώνιο εχθρό της Σπάρτης, και στράφηκαν εναντίον του Κίμωνα, που είχε υποστηρίξει ένθερμα την αποστολή βοήθειας. Οι δημοκρατικοί, με τον Εφιάλτη και τον Περικλή, ανέκτησαν το κύρος τους στο δήμο και έστρεψαν την πόλη προς την πολιτική της σύγκρουσης με τη Σπάρτη και της ηγεμονίας επί των άλλων πόλεων στα πλαίσια της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Ο Εφιάλτης γιος του Σοφωνίδου (<επί + άλτης = αυτός που «πηδά πάνω» στα σταφύλια ή στα στάχυα των σιτηρών) άρχισε δικαστικές διώξεις εναντίον μελών του Αρείου Πάγου επικρίνοντας τη διαφθορά τους με αποτέλεσμα τη μείωση του γοήτρου του στην αθηναϊκή κοινωνία. Παρόλα αυτά το 462 π.Χ. εκμεταλλευόμενος την απουσία του Κίμωνα στη Μεσσηνία κατά το Γ΄ Μεσσηνιακό Πόλεμο πέτυχε να περάσει νόμο στην εκκλησία του δήμου, που αφαιρούσε πολλές εκτελεστικές και δικαστικές αρμοδιότητες από τον Άρειο Πάγο. Ο νόμος μετέφερε πολιτικές, ελεγκτικές και δικαστικές αρμοδιότητες του Αρείου Πάγου στην εκκλησία του δήμου, τη βουλή και τα λαϊκά δικαστήρια της Ηλιαίας. Επιπλέον αυξήθηκε ο έλεγχος των αρχόντων με τρεις νέους θεσμούς, που ήταν μία επιτροπή της Βουλής των 500 όπου ο υπό κατηγορία άρχοντας κλητευόταν για απολογία, οι λογισταί που εκλέγονταν από την Εκκλησία για να διαχειρίζονται τα χρήματα και οι θεσμοθέται για δίκη στο δικαστήριο. Ο έλεγχος των αρχόντων γινόταν μέχρι τότε μέσω της δοκιμασίας και μέσω της εισαγγελίας, δηλαδή μήνυσης για παράβαση καθήκοντος. Με τον τρόπο αυτό επιφόρτισε τη βουλή με το συντονισμό και την επίβλεψη των αρχών που εμπλέκονταν σε πράξεις διοίκησης και την αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων που ανέκυπταν στο διάστημα ανάμεσα σε δύο συνεδριάσεις του δήμου. Επιπλέον μετέτρεψε τη σολώνεια Ηλιαία, που ως τότε συνερχόταν ολόκληρη και πιθανόν ταυτιζόταν με την εκκλησία του δήμου, σε «δεξαμενή» 6000 κληρωμένων και ορκισμένων Αθηναίων άνω των 30 ετών, από την οποία λαμβάνονταν στο εξής οι δικαστές για τα ηλιαστικά δικαστήρια.

            Την αρμοδιότητα εκλογής αρχόντων και προβουλευτικής επεξεργασίας των ψηφισμάτων είχε αφαιρέσει από τον Άρειο Πάγο ήδη ο Σόλων. Με τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη όμως ο Άρειος Πάγος έχασε και τα τελευταία μέσα έμμεσης πολιτικής επιρροής, αφού διατήρησε μόνο αρμοδιότητα για δίκες φόνου και ηθικού χαρακτήρα, όπως για φόνους εκ προθέσεως, τραυματισμούς με σκοπό το φόνο, εμπρησμούς, δηλητηριάσεις και κοπές ιερών δέντρων, όταν και οι δύο διάδικοι ήταν Αθηναίοι πολίτες. Έτσι, ο Άρειος Πάγος απώλεσε το ρόλο του ως υπέρτατης αρχής και φύλακα του αθηναϊκού πολιτεύματος με πράξεις που μπορούσε να κάνει μέχρι τότε, όπως π.χ. η καταδίκη φιλόδοξων αρχόντων μετά το τέλος της θητείας τους και ο αποκλεισμός τους από τον Άρειο Πάγο. Το πολίτευμα της Αθήνας έκανε έτσι ένα ακόμα σημαντικό βήμα προς τον εκδημοκρατισμό.

Στις μεταρρυθμίσεις που πέτυχε να ψηφιστούν ο Εφιάλτης το 462 π.Χ. περιλαμβανόταν και η διαμόρφωση της Ηλιαίας με τρόπο ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται στα νέα αυξημένα καθήκοντά της για ποινικές ή αστικές δίκες. Συγκεκριμένα από το σύνολο των πολιτών κληρώνονταν 6000 άνδρες, που μετά τον όρκο τους χωρίζονταν σε 10 δικαστήρια με 500 δικαστές το καθένα, ενώ οι υπόλοιποι 1000 χρησίμευαν για την αναπλήρωση των θέσεων που χήρευαν. Ο άρχων, αντί να αποφασίζει ο ίδιος, ήταν υποχρεωμένος να υποβάλλει στην κρίση ενός από τα προαναφερόμενα 10 δικαστήρια (επιλεγόμενου με κλήρωση) κάθε κατηγορία που συνεπαγόταν ποινή μεγαλύτερη του μικρού προστίμου που είχε δικαίωμα να επιβάλλει. Ο άρχων ήταν πρόεδρος του δικαστηρίου, υπέβαλλε σ’ αυτό τα πορίσματα της προανάκρισης που έκανε ο ίδιος και μετά από αυτό ακούγονταν ο κατήγορος και ο κατηγορούμενος και προσάγονταν οι μάρτυρες.

Όταν επέστρεψε ο Κίμων, προσπάθησε να αναιρέσει το νόμο, πράγμα που δεν κατόρθωσε. Αντιθέτως, οι αντίπαλοί του, λόγω της αποτυχημένης επιχείρησής του στη Μεσσηνία και της μεγάλης προσβολής που υπέστη το αθηναϊκό γόητρο εξαιτίας του, πέτυχαν να εξοστρακισθεί (461 π.Χ.). Έτσι, επικράτησαν τελικά οι μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη, αλλά ο ίδιος ο Εφιάλτης δολοφονήθηκε λίγο αργότερα μετά από συνωμοσία ολιγαρχικών εναντίον του, λόγω της ριζικής και τολμηρής μεταρρύθμισης που επέβαλε με την λαϊκή ψήφο την ίδια χρονιά και τον ηγετικό ρόλο του στη δημοκρατική παράταξη της Αθήνας ανέλαβε ο Περικλής. Σε μια προσπάθεια διάσωσης του γοήτρου του Αρείου Πάγου ή αντίδρασης στις μεταρρυθμίσεις, λίγα χρόνια μετά, το 458 π.Χ., διδάχθηκε η Ορέστεια του Αισχύλου, στην οποία ο Άρειος Πάγος προβάλλεται ως το ανώτατο, αδιάφθορο δικαστήριο που φυλάσσει το δίκαιο του ως βάση της πολιτειακής τάξης.

 

6.8. Κίμων Μιλτιάδου Λακιάδης (506-450)

 

Ο Κίμων (<χειμών [ χ>κ, ει>ι] = ψυχρός, ψύχραιμος) ανήκε στο μεγάλο γένος των Φιλαϊδών, από το δήμο Λακιάδων (περί την Ιερά Οδό). Πατέρας του ήταν ο Μιλτιάδης, ο νικητής του Μαραθώνα και μητέρα του ήταν η Ηγησιπύλη, πριγκίπισσα από τη Θράκη, κόρη του βασιλιά Ολόρου, από την ίδια οικογένεια από την οποία καταγόταν και ο ιστορικός Θουκυδίδης. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Κίμωνα υπήρξαν πολύ δύσκολα, αφού ο πατέρας του πεθαίνοντας του άφησε χρέος τεράστιο, το πρόστιμο που του είχε επιβληθεί για την αποτυχημένη εκστρατεία στην Πάρο. Η αδελφή του Κίμωνα, Ελπινίκη, παντρεμένη με τον πάμπλουτο Αθηναίο Καλλία, τακτοποίησε την πληρωμή του προστίμου, παρά τις αντιρρήσεις του αδελφού της, ώστε να μπορέσει αυτός να αναμιχθεί στην πολιτική.

Ο Κίμων ήταν ψηλός με πυκνά σγουρά μαλλιά και ωραίο πρόσωπο. Η μόρφωσή του δεν ήταν σπουδαία, γιατί στα κρίσιμα χρόνια της νεότητάς του έχασε τον πατέρα του που θα του έδινε την σωστή κατεύθυνση. Ήξερε ιππασία, ποίηση και έπαιζε λύρα (τυπική εκπαίδευση Αθηναίου γαιοκτήμονα της προπερσικής εποχής). Ήταν συμπαθητικός και ευπροσήγορος και κατείχε καλά την τέχνη να κερδίζει την αγάπη του κόσμου και με τα φυσικά του χαρίσματα, αλλά και με την ηγεμονική του γενναιοδωρία, όταν απέκτησε και πάλι δική του περιουσία. Ο Πλούταρχος μάλιστα αναφέρει ότι γκρέμισε τους φράκτες από τους κήπους του για να παίρνουν φρούτα οι συνδημότες του. Γινόταν συμπαθής με τη σεμνότητά του και έπειθε τους πολίτες με τη λογική παρά με την ευφράδεια του. Ήταν θαυμαστής της Σπάρτης και σε όλη του την πολιτική σταδιοδρομία αγωνίσθηκε για να καθιερώσει την ειρηνική συνύπαρξη της Σπάρτης με την Αθήνα.

Ο γάμος του με την Ισοδίκη, κόρη του Ευρυπτολέμου και εγγονή του Μεγακλή από το γένος των Αλκμεωνιδών, έγινε αφορμή να σταματήσει η διαμάχη που υπήρχε μεταξύ των δύο οικογενειών, με αποτέλεσμα να καρπωθεί ο ίδιος τα οφέλη αυτής της συμφιλίωσης και σύντομα να γίνει εκφραστής της αριστοκρατικής παράταξης, εκλεγόμενος συνεχώς στρατηγός από το 476 π.Χ. (που διαδέχθηκε τον Αριστείδη στην ηγεσία των αριστοκρατικών) έως το 462 π.Χ.

 

6.8.1. Πόλεμοι της Δηλιακής Συμμαχίας (477-449 π.Χ)

 

α. Θράκη 476

 

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 470 π.Χ, τα μέλη της Δηλιακής Συμμαχίας οργάνωσαν επιθέσεις στη Θράκη και στο Αιγαίο για να απομακρύνουν τις περσικές φρουρές από την περιοχή, υπό την ηγεσία του Αθηναίου πολιτικού και στρατηγού Κίμωνα, ο οποίος από το 476 π.Χ. με αφετηρία το Βυζάντιο άρχισε την πρώτη συμμαχική επιχείρηση για να εκκαθαριστούν τα θρακικά παράλια από τις Περσικές φρουρές. Πρώτα πολιορκήθηκε με επιτυχία η Ηιόνα, από την οποία εκδιώχθηκαν οι Πέρσες και έτσι ολόκληρο το Αιγαίο, βρέθηκε υπό τον έλεγχο της Συμμαχίας. Στη συνέχεια πολιορκήθηκε ο Δορίσκος, ο οποίος άντεξε (για εκείνη τη χρονιά τουλάχιστον). Με αυτή την εκστρατεία οι Αθηναίοι έκαναν το πρώτο βήμα στη Θράκη, η οποία ήταν πλούσια σε ξυλεία, ενώ υπήρχαν επίσης μεταλλεία χρυσού και αργύρου.

 

β. Σκύρος 475

 

Το 475, η Σκύρος, σημαντικότατο σημείο ελέγχου διακίνησης πλοίων στο Αιγαίο, παραδόθηκε στη συμμαχία, επειδή οι Δόλοπες, οι οποίοι την είχαν καταλάβει και, έχοντάς την ως βάση, επιδίδονταν στην πειρατεία, καταδικάστηκαν από τη Δελφική Αμφικτιονία σε αποζημίωση που δεν μπορούσαν να καταβάλουν. Ο Κίμων, για να εξασφαλίσει την κατοχή της, έδιωξε τους Δόλοπες και εγκατέστησε Αθηναίους κληρούχους, αποκαθιστώντας την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Ταυτόχρονα εκπλήρωσε το δελφικό χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο τα οστά του Θησέα έπρεπε να μεταφερθούν από τους Αθηναίους από τη Σκύρο στην Αθήνα. Σύμφωνα με το μύθο, ο Κίμωνας παρατήρησε έναν αετό να χτυπάει με το ράμφος και να σκάβει με τα νύχια του σε ένα συγκεκριμένο σημείο, όπου έσκαψαν και βρήκαν τα οστά του Θησέα δίπλα στα όπλα του. Με μεγάλες τιμές μεταφέρθηκαν στην Αθήνα, όπου για τη στέγασή τους ιδρύθηκε το Θησείον λίγες εκατοντάδες μέτρα ανατολικά της Αγοράς.

 

γ. Κάρυστος 474-472

 

Το 474 - 472 π.Χ. η Κάρυστος, η μόνη πόλη της Εύβοιας που δεν άνηκε στην Αθηναϊκή συμμαχία, πολιορκήθηκε. Οι κάτοικοί της, οι Δρύοπες, αντιστάθηκαν γενναία, αλλά στο τέλος συνθηκολόγησαν και έγιναν αναγκαστικά μέλος της συμμαχίας. Η Κάρυστος είχε και αυτή σπουδαία θέση για τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο και δεδομένου ότι υπερίσχυε εκεί το αριστοκρατικό κόμμα που είχε προτιμήσει στο παρελθόν φιλοπερσική πολιτική, ήταν δύσκολο να δεχθεί η Συμμαχία την ουδετερότητά της, ενόσω δεν είχε εκλείψει ο Περσικός κίνδυνος.

 

δ. Νάξος 469

 

Το 469 π.Χ. εμφανίσθηκε η πρώτη δυσαρέσκεια μέλους της συμμαχίας. Η Νάξος, το ισχυρότερο νησί των Κυκλάδων, αποστάτησε. Η Νάξος είχε, όπως και η Κάρυστος, δυνατό αριστοκρατικό κόμμα το οποίο οι Αθηναίοι δεν εμπιστεύονταν. Επίσης είχε παραβιαστεί ο όρκος της συμμαχίας και υπήρχε κίνδυνος ρήγματος της συμμαχίας. Ο Κίμων έδρασε σαν «αστυνόμος» της συμμαχίας, η Νάξος πολιορκήθηκε, συνθηκολόγησε και υποχρεώθηκε να περάσει στην τάξη των υποτελών συμμάχων, με βαρύτερο «φόρο».

 

ε. Πεζοναυμαχία του Ευρυμέδοντα 468

 

Ύστερα από μία περίοδο αδράνειας της Αθηναϊκής Συμμαχίας, καθώς η μόνη ενέργεια κατά των Περσών ήταν η εκστρατεία της Θράκης, ενώ ο «φόρος» πληρωνόταν κανονικά, το 468 π.Χ. οι Πέρσες άρχισαν να συγκεντρώνουν στρατό και στόλο στην Παμφυλία της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας με προφανή σκοπό να κινηθούν προς το Αιγαίο. Ο Κίμων ορίστηκε αρχηγός της εκστρατείας με 300 συμμαχικές τριήρεις (200 Αθηναϊκές) και 5.000 οπλίτες. Στις εκβολές του ποταμού Ευρυμέδοντα, μετά από συμπλοκές σε ξηρά και θάλασσα, το 476 π.Χ. ο αθηναϊκός και ο συμμαχικός στόλος πέτυχαν διπλή νίκη, καταστρέφοντας τον περσικό στόλο και τον περσικό στρατό. Μετά τη μάχη, οι Πέρσες ανέλαβαν παθητικό ρόλο, αποφεύγοντας να αντιμετωπίσουν σε μάχη τους Αθηναίους, οπότε η συμμαχία επεκτάθηκε ως την Παμφυλία. Η νίκη αυτή απογείωσε το κύρος της Συμμαχίας, και είχε ως αποτέλεσμα κάθε πόλη της Ιωνίας, της Καρίας και της Λυκίας, να προσχωρεί στην συμμαχία για να διατηρήσει την ανεξαρτησία της. Η Αθηναϊκή Ηγεμονία που ουσιαστική δημιουργήθηκε  στα πλαίσια της Συμμαχίας έφτασε στο απώτατο όριο της κυριαρχίας της.

 

στ. Θάσος 465

 

Το 465 π.Χ., οι Αθηναίοι αποφάσισαν να στείλουν 10.000 άποικους, Αθηναίους και σύμμαχους, στη Θράκη στις Εννέα Οδούς (αργότερα Αμφίπολη), προκειμένου να αρχίσουν την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Θράκης. Η Θάσος, ένα από τα ισχυρά μέλη της συμμαχίας, βλέποντας τα συμφέροντά της να απειλούνται, αποστάτησε. Ο Κίμων για άλλη μια φορά επέβαλε την τάξη μετά από τριετή πολιορκία. Η Θάσος τιμωρήθηκε βαρύτατα. Ταυτόχρονα οι άποικοι των Εννέα Οδών προχώρησαν προς την ενδοχώρα για να εδραιωθούν κοντά στα μεταλλεία χρυσού. Όταν βρέθηκαν στο Δραβίσκο της Ηδωνικής (κοντά στη Δράμα), δέχθηκαν επίθεση από τις τοπικές θρακικές φυλές, με αποτέλεσμα να σφαγούν κυριολεκτικά.

Κατά την τελευταία απουσία του Κίμωνα, οι δημοκρατικοί στην Αθήνα δραστηριοποιήθηκαν, εκμεταλλευόμενοι τη δυσφορία των Αθηναίων από τη φοβερή καταστροφή στο Δραβίσκο και το 463 π.Χ. τον κατηγόρησαν για δωροδοκία. Ένας από τούς κατήγορους ήταν και ο Περικλής. Υποστήριξαν ότι ενώ έπρεπε μετά την παράδοση της Θάσου να εισβάλει στη Μακεδονία, καθώς υπήρχαν και εκεί μεταλλεία, αυτός πήρε δώρο από τον βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο και δεν συνέχισε τις επιχειρήσεις. Όταν κλήθηκε να λογοδοτήσει, αμύνθηκε με επιτυχία και απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες.

 

ζ. Γ΄ Μεσσηνιακός Πόλεμος 464 462

 

Το 462 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Γ’ Μεσσηνιακού Πολέμου, η Σπάρτη, ευρισκόμενη σε πολύ δύσκολη θέση, ζήτησε τη βοήθεια των Αθηναίων, για να καταπνίξει την εξέγερση των ειλώτων που εκμεταλλεύτηκαν το μεγάλο σεισμό του 464 π.Χ., επαναστάτησαν και οχυρώθηκαν στο φρούριο της Ιθώμης. Η δημοκρατική παράταξη, η οποία είχε ανακτήσει τη δύναμή της, με αρχηγό τον Εφιάλτη πρότεινε να αφεθεί η Σπάρτη στην κακή της τύχη, όμως οι Αθηναίοι μεταπείσθηκαν από τον Κίμωνα να στείλουν στρατό να τη βοηθήσουν. Η είδηση της άφιξης 4.000 Αθηναίων οπλιτών με επικεφαλής τον Κίμωνα ανησύχησε τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι με το πρόσχημα ότι δεν τους χρειάζονταν πια, τους έδιωξαν. Αυτή η προσβολή καταλογίστηκε στον Κίμωνα, ο οποίος το 461 π.Χ. εξοστρακίστηκε.

 

η. Α΄ Πελοποννησιακός Πόλεμος 460-445

 

Μετά από αυτό διαλύθηκε η Ελληνική Συμμαχία του 481 π.Χ. και το 460 άρχισαν εχθροπραξίες μεταξύ Αθήνας και Πελοποννησιακής Συμμαχίας, γνωστές ως Πρώτος Πελοποννησιακός Πόλεμος (460-445), που περισσότερο έμοιαζε με έναν πόλεμο συμφερόντων μεταξύ των συμμαχικών πόλεων των δύο υπερδυνάμεων της κλασσικής αρχαιότητας. Ρόλο έπαιξε επίσης η συμμαχία της Αθήνας με τα Μέγαρα και το Άργος, που ήταν παραδοσιακός εχθρός της Σπάρτης. Το 454 π.Χ., υπό την ηγεσία του Περικλή, η Αθήνα επιτέθηκε στη Σικυώνα και στην Ακαρνανία. Πριν την επιστροφή στην Αθήνα ο Περικλής προσπάθησε να καταλάβει την πόλη Οιενιάδα στον Κορινθιακό Κόλπο, χωρίς επιτυχία. Οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες στα πλαίσια του Α Πελοποννησιακού Πολέμου ανάγκασαν τους Αθηναίους, το 451 π.Χ. με πρωτοβουλία του Περικλή, να ανακαλέσουν τον Κίμωνα, στον οποίο εμπιστεύτηκαν την αρχηγία του Αθηναϊκού στρατού με την προϋπόθεση να μην εμπλακεί στα εσωτερικά της πόλης, και του ανέθεσαν να κλείσει το μέτωπο με τη Σπάρτη. Πράγματι ο Κίμων, που ήταν αγαπητός στους Σπαρτιάτες, κατάφερε να συνάψει πενταετείς σπονδές. Ο Περικλής περιορίστηκε στα καθήκοντά του μέσα στην Αθήνα, διότι σε αντίθεση με τον Κίμωνα δεν είχε αποδείξει έμπρακτα τις ικανότητές του ως στρατιωτικός ηγέτης.

 

θ. Πανωλεθρία στην Αίγυπτο 458-454

 

Στα τέλη του έτους 458 π.Χ, οι Αθηναίοι πήραν την απόφαση, στη λήψη της οποίας είχε συμμετοχή και ο Περικλής, να υποστηρίξουν την Αίγυπτο στην επανάσταση της κατά της Περσίας. Αν και τα ελληνικά σώματα είχαν επιτυχίες, δεν κατάφεραν να καταλάβουν την περσική φρουρά στην Μέμφιδα, παρά την πολιορκία 3 ετών. Τότε, οι Πέρσες αντεπιτέθηκαν, και η αθηναϊκή δύναμη πολιορκήθηκε για 18 μήνες, πριν εξολοθρευτεί εντελώς το 454. Αυτή η μεγάλη καταστροφή (20.000 άνδρες και 100 πλοία), σε συνδυασμό με τις συγκρούσεις στην Ελλάδα, δεν επέτρεψε στους Αθηναίους να συνεχίσουν τις επιχειρήσεις εναντίον των Περσών. Εν τω μεταξύ το 454 πΧ. το ταμείο της συμμαχίας μεταφέρθηκε από τη Δήλο στην Αθήνα, επισφραγίζοντας τον ηγεμονικό ρόλο των Αθηναίων που επέβαλαν στους συμμάχους τους δυσβάσταχτους φόρους.

 

ι. Πεζοναυμαχία στη Σαλαμίνα της Κύπρου 450

 

Το 450 π.Χ. ο Κίμων έπλευσε στην Κύπρο, με 200 τουλάχιστον συμμαχικές τριήρεις, για να εκδιώξει τους Πέρσες και να αποκαταστήσει την Αθηναϊκή κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο. Στην Κύπρο πολιόρκησε το Μάριον και το Κίτιον. Εικάζεται πως το Μάριον κυριεύτηκε, όμως η πολιορκία του Κιτίου τραβούσε σε μάκρος, και επιπλέον οι αμυνόμενοι είχαν στις επάλξεις τους τοξότες, που προκαλούσαν φθορά στους πολιορκητές, που υπέφεραν και από έλλειψη εφοδίων. Στο Κίτιον ο Κίμων άφησε την τελευταία του πνοή, είτε από τραύμα είτε από αρρώστια, είτε από πείνα. Πριν πεθάνει έδωσε εντολή να λυθεί η πολιορκία και να επιστρέψουν στην Αθήνα, χωρίς να γνωστοποιήσουν το θάνατό του και έτσι επί 30 ημέρες όλοι νόμιζαν ότι στρατηγούσε ο Κίμων. Κατά την επιστροφή, έγινε ναυμαχία και πεζομαχία στη Σαλαμίνα της Κύπρου, όπου οι Αθηναίοι νίκησαν κατά ξηρά και κατά θάλασσα (μεταθανάτια αμοιβή του Κίμωνα από την οποία έμεινε η φράση «και νεκρός ενίκα»). Η σορός του επιστράφηκε στη πόλη των Αθηνών και θάφτηκε με μεγάλες τιμές στις Μελίτιδες Πύλες.

 

6.8.2. Καλλίειος Ειρήνη με την Περσία (450)

 

            Αυτή η εκστρατεία έβαλε τέλος στις εχθροπραξίες μεταξύ της Δηλιακής Συμμαχίας και της Περσίας, και το 450 π.Χ. υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης, γνωστή ως Καλλίειος Ειρήνη, από το όνομα του Αθηναίου πρέσβη Καλλία (γιου της πρώτης συζύγου του Περικλή από άλλο γάμο και γαμπρού του Κίμωνα), ο οποίος στάλθηκε επικεφαλής αντιπροσωπείας για να διαπραγματευτεί με τον Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη Α (464-424). Η ειρήνη αυτή εδραίωσε το τέλος των Περσικών Πολέμων με βάση την ισχύουσα εδαφική κατάσταση. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης:

(α) Όλες οι ελληνικές πόλεις της Ασίας μπορούσαν να ζουν με τους κανόνες τους ή να είναι αυτόνομες.

(β) Οι Πέρσες σατράπες και οι στρατοί τους δεν μπορούσαν να ταξιδεύουν δυτικά του ποταμού Άλυ ή σε μια μέρας ταξίδι με άλογα στο Αιγαίο Πέλαγος ή σε τριήμερο ταξίδι με τα πόδια στο Αιγαίο Πέλαγος.

(γ) Κανένα περσικό πολεμικό πλοίο δεν μπορούσε να πλέει δυτικά της Φασήλιδας (στη νότια ακτή της Μικράς Ασίας), ή δυτικά από τις Κυανέες Πέτρες (πιθανώς ανατολικά του Βοσπόρου, ή βόρεια).

(δ) Αν οι όροι τηρούνταν από τον βασιλιά και τους στρατηγούς, τότε οι Αθηναίοι δεν θα μπορούσαν να στείλουν στρατό στις περιοχές υπό περσική κατοχή.

Προς το τέλος των συγκρούσεων με την Περσία, η διαδικασία με την οποία η Δηλιακή Συμμαχία έγινε Αθηναϊκή Ηγεμονία έφθασε στο τέλος της. Οι σύμμαχοι της Αθήνας δεν απαλλάχθηκαν από τις υποχρεώσεις τους στην παροχή χρημάτων ή πλοίων, παρά την παύση των εχθροπραξιών. Στην Ελλάδα, ο Πρώτος Πελοποννησιακός Πόλεμος μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης και των συμμάχων της, ο οποίος συνεχίστηκε από το 460 π.Χ, τελικά έληξε το 445 π.Χ, με ανακωχή τριάντα ετών.

Επανειλημμένως νικημένοι στις μάχες από τους Έλληνες, και εξαντλημένοι από τις εσωτερικές διαμάχες, ο Αρταξέρξης και οι διάδοχοι του εφάρμοσαν μετά το 450 π.Χ. την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Αποφεύγοντας να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι σε μάχη τους Έλληνες, προσπάθησαν ν' αντιπαρατάξουν την Αθήνα με τη Σπάρτη, δωροδοκώντας τακτικά τους πολιτικούς τους για να πετύχουν τους στόχους τους. Μέχρι το 396 π.Χ. όταν ο Σπαρτιάτης βασιλεύς Αγησίλαος εκστράτευσε στη Μικρά Ασία, δεν υπήρχαν ανοικτές συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, διότι οι Έλληνες ήταν απασχολημένοι με τους εμφυλίους πολέμους τους και δεν είχαν χρόνο να στρέψουν την προσοχή τους στην Περσία..

 

6.9. Περικλής Ξανθίππου Χολαργεύς (495-429)

 

Ο Περικλής (<περικλεής <περί + κλέος = περιτριγυρισμένος από δόξα, ένδοξος), γεννήθηκε στο Δήμο Χολαργού, βόρεια της Αθήνας (σημερινά Λιόσια). Πατέρας του ήταν ο επίσης πολιτικός και στρατηγός των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ., Ξάνθιππος, γνωστός ως ηγέτης των αθηναϊκών δυνάμεων στη Ναυμαχία της Μυκάλης τον Αύγουστο του 479 π.Χ. Μητέρα του ήταν η Αγαρίστη, μέλος της παλαιάς και ισχυρής αριστοκρατικής οικογένειας των Αλκμεωνιδών. Προπάππους της Αγαρίστης ήταν ο τύραννος της Σικυώνας, Κλεισθένης Α, ενώ θείος της ήταν ο μεταρρυθμιστής του αθηναϊκού πολιτεύματος, Κλεισθένης. Πολλοί κωμωδιογράφοι και πολιτικοί του αντίπαλοι αργότερα διακωμωδούσαν το ασυνήθιστο σχήμα του κεφαλιού του, εξαιτίας του οποίου ισχυρίζονταν ότι απεικονιζόταν στις προτομές φορώντας πάντα περικεφαλαία, γεγονός που συνέβαινε απλώς διότι χαρακτήριζε το αξίωμα του ως Στρατηγού της αθηναϊκής δημοκρατίας. Ο Περικλής ανήκε στην Ακαμαντίδα φυλή. Χάρη στον πλούτο και την υψηλή κοινωνική θέση της οικογενείας του πέρασε ήρεμα νεανικά χρόνια και είχε την τύχη όχι μόνο να ικανοποιήσει την αγάπη του για τη μελέτη, αλλά και να γνωρίσει και να μαθητεύσει κοντά σε μερικούς από τους πιο ξακουστούς φιλοσόφους της εποχής του, όπως ήταν ο Ζήνων ο Ελεάτης, ιδρυτής της Ελεατικής Φιλοσοφικής Σχολής στην Κάτω Ιταλία, ο φιλόσοφος Πρωταγόρας, καθώς και ο φιλόσοφος, Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος, με τον οποίο τον συνέδεε στενή φιλία και από το χαρακτήρα του οποίου πιθανώς πήρε την πραότητα και τον αυτοέλεγχο, κύρια χαρακτηριστικά της μετέπειτα πολιτικής του. Μουσική διδάχθηκε από τους κορυφαίους μουσικούς εκείνης της εποχής όπως ο Δάμωνας και ο Πυθοκλείδης. Το 472 π.Χ. ο Περικλής, ευρισκόμενος στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής του, παρουσίασε ως λειτουργός το έργο «Πέρσαι» του τραγικού ποιητή Αισχύλου στα Διονύσια, πράγμα που δείχνει ότι ήταν οικονομικά αρκετά ευκατάστατος. Εκείνο τον καιρό, ακολουθώντας την αθηναϊκή παράδοση της εποχής, νυμφεύτηκε μία γυναίκα, αγνώστου ονόματος, κοντινή συγγενή του, που, πριν παντρευτεί τον Περικλή, ήταν σύζυγος κάποιου Ιππόνικου, και μητέρα από τον πρώτο της γάμο του Καλλία, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Ξάνθιππο και τον Πάραλο. Ο γάμος τους όμως δεν ήταν ευτυχισμένος και, γύρω στο 445 π.Χ., ο Περικλής χώρισε και πρόσφερε τη γυναίκα του σε έναν άλλο άνδρα για γάμο, με τη σύμφωνη γνώμη των αρσενικών μελών της οικογένειας της. Η γυναίκα με την οποία συνδέθηκε ήταν η Ασπασία, εταίρα από την Μίλητο και κατά πολλά χρόνια νεότερή του, την οποία ο Σωκράτης χαρακτήρισε ως την πιο έξυπνη και πνευματική γυναίκα της εποχής της. Η σχέση τους ήταν αρκετά τολμηρή, επειδή ο Περικλής της συμπεριφερόταν ως ίση προς ίσο, πράγμα που, με δεδομένη την κοινωνική θέση της γυναίκας στην Αρχαία Αθήνα, ήταν αδιανόητο για την εποχή εκείνη.

Η ενασχόληση του Περικλή με την πολιτική, άρχισε σχεδόν μία δεκαετία αργότερα το 463 π.Χ., όταν ήταν μέλος της ομάδας που κατηγόρησε τον Κίμωνα, ηγέτη της αριστοκρατικής παράταξης, ότι είχε φανεί υποχωρητικός στην διεκδίκηση σημαντικών συμφερόντων των Αθηνών, προς όφελος του βασιλείου της Μακεδονίας. Τελικά, ο Κίμων αθωώθηκε αλλά η πολιτική του θέση κλονίστηκε σοβαρά. Μετά την δικαστική πάλη με τον Κίμωνα, ο Εφιάλτης, ηγέτης της δημοκρατικής παράταξης στην οποία ανήκε ο Περικλής, το 462 π.Χ. πέρασε το γνωστό ψήφισμα στην Εκκλησία του Δήμου, που αφαιρούσε πολλά από τα εναπομείναντα προνόμια του Αρείου Πάγου, εξαλείφοντας το τελευταίο απομεινάρι του παλαιού αριστοκρατικού πολιτεύματος της Αθήνας, γεγονός που έγινε η αφετηρία για τη «ριζοσπαστικότερη δημοκρατία» της εποχής του Περικλή. Ο Εφιάλτης δολοφονήθηκε το 461, την ίδια χρονιά που εξοστρακίστηκε ο Κίμωνας λόγω της λακωνόφιλης στάσης του.

 

6.9.1. Απόγειο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας

 

Ο Περικλής εκμεταλλεύτηκε τη νίκη των ελληνικών δυνάμεων επί των Περσών και την άνοδο της ναυτικής δύναμης της Αθήνας προκειμένου να εδραιώσει τη μετατροπή της Δηλιακής Συμμαχίας σε «Αθηναϊκή Ηγεμονία», οδηγώντας την πόλη του στην μεγαλύτερη ακμή της ιστορίας της κατά την περίοδο των ετών που εκλεγόταν στο αξίωμα του Στρατηγού (454-429 π.Χ.). Μετά από τον εξοστρακισμό του Κίμωνα, ο Περικλής συνέχισε να προτείνει ολοένα και πιο ριζοσπαστικούς νόμους, που προωθούσαν το βαθμό της δημοκρατίας σε ολοένα και μεγαλύτερο βάθος. Η πολιτική του Περικλή συνέχισε να είναι υπερβολικά φιλολαϊκή, πράγμα που τον κράτησε στην εξουσία τις επόμενες δύο δεκαετίες και του άνοιξε το δρόμο, ώστε να κάνει την Αθήνα, την ισχυρότερη πόλη της Μεσογείου και την πιο ξακουστή στον αρχαίο κόσμο. Το 458 π.Χ. μείωσε το μέγεθος της απαιτούμενης περιουσίας πού έπρεπε να έχει κάποιος ώστε να γίνει Επώνυμος Άρχων. Λίγο μετά το 454 π.Χ., αύξησε το μισθό των δικαστικών της Ηλιαίας σε 3 οβολούς. Ο ριζοσπαστικότερος νόμος, πού επέβαλε το 451 π.Χ., ήταν αυτός πού επέτρεπε σε κάποιον να αποκτήσει την αθηναϊκή υπηκοότητα μόνο εφόσον και οι δύο γονείς του ήταν Αθηναίοι, πλήττοντας ιδιαίτερα για άλλη μία φορά την τάξη των αριστοκρατών, επειδή πρακτικά απαγόρευε την απόκτηση αθηναϊκής υπηκοότητας στα παιδιά των αριστοκρατών πού είχαν το ένα γονέα από άλλη πόλη. Πολλοί πιστεύουν ότι το έκανε για να εμποδίσει πιθανές ξένες επιρροές στην Αθήνα. Ακόμη επέτρεψε στις υποδεέστερες τάξεις να κατέχουν υψηλότερα αξιώματα από αυτά πού τους επιτρέπονταν μέχρι την εποχή του, επειδή ο Περικλής ήθελε διεύρυνση του Δήμου, πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηρίξει τα μελλοντικά του προγράμματα. Ο Περικλής πίστευε ότι εκτός από τα άλλα, αν αύξανε την δύναμη του λαού θα μπορούσε να αυξήσει την στρατιωτική και κυρίως ναυτική δύναμη της Αθήνας, καθώς οι κωπηλάτες των αθηναϊκών πλοίων προέρχονταν από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Θέσπισε επίσης τον εκκλησιαστικό μισθό για όσους μετείχαν στην εκκλησία του δήμου (1 οβολός για κάθε συνεδρίαση), το στρατιωτικό μισθό για όσους υπηρετούσαν στο στρατό (2 οβολοί ημερησίως) και το βουλευτικό μισθό (μία δραχμή ήτοι 6 οβολοί ημερησίως), καθώς και τα θεωρικά χρήματα, δηλαδή το αντίτιμο του εισιτηρίου για την παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων και αργότερα για τη συμμετοχή σε όλες τις δημόσιες εορτές.  

Για την πολιτική στρατηγική του Περικλή ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γράφει ότι ο Περικλής ήθελε να εδραιώσει το δημοκρατικό πολίτευμα στην Αρχαία Αθήνα, προωθώντας μία σειρά φιλολαϊκών μέτρων τα οποία λειτούργησαν πολύ καλά όσο αυτός ήταν στην εξουσία, όμως μετά το θάνατό του, η Αθήνα παρασύρθηκε σε έναν ωκεανό πολιτικής αβεβαιότητας και αναταραχής, κυβερνώμενη κυρίως από τυχοδιωκτικούς δημαγωγούς, όπως ο ανιψιός του Αλκιβιάδης και ο στρατηγός Κλέων, δικαιώνοντας απόλυτα τον συντηρητικό του αντίπαλο Κίμωνα, που υποστήριζε ότι η δημοκρατία δεν έχει πια περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης και εδραίωσης, και οποιεσδήποτε φιλολαϊκές υποχωρήσεις από αυτό το σημείο και έπειτα θα σήμαναν την βαθιά διάβρωση του πολιτικού και γενικότερα κοινωνικού ιστού της Αθήνας. Παρόλα αυτά όταν ο Κίμωνας γύρισε από την δεκάχρονη εξορία το 451 π.Χ., δεν αντιτάχθηκε στις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Περικλή, και ειδικότερα στην μεταρρύθμιση, που αφορούσε το δικαίωμα στην αθηναϊκή υπηκοότητα.

 

6.9.2. Στρατιωτικές επιχειρήσεις (460-445)

 

Μετά τις αρχικές πολεμικές επιχειρήσεις του Α΄ Πελοποννησιακού Πολέμου (460-445), μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης και των συμμάχων τους, ο Περικλής, αφήνοντας τις εξωτερικές υποθέσεις στον Κίμωνα, συγκεντρώθηκε σε αυτό πού ήταν πραγματικά καλός, δηλαδή στην εσωτερική διακυβέρνηση του κράτους, και πολύ ευρύτερα της ηγεμονίας των Αθηνών. Στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Αθηνών εναντίον των Περσών της Αιγύπτου (458-454) και της Κύπρου (451-450) ο ρόλος του Περικλή ήταν περιορισμένος.

Το 449 π.Χ., ο Περικλής επιδιώκοντας να αυξήσει τη δύναμη και την επιρροή της Αθήνας και να εισπράξει ακόμη περισσότερους φόρους πρότεινε την ίδρυση μίας συνομοσπονδίας των πόλεων του αρχαιοελληνικού κόσμου, ώστε να επανεξεταστεί το θέμα της ανακατασκευής των μνημείων πού είχαν καταστραφεί κατά την διάρκεια της περσικής εισβολής στην Ελλάδα, το 480 π.Χ.. Η ιδέα του Περικλή απέτυχε λόγω της άκαμπτης στάσης των Σπαρτιατών, που δεν ήθελαν περαιτέρω επέκταση της αθηναϊκής ηγεμονίας.

 

α. Δεύτερος Ιερός Πόλεμος (449-448)

 

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Ιερού Πολέμου, ο Περικλής βοήθησε τη Φωκίδα να ανακαταλάβει τους Δελφούς και να έχει υπό τον έλεγχο της το Μαντείο των Δελφών. Μετά το τέλος του πρώτου ιερού πολέμου, το 585 π.Χ. οι Δελφοί που μέχρι τότε ανήκαν στην Φωκική Ομοσπονδία έγιναν ανεξάρτητη πόλη υπό την προστασία της Δελφικής Αμφικτυονίας. Η περίοδος αυτή ήταν περίοδος μεγάλης ευημερίας για την πόλη και το μαντείο των Δελφών. Το 457 π.Χ. οι Αθηναίοι έχοντας αποκτήσει τον έλεγχο της Βοιωτίας και της Φωκίδας μετά την Μάχη των Οινοφύτων αποφάσισαν να αποσπάσουν την πόλη των Δελφών από την Δελφική Αμφικτυονία και να την παραδώσουν στους Φωκείς. Οι λόγοι ήταν η φιλοπερσική στάση που είχε δείξει η Δελφική Αμφικτυονία στο παρελθόν αλλά κυρίως η επιθυμία των Αθηναίων να ελέγξουν οι ίδιοι το μαντείο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση της Σπάρτης με αποτέλεσμα να ξεσπάσει το 448 π.Χ. πόλεμος μεταξύ τους που ονομάστηκε Δεύτερος Ιερός Πόλεμος. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα από τον Θουκυδίδη και τον Πλούταρχο, ο πόλεμος αυτός είχε μικρή διάρκεια. Οι Σπαρτιάτες έστειλαν στρατό στους Δελφούς και επανέφεραν την πόλη στην προηγούμενη κατάστασή αλλά λίγο μετά ο Περικλής εκστράτευσε πάλι στους Δελφούς και παρέδωσε ξανά την πόλη στους Φωκείς.

 

β. Καλλίπολη, Κορώνεια, Εύβοια

 

Το 447 π.Χ., ο Περικλής έκανε την πιο επιτυχημένη στρατιωτική του επιχείρηση, όταν έδιωξε τους βαρβάρους από την χερσόνησο της Καλλίπολης και εγκατέστησε Αθηναίους αποίκους σε αυτή τη στρατηγική θέση. Την ίδια χρονιά, οι ολιγαρχικοί της Θήβας συνωμότησαν εναντίον της δημοκρατικής φιλοαθηναϊκής παράταξης της πόλης, και ο Περικλής ζήτησε την παράδοσή τους, ωστόσο μετά από μάχη στην Κορώνεια, η Αθήνα έπρεπε να δεχτεί την ήττα ώστε να πάρει πίσω τους αιχμαλώτους πολέμου. Έτσι, όλη η Βοιωτία έπεσε σε εχθρικά, για την Αθήνα, χέρια, ενώ στη Φωκίδα και στη Λοκρίδα, εγκαταστάθηκαν εχθρικές, προς την Αθήνα, ολιγαρχικές παρατάξεις. Το 446 π.Χ., όταν τα Μέγαρα και η Εύβοια επαναστάτησαν και ξέφυγαν από τον έλεγχο των Αθηνών, ο Περικλής επιτέθηκε στην Εύβοια, αλλά ο ερχομός των Σπαρτιατών στην Αττική τον υποχρέωσε να ακυρώσει τη στρατιωτική επίθεση και να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου με διαπραγματεύσεις και δωροδοκίες έπεισε τους Σπαρτιάτες να γυρίσουν πίσω στη Σπάρτη. Όταν αργότερα έγινε οικονομικός έλεγχος για τη διαχείριση κρατικών χρημάτων, η δαπάνη 10 ταλάντων από το κρατικό ταμείο δεν θα μπορούσε τυπικά να δικαιολογηθεί, επειδή στα επίσημα έγγραφα αναφερόταν ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για «πολύ σοβαρό σκοπό», δηλαδή για τη δωροδοκία. Ωστόσο, καθώς ο σκοπός αυτός ήταν προφανής για τους ελεγκτές, η δαπάνη τελικά εγκρίθηκε. Μετά την αποχώρηση των Σπαρτιατών, ο Περικλής επιτέθηκε στην Εύβοια και επανεγκατέστησε την τάξη στην περιοχή, τιμωρώντας τους γαιοκτήμονες της Χαλκίδας με αφαίρεση των κτημάτων τους. Στους κατοίκους της Ιστιαίας, που έσφαξαν το πλήρωμα μίας αθηναϊκής τριήρεως, επιβλήθηκε η τιμωρία της εκδίωξής τους από την περιοχή, όπου εγκαταστάθηκαν 2.000 Αθηναίοι άποικοι. Η κρίση τελείωσε οριστικά με την Τριακονταετή Ειρήνη, το χειμώνα του 445 π.Χ., με την οποία η Αθήνα διατήρησε τις περισσότερες κτήσεις που είχε από το 460 π.Χ., και συμφώνησε με τη Σπάρτη να μην προσπαθήσει η μία πόλη να κερδίσει συμμάχους, σε βάρος της άλλης.

 

6.9.3. Μεγαλοπρεπή δημόσια κατασκευάσματα

 

Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη παράγραφο, το 454 π.Χ., οι Αθηναίοι μετέφεραν το ταμείο της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας από την Δήλο που ήταν το κέντρο της συμμαχίας, στην Ακρόπολη των Αθηνών, παίρνοντας τα χρήματα υπό τον έλεγχο τους. Αυτό επέτρεψε την κατασκευή μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς, όπως ο Παρθενώνας και το Ερεχθείο, αλλά προκάλεσε πολλά μελλοντικά προβλήματα στην Αθήνα, διότι ενθάρρυνε την ολοένα και περισσότερο αυτοκρατορική συμπεριφορά της.

Το 449 π.Χ., ο Περικλής ζήτησε να επιτραπεί η χρήση 9.000 ταλάντων από το ταμείο της Δηλιακής Συμμαχίας, ποσό πολύ μεγάλο για την εποχή εκείνη, για την επανακατασκευή της Ακρόπολης των Αθηνών, που είχε καταστραφεί από την επιδρομή του Ξέρξη στην Αθήνα το 480 π.Χ. Η ανακατασκευή άρχισε το 447 π.Χ., κατόπιν εισήγησης του Περικλή, ο οποίος προσωπικά παρότρυνε τους συμπολίτες του, στο πιο φιλόδοξο οικοδομικό έργο της κλασσικής αρχαιότητας. Για την κατασκευή μόνο του Παρθενώνα, χρειάστηκαν 5.000 τάλαντα τον πρώτο χρόνο των έργων, τα οποία επέβλεπε προσωπικά ο ίδιος ο Περικλής. Το πεντελικό μάρμαρο που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του Παρθενώνα, καθώς και γενικότερα της Ακρόπολης των Αθηνών, προκάλεσαν μελλοντικές αντιδράσεις από τις άλλες πόλεις της Δηλιακής Συμμαχίας. Κατά ειρωνικό τρόπο, οι κατασκευές έργων εξαιρετικής καλλιτεχνικής ομορφιάς όπως ο Παρθενώνας και το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Αθηνάς, οδήγησαν στη χαλάρωση της Αθηναϊκής Ηγεμονίας. Ο Παρθενώνας, έργο των αρχιτεκτόνων Ικτίνου και Καλλικράτη, χτίστηκε με 20.000 τόνους πεντελικού μαρμάρου και η διάρκεια κατασκευής του ήταν 15 χρόνια. Παράλληλα οικοδομήθηκαν το Ωδείο, τα Προπύλαια της ακροπόλεως, το Ερεχθείο, ο μεγάλος ναός της Δήμητρας στην Ελευσίνα, ο ναός της Αθηνάς στο Σούνιο, και ο ναός της Νεμέσεως στη Ραμνούντα. Τρία αγάλματα της Αθηνάς, και τα τρία έργα του Φειδία, κόσμησαν την Ακρόπολη, το χρυσελεφάντινο στον Παρθενώνα, το χάλκινο της Λημνίας Αθηνάς και το χάλκινο της Προμάχου Αθηνάς μεταξύ Προπυλαίων και Παρθενώνος. Το μεγαλείο της αθηναϊκής δημοκρατίας καθρεφτιζόταν στην παράσταση της πομπής των Παναθηναίων που αποτελούσε το θέμα της ζωφόρου του Παρθενώνα. Την εποχή εκείνη, με σχέδια του πολεοδόμου Ιππόδαμου από τη Μίλητο, οικοδομήθηκε και ο Πειραιάς. Για την υλοποίηση των έργων αυτών εργάστηκε ένας ολόκληρος κόσμος από τεχνίτες πολλών ειδικοτήτων, σύμφωνα με την απαρίθμηση του Πλούταρχου, «τέκτονες, πλάστες, χαλκοτύποι, λιθουργοί, βαφείς, μαλακτήρες χρυσού, ζωγράφοι ελεφαντοστού, ποικιλτές, τορευτές», ενώ στη μεταφορά των υλικών (λίθος, χαλκός, ελεφαντόδοντο, χρυσός, έβενος, κυπαρίσσια) βοήθησαν «έμποροι, ναύτες, κυβερνήτες πλοίων, αμαξοπηγοί, ζυγοτρόφοι και ηνίοχοι και καλωστρόφοι και λινουργοί και σκυτοτόμοι και οδοποιοί και μεταλλείς» «εις πάσαν, ως έπος ειπείν, ηλικίαν και φύσιν αι χρείαι διένεμον και διέσπειρον την ευπορίαν». Κάποια έργα του Περικλή παρέμειναν ανολοκλήρωτα λόγω του Πελοποννησιακού Πολέμου που ξέσπασε στη διάρκεια της κατασκευής τους, και του ανταγωνισμού του Περικλή με τους πολιτικούς του, αντιπάλους.

 

6.9.4. Αθηναϊκή Ηγεμονία 445-431

 

Το 444 π.Χ., η δημοκρατική παράταξη του Περικλή και η ολιγαρχική που, μετά το θάνατο του Κίμωνα, εξέλεξε νέο ηγέτη τον φιλόδοξο πολιτικό Θουκυδίδη του Μελησία βρέθηκαν σε ευθεία αντιπαράθεση για την εξουσία. Ο Θουκυδίδης (που δεν έχει σχέση με τον γνωστό ιστορικό Θουκυδίδη του Ολόρου), κατηγόρησε τον Περικλή για κατασπατάληση των χρημάτων της Πολιτείας, κατά την ανοικοδόμηση των μεγάλων έργων της Αθήνας, που ο ίδιος επέβλεπε. Ο Θουκυδίδης κατάφερε στην αρχή να πάρει με το μέρος του τον λαό, στην Εκκλησία του Δήμου, αλλά αυτή η επιτυχία ήταν μικρή σε χρονική διάρκεια, καθώς ο Περικλής, όταν ανέβηκε στο βήμα, δήλωσε ότι θα αποπληρώσει τα έργα με χρήματα από τη δική του περιουσία, με τον όρο να χαραχθεί το όνομά του επάνω στα έργα. Η δήλωσή του ανταμείφθηκε με χειροκροτήματα από το κοινό της Εκκλησίας του Δήμου.

Μετά από αυτό ο Θουκυδίδης γνώρισε μία μεγάλη και αναπάντεχη ήττα, όταν το 442 π.Χ., εξοστρακίστηκε για δέκα χρόνια από την Αθήνα, γεγονός που έκανε τον Περικλή, ξανά, απόλυτο ηγέτη της Αθήνας, σχεδόν μέχρι το θάνατό του. Ο Περικλής επιδίωκε να σταθεροποιήσει την επικυριαρχία της Αθήνας, και την ισχυρή επιρροή της στα εσωτερικά πράγματα άλλων πόλεων-κρατών. Η διαδικασία που μετέτρεψε τη Δηλιακή Συμμαχία, μετά την αποχώρηση της Σπάρτης, σε Αθηναϊκή Ηγεμονία, είχε αρχίσει πολύ πριν από την ενασχόληση του Περικλή με την πολιτική ζωή στην Αρχαία Αθήνα, καθώς διάφορες πόλεις-κράτη της Δηλιακής Συμμαχίας, προτιμούσαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο στη συμμαχία, πρακτικά στην Αθήνα, παρά να εφοδιάζουν τη συμμαχία με πολεμικά πλοία, κάτι πού ήταν σαφώς δυσκολότερο. Το τελικό βήμα για την επιβολή της Αθηναϊκής Ηγεμονίας, πιθανώς ήρθε μετά την παταγώδη αποτυχία της εκστρατείας στην Αίγυπτο, που οδήγησε πόλεις της συμμαχίας όπως η Μίλητος και η Ερυθραία να επαναστατήσουν εναντίον της αθηναϊκής κυριαρχίας. Πιθανό είναι οι πόλεις της Δηλιακής Συμμαχίας να επαναστάτησαν λόγω της θέλησης να λάβουν μεγαλύτερο μερίδιο από το συμμαχικό ταμείο. Μετά τη μεταφορά του συμμαχικού ταμείου από τη Δήλο, το 454/453 π.Χ. η Αθήνα είχε καταφέρει να επανακτήσει τον έλεγχο στους συμμάχους της, στη Μίλητο και στην Ερυθραία μέχρι το 449 π.Χ.. Το 447 π.Χ., ο Κλέαρχος πρότεινε την εφαρμογή του ασημένιου νομίσματος, με μέτρα και σταθμά για όλους τους συμμάχους των Αθηνών. Σύμφωνα με τη συμφωνία, το πλεόνασμα από την κατασκευή των νομισμάτων θα διοχετευόταν σε «ειδικά έργα», και οποιοσδήποτε πρότεινε τη χρήση των χρημάτων για άλλους σκοπούς θα τιμωρούνταν με την ποινή του θανάτου. Στα πλαίσια αυτά υποβλήθηκε το 449 π.Χ., η αίτηση του Περικλή για την ανακατασκευή της Ακρόπολης των Αθηνών.

 

α. Ο Πόλεμος της Σάμου 440

 

Μετά τον εξοστρακισμό του Θουκυδίδη, ο Περικλής εκλέχτηκε πάλι στρατηγός, αξίωμα που κατέληξε να είναι το σημαντικότερο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, αν ληφθεί υπόψη ότι ο Περικλής υπηρέτησε σ’ αυτό 14 φορές και ποτέ σε καμία άλλη επίσημη θέση. Το 440 π.Χ. ξέσπασε πόλεμος μεταξύ της Σάμου και της Μίλητου, για τον έλεγχο της Πριήνης, μίας αρχαίας πόλης κοντά στην Μυκάλη. Οι Μιλήσιοι ζήτησαν τη βοήθεια των Αθηνών για να σταματήσει ο πόλεμος. Όταν οι Σάμιοι αρνήθηκαν να σταματήσουν τον πόλεμο, παρά την απαίτηση των Αθηναίων, ο Περικλής πέρασε ένα ψήφισμα εναντίον τους, με το οποίο αναγνώριζε στην Αθήνα το δικαίωμα να επιβάλει την τάξη. Σε ναυμαχία εναντίον των Σαμίων, οι Αθηναίοι με ηγέτη τον Περικλή και εννέα ακόμα στρατηγούς, συμπεριλαμβανομένου και του Σοφοκλή, κέρδισαν τη μάχη και επέβαλαν μία φιλοαθηναϊκή κυβέρνηση στη Σάμο. Όταν οι Σάμιοι επαναστάτησαν, ο Περικλής υποχρέωσε τους ηγέτες της Σάμου να παραδοθούν μετά από οκτάμηνη σκληρή πολιορκία, η οποία προκάλεσε αγανάκτηση στους Αθηναίους ναύτες. Κατόπιν, ο Περικλής κατέπνιξε άλλη μία εξέγερση στο Βυζάντιο, και επέστρεψε στην Αθήνα, όπου απέδωσε τιμές στους πεσόντες Αθηναίους που πολέμησαν στην Σάμο και στο Βυζάντιο.

Μεταξύ του 438 και 436 π.Χ. ο Περικλής οδήγησε τον αθηναϊκό στόλο στις όχθες του Πόντου, όπου δημιούργησε δεσμούς φιλίας με τις ελληνικές παραθαλάσσιες πόλεις της περιοχής. Ο Περικλής ασχολήθηκε επίσης με την εσωτερική ενδυνάμωση των Αθηνών, με την κατασκευή του «Μεσαίου Τείχους» το 440 π.Χ. και με τη δημιουργία νέων κληρουχιών στην Άνδρο, στη Νάξο και στους Θούριους της Κάτω Ιταλίας το 444 π.Χ., που χτίζονταν με πρωτοβουλία του Περικλή στη θέση της ξακουστής Σύβαρης, η οποία είχε καταστραφεί το 510 π.Χ. στον πόλεμο με τον Κρότωνα. Σημαντική κληρουχία δημιουργήθηκε επίσης στην Αμφίπολη της Μακεδονίας, μεταξύ 437 π.Χ. και 436 π.Χ.

 

β. Δίκη για κατάχρηση

 

Λίγο πριν από την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Περικλής, η σύντροφός του Ασπασία, και ο φίλος του, διάσημος γλύπτης Φειδίας, δέχθηκαν μία σειρά δικαστικών επιθέσεων σε βάρος τους. Ο Φειδίας, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την ανοικοδόμηση όλων των κτιριακών συγκροτημάτων που του είχε αναθέσει ο Περικλής, κατηγορήθηκε πρώτα ότι έκλεψε ένα συγκεκριμένο ποσό χρυσού, ώστε να προσθέσει τη δική του μορφή, ως ενός φαλακρού άντρα, στην ασπίδα της θεάς Αθηνάς στο χρυσελεφάντινο άγαλμά της, φιλοτεχνώντας μια σκηνή που απεικόνιζε τον εαυτό του, μαζί με μία άλλη μορφή που έμοιαζε υπερβολικά στον Περικλή, να πολεμούν εναντίον των μυθικών Αμαζόνων. Η Ασπασία, που ήταν γνωστή για την ορθή κρίση της και για τις ρητορικές της ικανότητες, κατηγορήθηκε ότι διέφθειρε τις γυναίκες των Αθηνών για να ικανοποιήσει τον Περικλή. Οι κατηγορίες εναντίον της βασίζονταν μάλλον σε συκοφαντίες και φημολογίες της Αθήνας εκείνης της εποχής. Η Ασπασία αθωώθηκε μετά από μία σπάνια συναισθηματική έκρηξη του Περικλή, που υπήρξε οδυνηρή εμπειρία για τον ίδιο προσωπικά. Παρόλα αυτά, ο φίλος του Περικλή, γλύπτης Φειδίας, πέθανε στη φυλακή και ο άλλος φίλος του, φιλόσοφος Αναξαγόρας, δέχθηκε επίθεση από την Εκκλησία του Δήμου για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Μετά από αυτές τις αρχικές επιθέσεις, η Εκκλησία επιτέθηκε στον ίδιο τον Περικλή, για κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος και για κατάχρηση εξουσίας. Κατά δυστυχή συγκυρία, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος άρχισε τη στιγμή που η θέση του Περικλή είχε αρχίσει να κλονίζεται και διαφαινόταν γι’ αυτόν εξέλιξη πιθανώς όχι καλύτερη από τις περιπέτειες που ταλαιπώρησαν τον Μιλτιάδη, τον Αριστείδη, τον Θεμιστοκλή, τον Παυσανία και τον Κίμωνα μερικές δεκαετίες νωρίτερα.

 

6.10. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος 431-404

 

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ανάμεσα στη Αθηναϊκή και την Πελοποννησιακή Συμμαχία, υπό την ηγεμονία της Σπάρτης, διήρκεσε, με μερικές ανακωχές 27 χρόνια, από το 431 π.Χ. έως το 404 π.Χ. και έληξε με την ολοκληρωτική ήττα των Αθηναίων, δίνοντας τέλος στον πολιτισμικό «χρυσό αιώνα». Όταν τελικά η Πελοποννησιακή Συμμαχία κατάφερε να επικρατήσει, βρέθηκε αρκετά αποδυναμωμένη και η ίδια, στην ηγεσία πόλεων φτωχών ή και αποδεκατισμένων από τον πόλεμο, οι οποίες δεν έπαυαν να έχουν φιλοδοξίες, ιδιαίτερες οικονομίες αλλά και διαφορετική πολιτική αντίληψη στον τρόπο διακυβέρνησής τους.

 

6.10.1.. Οι συμμαχίες του πολέμου

 

Την εποχή εκείνη, με τις προηγηθείσες εξελίξεις, και σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, η Ελλάδα ήταν χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα, με κριτήρια που, τελικά, δεν ήταν άσχετα και με τη φυλετική σύνθεση των πληθυσμών, καθένα από τα οποία ισχυριζόταν ότι μπορούσε να εκπροσωπήσει αποτελεσματικότερα τα συμφέροντα του συνόλου του ελληνικού κόσμου Στις συμμαχίες αυτές άλλες πόλεις ανήκαν σταθερά μέχρι τέλους, ενώ άλλες όχι, κάποιες αποστατούσαν από επιλογή και κάποιες εξαναγκάζονταν από τον εκάστοτε νικητή της κεντρικής διαμάχης -την Αθήνα ή τη Σπάρτη.

Η Αθηναϊκή Συμμαχία υπό την ηγεμονία της Αθήνας έλεγχε τον Ιωνικό και Αιολικό πληθυσμό της Ελλάδα, έχοντας εξασφαλίσει τη σύμπραξη πόλεων όπως οι Πλαταιές, οι περισσότερες πόλεις της Ακαρνανίας, πόλεις της Θεσσαλίας, η Ναύπακτος (όπου όμως δεν κατοικούσαν πια Λοκροί, αλλά Μεσσήνιοι που είχαν διωχθεί από τον τόπο τους και τους οποίους οι Αθηναίοι κατά κάποιο τρόπο φιλοξενούσαν εκεί), η Χίος, η Λέσβος (που αποστάτησε αλλά την επανέφεραν στη συμμαχία) και πολλά νησιά του Αιγαίου, όπως και πόλεις της Ιωνίας και του Ελλησπόντου, και από τη μεριά του Ιονίου και τη Μεγάλη Ελλάδα, η Κέρκυρα, η Κεφαλληνία, η Ζάκυνθος και μερικές πόλεις της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας. Ο στρατός της αθηναϊκής συμμαχίας συνολικά αναφέρεται ότι ήταν ο μισός και λιγότερος των αντιπάλων (περί τις 32.000 έναντι 60.000 ή κατ' άλλους 100.000), αλλά ο στόλος των Αθηναίων αριθμούσε πάνω από 300 τριήρεις, χωρίς μάλιστα τα πλοία των συμμάχων τους. Επίσης οι Αθηναίοι είχαν πολύ περισσότερο συγκεντρωμένο χρήμα, αφού είχαν μεταφέρει στην πόλη τους το ταμείο της Δηλιακής Συμμαχίας.

Από την άλλη μεριά η Πελοποννησιακή Συμμαχία, υπό την ηγεσία τη Σπάρτης, έλεγχε το δωρικό πληθυσμό της Πελοποννήσου, έχοντας εξασφαλίσει φιλικές σχέσεις με πόλεις όπως η Κόρινθος και όλες οι πελοποννησιακές πόλεις (πλην των Αργείων και των Αχαιών, αν και πολλές αχαϊκές πόλεις στη συνέχεια μετέβαλαν στάση), τα Μέγαρα και όλες οι πόλεις της Βοιωτίας (εκτός των Πλαταιών), μερικές πόλεις της Αιτωλίας, η Φωκίδα, η Αμβρακία και οι πόλεις που κατοικούνταν από τους Λοκρούς, το βασίλειο της Μακεδονίας υπό τον Περδίκκα Β Αλεξάνδρου, ενώ από το Ιόνιο σύμμαχοί τους ήταν οι Λευκαδίτες και από την Κάτω Ιταλία και Σικελία, μεταξύ άλλων, ο Τάρας (σημερινό Ταράντο) και οι Συρακούσες. Η πελοποννησιακή συμμαχία είχε ιδιαίτερα υπολογίσιμο πεζικό και ιππικό, αλλά ο μόνος αξιόμαχος και πρακτικά αξιοποιήσιμος άμεσα στόλος της, ήταν ο κορινθιακός, πιθανόν περί τις 200 τριήρεις, ενώ είχαν ίσως θεωρητικά διαθέσιμες άλλες 300 τριήρεις, από μακρινές όμως περιοχές, όπως η Σικελία. Η Σπάρτη δεν διέθετε οικονομικό πλούτο. Είχε όμως με το μέρος της την κοινή γνώμη πολλών πόλεων που ήθελαν να απαλλαγούν από την αθηναϊκή κυριαρχία ή απειλή.

 

6.10.2. Αίτια του πολέμου

 

Αρκετοί αρχαίοι ιστορικοί αποδίδουν στον Περικλή και στην Αθήνα σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την καταστροφή της νότιας Ελλάδας που προκάλεσε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. Ο Πλούταρχος, πιστεύει ότι κύριος λόγος του μεγάλου πολέμου ήταν η υπεροψία της Αθήνας λόγω της μεγάλης ναυτικής ηγεμονίας που είχε δημιουργήσει και οι επεκτατικές πολιτικές της ενάντια στις πιο αδύναμες πόλεις-κράτη. Ο Θουκυδίδης, που έχει κατηγορηθεί για τις αντισπαρτιατικές απόψεις του, αποδίδει τον πόλεμο στη σπαρτιατική πλευρά και στο φόβο των Σπαρτιατών μπροστά στη δημιουργία μίας ισχυρής Αθήνας και της ολοένα αυξανόμενης δύναμής της. Στην κλιμάκωση του ανταγωνισμού των δύο παρατάξεων συνέβαλε και η δυσαρέσκεια που αισθάνονταν οι περισσότεροι σύμμαχοι της Αθήνας εξαιτίας της βαριάς φορολογίας που τους είχε επιβάλει και η ανησυχία της Κορίνθου, που είχε αναπτυγμένες εμπορικές σχέσεις με τη Σικελία και τη Νότια Ιταλία, για την αρχόμενη επέκταση των οικονομικών και εμπορικών δραστηριοτήτων της Αθήνας προς το Ιόνιο.   

Αυτή καθαυτή η απόπειρα της Αθήνας να δημιουργήσει ισχυρό ιμπεριαλιστικό εμπορικό κράτος, χωρίς να μπορεί να ελέγξει τις αντιδράσεις των άλλων πόλεων της Συμμαχίας (που είχε δημιουργηθεί αποκλειστικά για την αναχαίτιση των Περσών), είχε προκαλέσει δυσαρέσκειες στις μικρότερες πόλεις  που δυσανασχετούσαν με την απώλεια της ανεξαρτησίας τους και με τη μετατροπή τους σε απλές διοικητικές περιφέρειες του κράτους των Αθηνών καθώς και τη μεταφορά του ταμείου όλων των Ελλήνων που είχε δημιουργηθεί για την αντιμετώπιση την Περσών, χωρίς έγκριση, από το ιερό νησί της Δήλου στην Αθήνα και τη διοχέτευση των πόρων αυτών αποκλειστικά για τη δημιουργία της «Αθηναϊκής αυτοκρατορίας».

Τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των αριστοκρατών κυριαρχούσαν στις συμμαχικές πόλεις των Αθηνών, στις οποίες μόνον οι έμποροι και οι βιοτέχνες έβλεπαν θετικά την αθηναϊκή ηγεμονία, ενώ οι γαιοκτήμονες και γενικά τα αριστοκρατικά κόμματα επεδίωκαν την ανατροπή του «αθηναϊκού κατεστημένου». Τα τοπικά οικονομικά συμφέροντα των περισσότερων πόλεων της Ελλάδας και του ευρύτερου Ελληνικού Μεσογειακού χώρου, ακόμα και όταν διοικούνταν από δημοκρατικά κόμματα, διέβλεπαν ότι η ανάπτυξη του αθηναϊκού εμπορίου συνιστούσε άμεση απειλή για το δικό τους. Το βαρύ κλίμα επιδεινώθηκε με την απόφαση της Αθήνας να διευρύνει ακόμα περισσότερο το εμπόριο αλλά και τις πολιτικές της σχέσεις με τη Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή τις πόλεις της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας. Στο συγκεκριμένο εμπορικό και πολιτικό στόχο είχε τη συμπαράσταση της Κέρκυρας, παρότι είχε αριστοκρατικό πολίτευμα, ενώ εκείνη που τον υπέσκαπτε ήταν κυρίως η Κόρινθος, επίσης αριστοκρατική, αλλά πολύ πιο απειλητική εμπορικά από την πρώτη.

Οι αντικειμενικές δυνατότητες της Σπάρτης να επιβιώσει στο νέο σχήμα, ήταν αμφίβολες, καθώς δεν είχε αναπτυγμένο τομέα εμπορίου και διέβλεπε ότι είχε μακροπρόθεσμα μόνον δύο επιλογές: ή να αποδεχτεί το μελλοντικά βέβαιο υποβιβασμό της από την πρωτοκαθεδρία που κατείχε ήδη ή να πολεμήσει για να αποδείξει εκ νέου τη θέση της στην ηγεσία της Ελλάδας. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στην αθηναϊκή και τη σπαρτιατική κοινωνία και τα συμφέροντα των Περσών, που παρενέβησαν στην πορεία του πολέμου και όχι εξαρχής και χρηματοδότησαν αλλά και τροφοδότησαν σε κρίσιμες στιγμές τις ενδοελληνικές διαμάχες.

 

6.10.3. Αφορμές του πολέμου

 

Ο Περικλής ήταν πεπεισμένος ότι ο πόλεμος με την Πελοποννησιακή Συμμαχία ήταν αναπότρεπτος, και δεν αποκλείεται να τον θεωρούσε σε προσωπικό επίπεδο καλοδεχούμενο, αφού μπορούσε να χρησιμεύσει ως αντιπερισπασμός στη δύσκολη κατάσταση που δημιούργησαν οι κατηγορίες περί καταχρήσεων που εκτόξευαν  εναντίον του οι αντίπαλοί του. Τρία ζητήματα δημιούργησαν τις αφορμές για την έναρξη του πολέμου:

 

α. Τα Κερκυραϊκά 433 π.Χ.

 

Οι Αθηναίοι ήθελαν με κάθε τρόπο να επεκταθούν δυτικά και η αφορμή για να μετριάσουν την επιρροή της Κορίνθου ήρθε όταν κηρύχτηκε πόλεμος μεταξύ Κορίνθου και Κέρκυρας. Η Κέρκυρα, παρότι αποικία της Κορίνθου, ήταν πια απολύτως ανεξάρτητη από αυτήν, διέθετε δικό της υπολογίσιμο στόλο και ακμαίο εμπόριο. Οι σχέσεις της με την Κόρινθο δεν ήταν ιδιαίτερα καλές λόγω του εμπορικού ανταγωνισμού τους και όταν το 433 π.Χ. σημειώθηκε στάση στην Επίδαμνο, άλλη αποικία των Κορινθίων στις ακτές της Ιλλυρίας, ανταγωνίστρια στο εμπόριο του Ιονίου, η Κέρκυρα δεν δίστασε να έρθει σε ανοιχτή ρήξη με την Κόρινθο. Διαβλέποντας όμως ότι υπήρχε κίνδυνος να ηττηθεί, ζήτησε τη βοήθεια του αθηναϊκού στόλου. Κορίνθιοι πρέσβεις ζήτησαν τότε επισήμως από τους Αθηναίους να μην παρέμβουν υπέρ της Κέρκυρας, γιατί κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παραβίαση των όρων της 30ετούς ειρήνης που είχε υπογραφεί το 445 π.Χ. Οι Αθηναίοι θεώρησαν ότι δεν συνιστούσε παραβίαση η αποστολή «αμυντικού στόλου» και αποφάσισαν τα πολεμικά πλοία τους να είναι παρόντα στην επικείμενη ναυμαχία αλλά να αναμιχθούν μόνον αν απειληθεί η πόλη της Κέρκυρας. Το 433 π.Χ., ο ενωμένος αθηναϊκός και κερκυραϊκός στόλος αντιμετώπισε τον κορινθιακό στα νερά της Κέρκυρας, σε μία μάχη χωρίς τελικό νικητή. Οι Κορίνθιοι θεώρησαν την απειλητική παρουσία των αθηναϊκών πλοίων ως παρέμβαση, αποχώρησαν από τη ναυμαχία και θέλησαν να συγκαλέσουν συμβούλιο της Πελοποννησιακής Συμμαχίας για κήρυξη πολέμου.

 

β. Τα Ποτιδαιακά 432 π.Χ.

 

Ταυτόχρονα, (το 432 π.Χ.), οι Κορίνθιοι, έχοντας βοήθεια από τον Περδίκκα, βασιλιά της Μακεδονίας, υποκίνησαν αποστασία της Ποτίδαιας, μιας, πόλης της Χαλκιδικής που ήταν μέλος της Αθηναϊκής συμμαχίας, αλλά και αποικία της Κορίνθου. Όταν οι Αθηναίοι έστειλαν εκεί στρατό για να πολιορκήσουν την πόλη, συγκρούστηκαν έξω από τα τείχη σε μάχη με τους Κορινθίους που είχαν σταλεί εσπευσμένα εκεί για να υπερασπιστούν την αποικία τους. Έτσι οι «Τριακοντούτεις σπονδαί» (δηλαδή οι όροι της 30χρονης ειρήνης του 445 π.Χ.) παραβιάστηκαν πλέον κατάφωρα. Ήταν ως εκ τούτου αδύνατο να μη συγκληθεί το συμβούλιο της Πελοποννησιακής Συμμαχίας.

 

γ. Το Μεγαρικό ψήφισμα 432 π.Χ.

 

Η ατμόσφαιρα στο πελοποννησιακό συμβούλιο βάρυνε υπέρ των φιλοπόλεμων πολιτικών και όχι εκείνων που απέφευγαν τη ρήξη, γιατί τέθηκαν δύο επιπλέον ζητήματα: Αφενός η εξορία των Αιγινητών από το νησί τους, αφετέρου η οικονομική εξόντωση των Μεγαρέων. Οι Αθηναίοι θεωρούσαν πως οι Μεγαρείς, που είχαν πάντα τεταμένες σχέσεις με την Αθήνα, είχαν καλλιεργήσει ιερή γη που ήταν αφιερωμένη στη θεά Δήμητρα και επιπλέον παραχωρούσαν άσυλο σε δούλους που ξέφευγαν από την Αθήνα, γεγονός ανίερο για τους ίδιους. Με υπόδειξη του Περικλή εκδόθηκε απόφαση της αθηναϊκής κυβέρνησης, γνωστή ως Μεγαρικό ψήφισμα, με το οποίο επιβαλλόταν οικονομικός αποκλεισμός στους Μεγαρείς, καθώς απαγορευόταν σε όλα τα λιμάνια της αθηναϊκής συμμαχίας οποιαδήποτε δοσοληψία με αυτούς.

Μετά από συνομιλίες με τους συμμάχους της, η Σπάρτη απαίτησε από την Αθήνα να λύσει την πολιορκία της Ποτίδαιας, να επιτρέψει την αυτονομία στην Αίγινα και σε όσες πόλεις της Αθηναϊκής Συμμαχίας το επιθυμούσαν, να επιτρέψει το εμπόριο στους Μεγαρείς και να εξορίσει τους Αλκμεωνίδες (ουσιαστικά τον Περικλή, ο οποίος καταγόταν από τους Αλκμεωνίδες, από την πλευρά της μητέρας του), απειλώντας με πόλεμο αν οι απαιτήσεις της δεν πραγματοποιούνταν. Ο Περικλής δεν ήθελε να υποχωρήσει στις απαιτήσεις της Σπάρτης, επειδή πίστευε ότι σε αυτή την περίπτωση θα επανερχόταν με περισσότερες. Παρακίνησε τους συμπολίτες του να δηλώσουν πως η Αθήνα θα προέβαινε σε άρση του εμπάργκο στα Μέγαρα, μόνο αν η Σπάρτη εγκατέλειπε την τακτική της ξενηλασίας και αναγνώριζε την αυτονομία των συμμαχικών της πόλεων. Οι όροι του Περικλή δεν έγιναν αποδεκτοί από τη Σπάρτη, και με δεδομένο πως καμία πλευρά δεν υποχωρούσε, ο πόλεμος ήταν πλέον αναπόφευκτος.

 

6.10.4. Αρχιδάμειος πόλεμος (431-427 π.Χ.)

 

Η πρώτη φάση του πολέμου ονομάζεται Αρχιδάμειος Πόλεμος, από το όνομα του Ευρυποντίδη βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαμου Β΄ (469-427), προσωπικού φίλου του Περικλή, που πρωταγωνίστησε στις επιχειρήσεις, τα πρώτα 4 χρόνια μέχρι το θάνατό του από φυσικές αιτίες.

 

α. Πρώτο έτος του πολέμου

 

Το 431 π.Χ., και ενώ η ειρήνη ήταν εύθραυστη, ο Αρχίδαμος έστειλε νέα αντιπροσωπεία, με την οποία ζήτησε από την Αθήνα να δεχτεί τους όρους της Σπάρτης. Στη σπαρτιατική αντιπροσωπεία δεν επετράπη η είσοδος στην Αθήνα, καθώς ο Περικλής το είχε απαγορεύσει, εφόσον εκείνη την περίοδο, ο σπαρτιατικός στρατός συγκεντρωνόταν στην Κόρινθο. Όταν και οι τελευταίες του προσπάθειες για διαπραγματεύσεις με τους Αθηναίους απέτυχαν, ο Αρχίδαμος, στα τέλη Μαΐου, εισέβαλε στην Αττική αλλά την βρήκε έρημη, διότι ο Περικλής είχε πείσει τους Αθηναίους να οχυρωθούν πίσω από τα Μακρά Τείχη. εγκαταλείποντας τα χωράφια και τις περιουσίες τους. Πολλοί αγρότες, για τους οποίους η μετακίνηση αυτή συνιστούσε βίαιη αλλαγή του τρόπου ζωής, δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένοι και  βλέποντας μέσα από τα τείχη την καταστροφή της περιουσίας τους στην ύπαιθρο, άρχισαν να δείχνουν την έντονη δυσαρέσκειά τους προς τον Περικλή, ενώ πολλοί από αυτούς θεωρούσαν πως τους εξώθησε στον πόλεμο. Παρά τη μεγάλη πίεση, ο Περικλής αρνήθηκε να αλλάξει την αρχική στρατηγική του και αρνήθηκε επίσης να ζητήσει τη γνώμη της Εκκλησίας του Δήμου, φοβούμενος μήπως οι Αθηναίοι αποφασίσουν να πολεμήσουν μόνοι τους τον ισχυρό σπαρτιατικό στρατό στην ύπαιθρο. Ενώ ο σπαρτιατικός στρατός παρέμενε στην Αττική, ο Περικλής έστειλε ένα στόλο 100 πλοίων να λεηλατήσει τα παράλια της Πελοποννήσου και κυρίως την Ηλεία και τοποθέτησε το ιππικό να φυλά τα κτήματα κοντά στα τείχη της πόλεως. Όταν ο εχθρός έφυγε στα τέλη Ιουλίου και η λεηλασία της αττικής υπαίθρου έλαβε τέλος, οι Αθηναίοι κυρίευσαν την Αίγινα, ερήμωσαν τις περιοχές των Λοκρών (στη σημερινή Αταλάντη, απέναντι από την Εύβοια) και το φθινόπωρο του 431 λεηλάτησαν τα Μέγαρα. Λίγους μήνες αργότερα, το χειμώνα του 431 προς 430 π.Χ., ο Περικλής απάγγειλε τον περίφημο Επιτάφιο Λόγο του, όπου με μνημειώδη συναισθηματισμό τίμησε τη δημοκρατία και τους πεσόντες πολεμιστές για την Αθήνα στη διάρκεια του πρώτου έτους του πολέμου.

 

β. Φορμίων Ασωπίου Παιανιεύς

 

Στα χρόνια πριν και μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις διακρίθηκε ο Αθηναίος ναύαρχος Φορμίων Ασωπίου από την Παιανία, που εμφανίστηκε πρώτη φορά στο προσκήνιο το 440 π.Χ. επί κεφαλής στόλου μαζί με τον Περικλή κατά το τέλος του Πολέμου της Σάμου. Το 432 π.Χ. έλαβε μέρος στην πολιορκία της Ποτίδαιας έχοντας για βοήθεια 1.600 οπλίτες. Το 429 π.Χ. γνώρισε τη μεγαλύτερή του επιτυχία, στη ναυμαχία της Πάτρας και της Ναυπάκτου. Στην πρώτη ναυμαχία ο Φορμίων με 20 πλοία αντιλήφθηκε έγκαιρα το σπαρτιατικό στόλο και τον κύκλωσε. Στη δεύτερη ναυμαχία ο σπαρτιατικός στόλος τον αιφνιδίασε, αλλά ο Φορμίων ανασυντάχθηκε με τη βοήθεια των Μεσσήνιων οπλιτών που βρίσκονταν στην ακτή. Οι νίκες του ήταν σημαντικές για την Αθήνα, διότι επιβεβαίωσαν το ναυτικό αήττητό της. Μετά το θάνατό του, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την προσφορά του οι Αθηναίοι του έστησαν άγαλμά.

 

γ. Θάνατος του Περικλή από λοιμό  

 

Το 430 π.Χ., ο σπαρτιατικός στρατός λεηλάτησε την Αττική για δεύτερη φορά αλλά ο Περικλής απέφυγε να αντιπαραταχθεί στους Σπαρτιάτες, θεωρώντας τους σχεδόν ανίκητους στην ξηρά και πιστεύοντας ότι η Αθήνα έπρεπε να βασιστεί στη ναυτική της δύναμη, και για δεύτερη φορά αρνήθηκε να αλλάξει την αρχική του στρατηγική, που βασιζόταν στην εξασθένηση του αντιπάλου με την αποφυγή επέκτασης των συγκρούσεων. Καθώς δεν επιθυμούσε να πολεμήσει τους Σπαρτιάτες σε ανοιχτή μάχη, ηγήθηκε ξανά μίας αθηναϊκής εκστρατείας ώστε να λεηλατήσει τα παράλια της Πελοποννήσου, παίρνοντας αυτή τη φορά 100 πλοία μαζί του. Το καλοκαίρι, στην Αθήνα ενέσκηψε λοιμός, πιθανώς τυφοειδής πυρετός, που προκάλεσε το θάνατο μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Ο δήμος τότε ξεσηκώθηκε εναντίον του Περικλή, και εκείνος υποχρεώθηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, με ένα συναισθηματικό τελευταίο λόγο, μέρος του οποίου παραδίδεται από τον Θουκυδίδη, ο οποίος δείχνει τις αρετές του, αλλά και την απογοήτευσή του, μπροστά στην θλιβερή κατάσταση που δημιουργήθηκε. Προσωρινά κατάφερε να μειώσει το μένος του Δήμου εναντίον του, αλλά οι εσωτερικοί εχθροί του επανεμφανίστηκαν, με επικεφαλής τον Κλέωνα, ένα νέο και φιλόδοξο πολιτικό  και κατάφεραν να του στερήσουν το αξίωμα του στρατηγού και, μετά από δίκη στην οποία εισαγγελέας ήταν ο ίδιος ο Κλέων. να τον τιμωρήσουν με χρηματικό πρόστιμο μεταξύ 15 και 50 ταλάντων. Ωστόσο ο Περικλής επανέκτησε την εμπιστοσύνη του λαού και επανεξελέγη στρατηγός, μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 429 π.Χ. Ανέκτησε τον έλεγχο του αθηναϊκού στρατού και ηγήθηκε της Αθήνας σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του 429 π.Χ., έχοντας και πάλι την αθηναϊκή εξουσία στα χέρια του. Την ίδια χρονιά όμως, ο Περικλής είδε τους δύο γιους του, τον Πάραλο και τον Ξάνθιππο, να πεθαίνουν από το φοβερό λοιμό που χτύπησε την πόλη και ύστερα πέθανε και ο ίδιος από το λοιμό, τον Αύγουστο του 429 π.Χ.

Ο Περικλής σημάδεψε μία ολόκληρη εποχή και με τις αποφάσεις του τροφοδότησε μακρά σειρά αντικρουόμενων απόψεων. Άλλοι τον αποκαλούν λαϊκιστή και δημαγωγό, ενώ άλλοι εκφράζουν το θαυμασμό τους για τις ηγετικές του ικανότητες. Ο Πλάτωνας και ο Πλούταρχος τον επικρίνουν διότι έσπρωξε τον λαό της Αθήνας σε μία ματαιόδοξη και μαλθακή στάση, εθίζοντας με τα φιλολαϊκά μέτρα του επαγγελματίες αργόσχολους και αργόμισθους. Το γεγονός ότι διακρίθηκε εξίσου ως στρατηγός, ρήτορας και πολιτικός ηγέτης, τον καταξιώνει ως ιδεώδη τύπο πολιτικού άντρα της αρχαίας Ελλάδας. Ο αθηναϊκός ουμανισμός ήταν αναμφισβήτητα το κύριο χαρακτηριστικό του Χρυσού Αιώνα και η ελευθερία του λόγου η μεγαλύτερη και μακροβιότερη κληρονομιά του. Διασκευάζοντας τον Κ.Παπαρρηγόπουλο θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Σόλων και ο Κλεισθένης δημιούργησαν πολιτεία, ο Θεμιστοκλής ίδρυσε πόλη και ο Κίμων εγκατέστησε ηγεμονία --- πολιτεία, πόλη και ηγεμονία όμως κατεκόσμησε ο Περικλής όχι μόνο με τα αριστοτεχνήματά του αλλά και με το όνομά του, για να τους προσδώσει αθάνατη δόξα στους επελθόντες και επερχόμενους αιώνες.

 

6.10.5. Βρασίδειος Πόλεμος (427-421 π.Χ.)

 

            Δύο χρόνια μετά το θάνατο του Περικλή το 427 πέθανε από φυσικές αιτίες ο ηλικιωμένος βασιλεύς της Σπάρτης Αρχίδαμος Β και από την οικογένεια των Ευρυποντιδών τον διαδέχτηκε ο γιος του Άγις Β (427-399), ενώ παράλληλα από την οικογένεια των Αγιάδων βασίλευε ο Πλειστοάναξ γιος του Παυσανία (459-401). Η περίοδος 427-421 του Πελοποννησιακού Πολέμου μπορεί να ονομαστεί Βρασίδειος Πόλεμος από το όνομα του Λακεδαιμόνιου στρατηγού Βρασίδα που είχε σημαίνοντα ρόλο στις εξελίξεις αυτής της περιόδου.  

Στην αθηναϊκή κοινωνία η επιδημία τύφου, η κατ' έτος καταστροφή της καλλιεργήσιμης γης από τους Πελοποννήσιους, η αντικειμενική αδυναμία της συμμαχίας να αντεπεξέλθει σε χερσαίες επιχειρήσεις και ο εκ των πραγμάτων περιορισμός της σε ναυτικές επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με τους ανταγωνισμούς στο δήμο, οδήγησαν σε κρίση. Στο προσκήνιο των δημοκρατικών κυριάρχησε ο Κλέων, ενθουσιώδης και φιλοπόλεμος, ενώ στων αριστοκρατικών, ο Νικίας, πράος αλλά όχι αποφασιστικός. Στρατιωτικά οι Αθηναίοι κατάφεραν εντούτοις να κυριεύσουν την Ποτίδαια, να επαναφέρουν στη συμμαχία τη Λέσβο και την Κέρκυρα (που είχαν αποστατήσει) και να κυριεύσουν την Πύλο, γεγονός που κλόνισε σημαντικά το ηθικό των Σπαρτιατών. Μάχες δόθηκαν και στη Σικελία όπου αναγκαστικά βρέθηκε απασχολημένο τμήμα του αθηναϊκού στρατού και στόλου με στόχο να ενισχύσει τις πόλεις με δημοκρατικά πολιτεύματα, αλλά και να εμποδίσει την αποστολή σίτου από τις Συρακούσες στη Σπάρτη.

Η Πελοποννησιακή Συμμαχία από την άλλη μεριά κατάφερε να κυριεύσει τις Πλαταιές, πόλη-κλειδί για την Αθήνα, να νικήσει παρά την απειρία της σε μερικές ναυμαχίες την αθηναϊκή συμμαχία, να κυριεύσει την Αμφίπολη της Θράκης, σημαντική σύμμαχο της Αθήνας λόγω της παραγωγής χρυσού και ξυλείας, και να νικήσει στο Δήλιο (σημερινό Δήλεσι), έξω από την Τανάγρα. Στον πόλεμο είχαν εμπλακεί πλέον και οι Μακεδόνες βασιλείς που είχαν τις δικές τους φιλοδοξίες για την περιοχή τους και βρίσκονταν σε διαμάχες, αλλά και που σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο είχαν στηρίξει ενεργά την Πελοποννησιακή Συμμαχία. Εντούτοις είχε και η Σπάρτη λόγους να παρουσιάζει κάμψη του ηθικού της, αιτία για την οποία ήταν η ήττα της στην Πύλο, που έφερε τους Αθηναίους πολύ κοντά, οι λεηλασίες της περιοχής της από τα Κύθηρα, η διάψευση της πεποίθησής της ότι αυτός ο πόλεμος θα διαρκούσε λίγα χρόνια, η φυγή ειλώτων στους οποίους στηριζόταν για την επιβίωσή της και η απειλή πολέμου με το έως πρόσφατα ουδέτερο Άργος. Ειδικά το τελευταίο, θα μπορούσε να οδηγήσει τη Σπάρτη σε διμέτωπο αγώνα.

Παρότι ο πόλεμος ήταν αμφίρροπος, και οι δύο πλευρές είχαν ανάγκη από μια ανάπαυλα. Επιπλέον στις μάχες των τελευταίων χρόνων σκοτώθηκαν δύο σημαντικά πρόσωπα που δεν επιθυμούσαν την ειρήνη -ο Βρασίδας των Λακεδαιμονίων και ο Κλέων των Αθηναίων. Αυτό άφηνε το έδαφος ανοιχτό στην Αθήνα για τον Νικία και στη Σπάρτη για τον Πλειστοάνακτα, πρόσωπα που επιζητούσαν, πρόσκαιρη έστω, ειρήνη. Οι δύο πόλεις υπέγραψαν την άνοιξη του 421 π.Χ. τη Νικίειο ειρήνη η οποία συμφωνήθηκε να έχει διάρκεια μισού αιώνα, παρόλο που η Κόρινθος και αρκετές άλλες πόλεις δεν την αποδέχθηκαν. Με αυτήν διακόπηκαν προσωρινά οι εχθροπραξίες και οι αντίπαλοι συμφωνήθηκε να επανέλθουν με εκατέρωθεν μικρές εξαιρέσεις, στα εδάφη που κατείχαν πριν το 431 π.Χ. Στην Αθήνα, που φαινομενικά είχε κάποια υπεροχή σε βαθμό που να μπορεί να υποστηρίζει ότι ήταν η κερδισμένη του δεκαετούς πολέμου σε σύγκριση με τη Σπάρτη. αναγνωριζόταν το δικαίωμα να διαχειρίζεται ως εσωτερική της υπόθεση τα των συμμάχων της με εξαίρεση τις λιγοστές πόλεις που κατονομάζονταν ως ανεξάρτητες. Εντούτοις, Αθήνα και Σπάρτη εξαρχής αποδείχτηκαν απρόθυμες να τηρήσουν τα συμφωνημένα.

 

6.10.6. Βρασίδας (; - 422 π.Χ.)

 

Ο Βρασίδας (<βράσις <βράσσω [= σείω βιαίως, βράζω] + είδος = θερμός, οξύθυμος) ήταν αξιωματικός της αρχαίας Σπάρτης κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, διακεκριμένος για τις στρατηγικές του ικανότητες. Το 431 π.Χ. ηγήθηκε στρατεύματος που έλυσε την πολιορκία της Μεθώνης από τους Αθηναίους, ενώ το επόμενο έτος έγινε επώνυμος έφορος της Σπάρτης. Το 428 π.Χ. εκστράτευσε στη Μακεδονία με σκοπό να ενισχύσει τις εκεί σπαρτιατικές θέσεις και να βοηθήσει τον σύμμαχο, βασιλιά της Μακεδονίας Περδίκκα Β'. Κατέλαβε μια σειρά από παραλιακές πόλεις, όπως Άκανθος, Στάγειρα, Αμφίπολη και Τορώνη. Τελικά, το 423 π.Χ. υπογράφτηκε ανακωχή με την Αθήνα.

Το 421 π.χ ο Βρασίδας από υποχρέωση προς τον Περδίκκα που παρείχε τροφή στο ήμισυ του Πελοποννησιακού στρατού, εκστράτευσε μαζί του εναντίον του Αρραβαίου βασιλιά των Λυγκηστών. Οι αντίπαλοι συναντήθηκαν στο έδαφος της Λύγκου (Βορειοδυτική Μακεδονία) και μετά από σποραδικές συγκρούσεις παρέμεναν αδρανείς. Ο Περδίκκας περίμενε ενισχύσεις από μισθοφόρους Ιλλυριούς που είχαν φήμη ικανών και άγριων πολεμιστών. Οι Ιλλυριοί όμως πρόδωσαν τον Περδίκκα και ενώθηκαν με το στρατό του Αρραβαίου. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι Μακεδόνες πανικόβλητοι από την τροπή των γεγονότων, εγκατέλειψαν την περιοχή χωρίς να ειδοποιήσουν το Βρασίδα που, έχοντας στρατοπεδεύσει σε αρκετή απόσταση, δεν αντιλήφθηκε την φυγή των συμμάχων του. Το ξημέρωμα ο Λακεδαιμόνιος στρατηγός βρέθηκε απομονωμένος μέσα στη χώρα του εχθρού. Ψύχραιμα, οργάνωσε στρατιωτικό ελιγμό απαγκίστρωσης από την καρδιά της εχθρικής περιοχής, δημιουργώντας ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία σχηματισμό αμυντικού τετραγώνου. Τοποθέτησε ευέλικτες μονάδες κρούσεως στην περιφέρεια του σχηματισμού, που βγαίνοντας αιφνιδιαστικά θα εξουδετέρωναν τις επιθέσεις των «βαρβάρων». Πριν ξεκινήσουν την υποχώρηση, ενθάρρυνε τους στρατιώτες του απομυθοποιώντας την πολεμική βιτρίνα των Ιλλυριών. Οι επιτιθέμενοι καθηλώθηκαν και οι Έλληνες επέστρεψαν με ασφάλεια σε φιλικό έδαφος, αλλά η τροπή των γεγονότων τερμάτισε την συμμαχία Μακεδονίας και Σπάρτης.

Τον Απρίλιο του 422 π.Χ. η προσωρινή ανακωχή Αθήνας και Σπάρτης τερματίστηκε και το επόμενο καλοκαίρι οι Αθηναίοι, με τον Κλέωνα ετοιμάζονταν να επιτεθούν στην Αμφίπολη. Ο Βρασίδας αντιλήφθηκε αμέσως τις προθέσεις τους να επιτεθούν, όμως τους αιφνιδίασε με ξαφνική έφοδο. Ενώ οι Αθηναίοι υπέστησαν πανωλεθρία, από τους Σπαρτιάτες σκοτώθηκαν μόνο επτά, από τους οποίους ένας ήταν και ο ίδιος ο Βρασίδας. Θάφτηκε στην Αμφίπολη με τις πρέπουσες τιμές, ενώ στην Σπάρτη δημιουργήθηκε κενοτάφιο δίπλα στους τάφους του Παυσανία και του Λεωνίδα και προς τιμήν του διοργανώνονταν ετήσιες εκδηλώσεις με ομιλίες και αθλητικούς αγώνες Η τοποθεσία όπου σκοτώθηκε ο Βρασίδας κοντά στη Νέα Πέραμο Καβάλας, ονομάζεται έως και σήμερα "Ακρωτήρι στρατηγού Βρασίδα". Ο Βρασίδας συνδυάζοντας πλήρως όλα τα σπαρτιατικά ιδεώδη. ήταν γρήγορος στο να λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις και να οργανώνει στρατηγικές κινήσεις χωρίς κανένα δισταγμό, ενώ ήταν και εύγλωττος ρήτορας.

 

6.10.7. Κλέων Κλεαινέτου Κυδαθηναιεύς (; - 422 π.Χ.)

 

Ο Κλέων (<κλέος[=δόξα] = ένδοξος), γιος του Κλεαινέτου από το δήμο Κυδαθηναίων (σημερινή Πλάκα), στην αρχή ασκούσε το επάγγελμα του βυρσοδέψη. Στη πολιτική σκηνή εμφανίσθηκε ως αντίπαλος του Περικλή, μετά το θάνατο του οποίου το 429 π.Χ. με βίαιες πολιτικές επιθέσεις και εξεγερτική ευγλωττία απέκτησε μεγάλη επιρροή στις μεσαίες κυρίως τάξεις της αρχαίας Αθήνας και κατά τα έξι περίπου έτη του Βρασίδειου Πολέμου (428 π.Χ.-422 π.Χ.) διετέλεσε αρχηγός κόμματος που ήταν αντίθετο στη σύναψη ειρήνης. Τρέφοντας απεριόριστη πεποίθηση στις ικανότητές του, ανέλαβε την αρχηγία στρατιωτικών επιχειρήσεων, όπως κατά της Πύλου και της Αμφίπολης, στις οποίες δεν επιβεβαιώθηκαν οι προβαλλόμενες από τον ίδιο ικανότητές του.

Ο Κλέων έφθασε στο μέγιστο της επιρροής του το 424 π.Χ. όταν εκμεταλλευόμενος την στρατηγική ικανότητα του συστράτηγού του Δημοσθένη Αλκισθένους, κατόρθωσε να αιχμαλωτίσει τη σπαρτιατική φρουρά της νήσου Σφακτηρίας και να φέρει τους άνδρες της στην Αθήνα, δημιουργώντας για διαφήμιση δυσανάλογο πολιτικό θόρυβο. Επαιρόμενος για την επιτυχία αυτή, δεν δίστασε να αναλάβει την αρχηγία εκστρατευτικού σώματος που στάλθηκε στη Θράκη για την αντιμετώπιση του Βρασίδα κατά την οποία όμως ηττήθηκε κάτω από τα τείχη της Αμφίπολης όπου και σκοτώθηκε κατά την εκεί μάχη το 422 π.Χ. Οι θαυμαστές του Περικλή, όπως ο Θουκυδίδης και ο Αριστοφάνης και  αρκετοί νεότεροι, τον ονειδίζουν ως  δημαγωγό χαμερπή, αμαθή, φιλοχρήματο και δειλό, χαρακτηρισμοί που δεν μπορεί να θεωρηθούν δίκαιοι για έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε επιδιώκοντας την υλοποίηση πολιτικών σχεδίων, τα οποία (έστω και για προσωπική δόξα) απέβλεπαν στο συμφέρον της πατρίδας του.

 

6.10.8. Δημοσθένης Αλκισθένους Αφιδναίος (; - 413 π.Χ.)

 

            Η δραστηριότητα του Δημοσθένη (<δήμος + σθένος = ο έχων τη δύναμη του λαού), γιου του Αλκισθένους από τις Αφίδνες (που δεν έχει σχέση με τον μετέπειτα γνωστό ρήτορα) άρχισαν το 426, όταν οδήγησε χωρίς επιτυχία και με αρκετές απώλειες μια εισβολή στην Αιτωλία. Παρέμεινε όμως στην περιοχή περιπολώντας τις ακτές του Ιονίου με 12 πλοία και, αργότερα τον ίδιο χρόνο, όταν οι Ακαρνάνες ζήτησαν τη βοήθειά του για να αποκρούσουν εισβολή των κατοίκων της Αμβρακίας με τη σύμπραξη της Σπάρτης, σε μάχη που έδωσε στην κωμόπολη Όλπες κοντά στην Αμφιλοχία, κατατρόπωσε  τους Σπαρτιάτες και υποχρέωσε τους Αμβρακιώτες να υπογράψουν συνθήκη ειρήνης ευνοϊκή για τους Ακαρνάνες.  

            Το 425 ενώ βρισκόταν ακόμη στο Ιόνιο, έλαβε εντολή από τον Κλέωνα να καταπνίξει επανάσταση στη Σικελία. Εξαιτίας της επικρατούσας τρικυμίας ο Δημοσθένης αποβιβάστηκε στην Πύλο, όπου οχύρωσε το λιμάνι, δημιουργώντας μια ισχυρή βάση κοντά στη Σπάρτη, η οποία στο μεταξύ επιχείρησε να αποβιβάσει στρατό υπό τον Βρασίδα στο κοντινό νησί της Σφακτηρίας. Η απόβαση των Σπαρτιατών αποκρούστηκε από τον Δημοσθένη, ενώ παράλληλα το κύριο μέρος του αθηναϊκού στόλου, επιστρέφοντας υπό τον Ευρυμέδοντα από τη Σικελία, σε φοβερή ναυμαχία που έγινε μεταξύ Σφακτηρίας και Πύλου, υπερισχύοντας κατέλαβε το λιμάνι και, παρά την προσπάθεια του Βρασίδα που τραυματίστηκε κατά τη σύγκρουση, απέκλεισε τους Σπαρτιάτες που βρίσκονταν στη Σφακτηρία. Θορυβημένοι οι Σπαρτιάτες έστειλαν τότε πρέσβεις στην Αθήνα για να διαπραγματευτούν ειρήνη, αλλά οι προτάσεις τους απορρίφτηκαν από τους Αθηναίους, που αντίθετα έστειλαν στη Σφακτηρία και τον Κλέωνα, ως συστράτηγό του Δημοσθένη. Στην επίθεση εναντίον της Σφακτηρίας που ακολούθησε, οι Λακεδαιμόνιοι αντιστάθηκαν γενναία, αλλά, περικυκλωμένοι από παντού, αναγκάσθηκαν να παραδοθούν, οπότε οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Αθήνα.

            Το 424 ο Δημοσθένης, με συστράτηγο τον Ιπποκράτη, επιχείρησαν να καταλάβουν τα Μέγαρα, αλλά νικήθηκαν από τον Βρασίδα. Τότε ο Δημοσθένης πήγε στη Ναύπακτο για να υποστηρίξει την δημοκρατική επανάσταση εκεί και για να συγκεντρώσει στρατό για εισβολή στην Βοιωτία. Οι ενέργειες όμως των δύο Αθηναίων στρατηγών δεν συντονίστηκαν ορθά, με αποτέλεσμα ο Ιπποκράτης να ηττηθεί κατά κράτος στη Μάχη του Δήλιου και ταυτόχρονα ο Δημοσθένης να ηττηθεί επίσης στη Σικυώνα.

            Μετά από αυτά ο Δημοσθένης ήταν ένας απ’ αυτούς που υπέγραψαν τη Νικίειο Ειρήνη το 421, ενώ το 417 ήταν υπεύθυνος για τη επιτυχή φυγάδευση του αθηναϊκού στρατού από την Επίδαυρο μετά τη Μάχη της Μαντίνειας.

Κατά την εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία το 415, στάλθηκε εκεί ένας σπαρτιατικός στόλος για να ενισχύσει τους συμμάχους Συρακούσιους, με επακόλουθο τον αποκλεισμό της αθηναϊκής στρατιάς. Ο Δημοσθένης με συστράτηγο πάλι τον Ευρυμέδοντα, έπλευσε στο νησί με 73 πλοία και 5000 οπλίτες. Σε μια τολμηρή νυχτερινή επίθεση εναντίον των δυνάμεων των Συρακούσιων, μετά την αρχική επιτυχία, οι Αθηναίοι αποδιοργανώθηκαν σε μια χαοτική νυχτερινή επιχείρηση και υπέστησαν πανωλεθρία από τον Σπαρτιάτη στρατηγό Γύλιππο. Μετά την ήττα ο Δημοσθένης, βλέποντας το μαστιζόμενο από επιδημία αθηναϊκό στρατόπεδο, πρότεινε την άρση της πολιορκίας και την επιστροφή στην Αθήνα, όπου θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην υπεράσπιση της πόλης από την επιδρομή των Σπαρτιατών στην Αττική. Ο αρχιστράτηγος των Αθηναίων Νικίας όμως αρχικά απόρριψε την πρόταση, μέχρις ότου έφτασαν στο νησί και νέες δυνάμεις των Σπαρτιατών. Ενώ ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν μια τυχαία έκλειψη σελήνης τους καθυστέρησε και έδωσε το χρόνο στους Σπαρτιάτες και τους Συρακούσιους να παγιδέψουν τις αθηναϊκές δυνάμεις στο λιμάνι, όπου ο Ευρυμέδων σκοτώθηκε στη μάχη που ακολούθησε. Οι Σπαρτιάτες ανάγκασαν τους Αθηναίους να επιστρέψουν στη στεριά, από όπου ο Δημοσθένης πίστευε ακόμα ότι θα μπορούσαν να διαφύγουν με πλοία, ενώ ο Νικίας προέκρινε να αναζητήσουν ασφαλές καταφύγιο στο νησί. Μετά από οδοιπορία μερικών ημερών οι δύο Αθηναίοι στρατηγοί χώρισαν και ο μεν Δημοσθένης παγιδεύτηκε και αναγκάστηκε να παραδοθεί στους Συρακούσιους, ο δε Νικίας αιχμαλωτίστηκε επίσης οπότε και οι δύο εκτελέστηκαν το 413 π.Χ. παρά τις αντίθετες οδηγίες του Γύλιππου, που προτιμούσε να οδηγηθούν αιχμάλωτοι στη Σπάρτη.      

 

6.10.9. Νικίας Νικηράτου Κυδαντίδης (469 – 413 π.Χ.)

 

Ο Νικίας (<νίκη = ο φέρων νίκες, νικητής) ήταν μέλος της οικονομικής αριστοκρατίας της Αθήνας από το δήμο Κυδαντιδών, καθώς είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, Νικήρατο, τεράστια περιουσία, η οποία επενδύθηκε κυρίως στα αργυρωρυχεία του Λαυρίου. Λέγεται ότι ο Νικίας είχε περισσότερους από 1000 δούλους που εργάζονταν στα ορυχεία, τους οποίους επιστάτευε ο Θράκας Σωσίας και ότι ήταν επίσης γενναιόδωρος. Δεν θα μπορούσε να κερδίσει την εύνοια του αθηναϊκού λαού με την ευγλωττία ή τη γοητεία του, παρά μόνο μέσω της χρήσης του πλούτου του, χρηματοδοτώντας χορούς για τα αθηναϊκά δράματα, οργανώνοντας αθλητικά γεγονότα και αποκαθιστώντας ή δημιουργώντας αγάλματα και ναούς. Μετά το θάνατο του Περικλή το 429 π.Χ., έγινε ο κύριος ανταγωνιστής του Κλέωνα και των δημοκρατών στην προσπάθεια για πολιτική επικράτηση στο αθηναϊκό κράτος, με κύριο στόχο να επιτύχει ειρήνη με την Σπάρτη με ευνοϊκούς όρους για την Αθήνα. Εκλέχτηκε για να υπηρετήσει ως στρατηγός την Αθήνα πολλές φορές κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πόλεμου (427, 426, 425, 424, 423, 418, 417, 416, 415, 414 και 413). Ως στρατηγός ο Νικίας ήταν πολύ προσεκτικός, καθώς απέφευγε να συμμετέχει σε σημαντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Στο πεδίο της μάχης όμως αναγνωρίστηκε ως δίκαιος πολεμιστής, που πάλευε θαρραλέα όσο οποιοσδήποτε άλλος στρατιώτης.

 

α. H Νικίειος Ειρήνη 421 π.Χ.

 

Μετά από πολεμικές επιχειρήσεις δέκα ετών ο Αθηναίος στρατηγός, Λάχης, με την υποστήριξη του Νικία, έθεσε επιτυχώς στην αθηναϊκή συνέλευση στα μέσα του 423 π.Χ. το αίτημα για ανακωχή με την Σπάρτη, για να ελέγξει την πρόοδο του αποτελεσματικότερου στρατηγού της Σπάρτης, του Βρασίδα. Εντούτοις, η "ανακωχή του Λάχη" άσκησε λίγη επίδραση στον Βρασίδα, ο οποίος την ακύρωσε μέσα σε ένα έτος, με την κατάληψη της Σκιώνης και της Μένδης, με σκοπό η Αθήνα να απελευθερώσει τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους της Σφακτηρίας. Η Αθήνα έστειλε ενισχύσεις υπό τις διαταγές του Νικία ο οποίος κατέλαβε εκ νέου τη Μένδη.

Από την άλλη μεριά ο Κλέων κατάργησε επίσης στην πράξη την ανακωχή, αποφασίζοντας να επέμβει στην Αμφίπολη της Χαλκιδικής. Με την επιδέξια ηγεσία του Βρασίδα, οι Σπαρτιάτες κατατρόπωσαν τους Αθηναίους στη μάχη της Αμφίπολης, αλλά σκοτώθηκαν και ο Βρασίδας και ο Κλέωνας, και έτσι αδρανοποιήθηκαν οι φιλοπόλεμες φατρίες και στις δύο πλευρές. Ο Νικίας αποφάσισε τότε να επιδιώξει την ειρήνη μεταξύ όλων των αντιμαχόμενων κρατών και μετά από συζητήσεις με τον βασιλιά της Σπάρτης  Πλειστοάνακτα, συμφώνησαν (Μάρτιος 421 π.Χ). για την υπογραφή της Ειρήνη του Νικία μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης, η οποία έφερε προσωρινό τέλος στον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Η ουσία της ειρήνης του Νικία ήταν μια επιστροφή στην προπολεμική κατάσταση, μετά από επιστροφή εκατέρωθεν των κερδών του πολέμου. Ειδικότερα, η Αμφίπολη θα επιστρεφόταν στην Αθήνα και οι Αθηναίοι θα απελευθέρωναν τους Σπαρτιάτες που είχαν αιχμαλωτιστεί στη Σφακτηρία. Οι ναοί σ' όλη την Ελλάδα θα ήταν ανοικτοί στους προσκυνητές από όλες τις πόλεις, και το μαντείο των Δελφών θα επανακτούσε την αυτονομία του. Η Αθήνα θα μπορούσε να συνεχίσει να συλλέγει το φόρο από τα κράτη, όπως έκανε μέχρι τότε από τον καιρό του Αριστείδη, αλλά δεν θα μπορούσε να τα αναγκάσει να γίνουν σύμμαχοι της. Η Αθήνα συμφώνησε επίσης να ανταποκρίνεται στην αίτηση βοήθειας της Σπάρτης σε περίπτωση που οι είλωτες επαναστατούσαν. Όλοι οι σύμμαχοι της Σπάρτης συμφώνησαν να υπογράψουν την ειρήνη, εκτός από τη Βοιωτία, την Κόρινθο, την Ηλεία, και τα Μέγαρα.

 

β. Νικίας και Αλκιβιάδης

 

Την εποχή που συζητιόταν η ειρήνη, εμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο ο Αλκιβιάδης με αυξανόμενη επιρροή στον αθηναϊκό λαό. Ο Αλκιβιάδης αντιτάχθηκε στην ειρήνη και επιδίωξε  να συνεχιστεί η επιθετική πολιτική ενάντια στη Σπάρτη και τους συμμάχους της. Η πρώτη κίνησή του ήταν η πειστική προσπάθειά του για σύναψη συμμαχίας με το Άργος, με αποτέλεσμα την ήττα από τους Σπαρτιάτες στη Μαντίνεια. Όταν στην πράξη άρχισε να παραβιάζεται η ειρήνη του Νικία ο Αλκιβιάδης ήταν ο πρώτος που υποστήριξε μια νέα φιλοπόλεμη πολιτική. Ο Νικίας αντιτάχθηκε στα μεγαλεπήβολα σχέδια του Αλκιβιάδη για την αποστολή εκστρατευτικού σώματος στη Σικελία και παρά τις αντιρρήσεις του, εκλέχτηκε μαζί με τον Αλκιβιάδη και το Λάμαχο στρατηγός της εκστρατείας. Η μετριοπαθής και ελάχιστα αποφασιστική στρατιωτική τακτική του συνέβαλε σε σημαντικό βαθμό στην αποτυχημένη έκβαση της εκστρατείας μετά την ανάκληση του Αλκιβιάδη στην Αθήνα, το θάνατο του Λάμαχου και την άφιξη στη Σικελία του Σπαρτιάτη στρατηγού Γύλιππου (415-3 π.Χ.). Η αναποφασιστικότητα του Νικία του στέρησε την ευκαιρία αιφνιδιασμού κατά τις επιχειρήσεις στις Συρακούσες και μετά από δύο χρόνια παραμονής εκεί οι δυνάμεις του εξοντώθηκαν το 413 π.Χ. και ο ίδιος εκτελέστηκε. Η φιλειρηνική πολιτική του Νικία ήταν ασφαλώς συνετή, αλλά τα στρατιωτικά ατυχήματα μετά την επανάληψη των εχθροπραξιών σε κάποιο βαθμό μπορούν να αποδοθούν στην πολεμική ατολμία και διστακτικότητά του.

 

6.10.10. Ο Μεσοπόλεμος (421-415 π.Χ.)

 

Στο χρονικό διάστημα του μεσοπολέμου, που ακολούθησε την ειρήνη του Νικία, οι εχθροπραξίες αλλά και ο ψυχρός πόλεμος συνεχίστηκαν σε βαθμό που προκάλεσε ρήξη και επανάληψη των εχθροπραξιών μετά από 6 χρόνια. Βασικά γεγονότα και χαρακτηριστικά του μεσοπολέμου είναι:

 - Η επιπλέον σύναψη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης, σύμφωνα με την οποία οι εχθροί της μίας πόλης θα έπρεπε να θεωρούνται και εχθροί της άλλης, παρά το γεγονός ότι η Κόρινθος διαφωνούσε εξαρχής με την ειρήνευση.

 - Η εκστρατεία των Αθηναίων για την ανάκτηση της Αμφίπολης.

 - Η προσπάθεια Αθηναίων και Σπαρτιατών να προσεταιριστούν τον βασιλιά της Μακεδονίας Περδίκκα Β ώστε να αποδυναμωθεί η συμμαχία του αντιπάλου της.

 - Οι συχνές ληστρικές επιθέσεις των Αθηναίων στη Μεσσηνία με ορμητήριο τη βάση που δημιούργησε στην Πύλο ο Δημοσθένης.

 - Οι σποραδικές ναυμαχίες μεταξύ Κορινθίων και Αθηναίων.

 - Η συμμαχία των Αθηναίων με τους Αργείους που είχαν επίσης παραδοσιακά διεκδικήσεις στην Πελοπόννησο ουσιαστικά εναντίον της Σπάρτης.

 - Η Μάχη της Μαντίνειας που δόθηκε το 418 π.Χ. μεταξύ Αργείων και Σπαρτιατών, στην οποία, παρά το γεγονός ότι οι Αθηναίοι στάθηκαν ουσιαστικά στο πλευρό του Άργους, νίκησαν οι Λακεδαιμόνιοι, με αποτέλεσμα να αναπτερωθεί το ηθικό τους.

 - Η επέμβαση των Αθηναίων στη Μήλο το 416 και ο σφαγιασμός των κατοίκων του νησιού.

 - Η συνεχής άνοδος στην πολιτική ζωή της Αθήνας του Αλκιβιάδη που είχε σημαντική συμβολή στην επανέναρξη του πολέμου.

 

6.10.11. Η Σικελική Εκστρατεία (415-413 π.Χ.)

 

Ο Αλκιβιάδης, πολιτικός με πολλές ικανότητες και υπέρμετρες φιλοδοξίες, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση τον πόλεμο δυο σικελικών πόλεων, της Έγεστας και του Σελινούντα, έπεισε την Εκκλησία του Δήμου, παρά τις αντιρρήσεις του Νικία, να οργανώσει μεγάλη εκστρατεία στη Σικελία με το πρόσχημα της αποστολής βοήθειας προς τους Εγεσταίους, φίλους της Αθήνας. Η Εκκλησία όρισε, ως αρχηγούς της εκστρατείας, τρεις στρατηγούς δίνοντάς τους πλήρεις εξουσίες (στρατηγούς αυτοκράτορες): Τον Αλκιβιάδη, που ήταν ο εμπνευστής της εκστρατείας, τον Νικία και τον Λάμαχο.

Όταν ο στόλος των Αθηναίων έφτασε στη Σικελία, ξέσπασε στην Αθήνα οξύτατη πολιτική κρίση. Ο Αλκιβιάδης κατηγορήθηκε από τους εχθρούς του ότι, την παραμονή της αποχώρησης για τη Σικελία, αυτός και οι φίλοι του, σε κατάσταση μέθης, είχαν ακρωτηριάσει τις ερμαϊκές στήλες που χρησίμευαν ως οδοδείκτες στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης. Ο λαός έδωσε υπερβολική σημασία στο γεγονός αυτό και η κατηγορία για ιεροσυλία ήταν φοβερή. Η Εκκλησία του δήμου αποφάσισε να ανακαλέσει από τη Σικελία τον Αλκιβιάδη. Αυτός, φοβούμενος την καταδίκη σε θάνατο, αρνήθηκε να επιστρέψει στην Αθήνα και κατέφυγε στη Σπάρτη. Εκεί, στρεφόμενος εναντίον της πόλης του, συμβούλευσε τους Σπαρτιάτες να στείλουν εκστρατευτικό σώμα στη Σικελία για να βοηθήσουν τους Σελινούντιους και τους σύμμαχους τους Συρακούσιους. Ακόμη τους προέτρεψε να καταλάβουν και να οχυρώσουν τη Δεκέλεια στην Αττική για να αποκόψουν την Αθήνα από την αγροτική ενδοχώρα της.

Στη Σικελία η κατάσταση εξελίχθηκε άσχημα για τους Αθηναίους. Ο εμπνευστής της εκστρατείας ήταν απών, ο Νικίας δεν πίστευε στη χρησιμότητα της επιχείρησης και ο Λάμαχος σκοτώθηκε νωρίς σε μία σύγκρουση με τους Συρακούσιους. Όταν έφτασαν οι σπαρτιατικές ενισχύσεις υπό τον ικανότατο στρατηγό Γύλιππο, η κατάσταση χειροτέρευσε για τους Αθηναίους και κατέληξε σε καταστροφή. Οι στρατηγοί Δημοσθένης και Νικίας παραδόθηκαν και εκτελέστηκαν ενώ χιλιάδες αιχμάλωτοι Αθηναίοι και σύμμαχοί τους πέθαναν από τις κακουχίες στα λατομεία των Συρακουσών.

 

6.10.12. Δεκελεικός, Αιγαικός και Ελλησπόντιος Πόλεμος (413-404)

 

Η τελευταία φάση του πολέμου τυπικά άρχισε το 413 π.Χ. με το Δεκελεικό Πόλεμο και κράτησε μέχρι το 404 π.Χ., οπότε οι Αθηναίοι μετά τον Αιγαιακό και Ελλησπόντιο πόλεμο συντρίφτηκαν. Κύρια χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής ήταν η καθοριστική πλέον ανάμιξη των Περσών στην ελληνική διαμάχη, η απελπισία των Αθηναίων που είχαν στερηθεί σημαντικούς πολιτικούς και βρίσκονταν σε κατάσταση πανικού και η τελική ναυτική ήττα των Αθηναίων από τους Σπαρτιάτες.

Η οχύρωση της Δεκέλειας από τους Σπαρτιάτες είχε καταστρεπτικά αποτελέσματα για τους Αθηναίους, που έχασαν έτσι την ύπαιθρο. Οι Αθηναίοι έκαναν προσπάθεια για ναυπήγηση νέου στόλου, ενώ, συγχρόνως οι Πέρσες επανεμφανίστηκαν στο Αιγαίο. Ο Αλκιβιάδης, που είχε καταφύγει στη Μικρά Ασία, συμβούλευσε τους Πέρσες να διατηρήσουν τον πόλεμο μεταξύ Αθήνας-Σπάρτης, έτσι αυτοί έδωσαν χρήματα στους Σπαρτιάτες και εκείνοι ναυπήγησαν στόλο. Οι Αθηναίοι ανακάλεσαν τον Αλκιβιάδη, ο οποίος όμως θεωρήθηκε αργότερα υπεύθυνος για την ήττα των Αθηναίων στο νότιο ακρωτήριο της Σάμου (το 407 π.Χ.).

Εν τω μεταξύ, το 411, οι αποτυχίες των δημοκρατικών προκάλεσαν ολιγαρχικό πραξικόπημα με το οποίο τον έλεγχο της πόλης ανέλαβε η λεγόμενη Βουλή των Τετρακοσίων που αποτελούνταν μόνο από ολιγαρχικούς. Σε λίγους μήνες, με την επικράτηση των μετριοπαθών επί των πιο ακραίων ολιγαρχικών, το πολίτευμα αυτό εξελίχθηκε στη λεγόμενη Βουλή των Πεντακισχιλίων (5.000). Τελικά, μετά τη νίκη στην Κύζικο, η Αθήνα επανήλθε στη δημοκρατία.

Αργότερα η Σπάρτη ηττήθηκε στις Αργινούσες το 406 π.Χ. και ο πόλεμος μεταφέρθηκε προς το Βόρειο Αιγαίο. Το 405 π.Χ., ο Σπαρτιάτης Λύσανδρος στους Αιγός Ποταμούς, στον Ελλήσποντο, κυρίευσε με έξυπνο στρατηγικό τέχνασμα όλα τα αθηναϊκά πλοία (εκτός από 12 που κατέφυγαν στην Κύπρο), γεγονός που συντέλεσε την ολοκληρωτική ήττα των Αθηναίων. Μετά από αυτό, ο στόλος της Σπάρτης απέκλεισε την Αθήνα από τη θάλασσα και, μέσω της οχυρωμένης Δεκέλειας, από την ξηρά. Η πολιορκία εξάντλησε τους Αθηναίους οι οποίοι, το 404 π.Χ., παραδόθηκαν και ζήτησαν ειρήνη.

 

6.10.13. Αλκιβιάδης Κλεινίου Σκαμβωνίδης 450-404 π.Χ.

 

O Αλκιβιάδης (<αλκή [=δύναμη] + βία [=ισχύς] + είδος = πολύ δυνατός), γιος του Κλεινίου από το δήμο των Σκαμβωνίδων (σημερινό Κουκάκι) και της Δεινομάχης (που ήταν κόρη του Αλκμεωνίδη Μεγακλή και εξαδέλφη του Περικλή) ήταν το τελευταίο γνωστό μέλος της αριστοκρατικής οικογένειας των Αλκμεωνιδών. Μετά το θάνατο του Κλεινία στη μάχη της Κορώνειας, ο Περικλής και ο αδελφός του Αρίφρων έγιναν οι κηδεμόνες του και μερίμνησαν για την καλύτερη δυνατή μόρφωσή του σε όλα τα θέματα και ιδιαίτερα τη ρητορική, από διάσημους δασκάλους, συμπεριλαμβανομένου του Σωκράτη, με τον οποίο ο Αλκιβιάδης είχε στενούς φιλικούς δεσμούς και σεβόταν ιδιαίτερα. Νυμφεύτηκε την Ιππαρέτη, κόρη του Ιππόνικου, ενός πλούσιου Αθηναίου, με την οποία έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του και απόκτησε δύο παιδιά, μια κόρη και ένα γιό, που λεγόταν επίσης Αλκιβιάδης.

Ο Αλκιβιάδης συμμετείχε στη μάχη της Ποτίδαιας το 432 π.Χ, όπου ο Σωκράτης, ως συστρατιώτης, του έσωσε τη ζωή και πάλι στη μάχη του Δηλίου το 424 π.Χ. Για πρώτη φορά βρέθηκε στο πολιτικό προσκήνιο το 421, όταν άρχισε να υποστηρίζει τις επιθετικές κινήσεις των Αθηναίων μετά την υπογραφή της Ειρήνης του Νικία. Οι διαφωνίες σχετικά με την ερμηνεία της συνθήκης οδήγησαν τους Σπαρτιάτες να στείλουν πρεσβεία στην Αθήνα με πλήρεις εξουσίες για τη ρύθμιση όλων των εκκρεμών θεμάτων. Οι Αθηναίοι αρχικά υποδέχθηκαν θερμά τους πρεσβευτές, αλλά ο Αλκιβιάδης με τέχνασμα άδραξε την ευκαιρία για να καταγγείλει την αφερεγγυότητα και την αναξιοπιστία τους. Αποκτώντας έτσι αξιόλογη φήμη πέτυχε να εκλέγεται στρατηγός συνεχώς επί 6 χρόνια (420 – 415), με πρώτο μέλημα να ενορχηστρώσει τη δημιουργία μιας συμμαχίας μεταξύ του Άργους, της Μαντινείας και της Ήλιδας, απειλώντας τη σπαρτιατική ηγεμονία σε αυτή την περιοχή. Η συμμαχία αυτή, ωστόσο, ηττήθηκε στη Μάχη της Μαντινείας το 418 π.Χ.

Κατά τα έτη 416-415 π.Χ, ξέσπασε διαμάχη μεταξύ του Υπέρβολου από τη μια πλευρά και του Νικία και του Αλκιβιάδη από την άλλη. Ο Υπέρβολος προσπάθησε να εξοστρακίσει έναν από αυτούς τους δύο, αλλά ο Νικίας και ο Αλκιβιάδης ένωσαν την επιρροή τους και κατάφεραν να πείσουν τους Αθηναίους να εξορίσουν τον Υπέρβολο. Ο Αλκιβιάδης δεν ήταν ένας από τους στρατηγούς που ενεπλάκησαν στην κατάληψη της Μήλου το 416-415 π.Χ, αλλά ο Πλούταρχος τον περιγράφει ως υποστηριχτή του διατάγματος για τη θανάτωση των ανδρών του νησιού και την υποδούλωση των γυναικών και των παιδιών.

 

α. Εκστρατεία στη Σικελία (415-413)

 

Το 416 ο Αλκιβιάδης ανακηρύχθηκε ολυμπιονίκης στις αρματοδρομίες, αποκατάστησε τη δημοτικότητά του και, όταν το 415 π.Χ. πρεσβείες από την πόλη Εγέστα (λατ. Σεγέστα) έφθασαν στην Αθήνα για να ζητήσουν στήριξη στον πόλεμο τους κατά του Σελινούντα, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, ο Αλκιβιάδης τάχθηκε υπέρ της επιχείρησης, διαφωνώντας με τον Νικία, που ήταν αντίθετος, εξηγώντας ότι η εκστρατεία μπορεί να κοστίσει ακριβά, ενώ ο Αλκιβιάδης τη θεωρούσε καλή ευκαιρία που θα μπορούσε να φέρει πλούτη στην πόλη και να επεκτείνει την αυτοκρατορία της, με την απόκτηση συμμάχων σε αυτή την περιοχή και την επιβολή της κυριαρχίας της στις Συρακούσες, την πιο ισχυρή πόλη της Σικελίας. Παρά τον ενθουσιασμό του Αλκιβιάδη, ο Νικίας ανέλαβε τη διοίκηση της εκστρατείας, καθώς πρότεινε σχέδιο για την ασφαλή κατάληψη της Σικελίας, σύμφωνα με το οποίο το απαιτούμενο μέγεθος του στόλου ήταν «140 τριήρεις, 5100 άνδρες, και περίπου 1300 τοξότες και ελαφρά οπλισμένοι άνδρες». Αυτό αντί να αποθαρρύνει τους συμπολίτες του, τους έκανε πιο πρόθυμους να επιχειρήσουν την εκστρατεία και παρά τη δυσαρέσκεια του, ο Νικίας με τον Αλκιβιάδη και τον Λάμαχο ορίστηκαν στρατηγοί της επιχείρησης.

Κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών για την εκστρατεία, οι πλίνθινες ερμαϊκές στήλες που χρησίμευαν ως οδοδείκτες στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης βρέθηκαν ξαφνικά ακρωτηριασμένες σε όλη την Αθήνα. Αυτό προκάλεσε θρησκευτικό σκάνδαλο και θεωρήθηκε ως κακός οιωνός για την εκστρατεία. Με χρήση ψευδομαρτύρων οι αντίπαλοί του επέρριψαν στον Αλκιβιάδη και τους φίλους του την ευθύνη για τη βεβήλωση και στρατολόγησαν ρήτορες για να υποστηρίξουν ότι ο Αλκιβιάδης πρέπει να αποπλεύσει όπως ήταν σχεδιασμένο και μετά την επιστροφή του από τη Σικελία να δικαστεί. Όσο ο Αλκιβιάδης απουσίαζε στη Σικελία οι εχθροί του τον κατηγόρησαν και για άλλες ιερόσυλες πράξεις στα Ελευσίνια Μυστήρια, που σχετίζονταν και με συνωμοσία κατά της δημοκρατίας. Όταν ο στόλος έφθασε στην Κατάνη, βρήκε την τριήρη Σαλαμίνια να περιμένει να φέρει τον Αλκιβιάδη και τους υπόλοιπους κατηγορούμενους πίσω στην Αθήνα για δίκη. Ο Αλκιβιάδης είπε στους κήρυκες ότι θα επιστρέψει στην Αθήνα με το πλοίο του, αλλά στους Θούριους απέδρασε με το πλήρωμα του και στην Αθήνα καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Η περιουσία του κατασχέθηκε και οι Αθηναίοι υποσχέθηκαν ένα τάλαντο σε αυτόν που θα κατάφερνε να σκοτώσει τους κατηγορούμενους. Εν τω μεταξύ, η αθηναϊκή δύναμη στη Σικελία, μετά από κάποιες νίκες στην αρχή, κινήθηκε κατά της Μεσσήνης, αλλά ο Αλκιβιάδης, φοβούμενος ότι θα τεθεί εκτός νόμου, έδωσε πληροφορίες σε φίλους των Συρακούσιων στη Μεσσήνη, οι οποίοι κατάφεραν να αποτρέψουν την είσοδο των Αθηναίων. Μετά το θάνατο του Λάμαχου σε μια μάχη, λίγο αργότερα, τη διοίκηση ανέλαβε ο Νικίας.

 

β. Αποστασία στη Σπάρτη (415)

 

Μετά την εξαφάνιση του από τους Θούριους, ο Αλκιβιάδης έγινε δεκτός στη Σπάρτη υποσχόμενος τη βοήθειά του αν του πρόσφεραν άσυλο. Στη συζήτηση που ξέσπασε στη Σπάρτη για το αν έπρεπε να στείλουν δύναμη για να βοηθήσουν τις Συρακούσες, ο Αλκιβιάδης μίλησε στους Σπαρτιάτες έφορους, κατέδειξε τους κινδύνους της αθηναϊκής φιλοδοξίας, και τους συμβούλευσε να στείλουν στρατό για συμπαράσταση στους Συρακούσιους. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως στρατιωτικός σύμβουλος και βοήθησε τη Σπάρτη να κερδίσει αρκετές σημαντικές μάχες. Τους συμβούλευσε να χτίσουν ένα μόνιμο φρούριο στη Δεκέλεια, 16 χιλιόμετρα από την Αθήνα, με το οποίο  οι Σπαρτιάτες απέκοψαν τους Αθηναίους από τα σπίτια τους, τις καλλιέργειες τους και τα ορυχεία αργυρού που είχαν στο Σούνιο. και τους ανάγκασε να μένουν στα Μακρά Τείχη για ένα χρόνο, λαμβάνοντας εφόδια από θαλάσσιους δρόμους. Ως επακόλουθο της καταστροφικής ήττας των Αθηναίων στη Σικελία, ο Αλκιβιάδης έπλευσε στην Ιωνία με σπαρτιατικό στόλο και κατάφερε να πείσει τις ιωνικές πόλεις να αρχίσουν εξέγερση. Εν τω μεταξύ παρά τις πολύτιμες συμβουλές που έδωσε στους Σπαρτιάτες, ο Αλκιβιάδης απώλεσε την εύνοια της σπαρτιατικής κυβέρνησης και ιδιαίτερα του βασιλιά Άγη Β', με τη σύζυγο του οποίου Τιμαία φαίνεται ότι είχε ερωτικές σχέσεις (και μάλιστα απόκτησε μαζί της ένα γιο).

 

γ. Αποστασία στους Πέρσες (412)

 

Το 412 π.Χ. ο Αλκιβιάδης αποστάτησε στον Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη, που υποστήριζε οικονομικά τις πελοποννησιακές δυνάμεις Με την άφιξη του στην περσική αυλή, ο Αλκιβιάδης κέρδισε την εμπιστοσύνη του πανίσχυρου Τισσαφέρνη και έκανε αρκετές πολιτικές προτάσεις σχετικά με την πελοποννησιακή υπόθεση, προσπαθώντας να πείσει τον σατράπη ότι ήταν προς το συμφέρον της Περσίας να εξαντλήσει την Αθήνα και τη Σπάρτη, «και μετά να μειώσει όσο είναι δυνατό τη δύναμη των Αθηναίων, για να μπορέσει να απαλλάξει από την επιβολή τους τη χώρα των Πελοποννησίων». Αν και οι Πέρσες επωφελήθηκαν από τις συμβουλές του Αλκιβιάδη, ο αληθινός στόχος του ήταν να χρησιμοποιήσει την υποτιθέμενη επιρροή του στους Πέρσες για να επιτύχει την αποκατάσταση του στην Αθήνα.

 

δ. Πραξικόπημα στην Αθήνα (411 π.Χ.)

 

Μετά τον εκμηδενισμό του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος στη Σικελία, η Αθήνα βρέθηκε να αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση καθώς διάφορες πόλεις που άνηκαν στην Αθηναϊκή Ηγεμονία στο Αιγαίο άρχισαν να επαναστατούν, ενώ ο στόλος τον Πελοποννησίων έσπευδε να τους βοηθήσει. Σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η ζημιά, η Αθήνα επένδυσε τα εφεδρικά της χρήματα στην αναδημιουργία του στόλου της και έστειλε εκείνα που της απέμεναν στη Σάμο για να δημιουργήσουν εκεί ναυτική βάση. Στην ατμόσφαιρα αυτή της γενικής κρίσης, Αθηναίοι αριστοκράτες που επιθυμούσαν από καιρό να ρίξουν τη δημοκρατία, άρχισαν να δρουν ανοιχτά με στόχο την αλλαγή της διακυβέρνησης, ξεκινώντας από τη Σάμο, όπου ενθάρρυναν μια ομάδα ολιγαρχικών κατοίκων να πραγματοποιήσουν παρόμοια στάση. Επειδή οι «ριζοσπαστικοί δημοκράτες» δύσκολα θα συμφωνούσαν για την ανάκληση του στην Αθήνα, ο Αλκιβιάδης προσεταιρίστηκε τους Αθηναίους στρατιωτικούς διοικητές στη Σάμο προτείνοντας τους ένα σχέδιο αλλαγής του αθηναϊκού συντάγματος με παράλληλη συμμετοχή του Τισσαφέρνη και του βασιλιά της Περσίας στον πόλεμο με το μέρος της Αθήνας. Οι περισσότεροι διοικητές του Αθηναϊκού στόλου συμφώνησαν, σχημάτισαν μια ομάδα συνωμοτών, και ετοιμάστηκαν να στείλουν τον Πείσανδρο στην Αθήνα για να διαπραγματευτεί το ζήτημα της ανάκλησης του Αλκιβιάδη και την κατάργηση της δημοκρατίας στην πόλη, με αντάλλαγμα τη φιλία του Τισσαφέρνη.

Ο Φρύνιχος, ένας από τους στρατηγούς που βρίσκονταν στη Σάμο, φοβούμενος την εκδίκηση του Αλκιβιάδη σε περίπτωση αποκατάστασής του, ειδοποίησε, πριν αρχίσουν οι συγκρούσεις, ότι είχε λάβει πληροφορίες για ένα εχθρικό σχέδιο επίθεσης στο στρατόπεδο και ότι θα έπρεπε να φύγουν από τη Σάμο όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Παρόλα αυτά ο Πείσανδρος και οι άλλοι απεσταλμένοι των συνωμοτών έφθασαν στην Αθήνα, και μίλησαν μπροστά τους Αθηναίους πολίτες. Ο Πείσανδρος πέτυχε το στόχο του προβάλλοντας ιδιαίτερα τις υποσχέσεις του Αλκιβιάδη. Η Εκκλησία του Δήμου καθαίρεσε τον Φρύνιχο και εξέλεξε τον Πείσανδρο και άλλους 10 πολίτες για να διαπραγματευτούν με τον Τισσαφέρνη και τον Αλκιβιάδη.

Παρά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, οι συνωμότες κατάφεραν να καταργήσουν τη δημοκρατία και επέβαλαν την ολιγαρχική κυβέρνηση των Τετρακοσίων, ηγέτες των οποίων ήταν ο Θηραμένης Άγνωνος, ο Φρύνιχος, ο Αντιφών και ο Πείσανδρος. Στη Σάμο, ωστόσο, ένα παρόμοιο πραξικόπημα που υποκινήθηκε από τους συνωμότες δεν είχε ομαλή πορεία. Οι Σάμιοι δημοκράτες έμαθαν για τη συνωμοσία και κινητοποίησαν τέσσερις εξέχοντες Αθηναίους, τους στρατηγούς Λέοντα και Διομέδο, τον τριήραρχο Θρασύβουλο, και τον Θράσυλλο, ο οποίος τότε ήταν απλός οπλίτης. Με την υποστήριξη αυτών και των Αθηναίων στρατιωτών, οι Σάμιοι δημοκράτες κατάφεραν να νικήσουν τους 300 Σάμιους ολιγαρχικούς, που προσπάθησαν να κερδίσουν την εξουσία εκεί. Αργότερα, τα αθηναϊκά στρατεύματα στη Σάμο σχημάτισαν πολιτική συνέλευση, καθαίρεσαν τους στρατηγούς τους, και εξέλεξαν νέους, συμπεριλαμβανομένου του Θρασύβουλου και του Θράσυλλου.

Ο Θρασύβουλος έπεισε τα αθηναϊκά στρατεύματα να ψηφίσουν τον Ιούνιο του 411 π.Χ. την ανάκληση του Αλκιβιάδη, και έπλευσε για να τον ξαναβρεί και να επιστρέψει μαζί του στη Σάμο, ελπίζοντας να κερδίσει την περσική υποστήριξη. Στην πρώτη του ομιλία μπροστά στα συγκεντρωμένα στρατεύματα, ο Αλκιβιάδης παραπονέθηκε πικρά για της συνθήκες εξορίας του, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας αναφέρθηκε στην επιρροή του στον Τισσαφέρνη. Μετά την ομιλία του, τα στρατεύματα τον εξέλεξαν αμέσως στρατηγό μαζί με τον Θρασύβουλο. Λίγο αργότερα, μετά την αποκατάσταση του Αλκιβιάδη ως Αθηναίου στρατηγού, οι Τετρακόσιοι ανατράπηκαν και αντικαταστάθηκαν με μια ευρύτερη ολιγαρχία ενός «ενδιάμεσου καθεστώτος» των Πεντακοσίων που διαδέχθηκε τους Τετρακόσιους, και το οποίο άνοιξε το δρόμο για την επαναφορά της δημοκρατίας.

 

ε. Ναυμαχίες της Αβύδου και της Κυζίκου (411-410)

 

Στις 4 Φεβρουαρίου 411 π.Χ. υπογράφτηκε συνθήκη μεταξύ Σπάρτης και Περσικής αυτοκρατορίας που προέβλεπε οικονομική υποστήριξη της Περσίας στον κατά θάλασσα πόλεμο. Με την ανάκλησή του ο Αλκιβιάδης έπλευσε για το παλάτι του Τισσαφέρνη με ένα μικρό στόλο, με στόχο να εμποδίσει τον περσικό στόλο που ήταν στον Άσπενδο να στείλει βοήθεια στους Πελοποννήσιους. Έμεινε στη Σάμο με μια μικρή δύναμη, καθώς ο Θρασύβουλος και Θράσυλλος οδήγησαν το μεγαλύτερο μέρος του στόλου στον Ελλήσποντο. Στο διάστημα αυτό, ο Αλκιβιάδης κατάφερε να λάβει ένα μεγάλο ποσό από την Καρία και άλλες γειτονικές περιοχές, με το οποίο μπόρεσε να πληρώσει τους κωπηλάτες και να κερδίσει την εύνοια τους. Μετά τη νίκη των Αθηναίων στη ναυμαχία στο Κυνός Σήμα, και οι δύο αντίπαλοι στόλοι κάλεσαν όλα τους τα πλοία από το Αιγαίο για να ενωθούν πριν την επόμενη αποφασιστική μάχη.

Καθώς ο Αλκιβιάδης ήταν καθ' οδόν, οι δύο στόλοι συγκρούστηκαν το 411 στην Άβυδο, όπου οι Πελοποννήσιοι έστησαν την κύρια ναυτική τους βάση. Η μάχη διήρκεσε για πολλή ώρα, αλλά οι Αθηναίοι απέκτησαν πλεονέκτημα όταν ο Αλκιβιάδης σάλπαρε στον Ελλήσποντο με 18 τριήρεις. Ο Πέρσης σατράπης Φαρνάβαζος, ο οποίος αντικατέστησε τον Τισσαφέρνη ως χορηγό του πελοποννησιακού στόλου, κινήθηκε με το στρατό του στην ακτή για να υπερασπιστεί τα πλοία και τους ναύτες, που αγκυροβόλησαν εκεί. Μόνο η υποστήριξη του περσικού στρατού και η νύχτα έσωσαν τον πελοποννησιακό στόλο από την απόλυτη καταστροφή.

Λίγο μετά τη μάχη, ο Τισσαφέρνης έφθασε στον Ελλήσποντο και ο Αλκιβιάδης άφησε το στόλο στη Σηστό για να τον συναντήσει, φέρνοντας δώρα και ελπίζοντας να κερδίσει και πάλι την εύνοια του Πέρση κυβερνήτη. Προφανώς, ο Αλκιβιάδης παρεξήγησε τις προθέσεις του σατράπη και συνελήφθη κατά την άφιξη του. Μέσα σε ένα μήνα κατάφερε να αποδράσει και να επανακτήσει τη διοίκηση. Ήταν φανερό, ωστόσο, ότι δεν είχε πλέον επιρροή στους Πέρσες.

Μετά από διάλειμμα αρκετών μηνών, κατά τη διάρκεια των οποίων οι Πελοποννήσιοι κατασκεύασαν νέο στόλο και οι Αθηναίοι πολιορκούσαν πόλεις και λάμβαναν χρήματα από το Αιγαίο, η επόμενη σημαντική ναυμαχία διεξήχθη την άνοιξη του 410 π.Χ στην Κύζικο. Ο Αλκιβιάδης μετέφερε το μικρό του στόλο από τη Σηστό στην Καρδία της Θράκης για να τον προστατεύσει από τον αναδημιουργημένο πελοποννησιακό στόλο, ενώθηκε με τον  αθηναϊκό στόλο που ήλθε εκεί υπό τους Θρασύβουλο και Θηραμένη, και όλοι μαζί κίνησαν για την Κύζικο, όπου οι Αθηναίοι είχαν πληροφορηθεί ότι ο Φαρνάβαζος και ο Μίνδαρος, διοικητής του πελοποννησιακού στόλου, ετοίμαζαν τη επόμενη κίνησή τους. Ο σπαρτιατικός στόλος περικυκλώθηκε και υπέστη σοβαρές απώλειες στη μάχη. Τα στρατιωτικά σώματα του Αλκιβιάδη αποβιβάστηκαν και με τη βοήθεια του στρατεύματος του Θρασύβουλου κατατρόπωσαν τις ενωμένες δυνάμεις Σπαρτιατών και Περσών που υποχώρησαν, οπότε οι Αθηναίοι κατέστρεψαν όλα τα σπαρτιατικά πλοία. Λίγο αργότερα, η Σπάρτη πρότεινε ειρήνη, αλλά οι Αθηναίοι αρνήθηκαν, παρακινούμενοι από τον ηγέτη των δημοκρατικών Κλεοφώντα, που φοβόταν ότι με τη συνθηκολόγηση θα επανέρχονταν την Αθήνα πολλοί εξόριστοι ολιγαρχικοί και γαιοκτήμονες και ότι αυτοί στη συνέχεια θα έστρεφαν το πολίτευμα προς συντηρητικές κατευθύνσεις, καταδικάζοντας παράλληλα (με τους ασύμφορους όπως θεωρούσε εκείνος όρους της ειρήνης) τον εμπορικό κόσμο της πόλης σε μαρασμό.

 

στ. Επιτυχίες στη Χαλκηδόνα, Σηλυβρία και Βυζάντιο (409)

 

Μετά τη νίκη τους, ο Αλκιβιάδης και ο Θρασύβουλος άρχισαν την πολιορκία της Χαλκηδόνας το 409 π.Χ, με περίπου 190 πλοία. Παρόλο που δεν κατάφεραν να πετύχουν αποφασιστική νίκη κέρδισαν μια μικρή τακτική μάχη έξω από τις πύλες της πόλης και ο Θηραμένης υπέγραψε συμφωνία με τους Χαλκηδόνιους. Αργότερα, υπέγραψαν προσωρινή συμμαχία με τον Φαρνάβαζο, που εξασφάλιζε λίγα χρήματα για το στρατό. Για την εξασφάλιση πρόσθετων πόρων ο Αλκιβιάδης ταξίδεψε στη Θρακική Χερσόνησο και επιτέθηκε στη Σηλυβρία. Με τη συνεργασία ενός φιλοαθηναϊκού κόμματος μέσα στην πόλη, πρόσφερε στους Σηλυβριανούς λογικούς όρους ανακωχής, επέβαλε με φρουρά αυστηρή επίβλεψη της τήρησής τους, και παίρνοντας χρήματα από το ταμείο έφυγε χωρίς να προκαλέσει ζημιές στην πόλη.

Από εκεί ο Αλκιβιάδης, μαζί με τον Θηραμένη και τον Θράσυλλο, κινήθηκαν για να πολιορκήσουν το Βυζάντιο. Αρκετοί κάτοικοι της πόλης, με πεσμένο το ηθικό και πεινασμένοι, αποφάσισαν να την παραδώσουν με τους ίδιους όρους όπως οι Σηλυβριανοί. Μια νύχτα μετά από συμφωνία, οι υπερασπιστές άφησαν τις θέσεις τους, και οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στην πελοποννησιακή φρουρά στην πόλη και στα πλοία τους στο λιμάνι. Στη μέση της μάχης ο Αλκιβιάδης ανακοίνωσε ότι εγγυάται την ασφάλεια τους και έπεισε τους κατοίκους να στραφούν κατά της πελοποννησιακής φρουράς, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς.

 

ζ. Επιστροφή στην Αθήνα (407)

 

Μετά από αυτές τις επιτυχίες, ο Αλκιβιάδης, λαμβάνοντας υπόψη τις αλλαγές στην κυβέρνηση, επέστρεψε με εξαιρετική προσοχή στην Αθήνα την άνοιξη του 407 π.Χ., περνώντας πρώτα από τη Σάμο για να πάρει 20 πλοία με τα οποία έπλευσε στο Γύθειο για να κάνει έρευνες, για τις αναφερόμενες προετοιμασίες των Σπαρτιατών και για τα αισθήματα των Αθηναίων απέναντί του. Τελικά, σάλπαρε για τον Πειραιά, όπου συγκεντρώθηκε το πλήθος, που τον υποδέχθηκε ως ήρωα. Ο Αλκιβιάδης οδήγησε την ιερά πομπή προς την Ελευσίνα (για την τελετή των Ελευσίνιων Μυστήριων) δια ξηράς, για πρώτη φορά μετά την κατάληψη της Δεκέλειας από τους Σπαρτιάτες. Όλες οι ποινικές διαδικασίες κατά του Αλκιβιάδη ακυρώθηκαν και οι κατηγορίες της βλασφημίας αποσύρθηκαν επισήμως. Η περιουσία του αποκαταστάθηκε και η εκκλησία τον εξέλεξε ανώτατο διοικητή ξηράς και θάλασσας (Στρατηγός Αυτοκράτορας).

 

η. Ήττα στη Ναυμαχία του Νοτίου (406)

 

Το 406 π.Χ, ο Αλκιβιάδης έφυγε από την Αθήνα με 1.500 οπλίτες και 100 πλοία. Απέτυχε να καταλάβει την Άνδρο και έπλευσε για τη Σάμο. Αργότερα κινήθηκε για το Νότιον, πιο κοντά στον εχθρό, ο οποίος βρισκόταν στην Έφεσο. Εν τω μεταξύ, ο Τισσαφέρνης αντικαταστάθηκε από τον Κύρο τον Νεότερο (γιο του Δαρείου Β' του Νόθου, βασιλιά της Περσίας [423-404] μετά τον Αρταξέρξη Α), ο οποίος αποφάσισε να υποστηρίξει οικονομικά τους Πελοποννήσιους. Αυτή η κίνηση άρχισε να προσελκύει Αθηναίους λιποτάκτες στο σπαρτιατικό στόλο. Επιπλέον, οι Σπαρτιάτες αντικατέστησαν τον Μίνδαρο με τον Λύσανδρο, ένα πολύ ικανό ναύαρχο. Αυτά τα γεγονότα οδήγησαν στην ταχεία ανάπτυξη του πελοποννησιακού στόλου εις βάρος των Αθηναίων. Αναζητώντας κονδύλια για μια αποφασιστική μάχη, ο Αλκιβιάδης άφησε το Νότιον για να βοηθήσει τον Θρασύβουλο στην πολιορκία της Φώκαιας. Ο Αλκιβιάδης φοβόταν ότι ο πελοποννησιακός στόλος ήταν κοντά, και άφησε 80 πλοία για να τον παρακολουθεί, υπό τη διοίκηση του προσωπικού του πηδαλιούχου, Αντίοχου με διαταγή να μην επιτεθεί. Ο Αντίοχος δεν τήρησε αυτή την απλή διαταγή και προσπάθησε να δελεάσει τον Λύσανδρο σε μάχη με τις ίδιες τακτικές όπως στην Κύζικο. Η κατάσταση στο Νότιον, ωστόσο, ήταν τελείως διαφορετική από αυτή της Κυζίκου - οι Αθηναίοι δεν κατείχαν το στοιχείο του αιφνιδιασμού, και ο Λύσανδρος ήξερε πολλά για τον αθηναϊκό στόλο χάρη στους λιποτάκτες. Το πλοίο του Αντιόχου βυθίστηκε, και αυτός σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια μιας σπαρτιατικής επίθεσης, ενώ τα υπόλοιπα πλοία κινήθηκαν πίσω προς το Νότιον, όπου η κύρια αθηναϊκή δύναμη ήταν απροετοίμαστη για μια ξαφνική επίθεση του σπαρτιατικού στόλου. Στις επόμενες μάχες, ο Λύσανδρος πέτυχε ολοκληρωτική νίκη.

 

θ. Απόλυση και Θάνατος του Αλκιβιάδη

 

Μολονότι η ήττα στο Νότιον ήταν μικρή, είχε σοβαρές συνέπειές για την Αθήνα, όπου προκάλεσε την απόλυση από το στόλο όχι μόνο του Αλκιβιάδη, αλλά και των συμμάχων του, όπως ο Θρασύβουλος, ο Θηραμένης και ο Κριτίας, που αποτελούσαν τους καλύτερους στρατιωτικούς διοικητές που είχε η Αθήνα εκείνη την εποχή. Η κύρια ευθύνη για την ήττα έπεσε στον Αλκιβιάδη, και οι εχθροί του βρήκαν την ευκαιρία να του επιτεθούν και να τον παύσουν από τη διοίκηση, οπότε ο Αλκιβιάδης καταδίκασε τον εαυτό του σε εξορία και δεν επέστρεψε ποτέ ξανά στην Αθήνα. Έπλευσε βόρεια για τα κάστρα της Θρακικής Χερσονήσου στον Ελλήσποντο, τα οποία του πρόσφεραν ασφάλεια εκείνο τον καιρό.

Πριν από τη ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς, ο Αλκιβιάδης επισήμανε ότι οι Αθηναίοι είχαν αγκυροβολήσει σε στρατηγικά μειονεκτική θέση και τους συμβούλευσε να μετακινήσουν τα πλοία τους στη Σηστό, όπου μπορούσαν να επωφεληθούν από το λιμάνι και την πόλη, ενώ ταυτόχρονα πρόσφερε ενισχύσεις από τη Θράκη στους αθηναίους στρατηγούς, αν λάμβανε ένα μερίδιο της διοίκησης. Εκείνοι όμως «θεωρώντας ότι σε περίπτωση αποτυχίας η ευθύνη θα έπεφτε πάνω τους, ενώ σε περίπτωση νίκης όλοι θα πίστευαν πως ο Αλκιβιάδης έφερε τη νίκη», αποποιήθηκαν τη συνδρομή του και λίγες μέρες αργότερα, ο αθηναϊκός στόλος καταστράφηκε από τον Λύσανδρο.

Μετά τη ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς, ο Αλκιβιάδης διέσχισε τον Ελλήσποντο και βρήκε καταφύγιο στη Φρυγία, με σκοπό την εξασφάλιση της βοήθειας τού Αρταξέρξη κατά της Σπάρτης. Ο Λύσανδρος, έστειλε ένα απεσταλμένο στον Φαρνάβαζο, ο οποίος με τη σειρά του, έστειλε τον αδερφό του με απόσπασμα στη Φρυγία, όπου ζούσε ο Αλκιβιάδης με την ερωμένη του Τιμάνδρα. Το 404 π.Χ, καθώς ήταν έτοιμος να ξεκινήσει για τα περσικά ανάκτορα, το σπίτι του περικυκλώθηκε και πυρπολήθηκε και ο ίδιος, μετά από αντίσταση, θανατώθηκε.

Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Αλκιβιάδης άλλαξε τις πολιτικές του συμμαχίες αρκετές φορές. Ως στρατηγός χρησιμοποίησε αντισυμβατικές τακτικές, κερδίζοντας πολλές μάχες με προδοσία ή διαπραγματεύσεις αντί πολεμικές επιχειρήσεις και πολιορκία. Οι αναμφισβήτητες πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες αποδείχθηκαν χρήσιμες για όποιο κράτος είχε τη συνεργασία του, αλλά η κλίση του να δημιουργεί ισχυρούς εχθρούς, που οφείλεται στην αστάθεια του χαρακτήρα του, ήταν καταστροφική για τον ίδιο. Για τον Δημοσθένη και τους άλλους ρήτορες, ο Αλκιβιάδης αντιπροσώπευε την επιτομή της φυσιογνωμίας ενός μεγάλου άνδρα κατά τη διάρκεια των δοξασμένων ημερών της αθηναϊκής δημοκρατίας και έγινε ρητορικό σύμβολο μεγαλείου και μεγαλοπρέπειας. Για την ομολογουμένως αμφιλεγόμενη προσωπικότητά του θα μπορούσε να λεχθεί ότι τελικά  υπήρξε περισσότερο θύμα της υποβάθμισης των πολιτικών ηθών της εποχής του, παρά των ίδιων των ελαττωμάτων του.

 

6.10.14. Γύλιππος Κλεανδρίδα (450 – 404 π.Χ.)

 

Ο Γύλιππος (<γύριος (ρ>λ) > γύλιος [=στρογγυλός] + ίππος = στρογγυλόσωμος σαν άλογο) υπήρξε στρατηγός των Σπαρτιατών και είναι γνωστός κυρίως για τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στην Εκστρατεία στη Σικελία εναντίον του αθηναϊκού στρατού και στόλου κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Πατέρας του ήταν ο Σπαρτιάτης στρατηγός και πολιτικός Κλεανδρίδας, που υπήρξε σύμβουλος του βασιλιά της Σπάρτης Πλειστοάνακτα και η μητέρα του πιθανολογείται ότι ήταν είλωτας (οπότε ο ίδιος ήταν «μόθαξ», δηλαδή μη γνήσιος Σπαρτιάτης ο οποίος κηδεμονευόταν από έναν γνήσιο Σπαρτιάτη και, όταν ενηλικιωνόταν, είχε πλήρη πολιτικά δικαιώματα). Ο Κλεανδρίδας είχε κατηγορηθεί το 445 ότι δωροδοκήθηκε από τον Περικλή για να αποχωρήσει από την Αττική στην οποία είχαν εισβάλλει σπαρτιατικές δυνάμεις υπό τον βασιλιά Πλειστοάνακτα, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο και αναγκάστηκε να καταφύγει στους Θουρίους, πανελλήνια αποικία που ίδρυσαν τα χρόνια εκείνα οι Αθηναίοι στη Ν.Ιταλία, όπου διακρίθηκε ως στρατηγός.

Όταν οι Αθηναίοι άρχισαν την άνοιξη του 415 π.Χ. την εκστρατεία στη Σικελία με στόχο να περιορίσουν τον ηγεμονικό ρόλο των Συρακουσών που ήταν σύμμαχος της Σπάρτης, οι Σπαρτιάτες πείσθηκαν ότι έπρεπε να αναχαιτίσουν την πιθανή αθηναϊκή προέλαση στη Σικελία και ανέθεσαν στον Γύλιππο να βρει με τη βοήθεια της συμμάχου τους Λευκάδας και της Κορίνθου, πλοία, πληρώματα και μάχιμους ώστε να ενισχύσουν τους Συρακούσιους. Ο Γύλιππος αύξησε ταχύτατα τις δυνάμεις του, πήγε αρχικά στους Θούριους, για να καταλήξει στην Ιμέρα, στη δυτική Σικελία, όπου πέτυχε να συγκεντρώσει 1.500 άνδρες στους οποίους προσέθεσε και τα πληρώματα των τριήρεών του, και κατευθύνθηκε από ξηράς με 3.000 άνδρες πεζός προς την ανατολική Σικελία και μπόρεσε να μπει στις Συρακούσες εντυπωσιακά, ουσιαστικά αιφνιδιάζοντας τους Αθηναίους.

Στις Συρακούσες ο Γύλιππος κατάφερε να υψώσει ένα τείχος που είχε την τραγική συνέπεια οι Αθηναίοι να μεταβληθούν σταδιακά από πολιορκητές σε πολιορκημένους, αφού το τείχος του Γύλιππου τους απέκοπτε από ανεφοδιασμό από την ξηρά και ήταν υποχρεωμένοι για να βρουν νερό ή τροφή να μετακινούνται μόνον με το στόλο τους στα παράλια. Αυτό τους εξέθετε σε πολλές φθορές, γιατί οι Συρακούσιοι διέθεταν δυνάμεις που έπλητταν τον αθηναϊκό στόλο κάθε φορά που απομακρυνόταν για να βρει προμήθειες σε μια άλλη ακτή. Το χειμώνα του 414 προς 413 π.Χ. ο Γύλιππος συγκέντρωσε και άλλες ενισχύσεις, καθώς τώρα όλοι συμμαχούσαν μαζί του πολύ πιο εύκολα, με τις οποίες επανεμφανίστηκε στις Συρακούσες την άνοιξη του 413 π.Χ. Οι Συρακούσιοι έφθειραν στο μεταξύ συστηματικά τα πλοία των Αθηναίων, τα οποία έτσι και αλλιώς ήταν σε κακή κατάσταση γιατί τα πληρώματα δεν είχαν τρόπο να τα συντηρήσουν. Οι Συρακούσιοι κατάφεραν μάλιστα να καταλάβουν ένα ακρωτήριο στο στόμιο του λιμανιού από το οποίο πλέον μπορούσαν να ελέγξουν την είσοδο και έξοδο από αυτό, οπότε οι Αθηναίοι ήταν πλέον πολιορκημένοι όχι μόνον από τη στεριά αλλά και από τη θάλασσα.

Οι ενισχύσεις υπό τον στρατηγό Δημοσθένη Αλκισθένους έφτασαν τέλη καλοκαιριού του 413 π.Χ. αλλά οι Αθηναίοι ήταν ήδη πλέον σε απελπιστική θέση. Όταν μάλιστα μια νύχτα δόθηκε μάχη στη στεριά, έληξε με καταστροφή των Αθηναίων αλλά και η ναυμαχία στον κόλπο των Συρακουσών απέβη μεγάλη ήττα. Σημαντικό ρόλο σε όλα αυτά φαίνεται ότι έπαιξε και η αναποφασιστικότητα του Νικία, αλλά και το γεγονός ότι ήταν βαριά άρρωστος (από τα νεφρά του) και παρότι είχε ζητήσει από τους Αθηναίους να τον αντικαταστήσουν, εκείνοι τον διέταξαν να μείνει.

Όταν οι Αθηναίοι παραδόθηκαν το Σεπτέμβριο του 413 π.Χ. οι περισσότεροι Συρακούσιοι ήθελαν να σκοτώσουν αμέσως τους δύο επικεφαλής. Ο Γύλιππος ζήτησε να τους παραδώσουν σε εκείνον για να τους μεταφέρει στη Σπάρτη, επειδή ήταν τρόπαια πολέμου και ειδικά ο Δημοσθένης ήταν ο άνθρωπος που είχε στοιχίσει στην πατρίδα του τη νεολαία της (εννοώντας τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου στη Σφακτηρία). Οι Συρακούσιοι τον προσέβαλαν και υπαινίχθηκαν ότι είχε προσωπικούς λόγους να θέλει να γλιτώσει τους δύο στρατηγούς. Όταν ο Γύλιππος επέμεινε να μην εκτελεστούν, οι Συρακούσιοι εκδήλωσαν όλη την αντιπάθειά τους μιλώντας για τους άξεστους τρόπους του, την εξαθλιωμένη κατά τη γνώμη τους εμφάνισή του, τα μακριά μαλλιά του, και τη φιλαργυρία του, δηλαδή τα οικονομικά κίνητρά του. Οι δύο στρατηγοί τελικά εκτελέστηκαν και ο Γύλιππος αναχώρησε για τη Σπάρτη, χωρίς οι Συρακούσιοι να αναγνωρίσουν έστω και τυπικά τη συμβολή του στην επιβίωσή τους όταν κινδύνευαν με αφανισμό. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του αναγκάστηκε να απαντήσει σε διάφορες καταγγελίες Συρακούσιων για φιλαργυρία και ίσως χρηματισμό. Πάντως, αν πράγματι ανακρίθηκε κατά την επιστροφή του, σίγουρα κρίθηκε αθώος, γιατί συνέχισε να υπηρετεί στο στρατό και να είναι πολίτης με πλήρη δικαιώματα.

Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, το 404 π.Χ., όταν ο Πελοποννησιακός Πόλεμος έληξε με ήττα των Αθηναίων, ο Λύσανδρος ως ναύαρχος των νικητών Σπαρτιατών πήρε πολλούς θησαυρούς από τις ηττημένες πόλεις και τα νησιά του Αιγαίου, αλλά και πολλά προσωπικά δώρα. Ο Λύσανδρος μετά τη Σηστό και τη Λάμψακο συνέχισε την θαλάσσια πορεία προς τον επόμενο στόχο του, τη Σάμο, και ανάθεσε στον Γύλιππο τη μεταφορά των λαφύρων τοποθετημένων μέσα σε σφραγισμένα σακιά πίσω στη Σπάρτη. Εκείνος, όπως τον κατηγόρησαν αργότερα, άνοιξε τα σακιά από κάτω (γιατί από πάνω ήταν σφραγισμένα) και αφαίρεσε μικρό τμήμα των χρημάτων και των ασημικών από κάθε σακί. Ύστερα, σύμφωνα με τους κατηγόρους του, φύλαξε το θησαυρό σε μια κρύπτη κάτω από τη στέγη του σπιτιού του, ξανάραψε τα σακιά και τα παρέδωσε στους εφόρους της Σπάρτης, αγνοώντας ότι μέσα σε κάθε σακί υπήρχε μικρή επιγραφή με καταμετρημένο το αρχικό περιεχόμενό του. Οι αρχές τον καταδίκασαν ερήμην σε θάνατο και το όνομά του έκτοτε δεν ξανακούστηκε.

 

6.10.15. Πείσανδρος ο Αθηναίος

 

Ο Αθηναίος δημαγωγός Πείσανδρος (<πείθω + άνδρες = έχων ικανότητα να πείθει τους ανθρώπους) ήταν κατά το έτος 411 π.Χ., ο πρωτεργάτης της μεταβολής του πολιτεύματος των Αθηνών προς το ολιγαρχικότερο.

Αυτό έγινε αφού η Εκκλησία του Δήμου είχε εκλέξει τον Πείσανδρο μαζί με 10 άλλους πολίτες να μεταβούν στη Μικρά Ασία για να έλθουν σε συνεννόηση με τον Αλκιβιάδη και τον Τισσαφέρνη. Αλλά ο Τισσαφέρνης προτίμησε να ακολουθήσει πολιτική φιλική προς τους Σπαρτιάτες και έθεσε στους Αθηναίους πρέσβεις όρους που δεν ήταν δυνατό να τους δεχθούν. Τότε ο Πείσανδρος με τους άλλους πρέσβεις, με βάση τις αρχές που είχαν προτείνει οι αξιωματικοί του στόλου και στρατού που βρισκόταν στη Σάμο, αποφάσισαν τη μεταβολή του πολιτεύματος στην Αθήνα, οπότε ο ίδιος με τους 5 από τους πρέσβεις επέστρεψε στην Αθήνα, ενώ οι άλλοι 5 ανέλαβαν την εισαγωγή του νέου πολιτικού συστήματος στις πόλεις της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Η μεταρρύθμιση αυτή πέτυχε στην Αθήνα αμέσως μετά την επιστροφή του Πεισάνδρου εκεί, τον Μάρτιο του 411 π.Χ., επειδή οι οπαδοί του είχαν στο μεταξύ προετοιμάσει τα πάντα γι' αυτό, όμως κράτησε λίγους μόνο μήνες.

            Σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση αυτή ο δήμος προχείρισε 5 άνδρες που ονομάστηκαν πρόεδροι, που έπειτα αυτογνωμόνως εξέλεξαν άλλους 95 ώστε να απαρτισθούν 100, οι οποίοι εξέλεξαν ο καθένας 3, ώστε να προκύψουν τελικά τετρακόσιοι άνδρες που συγκρότησαν τη νέα βουλή, τη λεγόμενη «Βουλή των Τετρακοσίων», η οποία περιστοιχισθείσα από δορυφόρους, ανέλαβε την κυβέρνηση της πολιτείας, ηγέτες της οποίας ήταν ο Θηραμένης Άγνωνος, ο Φρύνιχος, ο Αντιφών και ο Πείσανδρος. Η κυβέρνηση αυτή όφειλε να συμβουλεύεται κάποια «εκκλησία Πεντακισχιλίων πολιτών», επιλεγμένων μεταξύ των ευπορότερων, αλλά στην πράξη δεν την συγκάλεσε ποτέ, έστειλε πρέσβεις για ειρήνευση στη Σπάρτη και γενικά πολιτεύτηκε αυταρχικά.

Στην μεταβολή αυτή αντέδρασαν άμεσα οι στρατηγοί του στόλου στη Σάμο, με επικεφαλής τον Θρασύβουλο και τον Θράσυλλο, οι οποίοι διεμήνυσαν στην πρωτεύουσα ότι απαιτούν την παραίτηση των τετρακοσίων, την ανόρθωση της κλεισθένειας βουλής των πεντακοσίων, την κατάργηση κάθε είδους πολιτικής μισθοδοσίας, τη συγκρότηση πραγματικής εκκλησίας του δήμου, συγκείμενης από όλους τους πολίτες που μπορούσαν να συνεισφέρουν οι ίδιοι την πανοπλία τους, και να διακόψουν τις διαπραγματεύσεις με τους Πελοποννήσιους. Εν τω μεταξύ οι ολιγαρχικοί είχαν περιέλθει σε τριβές μεταξύ τους, από τις οποίες επωφελήθηκαν οι εχθροί και κατέλαβαν την Εύβοια, από την οποία οι Αθηναίοι προμηθεύονταν τα αναγκαία για τη διατροφή τους. Μπροστά στην κατάσταση αυτή οι πολίτες αγανάκτησαν και περί τα τέλη του Ιουνίου του 411 ανέτρεψαν τους τετρακόσιους, ψήφισαν την επάνοδο του Αλκιβιάδη ως Αθηναίου στρατηγού, και θέσπισαν μια ευρύτερη ολιγαρχία ενός «ενδιάμεσου καθεστώτος» των Πεντακοσίων που διαδέχθηκε τους Τετρακόσιους, και το οποίο άνοιξε το δρόμο για την επαναφορά της κλεισθένειας δημοκρατίας λίγο αργότερα.

Μετά την κατάλυσή της ολιγαρχίας ο Πείσανδρος, προβλέποντας την καταδίκη του από τους Αθηναίους, κατέφυγε στην αντίπαλη Σπάρτη. Το ίδιο εξάλλου έπραξαν τότε και άλλοι ολιγαρχικοί, όπως ο Αρίσταρχος και ο Ονομακλής, με εξαίρεση τον επιφανή Αντιφώντα, ο οποίος δεν καταδέχτηκε να σωθεί με φυγή και, μετά από λαμπρή απολογία, καταδικάστηκε σε θάνατο.

 

6.10.16. Λύσανδρος Αριστοκλείτου ( ; -395 π.Χ. )

 

Ο Λύσανδρος (<λύω [=ελευθερώνω] + άνδρες = ελευθερωτής των ανθρώπων) ήταν Σπαρτιάτης πολιτικός και στρατηγός, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην τελευταία φάση του Πελοποννησιακού πολέμου. Μολονότι ο πατέρας του Αριστόκλειτος ήταν Ηρακλείδης, ο ίδιος ήταν μόθαξ, όπως και ο Γύλιππος.

            Όταν το 407 π.Χ. διορίστηκε ναύαρχος στο Αιγαίο, γνωρίστηκε με τον Κύρο το Νεότερο (γιο του βασιλιά Δαρείου Β του Νόθου και της Παρυσάτιδας), που είχε μόλις τοποθετηθεί σατράπης της Μ.Ασίας και κέρδισε την εύνοια και την υποστήριξή του. Ο Λύσανδρος ανέλαβε τότε να δημιουργήσει ισχυρό σπαρτιατικό στόλο με  έδρα την Έφεσο. Όταν ο Αλκιβιάδης, στρατηγός – αυτοκράτωρ τότε των Αθηναίων, έπλευσε στη Σάμο, ο Λύσανδρος απέφυγε να τον αντιμετωπίσει στα ανοιχτά της Εφέσου, Αλλά όταν ο Αλκιβιάδης απουσίαζε για εξεύρεση πόρων, και ενώ ο αθηναϊκός στόλος τελούσε υπό την ηγεσία του πηδαλιούχου του Αντιόχου, οι δύο στόλοι συγκρούστηκαν στη Ναυμαχία του Νότιου (407 π.Χ.) όπου ο Λύσανδρος νίκησε τον Αντίοχο που σκοτώθηκε στη μάχη, γεγονός που έγινε αιτία για την οριστική αποπομπή του Αλκιβιάδη από την Αθήνα.

            Παρά τη νίκη ο Λύσανδρος παύτηκε από τη θέση του ναυάρχου στο Αιγαίο και, παραδίνοντας όλα τα χρήματα που διέθετε στον Κύρο αντικαταστάθηκε από τον Καλλικρατίδα, που είχε πλέον περιορισμένες δυνατότητες να συνεχίσει τον πόλεμο. Το 406 ο Καλλικρατίδας συγκέντρωσε στόλο και πολιόρκησε τη Μήθυμνα της Λέσβου, εμποδίζοντας την προμήθεια της Αθήνας με σιτάρι. Οι Αθηναίοι απαντώντας έστειλαν εκεί τον ναύαρχο Κόνωνα Τιμοθέου, ο οποίος, όταν προσβλήθηκε από τον Καλλικρατίδα, υποχώρησε στη Μυτιλήνη, όπου αποκλείστηκε  από το σπαρτιατικό στόλο. Για την απελευθέρωση του Κόνωνα οι Αθηναίοι δημιούργησαν άλλο στόλο από νεόδμητα πλοία, επανδρωμένα με άπειρα πληρώματα, και εφαρμόζοντας νέες ανορθόδοξες τακτικές, νίκησαν απροσδόκητα στη Ναυμαχία στις Αργινούσες κοντά στη Λέσβο το 406 π.Χ. όπου ο Καλλικρατίδας σκοτώθηκε στη μάχη. Μετά το θετικό για τους Αθηναίους αποτέλεσμα οι ναύαρχοι πήραν την πλειονότητα των πλοίων και επιτέθηκαν στους Πελοποννήσιους λύοντας τον αποκλεισμό του Κόνωνα. Για την περισυλλογή των επιζώντων άφησαν πίσω τον Θρασύβουλο και το συνεργάτη του, Θηραμένη, αλλά η επιχείρηση αυτή εμποδίστηκε από μια ξαφνική καταιγίδα που παρέσυρε τα διασωστικά στην ξηρά, με αποτέλεσμα να βυθιστούν 70 αθηναϊκά πλοία και ένας τεράστιος αριθμός Αθηναίων (από 1.000 μέχρι και 5.000 άτομα) να βρουν το θάνατο από πνιγμό. Τότε ξέσπασε ένα από τα μεγαλύτερα πολεμικά σκάνδαλα της αθηναϊκής ιστορίας, με το Θηραμένη και τους άλλους στρατηγούς να συγκρούονται σχετικά με το ποιος ήταν κύριος υπεύθυνος. Τελικά μετά από δίκη έξι Αθηναίοι στρατηγοί καταδικάστηκαν σε θάνατο και ήπιαν το κώνειο (Περικλής ο γιος της Ασπασίας και του Περικλή, Διομέδων, Λυσίας, Αριστοκράτης, Θράσυλλος και Ερασινίδης). Στη συνέχεια οι Σπαρτιάτες αναγκάστηκαν να ζητήσουν ειρήνη την οποία οι Αθηναίοι απέρριψαν, παρακινούμενοι και πάλι από τον ηγέτη των δημοκρατικών Κλεοφώντα.

            Μετά την ήττα αυτή οι Σπαρτιάτες όρισαν ναύαρχο στο Αιγαίο τον Άρακο και τον Λύσανδρο αναπληρωτή του, διότι σύμφωνα με το σπαρτιατικό νόμο, δεν επιτρεπόταν να είναι ναύαρχος για δεύτερη φορά. Ο Κύρος ευχαριστημένος για την εξέλιξη αυτή άρχισε να διαθέτει και πάλι χρήματα για το σπαρτιατικό στόλο, επιτρέποντας στο Λύσανδρο ακόμη και να διευθύνει τη σατραπεία του κατά την απουσία του. Αμέσως μετά την επιστροφή του ο Λύσανδρος οδήγησε το σπαρτιατικό στόλο στον Ελλήσποντο, όπου τον ακολούθησαν τα αθηναϊκά πλοία υπό τον Κόνωνα. Στη ναυμαχία που έγινε το 405 π.Χ. στους Αιγός Ποταμούς κοντά στη Θρακική Χερσόνησο ο αθηναϊκός στόλος καταστράφηκε ολοσχερώς και ο Κόνων κατέφυγε στην Κύπρο. Ο Λύσανδρος στη συνέχεια κατέλαβε το Βυζάντιο, τη Χαλκηδόνα και τη Λέσβο εκδιώκοντας τους Αθηναίους που ζούσαν εκεί.

            Ευρισκόμενος σε πλεονεκτική πλέον θέση ο Αγιάδης βασιλεύς της Σπάρτης Παυσανίας (βασ. 409-395) που διαδέχτηκε τον Πλειστοάνακτα, πολιόρκησε από τη στεριά την Αθήνα, ενώ ο Λύσανδρος απέκλεισε το λιμάνι του Πειραιά, κόβοντας όλους τους δρόμους εισόδου σιταριού στην πόλη που λιμοκτονούσε. Μπροστά στη σοβαρότητα της κατάστασης, παρά τις αντιρρήσεις για τρίτη φορά του Κλεοφώντα, ο Θηραμένης άρχισε διαπραγματεύσεις συνθηκολόγησης με τον Λύσανδρο που κράτησαν τρεις μήνες.

Οι Σπαρτιάτες συγκάλεσαν συνέδριο στη Σπάρτη για να αποφασιστεί η σύναψη της ειρήνης. Οι σύμμαχοι της Σπάρτης απαιτούσαν να ισοπεδωθεί ολοκληρωτικά η Αθήνα και όλοι οι κάτοικοι της να γίνουν δούλοι. Οι Σπαρτιάτες όμως δείχνοντας μεγαλοψυχία και αναλογιζόμενοι την προσφορά της Αθήνας κατά τους Περσικούς Πολέμους αρνήθηκαν να την καταστρέψουν και να υποδουλώσουν τους κατοίκους και δέχτηκαν να συνάψουν ειρήνη απαιτώντας μόνο την κατεδάφιση της οχύρωσης του Πειραιά και των Μακρών Τειχών που συνέδεαν την Αθήνα με τον Πειραιά, την επάνοδο όλων των πολιτικών εξόριστων, την εγκατάλειψη των αποικιών της Αθήνας, την ένταξη της Αθήνας στη σπαρτιατική συμμαχία και την παράδοση στη Σπάρτη όλων των πλοίων του αθηναϊκού στόλου εκτός από δώδεκα. Ο Θηραμένης εξασφάλισε όρους με τους οποίους αποφεύχθηκε η ολοσχερής καταστροφή της Αθήνας, αλλά οι Ιωνικές πόλεις στην άλλη πλευρά του Αιγαίου έγιναν και πάλι υποτελείς στην Περσική Αυτοκρατορία.

            Ο Λύσανδρος όρισε τότε μια εγκάθετη κυβέρνηση στην Αθήνα με την εγκαθίδρυση της ολιγαρχίας των Τριάκοντα Τυράννων υπό τον Κριτία, που περιλάμβανε και τον Θηραμένη ως ηγετικό μέλος. Η νέα κυβέρνηση εκτέλεσε αρκετούς πολίτες, αφαιρώντας παράλληλα όλα τα πολιτικά τους δικαιώματα. Στις πρώην σύμμαχες πόλεις της Αθήνας τοποθετήθηκαν κυβερνήσεις από συμβούλια δέκα ατόμων (Δεκαρχίες) που συχνά υποστηρίζονταν από τοπικές φρουρές υπό Σπαρτιάτη διοικητή (που ονομαζόταν Αρμοστής). Η κατάσταση αυτή απετέλεσε την αφετηρία της Σπαρτιατικής Ηγεμονίας.  

Ο Λύσανδρος ήταν ικανότατος στρατηγός και ναύαρχος υπέρμετρα όμως φιλόδοξος και χωρίς ηθικούς φραγμούς. Απέτυχε στην προσπάθειά του κατά του Αγησιλάου Β' να γίνει βασιλεύς της Σπάρτης και σκοτώθηκε στη μάχη της Αλιάρτου το 395 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Βοιωτικού Πολέμου. Φέρεται να έχει πει την παροιμιώδη φράση «όπου δεν φτάνει η ανδρεία φτάνει η πονηριά» («οποί δεν εστι λεοντή εστι αλωπεκή»).

 

6.10.17. Σημασία του Πελοποννησιακού Πολέμου

 

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, στον οποίο πήραν μέρος σχεδόν όλες οι ελληνικές πόλεις και οι πολεμικές συρράξεις έλαβαν χώρα σε όλον σχεδόν τον ελληνόφωνο κόσμο, επηρέασε καθοριστικά τις μετέπειτα ιστορικές εξελίξεις, καθώς, τερματίζοντας την αθηναϊκή ηγεμονία, έθεσε την Αθήνα, την πόλη που δημιούργησε ένα από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ανθρωπότητας (αλλά λίγο αργότερα και τη Σπάρτη) οριστικά και δια παντός έξω από το διεθνές πολιτικό προσκήνιο. Δίκαια θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας και ονομάζεται από νεότερους ερευνητές «αρχαίος παγκόσμιος πόλεμος», με την έννοια ότι παρουσιάζει μια άκρως ενδιαφέρουσα αναλογία με τους δύο πρόσφατους παγκόσμιους (και ουσιαστικά ευρωπαϊκούς) πολέμους, των οποίων η ολική διάρκεια (περιλαμβανομένου του μεσοπολέμου) ήταν επίσης περίπου 30 χρόνια. Αν στην αναλογία αυτή τεθεί η αποικιοκρατική Μ.Βρετανία στη θέση της ηγεμονικής Αθήνας, η στρατοκρατική Γερμανία στη θέση της ολιγαρχικής Σπάρτης, η δεσποτική Ρωσία (με τη μορφή της Σοβιετική Ένωσης) στη θέση της απολυταρχικής Μακεδονίας και η ιμπεριαλιστική Αμερική στη θέση της αυτοκρατορικής Ρώμης, σχηματίζει δύο επάλληλα αξιοσπούδαστα ιστορικο-γεωπολιτικά τοπία, των οποίων η επίδραση στις τύχες της ανθρωπότητας, από την άποψη της δομής και της αλληλεξάρτησης των μορφών εξουσίας, υπήρξε πολυσύνθετη όσο και δυσεξερεύνητη.     

Μεγάλη σπουδαιότητα έχει ο πόλεμος αυτός και για την επιστήμη της ιστοριογραφίας, επειδή ήταν το πρώτο γεγονός, που έγινε αντικείμενο συστηματικής επιστημονικής και ιστορικής ανάλυσης, με μέθοδο, που έγινε πρότυπο για τη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή ιστοριογραφία, από ιστορικούς όπως ο Θουκυδίδης για τα γεγονότα μέχρι το χειμώνα του έτους 411 π.Χ. και ο Ξενοφών στο έργο του, «Ελληνικά» για τα γεγονότα μετά το 411 π.Χ.

 

6.11. Η ζωή στην αρχαία Αθήνα

 

Σε καμία άλλη πόλη της αρχαίας Ελλάδας δεν προόδευσαν τόσο πολύ οι τέχνες και τα γράμματα όσο στην αρχαία Αθήνα, καθώς εκεί αναπτύχθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες για να υπάρξει αυτό το αξιοθαύμαστο πολιτιστικό δημιούργημα. Οι λόγοι που αυτό συνέβη ιδιαίτερα στην Αθήνα ήταν η ύπαρξη δημοκρατικού πολιτεύματος, η μεγάλη εισροή πλούτου στην πόλη, αλλά και η έντονη συναναστροφή και ανταλλαγή ιδεών με ξένους λαούς και πολιτισμούς μέσω του ιδιαίτερα ανεπτυγμένου Αθηναϊκού εμπορίου. Το μεγαλύτερο μέρος του πολιτιστικού δημιουργήματος της αρχαίας Ελλάδας οφείλεται στην Αθήνα. Εκεί δημιουργήθηκε το θέατρο, πρωτοεφαρμόστηκε το δημοκρατικό πολίτευμα, αναπτύχθηκε η φιλοσοφία, η ιστοριογραφία, η ρητορική, η γλυπτική, η αρχιτεκτονική. Στην Αθήνα δραστηριοποιήθηκαν  μερικές από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών της αρχαιότητας, όπως οι δραματικοί ποιητές Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης και Αριστοφάνης, οι φιλόσοφοι Σωκράτης και Πλάτωνας, οι ιστορικοί Θουκυδίδης και Ξενοφώντας, οι ρήτορες Λυσίας, Ισοκράτης και Δημοσθένης ο γλύπτης Φειδίας. Επίσης οι φιλόσοφοι Αριστοτέλης, Αναξαγόρας, Επίκουρος και Ζήνων έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους στην Αθήνα. Στην Αθήνα λειτούργησαν και οι μεγάλες φιλοσοφικές σχολές της αρχαιότητας (που ουσιαστικά ήταν τα πρώτα πανεπιστήμια στην ιστορία της ανθρωπότητας), όπως η Ακαδημία Πλάτωνος, το Λύκειο του Αριστοτέλη και αργότερα η σχολή των Επικούρειων και των Στωικών.

 

6.11.1. Οι δήμοι της αρχαίας Αθήνας

 

Εκτός από την ίδια την Αθήνα υπήρχαν πολυάριθμοι δήμοι στην περιοχή της Αττικής. Οι δήμοι διακρίνονταν σε δήμους του άστεως (αν βρίσκονταν γύρω από την πόλη της Αθήνας), σε παράλιους δήμους και σε μεσόγειους δήμους. Οι σημαντικότεροι δήμοι του άστεως εκτός από την Αθήνα ήταν, ο Κολωνός, ο Πειραιάς, το Φάληρο, η Αλωπεκή, το Κυδαθήναιον, η Μελίτη, οι Λακιάδες, το Ευώνυμον και οι Σκαμβωνίδες. Ο Κολωνός βρισκόταν στις όχθες του Κηφισού στην θέση της σημερινής Αθηναϊκής συνοικίας. Ο Πειραιάς και το Φάληρο βρίσκονταν στην ίδια θέση που βρίσκονται και σήμερα. Η Αλωπεκή βρισκόταν στην περιοχή της σημερινής Δάφνης ενώ το Κυδαθήναιον βρισκόταν πολύ κοντά στην πόλη της Αθήνας, από την βόρεια πλευρά της Ακρόπολης εκεί που σήμερα είναι η Πλάκα και η πλατεία Συντάγματος. Ο δήμος της Μελίτης βρισκόταν επίσης πολύ κοντά στην πόλη της Αθήνας, λίγο δυτικότερα του λόφου Νυμφών. Νοτιότερα της Μελίτης βρισκόταν ο δήμος των Σκαμβωνιδών, ενώ το Ευώνυμον ήταν ακόμα νοτιότερα στην περιοχή της σημερινής Καλλιθέας. Ο δήμος Λακιαδών βρισκόταν δυτικά της Αθήνας πάνω στην Ιερά οδό και είχε πάρει το όνομά του από τον ήρωα Λάκιο.

Από τους πολυάριθμους παράλιους δήμους οι σημαντικότεροι ήταν ο Θορικός λίγο βορειότερα του σημερινού Λαυρίου, η Αιξωνή στην θέση της σημερινής Γλυφάδας, η Αραφήνα στην θέση της σημερινής Ραφήνας, η Βραυρώνα, στην οποία υπήρχε και σημαντικός λατρευτικός χώρος της Άρτεμης, η Ελευσίνα, ο Μαραθώνας, η Θρία στην θέση του σημερινού Ασπρόπυργου (που έδωσε το όνομά της και στην πεδιάδα γύρω της (Θριάσιο πεδίο), η Ανάφλυστος στην θέση της σημερινής Αναβύσσου, οι Φρεάρριοι κοντά στην Ανάβυσσο, το Λαύριο και ο Μυρρινούς στην περιοχή του σημερινού όρους Μερέντα. Στην θέση του σημερινού οικισμού Πόρτο Ράφτη βρισκόταν ο δήμος Στειρίας ενώ λίγο βορειότερα, μεταξύ Στειρίας και Βραυρώνας, βρίσκονταν οι Λαμπτρές.

Οι κυριότεροι δήμοι των Μεσογείων ήταν η Δεκέλεια στην περιοχή του σημερινού Τατοΐου, ο Χολαργός, η Κηφισιά, η Φλύα, το Άθμονον, η Λευκονόη, η Εκάλη, η Σφητός, οι Αφίδνες, οι Αχαρνές, η Φυλή, οι Ελευθερές, η Οινόη, η Παιανία και η Παλλήνη. Ο Χολαργός βρισκόταν στην δυτική πλευρά του λεκανοπεδίου σε τελείως διαφορετική θέση από τον σημερινό Χολαργό. Η Φλύα βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού Χαλανδρίου, ενώ το Άθμονον βρισκόταν στην περιοχή του Αμαρουσίου, που πήρε το νεότερο όνομά του από το ιερό της Αμαρυσίας Άρτεμης, που υπήρχε εκεί. Στα σύνορα περίπου των σημερινών δήμων Ιλίου και Περιστερίου βρισκόταν ο αρχαίος δήμος της Λευκονόης, ενώ στη θέση του σημερινού δήμου Ιλίου βρισκόταν ο αρχαίος δήμος Τρώων ή Ξυπέτης. Η Κηφισιά, οι Αχαρνές, οι Αφίδνες, η Παλλήνη, η Παιανία και η Εκάλη βρίσκονταν στην θέση των σημερινών ομώνυμων δήμων ενώ η Σφηττός από την οποία πήρε το όνομα η σημερινή λεωφόρος Λαυρίου (Σφηττία οδός ) βρισκόταν δυτικά του σημερινού δήμου Κρωπίας. Τέλος ο Ωρωπός στα βόρεια της Αττικής ήταν άλλοτε Αθηναϊκή πόλη και άλλοτε Βοιωτική.

 

6.11.2. Λατρευτικοί χώροι της αρχαίας Αθήνας

 

Στην Αττική υπήρχαν μερικοί από τους σπουδαιότερους λατρευτικούς χώρους της αρχαίας Ελλάδας. Ο σημαντικότερος λατρευτικός χώρος ήταν η Ακρόπολη στον οποίο λατρευόταν η θεά Αθηνά. Μετά την αποχώρηση των Περσών το 479 π.Χ. ανοικοδομήθηκαν στην Ακρόπολη εντυπωσιακά μνημεία υπό την επίβλεψη των σημαντικότερων αρχιτεκτόνων και γλυπτών της αρχαιότητας όπως του Φειδία, του Ικτίνου, του Καλλικράτη και του Μνησικλή.

Πολύ σημαντικός λατρευτικός χώρος ήταν το Σούνιο, αφιερωμένος στον θεό Ποσειδώνα. Στο Σούνιο υπήρχε σημαντικός ναός αφιερωμένος στον Ποσειδώνα που σώζεται μέχρι σήμερα. Στην Ελευσίνα λατρευόταν η θεά Δήμητρα και η περιοχή ήταν από τους σημαντικότερους λατρευτικούς χώρους στην αρχαία Αθήνα. Εκεί διεξάγονταν κάθε χρόνο τα Ελευσίνια Μυστήρια σημαντική γιορτή προς τιμήν της θεάς Δήμητρας.

Στην ανατολική Αττική υπήρχαν άλλοι τρεις σημαντικοί λατρευτικοί χώροι. Η Βραυρώνα στην περιοχή του αρχαίου Αθηναϊκού δήμου της Αραφήνος, που ήταν λατρευτικός χώρος της Άρτεμης, ο Ραμνούντας, στην περιοχή του αρχαίου Αθηναϊκού δήμου του Μαραθώνα, όπου λατρευόταν η θεά Νέμεση και το Αμφιαράειο στα σύνορα με την Βοιωτία, σημαντικό μαντείο αφιερωμένο τον μυθικό ήρωα Αμφιάραο.

 

6.11.3. Λειτουργίες

 

Στην ελληνική αρχαιότητα, ο όρος «λειτουργίες» υποδήλωνε μια υπηρεσία, τακτική ή έκτακτη, που επέβαλε το κράτος των Αθηναίων στους πλουσιότερους πολίτες του. Οι πολίτες που διέθεταν περιουσίες μεγαλύτερες των τριών ταλάντων έπρεπε να εκτελούν διάφορες υπηρεσίες, όπως:

 - Η χορηγία, η οποία συμπεριλάμβανε τη συγκρότηση χορού για τις δημόσιες γιορτές.

 - Η γυμνασιαρχία, που επέβαλε την υποχρέωση να εκπαιδεύονται στα γυμνάσια οι διαγωνιζόμενοι σε γυμναστικούς αγώνες.

 - Η πρώτη από άποψη εξόδων λειτουργία ήταν η τριαρχία, δηλαδή η υποχρέωση που αναλάμβανε ένας πλούσιος πολίτης να εξοπλίσει μια τριήρη (πολεμικό πλοίο) μόνο σε πολεμικές περιόδους

 - Άλλη λειτουργία ήταν η αρχιθεωρία, η αντιπροσωπεία δηλαδή που αποστελλόταν στις τέσσερις μεγάλες πανελλήνιες γιορτές ή στη Δήλο και σε άλλους ιερούς τόπους. Στην περίπτωση αυτή, η πολιτεία κάλυπτε ένα μέρος από τα έξοδα.

 - Τέλος η εστίαση ήταν η καταβολή των εξόδων για ένα ομαδικό γεύμα που παραθέτονταν την ημέρα μιας μεγάλης γιορτής σε όσους ανήκαν στην ίδια με το λειτουργό φυλή.

 

6.11.4. Το αρχαίο αττικό ημερολόγιο και εορτολόγιο

 

            Οι μήνες στην αρχαιότητα ήταν σεληνιακοί, δηλαδή υπολογίζονταν με βάση τις αλλαγές της Σελήνης. Η πρώτη του μηνός (νουμηνία) ήταν η μέρα στο λυκόφως της οποίας έκανε την εμφάνισή της η νέα Σελήνη και ακολουθούσαν οι υπόλοιπες μέρες του μήνα, μέχρι την επανεμφάνιση της νέας Σελήνης. Η πανσέληνος (διχομηνία), επομένως παρουσιαζόταν στο μέσο δύο εμφανίσεων της Σελήνης. Επειδή όμως ο σεληνιακός μήνας διαρκεί 29 μέρες και 13 ώρες, για πρακτικούς λόγους καθόρισαν τους μήνες εναλλάξ σε 29 μέρες (κοίλοι) και 30 μέρες (πλήρεις). Το αθηναϊκό έτος (354 ημέρες) περιλάμβανε 12 σεληνιακούς μήνες. Το έτος άρχιζε τον πρώτο μήνα μετά την θερινή τροπή του ήλιου. Επειδή όμως κάθε τρία χρόνια το επίσημο έτος υπολειπόταν από το ηλιακό περίπου κατά ένα μήνα, πρόσθεταν ένα εμβόλιμο μήνα και το έτος εκείνο αντί για 354 διαρκούσε 384 μέρες. Για πρακτικούς λόγους οι αρχαίοι υπολόγιζαν ότι το έτος κατά μέσο όρο είχε 360 μέρες. Οι Αθηναίοι είχαν πολλές γιορτές και σε κάθε μήνα έδιναν το όνομα της σπουδαιότερης ως εξής:

1.Εκατομβαιών (15 Ιουλίου-15 Αυγούστου): Εκατόμβαια (για τον Απόλλωνα, εκατόμβη=θυσία 100 βοδιών), Συνοίκια (για την Αθηνά, αναμνηστική του πρώτου οικισμού της Αθήνας), Παναθήναια (μεγάλη γιορτή για την Αθηνά κάθε πέμπτο έτος).

2.Μεταγειτνιών (15Αυγούστου-15 Σεπτεμβρίου): Μεταγείτνια (για τον Απόλλωνα, μεταγείτνια=μετοικεσία, αλλαγή γειτόνων).

3.Βοηδρομιών (15 Σεπτεμβρίου -15 Οκτωβρίου): Γενέσια (για την Γαία), Μαραθώνια (για τη νίκη στο Μαραθώνα), Βοηδρόμια (για τον Απόλλωνα, για να τρέξει στη βοή για συμπαράσταση), Μεγάλα Μυστήρια (στην Ελευσίνα για τη Δήμητρα).

4.Πυανοψιών (15 Οκτωβρίου -15 Νοεμβρίου): Πυανόψια (για τον Απόλλωνα, πύανος+έψω=βρσμένα κουκιά), Θησεία (για τον Θησέα), Θεσμοφόρια (για την Δήμητρα), Οσχοφόρια (για τον Διόνυσο, όσχος=νεαρός βλαστός), Απατούρια (για την εγγραφή των παιδιών στους καταλόγους των πολιτών,από το α+πατήρ), Αρρηφόρια (για την Αθηνά, άρρητα=απόρρητα), Χαλκεία (για την Αθηνά και τον Ήφαιστο, για να προστατεύουν τους χαλκουργούς).

5.Μαιμακτηριών (15 Νοεμβρίου -15 Δεκεμβρίου): Μαιμακτήρια (για τον μαιμάκτη=θυελλώδη Δία).

6.Ποσειδεών (15 Δεκεμβρίου -15 Ιανουαρίου): Ποσειδώνια (για τον Ποσειδώνα), Αλώα (για την Δήμητρα και τον Διόνυσο για να πάει καλά το αλώνισμα), Μικρά Διονύσια (για τον Διόνυσο).

7.Γαμηλιών (15 Ιανουαρίου -15 Φεβρουαρίου): Λήναια (για τον Διόνυσο, ληνές=μαινάδες), Ιερός Γάμος (για την Ήρα και τον Δία).

8.Ανθεστηριών (15 Φεβρουαρίου-15 Μαρτίου): Ανθεστήρια (για τον Διόνυσο), Μυστήρια εν Άγραις (προπαρασκευή για τα Ελευσίνια Μυστήρια).

9.Ελαφηβολιών (15 Μαρτίου-15 Απριλίου): Ασκληπίεια (προκριματικοί για τους δραματικούς αγώνες των Μεγάλων Διονύσιων), Μεγάλα Διονύσια (με δραματικούς αγώνες στο Θέατρο του Διονύσου), Ελαφηβόλια (για την Άρτεμη), Πάνδια (για τον Δία).

10.Μουνυχιών (15 Απριλίου-15 Μαΐου): Μουνύχια (για την Άρτεμη με πομπή στο λόφο της Καστέλας=Μουνυχία), Ολυμπίεια (για τον Δία).

11.Θαργηλιών (15 Μαίου-15 Ιουνίου): Θαργήλεια (για τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, θαργήλια=πρώιμα δημητριακά), Καλλυντήρια (για τον ευπρεπισμό του ναού της Αθηνάς), Πλυντήρια (το ίδιο).

12.Σκιροφοριών (15 Ιουνίου-15 Ιουλίου): Σκιροφόρια (για την Δήμητρα και την Περσεφόνη, σκίρον = εξωτερικός φλοιός τυριού), Διπόλια (για τον Δία τον Πολιέα), Αρρηφόρια (για την Αθηνά), Θυσία (για τον Δία Σωτήρα και την Αθηνά Σώτειρα).

 

6.11.5. Τα σπίτια στην αρχαία Αθήνα

 

Ενώ η Ακρόπολη των Αθηνών είχε στολιστεί με λαμπρά και μεγάλα οικοδομήματα, η υπόλοιπη πόλη της Αθήνας στο σύνολο της ήταν πολύ απλή. Δεν είχε χτιστεί βάσει κάποιου σχεδίου και οι δρόμοι της ήταν στενοί και ακανόνιστοι. Τα σπίτια των Αθηναίων ήταν πολύ απλά με λίγα δωμάτια και συνήθως δύο ορόφους (τα φτωχότερα όμως ένα). Για πολύ καιρό στην Αθήνα οι τοίχοι ασπρίζονταν μόνο με ασβέστη. Η εξώθυρα του σπιτιού φυλαγόταν από ένα θυρωρό. Στα χτυπήματα του μικρού μεταλλικού ρόπτρου, που ήταν κρεμασμένο στην εξώθυρα, απαντούσε πρώτα με τα γαβγίσματά του το σκυλί από την αυλή. Έπειτα έβγαινε ο θυρωρός, ο οποίος άφηνε ή όχι τον επισκέπτη να μπει στην αυλή (αίθριο), στη μέση της οποίας ήταν στημένος ο βωμός του Ερκείου Δία, προστάτη της εστίας, που ήταν το κέντρο του σπιτιού, που ήταν χτισμένο γύρω σε σχήμα «Π». Στην αυλή έτρωγαν, περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους τα μέλη της οικογένειας και εδώ επίσης γίνονταν δεκτοί οι καλεσμένοι. Στις δυο πλευρές του «Π» κάτω από στοές, βρίσκονταν η τραπεζαρία, και δωμάτια παρασκευής φαγητών. Στο βάθος του «Π», στο απέναντι από την είσοδο μέρος, βρισκόταν το μαγειρείο με την εστία και  η πύλη που οδηγούσε στο καθιστικό του άνδρα, κύρια αίθουσα της κατοικίας. Στο γυναικωνίτη μπορούσε να φτάσει κανείς (με σκάλα στα διώροφα σπίτια) μόνο περνώντας απ' αυτό το δωμάτιο. Ο γυναικωνίτης περιλάμβανε τον κοιτώνα των συζύγων, τα δωμάτια των κοριτσιών και τα διαμερίσματα όπου εργάζονταν οι δούλες και εκτός από το σύζυγο, κανένας άλλος άντρας δεν επιτρεπόταν να μπει εκεί.

Όταν έκανε κρύο, στο σπίτι δεν ήταν πολύ ευχάριστα, γιατί, εκτός από ένα μαγκάλι με κάρβουνα, τα δωμάτια δεν είχαν άλλο μέσο θέρμανσης. Από τα κάρβουνα που σιγόκαιγαν μέσα στη στάχτη της εστίας έπαιρναν φωτιά όταν νύχτωνε και άναβαν τα λυχνάρια, που τα έφτιαχναν με μέταλλο ή με πηλό σε ποικίλες μορφές με δυο τρύπες. Η μια για να βάζουν το λάδι, η άλλη για να βγαίνει το φιτίλι. Κάποτε το δεύτερο πάτωμα νοικιαζόταν και τότε στα πάνω δωμάτια ανέβαινες απευθείας από το δρόμο με μια εξωτερική κλίμακα. Στα πιο μέτρια σπίτια η σκάλα ήταν εσωτερική και στο ισόγειο βρίσκονταν οι αποθήκες και συχνά και ο γυναικωνίτης. Οι στέγες τις περισσότερες φορές ήταν ίσιες και τα δωμάτια του ισογείου, σε αντίθεση με του δευτέρου ορόφου, δεν είχαν παράθυρα, αφού το φως της αυλής έμπαινε από τη θύρα. Τα εσωτερικά δωμάτια δεν είχαν ξύλινες πόρτες, εκτός από εξώθυρα που έβγαζε στο δρόμο και την πόρτα του δωματίου όπου φύλαγαν τα πολύτιμα αντικείμενα. Στα άλλα δωμάτια αντί για πόρτες υπήρχαν κρεμασμένα παραπετάσματα.

Τα σπίτια των ευκατάστατων πολιτών ήταν επιπλωμένα αρκετά πλούσια. Υπήρχαν καθίσματα με ερεισίνωτο (πλάτη) ή χωρίς ερεισίνωτο, καθώς και ο θρόνος, δηλαδή ένα κάθισμα με υψηλό ερεισίνωτο, όπου καθόταν ο οικοδεσπότης. Πάνω στα καθίσματα ήταν στρωμένα μαξιλάρια σκεπασμένα με χαλάκια και στις πλάτες ήταν ριγμένα καινούργια καλύμματα. Τα κομψά κρεβάτια, οι κλίνες, είχαν πόδια σταυρωτά, όπως και τα καθίσματα. Υπήρχαν και άλλα είδη, με ίσια πόδια και με μικρό ερεισίνωτο στην άκρη και στη μια πλευρά, όπως στα σημερινά ντιβάνια. Τα απλά κρεβάτια, που λέγονταν κράββατοι, αποτελούνταν από ένα ξύλινο πλαίσιο με κοντά πόδια, από τα οποία δένονταν σταυρωτά μερικές ταινίες δερμάτινες. Σ' αυτό το δίχτυ των ταινιών τοποθετούσαν ένα στρώμα γεμάτο μαλλί, ένα σεντόνι και ένα μαξιλάρι. Για σκεπάσματα χρησιμοποιούσαν κουβέρτες, δέρματα προβάτων και γούνες, ανάλογα με τον καιρό. Το κρεβάτι ήταν το κύριο έπιπλο των αρχαίων ελλήνων, που διάβαζαν, έγραφαν και σκέφτονταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους. Τα τραπέζια τα χρησιμοποιούσαν μόνο για φαγητό και ήταν πολύ χαμηλά, αφού δεν ξεπερνούσαν το ύψος των κρεβατιών. Πολύ πιο γερές ήταν οι καλάθες, που αντικαθιστούσαν τις ντουλάπες, ήταν τόσο μεγάλες, που καθεμιά τους μπορούσε να χωρέσει δύο ανθρώπους και έκλειναν με βαριές κλειδαριές και συχνά ήταν στολισμένες με κεντίδια, εγκόλλητα ή γεωμετρικά σχήματα. Στο σπίτι υπήρχαν πολυάριθμα πήλινα αγγεία, διαφόρων μορφών και διαστάσεων. Το πιο μεγάλο αγγείο, ο πίθος -ήταν μια μεγάλη στάμνα, στρογγυλή, με πάτο σουβλερό ή ίσιο, όπου φύλαγαν κρασί, λάδι, σύκα και τρόφιμα αλατισμένα. Για μακρόχρονη διατήρηση το κρασί και το λάδι το έβαζαν σε αμφορείς, αγγεία με δύο χερούλια και μακρύ λαιμό, των οποίων τα στόμια τα βούλωναν με ρετσίνι. Το αγγείο στο οποίο αναμίγνυαν στο τραπέζι το κρασί με νερό ονομαζόταν κρατήρας και είχε σχήμα δοχείου με πολύ πλατύ στόμιο, με δυο χερούλια. Το σερβίτσιο του κρασιού συμπληρωνόταν με τις οινοχόες, αγγεία με ένα χερούλι και ένα στόμιο απ' όπου χυνόταν το ποτό, και το σκύφο, ένα είδος κυπέλλου ή κανάτας με ψηλό χερούλι, ενώ εξαιρετική ποικιλία παρουσίαζαν τα ποτήρια: Φιάλες, σκύφοι, κύλικες, κάνθαροι και τέλος τα ρυτά. Το ρυτό ήταν ένα κέρατο πελεκημένο και γλυμμένο στη μυτερή του άκρη, που είχε μορφή κεφαλής ζώου, συνήθως κριαριού και όπου  υπήρχε μια τρύπα για να χύνεται το υγρό, που έκλεινε με ένα μικρό καπάκι. Κύρια σκεύη παρασκευής φαγητού ήταν η χύτρα, ένα δοχείο με πόδια ή χωρίς πόδια, αλλά με κυκλικό πυθμένα, για να μπορεί να κάθεται σε τρίποδα, στην οποία έβραζαν κρέας και λαχανικά. Για τα ψάρια υπήρχαν μεγάλα δοχεία. Το ψωμί και τις πίτες τις φύλαγαν σε πλεχτά κάνιστρα. Μια σκάρα, μαχαίρια και πιρούνια συμπλήρωναν τα εξαρτήματα του μαγειρείου. Όλα τα δοχεία των αρχαίων αθηναίων ήταν φτιαγμένα από πηλό κόκκινο ή κιτρινωπό, που τον προμηθεύονταν από τα κεραμουργεία των προαστίων της πόλης, και στο κόκκινο βάθος τους είχαν ζωγραφισμένα ωραία μελανά σχέδια. Τα γυάλινα δοχεία αναφέρονται για πρώτη φορά στον Αριστοφάνη, ενώ προηγουμένως από γυαλί κατασκεύαζαν μόνο κοσμήματα: χάντρες, σκουλαρίκια, περιδέραια και βραχιόλια. Ο χρόνος μετριόταν με το γνώμονα, ένα ηλιακό ρολόι, εγκατεστημένο στον κήπο του σπιτιού, και την κλεψύδρα, με την οποία ο χρόνος μετριόταν ανάλογα με την στάθμη του νερού που έβγαινε ομοιόμορφα από ένα δοχείο.

 

6.11.6. Ιδιωτικός βίος των ανδρών

 

Σχετικά με την καθημερινή ενασχόληση των ανθρώπων, την εργασία και την παραγωγή υλικών αγαθών, την κατοικία και τον περίγυρο, την τεχνική πρόοδο, την διατροφή, την ενδυμασία, την διακίνηση των προϊόντων, την ψυχαγωγία, την μακραίωνη λαϊκή παράδοση, τις δοξασίες και τα άγραφα έθιμα για τα μεγάλα γεγονότα της ζωής, τη γέννηση, το γάμο και το θάνατο, οι πληροφορίες στηρίζονται σε ανασκαφικά δεδομένα, σε παραστάσεις αγγείων και σε μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων.

Οι Αθηναίοι όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες ήταν λαός της υπαίθρου. Περνούσαν πολλές ώρες στα χωράφια τους ή στην Αγορά, το χώρο όπου συγκεντρώνονταν καθημερινά και συζητούσαν ή ασκούσαν τα πολιτικά τους δικαιώματα, συμμετέχοντας στα διάφορα όργανα της πολιτείας (εκκλησία του δήμου, βουλή, δικαστήρια κτλ.). Τις ελεύθερες ώρες τους οι Αθηναίοι τις περνούσαν στα γυμναστήρια ή στις Στοές, όπου συζητούσαν συνήθως πολιτικά ή καθημερινά θέματα. Συχνά περνούσαν από διάφορα καταστήματα, κουρεία, μυροπωλεία, παπουτσάδικα και σιδεράδικα, όπου συναντιόνταν με άλλους γνωστούς τους. Μεγάλες συζητήσεις, με ειδικό θέμα, γίνονταν στα συμπόσια, βραδινά δείπνα, όπου μαζεύονταν οι άνδρες και διασκέδαζαν, τρώγοντας, πίνοντας και κουβεντιάζοντας συνήθως ξαπλωμένοι.

 

α. Ενδυμασία των ανδρών

 

Η μέρα για πλούσιους και φτωχούς άρχιζε με την ανατολή του ήλιου, καθώς οι Αθηναίοι έκαναν τις επισκέψεις τους την αυγή. Η πρωινή προετοιμασία δεν ήταν πολύπλοκη, έπλεναν μόνο το πρόσωπο και τα χέρια, έπειτα ντύνονταν και έβγαιναν. Η ενδυμασία ήταν κατασκευασμένη από υφάσματα με ζωηρά χρώματα, πορφυρό, κόκκινο, πράσινο και γαλάζιο. Στους άντρες δεν άρεσε το κίτρινο χρώμα, που το θεωρούσαν καλό μόνο για τις γυναίκες. Τα λευκά ενδύματα στολίζονταν με μια λωρίδα χρωματιστή. Το κύριο αντικείμενο της αντρικής ενδυμασίας ήταν ο χιτώνας, που τον φορούσαν κατάσαρκα. Ο χιτώνας ήταν ένα κομμάτι πανί, με τρύπες για τα χέρια, που το έπιαναν στον έναν ώμο με πόρπη. Το μήκος του χιτώνα ποίκιλλε ανάλογα με την εποχή. Στην αρχή ήταν πολύ μακρύς, αλλά αργότερα άρχισαν να τον σφίγγουν στη μέση με ένα κορδόνι και έτσι έφτανε ως τα γόνατα. Κάποτε στο χιτώνα έβαζαν και μανίκια. Οι χιτώνες, που προορίζονταν για τους υπηρέτες, τους βιοτέχνες, τους στρατιώτες και τους δούλους είχαν μια τρύπα, μόνο για το αριστερό χέρι, αφού ο δεξιός ώμος έμενε ακάλυπτος. Πάνω από το χιτώνα οι Αθηναίοι φορούσαν ένα είδος μανδύα ή πελερίνα που το έλεγαν ιμάτιο. Τη μια άκρη του ιματίου την έσφιγγαν στο στήθος κάτω από την αριστερή μασχάλη, ενώ το υπόλοιπο το έριχναν στην πλάτη, πάνω από τον αριστερό ώμο, περνώντας το κάτω ή πάνω από το δεξί χέρι και ξαναπερνώντας το πάνω από τον αριστερό ώμο έτσι που η άλλη άκρη να κρέμεται στην πλάτη. Υπήρχε και ένας κοντός μανδύας, πιασμένος με μια πόρπη κάτω απ' το λαιμό και αφημένος να πέφτει ελεύθερα πάνω απ' τους ώμους και τις πλάτες, που ονομαζόταν χλαμύδα, τη φορούσαν στον πόλεμο, στο κυνήγι και στα ταξίδια και ήταν το συνηθισμένο ένδυμα της νεολαίας.

Το κεφάλι έμενε ακάλυπτο, καθώς οι Έλληνες φορούσαν κάλυμμα μόνο όταν έβγαιναν έξω απ' την πόλη για να προστατεύουν το κεφάλι τους από τη ζέστη και τη βροχή. Στους δρόμους της Αθήνας μπορούσε να συναντήσει κανείς με κάλυμμα μόνο ταξιδιώτες ή ανάπηρους. Υπήρχαν ορισμένα είδη καλύμματος λευκά ή καφέ: Ο πίλος ήταν ένα είδος καλύμματος από πίλημα με πολύ μικρούς γύρους ή και χωρίς γύρους και ο πέτασος ένα αληθινό καπέλο από πίλημα, ίσιο στην κορυφή, με μια κορδελίτσα. Η κορδελίτσα είχε σκοπό να σφίγγει καλά τον πέτασο κάτω από το σαγόνι ή να τον κρατάει όταν τον έβγαζαν και τον έριχναν πίσω στις πλάτες. Η κυνή ήταν ένα κάλυμμα χωρίς γύρους, δηλαδή ένας απλός στρογγυλός σκούφος, από δέρμα σκυλιού.

Οι Έλληνες είχαν πυκνά μαλλιά, που δεν τα έκοβαν πολύ κοντά, αλλά μόνο για να καλύπτουν το κεφάλι χωρίς να φτάνουν ως τους ώμους. Μερικοί κομψευόμενοι νεανίες, είχαν μακριούς βοστρύχους χτενισμένους με φροντίδα. Οι αθλητές, αντίθετα, έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. Εκτός απ' τους κομψευόμενους νέους, βοστρύχους άφηναν και οι φιλόσοφοι --- αυτό ήταν άλλωστε το διακριτικό τους γνώρισμα.

Στα πόδια οι Έλληνες φορούσαν σανδάλια, που τα έδεναν με δερμάτινους ιμάντες, αλλά υπήρχαν και άλλοι τύποι υποδημάτων, όπως μπότες, άρβυλα και σκαρπίνια. Τα υποδήματα τα κατασκεύαζαν από δέρμα λευκό, μαύρο ή ερυθρό και συχνά ήταν πολύ κομψά, κυρίως αυτά που φορούσαν όταν πήγαιναν επίσκεψη ή ήταν καλεσμένοι σε τραπέζι. Μερικοί κομψευόμενοι στόλιζαν τα υποδήματά τους με χρυσό και ασήμι. Τα μαύρα υποδήματα τα στίλβωναν με σφουγγάρι. Στο σπίτι οι Αθηναίοι πάντα κυκλοφορούσαν ξυπόλητοι, διότι οι δρόμοι είχαν τόσες βρωμιές, που ήταν απόλυτη ανάγκη να αερίζει κανένας τα πόδια του. Οι ψημένοι άνθρωποι της παλιάς σχολής, όπως ο Σωκράτης ή ο Φωκίωνας, γυρνούσαν ξυπόλητοι και στους δρόμους, ο Σωκράτης μάλιστα δεν φορούσε υποδήματα ούτε το χειμώνα.

Η περιβολή των Αθηναίων συμπληρωνόταν με ένα δαχτυλίδι και ένα ραβδί. Τα δαχτυλίδια με γλυφές χρησιμοποιούνταν και σαν κόσμημα και σαν σφραγίδα. Μερικοί φορούσαν μάλιστα πολλά δαχτυλίδια. Το ραβδί ήταν ένα εξάρτημα απόλυτα υποχρεωτικό, και ολοκλήρωνε την κομψότητα στην εμφάνιση ενός Αθηναίου.

 

β. Στην Αγορά 

 

Το πρόγευμα ήταν πολύ λιτό και περιλάμβανε μερικά κομματάκια ψωμί βουτηγμένα σε κρασί. Οποιαδήποτε και αν ήταν τα ελαττώματά των Ελλήνων η λαιμαργία δεν περιλαμβανόταν σ' αυτά. Μετά το πρόγευμα, οι εύποροι Αθηναίοι έβγαιναν στην πόλη, ακολουθούμενοι από δύο δούλους που  χρειάζονταν για να μεταφέρουν τα ψώνια ή να φέρουν κάποια είδηση στο σπίτι ή σε κάποιον φίλο. Αν δεν ήταν πολύ πλούσιοι, τους ακολουθούσε ένας δούλος και αν δεν είχαν δυνατότητα να διατηρούν ούτε έναν δούλο, θα έπρεπε να συμφωνήσουν με έναν αχθοφόρο στην αγορά, την οποία θα επισκεπτόταν πρώτα πρώτα.

Οι Αθηναίοι ήταν πολύ απαιτητικοί στα ζητήματα της καλής συμπεριφοράς. Δεν τους άρεσαν οι νευρικοί ή οι βιαστικοί διαβάτες και δεν υπέφεραν την υπεροψία, την έπαρση, το αλαζονικό περπάτημα. Δεν θεωρούνταν αξιοπρεπές για έναν άντρα να ρίχνει το βλέμμα του παντού, όπως δεν θεωρούνταν ωραίο να βαδίζει κανείς με τα μάτια χαμηλωμένα στη γη και με ύφος λυπημένο και γενικά λογιζόταν άπρεπο να βαδίζει κανείς γρήγορα και να μιλάει δυνατά.

Περνώντας από τις κιονοστοιχίες που στολίζονταν με τα αγάλματα των επιφανών ανδρών της πόλης ένας Αθηναίος έφτανε στην αγορά τροφίμων. Στην Αγορά της Αθήνας βρίσκονταν τα κύρια δημόσια καταστήματα: Η βουλή, τα δικαστήρια, οι ναοί, το αρχείο, καθώς και δενδροστοιχίες από πλατάνια και λεύκες. Οι αγρότες της Αττικής πήγαιναν εκεί πριν ξημερώσει σαλαγώντας γίδια και κατσίκια, ή κουβαλώντας σ' ένα ξύλο στηριγμένο στον ώμο λαγούς και τσίχλες. Οι ιδιοκτήτες των αγροκτημάτων που ήταν γύρω από την πόλη, έστελναν τα προϊόντα τους για ανταλλαγή. Από τον Πειραιά και το Φάληρο έφταναν ψαράδες που στα καλάθια τους έφερναν τόνο, από τον Εύξεινο Πόντο χέλια, που τα αγαπούσαν πάρα πολύ οι Αθηναίοι, και μπαρμπούνια από το Αρχιπέλαγος. Από τα μικρομάγαζα και τα μαγειρεία των πραματευτάδων σκορπούσε στον καθαρό πρωινό αέρα το άρωμα των ώριμων φρούτων, η οσμή του θυμιάματος, η μυρωδιά από τα δέρματα, το τουρσί, την ώριμη μελιτζάνα, το πηγμένο αίμα, το κρασί, την πρασινάδα, και απ' τις αρμάθες των ζεστών κουλουριών, που τραβούσαν τη ματιά των πεινασμένων αγοραστών. Οι φτωχές γυναίκες έρχονταν με φύλλα για πίτες ή με στεφάνια από λουλούδια. Η μητέρα του Ευριπίδη π.χ. ήταν μια απλή λαχανοπώλισσα, που πουλούσε εκεί σουσάμι, κρεμμύδια, όσπρια και σύκα. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός καθώς το πλήθος κινιόταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Εκεί υπήρχαν και οι "επόπτες" της αγοράς, οι ονομαζόμενοι αγορανόμοι, που παρακολουθούσαν αν οι έμποροι τηρούσαν τις διατάξεις του νόμου. Οι γυναίκες, αν ήταν πλούσιες ή και απλώς εύπορες, σε αντίθεση με τις φτωχότερες, δεν πήγαιναν ποτέ στην αγορά ούτε έστελναν εκεί τις υπηρέτριές τους, αφού όλα τα ψώνια τα έκαναν οι άντρες. Συχνά μπορούσε να δει κανείς στην αγορά πάνοπλους στρατιώτες, να αγοράζουν σαρδέλες ή σύκα.

Για ειδικές περιπτώσεις γιορτών και συμποσίων, μπορούσε κανείς να συμφωνήσει χορεύτριες, αυλητές και μάγειρες, για την παρασκευή καλού φαγητού. Τους μάγειρους μπορούσε να τους βρει κανείς κάθε μέρα σε ένα ορισμένο μέρος της αγοράς. 'Έπαιζαν ρόλο αρκετά σημαντικό στη ζωή της πόλης, αν κρίνουμε από το πλήθος και τις ειρωνείες που αφθονούν στις αρχαίες κωμωδίες, όπου τον τύπο του μάγειρα τον παρουσιάζουν σαν ψεύτη, κλέφτη, φαγά και φαφλατά.

Γύρω από την αγορά υπήρχαν πολλά καταστήματα που ανήκαν ιδιαίτερα σε κουρείς, αρωματοπώλες, σαγματοποιούς και οινοπώλες, ενώ κοντά σ' αυτά βρίσκονταν κάθε λογής εργαστήρια. Οι αργυραμοιβοί, που τους ονόμαζαν τραπεζίτες, στέκονταν στην αγορά μπροστά σε ένα ειδικό τραπέζι. Προς την πλευρά του Κολωνού συγκεντρώνονταν άνθρωποι ελεύθεροι που ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα και ήθελαν να συμφωνήσουν για μερικές ώρες δουλειά, το περισσότερο για μια μέρα ή ως τη δύση του ήλιου.

Όταν συναντιόνταν δυο γνωστοί χαιρετιόνταν με μια κίνηση του χεριού. Ο συνηθισμένος χαιρετισμός ήταν "Χαίρε!", που συνοδευόταν ορισμένες φορές από μια παρατήρηση για τον καιρό. Οι Αθηναίοι έδιναν το χέρι μόνο όταν ορκίζονταν ή στους επίσημους αποχωρισμούς. Μετά τους καθιερωμένους χαιρετισμούς, μιλούσαν για την πολιτική, σχολίαζαν τα τελευταία νέα ή μπλεκόταν σε φιλοσοφικές συζητήσεις. Συνήθως οι συναντήσεις και οι συζητήσεις γίνονταν στα αρωματοπωλεία και στα κουρεία ή στα υποδηματοποιεία. Οι άντρες, όπως και οι γυναίκες, έβαφαν τα μαλλιά τους ή για να τα κάνουν πιο ανοιχτά ή για να κρύψουν τη λευκότητά τους. Για να βοηθούν το μεγάλωμα των μαλλιών τα άλειφαν με λάδι ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες. Τον 6ο αιώνα οι άντρες είχαν μακριούς βοστρύχους, αλλά μετά τη μάχη του Μαραθώνα άρχισαν να τους κόβουν πιο κοντούς. Αργότερα, μετά τον Μ.Αλέξανδρο, ξύριζαν τα μουστάκια και τα γένια, αλλά δεν άφηναν ποτέ μουστάκι χωρίς γένια. Ο κουρέας περιποιόταν και τα χέρια των πελατών και όταν τελείωνε έδινε στον πελάτη έναν καθρέφτη για να θαυμάσει τον εαυτό του, όπως κάνουν οι κουρείς στις μέρες μας. Όση ώρα ο κουρέας έφτιαχνε την κόμη ενός πελάτη, οι άλλοι περίμεναν τη σειρά τους φλυαρώντας για όλα. Χάρη σ' αυτό τον τρόπο ζωής, οι κουρείς έγιναν εξαιρετικά πολύπειροι και κοινωνικοί, ήταν κατατοπισμένοι για όλα τα νέα και τα κουτσομπολιά, που τα διέδιδαν και τα ερμήνευαν όπως ήθελαν.

Μετά τις συζητήσεις στην αγορά οι Αθηναίοι επέστρεφαν στο σπίτι τους, όπου έτρωγαν το μεσημεριανό φαγητό κάτω από μια σκεπασμένη στοά ή στην εσωτερική αυλή, μαζί με την οικογένειά τους. Μετά το φαγητό ξεκουράζονταν ή διάβαζαν, διαλέγοντας από τη βιβλιοθήκη τους, όπου βρίσκονταν τα έπη του Ομήρου σε πάπυρους παλιούς και σκοροφαγωμένους καθώς και τα έργα των ξακουστών ποιητών. Κάθε χειρόγραφο φυλαγόταν μέσα σ' ένα μετάλλινο σωλήνα με κάλυμμα, ενώ σε ξεχωριστό ράφι βρίσκονταν οι λόγοι των ρητόρων και των φιλοσόφων, καθώς και τα έργα των ιστορικών. Όλα είχαν αντιγραφεί με μεγάλη φροντίδα από τους αντιγραφείς. Μετά το φαγητό δεν κοιμόνταν, αφού γενικά ο ύπνος δεν κατείχε μεγάλη θέση στη ζωή τους και δεν έχαναν με τον ύπνο περισσότερο χρόνο από ό,τι ήταν απόλυτα απαραίτητο.

 

γ. Στα δημόσια Γυμνάσια

 

Μετά την ανάπαυση ο Αθηναίος κατευθυνόταν προς ένα από τα τρία μεγάλα δημόσια γυμνάσια των προαστίων της Αθήνας: το Λύκειο, την Ακαδημία, το Κυνοσάργες. Τα γυμνάσια ήταν μεγάλα, επιβλητικά, με σκιερούς διαδρόμους, με ευρείες στοές, λουτρά και άλλα διαμερίσματα προορισμένα για τον αθλητισμό, τις φιλοσοφικές ασχολίες και την ανάπαυση. Τα γυμνάσια αποτελούνταν: από το εφηβείο, μια αίθουσα προορισμένη για τις γυμναστικές ασκήσεις της νεολαίας. τα λουτρά, που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όλοι οι επισκέπτες του γυμνασίου. τα αποδυτήρια, μια αίθουσα όπου οι παλαιστές άλειφαν το σώμα τους με λάδι, μια άλλη αίθουσα όπου "πασπάλιζαν" το σώμα τους με λεπτή άμμο, για να μπορούν να πιάνονται εύκολα στη διάρκεια της πάλης και τους διαδρόμους, σκεπαστούς και ξεσκέπαστους για περίπατο και τρέξιμο. Οι λεγόμενες ξυστές (δηλαδή διάδρομοι στιλβωμένοι) ήταν διάδρομοι σκεπαστοί, που ήταν προορισμένοι για περιπάτους, ενώ το κεντρικό μέρος, που ήταν πιο χαμηλό, προοριζόταν για ασκήσεις όταν ο καιρός ήταν ακατάλληλος. Όλοι αυτοί οι χώροι περιβάλλονταν με στοές, καθίσματα και εξέδρες, μερικές αίθουσες ημικυκλικές, σκεπαστές ή ξεσκέπαστες, όπου οι φιλόσοφοι και οι ρήτορες έκαναν μαθήματα και συζητήσεις. Οι Αθηναίοι δεν μετείχαν υποχρεωτικά στις αθλητικές ασκήσεις, αλλά παρακολουθούσαν, σχολίαζαν και χειροκροτούσαν.

Στο γυμνάσιο οι Αθηναίοι περνούσαν μια ή δυο ώρες και μετά κατευθυνόταν προς το λουτρό, ένα κτίριο πολύ σεμνό, απλό δωμάτιο με ένα καζάνι για το νερό και πολλά αγγεία. Οι επισκέπτες αλείφονταν πρώτα σ' όλο το σώμα με ελαιόλαδο ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες, έπειτα έξυναν το κορμί μ' έναν ειδικό ξύστη από ορείχαλκο (στλεγγίδα) και ξεπλένονταν με νερό. Όταν τελείωνε το λουτρό οι Αθηναίοι μπορούσαν να ντυθούν και να φύγουν, αν δεν είχαν διάθεση να καθυστερήσουν λίγο και να μιλήσουν με τον άνθρωπο του λουτρού, που, όπως και ο κουρέας, ήταν μια ζωντανή εφημερίδα και ο οποίος ήξερε συχνά για τους πελάτες του περισσότερα απ' ό,τι ήξεραν και αυτοί οι ίδιοι για τον εαυτό τους.

 

δ. Δείπνα και Συμπόσια  

 

Στη διάρκεια του δείπνου ο οικοδεσπότης συνήθως ήταν ξαπλωμένος σε κρεβάτι, ενώ η γυναίκα του καθόταν σε σκαμνί. Τα παιδιά εμφανίζονταν στα επιδόρπια και στέκονταν όρθια ή κάθονταν, ανάλογα με την ηλικία τους. Αλλά σ' ένα τραπέζι με καλεσμένους τα μέλη της οικογένειας δεν παρουσιάζονταν καθόλου, αφού έπαιρναν μέρος μόνο οι άντρες, γιατί η συζήτηση θα ήταν φιλοσοφική, ή καθαρά αντρική, χωρίς ενδιαφέρον για τις γυναίκες και τα παιδιά,. Σε μια τέτοια περίπτωση το σπίτι όλα ετοιμάζονταν νωρίς και περίμεναν την άφιξη των καλεσμένων: Τραπέζια, λεκάνες, μαξιλάρια, στεφάνια, τάπητες, ψωμιά, αρώματα, γυναίκες, ζαχαρωτά, πίτες, κουλούρια, χορεύτριες. Οι γυναίκες αποζημιώνονταν όμως στο γυναικωνίτη, όπου τα ζαχαρωμένα φρούτα και τα γλυκά των ζαχαροπλαστών της Κρήτης, της Σάμου και της Αθήνας τιμούνταν εξαιρετικά σε μεγάλες ποσότητες με τη συντροφιά των γνωρίμων τους, που έρχονταν επίσκεψη στο σπίτι τους. Για τους Έλληνες ήταν αδιανόητο να φάνε μόνοι και επομένως εκτός από την πρόσκληση καλεσμένων, συχνά οργάνωναν συμπόσια σε νοικιασμένες αίθουσες ή στο σπίτι μιας εταίρας στα οποία οι συνδαιτυμόνες συνέβαλαν εξίσου ή ανάλογα με τις δυνατότητές τους και όπου συχνά κάθε συνδαιτυμόνας έφερνε το φαγητό του στο καλάθι, καθώς τα προγράμματα του φαγητού δεν ήταν υπερβολικά. Το κλασικό ιδανικό της Αττικής απαιτούσε το φαγητό να προσφέρεται ωραία αλλά να είναι τόσο όσο χρειάζεται για να καταπραΰνει μια κανονική πείνα, αφού το κύριο θέμα δεν ήταν το φαγητό αλλά η συντροφιά των συνδαιτυμόνων και οι συζητήσεις.

Οι Έλληνες ήταν πολύ φιλόξενοι, αφού κάθε καλεσμένος μπορούσε να φέρει μαζί του όποιον ήθελε. Μόλις οι προσκαλεσμένοι έμπαιναν στο σπίτι, οι δούλοι τούς έβγαζαν τα υποδήματα και τους έπλεναν και τους αρωμάτιζαν τα πόδια. Πριν καθίσουν στο τραπέζι, οι καλεσμένοι περιφέρονταν στα δωμάτια, θαύμαζαν τα έπιπλα και τα αντικείμενα διακόσμησης και επαινούσαν την καλαισθησία του νοικοκύρη, μια και έδιναν μεγάλη σημασία στους καλούς τρόπους. Σε κάθε κρεβάτι κάθονταν δυο άνθρωποι, ξαπλώνοντας ακουμπισμένοι με τον αριστερό αγκώνα σε μαξιλάρι, έτσι που το στήθος τους να είναι μισοσηκωμένο. Αφού καθόταν όλος ο κόσμος, οι υπηρέτες έχυναν νερό στους καλεσμένους για να πλύνουν τα χέρια τους, έπειτα έφερναν τραπεζάκια χαμηλά, πάνω στα οποία ήταν τακτοποιημένα τα φαγητά. 'Έφερναν τόσα τραπεζάκια όσα κρεβάτια ήταν στην αίθουσα, δηλαδή σε κάθε τραπεζάκι έτρωγαν δύο άνθρωποι. Οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν πιρούνια και μαχαίρια. Κουτάλια είχαν, αλλά προτιμούσαν να τα αντικαθιστούν με μια κόρα ψωμί. Το φαγητό το έπιαναν με τα χέρια. Τις μερίδες τις σέρβιραν ψιλοκομμένες για να πιάνονται εύκολα. Τα τραπεζομάντιλα και οι πετσέτες ήταν πράγματα άγνωστα. Οι αρχαίοι Έλληνες σκούπιζαν τα χέρια τους με ψίχα ψωμιού που τη ζύμωναν με τα δάχτυλά τους και την έκαναν σφαιρίδια.

Στην Αθήνα ένα γεύμα δεν άρχιζε ποτέ με σούπα, αν και οι σούπες θεωρούνταν υγιεινά και θρεπτικά φαγητά, επειδή ήταν ταυτόχρονα "φαγητό των φτωχών", που δεν ταίριαζε σ' ένα τραπέζι με καλεσμένους. Στο πρώτο μέρος του γεύματος σέρβιραν χορταστικά φαγητά, και ειδικά ψάρια και πουλερικά, αφού έτρωγαν σχετικά λίγο κρέας. Τα χορταρικά τα σέρβιραν με μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, ξίδι και μέλι. Υπήρχαν και φαγητά που σήμερα φαίνονται παράξενα: χέλια χοντρά σκεπασμένα στο αλάτι, στομάχια ψαριού, κομμάτια σκυλόψαρο, παχιά σουπιά, χταπόδι και πολύποδες ζεστοί. Σ' αυτό το μέρος του φαγητού δεν έπιναν κρασί, που προτιμούσαν να το πίνουν μετά το φαγητό. Άλλωστε το κρασί μπορούσε να αντικαταστήσει το φαγητό αν ήταν ανακατεμένο με κρίθινο αλεύρι και τριφτό τυρί. Αυτό το μείγμα ονομαζόταν κυκεώνας και ήταν το ποτό που προτιμούσαν οι Έλληνες. Οι δούλοι έφερναν πάλι νερό, οι συνδαιτυμόνες έπλεναν τα χέρια και έπειτα οι δούλοι σήκωναν τα κόκαλα και τα αποφάγια, οπότε έφερναν άλλα τραπέζια φορτωμένα επιδόρπια και κρασιά και άρχιζε το τραγούδι με τη συνοδεία αυλού, γέμιζαν τα κύπελλα κρασί με την ευχή "υγίαινε" και περνούσαν στο δεύτερο μέρος του γεύματος που λεγόταν συμπόσιον. Τα επιδόρπια ήταν νωποί και ξηροί καρποί, αλατισμένα αμύγδαλα, τυρί, σκόρδα, κρεμμύδια, γλυκές και αλμυρές πίτες, που ήταν φτιαγμένες από μέλι, τυρί και λάδι. Ιδιαίτερη επιτυχία είχε το φαγητό που ονομαζόταν μυτλωτός, μια πίτα με τυρί ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα. Τώρα έπιναν κρασί, «γλυκό και αρωματικό», που είχε τη μυρουδιά των λουλουδιών. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να ακούν θλιβερές συζητήσεις στο τραπέζι. Ανάμεσα στις συνηθισμένες διασκεδάσεις των συνδαιτυμόνων ήταν και τα αινίγματα. Εκείνος που δεν ήξερε να απαντήσει τιμωρούνταν να πιει ένα κύπελλο κρασί.

Από τα πιο παλιά χρόνια η μουσική και ο χορός δεν έλειπαν από τα συμπόσια. Αργότερα (5ο-4ο αιώνα) για τη διασκέδαση των καλεσμένων συμφωνούσαν με επαγγελματίες ηθοποιούς που ερμήνευαν σκηνές από τον Όμηρο, αοιδούς, χορεύτριες, αυλητές. Τραγουδούσαν και οι καλεσμένοι όλοι μαζί ή με τη σειρά. Οι συνδαιτυμόνες εξέλεγαν έναν "πρόεδρο" του συμποσίου που επέβλεπε την τήρηση της τάξης. Αυτός αποφάσιζε πόσο κρασί θα πιουν και την ποιότητά του. Οι Έλληνες έπιναν με μέτρο. Το κρασί το ανακάτευαν με νερό σε αναλογία δύο προς ένα κρασί ή τρία προς ένα κρασί. Το καλοκαίρι το κρασί το ανακάτευαν με πάγο που έφερναν από τα βουνά και τον διατηρούσαν σε άχυρα και κουρέλια.

 

ε. Οι λιγότερο εύποροι   

 

Εντελώς διαφορετική ήταν η κατάσταση των πολυάριθμων λιγότερο εύπορων Αθηναίων βιοτεχνών, που η τύχη τούς έγραψε να εργάζονται σκληρά κάθε μέρα, από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου, για να κερδίσουν το ψωμί της μέρας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν ούτε καιρό ούτε χρήματα για να μπουν στο κουρείο και δεν έπαιρναν μέρος στις φιλοσοφικές συζητήσεις που γίνονται στις στοές. Τα παιδιά τους δεν τα διαπαιδαγωγούσαν παιδαγωγοί και τις γυναίκες τους δεν τις περιέβαλλε η ευεργετική ησυχία του γυναικωνίτη, αφού έπρεπε να. βοηθούν το σύζυγο ή το γονιό στη σκληρή καθημερινή βιοπάλη.

Ακόμη πιο σκληρή ήταν η ζωή των απόρων, που ο αριθμός τους ήταν αρκετά μεγάλος στην Αθήνα. Η βασική τροφή των φτωχών ήταν το κριθάρι: ζωμός από κριθάρι, πίτες με κριθάλευρο και κρίθινα ψωμιά. Τους άρεσαν οι πηχτοί ζωμοί με μπιζέλια ή φακές, και αγόραζαν φτηνά αλλαντικά. Το κρέας και το άσπρο ψωμί σπάνια εμφανίζονταν στο τραπέζι των φτωχών. Αντίθετα οι φτωχοί έτρωγαν πολλά αλατισμένα ψάρια φερμένα από τον Εύξεινο Πόντο. Έπιναν φτηνό κρασί νερωμένο, αλλά συνήθως έμεναν ευχαριστημένοι μονάχα με το νερό.

Η Σπάρτη διέφερε εντελώς από την Αθήνα και από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες τρέφονταν με πιο πρωτόγονες και πιο χοντρές τροφές. Τα συσσίτια των Σπαρτιατών αποτελούνταν από το μέλανα ζωμό (έναν παχύ χυλό από μπιζέλια), βραστό χοιρινό κρέας, κρασί, πίτα γλυκιά και ψωμί από βρώμη.

Όταν οι τρομερές θύελλες των πολέμων αναστάτωναν την πόλη, οι δρόμοι ερήμωναν και στην Αγορά βασίλευε ησυχία. Οι γυναίκες και τα παιδιά κρύβονταν από το φόβο στους γυναικωνίτες περιμένοντας θλιβερές ή χαρούμενες ειδήσεις. Κάτω απ' τις στέγες των στοών οι γέροι κλωθογύριζαν αναμνήσεις για τους αγώνες που έκαναν στα νιάτα τους, κριτικάροντας την τακτική των στρατηγών, και σκέφτονταν τι θα έφερνε στα παιδιά τους ο καινούργιος πόλεμος: δόξα ή πρόωρο χαμό στα μακρινά πεδία των μαχών. Αλλά αν ο εχθρός, συντρίβοντας τον αθηναϊκό στρατό, εισέβαλλε στην Αττική, η πόλη γνώριζε τη δυστυχία, τα ερείπια, την πείνα και συχνά το μαζικό χαμό και την υποδούλωση των αγαπημένων.

 

6.11.6. Ιδιωτικός βίος των γυναικών

 

Οι γυναίκες είχαν τον κύριο ρόλο στα κοινωνικά και θρησκευτικά τελετουργικά, που ήταν εξίσου σημαντικά όσο και τα πολιτικά δικαιώματα των ανδρών. Παρά τη φαινομενικά υποδεέστερη θέση τους, οι γυναίκες δεν έπαψαν και στα κλασικά χρόνια να έχουν κυριαρχική επίδραση στην ανθρώπινη κοινωνία, ως μητέρες, ως σύζυγοι, ως κόρες, ως ερωμένες (εταίρες ή παλλακίδες) και, όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν, και σε ειδικότερες δραστηριότητες, όπως ποιήτριες, διανοούμενες και πολιτικές ακτιβίστριες. Στην εταιρία του κορυφαίου δασκάλου Πυθαγόρα (που ουσιαστικά ήταν ανωτάτη σχολή φιλοσοφίας και μαθηματικών) διέπρεψαν γυναίκες όπως οι Θεανώ, Θεόκλεια, Ασκληπιγένεια, Περικτιόνη, Φιλτύς, Μελίσσσα, Τιμύχα, Μιλλία, Χειλωνίς, Κρατησόκλεια, Βοιώ, Θεάδουσα και πολλές άλλες. Η σπουδαιότητα των γυναικών στην καθημερινή ζωή αντικατοπτρίζεται άλλωστε και στην ιδιαίτερη σημασία που αποδιδόταν στις γυναίκες θεές, που τουλάχιστον στο πρόσωπο της πολιούχου Αθηνάς υπερίσχυαν των ανδρών. Η Αθήνα, πόλη που ανακήρυξε πρόμαχό της την Αθηνά (όπως η Κωνσταντινούπολη την Παναγία) και όχι τον Ποσειδώνα, δεν μπορεί να θεωρείται ότι θα ήταν δυνατόν να έχει υποβιβάσει τις γυναίκες σε κατώτερη θέση. Είναι γνωστή άλλωστε η διαβεβαίωση του Θεμιστοκλή ότι "επικεφαλής των Ελλήνων βρίσκονται οι Αθηναίοι, επικεφαλής των Αθηναίων είναι ο ίδιος, αυτόν όμως τον διευθύνει η γυναίκα του και τη γυναίκα του ο μικρότερος γιος του!".

 

α. Τα παιδικά χρόνια   

 

Τα παιδικά χρόνια ενός κοριτσιού δεν ήταν καθόλου στερημένα από χαρά. Τα πρώτα χρόνια της ζωής είχε τη φροντίδα της μητέρας ή μιας τροφού που το κρατούσαν στα χέρια και το λίκνιζαν τραγουδώντας νανουρίσματα ή το κουνούσαν σ' ένα κρεμαστό καλάθι. Το παιδί τρεφόταν με χυλό στον οποίο έβαζαν μέλι για να γλυκάνει και το φύλαγαν από το κακό μάτι με πολλά φυλαχτά. Όταν το κοριτσάκι άρχιζε να περπατάει είχε τον κήπο του σπιτιού με κρεμαστή κούνια όπου μπορούσε να παίζει με παιχνίδια και κατοικίδια ζώα. Τα παιχνίδια ήταν κούκλες πήλινες και κέρινες, βαμμένες ωραία, που μπορούσαν να κινούν τα χέρια και τα πόδια τους, σπιτάκια και δερμάτινες βαρκούλες, μαϊμουδάκια από άργιλο που κρατούσαν στα χέρια άψυχα πουλάκια, αμαξάκια που κινούνταν με τροχούς και κουδουνίστρες που έκαναν φοβερό θόρυβο. Στον κήπο υπήρχε αρκετός χώρος για να τρέχει με το στεφάνι ή να παίζει τόπι με τα αδέλφια του, που ως τα επτά χρόνια μεγάλωναν μαζί με τα κορίτσια. Μπορούσε να πηγαίνει στο τραπέζι των μεγάλων όταν πρόσφεραν τα επιδόρπια και συχνά έπαιρνε το πρόγευμα στην εσωτερική αυλή, μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα του. Το κορίτσι μάθαινε από τη μητέρα του να διαβάζει, να γράφει και να παίζει διάφορα μουσικά όργανα. να πλέκει, να υφαίνει, να κεντάει, να μαγειρεύει νόστιμα φαγητά και να μπορεί να κάνει πολλά με τα χέρια του. Έπειτα του έδειχναν πώς διευθύνεται το νοικοκυριό και κυρίως να βλέπει όσο το δυνατό λιγότερα, να ακούει όσο το δυνατό λιγότερα και να θέτει όσο το δυνατό λιγότερες ερωτήσεις. Τα νέα κορίτσια έβγαιναν στην πόλη συνοδευόμενα πάντοτε από τους γονείς ή από άλλα ηλικιωμένα πρόσωπα, κυρίως για να πάρουν μέρος στις μεγάλες θρησκευτικές τελετές, σε μια κηδεία ή για να μεταβούν στο ναό.

 

β. Ο γάμος  

 

Σ' όλα τα ελληνικά κράτη ο γάμος κατοχυρωνόταν με νόμο. Η γυναίκα ήταν πολίτης του κράτους και επομένως προστατευόταν από την ασπίδα των νόμων της πόλης. Ένας πολίτης επιτρεπόταν να παντρευτεί μόνο με γυναίκα που ήταν επίσης πολίτης και μόνο τα παιδιά της νόμιμης συζύγου του κληρονομούσαν το όνομα και την περιουσία του. Η μονογαμία αποτελούσε θεμελιακή αρχή του γάμου στους Έλληνες, ενώ απαγορευόταν να παντρεύονται ξένους ή ξένες. Στη Σπάρτη όσους έμεναν ανύπαντροι ως τα γεράματα δεν τους εκτιμούσαν όπως τους άλλους γέρους. Οι αρχαίοι έλληνες θεωρούσαν ότι έπρεπε να υπάρχει ανάμεσα στους συζύγους διαφορά 12-14 χρόνων. Συνήθως η νύφη ήταν 12-16 χρόνων και ο γαμπρός 24-30. Η τελετή του γάμου περιλάμβανε τρεις ξεχωριστές φάσεις: Στο σπίτι της νύφης, μετακίνηση, στο σπίτι του γαμπρού, αλλά η πρώτη και πιο σημαντική τελετή ήταν ο αρραβώνας, στον οποίο η παρουσία της νύφης δεν ήταν υποχρεωτική. Ο αρραβώνας πρακτικά περιοριζόταν στην υπογραφή του συμβολαίου του γάμου, με το οποίο καθοριζόταν και η προίκα του κοριτσιού που αποτελούνταν από ρευστό χρήμα, ρουχισμό, πολύτιμα αντικείμενα και δούλους, και έφτανε το λιγότερο στο ένα δέκατο της περιουσίας του πατέρα της νύφης. Κάποτε δινόταν σαν προίκα και ένας κλήρος γης με τη μορφή πλασματικής ενοικίασης. Γάμος χωρίς προίκα δεν είχε ισχύ στους Αθηναίους. Στις ιδιωτικές τελετές, δεν ήταν υποχρεωτικό να παρευρίσκεται ιερέας ή εκπρόσωπος του κράτους και έτσι η παρουσία μαρτύρων στο κλείσιμο του συμβολαίου αποτελούσε επιτακτική ανάγκη. Σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου της συζύγου η προίκα επιστρεφόταν, γιατί κληρονόμος της δεν ήταν ο σύζυγος αλλά ο πιο κοντινός από αίμα συγγενής. Οι γάμοι γίνονταν τις μέρες που ήταν πανσέληνος και συνήθως το χειμώνα, το μήνα Γαμηλιώνα (από 15 Ιανουαρίου μέχρι 15 Φεβρουαρίου), που ήταν αφιερωμένος στη θεά Ήρα. Πριν από την τελετή και στα δύο σπίτια προσφέρονταν θυσίες στους εφέστιους θεούς. Οι πλούσιες οικογένειες θυσίαζαν μια δαμαλίδα στο βωμό της Αθηνάς ή της Άρτεμης. Αλλά η πιο ευπρόσδεκτη προσφορά στους θεούς ήταν ένας βόστρυχος. Την προσφορά αυτή την έκαναν στην Άρτεμη και τα πλούσια και τα φτωχά κορίτσια, ενώ οι γαμπροί πρόσφεραν βοστρύχους στον Απόλλωνα.

Το πιο χαρακτηριστικό νυφικό ένδυμα ήταν ο πέπλος. Ο γαμπρός, καλλωπισμένος και αρωματισμένος, με ένα στεφάνι στο κεφάλι, συντροφευμένος από το συνοδό, τους συγγενείς και φίλους, πήγαινε στο σπίτι της νύφης, που οι πύλες του ήταν στολισμένες έγκαιρα με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Μπροστά σ' όλη την οικογένεια και στους μελλόνυμφους, ο πατέρας πρόσφερε θυσία στην εστία, δήλωνε επίσημα ότι δίνει την κόρη του στο γαμπρό και ότι από δω και μπρος εκείνη δεν ανήκει στην οικογένεια των γονιών της. Στο γαμήλιο δείπνο, που ακολουθούσε μοιραζόταν και ο γαμήλιος πλακούντας, (πίττα) φτιαγμένος από σουσάμι και μέλι. Στο γάμο οι άντρες και οι γυναίκες έτρωγαν μαζί, αλλά οι γυναίκες δεν ξάπλωναν στα κρεβάτια, αλλά κάθονταν σε καθίσματα, στην απέναντι άκρη απ' αυτή που είχαν καταλάβει οι άντρες. Στις συζητήσεις όμως έπαιρνε μέρος όλος ο κόσμος. Όταν σουρούπωνε, στη θύρα ακούγονταν ήχοι αυλού. Καλυμμένη με έναν πέπλο, όπως μέχρι τότε, η νύφη έβγαινε από το σπίτι για να ανεβεί στο αμάξι ανάμεσα στο γαμπρό και το συνοδό. Μπροστά από το αμάξι βάδιζαν οι αυλητές. Οι φίλοι μαζεύονταν γύρω από το αμάξι και τραγουδούσαν γαμήλια τραγούδια. Η μητέρα της νύφης βάδιζε πίσω από το αμάξι κρατώντας στο χέρι έναν πυρσό αναμμένο από την εστία του σπιτιού. Οι περαστικοί χαιρετούσαν την πομπή, εύχονταν ευτυχία στους νεαρούς νεοπαντρεμένους και τους πείραζαν. Σ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής αντηχούσε ο ιερός ύμνος, ο υμέναιος. Και έτσι η συνοδεία διέσχιζε τους δρόμους και τις συνοικίες, συνοδεύοντας τους νιόπαντρους, που πήγαιναν να συναντήσουν την ευτυχία που τους περίμενε. Στο κατώφλι του σπιτιού του γαμπρού, που ήταν επίσης στολισμένο με κλαδιά ελιάς και δάφνης, τη νεαρή σύζυγο τη δεχόταν η πεθερά..Το σπίτι του γαμπρού όχι μόνο ανακαινιζόταν και επιπλωνόταν με καινούργια έπιπλα, αλλά συχνά χτίζονταν καινούργιες αίθουσες. Στην πύλη τη σκεπασμένη με γιρλάντες λουλουδιών έβγαινε ένα παιδάκι που έφερνε ένα καλάθι με φρούτα και έψαλλε έναν ύμνο, που η επωδός του έλεγε: "πιο θαυμαστή θα είναι η καινούργια σου τύχη απ' την παλιά". Η νύφη έτρωγε ένα σύκο ή ένα κυδώνι- τα πιο γλυκά φρούτα, σύμβολο της ήρεμης ευτυχίας που θα χαιρόταν από δω και μπρος. Αλλά η νύφη δεν έμπαινε μόνη της στο καινούργιο της σπίτι. Γύριζε προς τους συγγενείς της, που την περιτριγύριζαν κάνοντας πως θέλουν να την προστατεύσουν από το σύζυγο, που την άρπαζε και τη σήκωνε στα χέρια του για να την πάει στο σπίτι, χωρίς να παίρνει υπόψη τα ξεφωνητά της, φροντίζοντας τα πόδια της νύφης να μην αγγίζουν το κατώφλι, γιατί αυτό θα ήταν κακοσημαδιά. Πρώτη φροντίδα της νεαρής συζύγου στο καινούργιο της σπίτι ήταν να κάνει ιερές σπονδές μπροστά στην εστία και τα εμβλήματα των προγόνων του συζύγου, που ήταν πλέον και δικοί της πρόγονοι. Μια χορωδία κοριτσιών τραγουδούσε ένα επιθαλάμιο και η τελετή τελείωνε.

Τη δεύτερη μέρα, που λεγόταν μέρα της αποκάλυψης, το νεαρό ζευγάρι δεχόταν τους φίλους. Τον πέπλο η νεαρή νιόπαντρη τον δώριζε στην Ήρα, παρακαλώντας τη θεά να της χαρίσει ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή και έτσι η νεαρή σύζυγος χωρίς πέπλο παρουσιαζόταν μπροστά στους καλεσμένους που έρχονταν με τα γαμήλια δώρα, συνήθως ζωγραφιστά αγγεία, σανδάλια, καθρέφτες, χτένες, αρώματα και άλλα αντικείμενα. Το πρωί της δεύτερης μέρας ο σύζυγος πρόσφερε θυσία στους θεούς και έδινε εξηγήσεις στη σύζυγό του για το σπίτι, για τις προμήθειες που έπρεπε να διατηρούνται με τάξη, τα αγγεία και τα δοχεία του φαγητού, τα ακριβά πράγματα τάπητες και διάφορα κοσμήματα, τα σιτηρά και το ψωμί, το κρασί, τα αντικείμενα της λατρείας, τα ενδύματα για τις γιορτές και τη στρατιωτική στολή του συζύγου, τα στολίσματα για τα δωμάτια της συζύγου, τα υποδήματα του άντρα και τα υποδήματα της γυναίκας, τα όπλα και τα εργαλεία για το λανάρισμα και το γνέσιμο του μαλλιού, την ελαφριά καλαμένια ρόκα, το μετάλλινο αδράχτι, τον αργαλειό, τα αντικείμενα οικιακής χρήσης, τα δοχεία του φαγητού, τις στάμνες και τις σκάφες για πλύσιμο και τα ταψιά για το ψήσιμο του ψωμιού, τα πινάκια για το φαγητό και τα τρόφιμα. Τέλος οι σύζυγοι διάλεγαν μια δούλα για αποθηκάριο, την πιο εγκρατή στο φαγητό, στο ποτό και στον ύπνο, την πιο υπάκουη και την πιο συγκρατημένη.

Η νεαρή σύζυγος άρχιζε πλέον την οικογενειακή ζωή. Τη χαραυγή έπρεπε να ξυπνάει τους δούλους και να τους δίνει εργασία. Αυτή κρατούσε τα κλειδιά από τις αποθήκες, έγνεθε και ύφαινε. Έπρεπε να είναι σεμνή και προκομμένη, υπόδειγμα για τις δούλες και να μην είναι σπάταλη. Η ζωή της παντρεμένης Αθηναίας δεν ήταν πολύ διαφορετική από τη ζωή που ζούσαν οι περισσότερες γυναίκες μέχρι και τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα. Από το σπίτι μπορούσε να βγαίνει, συνοδευόμενη από μια δούλα ή από έναν ηλικιωμένο συγγενή, όμως κανένας δεν απαιτούσε τον περιορισμό των γυναικών που είχαν περάσει τα πενήντα, ενώ και οι απαιτήσεις για τις νεότερες δεν τηρούνταν με αυστηρότητα, καθώς οι παντρεμένες γυναίκες πήγαιναν συχνά περίπατο και έκαναν επισκέψεις.

 

γ. Εορταστικές τελετές 

 

Οι γυναίκες ήταν παρούσες στις μεγάλες πομπές, στα μυστήρια, στους γάμους και στις κηδείες και βεβαίως πήγαιναν στο θέατρο, συνοδευόμενες από τους συζύγους ή πατέρες τους. Ένα μήνα μετά το γάμο, στις 11 του Ανθεστηρίωνα (15 Φεβρουαρίου μέχρι 15 Μαρτίου), η νεαρή σύζυγος προετοιμαζόταν για τη μεγάλη γιορτή των ανθεστηρίων, γιορτή του ερχομού της άνοιξης, των πρώτων λουλουδιών και του καινούργιου κρασιού, που κρατούσαν τρεις μέρες. Την πρώτη μέρα, στα πιθοίγια, δηλ. μέρα "των πίθων", ξεσφράγιζαν τα τεράστια πήλινα αγγεία όπου φύλαγαν το κρασί, δοκίμαζαν την καινούργια σοδειά και οι αγοραστές γέμιζαν τα αγγεία τους. Η πιο χαρούμενη μέρα ήταν η δεύτερη, οι χοές, δηλ. η μέρα των φιαλών και των αγγείων. Το βράδυ, στο φως των πυρσών και στους ήχους των αυλών και των τυμπάνων περνούσαν χορεύοντας και τονίζοντας τον ιερό ύμνο των βακχίδων, νύμφες και μαινάδες ακολουθούμενες από σατύρους και φαύνους. Στο κέντρο της συνοδείας ήταν ένα στολισμένο άρμα, όπου καθόταν η σύζυγος του «άρχοντα-βασιλέα», που την πήγαιναν σε μια συμβολική τελετή γάμου με τον Διόνυσο, μετά την οποία έμενε όλη τη νύχτα στο ιερό του θεού, ενώ η συνοδεία πήγαινε στο θέατρο, όπου είχαν φέρει έγκαιρα πλήθος τραπέζια για το γεύμα των χοών, που περιλάμβανε και διαγωνισμό οινοποσίας. Από το θέατρο το πλήθος γύριζε τραγουδώντας με τη συνοδεία τυμπάνων και όλη τη νύχτα στους θορυβώδεις δρόμους της πόλης κυκλοφορούσαν εύθυμες ομάδες κρατώντας πυρσούς. Έπειτα απ' αυτή τη νύχτα ακολουθούσαν οι χύτροι, η πένθιμη τελευταία μέρα της γιορτής οπότε περιέφεραν χύτρες με διάφορους σπόρους.

Τα ανθεστήρια ήταν και γιορτή των παιδιών. Οι μικροί αθηναίοι, φορτωμένοι άνθη, κατέθεταν στεφάνια, έκαναν περίπατο στους δρόμους μαζί με τους γονείς τους πάνω σε άρματα στολισμένα με πρασινάδα και λουλούδια και έπαιρναν μέρος στο τραπέζι που γινόταν το βράδυ των "χοών".

 

δ. Ενδυμασία και καλλωπισμός   

 

Ο χιτώνας των γυναικών ήταν συνήθως πιο μακρύς από τον αντρικό, ήταν απλό, μακρύ πουκάμισο, που έπεφτε ελεύθερα κατά μήκος του σώματος και πιανόταν μόνο με ένα κορδόνι. Οι παντρεμένες γυναίκες έδεναν το κορδόνι κόμπο, κάτω από το στήθος τους, ενώ τα νεαρά κορίτσια στο θώρακα ή στους γοφούς. Κάποτε ο χιτώνας είχε σχιστά μανίκια. Οι άκρες του πιάνονταν με μια πόρπη από το δεξιό ώμο ή τις έδεναν φιόγκο πάνω στο στήθος. Στις παρυφές ο χιτώνας ήταν στολισμένος με μια ταινία άλλου χρώματος, συνήθως χρώματος κρόκου. Στο σπίτι οι γυναίκες φορούσαν μόνο χιτώνα αλλά όταν έβγαιναν στο δρόμο φορούσαν από πάνω έναν πέπλο, δηλαδή ένα κομμάτι ύφασμα πλατύ περίπου 1,5 μέτρο και μακρύ 3-4 μέτρα, με το οποίο οι ελληνίδες καλύπτονταν επιδέξια, αφήνοντάς το να πέφτει σε πτυχές. Κάποτε, όταν δεν φορούσαν βέλο, άφηναν ελεύθερη μιαν άκρη του πέπλου και κάλυπταν μ' αυτήν το κεφάλι. Την ενδυμασία των γυναικών την έφτιαχναν από μάλλινο ύφασμα, πανί και λινάρι και ένα ύφασμα από άγνωστο υλικό, πολύ λεπτό και διάφανο, όπως η μουσελίνα. Τα χρώματα που προτιμούσαν ήταν: κίτρινο, κόκκινο, ερυθρό, πράσινο ανοιχτό, πράσινο λαδί, γκριζογάλανο, καφετί ανοιχτό και λευκό. Τους άρεσαν υφάσματα με σχέδια, ταινίες με ζωηρά χρώματα και κεντήματα. Στο δρόμο οι γυναίκες σπάνια φορούσαν στο κεφάλι τους καλύμματα, αλλά όταν έβγαιναν έξω από την πόλη κάλυπταν το κεφάλι τους με στρογγυλά καλύμματα με μυτερή κορυφή. Στα πόδια φορούσαν σανδάλια, υποδήματα λευκά ή κίτρινα και ένα είδος ψηλά άρβυλα. Όταν έβγαιναν στο δρόμο έπαιρναν μια ομβρέλα και ένα ριπίδι από φτερά παγονιού ή ένα πιο ελαφρύ από ξύλο, με μορφή λωτού. Η ενδυμασία συμπληρωνόταν με κοσμήματα: χρυσά σπειροειδή ή μακριά σκουλαρίκια, χρυσά περιδέραια, διαδήματα, βραχιόλια (αυτά τα φορούσαν στο πάνω μέρος του βραχίονα), δαχτυλίδια και μικρούς χρυσούς δακτυλίους στην κλείδωση του χεριού. Ο καθρέφτης ήταν ένα αντικείμενο που δεν έλειπε από τη ζωή της γυναίκας. Οι καθρέφτες γίνονταν από καλοδουλεμένο μέταλλο και είχαν ένα χερούλι λιγότερο ή περισσότερο στολισμένο.

Οι Ελληνίδες είχαν μακριά και πυκνά μαλλιά, που τα έπλεκαν και τα έκαναν βοστρύχους και πλεξούδες, τα έπιαναν με ταινίες και καρφίδες (τσιμπιδάκια) και τους έκαναν διάφορα χτενίσματα. Στις ελεύθερες γυναίκες το κοντό μαλλί ήταν σημάδι πένθους ή αναγνώριση γηρατειών, ενώ οι δούλες είχαν πάντοτε τα μαλλιά τους κομμένα κοντά.. Πολλές γυναίκες είχαν ολόκληρο εργαστήρι καλλωπισμού με καθρέφτες, τσιμπιδάκια, καρφίτσες, μπουκαλάκια με αρώματα και αρωματικές ουσίες, δοχεία με κρέμες. Χρησιμοποιούσαν κρέμα για να ασπρίζουν τα μάγουλα, ψιμύθια, βαφές για τα φρύδια και τις βλεφαρίδες Για το βάψιμο του προσώπου και των χειλιών χρησιμοποιούσαν μολύβια ή ρίζα του φυτού αλκέα (είδος μολόχας). Τα φρύδια τα μαύριζαν με καπνιά ή με ψιλοτριμμένο αντιμόνιο. Τα βλέφαρα τα σκίαζαν ελαφρά με κάρβουνο. Τις βλεφαρίδες τις έβαφαν πρώτα μαύρες, έπειτα με ένα μείγμα από ασπράδι αυγού, αμμωνία και ρετσίνι. Οι γυναίκες έβαζαν πολλά μυρωδικά, όπως άλλωστε και οι άντρες.

Η μουσική κατείχε σημαντική θέση στη ζωή της γυναίκας. Οι θωπευτικοί τόνοι της λύρας και τα βαριά τρέμουλα του δίαυλου αντηχούσαν συχνά στα διαμερίσματα του γυναικωνίτη. Γενικά οι Έλληνες ήταν φίλοι της μουσικής και απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία στην ηθική της επίδραση. Παρ' όλο που γνώριζαν τις συγχορδίες, χρησιμοποιούσαν μόνο μία κλίμακα που την ονόμαζαν αντιφώνηση και συνήθως τραγουδούσαν σε μια φωνή. Μια άλλη διασκέδαση των γυναικών ήταν τα οικιακά ζώα και τα πουλερικά. Είχαν σκυλιά και γάτες, κοκόρια και κότες, χήνες, κάργες, γερανούς, πέρδικες και άλλα εξημερωμένα πουλιά. Μια εποχή είχαν γίνει της μόδας οι πίθηκοι της Αιγύπτου, αλλά πιθήκους μπορούσε να δει κανείς πιο σπάνια και δεν ήταν εύκολο να τους προμηθευτεί.

 

ε. Οι λιγότερο εύπορες   

 

Υπήρχε όμως και μια άλλη ζωή γυναίκας, σκληρή και πολύμοχθη, των πολυάριθμων λιγότερο εύπορων οικογενειών που δύσκολα τα έβγαζαν πέρα και που δεν αποτελούσαν πηγή έμπνευσης για τους ζωγράφους και τους ποιητές του ισχυρού ναυτικού κράτους. Οι γυναίκες του λαού, οι γυναίκες του μόχθου, οι κουρασμένες, οι πρόωρα μαραμένες, στις φτωχές οικογένειες δούλευαν δίπλα στον άντρα τους. Η ανάγκη τις υποχρέωνε να κάνουν ακόμα και δουλειές δούλας ή να εργάζονται σαν τροφοί και βέβαια δεν είχαν οι ίδιες δούλες για τις δουλειές του νοικοκυριού. Τα παιδιά τους δεν πήγαιναν περίπατο με τα μάτια χαμηλωμένα σεμνά στη γη, συνοδευόμενα από παιδαγωγούς, αλλά έπαιζαν και ανακατεύονταν με τη σκόνη των δρομίσκων της Αθήνας και μόλις μάθαιναν να διαβάζουν, έπιαναν δουλειά. Οι γυναίκες στα χωριά κουράζονταν ακόμα πιο πολύ. Πολύ πριν ξημερώσει ετοίμαζαν φαγητό για τον άντρα και τα παιδιά τους, έπειτα έβγαζαν τα βόδια από το στάβλο και τα πότιζαν. Μάζευαν χόρτα για τα πρόβατα, τα κούρευαν, έγνεθαν και ύφαιναν, έραβαν τα ρούχα όλης της οικογένειας, περιποιόνταν το λαχανόκηπο, έφερναν νερό, άρμεγαν τις γίδες, έπλεναν τα ρούχα στο ρέμα και κάθε χρόνο βοηθούσαν τον άντρα τους να πετάει τις πέτρες από το μικρό τους κλήρο.

 

στ. Ιέρειες

 

Τα αρχαιολογικά αρχεία βεβαιώνουν την εξέχουσα θέση των ιερειών όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Οι ιέρειες ηγούνταν πομπών, φύλασσαν τους θησαυρούς των ναών, άναβαν την φωτιά στους βωμούς των ιερών και προΐσταντο των θυσιών. Έπαιρναν τον λόγο ενώπιον της Βουλής και του Δήμου, έθεταν την σφραγίδα τους σε επίσημα έγγραφα και απέπεμπαν τους παρείσακτους από τα ιερά. Επιγραφές αφιερωμάτων μαρτυρούν την γενναιοδωρία τους ως ευεργέτιδων της πόλης τους, όπου έχτιζαν ναούς, αγορές και υδατοδεξαμενές, όπως και την υπερηφάνεια που ένιωθαν οι ίδιες για την εξουσία τους ως προς την τήρηση των κανονισμών στα ιερά.

Οι γυναίκες μπορούσαν να αποκτήσουν το αξίωμα της ιέρειας μέσω κληρονομιάς, κλήρωσης, επιλογής, εκλογής ή εξαγοράς. Τα παλαιά, σεβαστά αξιώματα των ιερειών της Αθηνάς Πολιάδος στην Αθήνα και της Δήμητρας και της Κόρης στην Ελευσίνα περνούσαν κληρονομικά από την μια γενιά στην άλλη, μέσα στην ίδια οικογένεια, επί περίπου επτακόσια χρόνια. Κατά τους μακεδονικούς χρόνους, οι αντίξοες οικονομικές συνθήκες, οι δυσμενείς επιπτώσεις στις περιουσίες των παλαιών οικογενειών, η ανάδυση μιας «νεόπλουτης» τάξης, καθώς και οι αλλαγές στην πληθυσμιακή σύνθεση της Ανατολικής Ελλάδας διαμόρφωσαν έναν κόσμο στον οποίο η εξαγορά του ιερατικού αξιώματος στάθηκε απολύτως εύλογη, αρχής γενομένης από την Μίλητο, περί το 400 π.Χ.

 Οι ιέρειες αποζημιώνονταν για τις υπηρεσίες τους με πληρωμές σε είδος, όπως δέρματα και κρέας από τα σφάγια των θυσιών, δημητριακά, λάδι, αλλά και χρήματα. Για τις εξέχουσες υπηρεσίες τους προς την πόλη, τους αποδίδονταν δημόσιες τιμές, στις οποίες περιλαμβάνονταν χρυσοί στέφανοι, αγάλματα και διακεκριμένες θέσεις στο θέατρο, ενώ σε ορισμένες πόλεις οι ιέρειες ήταν τόσο διάσημες ώστε γινόταν χρήση του όνοματός τους σε ιστορικές χρονολογήσεις. Οι χρυσοί στέφανοι ήταν πολύτιμα βραβεία, που συνήθως απονέμονταν σε πολιτικούς, δικαστές, στρατηγούς και αθλητές και επομένως η απονομή τους και σε ιέρειες επιβεβαιώνει την υψηλή θέση τους στην ελληνική κοινωνία.

Το γυναικείο ιερατικό αξίωμα ήταν απολύτως συνυφασμένο με την ανάπτυξη της λυρικής χορείας, που, από τον 5ο αι. π.Χ., αποτελούσε κεντρικό σημείο της εκπαίδευσης και της κοινωνικοποίησης των γυναικών, από την παιδική τους ηλικία έως την ωριμότητα. Η συμμετοχή σε λατρευτικές δραστηριότητες είχε θετική επιρροή στην ζωή των Ελληνίδων, καθώς τους πρόσφερε, μεταξύ άλλων, μιαν αίσθηση κοινότητας και ταυτότητας. Οι κύκλιοι χοροί σε χώρους λατρείας έδιναν εξάλλου την ευκαιρία στις κοπέλες που βρίσκονταν σε ηλικία γάμου να εμφανίζονται δημόσια μπροστά στους συμπολίτες τους, αλλά η εξέχουσα θέση στην διοργάνωση εορταστικών εκδηλώσεων επέτρεπε παράλληλα την προώθηση των οικογενειακών συμφερόντων.

Οι τελετουργίες έδιναν την ευκαιρία στις ιέρειες να κυκλοφορούν και να κάνουν αισθητή την παρουσία τους μέσα στην πόλη. Σε αντίθεση με την επικρατούσα αντίληψη ότι οι γυναίκες ήταν κλεισμένες στα σπίτια τους, στην πραγματικότητα  μια σταθερή ροή ιερειών διέσχιζε καθημερινά την Αθήνα με κατεύθυνση προς την Ακρόπολη και τα νεκροταφεία της πόλης, όπου προσκυνούσαν στα ιερά και φρόντιζαν τους οικογενειακούς τάφους. Χάρη στις σημαντικές δωρεές των ιερειών και των οικογενειών τους, γλυπτά πορτραίτα τους τοποθετήθηκαν σε αγορές, νεκροταφεία και ιερά, ενώ επιγραφές και επιτύμβια ανάγλυφα επιβεβαιώνουν ότι κηδεύονταν δημοσία δαπάνη με μεγάλες πομπές, και ότι στην μνήμη τους ανεγείρονταν εντυπωσιακά ταφικά μνημεία.

 

ζ. Εταίρες, παλλακίδες και πόρνες  

 

Εντελώς διαφορετικά ζούσαν οι εταίρες. Αντίθετα από τις άλλες γυναίκες, αυτές είχαν γνώσεις λογοτεχνίας και δεν τους ήταν ξένη η τέχνη. Οι εταίρες που δεν ήξεραν να παίζουν μουσικά όργανα ή τουλάχιστον να τραγουδούν και δεν μπορούσαν να κρατήσουν τους καλεσμένους με τις γνώσεις τους και με το λεπτό τους πνεύμα, είχαν ένα εύγλωττο παρατσούκλι: τις έλεγαν "πεζές δαμάλες", όπως έλεγαν τους οπλίτες πεζούς, γιατί βάδιζαν βήμα χωρίς μουσική, και σε διάκριση από το ιππικό, που συνοδευόταν πάντα από μουσικούς. Αυτή η κατηγορία των εταίρων ήταν πολυάριθμη, αλλά η ανάμνηση τους δεν κράτησε πολύ καιρό. Η θέση των καλλιεργημένων και μορφωμένων εταίρων ήταν διαφορετική. Στα σπίτια τους μαζεύονταν πλήθος οι νέοι. Τις θαύμαζαν, έστηναν γι' αυτές χρυσά αγάλματα, οι ποιητές τις εγκωμίαζαν στα έργα τους. Πολλές έγιναν διάσημες για την εξυπνάδα και το πνεύμα τους, ενώ η αθηναϊκή λογοτεχνία βρίθει από συλλογές επιγραμμάτων που γράφτηκαν από εταίρες. Οι γυναίκες αυτές ζούσαν εξολοκλήρου από την γενναιοδωρία των εραστών τους και είχαν την δυνατότητα να διαχειρίζονται μόνες τους τα εισοδήματα τους κινητά ή ακίνητα. Ήταν ελεύθερες να δεχτούν όποιον ήθελαν στο σπίτι τους, του οποίου είχαν πλήρη κατοχή, έβγαιναν έξω ελεύθερα και μπορούσαν να παρευρίσκονται σε μέρη προορισμένα μόνο για άνδρες. Η απόκτηση χρημάτων έδωσε δύναμη, ανεξαρτησία και ελευθερία στις εταίρες που μπορούσαν να μιλάνε στους άνδρες χωρίς δισταγμούς.

Εκτός όμως από τις εταίρες και τις νόμιμες συζύγους υπήρχαν και οι ‘’παλλακίδες’’ που ήταν φτωχές ελεύθερες Αθηναίες ή δούλες που συνδεόταν ερωτικά με τον σύζυγο μιας Αθηναίας αλλά δεν είχαν καμιά νομική κατοχύρωση από τη μεριά του. Τις περισσότερες φορές οι νόμιμες σύζυγοι ήταν υποχρεωμένες να ανέχονται την παρουσία τους ακόμα και μέσα στο σπίτι τους. Αυτό όμως δεν αποτελούσε μοιχεία για τους Αθηναίους πολίτες, αφού η μόνη μορφή μοιχείας που ήταν κατακριτέα ήταν η σύναψη ερωτικής σχέσης με την σύζυγο ενός άλλου Αθηναίου πολίτη. Αντίθετα, αν η σύζυγος απατούσε τον σύζυγο της, αντιμετώπιζε δυσάρεστες κυρώσεις. Η τιμωρία που της επέβαλε το κοινωνικό σύνολο επικεντρώνονταν στην απώλεια του δικαιώματος, της συμμετοχής της σε θρησκευτικές τελετές, που ήταν μια πολύ σημαντική πολιτική δραστηριότητα, ενώ πολλές φορές ο σύζυγος της, την τιμωρούσε διώχνοντας την από το σπίτι.

            Οι πόρνες εξάλλου ασκούσαν το επάγγελμά τους με τρόπο που  δεν διέφερε από τον σύγχρονο, αντλώντας την πελατεία τους από τα οικονομικά ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα και από τους ανύπαντρους νέους.

 

η. Οι γυναικείοι Ολυμπιακοί Αγώνες

 

Ο γυναικείος αθλητισμός ήταν διαδεδομένος σε πολλά μέρη της αρχαίας Ελλάδας: στη «μινωική» Κρήτη, στη Σπάρτη, στους Δελφούς, στη Χίο, αλλά και στην Αττική. Οι Ολυμπιακοί αγώνες νεανίδων, τα Ηραία, ήταν, όπως και οι αντίστοιχοι ανδρικοί, ένα γεγονός θρησκευτικό, αφού τελούνταν προς τιμήν της θεάς Ήρας. Λέγεται ότι τους καθιέρωσε η μυθική βασίλισσα Ιπποδάμεια από ευγνωμοσύνη προς τη θεά για το γάμο της με τον Πέλοπα.

Οι αγώνες τελούνταν κάθε τέταρτο έτος με κύριο άθλημα τον αγώνα δρόμου ανάμεσα σε ανύπαντρες κοπέλες. Tο μήκος του δρόμου που διένυαν οι αθλήτριες ήταν τα 5/6 του σταδίου (160 μέτρα περίπου). Αγωνίζονταν φορώντας κοντό χιτώνα που άφηνε γυμνό το δεξί ώμο και στήθος, αμφίεση που θυμίζει τις απεικονίσεις των Αμαζόνων. Χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με την ηλικία τους.

Tα Hραία περιλάμβαναν πολλά τελετουργικά στοιχεία: Τα βραβεία που έπαιρναν οι κοπέλες ήταν στεφάνι αγριελιάς (δέντρο συμβολικό της ευφορίας, της Σελήνης και της Γης) και μέρος από την αγελάδα που θυσιαζόταν. Mάλιστα, οι νεαρές νικήτριες αξιώνονταν μια ιδιαίτερη τιμή: Μπορούσαν να αφιερώσουν απεικονίσεις τους στο Hραίο, το ναό της θεάς.

H διοργάνωση των Hραίων ήταν έργο γυναικών. Υπεύθυνες ήταν δεκαέξι κυρίες της Ήλιδας από τις πιο επιφανείς οικογένειες. Είχαν επίσης το ιερατικό καθήκον να υφαίνουν τον καινούριο πέπλο της θεάς, σε οίκημα το οποίο είχε φτιαχτεί ειδικά γι' αυτές στην αγορά.

            Δεν είναι άσκοπο να τονιστεί επίσης η είσοδος στους ανδρικούς Ολυμπιακούς Αγώνες, δεν ήταν γενικά απαγορευμένη στις γυναίκες, όπως λανθασμένα πιστεύεται, αλλά επιτρεπόταν στις ανύπαντρες κοπέλες, όπως ρητά αναφέρει ο Παυσανίας. Επιπλέον η ιέρεια της Δήμητρας Xαμύνης, είχε τιμητική θέση στους ανδρικούς αγώνες, τους οποίους παρακολουθούσε καθισμένη πλάι στον πέτρινο βωμό (το αξίωμα αυτό είχε αναλάβει και η περίφημη Pήγιλλα, σύζυγος του Ηρώδη του Αττικού). Kαι βέβαια δεν πρέπει να λησμονείται ότι αρκετές Ελληνίδες στεφανώθηκαν Ολυμπιονίκες των ιππικών αγώνων, όπως η Kυνίσκα, η Eυρυλεωνίς, η Bελιστίχη, η Tιμαρέτα, η Θεοδότα και η Kασία, που βραβεύτηκαν, όπως βραβεύονταν αντίστοιχα και οι άντρες, ως ιδιοκτήτριες των ίππων.

 

θ. Διαζύγια

 

Το διαζύγιο, σχεδόν άγνωστο στην ομηρική εποχή, έγινε την κλασική εποχή τόσο συχνό, που οι έλληνες ρήτορες θεωρούσαν την προίκα σαν απόλυτα αναγκαίο μέτρο για τη σταθερότητα της συζυγικής ζωής. Και αυτό γιατί σε περίπτωση διάλυσης του γάμου ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος όχι μονάχα να επιστρέψει στον πατέρα ή τον κηδεμόνα της γυναίκας του την προίκα που είχε πάρει, αλλά να προσθέσει και ένα συμπλήρωμα 18%, πράγμα που για πολλούς δεν ήταν εύκολο. Υπήρχαν δύο ειδών διαζύγια, η αποπομπή, δηλ. διαζύγιο ύστερα από αίτηση του συζύγου, και η απόλειψις, δηλ. διαζύγιο ύστερα από αίτηση της συζύγου. Το διαζύγιο με αίτηση της γυναίκας ήταν δύσκολο, αφού η γυναίκα έπρεπε να παρουσιαστεί προσωπικά στον άρχοντα και να του παρουσιάσει γραπτές αποδείξεις από τις οποίες να προκύπτει το δίκαιο του αιτήματος της. Ο άντρας όμως δεν ήταν δεμένος με τίποτα εκτός από την προίκα και αν ήθελε να χωρίσει τη σύζυγο, την έστελνε στους συγγενείς της, αφού κρατούσε τα παιδιά, χωρίς κανένας να ρωτήσει γιατί το έκανε! Μπορούσε μάλιστα να παντρέψει τη γυναίκα του με άλλον, χωρίς καν να ζητήσει τη συμφωνία της, όπως έκανε ένας πολίτης τόσο ενάρετος όπως ο Περικλής, πράγμα που δεν έβλαψε στο ελάχιστο τη φήμη του. Αν όμως δεν είχαν γεννηθεί παιδιά, ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος να χωρίσει τη γυναίκα, αφού γάμος σήμαινε θεμελίωση οικογένειας και γέννηση παιδιών, πολλών και ωραίων όπως επέβαλλε το ιδανικό της οικογενειακής ευτυχίας. Την τελευταία ημέρα των θεσμοφορίων γίνονταν διαγωνισμοί για την εκλογή των ωραιότερων παιδιών και οι μητέρες των βλασταριών που αναγνωρίζονταν σαν τα πιο ωραία, γύριζαν τη μέρα αυτή στο σπίτι περήφανες και ευτυχισμένες. Τις περισσότερες φορές οι άκληρες οικογένειες υιοθετούσαν παιδιά άλλων. Το υιοθετημένο παιδί δεχόταν τη λατρεία των προγόνων των καινούργιων του γονιών και ξέκοβε ολοκληρωτικά από την βιολογική του οικογένεια. Επίσης, υπήρχε η συνήθεια της αγοράς παιδιών.

 

6.11.7. Η ζωή και η εκπαίδευση των αγοριών

 

            Η γέννηση ενός παιδιού ήταν πάντα χαρά για το σπίτι. Το νεογέννητο το έπλεναν με νερό και λάδι και το τύλιγαν σε φασκιές. Τη δέκατη μέρα από τη γέννηση ο πατέρας έδινε στο παιδί ένα όνομα. Συνήθως στο πρώτο αγόρι έδιναν το όνομα του παππού από τη γενιά του πατέρα του.

            Το παιδί (αγόρι ή κορίτσι) σπάνια χωριζόταν από τη μητέρα του. Αυτή το φρόντιζε, το τάιζε, το κοίμιζε στην κούνια του, του έλεγε τραγούδια και παραμύθια. Αν η οικογένεια ήταν πλούσια, η μητέρα μοιραζόταν τις φροντίδες με την παραμάνα. Προτιμούσαν μάλιστα παραμάνες από τη Λακωνία, που σκληραγωγούσαν τα παιδιά, τους μάθαιναν να μην κάνουν νάζια στο φαγητό, να μην φοβούνται στη μοναξιά και στο σκοτάδι και να μην κλαίνε.

            Μέχρι τα εφτά χρόνια του το παιδί (αγόρι ή κορίτσι) μεγάλωνε στο γυναικωνίτη μαζί με τις γυναίκες. Εκεί έπαιζε με τα παιχνίδια του (κουδουνίστρες, τόπια, στεφάνια, βέργες, σβούρες). Οι αρχαίοι Έλληνες φρόντιζαν να ασχολούνται τα παιδιά τους με δημιουργικά και πρωτότυπα παιχνίδια: Να χτίζουν σπιτάκια με πηλό, να πλάθουν με κερί διάφορα ομοιώματα ζώων ή πραγμάτων, να φτιάχνουν καραβάκια με ξύλο ή αμαξάκια με κομμάτια από πετσί. Το παιχνίδι όμως που αγαπούσαν περισσότερο τα παιδιά ήταν τα κότσια. Βέβαια τα περισσότερα παιδιά έπαιζαν ελεύθερα στους δρόμους και κανένας δεν τους διάλεγε τα παιχνίδια ή τους φίλους τους.

            Όταν το αγόρι γινόταν εφτά χρόνων, το παράδιναν στον παιδαγωγό. Αυτός το συντρόφευε παντού, το συνόδευε στο σχολείο και του μάθαινε καλούς τρόπους. Ο παιδαγωγός ήταν αυστηρός και συχνά χρησιμοποιούσε τη βέργα για να «συνετίσει» το παιδί.

            Στα σχολεία, που ήταν ιδιωτικά, και στεγάζονταν σε ευρύχωρα δωμάτια ή σε υπόστεγα ανοιχτά στον ήλιο, τα παιδιά μάθαιναν ανάγνωση, γραφή, μουσική και αργότερα αριθμητική και σχέδιο. Μάθαιναν ακόμη απέξω ποιήματα, ιδιαίτερα του Ομήρου και του Ησιόδου. Τα μαθήματα άρχιζαν με την ανατολή του ήλιου και διαρκούσαν ως το ηλιοβασίλεμα. Στον τοίχο του σχολείου κρέμονταν οι λύρες των παιδιών, οι πλάκες όπου έγραφαν και τα ιμάτιά τους. Τα παιδιά κάθονταν σε θρανία αντικριστά στον δάσκαλό τους. Σε χωριστό δωμάτιο περίμεναν οι παιδαγωγοί, ώσπου να τελειώσουν τα μαθήματα, να παραλάβουν τα παιδιά και να τα οδηγήσουν στο σπίτι.

            Από τον καιρό του Σόλωνα η γυμναστική, όπως και η μουσική, ήταν υποχρεωτική για τους νέους. Στις παλαίστρες πήγαιναν τα παιδιά από τα δώδεκα χρόνια τους, ώσπου γίνονταν έφηβοι, οπότε συνέχιζαν την άσκησή τους στα γυμνάσια (γυμναστήρια) που ανήκαν στο κράτος. Η πάλη, ο δρόμος, το άλμα, ο δίσκος και το ακόντιο ήταν τα κύρια αθλήματα. Οι παιδοτρίβες μάθαιναν ακόμη στα παιδιά να χορεύουν, να κολυμπούν και να ιππεύουν.

            Τα παιδιά των πλούσιων οικογενειών παρακολουθούσαν και ανώτερα μαθήματα κοντά σε σοφούς δασκάλους και ξακουστούς ρήτορες. Στα δεκαοχτώ τους χρόνια έδιναν τον όρκο του εφήβου, αναγνωρίζονταν ως πολίτες και με τη φροντίδα του κράτους εκπαιδεύονταν ως στρατιώτες για δύο χρόνια.

 

6.11.8. Ασθένειες και κηδείες

 

Στην Ελλάδα υπήρχαν αρκετές ιατρικές σχολές, από τις οποίες πιο γνωστή ήταν αυτή που διατηρούσε στη νήσο Κω "ο πατέρας της ιατρικής" Ιπποκράτης. Αν οι μαθητές του επιθυμούσαν να αφιερώσουν τη ζωή τους στη θεραπεία των ασθενών, έπρεπε να δώσουν έναν ειδικό όρκο, που τον είχε συντάξει προσωπικά ο Ιπποκράτης. Τα φάρμακα τα παρασκεύαζαν τότε οι ίδιοι οι γιατροί. Δεν υπήρχε κανένας υγειονομικός έλεγχος για να παρακολουθεί την εργασία των γιατρών Υπήρχαν και γιατροί του κράτους, που η δράση τους εγκωμιαζόταν κάποτε με ειδικές αποφάσεις της βουλής και της εκκλησίας του δήμου. Το βοηθητικό υγειονομικό προσωπικό αποτελούνταν εν μέρει από δούλους ειδικά εκπαιδευμένους. Κατά κανόνα οι βοηθοί αυτοί περιποιούνταν αποκλειστικά τους δούλους. Ο γιατρός που καταγόταν από ελεύθερους πολίτες επισκεπτόταν τους αρρώστους το πρωί και το βράδυ. Αφού συγκέντρωνε όλα τα αναγκαία στοιχεία, ο γιατρός καθόριζε το φάρμακο που έπρεπε να πάρει ο ασθενής, το παρασκεύαζε με το χέρι του και του το έδινε να το πιει.

Αν η θεραπεία δεν βοηθούσε και ερχόταν το μοιραίο τέλος, οι συγγενείς και φίλοι μαζεύονταν λυπημένοι γύρω από το κρεβάτι για να ακούσουν και να φυλάξουν με φροντίδα τα τελευταία λόγια του ετοιμοθάνατου. Του έκλειναν τα μάτια και το στόμα για να 'χει όσο το δυνατό πιο κόσμια εμφάνιση και του κάλυπταν το πρόσωπο με ένα πανί. Αυτό το έκανε ο/η σύζυγος, ο αδελφός, η αδελφή ή ο γιος. Θλιβερή ήταν η τύχη εκείνων που δεν είχαν ένα φιλικό χέρι για να προσφέρει την υπηρεσία αυτή. Οι γυναίκες έπλεναν το πτώμα με ζεστό νερό, το άλειβαν με αρωματικά έλαια, το έντυναν και το σκέπαζαν με ένα σεντόνι λευκό και έπειτα το τοποθετούσαν σε ένα δωμάτιο που έβλεπε στην αυλή, με τα πόδια προς τη θύρα, σημάδι πως δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ πια. Εδώ ο νεκρός έμενε ένα μερόνυχτο μαζί με στενούς συγγενείς και μέλη της οικογένειας. Την άλλη μέρα πριν από την ανατολή του ήλιου, η νεκρική πομπή κατευθυνόταν προς το κοιμητήριο. Πίσω από το νεκρό, που ήταν τοποθετημένος σε μια νεκροφόρα και σκεπασμένος με λευκά σεντόνια, βάδιζαν σιωπηλοί πρώτα οι άντρες, έπειτα οι γυναίκες, οι στενοί συγγενείς και τα μέλη της οικογένειας. Όλοι οι συγγενείς σε ένδειξη πένθους φορούσαν ενδύματα κλειστού χρώματος και είχαν κοντά κομμένα τα μαλλιά τους. Το πήλινο φέρετρο κατέβαινε στο ξηρό χώμα, και «για να μην υποφέρει ο νεκρός από δίψα», κοντά στο φέρετρο τοποθετούσαν έναν αμφορέα με νερό. Άφηναν επίσης διάφορα αγγεία και στο στόμα του έβαζαν έναν οβολό, «για να πληρώσει τον χάροντα», το βαρκάρη που θα τον περνούσε από το ποτάμι της Στυγός στον κόσμο των νεκρών. Το μνήμα σκεπαζόταν με χώμα και στο κεφάλι του νεκρού τοποθετούσαν μια στήλη, στην οποία ήταν γραμμένο το όνομά του και μια μόνο λέξη "χαίρε!". Ο οριστικός αποχαιρετισμός στον αποβιώσαντα δινόταν με ένα τελευταίο "αναπαύου εν ειρήνη".


Comments