The German Air force

ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΕΖΕΒΙΡΗΣ

Ο ναυτικός πόλεμος της Μεσογείου

1939- 1945

Η Γερμανική Αεροπορία στη Μεσόγειο

(πηγή: Γ. Μεζεβίρη  Αντιναυάρχου ε.α.,"Τα πορίσματα

 του Ναυτικού Πολέμου της Μεσογείου ", Αθήναι 1961)

 

«Ενώ ο ανεφοδιασμός της Λιβύης γίνονταν όλο και πιο δυσχερής, η συνεχής ενίσχυση της Μάλτας που δεν μπορούσαν να παρεμποδίσουν οι Ιταλικές ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις απασχολούσε πολύ τους Ιταλούς.  Έτσι, αν και με δυσφορία, ο Μουσολίνι αναγκάστηκε να ζητήσει τη συνδρομή της Γερμανικής Αεροπορίας στο τέλος Δεκεμβρίου του 1940.  Ο Χίτλερ συμφώνησε κι έτσι στάλθηκε στη Σικελία το 10ο αεροπορικό Σώμα που περιλάμβανε 400 αεροπλάνα, μονοκινητήρια κάθετης εφόρμησης J.U. 87, δικινητήρια J.U. 88 και Heinkel III, γρήγορα και καλά εξοπλισμένα Me 110, καθώς και μερικά αναγνωριστικά.

JUNKERS 87 - STUKA    

 

 

 

                                                                  JUNKERS 88

 

                                                                                                                                  

 MESSERSCHMITT Me110                                                 Heinkel III

Θεωρητικά το αεροπορικό αυτό Σώμα ήταν κάτω από τις διαταγές της Superaereo, της Ανώτατης Διοίκησης της Ιταλικής Αεροπορίας.  Ουσιαστικά όμως ο Διοικητής του Σώματος ενεργούσε σύμφωνα με τις δικές του αντιλήψεις.  Αποστολή της Γερμανικής αεροπορίας ήταν η συνεργασία με την Ιταλική στις επιθέσεις κατά της Μάλτας και η προστασία των συγκοινωνιών με την Λιβύη.

 

Η σημασία της σοβαρής αυτής ενίσχυσης των Ιταλικών δυνάμεων δεν βράδυνε να φανεί.  Οι επιθέσεις της γερμανικής αεροπορίας κατά της Μάλτας άρχισαν στις 16 Ιανουαρίου του 1941 και σύντομα οι ημερήσιες αποστολές αεροπλάνων έφθασαν τις 70 με 80.  Αλλεπάλληλα ήταν τα πλήγματα που κατάφεραν οι επιδρομές αυτές κατά του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου. 

 

Την 7η Ιανουαρίου 1941 είχε εκπλεύσει ο Στόλος της Αλεξάνδρειας με κύριο σκοπό τη κάλυψη σημαντικής νηοπομπής που είχε περάσει από το Γιβραλτάρ και είχε προορισμό τη Μάλτα και τον Πειραιά.  Η επιχείρηση αυτή του Στόλου συνδυάστηκε και με την κάλυψη άλλων νηοπομπών προς και από τη Μάλτα και προς τη Σούδα.  Ως συνήθως, μέχρι το Στενό της Σικελίας συνόδευε τη νηοπομπή η δύναμη του Γιβραλτάρ και κατ’ εξαίρεση σ’ αυτή τη περίπτωση στάλθηκαν τα εύδρομα HMS GLOUCESTER και HMS SOUTHAMPTON  με 2 αντιτορπιλικά για να την προστατεύσουν κατά τη διάβαση από το Στενό, μέχρις ότου τεθεί υπό τη προστασία της κύριας δύναμης του Στόλου της Αλεξάνδρειας.

 

 

 

 

 

 

 

                                         HMS GLOUCESTER

 

 

 

 

 

 

 

 

 

HMS SOUTHAMPTON

 

Δυο Βρετανικά εύδρομα συνάντησαν την αυγή της 10ης Ιανουαρίου 1941 κοντά στη Παντελαρία δυο Ιταλικά αντιτορπιλικά συνοδείας τα οποία, παρά τη μεγάλη υπεροχή των εχθρικών δυνάμεων, εκδήλωσαν τορπιλική επίθεση κατά των Βρετανικών.  Το ένα κατόρθωσε να διαφύγει με ελαφρές ζημιές, το άλλο όμως βυθίστηκε.  Το αξιοπαρατήρητο είναι ότι για να πετύχει το αποτέλεσμα αυτό το ένα από τα εύδρομα, το HMS BONAVENTURE κατανάλωσε το 75% των πυρομαχικών του.   Λίγο μετά τη συνάντηση αυτή, το Βρετανικό αντιτορπιλικό HMS GALLANT έπεσε σε νάρκη που του έκοψε τη πρώρα.  Μπόρεσε όμως να ρυμουλκηθεί στη Μάλτα με τη συνοδεία ευδρόμων.

 

 

 

 

 

 

           HMS GALLANT

 

 

 

                                              HMS BONAVENTURE

 

 

Στη συνέχεια και ενώ η δύναμη του Στόλου της Αλεξάνδρειας, που περιελάμβανε και τα θωρηκτά HMS WARSPITE και HMS VALIANT και το αεροπλανοφόρο HMS ILLUSTRIOUS, έπλεε για να συναντήσει τη νηοπομπή και περί ώρα 12:30 δέχτηκε ανεπιτυχή επίθεση από δυο Ιταλικές τορπιλακάτους.   Αμέσως μετά όμως εμφανίστηκαν 3 σμήνη Γερμανικών Στούκας τα οποία επιτέθηκαν κυρίως κατά του αεροπλανοφόρου,  κάτω από το σφοδρό αντιαεροπορικό πυρ των Βρετανικών πλοίων.  Τα καταδιωκτικά ανυψώθηκαν, αλλά δεν πρόφτασαν να κερδίσουν αρκετό ύψος για να τα παρεμποδίσουν.

 

Ο Βρετανικός Στόλος της Μεσογείου αντιμετώπιζε για πρώτη φορά αυτή τη μορφή επίθεσης και , όπως γράφει ο Ναύαρχος Cunningham, προκαλούσε το θαυμασμό η εξαιρετική εμπειρία και η ακρίβεια με την οποία διεξάγονταν η επίθεση.   Μέσα σε 10 λεπτά το HMS ILLUSTRIOUS είχε δεχτεί 6 βόμβες με πολύ σοβαρές ζημιές και με μεγάλες απώλειες προσωπικού.  Μια βόμβα δέχτηκε και το HMS WARSPITE, αλλά δεν έπαθε σοβαρές ζημιές.   Το αεροπλανοφόρο γύρω στις 15:30 μπόρεσε να πλεύσει προς Μάλτα με ελαττωμένη ταχύτητα με τη συνοδεία των θωρηκτών.  Μετά από μια ώρα όμως η επίθεση επαναλήφτηκε με 20 αεροπλάνα, αλλά τη φορά αυτή τα καταδιωκτικά που ήταν στον αέρα κατέρριψαν 6-7 Στούκας και ο Στόλος δεν είχε άλλες ζημιές.

 

Την επομένη η Γερμανική αεροπορία κατέφερε και νέα πλήγματα κατά του Βρετανικού Στόλου.  Ενώ τα 2 εύδρομα που συνόδευσαν το HMS GALLANT έπλεαν προς συνάντηση της κύριας δύναμης του Στόλου, δέχτηκαν επίθεση από 12 βομβαρδιστικά κάθετου εφορμήσεως και χτυπήθηκαν και τα δυο.  Το HMS GLOUCESTER έπαθε σοβαρές ζημιές αλλά μπόρεσε να συνεχίσει τον πλου, το HMS SOUTHAMPTON όμως τελικά εγκαταλείφθηκε φλεγόμενο και βυθίστηκε με τορπίλη.

 

Με τον πρώτο σφοδρό βομβαρδισμό της Μάλτας τη 16η Ιανουαρίου 1941, το HMS ILLUSTRIOUS είχε και πάλι μερικές ζημιές.  Χτυπήθηκαν επίσης και ένα εύδρομο και ένα εμπορικό.  Νέες ζημιές προκλήθηκαν στο αεροπλανοφόρο και κατά τους βομβαρδισμούς των επομένων ημερών   Με υπεράνθρωπες προσπάθειες όμως επισκευάστηκε πρόχειρα και έπλευσε με ταχύτητα 24 κόμβων προς την Αλεξάνδρεια όπου έφθασε στις 25 Ιανουαρίου.

HMS ILLUSTRIOUS

Η στέρηση των καταδιωκτικών του αεροπλανοφόρου υπήρξε βαρύ πλήγμα για τον Στόλο της Μεσογείου.  Όπως γράφει ο Αρχηγός του, τη κυριαρχία στη Μεσόγειο απειλούσε ένα νέο όπλο, πολύ πιο επικίνδυνο και αποτελεσματικό από όσα είχαν αντιμετωπίσει μέχρι τότε.  Οι προσπάθειες της Ιταλικής Αεροπορίας ήταν μηδαμινές συγκρινόμενες με τις επιθέσεις των Γερμανικών Στούκας. 

 

Εν τούτοις όμως,  παρά το θάρρος και τις ικανότητες των γερμανών αεροπόρων, δεν είχαν πείρα στη ναυτική συνεργασία και συναντούσαν δυσχέρειες στην αναγνώριση και στον εντοπισμό ναυτικών στόχων.  Έτσι, όταν την 24η Ιανουαρίου διατάχθηκε ομαδική επίθεση με 113 αεροσκάφη κατά Βρετανικών πλοίων που αναφέρθηκαν έξω από την Βεγγάζη, αυτά δεν μπόρεσαν να βρουν τον στόχο τους.  Άλλη ομάδα από 25 αεροσκάφη εκδήλωσαν μεν επίθεση, αλλά χωρίς σημαντικά αποτελέσματα.  Αυτά τα τελευταία έχασαν τη μεταξύ τους επαφή  και τελικά 12 βρέθηκαν στη Βεγγάζη και άλλα 4 χάθηκαν στο ανοιχτό πέλαγος.  

 

Στο μεταξύ, λόγω της ακαταλληλότητας των αναγνωριστικών του Ιταλικού Ναυτικού , αποφασίστηκε από κοινού από την Ιταλική και Γερμανική Αεροπορία ανακατανομή καθηκόντων.   Τα αεροσκάφη του Ναυτικού θα περιορίζονταν μόνο σε παράκτιες και μικρών αποστάσεων αναγνωρίσεις, ενώ η Ιταλική Αεροπορία θα ανελάμβανε τις αναγνωρίσεις στη Δυτική Μεσόγειο και πάνω από τις οδούς ανεφοδιασμού της Λιβύης και η Γερμανική στη Κεντρική και την Ανατολική Μεσόγειο.  Έγινε ακόμα η πρόβλεψη, όπως -κατά το δυνατόν- κατά τη διάρκεια των ημερινών ωρών οι πιο σημαντικές νηοπομπές να προστατεύονται από αέρος και από τις δυο Αεροπορίες.   Ήταν όμως πολύ δύσκολο, αεροπόροι που δεν είχαν σχετική εξάσκηση να συνηθίσουν στην αναγνώριση ναυτικών στόχων  και στο ναυτικό σύστημα τηλεπικοινωνιών.  Όπως προκύπτει από τη συνέχεια των εξελίξεων των επιχειρήσεων, πολλά σφάλματα και παρεξηγήσεις οφείλονταν σ’ αυτή την απειρία.

 

Στην έλλειψη ακριβών πληροφοριών και στη κακή οργάνωση της συνεργασίας Ναυτικού και Αεροπορίας αποδίδεται και η απώλεια άλλης ευκαιρίας για τους Ιταλούς τον Φεβρουάριο του 1941.»