Γυρίζω πόλεις και χωριά, γρoικώ μικιούς και γέρους,
δεν είδαν' όμορφο χωριό, ωσάν τσι Μεσελέρους

Ανε βρεθείς στη Γεράπετρο στην απάνω πλατεία, εκειά που  ήτονε το σινεμά Rex -ανεστορούνται οι παλιοί- και πάρεις το δρόμο που οδηγεί προς βορρά, περάσεις τον καινούργιο περιφερειακό τση πόλης και συνεχίσεις βόρεια, περνώντας τσι Κοπράνες, (εκειά που άλλωτε ο αέρας εκουβάλιε τη μυρωδιά τση κοπράς και εδά το λένε "καλλιθέα"), ο δρόμος συνεχίζει σαν τον όφη, πότε σόπατο και πότε ανεβόλεμα, αναμεσώς από λόφους. 
Αριστερά σου περνάς την Κεφάλα και παραπάνω περνάς όξω από τη σκαρφαλωμένη δεξιά στην πλαγιά του λόφου Μακρυλιά που βγορίζει κάτω το πέλαγος, η Γρα-Λυγιά και το φράγμα των Μπραμιανών κι αλλάργω πέρα το Γαϊδουρονήσι (Χρυσή) όντεν είναι καθαρή η γι-ατμόσφαιρα.  
Ο Δρόμος  μετά το Κουτσουνάρι περνά του Σταυρακιώτη και συνεχίζει σάγλες-μάγλες να σκαρβελώνει το βουνό ίσαμε να περάσεις τον Ανάγυρο, εκειά που παρά 'μπρός σε ένα απότομο "ζικ-ζακ" ένοιωθες τα αυτιά σου να βουλώνουν καθώς το υψόμετρο άλλαζε πολύ γρήγορα και μια κρυγιωσύνη ήρχιζε να σε διαπερνά (προπαντώς τη νύχτα) κι ήλεγες πως "άλλος καιρός είναι έπαε'πάνω", όντεν επέρνας αναμεσώς από τσι μεγάλους πεύκους που εσκεπάζανε τον παλιό χωμάτινο δρόμο (η πυρκαϊά του 1994 τσι πάστρεψε όλους). Έχεις αριστερά κάτω τη ρεματιά του Κοράκου,  ανάδεια το μεγάλο Δέτη και πέρα αλλάργω στα δυτικά την Ανατολή (το Χωριό). 

Δυό-τρείς γάγλες ακόμη κι ύστερα περνάς την Πλακούρα και βρίσκεσαι με τα υψώματα γυρού-γυρού, το Μέσωνα, το Χάρακα, την Πλακοκεφάλα, τη Σκουρωπή, το Σκίνο, αλλάργω πέρα (βορειοδυτικά) τα Λασθιώτικα όρη (Δίκτυ) και στη μέση μια πεδιάδα με μουρέλα, δεξιά το Λουρά με τα κηπούλια ντου (τά 'πηρε κι αυτά ο ποταμός) που σύρνει ίσαμε τον Κόρακα και ένα μικιό χωριό με μακραίωνη Ιστορία.
Ενα χωριό που δεν είναι σπίτια σκορπισμένα πέρα-πόδε μα μια ενιαία δομή με την πλατεία του και τον Αϊ Γιάννη καταμεσίς κι ολόγυρα στενά σοκάκια και γειτονιές που κάποτε έσφυζαν από ζωή κι εδά θωρείς μόνο χαλάσματα και κλειστές φαγωμένες από τον καιρό πόρτες. 
Που κι ένα ασβεστωμένο φιλοξενεί ζωή μέσα ντου.
Ενας τόπος που κατοικήθηκε παλαιόθεν από τσι Μινωίτες και έχει συνεχή ανθρώπινη παρουσία ίσαμε σήμερο. 
Που πέρασε μέρες δόξας, έφτιαξε υποδομές (σχολειό, δρόμους, δίκτυα ύδρευσης-αποχέτευσης, κλπ) με την προσωπική δουλειά των κατοίκων του, εσπούδασε παιδιά κι εκατάφερε να 'χει πολύ υψηλό ποσοστό μορφωμένων ανθρώπων και στο τέλος ακολούθησε την κοινή τύχη τσ' Ελληνικής υπαίθρου διώχνοντας τα κοπέλια ντου, όπως επέβαλε ο υδροκεφαλισμός του Ελληνικού κράτους μετά το 1950.
Όμως στέκει ακόμη, έστω και ως τόπος επιστροφής των συνταξιούχων του με την λήξη του παραγωγικού ντως βίου γή ως νοσταλγία για μας τσ' αποδέλοιπους.