1. Μπάσκετ με τα φαντάσματα

Έπρεπε να φοράω γυαλιά ηλίου. Κανονικά, ροκ σταρ κι έτσι ρε παιδί μου -μήπως δεν ήμουν στην τελική; Έπρεπε να φοράω ένα ζευγάρι παλιογυαλιά κι όχι να έχω τον ήλιο να με τυφλώνει και τη μαλακισμένη να με κοιτάζει ξινισμένα κάθε που σκύβω να τραβήξω μια γουλιά καφέ ή ν’ανάψω τσιγάρο. Ακόμα δεν αρχίσαμε και νιώθω ήδη χαλασμένος.

«Ας πάμε πίσω, στην εποχή που ξεκινήσατε το συγκρότημα. Θέλεις να μου πεις πώς φτιάχτηκε το Φάντασμα στη Μηχανή;»

Ένα κουδούνισμα με τίναξε στον αέρα (πρέπει να είχα αποκοιμηθεί διαβάζοντας) εκείνη τη γαμημένη Τετάρτη. Δηλαδή όλες οι Τετάρτες της Β΄Λυκείου ήταν γαμημένες λόγω του ότι γυρνάγαμε απόγευμα-πρωί. Έτσι λειτουργούσε το Λύκειο, μισές μέρες πρωί, μισές απόγευμα και το Γυμνάσιο που συστεγαζόταν στο ίδιο κτίριο πήγαινε ανάποδα. Άντε λοιπόν να διαβάσεις όταν ήσουνα απογευματινή βάρδια την Τετάρτη και καπακοειδώς πρωινή την Πέμπτη, ασχέτως βέβαια που εγώ, στη συγκεκριμένη φάση, ψιλοκοιμόμουν ακουμπισμένος στο ανοιχτό βιβλίο της Ιστορίας.

Το κουδούνι κόλλησε, από το πολύ πάτημα μπλόκαρε το μπουτόν, ένα αδιάκοπο γκριιιιιιν να σου τρυπάει το μυαλό.

«Άνοιξε ρε μάνα», ούρλιαξα.

Τίποτα δεν μου απάντησε -εκτός από το κουδούνι με το κολλημένο μπουτόν φυσικά.

«Δεν υπάρχει άλλος ζωντανός σ΄αυτό το σπίτι;» αναρωτήθηκα.

Έτρεξα προς την εξώπορτα, κυρίως για να ξεκολλήσω το μπουτόν. Και μετά για να σπάσω στο ξύλο τον πούστη που το κόλλησε.

Άνοιξα κι έπεσα στην παλιόφατσα του Γιώργου του Πίβοτ.

«Τι έγινε μωρό μου; Με σκεφτόσουν και τον έπαιζες γι΄αυτό άργησες;» ρώτησε.

«Γαμιέσαι ρε πούστη Πίβοτ», μούγκρισα γυρίζοντάς του την πλάτη.

Φυσικά με ακολούθησε -κλασσικός Πίβοτ.

«Τι κερνάς;» ρώτησε πάλι.

«Σφαλιάρες», τον ενημέρωσα.

«Άσε μας ρε Τρανζίστορ», γέλασε κι από τον θόρυβο που ακούστηκε ταυτόχρονα, κατάλαβα οτι σωριάστηκε στον καναπέ του σαλονιού.

«Κατέβασε τα παπούτσια σου», είπα χωρίς καν να χρειαστεί να κοιτάξω.

«Πολύ μυστήρια φέρεσαι», παρατήρησε.

«Διάβαζα ιστορία....» ξεκίνησα να λέω.

«Πάλι κοιμόσουνα δηλαδή», συμπέρανε.

Πήγα στο δωμάτιό μου για να τον ξεκολλήσω από το σαλόνι της μάνας μου, δεν είχα καμιά όρεξη να έρθει ξαφνικά και να μας σπάσει τα νεύρα.

«Τι έφερα εγώ στο μωρό μου;» έκανε σαλιάρικα ο Πίβοτ.

Γύρισα τελικά και τον κοίταξα..

«Σου έχει περάσει από το μυαλό οτι αυτό το πουστριλέ στυλάκι μπορεί και να είναι η κρυφή σου κλίση;» τον ρώτησα.

«Ναι», απάντησε σοβαρά ο Πίβοτ. «Μου έχει περάσει».

«Εντάξει, αυτό ήθελα να μάθω».

«Και τώρα που το΄μαθες;»

«Θα σταματήσω να σε φωνάζω πούστη, από δω και πέρα θα σε λέω γκέι».

Σωριάστηκε στο άστρωτο κρεβάτι μου τρομπάροντας αέρα με το δεξί του χέρι όσο πάλευε να βολευτεί.

«Δεν έχω χρόνο για τις ευαισθησίες σου σήμερα μωρό. Κοίτα τι έφερα», είπε.

Κοίταξα. Ένας δίσκος σε λευκή αδιαφανή πλαστική σακούλα.

«Τι είναι;»

«Άμα μου τον παίξεις θα μάθεις», εξήγησε υπομονετικά ο Πίβοτ.

Του άρπαξα τη σακούλα, τράβηξα τον δίσκο. Ο Πίβοτ δεν διέθετε πικάπ στο σπίτι του κι εγώ είχα πάρει το δικό μου μόλις το προηγούμενο καλοκαίρι, χρειάστηκε να δουλέψω ένα μήνα γκαρσόνι για να βγάλω τα χρήματα. Κανονικά έπρεπε να δουλέψω μίνιμουμ δίμηνο για να πάρω κάποιο καλό ηχοσύστημα αλλά τσακώθηκα με τον καργιόλη τον ταβερνιάρη επειδή έφερνα τους φίλους μου και τρώγανε τσάμπα –τέλος πάντων αγόρασα ένα χειροποίητο της πυρκαγιάς, από ένταση γκρέμιζε τοίχους αλλά από πιστότητα χέστα. Αν έβαζα κάνα δίσκο προγκρέσιβ ανακάλυπτα τα έγχορδα από τα κρέντιτς στο οπισθόφυλλο επειδή στα ηχεία έβγαινε φόλα μπάσο και κάτι νιαουρίσματα που μόνο αν διέθετες οργιώδη φαντασία τα πέρναγες για πρίμα. Όπως και να’χε αυτό ήταν το πικάπ κι όταν αγόραζε δίσκους ο Πίβοτ εδώ τους έφερνε, να τους γράψει σε κασέτα. Για να μπορεί να τους ακούσει.

«Τι είν΄αυτό;» ρώτησα.

«Ραμόνες», μου απάντησε.

«Τι Ραμόνες; Μεξικάνες τραβεστί είναι τα παλικάρια;» απόρησα.

Κοίταξα τον δίσκο καλύτερα.

«Ραμόουνς ρε ηλίθιε», του είπα.

«Σιγά μη στραμπουλίξεις καμιά γλώσσα μίστερ Χάλιφαξ», κορόιδεψε.

«Και γιατί κοιτάνε σαν καθυστερημένα στο εξώφυλλο;» ξαναρώτησα.

«Είναι το τέλος του αιώνα –δε εντ οφ δε σέντσουρι γύφτο», απηύδησε ο Πίβοτ.

«Ο αιώνας τελειώνει σε 20 χρόνια», παρατήρησα.

«Καλά ότι πεις –βάλτο τώρα να παίξει, μην περιμένουμε μέχρι τότε», μου χώθηκε ο Πίβοτ.

Μουρμούρισα απρόθυμα, δε μου γέμιζε το μάτι αυτός ο δίσκος. Ο Πίβοτ ψάρεψε ένα Κάμελ από την τσέπη του τζιν μπουφάν του χωρίς να βγάλει το πακέτο και μου το πέταξε.

Έπιασα το τσιγάρο πηγαίνοντας ν΄ανοίξω το παράθυρο –πού στο διάολο ήταν η μάνα μου; Και πότε θα γύρναγε;

Ο δίσκος ξεκίνησε με τη φασαρία που συνήθως κάνει ο αμερικάνος μαλάκας όταν ψάχνει σταθμό ραδιοφώνου, εμείς εδώ δεν είχαμε τέτοια καθότι τρεις σταθμούς πιάναμε και με το ζόρι –άντε κι εκείνος της Αμερικάνικης Βάσης σύνολο τέσσερις.

Μετά άρχισε το κομμάτι -έκατσα ν΄ακούσω. Νοσταλγία στίχοι και βρώμικο ροκ εν ρολ. Ο Πίβοτ είχε ενθουσιαστεί.

«Ακούς μαλάκα; Ακούς;»

«Τι ν’ακούσω;» απόρησα.

«Δεν καταλαβαίνεις τίποτα ρε Τρανζίστορ», σιχτίρισε ο Πίβοτ.

Τι να καταλάβω; Αυτοί παίζανε σα μπαμπουίνοι και τα λίγα που έπιανα από στίχους δε με συγκινούσαν ιδιαίτερα.

«Οι Ραμόνες γαμάνε στην Αμερική, μέχρι στα τσαρτς έχουν μπει», πανηγύρισε ο Πίβοτ.

«Και τι με κόφτει εμένα;» απόρησα.

«Ρε βλάκα, αυτά που παίζουν οι Ραμόνες μπορούμε να τα παίξουμε κι εμείς», αγανάκτησε ο Πίβοτ.

«Εμείς;»

«Άνετα».

Το σκέφτηκα λίγο. Φέτος το χειμώνα είχε φύγει ένας ξάδερφος του Πίβοτ για τα καράβια και του άφησε μια Γιαμάχα ηλεκτρική κάπως σκεβρωμένη, με όλα τα κομφόρ της –ενισχυτή, ντιστόρσιον, δερμάτινο λουρί ξεφτισμένο με ζωγραφιστή νεκροκεφαλή.... Από τότε είχε βαλθεί ο Πίβοτ να μου πασάρει την παλιά ακουστική του και κάναμε ντουέτα της πούτσας, όπου εκείνος έπνιγε γατιά προσπαθώντας να σολάρει κι εγώ κράταγα ρυθμό ας πούμε, με κάτι λιγοστά ακόρντα που ήξερα.

Ο δίσκος κύλαγε στο πλατό του πικάπ και τελικά δεν ήταν τόσο αρκουδιάρηδες οι Ραμόνες –μετά είδα οτι τους έκανε παραγωγή ο Φιλ Σπέκτορ κι έτσι εντόπισα την προέλευση της ποπιάς στον ήχο τους, τα πιάνα και τα σαξόφωνα τα μελάτα, στο τσακ ήμουνα να τον πετάξω το δίσκο.

Ο Πίβοτ με πήρε γραμμή.

«Εντάξει –μη δίνεις σημασία στα ντεσού, γεγονός παραμένει οτι τα κομμάτια που παίζουν αυτοί μπορούμε να τα παίξουμε κι εμείς».

«Ποιοι εμείς ρε Πίβοτ;» αγανάκτησα.

«Εγώ, εσύ, ένας ντράμερ...»

«Κι ένας αρμονίστας και μια κοπέλα με φλάουτο», συμπλήρωσα.

«Κόψε μωρέ την πλάκα».

«Δηλαδή εγώ κάνω πλάκα κι εσύ που με μια μπουρούχα ηλεκτρική και με μια ακουστική κουβαδέξ μας θεωρείς συγκρότημα μιλάς σοβαρά...»

Ο Πίβοτ πέταξε τη γόπα έξω από το παράθυρο χωρίς να σηκωθεί από το κρεβάτι μου, ανησύχησα λίγο μην την καρφώσει στην κουρτίνα, αλλά το κωλόχερο του Πίβοτ δούλευε κι εκτός μπάσκετ.

«Κάτσε ρε παιδί μου, να βάλουμε ένα πλάνο...»

Άλλαξα πλευρά στον δίσκο –μια από τα ίδια –και κάθισα στην καρέκλα απέναντί του. Άπλωσα και τα πόδια στο τραπεζάκι που είχα πεταμένα τα βιβλία μου, ήμουν έτοιμος να μιλήσουμε για μπίζνες.

«Διότι εγώ από ηλεκτρική κάτι καταφέρνω –σωστά;» ξεκίνησε ο Πίβοτ.

«Ναι, σ΄άκουσε ο Κλάπτον και το έριξε στην πρέζα», είπα εγώ.

«Τέλος πάντων, ντου ιτ γιουρσέλφ μαλάκα», νευρίασε ο Πίβοτ.

«Ε άμα το ντου γιουρσέλφ, μαλάκας θα είσαι –τι άλλο;» απόρησα.

Σύρθηκε κι έφερε τα παπούτσια του στο πάτωμα δίπλα από το κρεβάτι.

«Άσε τ’ αντικαρφώματα. Γουστάρεις να το κάνουμε το συγκροτηματάκι;»

Τον κοίταξα περιμένοντας.

«Έχω στο νου μου κάποιο παιδί που παίζει ντραμς...»

«Ποιον;»

«Το Στέργιο...»

«Ποιον Στέργιο; Το Μέταλλο;»

«Αυτόν».

«Τρελός είσαι; Αυτός θα μας τα πρήξει με Σάμπαθ, Περπλ και Ουράια».

«Όχι μωρέ, θα τον κουμαντάρουμε. Και στην τελική καλύτερα –γιατί όχι; Να έχουμε πλουραλισμό στον ήχο».

«Τι να έχουμε;»

«Πλουραλισμό».

«Α, καλά άκουσα».

Σηκώθηκα, πέταξα τη γόπα στο παρτέρι έξω από το παράθυρό μου. Και τότε μου ήρθε...

«Εγώ ρε Πίβοτ τι θα παίζω στο συγκρότημα;»

«Μπάσο».

«Μπάσο;»

«Ναι».

«Δεν ξέρω μπάσο».

«Γιατί –μήπως ο Στέργιος ξέρει ντραμς;»

«Δεν είπες ότι...»

«Είπα οτι παίζει, όχι οτι ξέρει».

«Έχει;»

«Ντραμς;»

«Ναι».

«Πού να τα βρει τα ντραμς το Μέταλλο;»

«Ε, πώς παίζει τότε;»

«Παίζει -τι το ψάχνεις τώρα;»

Γέλασα.

«Γιωργάκη έχω να διαβάσω, δεν την ψιλοκάνεις από λίγο-λίγο;»

«Τι να διαβάσεις ρε ηλίθιε;»

«Έχουμε πρόχειρο αύριο».

«Αφού θα σε πάρει πάλι ο ύπνος στο βιβλίο».

«Άλλο αυτό».

Σηκώθηκε.

«Σκέψου το πάντως».

«Καλά».

«Θα μου φέρεις αύριο την κασέτα;»

«Δεν θα προλάβω».

«Μεθαύριο τότε».

«Άντε γαμήσου, Πίβοτ».

«Με ποθείς μουνάκι και σε τρελαίνει που δε σου κάθομαι...»

Κι επιτόπου σήκωσε τους γιακάδες του τζιν του α λα Έντι Κόχραν για να κάνει εντυπωσιακή έξοδο.

Έμεινα μόνος. Έπιασα το βιβλίο της ιστορίας. Το άφησα σχεδόν αμέσως. Πού διάολο ήταν η μάνα μου; Πείναγα κιόλας.

Ξανάβαλα τον δίσκο των Ραμόνες και μου φάνηκε κάπως καλύτερος αλλά όχι καλός. Πάντως ο Πίβοτ είχε δίκιο –τα παίζαμε τα κομμάτια. Εντάξει, όχι άνετα, με κάμποσες πρόβες αλλά τους καταφέρναμε. Όσο κύλαγε η βελόνα στα αυλάκια έστηνα αυτί για να ξεχωρίσω το μπάσο. Εύκολο έδειχνε. Κι ωραίο. Έκοψα τα ανύπαρκτα πρίμα και τσιτάρισα τα μπάσα, ο ήχος μου γαργάλησε τ΄αρχίδια.

Να παίζω σε ένα συγκρότημα και να γαργαλάω αρχίδια –καθόλου άσχημη προοπτική. Άναψα τσιγάρο, καβάλησα το κάσωμα του παραθύρου, κάπνιζα χαζεύοντας τα βρομόγατα που τρίβονταν πάνω στη μάντρα. Πέρα από τη μάντρα υπήρχε ένα τριώροφο, στον δεύτερο μένανε κάτι ενοικιαστές, η κόρη τους πήγαινε Τρίτη Γυμνασίου και την είχα πάρει μάτι κάνα δυο φορές πέρσι το καλοκαίρι που κυκλοφορούσε με ένα τζιν σορτσάκι από εκείνα που ξεκινάνε λίγο κάτω από τον αφαλό και εκεί ακριβώς τελειώνουν, αλλά αυτό δεν είχε καμιά σχέση. Δηλαδή είχε σχέση και μεγάλη μάλιστα, αρκεί να την πετύχαινα την πιτσιρίκα κανένα απόγευμα στου Μπιλ του Χοντρού και να την πλάκωνα στις μπύρες αλλά σχετικά με το συγκρότημα εννοούσα. Τι σχέση θα μπορούσε να έχει η ύπαρξη της πιτσιρίκας με το καυτό σορτσάκι στο διπλανό σπίτι με το συγκρότημα που ήθελε να φτιάξουμε ο Πίβοτ; Κόντεψα να πέσω από το παράθυρο όταν το κατανόησα πλήρως. Διότι αν δεν είχαν σχέση οι γκόμενες γενικότερα, και η πιτσιρίκα που έμενε δίπλα ειδικότερα, με το να παίζεις σε συγκρότημα τότε δυσκολευόμουν να σκεφτώ τι άλλο θα μπορούσε να έχει σχέση. Άρα, συνεπάγεται και αντιστρόφως, μικρότερο ή ίσο, συν-πλην, τα συγκροτήματα είναι γκομενομαγνήτες κι αυτό μοιάζει σοβαρός λόγος για να αφιερωθεί κανείς στη μουσική. Και λέγοντας «κανείς» εννοούσα εμένα. Λέγοντας όμως «μουσική» τι ακριβώς εννοούσα;

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με την απορία.

Τις επόμενες μέρες προσπαθήσαμε να ξεμοναχιάσουμε το Μέταλλο αλλά αυτό ήταν πιο δύσκολο από οτι νομίζαμε. Βλέπεις η παρέα των Μεταλλάδων μαζί με τους παλιοροκάδες άραζε σε δικό της χώρο στο «Καπνιστήριο» κι αν έκανες να πλησιάσεις δαγκώνανε. Έστηναν και κάτι χάρχαλα παπιά, πιο βρώμικα από την ασιτία, και το παίζανε οι Ιππότες του Εξκάλιμπερ ξέρω ΄γω... Το όλο θέμα ήταν βέβαια κάτι ανοικονόμητες γκόμενες που πλένονταν με πατσουλί επειδή μάλλον φοβόντουσαν οτι το νερό θα τις εξατμίσει. Αυτές φυλάγανε μέσα στο παπόκαστρο τα φρικιά κι άντε τώρα εσύ να πλησιάσεις σε στυλ «ψάχνω ντράμερ για συγκρότημα» -θα σε καίγανε με τους Μπικ αλαλάζοντας πριν προλάβεις να πεις Σεξπίστολς. Αδιέξοδο –μέχρι να δώσει, άθελά του, τη λύση ο σκατόψυχος ο Λυκειάρχης. Κοίτα τι έγινε.

Ήταν πρωί και μετά το καθιερωμένο κράξιμο της προσευχής ετοιμαζόμασταν να πάμε στις τάξεις μας κάπως βαριοί ακόμα, κάμποσο νυσταγμένοι, ελπίζοντας να κλέψουμε ολίγο ύπνο στην παράδοση της πρώτης ώρας.

«Μην φεύγετε ακόμη», τσίριξε στο μικρόφωνο ο Λυκειάρχης.

Φρενάραμε κακόκεφοι. Ο Λυκειάρχης ήταν ένας κατίμαυρος παλιόγερος, σταφιδιασμένος σαν τον Εμπενίζερ, με ενοχλητικά ένρινη φωνή.

«Θα κατέβει ο κύριος Καρβέλας να κάνει έναν έλεγχο για κούρεμα –έχει παραγίνει το κακό, ψείρες και κορέους θα πιάσουμε εδώ μέσα», είπε.

Ακούστηκαν κάμποσες βλαστήμιες, έπεσαν και λίγες ροχάλες όσο ο γυμναστής ο Καρβέλας κατέβαινε τις σκάλες.

«Για σκασμός», προειδοποίησε.

«Άντε γαμήσου», ήρθε η απάντηση από τις πίσω σειρές.

«Ποιος μίλησε;» φούντωσε ο γυμναστής.

«Εσύ», του απάντησαν οι πίσω σειρές.

«Για σκάστε γιατί εγώ ξεριζώνω και μαλλιά και τα δίνω να τα φάτε», προειδοποίησε ο γυμναστής.

«Γι΄αυτό έχεις μείνει φαλακρός», απάντησαν οι πίσω σειρές.

«Κόφτο ρε μαλάκα», σφύριξα στον Πίβοτ.

Αλλά άμα ο άνθρωπος είναι μαλάκας....

Τον φούντωσε τον Καρβέλα κι έτσι ξεκίνησε από εμάς στις πίσω σειρές ο έλεγχος.

«Εσύ», είπε ο Καρβέλας στον διπλανό μου. «Βγες στο πλάι».

Ο διπλανός μου βγήκε.

«Εσύ», μου είπε αμέσως μετά. «Στο πλάι».

Βγήκα.

«Εσύ», είπε στον Πίβοτ.

«Τι εγώ;» απόρησε εκείνος.

«Στο πλάι».

«Γιατί;»

«Βγες ρε στο πλάι που θα ρωτήσεις κιόλας».

«Άμα δε ρωτήσω πώς θα μάθω; Έτσι δε μας λέτε στην τάξη;» το συνέχισε ο Πίβοτ.

«Βγες γαμώ το φελέκι σου», βλαστήμησε ο Καρβέλας και πέρασε στον επόμενο.

Ο Πίβοτ ήρθε σε μας με το πάσο του. Να μην τα πολυλογώ, βγήκαμε κοντά 20 άτομα για κούρεμα εκείνο το πρωινό.

«Αν αύριο δεν έρθετε κουρεμένοι θα πάρετε αποβολή», προειδοποίησε ο Λυκειάρχης.

«Να κουρευτούμε», είπε ο Πίβοτ.

«Δεν παίρνουμε καλύτερα την αποβολή; Έχω βάλει στο μάτι μια από το Β2 –πώς θα της την πέσω άμα είμαι σαν πυγολαμπίδα;» παραπονέθηκα.

«Δηλαδή δεν υπάρχουν και ωραία κουρέματα;» ρώτησε ο Πίβοτ.

Τον κοίταξα αμίλητος περιμένοντας ν΄ακούσω την ιδέα. Και δεν φτάνει που την άκουσα αλλά την εφάρμοσα κιόλας. Με αποτέλεσμα την επόμενη μέρα να σκάσουμε στο σχολείο κουρεμένοι και οι δυο μοϊκανοί –σαν τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον «Ταξιτζή» για να σου δώσω να καταλάβεις. Έγινε της Υπαπαντής στο προαύλιο –κανονικά μιλάμε. Φωνές, κράξιμο, φασαρία, πέσανε και μπόλικες σφαλιάρες. Κοιτάξαμε να αποφύγουμε την πρωινή προσευχή και χωθήκαμε κατευθείαν από τις τουαλέτες στο μπουλούκι που ανέβαινε στις τάξεις αλλά τζάμπα η προσποίηση, εκείνο το πρωί ο Λυκειάρχης δεν βγήκε να κάνει έλεγχο. Όταν μας είδε η φιλόλογος άσπρισε σα χασές, μετά της ήρθε ένα νευρικό γέλιο που προσπάθησε να το γυρίσει σε ξερόβηχα, τελικά μας διαολόστειλε στο γραφείο του Λυκειάρχη για να αποφασίσει εκείνος τι θα κάνει με την πάρτη μας. Βγήκαμε από την τάξη ηρωικά –κάμποσοι γελάγανε αλλά οι περισσότεροι μας θαύμαζαν εκείνο το πρωί.

Πήγαμε στο γραφείο του Λυκειάρχη -δεν υπήρχε ψυχή ζώσα.

«Τι κάνουμε;» ρώτησα τον Πίβοτ.

«Δεν πάμε να την πέσουμε στο προαύλιο να τον περιμένουμε; Πού να γυρνάμε στην τάξη», πρότεινε εκείνος.

Πήγαμε. Κάτω από την ακριανή μπασκέτα κάποιος είχε αφήσει μια Σπάλντιγκ κανονική, όχι απομίμηση, ο Πίβοτ κόντεψε να κατουρηθεί από τη χαρά του.

«Έλα να παίξουμε ένα μονάκι», παρακάλεσε.

«Δε γουστάρω. Λέω να την πέσω από πίσω για τσιγάρο», είπα.

«Έλα ρε μαλάκα –αφού περιμένουμε τον Λυκειάρχη».

«Τον βλέπουμε κι από πίσω».

«Μη γίνεσαι τέτοιος ρε γαμώτο».

«Δε γίνομαι –είμαι».

Διότι δεν με τρέλαινε το μπάσκετ, κάνα βολεάκι, κάνα ποδόσφαιρο -ΟΚ. Αλλά μπάσκετ....

«Παίζω εγώ», ακούσαμε μια φωνή.

Γυρίζουμε και βλέπουμε τον Στέργιο το Μέταλλο με σάρκα και δερματίνη σταυροκούμπωτο τίγκα στις κονκάρδες –ολοκληρωτικό δηλαδή. Έναν Στέργιο Μεταλλικό, φερ φορζέ, γαλβανιζέ κι όχι τίποτα φτηνές απομιμήσεις.

«Ναι να παίξουμε....» δέχτηκε ο Πίβοτ διστακτικά.

«Μονάκι», είπε το Μέταλλο.

«Εντάξει –αλλά έχουμε μια πρόταση...» μουρμούρισε ο Πίβοτ.

«Πρόταση», επανέλαβε το Μέταλλο.

Ο Πίβοτ με κοίταξε περιμένοντας βοήθεια κι εγώ βιάστηκα να κοιτάξω αλλού.

«Λέγαμε εδώ με τον Τρανζίστορα να στήσουμε ένα γκρουπάκι....» ξεκίνησε ο Πίβοτ.

«Τι γκρουπάκι;» ρώτησε το Μέταλλο.

«Γκρουπάκι ρε παιδί μου, να παίζουμε μουσική και τέτοια....»

«Και λοιπόν;» απόρησε το Μέταλλο.

«Ακούσαμε οτι παίζεις ντραμς...»

«Δεν έχω όμως»

«Αλλά παίζεις...»

«Το παλεύω».

«Τέλος πάντων, γουστάρεις να μπεις στο συγκρότημά μας;»

Το Μέταλλο μας κοίταξε από την φρεσκοκουρεμένη κορυφή μέχρι τα στραπατσαρισμένα άρβυλα που μας έκρυβαν τα άκοπα νύχια.

«Και τι μουσική θα παίζετε;» ενδιαφέρθηκε να μάθει.

«Ε, τι θα παίζουμε....»

«Νιου γουέιβ», πετάχτηκα στο άσχετο.

Γύρισαν και με κοίταξαν.

«Και πανκ», συμπλήρωσε ο Πίβοτ.

«Τσου ρε κοκόροι», κορόιδεψε ο Μέταλλος.

«Για σιγά δηλαδή –μην ξηγιέσαι...» κούμπωσε ο Πίβοτ.

«Μα, είναι μουσική αυτή;» μας τη χώθηκε ο Μέταλλος.

«Γιατί –τα καργιολίκια με τα ατέλειωτα σόλα είναι μουσική;» χώθηκε με τη σειρά του ο Πίβοτ.

«Βεβαίως και είναι», απάντησε ο Μέταλλος.

«Ναι –αλλά είναι ροκ;» μπήκα στην κουβέντα κι εγώ.

«Γαμώ τα ροκ είναι», παθιάστηκε ο Μέταλλος.

«Ροκ που παίζονται με τη συνοδεία Συμφωνικής Ορχήστρας;» ξαναρώτησα.

Ο Μέταλλος κοκκίνισε.

«Τι πάει να πει αυτό; Λες για τους Περπλ δηλαδή....»

«Μόνο οι Περπλ; Εδώ μέχρι οι Μπιτς Μπόις παίζουνε με Ορχήστρες...»

«Δεν είναι ροκ αυτό».

«Αυτά είναι φλωριές».

«Δηλαδή κακό είναι που αναγνωρίζουν τη μεγαλοφυΐα των συγκροτημάτων οι κλασσικοί;» νευρίασε το Μέταλλο.

«Κακό δεν είναι....»

«Αλλά ούτε και ροκ είναι».

«Το ροκ πέθανε –αυτοί το πεθάνανε με τις συναυλίες στα μεγάλα στάδια και τις υπερπαραγωγές...»

«Πώς θα παίξει ένα παιδί της γειτονίας ροκ όταν χρειάζεσαι ένα σκασμό λεφτά για στούντια;»

«Για καθίστε ρε μάγκες...» μπαλατζάρισε το Μέταλλο.

«Θα στο πω απλά», ανέλαβα εγώ. «Εσύ είσαι ολίγον τσουρούκι στα ντραμς –σωστά;»

«Ε, δηλαδή...» ψέλλισε το Μέταλλο.

«Επίσης δεν έχεις ντραμς κι αν καταφέρεις να αποκτήσεις πριν τα 20 θα είναι κάποιο σετ μεταχειρισμένο, σκισμένο, ξεκωλιασμένο κανονικά...» συνέχισε το μπάσιμο ο Πίβοτ.

«Και τι σημαίνουν όλα αυτά;» απόρησε το Μέταλλο.

«Σημαίνουν οτι αν θέλεις να παίξεις μουσική μόνο πανκ μπορείς να παίξεις», είπε ο Πίβοτ.

«Άντε και νιου γουέιβ», συμπλήρωσα.

«Ε, μη σώσει και παίξω τότε», φουρκίστηκε το Μέταλλο.

«Μαλακία δεν είναι;» ρώτησε με φιλικό ύφος ο Πίβοτ.

«Κι όταν δηλαδή θα με γιαουρτώνουν όλοι οι φίλοι μου άμα παίζω μαζί σας, θα είναι καλύτερα;»

«Θα είναι ρε Μέταλλο επειδή θα είσαι σε συγκρότημα».

Μας γύρισε την πλάτη –σκεφτόταν. Και τότε ο Πίβοτ αποφάσισε να ζητήσει φύλλο με 18 στο χέρι.

«Πάμε για το μονάκι μας ρε Μέταλλο;» του πρότεινε.

«Πάμε», απάντησε εκείνος.

Στα μισά για τη μπασκέτα ο Πίβοτ τον έκοψε.

«Στα 20», του λέει.

«Μέσα», αδιαφορεί το Μέταλλο.

«Κι όποιος κερδίσει αποφασίζει τι παίζουμε», πετάει στο εξίσου αδιάφορο ο Πίβοτ.

Φρενάρει το Μέταλλο που τη μυρίζεται την κομπίνα.

«Λες δηλαδή...»

«Ρε έχεις άντερα;» ανεβάζει στροφές ο Πίβοτ.

«Τώρα, τι μαλακίες...» πάει να διαμαρτυρηθεί το Μέταλλο.

Αλλά ο Πίβοτ τον κόβει.

«Όλα δικά μας φιλαράκο. Αν χάσω γινόμαστε μεταλλάδες, αφήνουμε και μαλλί μέχρι κωλοτρυπίδα, σε στέλνουμε κιόλας σε ωδείο να γίνεις Τζον Μπόναμ».

Το Μέταλλο διστάζει, κυρίως επειδή είναι έξυπνο παιδί και ξέρει οτι αυτά δεν γίνονται.

«Κωλώνεις;» του χώνεται ο Πίβοτ.

«Κόψε κάτι», τσιμπάει το Μέταλλο.

«Πάμε λοιπόν παιχταρά μου», γυρίζει πλάτη ο Πίβοτ κι αρχίζει να μπιστάει τη Σπάλντιγκ.

Δεν υπάρχει μπασκετάκιας που να μπορεί ν΄αντισταθεί στο μπίστιγμα της Σπάλντιγκ κι έτσι βρέθηκε ένα μπερδεμένο Μέταλλο να παίζει την υπόληψή του σ’ εκείνο το μονό. Παρακολουθούσα από την κερκίδα αρχίζοντας να ιδρώνω, ήξερα οτι ο Πίβοτ ήταν ασταμάτητος όταν έβρισκε το χέρι του αλλά και δεν είχα ξαναδεί το Μέταλλο να παίζει.

Αποφασίσανε να μετρηθούν «μπει-δε μπει», δοκίμασε πρώτος ο Πίβοτ και το έχασε, οπότε βρέθηκε το Μέταλλο με τη Σπάλντιγκ στο χέρι να φέρνει σβούρες. Ο Πίβοτ τον μάρκαρε έξω από τη ρακέτα αλλά μετά τον άφησε να μπει μέσα και να σουτάρει με την ησυχία του κι έτσι το Μέταλλο πήρε τον πρώτο πόντο. Στο δεύτερο μπάσιμο ο Πίβοτ τον μάρκαρε κάπως πιο δυνατά, ίσα για να τον κάνει να χάσει τη βολή. Το παιχνίδι συνεχίστηκε και μετά από λίγο ήταν 8 –3 υπέρ του Μέταλλου. Ίδρωνα πλέον ανεξέλεγκτα όσο μας φανταζόμουν ντυμένους Βίκινγκς να τραγουδάμε για τις 7 Πύλες της Κόλασης.

«Τι παίζουν εκεί πέρα; Στοίχημα;» άκουσα μια φωνή στο πλάι μου.

«Ακόμα χειρότερα», είπα χωρίς να κοιτάξω επειδή εκείνη τη στιγμή ο Πίβοτ έκανε ένα από τα γνωστά μπασίματά του και άφηνε τη Σπάλντιγκ άγγιχτη στο διχτάκι.

«Δηλαδή;» ξαναρώτησε η φωνή.

Το Μέταλλο έκλεψε τη μπάλα και πέτυχε ένα τυχερό καλάθι.

«Παίζεται το συγκρότημά μας», είπα χωρίς να πολυσκεφτώ. «Αν κερδίσει ο μαλλιάς θα γίνουμε μεταλλάδες».

«Κι αν κερδίσει ο μοϊκανός;»

«Νιου γουέιβ».

«Εντάξει, αν κερδίσει ο μοϊκανός θα γίνω τραγουδιστής σας».

Με δάγκωσε τόσο πολύ το θράσος του που γύρισα να του στρεσάρω καμιά μπουνιά και σταμάτησα να μετράω το σκορ. Γύρισα αλλά δεν τον βάρεσα. Ήταν ένα αδύνατο παιδί με όρθια άσπρα μαλλιά και κολλητό μαύρο παντελόνι.

«Ποιος πούστης είσαι εσύ για να΄χουμε καλό ρώτημα;» κούμπωσα.

«Γιώργος», μου έκανε χώνοντας το χέρι του κάτω από τη μύτη μου.

Έμεινα να κοιτάζω, μια το χέρι και μια εκείνον. Εν τω μεταξύ τα καλάθια μπαίνανε βροχή.

«Σας έχουν βγάλει έξω να περιμένετε το Λυκειάρχη», είπε ο Γιώργος κι αυτό δεν έμοιαζε καθόλου με ερώτηση.

«Κι εσένα απ’ότι βλέπω», συμπλήρωσα χωρίς να τον κοιτάζω.

«Ε ναι –είπα αφού με στέλνουν με το ζόρι για κούρεμα να τα σενιάρω και λίγο...»

«Άσπρα να μη φαίνονται οι μαύρες τρίχες και σε μικραίνουν», σχολίασα.

«Κάπως έτσι», παραδέχτηκε. «Πάντως ο Λυκειάρχης μόλις μπήκε στο γραφείο του».

«Χεστήκαμε –εδώ παίζεται το μέλλον μας», μούγκρισα θυμωμένα. Πόσο να είχε πάει το σκορ;

«Δεν θα τους πάρει πολύ απ΄ότι βλέπω», είπε ο Γιώργος.

«Πώς...» ξεκίνησα να απορώ αλλά είδα το χέρι του να δείχνει τον Πίβοτ σκυμμένο με τη μπάλα προστατευμένη όσο το Μέταλλο μάρκαρε ασφυκτικά.

«Τελευταίος πόντος», είπε ο Γιώργος.

«Μέτραγες;» ρώτησα.

«Όχι αλλά φαίνεται. Ο μαλλιάς τα δίνει όλα».

Κοίταξα καλύτερα και ένιωσα πολύ ήσυχος, επειδή τέτοια σφιχτά μαρκαρίσματα ήταν η χαρά του Πίβοτ. Όταν ένιωσε το Μέταλλο να χαλαρώνει την πίεσή του επέλεξε το μπλοκαρισμένο του δεξί πόδι για σταθερό, ξεκίνησε μισή περιστροφή βάζοντάς τον πλάτη και πριν προλάβει το Μέταλλο να καταλάβει τι συνέβαινε ο Πίβοτ βρισκόταν στον αέρα σουτάροντας.

«20-12», είπε ο Πίβοτ.

«Μας γάμησες», είπε το Μέταλλο.

«Για το καλό σου όμως», τον καθησύχασε ο άλλος.

Άφησαν τη μπάλα και μας πλησίασαν σκυφτοί.

«Το παιδί θέλει να μπει στο συγκρότημα», ανακοίνωσα εντελώς στον αέρα.

Ο Πίβοτ κοίταξε το παιδί δίπλα μου.

«Τι τάξη πας;» τον ρώτησε.

«Πρώτη», είπε το παιδί.

«Όνομα;»

«Γιώργος», είπε το παιδί.

«Κανονικό;»

«Δεν έχω», είπε το παιδί.

«Αυτό διορθώνεται», είπε ο Πίβοτ. «Παίζεις τίποτα;»

«Λίγη κιθάρα», είπε το παιδί. «Αλλά τραγουδάω».

Ο Πίβοτ έφτυσε στο τσιμέντο.

«Από μένα είσαι μέσα», είπε.

«Κανένα πρόβλημα», είπα εγώ όταν με κοίταξαν.

Γυρίσαμε τότε όλοι και περιμέναμε το Μέταλλο. Αυτός κάτι σκεφτόταν, κάπου έβοσκε.

«Τι λες κι εσύ ρε Μέταλλο;» φώναξε ο Πίβοτ.

«Για ποιο πράγμα;» απόρησε το Μέταλλο.

«Ο Γιωργάκης εδώ –μάς κάνει για τραγουδιστής;»

Το Μέταλλο σήκωσε τους ώμους αδιάφορα.

«Γιατί πρέπει να πω κάτι;» αναρωτήθηκε.

«Επειδή είσαι ο ντράμερ μας ρε βλάκα», είπα εγώ.

«Δηλαδή...» ξεκίνησε το Μέταλλο.

«Ναι ή όχι», νευρίασε ο Πίβοτ.

«Ναι –εντάξει», είπε το Μέταλλο.

«Ωραία, είσαι μέσα», είπε ο Πίβοτ στον Γιώργο.

«Δεν πάμε τώρα και στο μαλάκα να μας ρίξει τις αποβολές μας;» ρώτησα εγώ.

«Δεν πάμε καλύτερα για καμιά μπύρα στου Χοντρού;» αντιπρότεινε ο Πίβοτ.

Οι άλλοι συμφώνησαν.

Βγήκαμε από τη σιδερένια πόρτα του σχολείου σέρνοντας μπουφάν και τσάντες, ζεσταμένοι όχι από ήλιο μα από παρέα.

«Ρε μάγκες, το συγκρότημα το στήσαμε. Όνομα έχετε;» ρώτησε το Μέταλλο.

Κοιταχτήκαμε με τον Πίβοτ αμήχανα. Αυτό δεν το είχαμε σκεφτεί.

«Φάντασμα στη Μηχανή», είπε ο Γιώργος.

«Ε;» έκανε ο Πίβοτ.

«Είναι από ένα βιβλίο του Κέσλερ», είπε ο Γιώργος.

«Ποιος είναι αυτός;» απόρησε το Μέταλλο.

«Αυτός που έχει γράψει ‘Το μηδέν και το άπειρο’», είπε ο Γιώργος.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Πίβοτ.

«Όλα στην ώρα τους –μην τρελαίνεσαι», του είπε ο Γιώργος.

Τον πλεύρισα.

«Να σε ρωτήσω πιτσιρίκο –στίχους γράφεις;»

«Εσύ τι λες;» μου γέλασε ο Γιώργος.

Γέλασα με τη σειρά μου. Εκείνη τη μέρα, μέσα στον ιδρώτα και τον χειμωνιάτικο ήλιο που πάγωνε στις πλάτες μας ήμουν σίγουρος. Θα γαμούσαμε τον κόσμο όλο. Άνετα.

Σηκώνω τα μάτια από το τασάκι την κοιτάζω, βλέπω την ενόχληση στη φάτσα της –δεν θέλει να είναι εδώ. Μετράει την ώρα, σκέφτεται πόσο της μένει μέχρι να ξεμπερδέψουμε κι από πάνω αγχώνεται με το κασετόφωνο που γράφει τόση ώρα αέρα. Τη λυπάμαι –όχι πολύ, ούτε λίγο –ελάχιστα. Κι αποφασίζω να απαντήσω.

«Το Φάντασμα στη Μηχανή ήταν το αποτέλεσμα ενός  αγώνα μπάσκετ», λέω.

«Τι αγώνα μπάσκετ;» απορεί.

«Μονού», της εξηγώ.

Με κοιτάζει θυμωμένα. Δεν ξεκινήσαμε καλά.