"Τώρα το νερό είναι ίδιο με τη βενζίνη για σένα"

Ακόμα δεν έχω καταλάβει πως βγήκα ζωντανός από εκείνη την ποντικοπαγίδα. Εννοώ, αν μπορείς να το αντιληφθείς, όλο το βενζινάδικο τινάχτηκε στον αέρα, σα σκηνή αμερικάνικης ταινίας. Τη μια στιγμή έβλεπα τον πιτσιρικά με τη μάνικα στην τάπα του ρεζερβουάρ μου και την επόμενη …

Είδα την τρύπα στο έδαφος, φωτιά έγλυφε τις άκρες της και αμέσως η φωτιά ανέβηκε ψηλά, δεν μπορούσα να δω που έφτανε. Μετά άκουσα τον θόρυβο –ήδη γύριζα το κλειδί στη μηχανή. Δεν ξέρω πως έφυγα από εκείνη την ποντικοπαγίδα, μόνο αργότερα, έκοψα λίγο ταχύτητα για να δω τι με είχε χτυπήσει. Τίποτα. Ένιωθα μια χαρά και το αυτοκίνητο δεν είχε πάθει ζημιά –έτσι φαινόταν.

Δεν ήταν δικό μου το αυτοκίνητο, η εταιρεία μού το είχε δώσει για να μεταφέρω τα δέματα στους πελάτες. Κούριερ πολυτελείας. Έτρεξα σα να με κυνηγούσαν χίλιοι διαβόλοι, γιατί οι εκρήξεις ακούγονταν ακόμα. Έπιασα τον παραλιακό δρόμο από ένστικτο –λες και πέφτοντας στη θάλασσα θα γλίτωνα τη φωτιά. Ένστικτο.

Είχε περάσει περισσότερο από μια ώρα όταν τελικά αναρωτήθηκα τι συνέβη. Το φταίξιμο ήταν όλο στο βενζινάδικο –έκαναν ανεφοδιασμό και πούλαγαν βενζίνη ταυτόχρονα. Προσπάθησα να θυμηθώ αν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα μαζί με μένα –σίγουρα θα υπήρχαν. Τότε ανακάλυψα πως είχε ξεφλουδίσει το πλαστικό του τιμονιού και τα λάστιχα στα σπασμένα τζάμια είχαν λιώσει. Κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη –είχα καεί στο μέτωπο, τα μαλλιά μου ακόμα άχνιζαν. Μετά ένιωσα τη μυρωδιά, λες και χρειαζόταν να το δω πρώτα, για να το μυρίσω. Μάλλον λιποθύμησα.

Συνήλθα ακούγοντας χτυπήματα στο παρμπρίζ. Άνοιξα τα μάτια και είδα το κοριτσάκι να χτυπάει διστακτικά. Έβγαλα το κεφάλι από το παράθυρο.

«Κύριε είσαστε καλά;»

Μούγκρισα.

«Θέλετε να φωνάξω τη μητέρα μου;»

Όχι. Δεν ήθελα, ήμουν μια χαρά. Έγνεψα στο κοριτσάκι και άνοιξα την πόρτα. Μια ζέστη, ίδια μέσα στο αυτοκίνητο, ίδια έξω από αυτό. Στον δρόμο δίπλα στη θάλασσα. Το στόμα μου ξερό, πήρα το εμφιαλωμένο που μου έδωσε η μικρούλα και ήπια νιώθοντας ένοχος. Δεν ήθελα να της το στερήσω. Αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω –το ήπια όλο τελικά.

«Πως σε λένε;» τη ρώτησα.

«Δήμητρα», απάντησε κοιτάζοντας το άδειο μπουκάλι.

«Ευχαριστώ πολύ Δήμητρα. Τώρα είμαι καλύτερα –πρέπει να φύγω».

Πήρα το δρόμο προς το βουνό, από ανάγκη δροσιάς. Η παραλία βούλιαζε στην αποπνικτική ζέστη που κουβαλούσαν οι καπνοί της έκρηξης. Πόσο μακριά ήταν το βενζινάδικο; Δεν ήθελα να ξέρω. Και η μέρα έπαιρνε να τελειώνει.

Όπως ακριβώς και η βενζίνη στο αυτοκίνητό μου.

Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου ξεφυλλίζοντας τον χάρτη μου. Είχα την πρόθεση να πάω το δέμα στον πελάτη γιατί όταν βγαίνουμε από μια καταστροφή προσπαθούμε απεγνωσμένα να ξαναφέρουμε πίσω τις φυσιολογικές συνθήκες. Αλλά δεν θυμόμουν τη διεύθυνσή του –έπρεπε να κοιτάξω τα σχετικά έγγραφα και μετά να συμβουλευτώ τον χάρτη της περιοχής. Το ανέβαλα πηγαίνοντας στην παραλία, ήταν αναγκαστικό, το ανέβαλα ανεβαίνοντας προς το βουνό, ήταν αναπόφευκτο. Ο πιτσιρικάς με τη μάνικα στο ρεζερβουάρ μου …. δεν πρόλαβε, φαίνεται, να βάλει βενζίνη. Τι απέγινε; Κοίταξα τριγύρω.

Δεν είχα βενζίνη για περισσότερο από 5-6 χιλιόμετρα, το αυτοκίνητο ήδη κλώτσαγε καίγοντας τα βρώμικα κατακάθια. Και κοίταξα τριγύρω για μια ακόμα φορά. Μετά, βγήκα έξω, κλειδώνοντας το αμάξι και αποφάσισα να κάνω μια αναγνωριστική βόλτα, ξεκουμπώνοντας το πουκάμισό μου. Έπρεπε να βρω ένα σπίτι, κάποιον περαστικό, πληροφορίες –αν δεν ήθελα να περάσω τη νύχτα στο βουνό, παρέα με το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο. Και σκούπισα δυο σταγόνες ιδρώτα που έτσουζαν το μέτωπό μου.

Είδα το σπίτι μετά από ένα χιλιόμετρο περπατήματος. Φώναζε από μακριά –εγκατάλειψη –αλλά είπα να δοκιμάσω την τύχη μου γιατί η ώρα περνούσε. Ήταν, ή αυτό, ή θα γύριζα πίσω στο αμάξι. Να έχω τουλάχιστον κάτι πάνω από το κεφάλι μου για τη νύχτα.

Έσπρωξα την ψηλή καγκελόπορτα και αμέσως πάτησα σε μια πηχτή λίμνη, καλυμμένη από σάπια φύλλα. Βλαστήμησα το βρωμόνερο που μπήκε στα παπούτσια μου, αλλά συνέχισα να περπατάω. Είχα πάντα τον φόβο των σκυλιών, κάθε φορά που έμπαινα σε ξένο σπίτι, ειδικά αν υπήρχε αυλή –περίμενα το αγριόσκυλο να πεταχτεί από τη γωνία. Έτσι και τώρα. Περπάτησα κοιτάζοντας τριγύρω. Τίποτα απολύτως. Κανένα σύρσιμο στο απεριποίητο χορτάρι -πέρασα δίπλα από μια πισίνα. Άδεια από νερό, γεμάτη καρέκλες και τραπέζια κήπου. Βρώμικη.

Ανέβηκα τα σκαλιά μέχρι την κλειστή πόρτα. Ήταν άραγε ακατάλληλη η ώρα; Θα ενοχλούσα; Κοίταξα το ρολόι μου που είχε σταματήσει στις 12:27. Χτύπησα και έπνιξα ένα γέλιο γιατί θυμήθηκα το ανέκδοτο που κατέληγε «βρε δε γαμιέσαι, εσύ κι ο γρύλος σου;»

Το κουδούνι ακούστηκε μέσα στο σπίτι σαν καμπάνα που κατρακυλάει σε πλακόστρωτο. Έκανα δυο βήματα πίσω –ξαφνιασμένος. Μετά ξαναχτύπησα.

Ο άνθρωπος που φάνηκε στο άνοιγμα της πόρτας ήταν περίπου στην ηλικία μου. Σαραντάρης. Με προχωρημένη φαλάκρα κι ένα στομάχι που ξεχείλιζε κάτω από μπλούζα με στάμπα, μάλλον των Led Zeppelin. Δεν μπορούσα να διακρίνω καλά γιατί τα γράμματα είχαν σβηστεί από τα πλυσίματα –απλά η εικόνα μού φάνηκε γνωστή.

«Τι θέλετε;»

Ο άντρας αυτός ήταν σαστισμένος. Με κοίταζε σα μικρό παιδί που το έπιασαν να τραβάει μαλακία. Ένιωσα άβολα καθησυχασμένος. Πάντα φοβόμουν τις κλειστές πόρτες, οτιδήποτε μπορεί να ξεπηδήσει πίσω από αυτές –εντάξει, ο άντρας δεν ήταν απειλή, αλλά φαινόταν να τον ενοχλώ.

«Το αυτοκίνητό μου έμεινε από βενζίνη. Μήπως ξέρετε κάποιο βενζινάδικο εδώ κοντά;»

Έξυσε το κεφάλι του φανερώνοντας μια ιδρωμένη μασχάλη.

«Έχει ένα εκεί κάτω. Πριν την παραλία».

Γέλασα.

«Ναι το ξέρω. Υπάρχει κανένα άλλο;»

«Τι;»

«Το βενζινάδικο πριν την παραλία έχει πάρει φωτιά. Ήμουν εκεί και το είδα …»

«Φωτιά;»

Κούνησα το κεφάλι.

«Μπαμπά; Μπαμπάααααα»

Ο άντρας εξαφανίστηκε στο εσωτερικό του σπιτιού μέσα από κάποιον μισοφωτισμένο διάδρομο. Έμεινα στην πόρτα σαν ηλίθιος. Μάλλον έπρεπε να φύγω αλλά δεν ήξερα που να πάω. Και άρχιζε να νυχτώνει. Γι΄αυτό περίμενα ακίνητος.

Σε λίγο εμφανίστηκε ένας γέρος –ο «μπαμπάς» κι εγώ προσπάθησα να μη γελάσω βλέποντάς τον. Δεν είχε τίποτα αστείο ο άνθρωπος, αλλά οι φωνές του άντρα … του «μικρού» … έβηξα για να συγκρατηθώ.

«Τι συμβαίνει κύριε;»

«Όπως είπα στον … (λάθος ξεκίνημα κουβέντας, θα με έπιαναν τα γέλια) … τέλος πάντων … έμεινα από βενζίνη. Ξέρετε κανένα άλλο βενζινάδικο …»

«Τι έγινε στο δρόμο; Ακούσαμε εκρήξεις».

«Το βενζινάδικο … μάλλον έκαναν ανεφοδιασμό όσο έβαζαν βενζίνη … ανατινάχτηκε …»

Ο γέρος με πλησίασε εξεταστικά.

«Μα εσείς έχετε καεί!»

Θυμήθηκα το μέτωπό μου. Είχε δίκιο.

«Περάστε μέσα παρακαλώ. Περάστε να σας βάλουμε λίγο πάγο … κάτι …»

Δίστασα.

«Μα ελάτε! Μην αργείτε».

Τον ακολούθησα σε ένα σπίτι γεμάτο έπιπλα σκεπασμένα με λευκά σεντόνια. Και βαριά φωτιστικά. Παλιό σπίτι. Το μόνο κοινό που είχε με τον κήπο ήταν η εγκατάλειψη. Διαφορετικής μορφής, αλλά τη μύριζες στον αέρα. Ανακατεμένη με την κλεισούρα των κλειστών παράθυρων.

«Καθίστε», μου έδειξε έναν καναπέ.

Σωριάστηκα, παρασέρνοντας το λευκό σεντόνι –ήμουν, μάλλον, χειρότερα από ότι έδειχνα. Ο γέρος χάθηκε μέσα στο σπίτι και γύρισε με μια βρεγμένη πετσέτα. Ανακουφίστηκα, ενώ, ταυτόχρονα, ένιωθα τα πόδια μου να λύνονται. Ζήτησα νερό.

Όσο έπινα, τόσο διαλυόταν το στομάχι μου –είναι δύσκολο μερικές φορές να βρεις τις δυνάμεις σου. Ο γέρος καθόταν απέναντί μου αμίλητος.

«Ευχαριστώ», κατάφερα να πω.

Χαμογέλασε ήσυχα. Τώρα που τον πρόσεχα ήταν συμπαθητικός. Περιποιημένος. Ένας ψηλός, αδύνατος άντρας που καμπούριαζε από τα χρόνια.

«Ψάχνατε άλλο βενζινάδικο ε; Δεν νομίζω ότι θα βρείτε τίποτα. Όχι τέτοια ώρα τουλάχιστον …»

«Μα τότε …», άφησα κι εγώ τη φράση μου μισή. Κυρίως γιατί δεν ήξερα τι να προσθέσω.

«Μείνετε εδώ το βράδυ. Αύριο θα δούμε τι θα γίνει».

«Ευχαριστώ δεν χρειάζεται. Φτάνει να καλέσουμε ένα ταξί, τηλεφωνικά …»

«Δεν έχουμε τηλέφωνο. Και δεν υπάρχουν άλλα σπίτια εδώ κοντά όπως θα είδατε».

Ναι, αυτό το είχα δει.

Ο γέρος έστρωσε τραπέζι με κάτι θαμπά μαχαιροπήρουνα –και κρέας ψητό. Εγώ είχα κάποιο πρόβλημα βραδύτητας, λες και τα μέλη του κορμιού μου χρειαζόταν να ακούσουν την εντολή για να την εκτελέσουν. «Σήκω», «περπάτα», «πιάσε» -δεν το φώναζα βέβαια, απλά το έριχνα μέσα στο κεφάλι μου σαν λαστιχένιο μπαλάκι. Που γκέλαρε στα τοιχώματα πριν φτάσει τον στόχο. Έτσι έτρωγα κι έτσι κατάπινα αργά το άνοστο φαγητό. «Κατέβασέ το», «πιες νερό» και το νερό μύριζε μέταλλο. Μετά ο γέρος έβαλε κρασί –τα πράγματα έγιναν καλύτερα. Ήπια σχεδόν αυτόματα.

Απέναντι μου καθόταν ο άντρας με το ξεθωριασμένο μπλουζάκι, έτρωγε χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το πιάτο.

«Θέλετε λίγες πατάτες ακόμα κύριε …»

« Άρης Μαλτέζος», αποκάλυψα με αχρείαστη σεμνότητα.

«Χάρηκα πολύ», χαμογέλασε ο γέρος. Πρόσεξα ότι καθυστέρησε κάπως στις συστάσεις, το σκέφτηκε λίγο πριν προσθέσει -«αυτός είναι ο γιος μου ο Στέφανος … κι εγώ είμαι … ο …»

«Ο πατέρας μου», επενέβη μπουκωμένος ο Στέφανος.

«Χάρηκα», είπα ήσυχα.

«Ο Στέφανος είναι ζωγράφος. Μετά το φαγητό θα χαρεί πάρα πολύ να σας δείξει τους πίνακές του», χαμογέλασε ο γέρος.

«Α …», έκανα. Τι άλλο να έκανα δηλαδή;

Όταν τελειώσαμε το φαγητό βγήκαμε σε μια μεγάλη βεράντα για καφέ. Ο γέρος μίλησε για το σπίτι, την ιστορία του –ανήκε στην οικογένεια τις τελευταίες τρεις γενιές, το χρησιμοποιούσαν για εξοχικό πριν έρθουν να εγκατασταθούν μόνιμα –τη δυσκολία να το συντηρήσεις. Έδειξε τον κήπο για να επιβεβαιώσει τα λόγια του. Αν και δεν χρειαζόταν.

Μετά, σηκώθηκε, ζήτησε συγνώμη και μας καληνύχτισε. Η ώρα ήταν περασμένη και οι γέροι άνθρωποι χρειάζονται τον πρώτο ύπνο της νύχτας, γιατί όταν ξημερώνει ξυπνάνε –κάπως έτσι τα είπε. Μείναμε με τον Στέφανο, εγώ κάπνιζα μπροστά στα κατακάθια του καφέ κι αυτός εξακολουθούσε να κοιτάζει, αμίλητος, κάποιο σκελετωμένο δέντρο.

«Θέλεις να μου δείξεις τους πίνακές σου;» ρώτησα για να σπάσω τη μουγκαμάρα.

Δεν ήταν ότι καλύτερο –το κατάλαβα αμέσως.

«Εεεε, αν δεν βαριέσαι … και …», ο Στέφανος ίδρωνε.

«Όχι καθόλου. Ελπίζω να μη σε φέρνω σε δύσκολη θέση».

Με διαβεβαίωσε πως δεν τον έφερνα και διασχίσαμε το μισό σπίτι. Μέχρι την πίσω πλευρά, ένα ακόμα καθιστικό δίπλα σε μια κλειστή πόρτα.

«Τι είναι εδώ;» έδειξα.

«Η βιβλιοθήκη του μπαμπά».

Μπήκαμε στο καθιστικό. Ο Στέφανος άναψε το φως και είδα τους τοίχους γεμάτους από πίνακες. Δεν ξέρω πολλά από τέχνη, σχολές, στυλ … Αυτά που έβλεπα έμοιαζαν με τοπία. Εξοχή και μετά πόλη και πιο κάτω λεωφόροι με λίγα αυτοκίνητα. Πλησίασα κάποιους πίνακες –ήμουν πολύ κουρασμένος, το ένιωθα να φουσκώνει στο στόμα μου, σαν χασμουρητό. Δεν ξέρω πολλά από τέχνη και αυτοί οι πίνακες μου φάνηκαν σκέτες μαλακίες. Βαρετοί. Μέχρι που είδα πως, σε όλους υπήρχε μόνο μια γυναίκα –κανένας άλλος άνθρωπος δεν απεικονιζόταν. Φαινόταν η πλάτη της δίπλα σε ένα δέντρο του βουνού, φαίνονταν τα μαλλιά της να ανεμίζουν από το παράθυρο ενός αυτοκινήτου, η σιλουέτα της καθώς πήγαινε προς τη θάλασσα. Σε έναν πίνακα, αυτόν που έδειχνε σπίτια στην πόλη, φαινόταν η σκιά της μέσα από κάποιο φωτισμένο παράθυρο.

«Όμορφοι είναι», είπα από ευγένεια. «Κι αυτή η γυναίκα …»

«Δεν υπάρχει καμιά γυναίκα», είπε σιγά ο Στέφανος.

«Μα … αφού τη βλέπω. Εδώ κι εδώ …»

«Δεν είναι γυναίκα», είπε νευρικά ο Στέφανος.

Στ΄αρχίδια μου. Αν ο τρελάκιας δεν έβλεπε γυναίκα, εγώ δεν είχα κανένα πρόβλημα. Νεράιδα; Ιπποπόταμος; Εξωγήινος; Ότι ήθελε –εγώ χρειαζόμουν μόνο ένα κρεβάτι να πέσω ξερός.

«Νύσταξες; Να σου δείξω το δωμάτιό σου», πρότεινε ο Στέφανος.

«Ναι, αν θέλεις. Ήταν κουραστική μέρα».

Άνοιξε την πόρτα και κοντοστάθηκε.

«Είδες πράγματι γυναίκα μέσα στους πίνακες ή …;»

«Ναι, έτσι νόμισα. Ότι την είδα», είπα κουρασμένα.

«Δεν υπάρχει γυναίκα», μουρμούρισε οδηγώντας με σε κάποιο δωμάτιο του πρώτου ορόφου.

Ήμουν σίγουρος πως θα αποκοιμηθώ πριν το κεφάλι μου ακουμπήσει στο ξεθωριασμένο μαξιλάρι. Αλλά δεν έγινε έτσι. Έφταιγε το παράθυρο που έμπαζε φεγγάρι στο δωμάτιο, έφταιγε το δωμάτιο που κουδούνιζε ησυχία, έφταιγε … Σηκώθηκα, άναψα το φως. Στον απέναντι τοίχο ένας πίνακας –τοπίο με ψηλά δέντρα και ομίχλη στο βάθος. Αν αφαιρέσεις την ομίχλη, έμοιαζε με κάποιον από τους πίνακες του Στέφανου. Κι αν προσθέσεις τη γυναίκα –βέβαια. «Δεν υπάρχει γυναίκα», εντελώς ψυχάκιας ο τύπος! Ξάπλωσα και με πήρε ο ύπνος ανήσυχα.

Οι κορμοί ενός δάσους –εκεί που τα φυλλώματα των δέντρων έκρυβαν το φως. Προχώρησα στα τυφλά, με τα χέρια προτεταμένα. Προσέχοντας μην μπλεχτούν τα πόδια μου στις ρίζες. Κάτι ανάσαινε δίπλα μου, ασθματικά. Μπορεί να ήμουν εγώ. Ποτέ όμως δεν υπέφερα από άσθμα!

Τα παπούτσια μου είχαν γεμίσει άμμο –κατηφόριζα προς τη θάλασσα που ανάσαινε ασθματικά μπροστά μου. Είχα την εντύπωση πως δεν κουνιόμουν από τη θέση μου, βούλιαζα στην άμμο αντί να περπατάω, είχα την εντύπωση. Αλλά έφτασα εκεί που το νερό έδενε το χώμα κι έτρεξα δίπλα από την ασθματική ανάσα.

Ένα λεωφορείο φύσηξε τα μαλλιά μου καθώς πέρασε δυο πόντους από τη μύτη μου. Δυο πόντους! Φώναξα αδειάζοντας σκέτο αέρα. Μάταια -το λεωφορείο είχε ήδη εξαφανιστεί –η ασθματική ανάσα πεταγόταν σαν καπνός από κάποιο φρεάτιο. Μάλλον.

Προχώρησα σε ένα σκοτεινό δρόμο και δεν μπορούσα να καταλάβω αν βρίσκομαι σε πόλη ή στην ύπαιθρο. Και προχώρησα νιώθοντας την ασθματική ανάσα στο σβέρκο μου. Δεν έβλεπα φως, τίποτα μπροστά μου, αλλά ήμουν σίγουρος πως κάτι υπήρχε γι΄αυτό προχωρούσα. Με τα παπούτσια γεμάτα νερό.

Έφτανα στην ασθματική ανάσα, το ένιωσα γιατί ακουγόταν τώρα, πολύ πιο δυνατά. Σα να φούσκωνε ο αέρας πάνω από τα κτίρια –και συνέχεια δυνάμωνε, μέχρι που τυφλώθηκα από ένα φως, άσπρο έβλεπα, αλλά κίτρινο θα έπρεπε να είναι το φως.

Και το βενζινάδικο τινάχτηκε στον αέρα μη αντέχοντας το βάρος της ασθματικής ανάσας.

Ξύπνησα.

Κατέβηκα τις σκάλες ξυπόλητος, ψηλαφιστά. Είχε πάρει να ξημερώνει αλλά οι κλειστές γρίλιες των παραθύρων δεν άφηναν το φως να μπει. Διψούσα, αυτό ήταν το θέμα. Είχε στεγνώσει το στόμα μου, αλλά, τουλάχιστον δεν άκουγα εκείνη την ασθματική ανάσα πάνω μου –απορούσα κιόλας. Πως ήταν δυνατό να τη νιώθω αλλά να μην τη μυρίζω; Τα πόδια μου κολυμπούσαν στον πηχτό αέρα –είναι δύσκολο να περπατήσεις στο σκοτάδι.

«Δεν έχουν ύπνο οι διψασμένες ψυχές –έτσι δεν είναι κύριε Μαλτέζο;»

Χρειάστηκε να μιλήσει για να τον διακρίνω -χωμένο στην πολυθρόνα. Δεν κρατούσε τίποτα στα χέρια του –λες και με περίμενε ισιώνοντας τα άσπρα μαλλιά του.

«Για να το λέτε …», είπα σιγά, γιατί ντρεπόμουν που ήμουν ξυπόλητος.

«Καθίστε εδώ», μου έδειξε μια πολυθρόνα απέναντι στη δική του. Όσο συνήθιζαν τα μάτια μου στο σκοτάδι παρατηρούσα πως τα έπιπλα δεν ήταν πια σκεπασμένα με σεντόνια. Κάθισα. Στο διπλανό τραπεζάκι με περίμενε ένα σταχτοδοχείο, οπότε άναψα και τσιγάρο.

«Θα αναρωτιέστε γιατί δεν σας είπα το όνομά μου», είπε ο γέρος αφηρημένα.

«Όχι ιδιαίτερα. Δεν με αφορά κιόλας».

«Κι όμως κύριε Μαλτέζο. Επειδή ακριβώς σάς αφορά δεν σάς το είπα».

Τον άφησα να συνεχίσει, δεν υπήρχε τίποτα να πω άλλωστε.

«Τι δουλειά κάνετε;» ρώτησε χωρίς να τον απασχολεί η απάντησή μου, είχα την αίσθηση.

«Μεταφέρω …», έψαχνα να βρω τη σωστή λέξη –για κάποιο λόγο δεν ήθελα να πω απλά ότι είμαι κούριερ. Έστω πολυτελείας.

«Ελπίδες κύριε Μαλτέζο; Διάψευση προσδοκιών; Απόγνωση που προσπαθεί να γεφυρώσει τις αποστάσεις; Ή σκέτα έγγραφα που πιστοποιούν μονάχα τη βεβαιότητα;»

«Απ΄όλα», παραδέχτηκα.

«Έχετε ένα δέμα για μας κύριε Μαλτέζο –κάνω λάθος;»

«Έχω ένα δέμα, αλλά θα πρέπει να ελέγξω τα έγγραφά μου. Αλλιώς …»

«Πιστέψτε με κύριε. Το δέμα που πρέπει να παραδώσετε απευθύνεται σε μας κι αυτός ήταν ο λόγος που δεν έπρεπε να το αναφέρετε προηγουμένως. Βλέπετε …»

Σώπαινα με αυξημένη περιέργεια.

«Βλέπετε κύριε Μαλτέζο … αυτός που στέλνει, δεν λαμβάνει ποτέ υπόψη την κατάσταση του παραλήπτη. Μπορεί να ζήτησες, αλλά μπορείς να παραλάβεις; Έχεις το σθένος; Σας απασχόλησε ποτέ αυτό κύριε Μαλτέζο;»

«Όχι», παραδέχτηκα.

«Ήμουν σίγουρος», χαμογέλασε ο γέρος. «Θα ψήσω καφέ -να κάνω και για σας;»

Έκαψα τη γλώσσα μου, πάντα το παθαίνω με τον ελληνικό καφέ. Ο γέρος κάθισε πάλι στη θέση του, αφού με είχε σερβίρει, χαμογελαστός.

«Ο Στέφανος πάντα ήταν χαρισματικό παιδί. Περίεργο, αντικοινωνικό θα μπορούσα να πω –αλλά δεν ήταν έτσι. Απλά καλλιτέχνης. Ξέρετε τι ορίζει την καλλιτεχνική φύση κύριε Μαλτέζο; Η διαφορετική ματιά –ελάτε τώρα, κοινότυπο είναι. Όλοι το ξέρουν! Αλλά ελάχιστοι το κατανοούν. Γιατί αν ποτέ δεν έχεις δει, αν έχεις μόνο διαβάσει, αναλύσει –αλλά ποτέ δεν έχεις δει … Πως μπορούμε να εξηγήσουμε το θαύμα της όρασης στους εκ γενετής τυφλούς κύριε Μαλτέζο; Και πώς να τους πούμε ότι αυτό το θαύμα είναι σκέτος εφιάλτης τελικά;»

Το φλιτζάνι ακούμπησε στα χείλη του και μετά αντικαταστάθηκε από ένα ποτήρι νερό –σχεδόν χωρίς να διακρίνεται άλλη κίνηση. Προσπαθούσα να παρακολουθήσω τα λόγια του, αλλά με ενοχλούσε η αναπνοή μου. Είχε γίνει βαριά στο βάθος του λαιμού κι έβγαινε σφυριχτά από τα ρουθούνια μου. Δυσκολευόμουν ακόμα και να τον ακούσω κάποιες στιγμές. Η αναπνοή μου.

«Η ζωή κύριε Μαλτέζο –η ζωή μάς αναγκάζει να χλευάζουμε τους ξεχωριστούς ανθρώπους. Τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε; Να τους μιμηθούμε; Αδύνατον –γι΄αυτό, άλλωστε, είναι ξεχωριστοί. Να αναπτύξουμε τη δική μας διαφορετικότητα; Ας γελάσω! Αλλά είναι εύκολο να τους χλευάσουμε, να τους μηδενίσουμε και στο τέλος –προσοχή κύριε Μαλτέζο –στο τέλος, όταν πλέον έχουμε πείσει τους εαυτούς μας για τη μηδαμινότητά τους, τότε μπορούμε σίγουρα να τους λιθοβολήσουμε. Κι αυτό κάνουμε».

«Δεν είμαι σίγουρος πως καταλαβαίνω …», η νωθρότητα είχε απλωθεί μέχρι τα μάτια μου πλέον. Έφταιγε, ίσως, που είχα κοιμηθεί λίγο -έβλεπα παντού σκιές και άκουγα αποσπασματικά. Βαριά ανάσα του μισοκοιμισμένου.

«Θα καταλάβετε κύριε Μαλτέζο όταν μας παραδώσετε το δέμα. Είσαστε αυτός που θα τοποθετήσει την τελευταία πέτρα, αυτός που θα κλείσει την τελευταία χαραμάδα, οδηγώντας τον Στέφανο σε ασφυξία. Μα … μην ταράζεστε … Δεν φταίτε σε κάτι. Κάποιος θα το έκανε –κάποτε».

Τώρα πια ζαλιζόμουν. Ο καφές –τι είχε μέσα ο καφές; Δεν έφταιγε ο καφές, εγώ έχανα τις αισθήσεις μου, από μέσα προς τα έξω. Προσπάθησα να ελέγξω την αναπνοή μου, μάλλον μούγκρισα ψάχνοντας για νέο αέρα. Ήταν κλειστοφοβικά εδώ.

Αποκοιμήθηκα στην πολυθρόνα παραδομένος. Μάλλον.

«Ξύπνα, ξύπνα γρήγορα!»

Άνοιξα τα μάτια ενοχλημένος. Είχε ήλιο έξω από κάποιον βιτρώ φεγγίτη. Ο Στέφανος με ταρακουνούσε.

«Ξύπνα! Πρέπει να πάμε μέχρι εκεί που έχεις το δέμα. Άκουσα … εσύ το έχεις. Πρέπει να πάμε τώρα».

«Δε νομίζω οτι μπορώ. Δεν αισθάνομαι καλά …»

«Θα σου περάσει. Με τον φρέσκο αέρα θα σου περάσει, σήκω σε παρακαλώ!»

Ένευσα κουρασμένα και ελευθέρωσα το μουδιασμένο μου πλευρό από την πολυθρόνα.

Οι κάλτσες μου ήταν ακόμα βρεγμένες, έτσι δεν με ενόχλησε που ξαναβούτηξα στη κρυμμένη λακκούβα κάτω από τα σάπια φύλλα. Προχωρούσα βιαστικός για να τον φτάσω. Κι αυτός δεν κοίταζε πίσω του –σίγουρος πως ακολουθώ. Βγήκαμε στον χωματόδρομο ενώ τα αδέσποτα σκυλιά αλυχτούσαν με την ουρά κάτω από τα σκέλια στο πέρασμά μας. Δεν με ενοχλούσε πλέον η αναπνοή μου γιατί τον άκουγα να ασθμαίνει –δυο βήματα πιο μπροστά –κι έτσι διέκρινα τον δρόμο.

Σταματήσαμε σε μια διακλάδωση που δεν είχα προσέξει την προηγούμενη μέρα.

«Από πού;» με ρώτησε.

«Δεν θυμάμαι», παραδέχτηκα.

«Εντάξει, μπορώ να το βρω», είπε ξεκινώντας.

Ακολούθησα.

Σταματήσαμε όταν τα βάτα μας έκοψαν τον δρόμο. Πατήσαμε προσεκτικά κάποιες σωριασμένες φραγκοσυκιές που έμοιαζαν να ουρλιάζουν υγρά κάτω από τις σόλες μας. Κάθισε ανακούρκουδα και δεν είχα τι άλλο να κάνω, παρά να τον μιμηθώ.

«Οι άνθρωποι φοβούνται», είπε απαλά. «Αν τους μιλήσεις γι΄αυτό που βλέπεις πάνω τους –φοβούνται. Ξέρουν πως είναι και τι είναι, αλλά φοβούνται όταν το βλέπει ο άλλος. Θέλουν να μιλάνε μόνο για πράγματα που δεν τους αφορούν».

Τον κοίταξα. Δεν μιλούσε σε μένα –ήμουν σχεδόν βέβαιος.

«Έχεις προσπαθήσει να πιάσεις τα όνειρα πάνω από τα βλέφαρα των ανθρώπων; Είναι εκεί και τα νιώθουν, κλείνουν τα μάτια για να τα δουν. Αν προσπαθήσεις να τα πιάσεις –γιατί είναι εύκολο για σένα –και να τους τα προσφέρεις σε μια ανοιχτή χούφτα … οι άνθρωποι ακόμα κι αυτό το φοβούνται. Θα σε πουν κλέφτη ακόμα κι αν τους δώσεις νερό όταν διψάνε. Δεν θέλουν να τους δώσεις νερό, θέλουν να τους εμποδίσεις. Για να σε πουν κλέφτη. Έτσι κι αλλιώς … Δεν θέλουν να δουν τα όνειρά τους όσο είναι ξύπνιοι για να μην τα δεις κι εσύ μαζί τους. Θα σε πουν ψεύτη αν τους τα δείξεις, θα σε πουν ψεύτη έτσι κι αλλιώς».

«Αυτό έκανες εσύ;» ρώτησα.

«Όχι δα! Εγώ ήθελα όντως να τους κλέψω τα όνειρα και ήθελα να πιω το νερό τους. Για να γλιτώσω από τα δικά μου όνειρα, ζήτησα να πάρω τα δικά τους, αλλά με είδαν. Και τα είδαν. Τι να έκανα δηλαδή; Προσπάθησα να τους κοροϊδέψω, αλλά δεν τα κατάφερα. Έκανα λάθος λέγοντάς τους το πιο αληθοφανές ψέμα –δεν τα πιστεύουν αυτά οι άνθρωποι. Ήμουν αδέξιος κλέφτης και αμήχανος ψεύτης».

«Κι εκείνη η γυναίκα; Προσπάθησες να την κοροϊδέψεις κι αυτή;»

«Δεν υπάρχει γυναίκα», τράβηξε νευρικά τις άκρες της μπλούζας του. «Είσαι μεταφορέας έτσι; Η δουλειά σου είναι να φέρνεις πράγματα –γιατί θέλεις τώρα να πάρεις κάτι από μένα; Πήγαινέ με στο δέμα, θα δεις πως είναι δικό μου!»

Σηκώθηκε.

«Πάντα υπάρχει μια γυναίκα», μουρμούρισα, αλλά δεν με άκουσε.

«Πρέπει να γυρίσουμε πίσω και να πάρουμε τον άλλο δρόμο –κάναμε λάθος», είπε ελευθερώνοντας το παπούτσι του από κάτι ρίζες αναρριχητικών.

Περπατήσαμε κόντρα στον ήλιο και τα μάτια μου γέμισαν λευκή απόγνωση. Ποτέ δεν θα φτάναμε –πουθενά. Τα πόδια μου κουνιόντουσαν αλλά δεν προχωρούσα, χαράζοντας την ίδια γραμμή στο χώμα με την άκρη του κορδονιού μου που είχε λυθεί, φίδιαζε γλύφοντας τον χωματόδρομο –αλλά δεν είχα δύναμη να το δέσω. Τα παπούτσια μου γέμισαν άσπρη λεπτή σκόνη.

Περπατήσαμε χωρίς να ξέρουμε που πάει ο δρόμος γιατί ήμασταν ο καθένας μόνος του. Λύγισαν τα γόνατά μου.

«Αυτό δεν είναι;»

Προσπάθησα να κοιτάξω εκεί που έδειχνε ο Στέφανος. Υπήρχε ένα αυτοκίνητο, τρέκλισα φτάνοντάς το και παραλίγο να κόψω το χέρι μου στο σπασμένο τζάμι. Αυτό ήταν.

«Ναι, αυτό είναι», παραδέχτηκα σα να είχα ηττηθεί.

«Δώσε μου το δέμα», ούρλιαξε σχεδόν.

Τον κοίταξα.

Έσταζε ιδρώτα.

Ήμουν ο μεταφορέας, αυτός ήμουν τελικά. Και μάλιστα πολυτελείας. Τίναξα τη σκόνη από τα ρούχα μου, έσκυψα να δέσω το κορδόνι μου και τα κατάφερα. Όσο σηκωνόμουν το παρακολουθούσα να ξαναλύνεται από μόνο του. Αλλά δεν πτοήθηκα –ήμουν ο μεταφορέας.

«Πως ονομάζεστε κύριε;» ρώτησα φορώντας κάποιο υπηρεσιακό χαμόγελο, ενώ έκανα τον γύρο του αυτοκινήτου για να ανοίξω το πορτ μπαγκάζ. Μέσα περίμενε το δέμα –όχι κάτι ιδιαίτερο –ένας φάκελος μεγέθους Α4, σχετικά παραφουσκωμένος. Τον πήρα στα χέρια μου –«πως ονομάζεστε κύριε;» Ξαναρώτησα.

«Εεε, Στέφανος … Φερεκίδης … του …»

«Λυπάμαι κύριε, το πακέτο έχει αποσταλεί στον κύριο Αριστοτέλη Φερεκίδη. Υποθέτω πως είναι ο …»

«Μπαμπά …», ψέλλισε ο άντρας απέναντί μου.

«Ναι, αυτό εννοώ. Στον πατέρα σας έχει σταλεί το δέμα …»

«Μπαμπά …», δεν με κοίταζε καν.

«Δώστε το δέμα στον Στέφανο κύριε Μαλτέζο. Σας είχα ήδη μιλήσει για την τελευταία πέτρα, την μοιραία πέτρα. Αλλά δεν είναι δική σας ευθύνη, δεν είχατε επιλογή. Είσαστε ένας απλός μεταφορέας –δώστε το δέμα στον Στέφανο, κύριε».

Όσο μιλούσε είχα στραφεί –χρειάστηκε να γυρίσω την πλάτη μου στον Στέφανο για να δω τον γέρο που περπατούσε νωχελικά, πλησιάζοντάς μας.

Ήταν αρκετό.

Ένα χέρι με έσπρωξε από πίσω και το δέμα τραβήχτηκε βίαια. Δεν το είχα πια, ο Στέφανος έτρεξε μερικά μέτρα πιο κάτω, δεν είχε σημασία. Ο κανονικός παραλήπτης του δέματος με είχε εξουσιοδοτήσει να το παραδώσω στον γιο του –δεν υπήρχε τίποτα παράτυπο εδώ.

Κοίταζα καθώς αυτός έσκιζε το χαρτί, ανοίγοντας τον φάκελο. Τώρα ήταν η δική του πλάτη γυρισμένη. Πλησίασα. Χωρίς λόγο. Ο γέρος ερχόταν από δίπλα μου.

Ο Στέφανος γονάτισε άφωνος κρατώντας στα χέρια του ένα γράμμα και αρκετές φωτογραφίες. Κοίταξα πάνω από τον ώμο του.

Η γυναίκα με κοίταζε κι αυτή από τις φωτογραφίες. Στην πρώτη –χαμογελαστή. Η επόμενη δεν φαινόταν καλά –μάλλον μου έκλεινε το μάτι. Σε μένα; Ήταν όμορφη γυναίκα, στα νιάτα της πρέπει να υπήρξε καλλονή –ήταν όμορφη ακόμα.

«Μαμά …», γρύλισε ο Στέφανος βρίσκοντας μια γωνία της φωνής του. Στριφογύριζε το κεφάλι, διαβάζοντας το γράμμα, κοιτάζοντας τις φωτογραφίες. Βιαστικά. Αχόρταγα.

Προσπάθησα να διαβάσω κι εγώ μαζί του. Περιέργεια.

«… δεν σε ήθελα. Πριν ακόμα γεννηθείς, ήσουν ένα λάθος της στιγμής. Κι εγώ είχα τόσα να ζήσω γιε μου, με εμπόδιζες. Αλλά σε αγάπησα –από την πρώτη φορά που σε είδα. Και σ΄αγαπούσα μέχρι να αλλάξεις μεγαλώνοντας. Με τρόμαξες τότε. Σε αγαπούσα, αλλά δεν μπορούσα να σε αντέξω. Έφυγα …»

Κοίταξα τον γέρο δίπλα μου, αλλά αυτός δεν διάβαζε. Με τα χέρια στις τσέπες παρακολουθούσε κάποιο κιτρινόφτερο πουλί να τραμπαλίζεται στο κλαδί ενός δέντρου. Παραλίγο να μου αποσπάσει την προσοχή, έσκυψα πάλι προς το γράμμα. Αδυναμία.

«Αν, έστω, ο Άρις με αγαπούσε! Αν με βοηθούσε να σε αντιμετωπίσω γιε μου, να σε συνηθίσω. Αλλά αυτός είχε κάνει το χρέος του, ακόμα κι αν αποδείχτηκε πως η συνέχειά του θα ήσουν εσύ. Εσύ που δεν μπορούσες ούτε τα συνηθισμένα να κάνεις γιατί ήσουν ικανός μόνο για τα περισσότερα. Ήμουν λίγη και ο Άρις δεν ήταν δίπλα μου. Γι’ αυτό …»

Ένιωσα το χέρι του γέρου στον ώμο μου.

«Ας πάμε λίγο πιο πέρα κύριε Μαλτέζο. Ας δείξουμε διακριτικότητα στον ανθρώπινο πόνο –αφού δεν μπορούμε να τον απαλύνουμε».

Τον ακολούθησα διστακτικά γιατί τα πόδια μου ήταν απρόθυμα να περπατήσουν.

«Είναι η γυναίκα που ζωγραφίζει στους πίνακές του» αποφάνθηκα, παρατηρώντας το κεφάλι του Στέφανου –βουλιαγμένο ανάμεσα στους ώμους του.

«Η Δήμητρα! Την είδατε ε; Την διακρίνατε. Περίεργο!» είπε σκεπτικά ο γέρος.

«Μα … ήταν ολοφάνερη κύριε …»

«Όχι για όλους κύριε Μαλτέζο. Για την ακρίβεια, ούτε καν εγώ δεν μπορώ να τη δω. Κι αν ξέρατε πόσο θα ήθελα! Ήταν η μητέρα του Στέφανου. Έχω 35 χρόνια να τη δω …θα έδινα τα πάντα για να την ανακάλυπτα στους πίνακές του. Να δω πως την φαντάζεται … Αλλά φαίνεται πως η δική μου ψυχή δεν είναι διψασμένη πλέον. Έγινα νωθρός με τα χρόνια κύριε Μαλτέζο, η όρασή μου θόλωσε … ακόμα κι ένας απλός μεταφορέας μπορεί να διακρίνει καλύτερα από εμένα».

«Μεταφορέας πολυτελείας», είπα.

«Αυτό να λέγεται», γέλασε πικρά.

Κοιταχτήκαμε αμίλητοι. Ο Στέφανος βούλιαζε γονατιστός σε αόρατη λάσπη.

«Και τώρα;» ενδιαφέρθηκα.

«Τι εννοείτε; Κάνατε το χρέος σας, μπορείτε να φύγετε. Σίγουρα κάτι άλλο θα σας περιμένει για να το παραδώσετε. Κάποιες αδιάψευστες προσδοκίες. Μια ελπίδα που αδυνατεί να γεφυρώσει τις αποστάσεις. Ή έστω, μερικά σημαντικά έγγραφα που αρνούνται να πιστοποιήσουν το οτιδήποτε. Πηγαίνετε στη δουλειά σας κύρε Μαλτέζο».

«Και αυτή η γυναίκα …»

«Η μητέρα του Στέφανου; Είναι νεκρή εδώ και 35 χρόνια. Αυτοκτόνησε όταν συνειδητοποίησε πόσο ξεχωριστός ήταν ο γιος μας. Δεν μπόρεσε να αντέξει … βλέπετε κύριε Μαλτέζο, οι άνθρωποι τρομάζουν εύκολα, πανικοβάλλονται όταν νιώσουν δέος. Ο γιος μας ήταν ένας μικρός θεός, αλλά οι θεοί έχουν πήλινα πόδια. Θέλουν να τους στηρίξεις όσο ο πηλός είναι ακόμα λάσπη και πρέπει να τους προστατεύεις από τον συνωστισμό. Τα πήλινα πόδια σπάνε εύκολα κύριε Μαλτέζο. Θαρρώ πως το γνωρίζετε αυτό –δεν έχω δίκιο;»

Μου γύρισε την πλάτη πριν απαντήσω, αν και δεν υπήρχε περίπτωση να πω κάτι. Πλησίασε τον Στέφανο και έβαλε όλη του τη δύναμη για να τον σηκώσει από τις μασχάλες. Ο Στέφανος ήταν ένα σακί με κόκαλα –χωρίς ζωή. Το γράμμα και οι φωτογραφίες σκόρπισαν στο έδαφος καθώς οι δύο άντρες πήραν το μονοπάτι του βουνού. Μήπως χρειαζόταν να βοηθήσω στο κουβάλημα του Στέφανου; Ο γέρος δεν φαινόταν και τόσο αδύναμος κι ο Στέφανος σερνόταν πειθήνια στο μονοπάτι. Δεν χρειάζονταν βοήθεια.

Γονάτισα στο χώμα, αλλά μόνο τον φάκελο κατάφερα να βρω –οι φωτογραφίες έλειπαν, το ίδιο και το γράμμα. Περίεργο –είμαι σίγουρος πως κάπου εδώ έπεσαν. Μπορεί να κάνω και λάθος. Ο φάκελος έγραφε το όνομα του αποστολέα στην πίσω πλευρά –όπως γινόταν τα παλιά χρόνια, με καλλιγραφικά γράμματα -«Δήμητρα Φερεκίδου». Γέλασα, για τα παλιά χρόνια που οι γυναίκες έπαιρναν το επώνυμο του άντρα τους. Και πέταξα τον φάκελο στην άκρη του δρόμου, πηγαίνοντας για το αυτοκίνητό μου. Ο φάκελος στριφογύρισε για λίγο στον αέρα πριν προσγειωθεί ανάμεσα στα αγκάθια –κοίταξα από συνήθεια και η μπροστινή πλευρά του διακρινόταν ακόμα, πες το επαγγελματική ευαισθησία –έψαξα με το βλέμμα το όνομα παραλήπτη κι αυτό ήταν «Άρης Μαλτέζος».

Θα ούρλιαζα αν δεν ένιωθα το τρομερό κενό στο στομάχι –σαν απότομη απογείωση κι έτσι ξεκίνησα το αυτοκίνητο παίρνοντας πάλι τον δρόμο προς τη θάλασσα. Είμαι ο Άρης Μαλτέζος και φεύγω από αυτή την ποντικοπαγίδα βιαστικός –σα να με κυνηγάνε χίλιοι διαβόλοι. Αυτό τουλάχιστον το ξέρω …

Συνήλθα ακούγοντας χτυπήματα στο παρμπρίζ. Άνοιξα τα μάτια και είδα το κοριτσάκι να χτυπάει διστακτικά. Έβγαλα το κεφάλι από το παράθυρο.

«Κύριε είσαστε καλά;»

Μούγκρισα.

«Θέλετε να φωνάξω τη μητέρα μου;»

Όχι. Δεν ήθελα, ήμουν μια χαρά. Έγνεψα στο κοριτσάκι και άνοιξα την πόρτα. Μια ζέστη, ίδια μέσα στο αυτοκίνητο, ίδια έξω από αυτό. Στον δρόμο δίπλα στη θάλασσα. Το στόμα μου ξερό, πήρα το εμφιαλωμένο που μου έδωσε η μικρούλα και ήπια νιώθοντας ένοχος. Δεν ήθελα να της το στερήσω. Αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω –το ήπια όλο τελικά.

«Πως σε λένε;» τη ρώτησα.

«Δήμητρα», απάντησε κοιτάζοντας το άδειο μπουκάλι.

«Ευχαριστώ πολύ Δήμητρα. Τώρα είμαι καλύτερα –πρέπει να φύγω».

«Παρακαλώ –εσάς πως σας λένε;»

«Άρη».

Έσκυψε το κεφάλι με ψεύτικη ντροπή.

«Έτσι λένε κι αυτόν που θα παντρευτώ, Αριστοτέλη … Άρι …»

Χαμογέλασα.

«Και που το ξέρεις ότι θα παντρευτείτε;»

«Ω μα αφού το έχουμε κανονίσει –έρχεται εδώ τα καλοκαίρια γιατί μένει στην πόλη, πάει Γυμνάσιο τώρα, θα σπουδάσει και θα γίνει επιστήμονας. Μετά θα έρθει να με παντρευτεί. Θα κάνουμε ένα παιδί … αγόρι …»

Έκλεισα την πόρτα του αυτοκινήτου αφήνοντάς την να μιλάει. Γύρισα το κλειδί η μηχανή άρχισε να δουλεύει όταν ανακάλυψα πως δεν είχα βενζίνη για περισσότερο από 5-6 χιλιόμετρα, το αυτοκίνητο ήδη κλώτσαγε καίγοντας τα βρώμικα κατακάθια. Πόσο μακριά ήταν το βενζινάδικο;

Δεν ήθελα να ξέρω.