1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά

Αυτή η ιστορία αρχίζει με έναν γάμο. Αλλά δεν είναι η ιστορία ενός γάμου. Άσχημο πράγμα οι γάμοι και καλό πράγμα οι γάμοι και ουδέτερο πράγμα οι γάμοι –όπως το δει κανείς ή όπως κάτσει. Αλλά η γαμήλια τελετή –βαρετό πράγμα είναι και άβολο, με στενά κοστούμια για τους παρευρισκόμενους. Πάνε γιατί πρέπει και φεύγουν όταν βγάλουν την υποχρέωση. Όλοι; Όχι –υπάρχουν κι αυτοί που διασκεδάζουν στους γάμους, υπάρχουν οι κοπέλες που ονειροπολούν, περιμένοντας την ανθοδέσμη της νύφης –αλλά, δεν έχει τίποτα να κάνει μ’ αυτούς η ιστορία.

Όχι γιατί είναι κακοί, αδιάφοροι ή μαλάκες. Εντάξει, μπορεί και να είναι, δε με νοιάζει σε τελική ανάλυση. Αλλά, γιατί αυτή είναι η ιστορία μιας παρέας και μια ιστορία για την παρέα. Τώρα, σκέψου λίγο. Όταν είσαι αραγμένος (και αραγμένη να είσαι δε με χαλάει), όταν, τέλος πάντων σαχλαμαρίζεις με τους φίλους σου –τι έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον; Η Μαιρούλα που έβαλε τα κλάματα όταν βγήκε η νύφη από τη Μερσεντές ή ο Κώστας που στέκεται στο ένα πόδι γιατί τον έχει χτυπήσει το παπούτσι; Δικαίωμά σου να διαλέξεις τη Μαιρούλα και καλούς απογόνους. Εγώ θα πάρω τον Κώστα. Και μάλιστα θα τον πιάσω τη στιγμή που ετοιμάζεται για το γάμο του κολλητού του –ο οποίος δεν θα γίνει σε εκκλησία, αλλά σε δημαρχείο.
Είναι εκείνη η καταραμένη ώρα που σπάει το κουμπί στο παντελόνι, γιατί ο Κώστας δεν έχει πολλά επίσημα κοστούμια –ένα έχει και τρία χρόνια είχε να το βάλει, από την κηδεία του θείου Βαγγέλη, ας είναι καλά ο άνθρωπος –στην ψάθα πέθανε, με πιστωτική τον θάψανε οι συγγενείς.
«Ρε Μαρία, έσπασε το καταραμένο!», ο Κώστας κρατάει δυο κοκάλινα κομμάτια κουμπιού και ψάχνει δικαιολογίες για να αποφύγει τον γάμο. Αρρώστησα ξαφνικά –υψηλός πυρετός και ναυτίες. Τράκαρα με το αυτοκίνητο. Με έχουν στο αυτόφωρο για παρακώλυση συγκοινωνιών. Μετά θυμάται ότι είναι ένας από τους δύο κουμπάρους και οι δικαιολογίες σπάνε σε δυο κομμάτια, σαν το παλιόκουμπο.
«Εντάξει πως κάνεις έτσι; Θα σου φέρω μια παράμανα. Ανέβασέ μου τώρα το φερμουάρ», γιατί οι γυναίκες σαν τη Μαρία, για όλα έχουν λύση.
Κάποτε, το ανέβασμα ενός φερμουάρ ήταν πιο ερεθιστικό κι από το κατέβασμα. Κάποτε, το ανέβασμα ενός φερμουάρ ήταν απλά μια δικαιολογία για γρήγορο σεξ. Κάποτε. Πριν 20 χρόνια, μπορεί και λιγότερα –όταν ο Κώστας ήταν μόνιμα νευριασμένος, συνεχώς πεινασμένος και αιωνίως εκτός προγράμματος. Τώρα ήταν αλλιώς. Σταθερά αδιάφορος, μόνο τα τσιγαριστά χώνευε δύσκολα και η ζωή του –αγχωμένα εργασιακά διαλείμματα. Γιατί η δουλειά είναι δουλειά και το παιδί είναι δουλειά, οι συγγενείς είναι δουλειά και η δεύτερη δουλειά είναι επίσης δουλειά όταν πιάσεις τα σαράντα. Άσε που η Μαρία δεν έχει πια όρεξη για φερμουάρ-σεξ κι ο Κώστας δεν έχει όρεξη γενικώς –την σπατάλησε σταδιακά, για να αγοράσει οικειότητα.
Έτσι, όσο ανεβάζει το φερμουάρ, δεν μπορεί παρά να σκέφτεται τον Άρη. Που είναι συνομήλικός του αλλά παντρεύεται μια πιτσιρίκα, 20 χρόνια μικρότερή του. Και σαχλαμαρίζει μαζί της στα μπαρ –στ΄αρχίδια του αν οι υπόλοιποι τον κοιτάζουν κάπως. Κάνει και πολιτικό γάμο, όχι σαν αυτόν που έγινε ξεφτίλας με εκκλησίες και σόγια. Μέχρι καλαματιανό χόρεψε και οι άλλοι του κουνούσαν μαντήλια –οι κρετίνοι! Ρεζιλίκι για να μην στενοχωρηθούν οι γονείς, τον πλήρωσαν να κάνει τη μαϊμού κι αυτός την έκανε επειδή τον πλήρωσαν. Νοικοκυρεμένα πράγματα. «Κι αυτό το φερμουάρ βρήκε ώρα να σκαλώσει, δε γαμιόμαστε όλοι μας, λέω εγώ»;
Έλεγε αυτός, αλλά όχι φωναχτά. Το τελευταίο διάστημα είχε διακριτικό προφίλ. Δεν φώναζε, δεν έβριζε, δεν συμμετείχε, δεν υπήρχε γενικώς. Μόνο όταν μαζευόταν η παρέα ξεμπλόκαρε και άφηνε τον βάρβαρο να κυκλοφορήσει για λίγο ελεύθερος. Αλλά η παρέα δεν μαζευόταν πια. Εντάξει, κάποιες οικογενειακές συναντήσεις, οι υποχρεωτικές γιορτές –τι να σου κάνουν αυτά; Δεν θυμόταν από πότε είχαν να βγουν μόνοι τους, να γίνουν κώλος από το πιοτό και να ξημερωθούν σε τίποτα αλάνες. Ή στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας και οι ένοικοι να τους κλωτσάνε σαν τα σκυλιά γιατί εμποδίζουν την είσοδο. Ηρωικές εποχές! Σκατά ηρωικές δηλαδή –χάλια μαύρα, μιζέρια, φτώχια, πείνα, αποκτήνωση. Αλλά καλύτερα από τώρα ήταν. No future και what you see is what you get, έλεγαν τότε –ψέματα έλεγαν. Γιατί το μέλλον υπήρχε -ήρθε να τους βρει με ψεύτικο μουστάκι και γυαλιά. Τίποτα δεν ήθελαν, πάει να πει τα ήθελαν όλα και άλλα τους έδωσαν –πως γίνεται να τα θέλεις όλα κι αυτό που παίρνεις να μην σου αρέσει; Γίνεται, γιατί πρέπει να δώσεις για να πάρεις και γι΄αυτό δεν ήθελαν τίποτα οι κρετίνοι. Αλλά τους τα πήραν χωρίς να τους ρωτήσουν, τα έβαλαν στον αποχυμωτή για να τους τα επιστρέψουν μετά -τσόφλια και κουκούτσια. Τα θέλεις; Δεν τα θέλεις; Στ΄αρχίδια μας. Αυτά είναι και θα τα φας με το ζόρι. Από ο μέσα δωμάτιο ακούστηκε η φωνή του γιου του:
«Δεν θα έρθω τελικά –έχω κανονίσει να περάσουν τα παιδιά για playstation».
«Δεν πας στο γερο-διάολο κι εσύ; Τσόγλανε» Ούτε αυτό το είπε –διακριτικός, μειλίχιος, ήσυχος άνθρωπος.

Το ακριβώς αντίθετο από τον Πέτρο δηλαδή. Γιατί αυτός ήταν ενοχλητικά αδιάκριτος, αρπαζόταν με το παραμικρό – ένας καυγάς με ασιδέρωτο πουκάμισο, αυτό ήταν ο Πέτρος.
«Τι σκατά θα βάλω τώρα; Ασιδέρωτο και λείπει κουμπί γαμώ το στανιό μου! Που νάναι κρυμμένο το σίδερο εδώ μέσα;»
Ο πανικός του εργένη και ο εργένης στη ζούγκλα της ντουλάπας. Πήγαινε σε γάμο, ήταν κουμπάρος, άσπρο πουκάμισο –απλό ήταν. Η γυναίκα που καθάριζε το σπίτι θα ερχόταν την επόμενη Τετάρτη, ο γάμος ήταν σε μια ώρα. Γίνεται γάμος με έναν κουμπάρο; Στις εκκλησίες ναι –στα δημαρχεία, ποιος ξέρει; Γινόταν να μην πάει και ν’ αφήσει τον Κώστα να καθαρίσει για πάρτη τους; Με τίποτα. Ο Άρης θα τον εκτελούσε με συνοπτικές διαδικασίες –ο Άρης είχε έρθει σε όλους τους γάμους, στου Κώστα πριν από 100 χρόνια, στον δικό του, τρία χρόνια πριν το διαζύγιο. Είχε έρθει μέχρι και στα βαφτίσια –υπάρχει χειρότερο βασανιστήριο από τα βαφτίσια; Πλήθος ενοχλητικών που χαμογελούν συμβατικά με την αγωνία ενός μωρού, το οποίο σπαρταράει στα χέρια του μαυροντυμένου μουσάτου. Καλωσόρισες παιδάκι στη χώρα των τραυματικών εμπειριών –κοίτα να το γλεντήσεις γιατί μας στοίχησε ένα σκασμό λεφτά. Λάδωσέ το, κούρεψέ το, βούτα το στα νερά –σφαδάζει, κατουρήθηκε από τον φόβο του; Γούρι, γούρι! «Ρε, δε γαμιόμαστε ν’ ασπρίσουμε;»
Το γεγονός είναι πως το πουκάμισο πρέπει να σιδερωθεί. Για το κουμπί δεν έχει τόση σημασία. Χαμηλά είναι –δε φαίνεται. «Άσε κάποιον άλλο να κάνει τη βρωμοδουλειά. Άσε κανένα βλάκα, άσε κάποιο κορόιδο», καλά τα λέγανε οι Stones, αλλά τι γίνεται όταν είσαι μόνος στο σπίτι; Επιλογή. Η επιλογή του Πέτρου. Δεν γούσταρε γυναίκες στον δικό του χώρο –ένας γάμος, ένα παιδί, ένα διαζύγιο, «ένας λαός, ένα Ράιχ, ένας Φύρερ» έφταναν και περίσσευαν. Τρία χρόνια στα κάτεργα για μια παραχώρηση –ήταν δίκαιη ποινή. Μόνο να μην πλήρωναν κι άλλοι τη μαλακία του –αλλά την πλήρωναν. Η κόρη του, ας πούμε. Γι΄αυτό ο Πέτρος κρατιόταν πλέον μακριά. Δεν είχε όρεξη να ταλαιπωρεί άμαχους.
Και το πουκάμισο σιδερώθηκε με τα χίλια ζόρια, μέχρι το σίδερο θυμήθηκε να βγάλει από την πρίζα. Μπορούσε τώρα να καμαρώσει με την ησυχία του –«η αποστολή εξετελέστη Κυβερνήτα». Κάθησε να καπνίσει ένα τσιγάρο και σκέφτηκε αναγκαστικά τον Άρη. Παντρευόταν ο μπαγάσας, τόσα χρόνια την έβγαζε καθαρή, αλλά ήρθε η ώρα του να την πατήσει κι αυτός! Εντάξει, η Μάχη ήταν αστέρι –θυμήθηκε όταν την πρωτογνώρισαν στα Χανιά. Έλιωναν δίπλα στις μπύρες τους, χαζεύοντας το λιμάνι όταν την πήρε το μάτι τους.
«Μια και το ‘φερε η κουβέντα, αυτή είναι γυναίκα!» είχε πει ο Άρης δείχνοντάς την με το μπουκάλι.
Δεν είχε γίνει καμιά κουβέντα περί του τι είναι γυναίκα –αλλά έτσι ήταν ο Άρης. Κάτι μπορεί να θυμήθηκε από το προηγούμενο βράδυ, αλλά δεν ήταν και απαραίτητο. Ο Πέτρος κοίταξε πέρα από το στόμιο της μπύρας. Την είδε, καλή ήταν, καστανόξανθη, αδύνατη, με μακριά πόδια, μακριά χέρια, μακριά μαλλιά, μακριές βλεφαρίδες –δεν του άρεσε. Πολύ συντηρητική του φάνηκε για τα γούστα του –ο Πέτρος προτιμούσε γυναίκες στα όρια. Αυτή ανήκε στην κατηγορία: «πολύ καλό κορίτσι», υποσημείωση: «μπλεξίματα». Δεν του πήγαινε και εμφανισιακά –είχαν πάντα διαφορετικά γούστα στις γυναίκες με τον Άρη.
«Καλή είναι», είχε πει ο Πέτρος –εννοώντας «καλή για σένα».
«Μόνο καλή; Θεά!», το χόντρυνε ο Άρης.
Η κοπέλα δεν άντεξε να τη σημαδεύουν τόση ώρα με ένα μισοάδειο μπουκάλι.
«Θέλετε κάτι;» είχε χαμογελάσει διφορούμενα. Κοίταζε τον Πέτρο κι ας τη σημάδευε ο άλλος. Γιατί; Προφανώς για ξεκάρφωμα.
«Θέλουμε;» ο Άρης προσπαθούσε να ξεπεράσει την αμηχανία του με στυλ. Έτσι συνέβαινε με όλους τους αρχαίους, δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με την ιδέα πως οι γυναίκες έκαναν πια το πρώτο βήμα. Χρόνια στο ψηστήρι, να ψάχνεις έξυπνες ατάκες για να τους κινήσεις το ενδιαφέρον και ξαφνικά όλα ήρθαν τούμπα. Οι γυναίκες μιλούσαν πρώτες, μέχρι και χέρι άπλωναν για να πάρουν αυτό που ήθελαν. «Άντρες-ευνούχοι», έλεγε μια φίλη τους, ψυχολόγος. Μαλακίες, έλεγαν αυτοί. Δεν πάει να μας κατεβάζουν και το παντελόνι; Βολικό είναι –χαζοί είμαστε που θα ενοχληθούμε; Μια χαρά ήταν ο καινούργιος ρόλος των γυναικών –έτρωγες ένα σφοντύλι ουρανού βεβαίως, αλλά το συνήθιζες στην πορεία.
«Πάντως, το μόνο που δεν θέλουμε είναι να μιλάμε μαζί σου από τόση απόσταση», έσπευδε να καλύψει το κενό ο Πέτρος.
Η Μάχη δεν έφερε αντίρρηση κι έτσι βρέθηκαν να σαχλαμαρίζουν ακατάσχετα. Στις συστάσεις έπεσε χοντρό γέλιο μαζί με διαφωτιστικά υπονοούμενα. Μάχη και Άρης! Σα βομβαρδισμός σε δελτίο ειδήσεων ακουγόταν! Ωραίο ντουέτο θα έκαναν οι δυο τους, ευτυχώς που δεν υπήρχαν πλέον χίππιδες γιατί θα τους είχαν επικηρύξει. Γέλια. Όχι από τα κανονικά –από τα άλλα, τα τυπικά, που πέφτουν όταν οι κρυάδες αντιμετωπίζονται σαν χιούμορ, προκειμένου να διατηρηθεί η επαφή.
Η Μάχη είχε κάνει δώρο στον εαυτό της ένα ταξίδι στα νησιά, μετά την πρώτη εξεταστική στο Οικονομικό Πειραιά. «Την ποια;» Ο Πέτρος πήγε να σηκώσει ασυναίσθητα τους γιακάδες από το πουκάμισο του, ο Άρης πετάχτηκε κι έκανε τον γύρο της καρέκλας του.
«Συγνώμη, μήπως κατά τύχη έχεις μαζί σου ταυτότητα; Μη μπλέκουμε τώρα με αποπλανήσεις ανηλίκων –δεν είναι σωστό», ακόμα μια μαλακία που πρώτα τη λες και μετά τη σκέφτεσαι –χαρακτηριστική του Άρη. Οι μοναδικές φορές που σκεφτόταν πριν μιλήσει, ήταν όταν έπαιζε trivial. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις …
Η Μάχη γέλασε πονηρά κι ο Άρης μέχρι που κοκκίνισε. Τον απασχολούσαν δυο πράγματα, ταυτόχρονα: α) αυτή θα μπορούσε να είναι κόρη σου! β)φοράει άραγε σουτιέν; Η απάντηση και στα δύο ήταν «όχι». Η Μάχη δεν θα μπορούσε να είναι κόρη του γιατί απλούστατα ο Άρης πρόσεχε πολύ όταν έκανε σεξ στα είκοσί του. Και όχι, η Μάχη δεν χρειαζόταν να φοράει σουτιέν.
Ο Πέτρος έσβησε το τσιγάρο χαζεύοντας το ανοιχτό παράθυρο. Κάποιος τηγάνιζε κεφτέδες. Πόση ώρα θα κρατούσε άραγε το πανηγύρι μέχρι να πάνε για μάσα; Έπρεπε να ξεκινήσει, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Ο Άρης και η Μάχη. Δυο χρόνια μαζί και από σήμερα αντρόγυνο. Κοίτα να δεις κάτι πράγματα!

Ο Άρης ξυριζόταν κόντρα. Του ερχόταν στο μυαλό οτι «στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό» αλλά δεν γελούσε καθόλου γιατί το σπίτι του είχε γίνει κέντρο διερχομένων το τελευταίο διήμερο. Με το ζόρι πρόλαβε να εξοικονομήσει λίγο το μπάνιο, αφού οι φιλοξενούμενοι έπρεπε να σενιαριστούν ατέλειωτες ώρες. Ο γαμπρός; Στο τέλος, είπαμε. Ναι, αλλά πιο τέλος; Το τέλος του φθινοπώρου; Το τέλος του αιώνα; Το τέλος του κόσμου; Γερνούσε. Έβλεπε τη φάτσα του στον καθρέφτη και ένιωθε τελειωμένος –στο γάμο θα το διέκριναν και οι υπόλοιποι. «Τι θες ρε παλιόγερε με το κοριτσάκι;» Καθάρισε την περιοχή κάτω από τη φαβορίτα, με προσοχή. «Ότι θέλω θέλω και λογαριασμό δε δίνω σε κανέναν. Αφού με γουστάρει τι ζόρι τραβάτε;» Για πόσο ακόμα όμως; Ήταν κι αυτή η κωλοδιαφορά ηλικίας, σκέψου 40-20, 50-30, 60-40. Ένας σκατόγερος στο πλάι μιας ακμαίας γυναίκας. Τι θα γινόταν τότε;
Ο Άρης καθάρισε τις σαπουνάδες και πλακώθηκε στα άφτερ σέιβ. Τι θα γινόταν δηλαδή; Και ποιος σου λέει πως θα ήταν ακόμα μαζί μετά από είκοσι χρόνια; Όσο τα καταφέρουμε –όσο πάει, μια ζωή έτσι δεν γινόταν; Μόνο που μέχρι τώρα δεν πήγαινε. Γνώρισε όλες τις προβλέψιμες περιπτώσεις που κυκλοφορούσαν γύρω του. Από το πρώτο πρωί έψαχνε πώς να την κάνει. Όχι πάντα, με κάποιες (πόσες;) άντεχε μερικούς μήνες. Με τη Λήδα έφτασε τα τρία χρόνια. Όχι πως έλεγε κάτι η φάση, απλά δεν ενοχλούσαν ο ένας τον άλλον. Διακριτικότητα, το έλεγαν. Όταν η διακριτικότητα έγινε συγκατοίκηση, ο Άρης πακετάρισε βιβλία και δίσκους. Ή αυτό, ή θα έπρεπε να φέρνουν άλλους με βάρδιες στο σπίτι –γιατί είχαν μόνο μια κρεβατοκάμαρα.
Και μετά από όλα αυτά ήταν σίγουρος. Θα γερνούσε αγκαζέ με τον Πέτρο, στη βεράντα να παίζουν «Ρισκ», άχτι το είχαν –να γίνουν συνταξιούχοι μονίμως σε αποχαύνωση. Κάποια στιγμή, στο ενενηνταφεύγα του ντέρμπι Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός, αποτέλεσμα 0-0 μέχρι στιγμής –το κοράκι θα σφύριζε πέναλτυ. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή θα πήγαιναν παρέα από έμφραγμα –χωρίς να μάθουν το τελικό σκορ του αγώνα. Έτσι το έβλεπαν, αλλά ήρθε η Μάχη και έφερε τα μέσα-έξω.
Η Μάχη. Δυο χρόνια τώρα που ήταν μαζί -τη χάζευε όταν εκείνη δεν τον έβλεπε. Μύριζε τα μαξιλάρια μόλις εκείνη σηκωνόταν από το κρεβάτι. Την ακουμπούσε δήθεν τυχαία σε κάθε ευκαιρία. Η μέρα του άρχιζε μαζί της και δεν τελείωνε, δηλαδή τελείωνε τόσο γρήγορα που ένιωθε άγχος. Τα πρώτα τους βράδια αυτός δεν κοιμόταν. Την κοίταζε μέχρι που ξημέρωνε και μετά αυτή πεταγόταν και τον τραβούσε από τα πόδια. «Ξύπνα τεμπέλη, τι το ήθελα κι έμπλεξα με γέρο άνθρωπο; Αλλά είχα ακούσει πως οι γέροι δεν κοιμούνται πολύ, εσύ παιδάκι μου είσαι εξαίρεση. Ξύυυυυυυπνααα».
«Άντε ρε αγαπούλα μου ακόμα; Θα βαρεθεί ο Δήμαρχος και θα μας παρατήσει ανύπαντρους…»
Την παρατηρούσε μέσα από τον καθρέφτη. Γαμώτο, σήμερα έμοιαζε περισσότερο κοριτσάκι! Είχε μια ελπίδα να δείχνει μεγαλύτερη με το επίσημο φόρεμα –αλλά σκατά. Με τα μαλλιά αλογοουρά δεν την έκανες πάνω από 18. Κόπηκαν τα πόδια του, την ίδια ώρα που χαμογελούσε αυτάρεσκα.
«Πιτσιρίκι, το σκέφτηκες καλά τι πας να κάνεις;» ακούστηκε πολύ Δον Ζουάν ντε λα Μαλάκας χωρίς να έχει τέτοια πρόθεση.
Η Μάχη τον φίλησε στο λαιμό.
«Το σκέφτηκα και το θέλω και δε βλέπω την ώρα και … ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΒΡΕ ΑΓΑΠΟΥΛΑ ΜΑΣ ΓΚΑΣΤΡΩΣΕΣ ΟΥΤΕ Η ΝΥΦΗ ΝΑ ΗΣΟΥΝΑ!».
Μετά εξαφανίστηκε προς την κουζίνα, αφήνοντας τον Άρη να χαζογελάει στον καθρέφτη. «Κοίτα να δεις που υπάρχει ευτυχία μάγκα μου –κι εγώ που νόμιζα πως όλα αυτά ήτανε παπαριές των Άρλεκιν!»

Ο Κώστας με την Μαρία μπήκαν βιαστικά στο πολυμορφικό. Έβαλαν και ζώνες.
«Το δώρο το πήρες;»
«Πίσω είναι ρε Κώστα –σαράντα φορές με έχεις ρωτήσει».
Σαράντα φορές, έτσι έκανε πάντα. Με το ζόρι κρατήθηκε να μην τη ρωτήσει αν είχε κλειδώσει όλες τις πόρτες. Ήταν ασφαλές το σπίτι για το παιδί; Ποιο παιδί; 12 χρονών είχε φτάσει ο τσόγλανος, ηρέμησε ρε άνθρωπε!
Έβγαλε αριστερό φλας και ξεκίνησε.

Ο Πέτρος παιδευόταν με την προπολεμική Άλφα. Αυτό θα πει κλασσικό αυτοκίνητο, να μην παίρνει μπροστά όταν βιάζεσαι. Κλασσικά.
«Αφού θα ξεκινήσεις γιατί μου τα πρήζεις; Μη με κάνεις να βγω έξω τώρα … Ξεκίνα γαμώ το Μπερλουσκόνι σου!»
Το αυτοκίνητο έβηξε πριν πεταχτεί στο αντίθετο ρεύμα. Ο Πέτρος το ίσιωσε παρέα με κορναρίσματα κι έφυγε τέρμα γκάζι.

Ο Άρης και η Μάχη χοροπηδούσαν για να κατέβει πιο γρήγορα το ασανσέρ. Η μοτοσυκλέτα τους περίμενε σε αηδιαστική κατάσταση –κάποιος είχε κολλήσει παντού τριαντάφυλλα.
«Ε, ρε ξεφτίλα! Μπορείς να ανέβεις μωρό ή σε εμποδίζει το φόρεμα;»
«Μην ανησυχείς, το πολύ να σηκωθεί λιγάκι».
Ο Άρης φόρεσε γάντια, αλλά όχι κράνος και πάτησε τη μίζα. Θα ξεκινούσε κιόλας αν δεν την ένιωθε όρθια στους μαρσπιέδες.
«Μισό λεπτό αγαπούλα, μισό λεπτό. Πρέπει να κατέβω».
«Τι έγινε πάλι;»
«Ξέχασα να πλύνω τα δόντια μου. Μισό λεπτό μόνο –έφτασα».
Ο Άρης έμεινε αγαλμάτινος. Ένας μαλάκας με παγωμένο χαμόγελο και γλιστερά λουστρίνια ακίνητος πάνω στη μοτοσυκλέτα. Ακούστηκε ένα κρακ πίσω από τα αυτιά του –ίσως να ήταν τα νεύρα που δεν άντεχαν άλλο τέντωμα, «υπομονή Αντωνάκη μου, λόγω της ημέρας».