Το κρητικό μαχαίρι



«Χίλια μαχαίρια και σπαθιά στο δρόμο να 'ναι σπαρμένα, τσαλοπατώτα και περνώ και έρχομαι σε 'σένα».

«Απάνω στο λεπίδι του το κρητικό μαχαίρι γράφει τις ιστορίες τους απ' που μας λεν οι γέροι».

«Είμαι μαχαίρι κρητικό, όπλο τιμής και ανδρείας, μα είμαι και ενθύμιο ειλικρινούς φιλίας».

«Μαχαίρι μου ατρόμητο απάνω μου σε θέλω, γιατί είσαι από τα χώματα του γέρο Βενιζέλο».

 

Τραγουδήθηκε όσο και ο έρωτας, βάφτηκε στο αίμα όποτε οι Κρήτες θέλησαν τη λευτεριά τους, όποτε η τιμή του Κρητικού έγινε αντικείμενο χλευασμού. Στόλισε την κρητική φορεσιά, αγκαλιάστηκε από συλλογές μουσείων, κρύφτηκε στα πιο παράξενα μέρη της Κρήτης και γράφτηκαν γι αυτό θρύλοι και παραδόσεις... «Ανάθεμα στον Κρητικό που δεν τιμά την Κρήτη...», λέγανε οι παλιοί, "λούζανε" όμως με ντροπή και όσους απαρνιόντουσαν το κρητικό μαχαίρι.

Στα βάθη των αιώνων χάνεται η ιστορία του κρητικού μαχαιριού, κάπου εκεί που μπλέκουν οι δρόμοι των χωρών της λεκάνης της Μεσογείου. Ακόμα και οι ιστορικοί δεν έχουν καταφέρει να ξεδιαλύνουν τη σύγχυση σχετικά με το εάν το κρητικό μαχαίρι έχει ή όχι την απόλυτη σχέση ή αποτελεί συνέχεια των όσων ακούγονται για ταύτιση του κρητικού μαχαιριού με το τούρκικο.

Μέχρι σήμερα η άποψη που κυριαρχεί είναι ότι το κρητικό μαχαίρι συγγενεύει με το μπιτσάκ και η τεχνοτροπία του ξεκίνησε με την κατοχική άφιξη των Τούρκων στο νησί, το 1669. Το μαχαίρι, όμως, αυτό το συναντάμε όχι μόνο στην τούρκικη ιστορία, αλλά και στις σελίδες της βαλκανικής ιστορίας. Στις αφηγήσεις, τις παραδόσεις, στις κατασκευές όπλων πριν αυτά τα αναλάβει η βιομηχανία, στις αιματοβαμμένες πολεμικές συρράξεις, στα καράβια, που έπιαναν λιμάνι από τον ένα τόπο στον άλλο, και στους ανθρώπους που ταξίδευαν -έμπορους, ναυτικούς, στρατιώτες-, κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις διαδρομές του νου, της ιστορίας των ανθρώπων και των λαών βρίσκεται, καλά κρυμμένη, η ιστορία του κρητικού μαχαιριού, η μορφή του οποίου έχει φτάσει μέχρι τις μέρες μας.

Βέβαια, είναι εμφανές πως το μαυρομάνικο, το ασπρομάνικο, τα ασημόθηκα, το βαλκανικό ασημωτό μπιτσάκ, το λαϊκό τούρκικο, το γιαταγανοειδές βαλκανικό, βουλγάρικο, ρουμάνικο ή τούρκικο μαχαίρι, διατηρούν την σχεδόν ίδια όψη, μορφή και τεχνοτροπία και, σύμφωνα με τους ιστορικούς, κάπου βαθιά στους αιώνες της ιστορίας του ισλάμ ίσως ανακαλύψουμε τα πρώτα τους σχέδια.

Μπιτσάκ σημαίνει μαχαίρι, μπιτσακτσής σημαίνει μαχαιράς και μπιτσακτσίδικα σημαίνει μαχαιράδικα.

Στις δικές μας γειτονιές των μαχαιράδικων, απ' άκρη σε άκρη σε όλη την Κρήτη, σπάνια σήμερα θα συναντήσουμε το γνήσιο αυθεντικό μαχαίρι. Η εκβιομηχάνιση, ο τουρισμός, τα ψεύτικα υλικά και το εύκολο κέρδος, "δημιούργησαν" θήκες πλαστικές, λαβές από PVC και βακελίτη, λάμες κακόγουστες χωρίς τέχνη φτιαγμένες και θηκάρια που το πεπιεσμένο χαρτί και το κόντρα πλακέ τους, δεν έχουν να κάνουν τίποτα με την τέχνη και την ιστορία του γνήσιου περίφημου κρητικού μαχαιριού. Εκείνου που ζεσταινόταν στα ζωνάρια των χορευτών, των πολεμιστών, των ανδρών της Κρήτης.

Η σημαντική διαφορά του κρητικού μαχαιριού από το μπιτσάκ, είναι ότι το τούρκικο μαχαίρι είναι πιο ίσιο, πιο μυτερό στη απόληξη της λάμας του, σε αντιθέση με το γνήσιο κρητικό, που η κυρτότητα του τελειώματος της λάμας είναι εμφανής. Ένα επίσης από τα κύρια χαρακτηριστικά του κρητικού μαχαιριού είναι η σκαφιδωτή του μορφολογία, το έντονο «Τ» που σχηματίζει η κάθετη διατομή της λάμας του, στο παχύ μέρος της οποίας τα θέματα, τα σύμβολα, ακόμα και οι παραστάσεις σκαλίζονταν αρχικά από τους ίδιους τους χρήστες και κατόπιν από τους τεχνίτες μαχαιράδες. Λέγονται σκαφιδωτά γιατί η πάνω πλευρά της λάμας του μαχαιριού μοιάζει με σκάφη ή αυλάκι, εκεί στο σημείο όπου φάρδενε η ράχη της λάμας και σχημάτιζε ένα «Τ». Το σχήμα αυτό της λάμας, προσέφερε την απόλυτη ακαμψία στο κρητικό μαχαίρι, με αποτέλεσμα τούτο να αποτελεί σίγουρο εργαλείο ή όπλο για κάθε Κρητικό.

Στην ανατομία του κρητικού μαχαιριού συναντάμε:

- τη λάμα, που συχνά ήταν στολισμένη με διάφορα σύμβολα στο πάνω μέρος της (σκάφη) και διακοσμημένη με διάφορα θέματα, φυλλωσιές ή μικροπαραστάσεις. Τα δύο μέρη της λαβής του μαχαιριού, αριστερό και δεξί (γνωστά και ως μανίκια), που ενώνονται με καρφιά ή περτσίνια και σχηματίζουν στην κορυφή τους το σχήμα «V», κατάλληλο να φωλιάζει -ανάλογα με το πιάσιμο του μαχαιριού- ο δείκτης ή το μικρό δάκτυλο,

- το τσεμπερλίκι, τη μεταλλική δηλαδή φόρμα του ασημιού ή του ατσαλιού, που κρύβει την ένωση ανάμεσα στα δυο μανίκια. Καλεμιασμένη και αυτή με περίτεχνες δημιουργίες από ανθόμορφες παραστάσεις ή σχήματα,

- τη μασιά, διχαλωτό σιδεράκι-τσιμπιδάκι, στην άκρη του οποίου υπήρχε πάντα πετράδι και που είναι χωνευτή σε ειδική εσοχή-τρύπα, στο πάνω μέρος του μαχαιριού, εκεί που καταλήγει το τσεμπερλίκι, και

- τους χαψέδες ή καψέδες, ασημένιο, στρογγυλεμένο πλαίσιο, στο σημείο που ενώνεται η λαβή με τη λάμα, σκαλισμένο και αυτό με σχέδιο, ή φυλλαράκια.

Το σώμα του κρητικού μαχαιριού φυλάσσεται στο θηκάρι ή αλλιώς φουκάρι, τη γνωστή σε όλους μας θήκη, το στόμιο της οποίας είναι πάντα κυλινδρικό για να κουμπώσουν μέσα του οι χαψέδες του μαχαιριού. Στο μέσο της θήκης συναντάμε το κερκέλι, ασημένια διπλοκλειδωμένη αλυσίδα σε σχήμα θηλιάς, πάνω στην οποία κρεμούσαν φλουριά, νομίσματα παλιά και αντικείμενα γνωστά ως ξόμπλια. Στην απόληξη της θήκης συναντάμε πάντα, σκαλισμένο το κεφάλι ενός φιδιού ή ενός δράκου.

Το κρητικό μαχαίρι πέρα από πολεμικό όπλο ήταν, κύρια, χρηστικό εργαλείο της καθημερινής ζωής του Κρητικού. Ξεκινώντας από την μασιά στο πάνω μέρος του μαχαιριού, που τη χρησιμοποιούσαν για να ανάψουν ή να περιποιηθούν τα καρβουνάκια του αργιλέ, ή ακόμα και να στρώσουν το μουστάκι τους, και καταλήγοντας μέχρι το τελείωμα της λάμας, το σχήμα της οποίας βοηθάει απόλυτα στο κόψιμο τροφίμων ή κρέατος.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν την εντύπωση ότι το γνήσιο κρητικό μαχαίρι "ξεκουραζόταν" πάντα σε ασημένια θηκάρια ή φουκάρια. Ωστόσο, στοιχεία της ιστορίας δείχνουν ότι τα πολύ παλιά κυρίως χρόνια μόνο οπλαρχηγοί και αργότερα πλούσιοι και μερακλήδες είχαν στην κατοχή τους μαχαίρια γνωστά ως ασημωτά.

Από τη μια το υψηλό, για την εποχή εκείνη, κόστος του ασημιού και από την άλλη το γεγονός πως η συγκεκριμένη τάξη ανθρώπων ήθελε να διαφέρει από τους υπόλοιπους, λαϊκούς, οδήγησαν τους καλλιτέχνες μαχαιράδες να φτιάξουν τα ασημομάχαιρα. Είναι καταγεγραμμένο στην ιστορία πως ο απλός λαϊκός Κρητικός έφερε πάνω του μαυρομάνικο ή ασπρομάνικο μαχαίρι με κοκάλινη λαβή, η λάμα του οποίου καλυπτόταν από ξύλινη θήκη, την οποία είχαν επενδύσει με πολύ λεπτό δέρμα, κυρίως από κατσίκα. Ιστορικές αναφορές δηλώνουν ότι στα πρώτα κρητικά μαχαίρια η λαβή δεν ήταν μόνο από κόκαλο ζώου αλλά και από ελεφαντόδοντο, το οποίο έφερναν στην Κρήτη έμποροι από την Αφρική.

__________________

Μια πικρή αλήθεια...

_________________

Τα περισσότερα γνήσια, παλιά κρητικά μαχαίρια χάθηκαν μέσα στη φωτιά, όταν τις δύσκολες εποχές, οι προπαππούδες μας ή οι παππούδες μας τα έδωσαν για λιώσιμο ή τα πούλησαν, για ένα κομμάτι ψωμί. Εποχές που δεν είχε κανένα οικονομικό ενδιαφέρον για ένα νέο να μάθει την τέχνη του μαχαιροποιού... Έτσι, σιγά-σιγά ξεμάκρυνε η γνώση και η ιστορία του κρητικού μαχαιριού "αποκοιμήθηκε"...

Σήμερα, το γνήσιο κρητικό μαχαίρι άρχισε πάλι δειλά-δειλά, από ελάχιστους γνώστες της παραδοσιακής τέχνης, να κατασκευάζεται -ευτυχώς- αποκλειστικά στο χέρι, με τη βοήθεια παραδοσιακών εργαλείων.

Η λάμα του είναι από γνήσιο ατσάλι αέρος, σουηδικό, για να μη σκουριάζει και σφυρηλατείται από τον τεχνίτη για να πάρει την ενισχυμένη μορφή στη ράχη της, να σχηματιστεί η κοφτερή πλευρά της και να σχηματιστεί η κυρτή και μυτερή πάνω πλευρά του μαχαιριού (σκάφη). Σφυρηλατείται στη φωτιά και τροχίζεται για να δοθεί στη λάμα το απόλυτο αυθεντικό σχήμα της. Κατόπιν βάφεται για να αποκτηθεί η σκληράδα του ατσαλιού...

Στην επάνω φαρδιά πλευρά της λάμας, ο τεχνίτης σφυρηλατεί με το καλεμάκι φυλλωσιές, γεωμετρικά σχέδια, κύματα, άνθινες παραστάσεις. Στις πλαϊνές πλευρές της λάμας σκαλίζονται, με τον ίδιο τρόπο, ιστορικά σχέδια, θυρεούς, κάστρα, δράκοι και φίδια. Όπως η ράχη έτσι και το τσεμπερλίκι, αλλά και οι χαψέδες σφυρηλατούνται με μεγάλη υπομονή ώστε να αποτυπωθούν πάνω τους σχέδια που "μιλάνε" στις μνήμες και στη ζωή του μάστορα ή του χρήστη.

Οι λαβές, τα μανίκια δηλαδή, σήμερα είναι από κόκαλο ποδιού βοδινού, το γνωστό σε όλους κόκαλο του πατσά, ή από κέρατο, κυρίως τράγου, καλά προσαρμοσμένο στη λάμα. Στο κόκαλο ο μάστορας κόβει πρώτα τις άκρες και μετά το βάζει να σιγοβράσει σε νερό που περιέχει ασβέστη και στάχτη για να "ξελαδωθεί", όπως λένε, και να αποκτήσει ένα δυνατό άσπρο χρώμα. Στη συνέχεια το πελεκάει και κατόπιν το λιμάρει, για να δώσει στο κόκαλο το σχήμα που επιθυμεί. Για το λουστράρισμα της λαβής, των μανικιών, ο μάστορας χρησιμοποιεί είτε τζάμι είτε ασβεστόσκονη. Τα περτσίνια, που σφίγγουν τα μανίκια πάνω στο ατσάλι και καλύπτονται από το τσεμπερλίκι, είναι χειροποίητα και στρογγυλεμένα στις άκρες τους για να μην γλιστρούν από το κόκαλο της λαβής. Τα περτσίνια είναι πάντα έξι.

Το θηκάρι ή φουκάρι, η θήκη δηλαδή, στην περίπτωση που είναι ασημένιο, φτιάχνεται από ειδικευμένο τεχνίτη που δουλεύει με τέχνη το ασήμι με το καλέμι. Το ασήμι διπλώνεται, αφού γεμιστεί με σκόνη από κεραμίδι ή με πίσσα, και πάνω εκεί, με το καλέμι, δημιουργούνται όλα εκείνα τα σχέδια από φιγούρες μέχρι δράκους, από γεωμετρικά σχήματα μέχρι σύμβολα πολεμικά, από αναπαραστάσεις μαχών μέχρι νεκρή φύση. Στην άκρη του συναντάμε πάντα το κεφάλι ενός φιδιού ή ενός δράκου, το οποίο είναι σκαλιστά δεμένο με ένα κομμάτι ασημιού, σε σχήμα σπείρας, που ονομάζεται ζέκι. Η αλυσίδα, που σχηματίζει τη θηλιά και που δένει τη θήκη, το κερκέλι δηλαδή, είναι πλεγμένη στο χέρι από τον τεχνίτη του ασημιού και πάνω εκεί βρίσκουμε δεμένα από νομίσματα μέχρι πετρούλες, ακόμα και μικρά κομμάτια από κοράλλι. Όταν η θήκη είναι ξύλινη ο μάστορας του κρητικού μαχαιριού προτιμάει το ξύλο της πικροδάφνης (σφάκα την λένε στην Κρήτη). Ξύλο το οποίο πρέπει να κοπεί -λένε οι παλιοί- στη λίγωση του φεγγαριού για να μην χαλάσει. Στη συνέχεια, αφού κοπεί στα δύο, πελεκηθεί εσωτερικά, κολλιέται και ντύνεται με λεπτό δέρμα από ζώο, κυρίως από κατσίκα, ενώ ράβεται με γερή κλωστή ή σύρμα από χαλκό.

Ο καλός μάστορας του παραδοσιακού κρητικού μαχαιριού χρειάζεται από τρεις έως έξι μέρες για να δημιουργήσει το τέλειο μαχαίρι. Το μαχαίρι που γίνεται αχώριστος φίλος για κάθε Κρητικό, στην καθημερινότητά του. Από το βοσκό μέχρι τον ορεσίβιο και από τον ριζίτη μέχρι τον θαλασσινό. Όλοι τους το χρειάζονται... Άλλοι διαλέγουν μαυρομάνικα και άλλοι ασπρομάνικα. Άλλοι για χάρισμα φιλίας, άλλοι για δώρο στην αραββωνιάρα τους (να υπερασπισθεί αν χρειασθεί την τιμή της). Άλλοι για δώρο σε ένα γάμο και άλλοι για την μεγαλύτερη τιμή του Κρητικού, αυτή της κουμπαριάς.

Δυστυχώς, τα σημερινά μαχαίρια, που ως επί το πλείστον βλέπουμε στις προθήκες των καταστημάτων ειδών μαχαιροποιίας ή στα τουριστικά καταστήματα, δεν έχουν καμία σχέση με το γνήσιο παραδοσιακό κρητικό μαχαίρι. Αποτελούν κακέκτυπα, με μια συνηθισμένη μαντινάδα γραμμένη στη λάμα τους, άξια μόνο για ενθύμιο από μια επίσκεψη στην Κρήτη. Παραπάνω λόγος για τα συγκεκριμένα αυτά κρητικά μαχαίρια του σήμερα, δεν θα γίνει. Πωλούνται σε τιμή ευκαιρίας και ο χαρακτηρισμός τους "κρητικά" είναι εντελώς ατυχής. Αξίζει όμως σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι όσοι επιθυμούν να έχουν στην κατοχή τους ένα ασημωτό κρητικό μαχαίρι πρέπει να μην μπερδευτούν με εκείνα τα ασημένια κρητικά μαχαίρια με την ασημένια θήκη, τα οποία πωλούνται -σε αρκετά υψηλή τιμή- από καταστήματα κοσμημάτων ή ασημένιων ειδών και που επιδεικνύονται ως γνήσια παραδοσιακά.

Πηγή άρθρου: http://www.fonitiskritis.gr/Page.aspx?pageID=109&lang=gr


Παραδοσιακά Κρητικά Μαχαίρια: Συνέντευξη μ’ έναν... παραγιό παλιού μαχαιροποιού






“Από οκτώ χρονών μάθαινα την τέχνη και στα δεκαπέντε έφτιαξα το πρώτο μαχαίρι” δηλώνει στα «Επαρχιακό φως.» ένας από τους ελάχιστους, μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού, τεχνίτες, κατασκευαστές παραδοσιακών Κρητικών μαχαιριών στα Χανιά που έχει δική του επιχείρηση στο βιοτεχνικό πάρκο «Βερέκυνθος» της δημοτικής περιφέρειας Σούδας.


Ο κ. Σταύρος Πατεράκης ενώ σκαλίζει τη ράχη και το τσεμπέρι ή περμανέ σε μια λάμα.


Έκπληκτος έμεινε για μια στιγμή ο μαχαιροποιός Σταύρος Πατεράκης από την απρόσμενη επίσκεψη μας στη βιοτεχνία του, όπου εκείνη την ώρα  κατασκεύαζε μια ειδική παραγγελία ενός μεγάλου Κρητικού παραδοσιακού μαχαιριού. Από τη συνάντηση αυτή, καταγράψαμε ενδιαφέροντα θέματα που εξιστορούσε με συγκίνηση, αναφερόμενος για την τέχνη που έμαθε από μικρό παιδί, ως εξής: “ Γεννήθηκα το 1962 στην Πολυρήνια Κισάμου, αλλά από δύο χρονών είμαι στα Χανιά. Και η δική μου η γενιά μάθαινε τέχνες, αλλά μετά, κανένα παιδί δεν ήθελε να μάθει την τέχνη ενός παραδοσιακού επαγγέλματος όπως για παράδειγμα είναι τα μαχαίρια. Στη Σπλάντζια μέναμε και τα «Μαχαιράδικα», έτσι λεγόταν η γειτονιά εκείνη της οδού Σήφακα αφού εκεί ήταν όλα, καμία δεκαριά εργαστήρια, παλιοί τεχνίτες. Ένας από αυτούς κι ο μακαρίτης Νίκος Σκουντριδάκης που με είχε πάρει παραγιό του για να βγάζω το χαρτζιλίκι μου, βοηθώντας τον. Μ’ άρεσε όμως αυτή η δουλειά και παρατηρούσα καλά όλες τις κινήσεις του αφεντικού. Εκείνη την περίοδο επικρατούσε ακόμα μια κακή τακτική, δηλαδή, οι τεχνίτες όλων των κατηγοριών, δεν έλεγαν τα μυστικά της δουλειάς τους. Πολλές φορές έρχεται στο νου μου και γελάω, η λέξη «κλέφτης», που έλεγε για μένα, αστειευόμενη βέβαια, η μακαρίτισσα σύζυγος του αφεντικού μου η κυρά Αθηνά επειδή κοιτούσα με επιμονή και υπομονή κάθε του κίνηση. Ήταν καλός άνθρωπος, αλλά έτσι είχαν τότε τα πράγματα, δεν έδειχναν στους παραγιούς παρά μόνο στα παιδιά τους για να είναι εκείνοι συνεχιστές της παράδοσης. Δέκα πέντε χρονών ολοκλήρωσα το πρώτο μαχαίρι και πέταγα από χαρά γιατί ήταν δικό μου έργο από την αρχή μέχρι το τέλος. Πουλήθηκε μάλιστα, απ’ ότι θυμάμαι και σε καλή τιμή. Το αφεντικό τότε, μου είπε. «Σταύρο έγινες τεχνίτης και από σήμερα όσα μαχαίρια θα φτιάχνεις και θα πωλούνται, θα παίρνεις τα μισά χρήματα ». 


 

Ένα παλιό Κρητικό μαχαίρι που χρονολογείται ότι κατασκευάστηκε στα τέλη του 19ουαιώνα έχοντας υποστεί τις φθορές του χρόνου και της χρήσης. 

 

 

Είχα μάθει πλέον την τέχνη, αλλά έμαθα ακόμα περισσότερα γιατί το αφεντικό άρχισε τώρα να μου εκμυστηρεύεται όλα τα μυστικά με τη φωτιά στο καμίνι, το αμόνι, το ατσάλι που αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε καταργώντας τις σιδερένιες λάμες που σκούριαζαν. Τις διαφορές που είχαν τα κόκαλα με τα κέρατα ή τα ελεφαντόδοντα που χρησιμοποιούσαμε στις χειρολαβές. Τα παραδοσιακά μαχαίρια γεννήθηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα και το σχήμα τους έγινε μονομιάς αποδεκτό από όλους τους Κρητικούς. Η λεπίδα τους καλά  δουλεμένη στο καμίνι και σφυρηλατημένη στο αμόνι αποκτούσε αντίθετα από την κοπτερή πλευρά την «ράχη» του μαχαιριού και είναι επίπεδη σκαλισμένη με καλέμι έχοντας μεγαλύτερο πλάτος προς τα πίσω και λεπτότερο προς την μύτη του μαχαιριού που κατέληγε σε μια πολύ λεπτή αιχμή. Η πλευρά τώρα της κόψης, όσο πλησίαζε στη μύτη του μαχαιριού έπαιρνε μια κλίση προς τα επάνω. Οι πιο παλιοί ακόμα τεχνίτες έφτιαχναν και μαχαίρια που είχαν μήκος μέχρι και 60 εκατοστά για να μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σαν σπαθιά.


Διακρίνεται η μασιά και ανάμεσα στο (ν) η οπή της θήκης της.   


Εκείνες τις εποχές δεν γράφανε πάνω στις λάμες μαντινάδες που γράφουνε σήμερα για τουριστικούς λόγους, αλλά είχαν διαφορετικούς συμβολισμούς όπως αντικριστούς δράκους, το κυπαρίσσι που θεωρείται σύμβολο μακροζωϊας ή ανθόμορφες παραστάσεις με λουλούδια κλπ. Οι παραστάσεις ή τα γράμματα για να γίνουν πάνω στο μέταλλο δηλαδή στις πλευρές της λάμας, τις αλείφουμε με φυσικό κερί και μετά χαράζουμε ή σχεδιάζουμε ότι θέλουμε πάνω και με τη χρήση νιτρικού οξύ πετυχαίνουμε τον προγραμματισμό μας. Για τον συγκεκριμένο παραδοσιακό τύπο κατασκευής Κρητικών μαχαιριών με το πίσω μέρος της μάνικας (χειρολαβής) να τελειώνει σε (ν), είμαι ο μοναδικός σήμερα τεχνίτης στα Χανιά. Και κάτι πολύ σημαντικό που δεν το ξέρουν οι νέοι είναι πως πίσω από κάθε Κρητικό μαχαίρι υπάρχει η μασιά, ένα τσιμπιδάκι που το χρησιμοποιούσαν εκείνες τις εποχές οι άνδρες για να πιάνουν το καρβουνάκι και ν’ ανάβουν τον αργιλέ, αλλά και να χτενίζουν το μουστάκι τους με το σκαλιστό σαν χτένι, πώμα της μασιάς. Τ’ άλλα τμήματα ενός Κρητικού μαχαιριού διακρίνονται στη λάμα με τη ράχη την σκαλιστή και την κόψη, τη μάνικα ή χειρολαβή από κέρατο, κόκαλο ή ελεφαντόδοντο, τα πλαϊνά κωνικά μεταξύ λάμας και μάνικας από ασήμι, σκαλιστά, που λέγονται καμπτζέδες, τους περμανέδες ή τσεμπέρια πάνω και κάτω από τη μάνικα από ασήμι σκαλιστά και αυτά, τη δερμάτινη θήκη για την καθημερινότητα και την ασημένια που είναι η επίσημη, την οποία φτιάχνουν άλλοι τεχνίτες στα Χανιά. Το μέρος αυτό που στεγάζονται δεκάδες βιοτεχνίες λέγεται «Βερέκυνθος», ονομασία του βουνού όπου ζούσαν οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, γιοι του Δία και προστάτες των τεχνών. Ο δεκάχρονος γιος μου μαθαίνει την τέχνη και θα συνεχίσει την παράδοση όπως του την διδάσκω…”

 

Μια θήκη δερμάτινη με ραφή από σύρμα για την καθημερινότητα.

 

  Και τα κατσούνια που είναι για όλες τις χρήσεις συμπεριλαμβάνονται στα Κρητικά μαχαίρια.

 

 Το κόκαλο από μπροστινό πόδι μοσχαριού είναι κατάλληλο για χειρολαβές, όπως και τα κέρατα τα οποία αφού τα ζεστάνουν πιέζονται και ισιώνουν. 


Πηγή άρθρου: http://www.yanniskakanos.gr/reportaz/synenteykseis/111.htm