Η Κρητική μουσική

ΑΡΧΑΪΚΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

Σαν απόλυτα φυσιολογικό φαίνεται που η απαρχή της μουσικής ιστορίας της Κρήτης αλλά και όλης της Ελλάδας συνυφαίνεται με τη γέννηση του πατέρα των θεών, του Δία στην Κρήτη. Εδώ τοποθετεί η ελληνική μυθολογία τη γέννηση της μουσικής και του χορού. Είναι γνωστός πια ο μύθος για τα όπλα που χτυπούσαν οι Κουρήτες χορεύοντας για να καλύψουν τα κλάμματα του νεογέννητου Δία και να τον προστατεύσουν από τον Κρόνο που έτρωγε τα παιδιά του. Κι ο Θησέας όμως φεύγοντας από την Κρήτη και φτάνοντας στην Δήλο, χόρεψε μαζί με τους συντρόφους του ένα χορό με ένα ιδιαίτερο ρυθμό, που αντέγραφε με τα χορευτικά του βήματα τις ελικοειδείς στροφές και τα γυρίσματα του Λαβύρινθου. Αυτός ο τύπος χορού λέγεται γέρανος και συναντάται ακόμη και σήμερα σε πολλά ελληνικά νησιά.

Συνεχίζοντας να ξεφυλίζουμε τις σελίδες της μυθολογίας βρίσκουμε την ιστορία του Θαλήτα (7ος αι π.Χ.) από την Γόρτυνα να σώζει χάρη στη μουσική του την Σπάρτη από λοιμό και να επηρεάζει τη μουσική παιδεία της ηπειρωτικής Ελλάδας με στοιχεία από την ήδη πλούσια κρητική μουσική και χορευτική παράδοση που είχε δημιουργηθεί απ την Μινωική εποχή. Δείγμα εκείνης της εποχής είναι και η σαρκοφάγος της Αγίας Τριάδας, με την παλιότερη απεικόνιση επτάχορδης λύρας που μαζί με διπλό αυλό συνοδεύει τελεστική πομπή. Εξίσου όμως σπουδαίο είναι και το περίφημο αγγείο της συγκομιδής με παράσταση ομάδας θεριστών που χορεύουν και τραγουδούν, ενώ ένας απ' αυτούς κρατάει το ρυθμό με το σείστρο.

Ακόμα και η περίφημη ασπίδα του Αχιλλέα σύμφωνα με τον Ομηρο ήταν διακοσμημένη με γλέντι από το παλάτι της Κνωσσού. Εκτός όμως από τα γλέντια η Κρήτη εκείνης της εποχής χόρευε ένοπλους χορούς με πολεμικό χαρακτήρα όπως ο περίφημος πυρρίχιος αλλά και επικήδειους χορούς. Η παράδοση αναφέρει μάλιστα ότι ο Γλαύκος, γιός του Μίνωα, τάφηκε μαζί με τους αυλούς, τους οποίους έπαιζε με περισσή δεξιοτεχνία.

Ονομαστός υπήρξε και ο Μεσομήδης (2ος αι. μ.Χ.) λυρικός ποιητής και μουσικός από την Κρήτη που ήταν στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Αδριανού. Σ' αυτόν επιδίδονται ο ύμνος στη Νέμεση και πιθανόν οι ύμνοι στη Μούσα και στον Ήλιο, από τα λίγα κομμάτια αρχαίας ελληνικής μουσικής που σώθηκαν ως τις μέρες μας. Πως λοιπόν σ ένα τέτοιο μουσικό περιβάλλον οι νέοι της Κρήτης να μην μάθουν τους νόμους τραγουδιστά ώστε να μην τους ξεχνάνε, όπως μας πληροφορεί ο Αιμιλιανός.
Η πλούσια αυτή μουσική ζωή, με τα χαρακτηριστικά δείγματα που προαναφέρθηκαν, συνεχίζεται και μετά τα κλασσικά χρόνια και τη Ρωμαική κυριαρχία καθώς περνάμε σταδιακά και στη βυζαντινή εποχή. Μια εποχή που οι θρησκοκεντρικοί ως επί το πλείστον ήχοι, θα επηρεάσουν άμεσα και έμμεσα την κρητική μουσική δημιουργία.

ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΑΠΟ ΔΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΤΟΛΗ

Αν και η Κρήτη είχε απ' την αρχαιότητα γέφυρες που ένωναν το μουσικό κόσμο της μ' αυτόν της Ανατολής, στάθηκε παράλληλα όμως ο χώρος όπου από τον 13ο μ.Χ. αιώνα πρωτοεκδηλώθηκαν οι επιδράσεις της Δύσης. Οι Φράγκοι, οι Γενοβέζοι και οι Βενετσιάνοι καταλαμβάνοντας όλο σχεδόν το Αιγαίο μετά τις Σταυροφορίες έφεραν μαζί τους ανάμεσα στ' άλλα και μελωδίες, μουσικές και ποιητικές φόρμες όπως η ρίμα, χορούς όπως ο μπάλος και μουσικά όργανα όπως το βιολί που θα παίξει κι αυτό σημαντικό ρόλο στην Κρητική μουσική.


Ιδιαίτερη σημασία έχει η επικράτηση της ρίμας με την μορφή ομοιοκατάληκτων δίστιχων που πρωτοεμφανίστηκαν στα τέλη του 14ου αι μ.Χ. στην έντεχνη ποίηση της Κρήτης. Το διψασμένο κρητικό σφουγγάρι λοιπόν αφομοιώνει αυτό το ξένο δάνειο της ρίμας και δημιουργικά το συνδυάζει με τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο ελληνικό στίχο που υπήρχε ήδη από τον Αριστοφάνη. Ο δημιουργικός αυτός συνδυασμός ονομάζεται μαντινάδα. Δίστιχα που ευνοούν ιδιαίτερα τον μουσικό και ποιητικό αυτοσχεδιασμό για τον οποίο όλοι ξέρουμε την αγάπη των Κρητικών.
Μετά την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους, αρκετοί δάσκαλοι εκκλησιαστικής μουσικής φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη εδρεύουν στην Κρήτη. Μέσα από τις σχολές που ιδρύουν με το πέρασμα του χρόνου, η βυζαντινή μουσική διδάσκεται συστηματικά στο νησί ενώ διάσημοι Βενετοί μουσικοί έρχονται στον Χάνδακα για να διασκεδάσουν τους κατοίκους του.


Ήδη εκείνη την περίοδο έχουν αρχίσει να κυοφορούνται τα αποτελέσματα αυτών των επιρροών, ενώ ήδη το 1547 ο γάλλος γιατρός Ρierre Βellon, περιγράφει τους ένοπλους χορούς των κρητικών και το 1599 ο άγγλος Sherley μιλάει για βραδυνές διασκεδάσεις με ζωηρούς χορούς στους δρόμους του Χάνδακα.
Εκείνη ακριβώς την περίοδο σαν αποτέλεσμα αυτής της κύησης εμφανίζεται ο κορυφαίος Κρητικός μουσικοσυνθέτης της εποχής Φραγκίσκος Λεονταρίτης, ο πρώτος εκπρόσωπος της νεοελληνικής μουσικής. Παράλληλα εμφανίζονται στην Κρήτη πολλοί νέοι μελοποιοί που διατηρούν αλλά και ωθούν την εκκλησιαστική μουσική στο νησί.
Την ίδια εποχή (17ος αι) γράφηκαν τα παλιότερα σωζόμενα μουσικά κείμενα δημοτικών τραγουδιών της νεότερης Ελλάδας. Βρέθηκαν σε χειρόγραφα στο Άγιον Όρος στην Μονή Ιβήρων και Ξηροποτάμου. Η μελέτη τους οδήγησε στο συμπέρασμα πως πρόκειται για ριζίτικα τραγούδια της Δυτικής Κρήτης, στοιχεία των οποίων βρίσκουμε ακόμα και σήμερα στο νησί. Πρέπει να καταγράφηκαν από κρητικούς καλόγερους (που σαν γνήσια τέκνα της Κρήτης) δεν είχαν αποκηρύξει εντελώς τις κοσμικές απολαύσεις, καθώς στα χειρόγραφα που βρέθηκαν ανάμεσα σε θρησκευτικούς ύμνους και τροπάρια υπήρχε η σημείωση: έτερα τα οποία λέγονται εις ευθυμίαν και χαράν. Είναι γνωστό άλλωστε πως σε αρκετά νησιά και όχι μόνο στην Κρήτη οι ψάλτες και οι παπάδες ήταν απ τους καλύτερους τραγουδιστές δημοτικών τραγουδιών (Σήμερα ο παπα-Άγγελος Ψιλλάκης με ριζίτικα).


Το 1669 η Κρήτη κατακτάται από τους Τούρκους. Από εδώ και πέρα ο Οθωμανικός αυταρχισμός κυβερνά. Παρ όλα αυτά οι Κρήτες δεν σταματούν να τραγουδούν τις λιγοστές χαρές και τις περίσσιες λύπες.
Είναι η εποχή που ζει ο μεγάλος μουσικοδιδάσκαλος Γεώργιος ο Κρης (+1816) και αποδεικνύει την βυζαντινή θρησκευτική παράδοση του νησιού, ενώ η παρουσία απ τον 17ο αιώνα της λύρας, του κύριου μουσικού οργάνου της κρητικής μουσικής, γίνεται όλο και πιο έντονη μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα που η παρουσία της αρχίζει να εδραιώνεται.
Mη φανταστείτε βέβαια ότι η λύρα είχε τη σημερινή της μορφή από τότε. Αρχικά έκανε την εμφάνισή της σαν λύρα η αχλαδόσχημη και αυτή σε δύο τύπους:


Το λυράκι με οξύ ήχο και η βροντόλυρα με έντονο μπάσο ήχο. Πολύ σημαντική είναι και η ύπαρξη πάνω στο δοξάρι της, των γερακοκούδουνων (κουδουνάκια που κρέμαγαν στα κυνηγετικά γεράκια στο Βυζάντιο). Οι λυράρηδες της εποχής χάρις σ αυτά κρατούσαν τον ρυθμό αφού δεν είχε εμφανιστεί ακόμα κάποιο όργανο σαν συνοδευτικό της λύρας με αυτό το ρόλο. Η επιρροή του βιολιού έδωσε αρκετά αργότερα (γύρω στο 1920) ένα άλλο είδος λύρας την βιολόλυρα, που χρησιμοποιήθηκε περισσότερο στην Δυτική και Ανατολική Κρήτη μέχρι την δεκαετία του 40. Η σημερινή λύρα είναι ένας ενδιάμεσος τύπος μεταξύ λυρακιού και βροντόλυρας. Πρωτοκατασκευάστηκε την δεκαετία του 40 από ένα παλιό λυράρη και οργανοποιό το Μανώλη Σταγάκη και επικράτησε στα μουσικά πράγματα του τόπου μετά το 1950.


Αυτή η σύγχρονη μορφή της δεν συνοδεύεται από τα γερακοκούδουνα του δοξαριού καθώς πολύ πιο πριν, τον ρυθμό ανέλαβε να κρατάει το μπουλγαρί ( ειδικά μετά το 1915 και την έλευση των Μικρασιατών) και λίγο αργότερα στην δεκαετία του 1920 το λαούτο. Αυτό το αγαπημένο όργανο υπήρχε στην Κρήτη από τα χρόνια του Βιντσέντζου Κορνάρου στην αναγεννησιακή του μορφή. Μετά από τις τροποποιήσεις που του έγιναν με τα χρόνια, το λαούτο άρχισε να λειτουργεί και σαν μπάσο συνοδευτικό όργανο (1920) αλλά στις ημέρες μας μπορεί κανείς ν' ακούσει τις γλυκύτερες κρητικές μελωδίες από ένα σόλο λαούτο ενώ το μπουλγαρί έχει σχεδόν εκλείψει. 


ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ


 Ήρθε λοιπόν η ώρα που η Κρήτη ένιωσε πάλι ελεύθερη μετά την φυγή των Τούρκων. Ο Κρητικός λαός νιώθει ανεξάρτητος και αυθόρμητα η επιθυμία για αναγέννηση σ' όλους τους τομείς δίνει τη δύναμη να ξεπεραστούν οι δυσκολίες, κυρίως οικονομικές και το βλέμμα να ορθωθεί ξανά περήφανο. Στα μουσικά πράγματα όμως οι εξελίξεις δεν θα ξεκινήσουν απ το μηδέν. Οι αιώνες που πέρασαν άφησαν στο νησί μια μουσική κληρονομιά τεράστια. Οι ρίζες των κλασσικών χρόνων έχουν καρπίσει και με τις βυζαντινές βάσεις αλλά και τις ενετικές, όπως αργότερα τις τουρκικές επιρροές, έχουν δημιουργήσει μια ισχυρή μουσική παράδοση για όλο το νησί. Βέβαια το έντονο φυσικό ανάγλυφο της γης, που δυσκολεύει την επικοινωνία των κατά τόπους πληθυσμών, έχει δώσει στην κάθε περιοχή την δική της μουσική κληρονομιά. Ακόμα κι αν όλη η ηχητική κληρονομιά στηρίζεται σε κοινές βάσεις, οι τοπικές ιδιομορφίες είναι χαρακτηριστικές. Μέσα στο κλίμα των γενικών ανακατατάξεων και τις μετακινήσεις πληθυσμών η Κρήτη στέλνει το πρώτο κύμα μεταναστών στο εξωτερικό αλλά δέχεται και το προσφυγικό κύμα απ τα παράλια της Μ. Ασίας. Από εκεί θα υπάρξει μια ακόμα επιρροή καθώς η μουσική παράδοση των προσφύγων είναι έντονη.
Οι επιρροές αυτές, ειδικότερα στις περιοχές εγκατάστασης των προσφύγων, είναι έντονες και θα δώσουν με την σειρά τους καινούρια ακούσματα που θα χαρακτηριστούν αργότερα σαν ρεμπετοκρητικά.


Η γενικότερη οικονομική ανέχεια δεν γίνεται να ξεριζώζει απ την ψυχή των κρητικών την αγάπη για τη μουσική.
 Ετσι οι νέοι μουσικάντορες που αρχίζουν να εμφανίζονται μπορεί να μην έχουν την δυνατότητα επαγγελματικής ενασχόλησης με την μουσική, αλλά έχουν στα χέρια τους μια μουσική παράδοση αιώνων και το πάθος να δουλέψουν πάνω σ αυτή. Ετσι σιγά σιγά αρχίζει να διαφαίνεται το μουσικό θαύμα που θα επιτελεστεί για την κρητική μουσική στον 20ο αιώνα.
Το γραμμόφωνο κάνει την εμφάνισή του, έστω και σε περιορισμένο αριθμό, και ο λαός συρρέει σε γλέντια και γάμους για να ακούσει μουσικούς που ξεπετιούνται σε κάθε γωνιά της Κρήτης. Μουσικούς που μεταφέρουν και αποδίδουν την τοπική μουσική παράδοση ο καθένας με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Κάθε μελωδία που ακούγεται είναι τόσο παλιά όσο και νέα. Αυτός ο επαγγελματικός ερασιτεχνισμός αποδίδει τους πρώτους καρπούς.


Μια γενιά μουσικών εμφανίζεται που έμελλε να αλλάξει την ροή και την δυναμική της Κρητικής μουσικής. Αυτοί οι μπροστάρηδες των εξελίξεων αρχίζουν να γίνονται γνωστοί σε ευρύτερους κύκλους. Αρχίζουν να γίνονται αρεστοί σε τοπικές κοινωνίες με διαφορετικά ακούσματα. Πηγαίνοντας από τόπο σε τόπο μεταφέρουν τους δικούς τους ήχους εκεί και αυτοί με την σειρά τους και εκμεταλλευόμενοι το πηγαίο ταλέντο τους, αποτυπώνουν και φιλτράρουν τα εκεί ακούσματα. Οι αλληλοεπιρροές γίνονται εντονότερες με την είσοδο του ραδιοφώνου. Τα Ανώγεια, εκεί ψηλά στον Ψηλορείτη γίνονται μια απ τις μητροπόλεις της λύρας και κάθε αρεστός στους Ανωγειανούς καλλιτέχνης, εξασφαλίζει το εισιτήριο της αποδοχής για όλη την Κρήτη.

Στην στιχουργική θεματολογία εκτός απ τα ριζίτικα και τις μαντινάδες τα πιο σύγχρονα βιώματα αρχίζουν να γίνονται κι αυτά αθάνατα, τραγουδισμένα απ τα χείλη των τροβαδούρων της εποχής.



ΟΙ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΕΣ


    Σαν ένα απλό φόρο τιμής αξίζει να παρουσιάσουμε έστω και επιγραμματικά ορισμένους από αυτούς που συνέβαλλαν τα μέγιστα στην 

    διαμόρφωση του χαρακτήρα της Κρητικής μουσικής.

Στρατής Καλογερίδης. Γεννημένος στην Σητεία το 1883. Με μουσικές σπουδές στο Παρίσι. Απ το 1915 έζησε και εργάστηκε στο Ηράκλειο. Ο σημαντικότερος εκτελεστής βιολιού που έβγαλε η Κρήτη. Υπήρξε ο πρώτος έντεχνος κρητικός μουσικός και ο πρώτος που έγραψε Κρητική μουσική σε παρτιτούρες. Πραγματικός δάσκαλος
Νικόλαος Χάρχαλης. Γεννήθηκε στα Χαρχαλιανά Κισσάμου το 1884. Απ τους πρώτους σόλο βιολιστές της Δυτικής Κρήτης. Η πιο δημιουργική του περίοδος ήταν μεταξύ 1910 και 1940.
Χαρίλαος Πιπεράκης ή Χαρίλαος Γενν. το 1892 στο Ξεροστέρι Αποκορώνου.  Παιδί ακόμα μεταναστεύει στην Αμερική όπου και πέθανε το 1981. Πρόσφερε πολλά με την λύρα του στην διάδοση και διάσωση της Κρητικής μουσικής στους Κρήτες της Αμερικής
Αντώνης Καρεκλάς Γεννήθηκε το 1893 στα Περιβόλια Ρεθύμνου. Από τους πρώτους λυράρηδες της εποχής του στο Ρέθυμνο. Η διάδοση της λύρας στην Κεντρική Κρήτη οφείλεται κατά πολύ σ αυτόν.
Αλέκος Καραβίτης. Γεννήθηκε το 1904 στην Ακτούντα Αγ. Βασιλείου. Λυράρης με ορεινά ακούσματα κάνει γνωστή την λύρα και στην Αθήνα και συσπειρώνει τους Κρήτες των Αθηνών με την λύρα  του στο καφενεδάκι που διατηρούσε εκεί απ το 1927
Γιάννης Δερμιτζάκης ή Δερμιτζογιάννης. Γεννήθηκε το 1907 στη Σητεία. Πολυσύνθετος και δημιουργικότατος. Βιολάτορας, λυράρης και εκφραστικός ερμηνευτής. Ικανός σμιλευτής της μαντινάδας, χάρις σ αυτόν συντηρήθηκε η λαϊκή στιχουργία. Απ τους κορυφαίους.
Μανόλης Λαγουδάκης ή Λαγός. Γεννήθηκε το 1910 στα Περιβόλια Ρεθύμνου. Από τους μεγαλύτερους λυράρηδες και στιχουργούς της εποχής του. Μαζί με τον Μανώλη Σταγάκη, κατασκευαστή οργάνων βελτίωσαν τον ήχο και το σχήμα της λύρας
Γιώργης Σαριδάκης ή Μαύρος. Γεννήθηκε το 1910 στον Σκουτελώνα Κισσάμου. Αυτοδίδακτος δεξιοτέχνης βιολάτορας δημιούργησε στην Δυτική Κρήτη κυρίως την περίοδο 1935-1965
Γιάννης Μπερνιδάκης ή Μπαξεβάνης Γεννήθηκε το 1910 στο Ρέθυμνο. Ασχολήθηκε κυρίως με το λαούτο και το τραγούδι. Το αποκαλούμενο αηδόνι της Κρήτης θα μείνει στην ιστορία σαν ένας απ τους κορυφαίους τραγουδιστές του νησιού. Συνεργάστηκε μ όλους τους μεγάλους Ρεθεμνιώτες λυράρηδες της εποχής (1925-1955
Μανόλης Πασπαράκης ή Στραβός Γεννήθηκε. το 1911 στ Ανώγεια. Τυφλός απ τα παιδικά του χρόνια. Με απλό και ρυθμικό τρόπο παιξίματος αλλά και με παθιασμένη χροιά στον ήχο της λύρας του. Πιο δημιουργική περίοδος του το 1935-1960. Συντέλεσε αποφασιστικά στην Ανωγειανή κουλτούρα που έδωσε τους μετέπειτα άξιους συνεχιστές απ την περιοχή.
Στέλιος ΦουσταλέρηςΣτέλιος Φουσταλιεράκης ή Φουσταλιέρης Γεννήθηκε το 1911 στο Ρέθυμνο. Από τις μεγαλύτερες μορφές. Δημιούργησε τη δική του σχολή στην Κρητική μουσική αναδεικνύοντας το μπουλγαρί σε όργανο μελωδικό και σολίστικο. Επηρεάστηκε απ την περίοδο παραμονής του στον Πειραιά (1933-1937) όπου και συναντά τους ρεμπέτες: Μπάτη, Βαμβακάρη, Μπαγιαντέρα, Παπαιωάννου. Συνεργάστηκε με την Λαυρεντία Μπερνιδάκη, την πρώτη γυναίκα που τραγούδησε στην Κρητική δισκογραφία. Ποτέ δεν σταμάτησε, μέχρι το 1920 που πέθανε να εξασκεί και την άλλη αγαπημένη του τέχνη αυτή του ρολογά.
Ανδρεας ΡοδινόςΑνδρέας Ροδινός. Γεννήθηκε το 1912 στο Ρέθυμνο. Το πρόσωπο - μύθος. Σε ηλικία 18 ετών ήταν ήδη εκπληκτικός λυράρης. Μάγευε τα πλήθη με τον στενό συνεργάτη του Μπαξεβάνη. Πέθανε από ασθένεια στις 9 Φεβρουαρίου 1934 στα 22 του χρόνια έχοντας αγκαλιά την θήκη με τις δύο λύρες του. Πραγματικός σαγηνευτής ψυχών με το παίξιμό του.
Γιώργος Κουτσουρέλης. Γεννήθηκε το 1914 στο Καστέλι Κισσάμου. Μεγάλος και περιζήτητος απ τους βιολιτζήδες και τους λυράρηδες της εποχής του λαουτιέρης. Υψηλός δεξιοτέχνης που εμφανιζόταν και σαν σολίστας. Συνέβαλε τα μέγιστα στη διάδοση της Κρητικής μουσικής και εκτός Κρήτης μέσα απ τα ερτζιανά κύματα του κρατικού ραδιοφώνου και τις πάμπολες δημόσιες εμφανίσεις του.
Νίκος Παπαδογιάννης. Γεννήθηκε στην Αγιά Μυλοποτάμου το 1914. Λυράρης δεξιοτέχνης και με σπουδαία φωνή ξακουστός στην εποχή του με δύο αριστουργήματα στην συλλογή του το ταμπαχανιώτικο ο Καροτσάς και το Ρεθεμνιώτικο Συρτό.
Kostas Papadakis (Naftis)Κώστας Παπαδάκης ή Ναύτης. Γεννήθηκε το 1920 στο Καστέλι Κισσάμου. Μεγάλος βιολάτορας που έζησε απ το 1959 μέχρι το 1976 στην Αμερική. Πρόσφερε τα μέγιστα στα ακούσματα της Δυτ. Κρήτης. Εξέδωσε το 1989 το βιβλίο: "Κρητική λύρα ένας μύθος".
Γιώργος Καλογρίδης. Γεννήθηκε το 1923 στο Σπήλι Ρεθύμνου. Αρχιμάστορας της λύρας. Προσέφερε έργα υψηλής ποιότητας. Δικό του το κλασσικό Πολλές φορές στον ύπνο μου (1946). Χρησιμοποιούσε πάντα μαντινάδες αριστοτεχνικές. Απ το 1966 έφυγε για την Ν. Υόρκη.
Κωστας ΜουντακηςΚώστας Μουντάκης. Γεννήθηκε το 1926 στην Αλφά Μυλοποτάμου. Απ τις δημιουργικότερες μορφές. Με την λύρα του έγινε γνωστός σ όλη την Ελλάδα. Γύρισε όλο τον κόσμο όπου υπήρχαν Κρητικοί. Έκανε σπουδαίες συνεργασίες με κρητικούς αλλά και γενικότερα δημοτικούς καλλιτέχνες. Το μουσικό έργο της ζωής του αποτελεί ένα μεγάλο κομμάτι της κρητικής μουσικής. Η ευγενής άμιλλα του με τον Θανάση Σκορδαλό πήγε πολλά βήματα μπροστά την μουσική εξέλιξη του τόπου. Αξεπέραστος.
Θανασης ΣκορδαλοςΘανάσης Σκορδαλός. Γενν. το 1920 στο Σπήλι. Απ τις κολώνες της Κρητικής μουσικής Λυράρης υψηλής δεξιοτεχνίας. Το έργο του θα αποτελεί την βάση δημιουργίας για τις επόμενες γενιές.
Γύρισε την υφήλιο επισκεπτόμενος τους Κρήτες μετανάστες, διατηρώντας τα κρητικά ακούσματα. Πραγματικός δάσκαλος που η αξία του γίνεται ακόμα μεγαλύτερη στο πέρασμα του χρόνου. Ένας θρύλος της Κρήτης.

Αυτοί είναι οι περισσότεροι απ τους δημιουργούς που με δική τους πρωτοβουλία και μεράκι ώθησαν τους ντόπιους ήχους στον 20ο αιώνα, ειδικότερα κατά το πρώτο μισό του. Σε εποχές δύσκολες αλλά αγνές. Αυτοί οι αρχιερείς συνέβαλαν τα μέγιστα στην ενοποίηση των τοπικών μουσικών ιδιομορφιών, καθώς εκτός απ το ραδιόφωνο, αποτύπωσαν για πάντα το έργο τους, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο σε δίσκους. Έδωσαν υλικό πάνω στο οποίο στηρίζονται ακόμα και σήμερα οι σύγχρονοι δημιουργοί. Όντας θρυλικές μορφές επηρέασαν τις κατοπινές γενιές και μετέτρεψαν τα αιωνόβια παραδοσιακά ακούσματα σε σύγχρονη μουσική σκηνή, η οποία ακόμα και στις μέρες μας βρίσκεται σε οργασμό, σε αντίθεση με τις άλλες δημοτικές μουσικές της υπόλοιπης Ελλάδας που έχουν μείνει στάσιμες. Η Κρητική μουσική έγινε γνωστή σε ευρεία βάση σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.



Η αλυσίδα όμως δεν κόπηκε μετά απ αυτούς. Τη σκυτάλη παρέλαβαν άξιοι συνεχιστές που παίρνοντας τις δημιουργίες των παλαιοτέρων προχώρησαν και αυτοί με την σειρά τους ακόμα πιο μπροστά. Άλλωστε πως θα μπορούσε να σταματήσει η παραγωγή ταλέντων σ ένα τόπο που η μουσική είναι ανάγκη ψυχής; Ο δάσκαλος απ τα Χανιά Μιχάλης Κουνέλης, ο Μανώλης Μανουράς, Λεωνίδας Κλάδος,  Νίκος Μανιάς, η οικογένεια Μαρκογιάννη με τα λαούτα της, ο Γιώργος Καλομοίρης, Νίκος Σωπασής, Σπύρος Σηφογιώργης, ο Ροδάμανθος Ανδρουλάκης ο Zαχαρίας Μελεσσανάκης με την λύρα του, ο λαουτιέρης Χρήστος Στιβακτάκης, ο βιολάτορας Γιώργος Αβυσσινός. Οι φουρνιές μεγάλων μουσικών όμως συνεχίζονται ακατάπαυστα.

Νικηφόρος Αεράκης, Μανώλης Καρπουζάκης, Γιώργος Χαλκιαδάκης, Γιώργος Παπαδάκης, Κακλής,

Κουφαλιτάκης, ΓιώργηςΦραγκιουδάκης, Ψαρόγιαννης, ο Κωστής Δασκαλάκης, ο Ψαραντώνης, ο Aνωγειανός

Βασίλης
Σκουλάς, ο Μπάμπης Γαργανουράκης, ο Β. Σταυρακάκης, ο Μιχάλης Αλεφαντινός, ο λαουτιέρης

Νίκος Αλεφαντινός, ο Νίκος Γωνιανάκης, ο Στάθης Μανδουράκης απο το Καβούσι, ο Γεραπετρίτης Χαρίλαος

Παπαδάκης, ο Γιώργος Καρεκλάκης, ο Δημήτρης Πιτοπούλης από τα Πρίνα και φυσικά ένας άνθρωπος ιερός που έδωσε
μια

διαφορετική εξέλιξη στην Κρητική μουσική ο Νίκος Ξυλούρης. Λίστες ατελείωτες που φθάνουν μέχρι τις μέρες μας και ποτέ

δεν
θα μπορούσαν να ήταν απόλυτα πλήρεις.
 
ΤΑ ΚΡΗΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

 Τα είδη των κρητικών τραγουδιών είναι: οι Μαντινάδες, τα Ριζίτικα, τα Πολύστιχα Ιστορικά Αφηγηματικά, τα Μοιρολόγια και τα Ταμπαχανιώτικα.

 Οι μαντινάδες είναι η πιο συνηθισμένη μορφή λαϊκού τραγουδιού και αποτελούν ποιητικό είδος το οποίο απαντάται σε ολόκληρη την Κρήτη.  Είναι δίστιχα τραγούδια, που αποτελούνται από δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους. Ο όρος μαντινάδα προέρχεται από τη βενετσιάνικη λέξη matinada, που μεταφράζεται ως «πρωινή καντάδα» και σημαίνει το ερωτικό τραγούδι που τραγουδιόταν τις πρωινές ώρες κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης.

Η σύνθεση των μαντινάδων είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη, αφού μέσα σε ένα αυτοσχέδιο δίστιχο περικλείεται ένα πλήρες νόημα.  Οι περισσότερες μαντινάδες αναφέρονται στον έρωτα και την αγάπη.  Υπάρχουν, όμως, και πολλές γνωμικές, διδακτικές, φιλοσοφικές, πειραχτικές, σκωπτικές, τολμηρές κ.λπ.  Έχουμε ακόμα δίστιχα της βάπτισης, του αρραβώνα, του γάμου, του Κλήδονα, της κλεψιάς, της βεντέτας, της φυλακής κ.λπ. Τραγουδιόνται με ή χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων, πάνω στις μελωδίες των παραδοσιακών κρητικών χορών - χανιώτικου (συρτού), σιγανού, σούστας (Ρεθύμνου), μαλεβιζώτη, αγκαλιαστού κ.λπ. - των σκοπών της ρίμας, του Ερωτόκριτου και άλλων, όμως η πιο συνηθισμένη μελωδία πάνω στην οποία τραγουδιόνται οι κοντυλιές.

Οι κοντυλιές είναι ένα από τα βασικότερα είδη της κρητικής μουσικής, με μακραίωνη παράδοση και ρίζες στην Ανατολική Κρήτη. Στην ουσία πρόκειται γιαμουσικές φράσεις, από τις οποίες συγκροτούνται οργανικές μελωδίες, τραγούδια ακόμα και χοροί.  Περίφημες είναι οι περίτεχνες κοντυλιές από τις επαρχίες Σητείας και Iεράπετρας (που άλλοτε τραγουδιόνται και άλλοτε όχι, με γρήγορη ή αργή ρυθμική αγωγή και οι οποίες ενίοτε χορεύονται). Παίρνουν διάφορες ονομασίες: στειακές κοντυλιές, ιεραπετρίτικες κοντυλιές, κοντυλιές της νύχτας, κοντυλιές Καλογερίδη, κοντυλιές του Αλή, και ανάλογα με την τονικότητά τους κοντυλιές στη φα, κοντυλιές στη ντο, κοντυλιές στη ρε κ.λπ.

Στις μέρες μας, η λέξη κοντυλιά δεν είναι αποκλειστικά ταυτισμένη με τις μελωδίες τις Ανατολικής Κρήτης. Για τους περισσότερους, έχει τη σημασία της μουσικής που αποδίδει η λύρα ή το βιολί, δηλαδή τη δοξαριά, με τον ίδιο τρόπο που η λέξη πενιά σημαίνει τη μουσική του λαγούτου, του μπουζουκιού ή του μαντολίνου. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ονομάζονται κοντυλιές και άλλοι εξαίρετοι σκοποί, που διαμορφώθηκαν στην Κεντρική Κρήτη, στους νομούς Ρεθύμνου και Ηρακλείου, πάνω στις μελωδίες των οποίων αποδίδονται ενίοτε μαντινάδες ή πολύστιχα αφηγηματικά τραγούδια, καθώς και η μουσική του σιγανού χορού, με την πιο αργή ρυθμική αγωγή, όπως αυτός αποδίδεται σε διάφορες περιοχές του νομού Ρεθύμνου.

Οι περισσότερες κοντυλιές θεωρούνται παραδοσιακές, δηλαδή παλαιές, που αγνοούμε το πώς και από ποιον ή ποιους δημιουργήθηκαν. Υπάρχουν, όμως, και αρκετές οι οποίες αποτελούν προσωπικές δημιουργίες ή διασκευές, όπως οι κοντυλιές Kαλογερίδη και οι κοντυλιές του Αλή στο νομό Λασιθίου και οι κοντυλιές του Καραβίτη στην επαρχία Aγ. Bασιλείου Pεθύμνης.

Σύμφωνα με τη γνώμη του μουσικού Γιάννη Nτεληβασίλη, την οποία κατέγραψε η εξαίρετη λαογράφος Μαρία Λιουδάκη, ο όρος κοντυλιά έχει την εξής αρχή: “Στα παλιά τα χρόνια μουσικό όργανο στην Kρήτη ήταν ο αυλός (χαμπιόλι ή μ(π)αντούρα), φτιαγμένος από καλάμι. Στο καλάμι το αναμεταξύ στα γόνατα μέρος λέγεται κόντυλας. Έτσι, μια που η μουσική των μαντινάδων παιζόταν πάνω στον κόντυλα (αφού εκεί ανοίγονται οι τρύπες), πήρε από ’κει τ’ όνομα κοντυλιά.”

 Τα τραγούδια του νομού Χανίων, με δεκαπεντασύλλαβους ανομοιοκατάληκτους στίχους, είναι ένα από τα πιο γνωστά είδη των κρητικών τραγουδιών. Στους ντόπιους είναι γνωστά και ως λευκορείτικα τραγούδια, μιας και προέρχονται από τα χωριά που βρίσκονται στους πρόποδες των Λευκών Ορέων. Εκεί διαμορφώθηκαν, αναπτύχθηκαν και διατηρούνται στην πιο αυθεντική τους μορφή. Αρκετά από αυτά τα λένε και σφακιανά, επειδή πολλά από αυτά αναφέρονται στα Σφακιά ή σε Σφακιανούς. Στις μέρες μας οι περισσότεροι τα γνωρίζουν ως ριζίτικα. Να σημειωθεί, όμως, ότι η ονομασία αυτή είναι ένας όρος που επινοήθηκε, υιοθετήθηκε, κυριάρχησε και καθιερώθηκε τελικά τον 20ο αιώνα. Δόθηκε από τους νεότερους μελετητές και οφείλεται στο ότι είναι προϊόντα της ρίζας, δηλαδή των πρόποδων των βουνών. Μια άλλη εκδοχή θέλει τα ριζίτικα να προέρχονται από την αρχαία Ριζηνία, τα σημερινά Μεσκλά της επαρχίας Κυδωνίας.  Τα συνέθεσαν οι ριζίτες, οι κάτοικοι των ψηλών χωριών που διατηρούν ολοζώντανα τα προαιώνια ήθη και έθιμα της Κρήτης.

Για την προέλευση των λευκορείτικων τραγουδιών δεν έχουμε πολλά εξακριβωμένα στοιχεία. Τα περισσότερα είναι δημιουργήματα των αιώνων της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Βέβαιο είναι ότι οι ρίζες τους φτάνουν μέχρι τη Βυζαντινή περίοδο, ενώ αρκετοί σύγχρονοι μελετητές έχουν τη γνώμη πως τα ριζίτικα αποτελούν τη συνέχεια των πολεμικών ασμάτων των Δωριαίων, που εγκαταστάθηκαν γύρω στα 1000 π. Χ. στις ορεινές περιοχές των Χανίων και διατήρησαν τις πανάρχαιες παραδόσεις τους αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου. 

Τα θέματά τους είναι πολλά, η αγάπη για τη λευτεριά, ο θαυμασμός απέναντι στους ανδρειωμένους, τα συναισθήματα για τη φιλία και τη φιλοξενία, η ποιμενική ζωή, η αγάπη για τη φύση, οι οικογενειακοί δεσμοί, η βεντέτα, ακόμη και ο έρωτας.  Υπάρχουν, όμως, και αρκετά που αναφέρονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και γεγονότα της κρητικής ιστορίας. 

Τα λευκορείτικα τραγουδιούνται acapella, δηλαδή χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων.  Οι γνωστοί μέχρι σήμερα σκοποί είναι 32 ή λίγο περισσότεροι με μικρές παραλλαγές.  Υπάρχουν όμως και άλλα 47 ιδιόμελα τραγούδια του είδους.  Η μουσική των ριζίτικων τραγουδιών αποτελεί ένα θέμα με ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς η μελωδία υποτάσσει το στίχο και τον προσαρμόζει στα δικά της καλούπια.Υπάρχουν δύο είδη τραγουδιών.  Αυτά που τραγουδιούνται στην τάβλα, δηλαδή τα επιτραπέζια, και λέγονται τραγούδια και αυτά που τραγουδιούνται στην στράτα ή κατά τη διάρκεια πορείας και λέγονται της στράτας.  Τα τραγούδια της στράτας τα έλεγαν οι ριζίτες όταν έκαναν μακρινές πορείες από το ένα χωριό στο άλλο, όπως για παράδειγμα στη περίπτωση του γάμου, όπου γινόταν η μεταφορά της προίκας και η γαμήλια πομπή (ψήκι) συνόδευε τη νύφη στο νέο της σπιτικό.  Επειδή πολύ συχνά οι μακρινές μετακινήσεις στα ορεινά και δύσβατα μέρη γίνονταν καβάλα σε άλογα, μουλάρια ή γαϊδούρια, η μελωδία των τραγουδιών της στράτας είναι προσαρμοσμένη στο βάδισμα των ζώων αυτών και μοιάζει με έφιππο εμβατήριο.  Τα τραγούδια της στράτας έχουν ένα μόνο μουσικό σκοπό, δυναμικό και βαρύ. 

Τα τραγούδια αυτά αποτελούν στο νομό Χανίων τις πλέον χαρακτηριστικές εκδηλώσεις στις οικογενειακές και φιλικές συγκεντρώσεις, στις γιορτές και τα πανηγύρια, στα βαπτίσια, τους αρραβώνες και τους γάμους. 

 Τα πολύστιχα ιστορικά - αφηγηματικά τραγούδια είναι γνωστά σε όλη την Κρήτη και ονομάζονται ρίμες.  Αναφέρονται σε πρόσωπα ή γεγονότα της κρητικής ιστορίας με τοπική ή ευρύτερη διάσταση, συνεχίζοντας έτσι, την παράδοση της έμμετρης λαϊκής χρονικογραφίας των μεταβυζαντινών χρόνων.  Όλα σχεδόν είναι γραμμένα με τον ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στίχο.  Όσο πιο εκτενή είναι, τόσο πιο αξιόλογα θεωρούνται, σε αντίθεση με τα ριζίτικα, που η δύναμή τους κρύβεται στην συντομία τους.  Τα τραγούδια αυτά, όπως και τα ριζίτικα, αποτελούν μια αξιόλογη πηγή της ιστορικής έρευνας αν και μερικές φορές, λόγω προτεραιότητας του ποιητικού στοιχείου εκφράζουν κάποιες ανακρίβειες.  Δίνουν άλλοτε μια πιο πιστή και άλλοτε μια πιο ελεύθερη εικόνα διαφόρων σημαντικών προσωπικοτήτων ή γεγονότων που χάραξαν την πορεία του λαού της Κρήτης ή ολόκληρου του Ελληνισμού.  Αντιπροσωπευτικά δείγματα ρίμας είναι: το «Τραγούδι του Δασκαλογιάννη», το «Τραγούδι του πύργου του Αλιδάκη», το «Τραγούδι του Θοδωρομανώλη», το «Τραγούδι του Καπετάν Μιχάλη Κόρακα» και άλλα.  

 Τα μοιρολόγια είναι τα λυπητερά τραγούδια που αναφέρονται στο θάνατο.  Άλλοτε απευθύνονται στο εκλιπόν συγγενικό πρόσωπο (μάνα, πατέρα, αδερφό-ή, σύζυγο, γιο, κόρη) κι άλλοτε στον ίδιο το Χάρο ή το Νάδη.  Χωρίζονται σε δυο γενικές κατηγορίες.  Στα γνωστά, κοινά μοιρολόγια και στα πρωτότυπα ή αυθόρμητα δημιουργήματα της στιγμής.  Τα πρώτα συναντά κανείς σε διάφορες συλλογές παραδοσιακών τραγουδιών της Κρήτης.  Τα αυθόρμητα μοιρολόγια δεν υπάρχουν γενικά στις συλλογές, καθώς ή περισυλλογή τέτοιων τραγουδιών ήταν σχεδόν αδύνατη, γιατί ήταν απαγορευμένο σε άσχετους να βρίσκονται σε χώρο όπου οι συγγενείς έκλαιγαν το νεκρό τους. Συνέβη όμως κάποιος να διατηρήσει στη μνήμη του, ολόκληρο ή αποσπασματικά, ένα γνήσιο αυθόρμητο μοιρολόι που ειπώθηκε σε ένα συγκεκριμένο νεκρό.  Με αυτόν τον τρόπο διασώθηκαν ελάχιστα δείγματα από πρωτότυπα μοιρολόγια. Λίγα δείγματα αυτού του είδους δημοσιεύθηκαν από το Νίκο Αγγελή τη δεκαετία του 60’. Τα μοιρολόγια συγκροτούνται από δεκαπεντασύλλαβους, άλλοτε ομοιοκατάληκτους και άλλοτε ανομοιοκατάληκτους στίχους, ενώ ένας άλλος, ακόμα, τύπος μοιρολογιού είναι τα ενδεκασύλλαβα ή δωδεκασύλλαβα με ομοιοκατάληκτο στίχο.   Παραθέτουμε τρία εξαιρετικά μοιρολόγια από τη συλλογή του Νίκου Αγγελή. 

Το πρώτο με δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο είναι αφιερωμένο στη μεγάλη συμφορά της Κανάκαινας, απ’ τ’ Ασκύφου Σφακίων, που σκότωσαν τους τρεις της γιους.

«Χριστέ και να κατέβαινε βρύση απ’ τη Μαδάρα

να πορπατεί κλιτά, κλιτά, να ‘ρχεται αγάλι, αγάλι,

να βρει τσι γούρνες εύκαιρες να μπει να τσι γεμίσει

να πλύνουν οι ανύπλητες, να πλύνουν κι οι πλυμένες,

να πλύνει κι η Κανάκαινα τα ματωμένα ρούχα.»

 Το δεύτερο με δεκαπεντασύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο είναι το μοιρολόι που τραγούδησε η Βίγλαινα από τα Σφακιά για το γιο της, που ήταν βοσκός και καθώς κυνηγούσε, γκρεμίστηκε στα πλευρά του φαραγγιού της Σαμαριάς.  Όπως, όμως, έπεφτε σκοτωμένος στο χάος, πιάστηκε από κάποια κλαδιά και έμεινε μετέωρος.

 «Έθαψα ‘γω κι απ’ αρρωσιά, έθαψα κι από μπάλα

πέντε ‘σαν κι αποθάνασι ούλα μιτσά, μεγάλα.

Σα το δικό σου τον καημό, άλλο καημό δεν είχα

να σε θωρώ να κρέμεσαι τη μέρα και τη νύχτα.

Πνιγμός, γκρεμνός του τσιφτελή, του τυχερού είν΄ η σφαίρα,

μα ‘σένα σου ‘τανε γραφτό να λιώσεις στον αέρα.»

 Το τρίτο με ενδεκασύλλαβο και δωδεκασύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο είναι τηςΖαμπέταινας από την Ανώπολη Σφακίων, η οποία το τραγούδησε για το γιο της, που σκοτώθηκε στις πρώτες μάχες της Επανάστασης του Δασκαλογιάννη το 1770. 

«Μαρμαρωμένο σε θωρώ, Πωλιό μου,

αγρίμι τω Μαδάρω και δικό μου.

Μιλώ σου και δε μου μιλείς, κλωνάρι μου,

πιάνω σε και μου φεύγεις, παλικάρι μου.

Που πάεις με τέτοιαν Άνοιξη, καλέ μου,

που πάεις με τέτοιον ήλιο, σύντροφέ μου;»

 Αρκετοί μελετητές πιστεύουν ότι τα κρητικά μοιρολόγια απλώνουν τις ρίζες τους στο πολύ μακρινό παρελθόν και ότι πρόκειται για τη συνέχεια των ομηρικών θρηνωδών ασμάτων, τα οποία επιβίωσαν στο πέρασμα των αιώνων και έφτασαν μέχρι την εποχή μας.        

  Τα ταμπαχανιώτικα είναι τα αστικά νταλκαδιάρικα τραγούδια της Κρήτης στα οποία συνδυάζονται αρμονικά η κρητική λαϊκή μουσική με τη μικρασιάτικη και τη ρεμπέτικη.  Αποδίδονται με μπουλγαρί ή λαούτο.  Ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή την περίοδο του Μεσοπολέμου στα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο.  Τα παλαιότερα ταμπαχανιώτικα εντοπίζονται στα Χανιά. Ένα από αυτά είναι ο περίφημος «Σταφιδιανός» του εξωμότη Κρητικού Μεχμέτ Μπέη Σταφιδάκη.  Η ετυμολογία του όρου ταμπαχανιώτικα συνδέεται με τους ταμπάκηδες, δηλαδή τους βυρσοδέψες και τα ταμπάχαν.

Πηγή άρθρου: http://www.stigmes.gr/gr/grpages/articles/lyra2.htm