Καυτή προεκλογική περίοδος στη Γαλλία

http://www.rizospastis.gr/story.do?id=3562439&publDate=1/10/2006

ΓΑΛΛΙΑ
Καυτή προεκλογική περίοδος

Ταύτιση των κομμάτων της άρχουσας τάξης και αδιέξοδο της συμβιβασμένης «αριστεράς» σε μια περίοδο κοινωνικής έντασης

Από τις μεγάλες διαδηλώσεις της φοιτητικής νεολαίας το φετινό Μάρτη

Associated Press

Σε μια εξαιρετικά σημαντική προεκλογική περίοδο εισέρχεται η Γαλλία, ενόψει των προεδρικών του 2007. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της αναμέτρησης έχουν, επί της ουσίας, ήδη τεθεί από τον περασμένο χειμώνα. Το θερμότερο χειμώνα τουλάχιστον της τελευταίας δεκαετίας, για τη χώρα: εξέγερση στις φτωχότερες συνοικίες - γκέτο - των μεγάλων, κυρίως, βιομηχανικών πόλεων, ογκώδεις φοιτητικές κινητοποιήσεις για το νομοσχέδιο της πρώτης απασχόλησης (CPE), υιοθέτηση ενός σκληρού αντιτρομοκρατικού νόμου, υιοθέτηση ενός εξαιρετικά αντιδραστικού μεταναστευτικού νόμου και, τέλος, ένα πολιτικό σκάνδαλο που απειλεί να παρασύρει το κυβερνών κόμμα «Ενωση για Ενα Λαϊκό Κίνημα» - UMP.
Προάγγελος το «όχι»

Το τωρινό προεκλογικό κλίμα προδιαγραφόταν, ήδη, εξαιρετικά εκρηκτικό μετά από το ηχηρότατο «όχι» των Γάλλων στο δημοψήφισμα για το «Ευρωσύνταγμα» τον Μάη του 2005. Υπέρ του «όχι» ψήφισαν, κατά συντριπτική πλειοψηφία, η νεολαία, τα χαμηλά και μεσαία στελέχη των ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι, μικρότερης οικονομικής εμβέλειας, ελεύθεροι επαγγελματίες, οι αγρότες. Αποδείχτηκε, δηλαδή, σαφώς ότι το 55% των Γάλλων απέρριψε τις αντιλαϊκές προβλέψεις για συρρίκνωση του κράτους Πρόνοιας, ιδιωτικοποίηση του κρατικού πλούτου, περικοπές αν όχι κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων, περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών όρων υποτάσσοντας τα πάντα, ακόμη και την κρατική νομοθεσία, στην ύψιστη αρχή της εξυπηρέτησης του κεφαλαίου.

Οι πυροσβέστες διαδήλωσαν στις 25 του μήνα ενάντια στην αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης

Associated Press

Το γαλλικό «χαστούκι» κλυδώνισε το «ευρωπαϊκό οικοδόμημα». Επί της ουσίας, αποτέλεσε το βασικό παράγοντα «παγώματος» της διαδικασίας νομιμοποίησης του «Ευρωσυντάγματος». Τότε, ο Πρόεδρος Σιράκ είχε δηλώσει ότι «άκουσε» το μήνυμα των πολιτών. Οι εξελίξεις επιβεβαίωσαν απλώς ότι, για άλλη μια φορά, η γαλλική αστική τάξη και οι πολιτικές δυνάμεις που την υπηρετούν προσπάθησαν να διαχειριστούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Μόνο που η διαμορφωθείσα κοινωνικο-οικονομική κατάσταση σε συνδυασμό με τις πιέσεις που δέχεται το Παρίσι από τις Βρυξέλλες να προχωρήσει στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στη βάση της Στρατηγικής της Λισαβόνας («ενίσχυση του ανταγωνισμού και της επιχειρηματικότητας»), δεν άφηναν πολλά περιθώρια ελιγμών.

Από την άλλη, ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός Γάλλων πολιτών, κυρίως νέοι προερχόμενοι από τα χαμηλότερα και μεσαία οικονομικά στρώματα, μοιάζει να συνειδητοποιεί, σταδιακά, ότι το πρόβλημα δεν είναι το ένα ή το άλλο κόμμα εξουσίας, ούτε τα πρόσωπα, αλλά οι βασικές πολιτικές κατευθύνσεις των επιλογών της κυρίαρχης τάξης. Οπως εκφράζονται από τις αποφάσεις της ΕΕ, και συμπυκνώνονται υπό τον όρο της «οικονομίας της αγοράς ή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου ανάπτυξης».

Με αυτά, θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι ακόμη και οι πολιτικές εκείνες δυνάμεις της λεγόμενης «ευρύτερης αριστεράς», κοινοβουλευτικής ή μη, (ΚΚ Γαλλίας, οι τροτσκιστικές Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα - LCR -, Εργατική Δύναμη - FO - και το μικρότερο Κόμμα Εργατών) απέφυγαν επισταμένα να ασκήσουν ουσιαστική κριτική στην ΕΕ, και στο τι αυτή εκφράζει, αρκούμενα σε γενικόλογες διακηρύξεις περί «αναγκαιότητας μιας καλύτερης ευρωπαϊκής συνθήκης», περί «μιας συμμαχίας των προοδευτικών δυνάμεων», γενικώς και αορίστως, χωρίς ουδέποτε να αμφισβητήσουν τα θεμέλια του ευρωπαϊκού κεφαλαιοκρατικού οικοδομήματος, του καπιταλιστικού συστήματος.

Η «θολή» αυτή στάση υιοθετήθηκε σε σειρά ζητημάτων και από τις ηγεσίες των, πάλαι ποτέ, ισχυρότατων μεγαλύτερων εργατικών συνδικάτων, ενισχύοντας την αναξιοπιστία τους στα μάτια του γαλλικού λαού. Οταν πέρσι το καλοκαίρι, η κυβέρνηση ντε Βιλπέν «περνούσε» από τη Βουλή χωρίς ψηφοφορία το νομοσχέδιο για τις νέες προσλήψεις - CNE - που περιέχει τις ίδιες ακριβώς προβλέψεις με το νομοσχέδιο για την πρώτη πρόσληψη (μόνο που αναφέρεται σε όλες τις ηλικίες εργαζομένων και στις επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 20 εργαζομένους - περίπου το 32% του συνόλου των επιχειρήσεων), τα συνδικάτα διαμαρτυρήθηκαν μόνο επειδή «ο νόμος υιοθετήθηκε χωρίς να γίνει διάλογος».

Μικρό χρονικό ενός καυτού χειμώνα

Μετά την αντιμετώπιση των απεργών λιμενεργατών, πέρυσι τον Οκτώβρη, από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία, ήταν ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση ντε Βιλπέν ήταν αποφασισμένη, έστω και διά της βίας, να επιβάλει τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, που αναβλήθηκαν μετά το ηχηρό «όχι». Ο θάνατος δύο νεαρών Γάλλων αφρικανικής καταγωγής από ηλεκτροπληξία σε υποσταθμό ηλεκτροδότησης στο προάστιο Κλισί σου Μπουά, μετά από καταδίωξη αστυνομικών, ήταν η σπίθα που πυρπόλησε τις υποβαθμισμένες συνοικίες των γαλλικών μεγαλουπόλεων. Η εντολή του υπουργού Εσωτερικών Νικολά Σαρκοζί να παταχτούν «τα σκουπίδια» με ακόμη σκληρότερη καταστολή έριξε λάδι στη φωτιά και οδήγησε σε πολυήμερες ταραχές σε πολλά προάστια.

Η επιβολή ενός νόμου έκτακτης ανάγκης, που ανασύρθηκε από το χρονοντούλαπο του αλγερινού πολέμου το 1955, επιβεβαίωσε την αποτυχία της 5ης γαλλικής δημοκρατίας να αντιμετωπίσει το χρόνιο πρόβλημα των πολιτών β΄ κατηγορίας που η ίδια δημιούργησε στοιβάζοντας τους γονείς και τους παππούδες τους, που κατά κύριο λόγο ήρθαν από τις πρώην αποικίες, σε άθλιες εργατικές συνοικίες, που σταδιακά πέρασαν στο περιθώριο και στην εγκληματικότητα, εξαιτίας της αυξανόμενης ανεργίας και μιας πολιτικής διακρίσεων. Η τυφλή οργή των νεαρών περιθωριοποιημένων Γάλλων ανέδειξε αυτό που με μέτρα - παυσίπονα (πενιχρά βοηθήματα και σχολεία «ειδικών αναγκών» όπου σταδιακά σπρώχνουν εκτός εκπαίδευσης τα παιδιά αυτά) το γαλλικό κράτος ουδέποτε αντιμετώπισε, καταδικάζοντας στη μιζέρια, στα αδιέξοδα, στη βία και την εγκληματικότητα, το φτωχότερο κομμάτι της γαλλικής εργατικής τάξης.

Μπροστά στην έκρηξη και στην τακτική σκληρής καταστολής του Σαρκοζί, που αξιοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα αντιδραστικά συντηρητικά αντανακλαστικά μιας κοινωνίας που αρνείται επισταμένα να αντικρίσει τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων (στυγνή καπιταλιστική εκμετάλλευση σε συνδυασμό με τα απόνερα ενός σκληρού αποικιοκρατικού παρελθόντος), οι δήθεν «αριστερές» δυνάμεις της χώρας αρκέστηκαν να ψελλίσουν ευχολόγια περί «κοινωνικής δικαιοσύνης» και να υπερθεματίσουν για την αναγκαιότητα αποκατάστασης της τάξης. Εχοντας εγκαταλείψει εδώ και χρόνια τις συνοικίες αυτές στη μοίρα τους (διαλύοντας τις κομματικές οργανώσεις και επιτροπές) οι «αριστερές» πολιτικές δυνάμεις, όπως και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, ουσιαστικά, για άλλη μια φορά, προσπάθησαν να καρπωθούν τη δυσαρέσκεια, αποφεύγοντας συστηματικά να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να δείξουν με παρρησία τις πολιτικές αιτίες της κρίσης.

Ανάλογη τακτική «θόλωσης» των νερών ακολούθησαν και όταν το ένα μετά το άλλο, τα γαλλικά πανεπιστήμια κατέβαιναν σε κατάληψη και οι φοιτητές, συνεπικουρούμενοι σταδιακά από μερίδα των καθηγητών τους και τους μαθητές, κατέκλυζαν τους δρόμους, απαιτώντας να αποσυρθεί ο νόμος για την Πρώτη Απασχόληση. Το «Συμβόλαιο Πρώτης Απασχόλησης», υπό το πρόσχημα της καταπολέμησης της ανεργίας, έδινε στους εργοδότες, που απασχολούν περισσότερους από 20 εργαζομένους, το δικαίωμα να απολύουν τους νεοπροσληφθέντες μέχρι 26 χρόνων την πρώτη διετία της πρόσληψής τους, χωρίς κάποια αιτιολογία (άρα χωρίς να υπάρχει δυνατότητα νομικής προσβολής της απόλυσης). Επίσης, προέβλεπε ό,τι και το Συμβόλαιο Νέας Απασχόλησης: εγγραφή τους στο ταμείο ανεργίας για δύο μήνες (με επίδομα περίπου 450 ευρώ, ενώ στη Γαλλία ο βασικός μισθός ξεκινά από τα 1.100 ευρώ) και διαγραφή τους από το ταμείο στην περίπτωση που αρνηθούν προσφερθείσα εργασία, ακόμη και σε άλλη πόλη από την κατοικία τους, έστω και αν ο προτεινόμενος μισθός δεν τους καλύπτει τα προς το ζην.

Οι κινητοποιήσεις της γαλλικής νεολαίας διήρκεσαν, διογκούμενες, περισσότερο από δύο μήνες. Και στα ξεκάθαρα πολιτικά αιτήματά τους κατά της πολιτικής που εξυπηρετεί την καπιταλιστική ανάπτυξη, για άλλη μια φορά, οι «αριστερές» αντιπολιτευόμενες πολιτικές δυνάμεις φάνηκαν απρόθυμες να απαντήσουν επί της ουσίας. Οσο για τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, σύρθηκαν κυριολεκτικά να υποστηρίξουν υποτονικά τις νεολαιίστικες κινητοποιήσεις, δίνοντας την αίσθηση ότι προσπάθησαν περισσότερο «να ελέγξουν» την κατάσταση, προκειμένου να μην οδηγηθεί στα άκρα με τη νεολαία να φτάνει σε ολική ρήξη με το σύστημα, παρά το οτιδήποτε άλλο.

Οι κινητοποιήσεις έληξαν με επιτυχία για τους φοιτητές, που δήλωναν νηφάλια ότι έχουν επίγνωση της θνησιγενούς νίκης τους, εφόσον η αντίδρασή τους αφορά ένα ολόκληρο σύστημα. Οπως επισήμαιναν αναλυτές, η μεγαλύτερη, ίσως, νίκη για τους διαδηλωτές ήταν ακριβώς η επαναφορά της πολιτικής στο προσκήνιο, της νεολαίας στους δρόμους, της συνειδητοποίησης ότι η αντίσταση και αγώνας δεν περιορίζονται στο ένα ή στο άλλο νομοσχέδιο, ενώ, παράλληλα, στην επικαιρότητα ήρθε, μετά από χρόνια αποσιώπησης, η μαρξιστική ανάλυση.

Δύο νομοσχέδια - κλειδιά

Πριν καν σαρωθούν τα αποκαΐδια των ταραχών στα γαλλικά γκέτο, η κυβερνητική πλειοψηφία ενέκρινε το νέο αντιτρομοκρατικό νομοσχέδιο που εκπονήθηκε υπό τον Νικολά Σαρκοζί (9 Δεκέμβρη 2005). Μεταξύ άλλων, προβλέπει παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και κάθε είδους ηλεκτρονικών επικοινωνιών από τις υπηρεσίες ασφαλείας, χωρίς πρότερη έγκριση εισαγγελέα, ενώ δίνει το δικαίωμα στους περιφερειάρχες (που υπάγονται στον υπουργό Εσωτερικών) να τοποθετούν κάμερες παρακολούθησης σε όποιον δημόσιο χώρο ή κτίριο κρίνουν απαραίτητο.

Επίσης, παρατείνει το χρόνο κράτησης χωρίς την απαγγελία κατηγορίας, ενώ ζητά από τους πολίτες, στο πλαίσιο και της δήθεν καταπολέμησης της παράνομης μετανάστευσης, να ενημερώνουν την αστυνομία για τις κινήσεις του οποιουδήποτε φιλοξενούμενού τους που δεν είναι Γάλλος υπήκοος. Ενάντια στο νομοσχέδιο ψήφισε το ΚΚ Γαλλίας, ενώ το Σοσιαλιστικό Κόμμα απείχε και δεν το αναφέρει καν στο σχέδιο του προεκλογικού του προγράμματος!

Στα τέλη Μάη, ήρθε η ώρα για το δεύτερο «πόνημα» του υπουργού Εσωτερικών: το μεταναστευτικό νομοσχέδιο. Ο Νικολά Σαρκοζί υποστήριξε ότι στόχος είναι «να μπορέσει η Γαλλία να αξιοποιήσει εκείνους τους μετανάστες που πραγματικά μπορούν να προσφέρουν». Μεταξύ άλλων, το νομοσχέδιο προβλέπει: κατάργηση της αυτόματης παροχής νόμιμης άδειας παραμονής στη χώρα μετά από 10ετή διαβίωση σε αυτήν, αύξηση σε 18 από 12 μήνες της περιόδου κατά την οποία ένας μετανάστης πρέπει να ζει στη Γαλλία για να φέρει και την οικογένειά του. Ταυτοχρόνως, θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει «αρκετά μεγάλο διαμέρισμα» καθώς και ότι κερδίζει τα απαραίτητα χρήματα δουλεύοντας και όχι από βοηθήματα.

Αντίθετα, στους μετανάστες με «προσόντα» (δηλαδή μορφωτικά και επαγγελματικά) δίνεται κατευθείαν άδεια παραμονής για τρία χρόνια και μάλιστα, κατ' εξαίρεση, σε αυτήν την «κατηγορία» η άδεια θα ανανεώνεται αυτομάτως, εφόσον προσκομίζουν το συμβόλαιο εργασίας τους. Παράλληλα, θα διευκολύνεται η έλευση ξένων φοιτητών στα γαλλικά πανεπιστήμια, εφόσον αυτοί «δεσμεύονται να επιστρέψουν στις χώρες τους μετά το πέρας των σπουδών τους. Ετσι, όπως υποστήριξε ο Σαρκοζί, θα δημιουργηθεί σταδιακά και μια φιλογαλλική ελίτ στις χώρες προέλευσής τους».

Ολοι οι ξένοι θα πρέπει να υπογράφουν ένα «συμβόλαιο καλωσορίσματος και ενσωμάτωσης», το οποίο τους υποχρεώνει να μάθουν τη γλώσσα, να σέβονται τη νομοθεσία και να ενταχθούν στο γαλλικό κοινωνικό σύνολο και «οι επιδόσεις» τους θα αξιολογούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τέλος, γίνονται 3 αντί για 2, τα χρόνια που θα πρέπει να περιμένει ένας ξένος που έχει παντρευτεί Γάλλο υπήκοο για να ζητήσει άδεια 10χρονης παραμονής, ενώ διπλασιάζονται σε 4 τα χρόνια που χρειάζεται ένας ξένος να παραμείνει στη χώρα, για να κάνει αίτηση χορήγησης υπηκοότητας.

Ο μεγάλος πρωταγωνιστής

Αναμφιβόλως το πολιτικό πρόσωπο που ξεχώρισε και με τις παρεμβάσεις του έθεσε ισχυρά θεμέλια για τη διεκδίκηση όχι μόνο της προεδρικής υποψηφιότητας, αλλά και μιας 5ετούς προεδρικής θητείας είναι ο υπουργός Εσωτερικών. Ο Νικολά Σαρκοζί τήρησε σκληρή γραμμή κατά τις ταραχές στα γκέτο, αξιοποιώντας φοβίες και συντηρητικές αγκυλώσεις χρόνων και δηλώνοντας ευθαρσώς ότι «το γαλλικό σύνθημα ισότητα, αδελφότητα, ελευθερία, δεν έχει εφαρμοστεί: θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε». Και μπορεί οι λύσεις που πρότεινε ο Σαρκοζί να μην είναι ουσιαστικές, αλλά ήταν και ο μόνος που έδωσε την εντύπωση ότι κινείται.

Πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε και στην κρίση με το Συμβόλαιο Πρώτης Απασχόλησης, όταν επέλεξε τη θέση του «καλού αστυνομικού», προτείνοντας «πάγωμα της εφαρμογής του νομοσχεδίου, επαναδιαπραγμάτευσή του κλπ.» τη στιγμή που έστελνε τις ειδικές δυνάμεις να εκκενώσουν τα πανεπιστήμια από τους καταληψίες.

Βασικό στοιχείο που προβάλλει στο προφίλ του είναι: η ανάδειξή του στην πολιτική από τη θέση του απλού δικηγόρου, γιου μεταναστών από την Ουγγαρία και την Ελλάδα, χωρίς να είναι γόνος αριστοκρατικής οικογένειας και χωρίς να έχει τελειώσει τη σχολή όλων των «ηγετών» της χώρας, την ΕΝΑ. Οπως σχολίαζαν αναλυτές, ο Σαρκοζί συνδυάζει ένα ιμπεριαλιστικό μεγαλοϊδεατισμό γκωλικού τύπου στην εξωτερική πολιτική ενώ, εσωτερικά, τάσσεται υπέρ ενός ισχυρού αστυνομικού κατασταλτικού κράτους που θα επιβάλλει σκληρές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που αφήνουν οριστικά στο παρελθόν τις ανησυχίες ακόμη και της δεξιάς για το «κράτος πρόνοιας αλά γαλλικά».

Ψελλίσματα...

Απέναντι σε έναν τόσο «ισχυρό» αντίπαλο, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ελλείψει και σοβαρών πολιτικών διαφοροποιήσεων από τους κυβερνώντες, πιέζει και τα άλλα κόμματα της «αριστεράς» να συνταχθούν πίσω από κοινούς υποψηφίους. Ετσι ώστε να «αποφευχθεί μια εξέλιξη ανάλογη με το 2002» (οπότε στον δεύτερο γύρο των προεδρικών είχαν προκριθεί οι Σιράκ και Λεπέν μετά την παταγώδη αποτυχία των υποψηφίων του Σοσιαλιστικού και του ΚΚ Γαλλίας).

Προς το παρόν, μεταξύ των Σοσιαλιστών φαίνεται να προκρίνεται η υποψηφιότητα της Σεγκολέν Ρουαγιάλ, στελέχους με εξαιρετικά συντηρητικές απόψεις (π.χ. έχει προτείνει να τίθενται υπό στρατιωτική επιτήρηση οι νέοι που συμπεριφέρονται παραβατικά). Οι υπόλοιπες «αριστερές» δυνάμεις, εξαιτίας της πολιτικής τους επιλογής να μην αμφισβητήσουν το ίδιο το σύστημα που γέννησε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες, δε μοιάζουν ικανές να αποτελέσουν εναλλακτική λύση.

Το ΚΚ Γαλλίας, η Λίγκα και μια μειοψηφία της Εργατικής Δύναμης βρίσκονται σε οργασμό διαβουλεύσεων για κοινό υποψήφιο με στόχο γενικά «να ακολουθηθεί πολιτική ρήξης με το νεοφιλελευθερισμό», τη στιγμή που ουδείς κατονομάζει πρόσωπα και πράγματα! Μάλιστα, η Εθνική Γραμματέας του ΚΚ Γαλλίας, πριν καν αρχίσουν οι συζητήσεις, είχε σπεύσει, στις 29 Μάη, να συνυπογράψει με τον ΓΓ του Σοσιαλιστικού Κόμματος, διακήρυξη για την «ανάγκη μια αριστερά να ορθωθεί απέναντι στη δεξιά».

Οι κινήσεις αυτές μοιάζουν να «κωφεύουν» επισταμένα στο πραγματικό μήνυμα των εξελίξεων που σημάδεψαν, το χρόνο αυτό, τη Γαλλία. Δε γίνεται καμία αναφορά στα αντιλαϊκά μέτρα που έχουν ληφθεί και στην ανάγκη ανάκλησής τους, στις γενικές κατευθύνσεις των Βρυξελλών, στον καπιταλιστικό μηχανισμό της ΕΕ. Αντίθετα, φαίνεται ότι επιβεβαιώνονται οι αναλυτές εκείνοι που μετά το δημοψήφισμα για το «ευρωσύνταγμα» προέβλεπαν ότι το ταξικό ρήγμα που θα προκληθεί στην ψευδαίσθηση της «ενωμένης, κοινωνικά, Γαλλίας», θα είναι αδύνατο να επαναγεφυρωθεί με ελιγμούς, ψελλίσματα και μισόλογα. Υπό αυτό το πρίσμα, οι επόμενοι μήνες διαγράφονται άκρως ενδιαφέροντες σε επίπεδο πολιτικών εξελίξεων για τη Γαλλία, αλλά και εξ αντανακλάσεως για την υπόλοιπη Ευρώπη.


Ελένη ΜΑΥΡΟΥΛΗ

  Copyright © 1997-2006 ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ