ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ


ΣΕΛΙΔΕΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ

Το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού

Το βιβλίο Ιστορίας

της ΣΤ΄ Δημοτικού
και η αντιπαράθεση εθνικισμού - κοσμοπολιτισμού

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο ταξικός χαρακτήρας του σχολείου, που πάντα ήταν δεδομένος, παίρνει νέα πιο αντιδραστική μορφή και αποτυπώνεται με την ακόμα μεγαλύτερη προσαρμογή της εκπαίδευσης στις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Αυτό εκφράζεται και με το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού, που, όπως όλα δείχνουν, θα αποτελέσει επίκεντρο της γενικότερης ιδεολογικής διαπάλης, που ήδη ξετυλίγεται, όσον αφορά στο περιεχόμενο των σπουδών.
Πρόκειται για ένα βιβλίο που, παρά τις όποιες επιφανειακές καινοτομίες του, είναι πιο αντιδραστικό από τα προηγούμενα του είδους του, καθώς επιχειρεί να εμπεδώσει στη συνείδηση παιδιών -και μέσα από τον χώρο του σχολείου- την ιμπεριαλιστική άποψη της «αναθεώρησης της ιστορίας».

Βασικούς άξονες της μεθοδολογίας του βιβλίου – αλλά και εμφανείς σκοπούς του - αποτελούν:

 Το πάγιο αστικό ιδεολόγημα της «κοινωνικής συναίνεσης» ή της ταξικής συνεργασίας (διάβαζε αλλιώς: Της υποταγής στον ιμπεριαλισμό της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων). Αυτή η επιδίωξη υποταγής κρύβεται πίσω από τις διακηρύξεις των υποστηρικτών του βιβλίου για δήθεν εξάλειψη του μίσους ανάμεσα στους λαούς, μέσα από την ουδέτερη, άνευρη και υποβαθμισμένη παρουσίαση κορυφαίων επαναστατικών γεγονότων και άλλων λαϊκών ξεσηκωμών.
 Η «νέα» αστική θεώρηση που εξισώνει την επαναστατική βία με την τρομοκρατία συνιστά επί της ουσίας ένα ανάθεμα στη βία που δεν…δικαιούνταν – κατά το βιβλίο - να είχαν ασκήσει οι υπό εκμετάλλευση και καταπίεση λαοί ενάντια στους εκμεταλλευτές και καταπιεστές τους! Σε αυτή τη βάση εξαφανίζεται από το βιβλίο ο ανά τους αιώνες μαζικός λαϊκός ηρωισμός. Στο πλαίσιο μάλιστα μιας «ορθής πολιτικής» αντίληψης εξαλείφεται η αναφορά σε ηγέτες των επαναστάσεων, ενώ άλλοι λαϊκοί ήρωες σχεδόν ή και κυριολεκτικά εξαφανίζονται. Ο Ροβεσπιέρος, δεν υφίσταται στο βιβλίο. Αντίθετα, αφιερώνεται μια ολόκληρη σελίδα σε μια γυναίκα που απαγχονίστηκε από τους επαναστάτες εξ αιτίας της αντεπαναστατικής δράσης της. Στο βιβλίο αναφέρεται ότι εκτελέστηκε λόγω των φεμινιστικών απόψεων που είχε!

Με άλλα λόγια, η προσπάθεια των συγγραφέων συνδέεται με την παρουσίαση των κοινωνικών επαναστάσεων ως έργο αιμοσταγών τρομοκρατών.

 Η αντίληψη ότι η ιστορική αλήθεια δεν είναι αντικειμενική, αλλά είναι ζήτημα από ποια υποκειμενική οπτική γωνία προσεγγίζει κάποιος τα γεγονότα. Ακόμα, η αντίληψη ότι η αλήθεια, για το ίδιο φαινόμενο ή γεγονός, δεν είναι μία αλλά πολλές. Πρόκειται για μέθοδο που οδηγεί στην αποσπασματική θεώρηση των γεγονότων και στην επιλεκτική χρήση πηγών. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η «νέα» άποψη ότι η ιστορία πρέπει να γράφεται με βάση αντιλήψεις για το σήμερα και όχι με βάση τα τότε γεγονότα.
 Τελικά, ο πολιτικός στόχος των εμπνευστών και των συγγραφέων του βιβλίου, καθώς και όσων υπεραμύνονται της «προοδευτικότητάς» του, είναι να ξεριζώσουν οριστικά κάθε έννοια της λαϊκής πάλης που έρχεται σε σύγκρουση με την κυρίαρχη ταξική νομιμότητα. Έτσι, καταλήγουν να μην αναφέρουν το διαπαιδαγωγητικό δίδαγμα που προκύπτει από την ιστορική πορεία όλης της ανθρωπότητας: Ότι οι λαοί με τον αγώνα τους που στοχεύει στην ανατροπή της αντίπαλης εξουσίας, μπορούν να νικούν, ακόμα και σε συνθήκες γενικευμένης αντεπανάστασης.

Είναι επομένως σαφές ότι το βιβλίο επιχειρεί να παραποιήσει και το παρόν. Γιατί οι εμπνευστές και οι συγγραφείς του γνωρίζουν ότι οι ταξικές αντιθέσεις δεν καταργούνται και ότι υπάρχει σήμερα η αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, δηλαδή ανάμεσα στην εργατική και στην αστική τάξη που καταπιέζει και άλλα λαϊκά στρώματα, αντίθεση που είναι ασυμφιλίωτη.
Γι’ αυτόν τον σκοπό επιχειρούν να δημιουργήσουν στα παιδιά τον συνειρμό, ότι βρίσκεται έξω από τους ηθικούς – ανθρωπιστικούς κανόνες η αντίσταση του ιρακινού, του παλαιστινιακού και άλλων λαών, ότι είναι ηθικά και πολιτικά κατακριτέα η οργάνωση της ταξικής πάλης σήμερα. Έτσι ώστε η κυριαρχία της αντεπανάστασης μετά το 1989 – 1991 να διαιωνιστεί.

Με αφορμή το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού, αλλά και το σύνολο των βιβλίων όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, οι ειδικοί της Παιδαγωγικής που σέβονται την επιστήμη τους, έχουν μεγάλο πεδίο ιδεολογικής αντεπίθεσης, για να κάνει ουσιαστικά βήματα η επιστημονική αγωγή σε βάρος της λεγόμενης μεταμοντέρνας αντίληψης της Ιστορίας. Αυτή ακριβώς η αντίληψη συνδυάζεται με την οργάνωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας με βάση δήθεν τα ενδιαφέροντα, τα βιώματα και την προσωπική εμπειρία του παιδιού, οδηγώντας τελικά σε μια ανορθολογική εικόνα του κόσμου, αλλά και στην ταξική κατηγοριοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος, στο όνομα της διαφοράς.

Επί της ουσίας αυτές οι φιλοσοφικές θεωρίες και μέθοδοι αρνούνται τη δυνατότητα γνώσης του κόσμου. Άρα η παραπάνω αντίληψη δεν είναι και τόσο μοντέρνα. Αποτελεί αναπαλαιωμένη και εκσυγχρονισμένη εκδοχή παλιότερων ιδεαλιστικών και αγνωστικιστικών ρευμάτων.
Δεν μπορούσε βεβαίως να περιμένει κανείς ότι ήταν δυνατό στις σημερινές συνθήκες να διαμορφωθούν εκπαιδευτικά βιβλία που θα έρχονταν σε ευθεία ή έστω μερική σύγκρουση με το κοινωνικοοικονομικό σύστημα στο οποίο ζούμε.
Όμως αυτό, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί λόγο να μην κρίνουμε κάθε κείμενο από τη σκοπιά της δικής μας συνολικής θεώρησης και να μην εντάσσουμε και αυτό το επιμέρους στο πλαίσιο της γενικής πάλης για ριζικές πολιτικές αλλαγές.

Αλλά και δεν μπορεί ταυτόχρονα να δεχτεί κανείς το αναποδογύρισμα βασικών γεγονότων, στο όνομα των σημερινών συνθηκών. Και εξάλλου, τα ιστορικά γεγονότα στηρίζονται πρώτα απ’ όλα σε πηγές, τις οποίες κανένας δεν μπορεί να παραγνωρίζει. Αντίθετα οφείλει να τις σέβεται.
Επιπλέον, οι εκτιμήσεις για τα ιστορικά γεγονότα πρέπει να παίρνουν υπόψη και τι τα ακολούθησε, όχι μόνο άμεσα αλλά και μετά την παρέλευση χρόνων. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι η αστική τάξη εγκαθίδρυσε το κράτος της και τον καπιταλισμό χάρη στη νικηφόρα Γαλλική Επανάσταση, δεν αποτελεί αυθαιρεσία, αλλά γεγονός αναμφισβήτητο. Είναι η πραγματικότητα.

Αυτή, καθώς και η Ελληνική Επανάσταση του 1821, όπως και άλλες προγενέστερες και μεταγενέστερες από αυτές επαναστάσεις, επιβεβαιώνουν ότι η ιστορική πορεία καθορίζεται από νομοτέλειες.
Και κανένας δεν δικαιούται να παραγνωρίζει την ύπαρξη της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, τη δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης και του σοσιαλιστικού συστήματος στο ένα τρίτο της Γης, τον πρώτο άνθρωπο που έφτασε στο φεγγάρι (Γκαγκάριν)ή την εποποιία του βιετναμέζικου λαού κατά των ΗΠΑ, επειδή δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο και την ιδεολογία τους.
Όπως επίσης δεν δικαιούται κανείς, αν θέλει να λέγεται στοιχειωδώς αντικειμενικός, να παραγνωρίζει την επί 90 χρόνια ύπαρξη και γεμάτη αγώνες και θυσίες δράση του ΚΚΕ.

Είναι βεβαίως σωστό ότι το κεφάλι του παιδιού δεν είναι άδειο κιούπι που ο δάσκαλος οφείλει να το γεμίσει με γνώσεις. Από αυτή τη σκοπιά δεν κατηγορούμε τους συγγραφείς του βιβλίου, επειδή δεν περιέχει τα πάντα, καθώς και μακροσκελείς αναλύσεις, παρότι δεν μπορεί πέντε αιώνες ιστορίας να περικλείονται σε 60 σελίδες (οι υπόλοιπες 75 είναι φωτογραφίες, σκιτσάκια και χάρτες). Μαζί με πολλά άλλα κρίνουμε το βιβλίο και επειδή εξοβελίζει την αφήγηση των γεγονότων, τη σφαιρική τους προσέγγιση από τον ερευνητή, βρίσκεται έξω και μακριά από τη «σφύζουσα ζωή» των ιστορικών εξελίξεων, ενώ είναι και άψυχο και επίπεδο.

Η κομμουνίστρια παιδαγωγός Ρόζα Ιμβριώτη, χρησιμοποιώντας τα λόγια άλλης παιδαγωγού τόνιζε με σαφήνεια ότι ο ρόλος του δασκάλου είναι πρώτα απ’ όλα να δημιουργεί στον μαθητή τις προϋποθέσεις εκείνες που θα του καλλιεργούν την αγάπη στη γνώση, «να του υπαγορεύουμε την όρεξη για προσωπική μελέτη, να προκαλούμε την έκπληξη, τον ενθουσιασμό».
Από αυτή την άποψη η Ρόζα Ιμβριώτη πολέμησε τον δογματισμό (που κρύβει την αλήθεια, αποσιωπά την πραγματικότητα) και που μαζί με τον διδαχτισμό «συγκρούονται με όλη τη φύση του νέου, αποκοιμίζουν τον πνευματικό δυναμισμό του, την ορμή για μάθηση, κολοβώνουν το συναισθηματικό του κόσμο και το χειρότερο τον ηθικό του κόσμο (…). Εδώ γίνεται η απάτη, η απεγνωσμένη προσπάθεια σε τούτο το χώρο να εμποδιστεί το αληθινό».
Διατυπώνεται κατά κόρον ο ισχυρισμός ότι άποψη για το περιεχόμενο ενός διδακτικού βιβλίου πρέπει να έχουν μόνο οι «ειδικοί». Η άποψη αυτή έχει πολιτική σκοπιμότητα.
Πέρα από το γεγονός ότι υπάρχουν ειδικοί και ειδικοί, δηλαδή εκείνοι που αντιμετωπίζουν με επιστημονική μεθοδολογία το περιεχόμενο των βιβλίων και εκείνοι που κάνουν το αντίθετο, η άποψη «περί ειδικών» πρέπει να απορριφθεί από την εργατική τάξη, γιατί εκείνη πρώτα απ’ όλους την αγγίζει το τι μαθαίνουν τα παιδιά της και τι όχι. Θέλουμε να πούμε ότι ασφαλώς οι ειδικοί συγγράφουν τα βιβλία, όμως το περιεχόμενο των σπουδών αφορά τους πάντες. Δεν μπορεί να κλείνεται σε κάποιον στεγανό θάλαμο, απρόσιτο στην κριτική και στον έλεγχο, στα στεγανά όπου οι «ειδικοί» διανοούνται...

Τα περί ελευθερίας των συγγραφέων του εν λόγω βιβλίου ή του «Παιδαγωγικού Ινστιτούτου» να γράφουν την άποψή τους, όπως διατείνονται και οι 503 που υπέγραψαν υπέρ αυτού του βιβλίου (βλέπε εφημερίδα «Αυγή», 8 και 9 Μαρτίου 2007) και άλλοι, είναι φούμαρα και υποκρισίες. Αποτελούν συναίνεση και συνεργία στην αντιλαϊκή πολιτική στο περιεχόμενο των σπουδών. Άλλο στόχο υπηρετεί η ενσωμάτωσή τους στο σύστημα, όχι πάντως την ελεύθερη έρευνα.
Ο ισχυρισμός, ότι το βιβλίο δεν γράφτηκε με πολιτική εντολή και ότι είναι ιδεολογικά χρωματισμένη η κριτική που του γίνεται, επίσης συνιστά υποκρισία. Γιατί το βιβλίο και πολιτική γραμμή εκφράζει και ιδεολογικά χρωματισμένο είναι. Είναι βιβλίο ευρω-νατοϊκής κατεύθυνσης: «Κατανοώ τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση», λέει το βιβλίο δασκάλου (σελ. 109).

Υπερασπιστής του βιβλίου Ιστορίας εμφανίστηκε και η ηγεσία του ΣΥΝ, με επίκαιρη ερώτηση που κατέθεσε στη Βουλή ο πρόεδρός του, για να ρωτήσει την υπουργό Παιδείας, αν το υπουργείο σκοπεύει να αποσύρει το βιβλίο. Φυσικά η Μ. Γιαννάκου τον καθησύχασε: «Το βιβλίο δεν πρόκειται να αποσυρθεί», του είπε… Και λίγες ημέρες αργότερα, όταν βγήκαν στο φως και τα λάθη που περιλαμβάνονται στις σελίδες του βιβλίου, καθώς και κάποιες ιδιαίτερα προκλητικές περιγραφές γεγονότων, το Υπουργείο Παιδείας έδειξε διατεθειμένο να προβεί σε …διορθώσεις, όπως ζήτησε ο ΣΥΝ και η Ακαδημία Αθηνών.
Όμως το πρόβλημα του βιβλίου δεν βρίσκεται κυρίως στις διορθώσεις λαθών, που βεβαίως και πρέπει να γίνουν. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο και κυρίως στο να απαλειφθούν κάποιες ιδιαίτερα και εξόφθαλμα προκλητικές διατυπώσεις του. Το βιβλίο πάσχει εκ θεμελίων και στο οικοδόμημα. Γι’ αυτό και πρέπει να αποσυρθεί.
Όπως γράφτηκε, δίχως να διαψευστεί, ένα «εναλλακτικό» εκπαιδευτικό-υποστηρικτικό υλικό για τη διδασκαλία της Ιστορίας, το οποίο κινείται στην ίδια ιδεολογική κατεύθυνση με το βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού, έχει χρηματοδοτηθεί από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, της Μ. Βρετανίας και της Γερμανίας, αλλά και ιδρύματα του Τζώρτζ Σόρος, γεγονός που αποδεικνύει την ευθυγράμμιση του περιεχομένου του βιβλίου με τις κατευθύνσεις των ηγετικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το «ξαναγράψιμο» της ιστορίας. Η συγγραφή ξεκίνησε επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και ολοκληρώθηκε επί κυβέρνησης ΝΔ.

Η πιο πολυσυζητημένη, αλλά και σημαντικότερη σε γεγονότα περίοδος της ελληνικής ιστορίας του 20ου αιώνα, είναι τα χρόνια 1940 – 1949. Από τα χρόνια αυτά η εργατική τάξη και ιδιαίτερα οι νέες γενιές έχουν πολλά να διδαχθούν.
Και όμως, αυτή η δεκαετία στο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού εξαντλείται σε τρεις σελίδες του, από τις οποίες οι δύο αποτελούνται από φωτογραφίες! Απομένει όλη κι όλη μια σελίδα με κείμενο…
Ας δεχτούμε, ωστόσο, ότι, παρά τη σημασία της, το κύριο δεν είναι τόσο η έκταση του κειμένου, αφού η στοιχειώδης αλήθεια μπορεί να αποδοθεί και με λίγες λέξεις. Με ακόμα λιγότερα λόγια μπορεί φυσικά να …«αποδοθεί» η αποσιώπηση γεγονότων…Ένα παράδειγμα, κατ’ αρχήν:

Στη σελίδα 112 του βιβλίου διαβάζουμε: «…Τα γερμανικά στρατεύματα, αρχικά, αλλά και τα βουλγαρικά και τα ιταλικά, στη συνέχεια, καταλαμβάνουν τη χώρα (σ.σ. την Ελλάδα) και διορίζουν Κυβέρνηση Κατοχής».
Ποια ήταν αυτή η κυβέρνηση, ποιος ο πρωθυπουργός, από ποιες πολιτικές δυνάμεις προέρχονταν οι υπουργοί της, τι στάση κράτησε απέναντι σε αυτή την κυβέρνηση ο υπόλοιπος πολιτικός κόσμος;
Ήταν μία ή τρεις οι κατοχικές κυβερνήσεις;

Καμία αναφορά δεν γίνεται στο βιβλίο για όλα τα παραπάνω, που θα μπορούσαν να γραφτούν με ελάχιστες λέξεις. Η αλήθεια είναι ότι ένα μέρος του αστικού κόσμου, σε συνεργασία με τις αρχές Κατοχής, συγκρότησε τις τρεις κυβερνήσεις (Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου, Ι. Ράλλη), σωστούς δημίους του λαού, πρωταρχικά του ΕΑΜικού κινήματος. Αυτές οι κυβερνήσεις χαρακτηρίστηκαν εθνοσωτήριες από πολιτικούς του αστικού φάσματος (Θεμιστοκλή Σοφούλη κ.ά.). Αυτά δεν είναι γεγονότα αξιομνημόνευτα;
Ακόμα: Ένα άλλο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου, μαζί με το Παλάτι και πρωτοκλασάτους της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, πήρε όλο το χρυσάφι του κρατικού θησαυροφυλακίου και πήγε στη Μέση Ανατολή και στο Λονδίνο, από όπου υπονόμευε τον αγώνα του ΕΑΜ, ενώ προετοίμαζε τον στρατό που θα έφερνε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση.

Και ένα τρίτο τμήμα του αστικού κόσμου έμεινε στην Ελλάδα, ως σύμμαχος των Εγγλέζων κατά των Γερμανών, ή με διπλό ρόλο, επίσης υπονομεύοντας με διάφορους τρόπους το ΕΑΜικό κίνημα.
Μαζί με τις τρεις κυβερνήσεις, παραλείπονται και τα «Τάγματα Ασφαλείας» που συγκροτήθηκαν από την κυβέρνηση Ι. Ράλλη. (Σημειώνεται ότι τα «Τάγματα Ασφαλείας» δημιουργήθηκαν με τη συμμετοχή και στρατιωτικοπολιτικών στελεχών των «Φιλελευθέρων», αλλά και με την έγκριση, τουλάχιστον, των Άγγλων).

Όσον αφορά στη στάση του αστικού πολιτικού κόσμου εκείνα τα χρόνια, πρέπει να σημειωθεί και ο ρόλος του στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα, ο οποίος θεωρούσε αναγκαίο το σχηματισμό «φιλογερμανικής κυβερνήσεως για να περιορίση ό,τι ήταν δυνατόν από τις καταστροφές που συνεσώρευσε η πολιτική της 4ης Αυγούστου (…) και να ασχοληθή με την επιβίωσιν του Ελληνικού Λαού» …
Ανάμεσα στα πολλά της δεκαετίας 1940 – 1949, το βιβλίο πρωτοτυπεί και στο εξής: Θεωρεί ότι ξένες δυνάμεις δεν υπήρχαν στη Ελλάδα μετά την απελευθέρωση! Στη σελίδα 114 παραθέτει μια μαρτυρία (!) για τον εμφύλιο πόλεμο, που λέει: «Το’ κανε κι ο ένας κι ο άλλος, οι δικοί μας, δεν ήταν ξένοι, αναμεταξύ μας έγινε»!

Γιατί, όμως, γίνεται αυτό; Για να «εξαφανιστεί» ο αντιλαϊκός ρόλος του ξένου παράγοντα και η σύμπραξή του με τον εγχώριο αστικό. Αλλά και γιατί ο σκοπός του βιβλίου, ας το επαναλάβουμε, είναι πρωταρχικά: Να εξοβελιστεί η ασυμφιλίωτη αντίθεση αδικητών και αδικημένων, το δικαίωμα των δεύτερων να διεκδικούν το δίκιο τους με κάθε μορφή πάλης που επιλέγουν, και με την ένοπλη. Να διασυρθεί η ταξική πάλη ως επικίνδυνη, ως αιτία δεινών, ακόμα και ως αιτία της ανάπτυξης και της κυριαρχίας του φασισμού, όπως λένε στο βιβλίο (σελ. 106) !! Αυτά εξάλλου το διαπερνούν, άλλοτε ωμά, άλλοτε (και κυρίως) με …τρόπο: Μέσα από την «εξίσωση» της βίας κυρίαρχου και κυριαρχούμενου, όπου όμως αποσιωπάται η εκάστοτε κρατική και άλλη βία!

Η αποκάλυψη του βιβλίου πρέπει να κοιταχτεί ως χρέος από τους κομμουνιστές δασκάλους και κάθε προοδευτικό διδάσκοντα, από κάθε γονιό που θέλει να μάθει το παιδί του γράμματα. Γιατί αυτό το βιβλίο αποτελεί:

Ευθεία βολή κατά του δικαιώματος στη γνώση.
Ευθεία βολή κατά της συγκροτημένης σκέψης.
Ευθεία βολή κατά της εσωτερικής λογικής και της ιστορικής αλληλουχίας των γεγονότων.
Ευθεία βολή, πάνω απ’ όλα, κατά της αλήθειας, αφού ο λόγος γίνεται για γεγονότα, τα οποία δεν έγιναν και έτσι και αλλιώς, έγιναν έτσι και όχι αλλιώς. Και έγιναν με βάση νομοτέλειες. Όπως έγραψε ο Μάρξ:
« (…) Οι άνθρωποι, στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους έρχονται σε σχέσεις καθωρισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σε σχέσεις παραγωγικές, που αντιστοιχούν σε μια ωρισμένη βαθμίδα όπου έχει φτάσει η ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο των παραγωγικών αυτών σχέσεων, αποτελεί το οικονομικό οικοδόμημα της κοινωνίας, τη βάση την υλική, που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και που σ’ αυτήν αντιστοιχούν ωρισμένες πάλι κοινωνικές μορφές συνείδησης. Ο τρόπος της παραγωγής της υλικής ζωής, καθορίζει γενικά την εξέλιξη της κοινωνικής πολιτικής και διανοητικής ζωής. Το τι είναι οι άνθρωποι δεν καθορίζεται από τη συνείδησή τους αλλά αντίστροφα το κοινωνικό τους είναι καθορίζει τη συνείδησή τους. Όταν φτάσει σ’ ένα ωρισμένο βαθμό η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας, αυτές οι δυνάμεις έρχονται σε αντίφαση με τις παραγωγικές σχέσεις που υπάρχουν, ή, για να χρησιμοποιήσουμε τη νομική γλώσσα με τις σχέσεις της ιδιοκτησίας, που μέσα σ’ αυτές, είχανε, ως τα τότε κινηθεί. Αυτές οι σχέσεις, από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, γίνονται τώρα φραγμοί τους. Τότε αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης».

Και ο Ένγκελς:

«…Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία είναι σε τελευταία ανάλυση η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτε εγώ ισχυριστήκαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν κάποιος τώρα το διαστρεβλώνει αυτό έτσι που να βγαίνει πως ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μοναδικά καθοριστικός, τότε μετατρέπει εκείνη τη θέση σε αφηρημένη, παράλογη φράση, που δε λέει τίποτα.- Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος: οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και τα αποτελέσματά της-τα Συντάγματα, που τα καθορίζει η νικήτρια τάξη ύστερα από τη μάχη που κέρδισε, κτλ. -οι νομικές μορφές, κι ακόμα περισσότερο οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στον εγκέφαλο αυτών που συμμετέχουν στην πάλη, οι πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η παραπέρα ανάπτυξή τους σε συστήματα δογμάτων, ασκούν κι αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις αυτά κυρίως καθορίζουν τη μορφή τους. Είναι μια αλληλεπίδραση όλων αυτών των στοιχείων, μέσα στην οποία επιβάλλεται σε τελευταία ανάλυση, σαν αναγκαιότητα η οικονομική κίνηση μέσα από το ατέλειωτο πλήθος των συμπτώσεων (δηλ. των πραγμάτων και των γεγονότων που η μεταξύ τους εσωτερική συνάφεια είναι τόσο μακρινή ή τόσο αναπόδειχτη, που μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν ανύπαρκτη και να μην τη λογαριάζουμε). Διαφορετικά η εφαρμογή της θεωρίας σε μιαν οποιαδήποτε περίοδο της ιστορίας θα ήταν, μα την αλήθεια, ευκολότερη από τη λύση μιας απλής πρωτοβάθμιας εξίσωσης».

Στη διαπάλη που γίνεται, τα Μέσα επικοινωνίας φρόντισαν να προβάλουν δύο απόψεις σχετικά με το παραπάνω βιβλίο Ιστορίας, εκφράσεις και οι δύο της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής: Αυτήν του εθνικισμού και την άλλη (του βιβλίου) του κοσμοπολιτισμού του κεφαλαίου. Ελάχιστα ακούστηκαν φωνές εγνωσμένης επιστημοσύνης.
Η αντιπαράθεση διεξάγεται σε βάση που δίνει τη δυνατότητα σε εθνικιστές να κραυγάζουν για «τα ιδανικά και τις παραδόσεις του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας», αλλά και τη δυνατότητα στην άλλη πλευρά να εμφανίζεται ως προοδευτική. Η μη απόρριψη και των δύο σημαίνει εγκλωβισμό σε Συμπληγάδες.
Ο σκοταδισμός, που συντηρεί η ηγεσία της εκκλησίας, καθώς και η παραποίηση της ιστορίας από την πλευρά της, αποτελούν προνομιακό χώρο για την πολεμική των «εκσυγχρονιστών». Η παραποίηση της ιστορίας, που υπερασπίζει η εκκλησία και άλλοι εθνικιστές, είναι τόσο κραυγαλέα, ώστε και μια επιδερμική κριτική τους να είναι αρκετή για να αποκαλυφθούν ορισμένες τοποθετήσεις τους επί ιστορικών ζητημάτων.

Εξίσου προνομιακός χώρος, αντίστοιχα, είναι για τους εθνικιστές η κριτική που τους ασκούν στα της ιστορίας οι του αστικού εκσυγχρονισμού, γιατί επί της ουσίας τους αφήνει στο απυρόβλητο. Έτσι, μπορούν να κινούνται άνετα, υπολογίζοντας ταυτόχρονα και στην αμάθεια και στην εμπέδωση επί αιώνες διαστρεβλωμένων γεγονότων, αλλά και στη χρησιμοποίηση του θρησκευτικού συναισθήματος. Ελπίζουν ότι, χάρη σε όλα αυτά, ο άμαθος πιστός ευκολότερα θα δεχθεί όσα του λένε οι ηγετικοί παράγοντες της εκκλησίας.
Παρόλα αυτά οι ηγεσίες της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΝ και άλλοι, υποστηρίζουν ότι το βιβλίο καινοτομεί! Αφού λοιπόν καινοτομεί, πρέπει να θεωρήσουμε ότι στις «καινοτομίες» συμπεριλαμβάνεται και η απουσία κάθε αναφοράς στον Μπελογιάννη, στο Μακρονήσι, στον Νικηφορίδη, στον Λαμπράκη, στους 200 της Καισαριανής, στον Μαλτέζο, στην Ηλέκτρα, στη Σταθοπούλου, στον Τατάκη, στη Γκίνη, στον Γληνό, στον Βάρναλη, στην Αλεξίου, στον Ρίτσο κ.α.

Έτσι, ο χορός καλά κρατεί. Καλά κρατεί και η επίθεση στο ΚΚΕ, που οι ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ, αλλά και το μεγαλύτερο φάσμα του αστικού Τύπου, λέγοντας συνειδητά ψέματα, κατηγορούν το Κόμμα μας ότι συμπλέει με τον εθνικισμό!!
Ωστόσο, εκείνοι που συμπλέουν στα πιο βασικά ζητήματα, είναι οι εθνικιστές, η κυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας, το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝ. Υιοθετούν την κατάργηση από τους συγγραφείς τού βιβλίου ακόμα και των όρων αστική τάξη, καπιταλισμός. Δεν συζητάμε βέβαια για τον όρο σοσιαλισμός…

Παράδειγμα πρώτο:

Είναι φανερή η προσπάθεια να μη γνωρίσουν οι νέες γενιές τους αγώνες των γονιών και των παππούδων τους. Απουσιάζουν επί της ουσίας οι αγώνες της εργατικής τάξης, της αγροτιάς, της νεολαίας. Οι νεκροί εργάτες των μεγάλων και μικρότερων εργατικών αγώνων, το Κιλελέρ, δεν έχουν θέση στο βιβλίο. Οι αναφορές που γίνονται αφορούν σε 8 (!) απεργίες από το 1920 έως το 1936 (σελ.108), όπως: «1920: απεργία σιδηροδρομικών»! Μαθαίνουμε ακόμα (σελ.108) ότι υπήρξαν «αιματηρά επεισόδια σε βάρος απεργών στη Θεσσαλονίκη»!Προφανώς δεν… υπήρχε λόγος να αναφερθεί ο νεκρός Τούσης, το μοιρολόι της μάνας, ούτε ο Γ. Ρίτσος, ούτε και ο «Επιτάφιος» ή η κυβέρνηση που διέταξε το έγκλημα! Αυτή, υπονοείται…

Παράδειγμα δεύτερο:

Στη σελ.2 διαβάζουμε ότι κατά την Αναγέννηση, «μέσα σε μία ατμόσφαιρα χαράς οι άνθρωποι δημιουργούν σπουδαία έργα (…) Εμπνέονται(…) φέρνουν και πάλι (…) τον άνθρωπο στο επίκεντρο της δημιουργίας και της σκέψης»!

Φαντασθείτε: Η Αναγέννηση προέκυψε από το πουθενά! Δεν υπήρχε τότε η φεουδαρχική καταπίεση και ο τρόμος του ξίφους που ασκούσαν οι φεουδάρχες κατά των δουλοπάροικων! Ούτε η θηριώδης «Ιερά Εξέταση», ούτε η πείνα, η δυστυχία και ο εξανδραποδισμός των λαϊκών μαζών. Επικρατούσε γενικώς μια ατμόσφαιρα χαράς!!... Κι ας προέκυψαν μέσα από αυτό το καταπιεστικό πλαίσιο οι μεγάλες αστικές επαναστάσεις.

Παράδειγμα τρίτο:

Στη σελ. 24 γράφει: «Οι συνθήκες ζωής δεν είναι βέβαια παντού και για όλους τους υπόδουλους πληθυσμούς οι ίδιες. Αλλιώς ζουν για παράδειγμα οι εύπορες οικογένειες των νησιών και αλλιώς οι κολίγοι στη Θεσσαλία».

Σε ποιες συνθήκες ακριβώς ζούσαν οι κολίγοι και όχι μόνο στη Θεσσαλία; Όπως δείχνει η σχετική φωτογραφία στο βιβλίο; Για τη ζωή που έκαναν, τα βάσανα που περνούσαν και γενικά για την καταπίεση χιλιάδων και χιλιάδων τρωγλοδυτών, το βιβλίο απαξιοί να αναφερθεί. Αλλά δεν λέει ούτε ποια ήταν η κατάσταση των λαϊκών μαζών στα νησιά.

Το βιβλίο βρίσκεται στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού. Αυτό γίνεται σαφές και σε ό,τι αφορά στα ελληνοτουρκικά, μετά τις γνωστές εξελίξεις, που το ΝΑΤΟ και η ΕΕ δεν αναγνωρίζουν την ύπαρξη συνόρων στο Αιγαίο. Δηλαδή το βιβλίο βρίσκεται στην υπηρεσία της ιμπεριαλιστικής ελληνοτουρκικής συνεργασίας, της ΝΑΤΟϊκής τάξης, από την οποία έχουν συμφέρον η ελληνική και η τουρκική πλουτοκρατία, όχι όμως και οι δύο λαοί. Ένα παράδειγμα:

Στη σελ. 100 του βιβλίου διαβάζουμε: Το 1922 «χιλιάδες Έλληνες συνωστίζονται στο λιμάνι (σ.σ. της Σμύρνης) προσπαθώντας να μπουν στα πλοία και να φύγουν για την Ελλάδα»! Λες και πήγαιναν κρουαζιέρα…
Αν αυτό δεν λέγεται πρόκληση προς τις χιλιάδες των δυστυχισμένων, πώς αλλιώς λέγεται;

Δεν αποκλείεται στις διορθώσεις που θέλουν να κάνουν, να «διορθωθεί» και το παραπάνω απόσπασμα. Όμως, δεν θα διορθωθεί ο στόχος, που είναι σαφής: Να αθωωθεί η ελληνική αστική τάξη και τα κόμματά της, να αθωωθούν οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία), που έσφαζαν και αυτές τους πρόσφυγες, αλλά και να μην κακοκαρδιστεί η τουρκική αστική τάξη, η οποία, ναι μεν έδινε τότε τον δικό της αγώνα κυριαρχίας, έστω έχοντας προκληθεί από την ελληνική αστική τάξη, αλλά τον διεξήγαγε προχωρώντας και αυτή σε θηριωδίες κατά αμάχων, όπως και ο ελληνικός στρατός προηγουμένως.

Ποια είναι η αλήθεια σε σχέση με την εκστρατεία στη Μικρά Ασία;

Η πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου και άλλων, για τη δημιουργία της «Μεγάλης Ιδέας», πήγε να πάρει σάρκα και οστά όντας η Ελλάδα ενσωματωμένη στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και έχοντας πάρει μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλαίσιο της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, προς το τέλος του πολέμου και οι ΗΠΑ), αλλά και στην εκστρατεία κατά της νεαρής σοβιετικής εξουσίας στη Ρωσία. Τη στιγμή που τα συμφέροντα των ηγετικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ευνοούσαν τη σύναψη της «Συμφωνίας των Σεβρών» (κατά τα τρία τέταρτα υλοποίηση της «Μεγάλης Ελλάδας», είχε πει ο Βενιζέλος), τα πράγματα πήγαιναν καλά για την αστική τάξη της Ελλάδας και την ελληνική αστική τάξη στη Μικρασία. Ενωρίτερα είχε σταλεί ελληνικός στρατός στη Σμύρνη (Μάιος 1919) από την κυβέρνηση Βενιζέλου, που λίγους μήνες αργότερα (1 Νοεμβρίου 1919 με το παλιό ημερολόγιο) έχασε στις εκλογές. Νίκησαν οι του Γούναρη («δεξιά») με το σύνθημα «όχι στρατός στη Μικρά Ασία», για να κάνουν ακριβώς το αντίθετο και να ακολουθήσει η σφαγή και ο ξεριζωμός εκατοντάδων χιλιάδων αθώων βιοπαλαιστών.

Διαβάζουμε (σελ. 74 και 75):

«Η προσάρτηση των περιοχών που κατοικούνται από ελληνικούς πληθυσμούς και η απελευθέρωση των αλύτρωτων Ελλήνων διαμορφώνει την ελληνική εξωτερική πολιτική». Και αμέσως μετά οι μαθητές ρωτούνται αν είναι «θετικές ή αρνητικές για τις ελληνικές διεκδικήσεις» οι αλλαγές στο χάρτη των Βαλκανίων. Επομένως, η απάντηση επαφίεται στο τι θεωρεί ο δάσκαλος ως ορθό, για να το μάθει και ο μαθητής…
Ωστόσο, το βιβλίο πραγματεύεται τον στόχο του και με τρόπο ωμό, αλλά και περίτεχνα. Πώς πλέκεται το περίτεχνο;

1) Με την αφαίρεση μιας σειράς από θρησκευτικές σκουριές σχετικά με τον ρόλο της ελληνικής εκκλησίας (κρυφό σχολειό, ρόλος Γρηγορίου του Ε΄, Παλαιών Πατρών Γερμανού κ.α.).
2) Με την απάλειψη εθνικιστικών κραυγών του παρελθόντος.
3) Με τοποθέτηση του βιβλίου υπέρ των Συμμάχων στη σύγκρουση Συμμάχων-φασιστικών δυνάμεων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου όμως οι ευθύνες γι’ αυτόν αποδίδονται μονόπλευρα στη ναζιστική Γερμανία και γενικά στον Άξονα, ενώ οι «δημοκρατικές» καπιταλιστικές χώρες βγαίνουν λάδι. Λάδι βγαίνουν και ως προς το ότι ενίσχυσαν με κάθε τρόπο και έφεραν στην εξουσία τα φασιστικά κόμματα, για να τα στρέψουν κατά της Σοβιετικής Ένωσης.
4) Με τον προσεκτικό εξωραϊσμό της αποικιοκρατίας, όπου στο βιβλίο η μόνη δηκτική αναφορά είναι εκείνη των Χριστιανών (sic) κατά των Ινδιάνων της Αμερικής. Για όλα τα υπόλοιπα (Ασία, Αφρική) παρακάμπτονται τα θηριώδη εγκλήματα του καπιταλισμού εναντίον εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων (σφαγές, δουλεμπόριο, βούρδουλας, πείνα). Αντί γι’ αυτά διαβάζουμε: «Τα ισχυρά (sic) ευρωπαϊκά κράτη εκμεταλλεύονται τον υπόλοιπο κόσμο και επεμβαίνουν (sic) στα εσωτερικά του ζητήματα. Δημιουργούν (sic) αποικίες και υπογράφουν προνομιακές συμφωνίες»! (σελ.14).

Υπέγραφαν, όπως βλέπετε, και συμφωνίες!...

Το βιβλίο έχει αντιεκπαιδευτικό χαρακτήρα εκτός των άλλων και επειδή:

1) Πραγματοποιούνται ιστορικά άλματα με τελείως αυθαίρετο τρόπο, π.χ. από το 1950 το βιβλίο πηγαίνει στο 1967. Δεν χωρούσαν στις σελίδες του οι εκτελεσμένοι, οι φυλακισμένοι και οι εξόριστοι, τα στρατοδικεία της περιόδου, τα αντιλαϊκά όργια που διέπραξαν η ΕΡΕ και το «Κέντρο» μαζί με το Παλάτι. Αυτά είναι…κομματικά θέματα. Ενώ οι Κωνσταντίνος Καραμανλής (ΕΡΕ και ΝΔ) και Γεώργιος Παπανδρέου («Ένωση Κέντρου»), που φιγουράρουν στο βιβλίο, ήταν μη κομματικοί…
2) Η λεγόμενη αστυφιλία, ως ένα παράδειγμα, όπως ονομάζουν οι συγγραφείς την ερήμωση των χωριών και τη συγκέντρωση του φτωχόκοσμου στις πόλεις, για να επιβιώσουν και να εξασφαλιστεί επάρκεια φτηνού εργατικού δυναμικού (μόνο οι άνθρωποι που τους μετακίνησαν βίαια οι κυβερνήσεις, για να μην έχει πηγές εφεδρειών ο Δημοκρατικός Στρατός, ανέρχονταν σε 800.000), η λεγόμενη αστυφιλία, λοιπόν, παρουσιάζεται στο βιβλίο με: Μια σχετική γελοιογραφία του ΚΥΡ (!), μία φωτογραφία της Πλατείας Ομονοίας του 1950 (!), μία αγγελία σε εφημερίδα της εποχής (1961), όπου «χωριατόπαιδο ζητείται δια πρατήριον βενζίνης…» και με δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελευθερία» (8/4/1962), όπου, σ’ ένα παγκάκι, ζευγάρι από την επαρχία συζητά «πώς θ’ αγουράσουμε ένα ριτιρέ!...» (σελ.116). Τέτοια… επιστημονική προσέγγιση του θέματος!
3) Το γλωσσικό ζήτημα περιέχεται σε τρεισήμισι σειρές, όπου κυριολεκτικά γράφεται: «Το γλωσσικό ζήτημα δημιουργεί μεγάλες εντάσεις στην πνευματική ζωή της χώρας, κυρίως στο τέλος του 19ου αιώνα. Οι δημοτικιστές υποστηρίζουν τη χρήση μιας κοινής και κατανοητής από όλους γλώσσας, ενώ οι αντίπαλοί τους μάχονται για μια γλώσσα που συγγενεύει με την αρχαία ελληνική» (σελ.86). Τέλος…Και ας υπήρξαν και νεκροί στις συγκρούσεις δημοτικιστών – καθαρευουσιάνων, διώξεις, κατασυκοφάντηση ανθρώπων, διακρίσεις.

Ο Γ.Β.Πλεχάνωφ, όταν ήταν μαρξιστής, έγραψε: «…να θεωρήσουμε την ιστορία σαν επιστήμη που δεν ικανοποιείται μαθαίνοντας απλώς το πώς συνέβησαν τα γεγονότα, αλλά που θέλει να ξέρει και γιατί συνέβησαν έτσι κι όχι αλλιώς».

Εννοείται ότι το δεύτερο σκέλος των παραπάνω λόγων του Πλεχάνωφ απουσιάζει από το οπτικό πεδίο των συγγραφέων του βιβλίου Ιστορίας. Απουσιάζει, όμως, και το πρώτο, σε πλήθος περιπτώσεων. Αναφέρονται ενδεικτικά:

1) Στη σελ.112, υπάρχουν δύο (ολόκληρες!) σειρές για το ΕΑΜ! Σε τέτοια…περίοπτη θέση βρίσκεται η ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση. Για τον ΔΣΕ, βεβαίως, δεν συζητάμε. Απλώς ονομάζεται σε μισή σειρά… Αλλά δεν υπάρχει καμία αναφορά και στους ιδρυτές του ΕΑΜ! Απουσιάζουν… Μήπως το ΚΚΕ δεν είχε ιδρυθεί ακόμα; Και δεν είναι δυνατό, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, να θεωρείται σήμερα σημαντικό γεγονός η απλή αναφορά στο ΕΑΜ (η ΕΠΟΝ βρίσκεται στο βιβλίο του δασκάλου!), όταν ακόμα και οι αστοί πολιτικοί πηγαίνουν στον Αη-Στράτη, για να…αποτίσουν φόρο τιμής (!), έστω για τους δικούς τους λόγους.
Αλλά και το τι ακριβώς σήμαινε για τον λαό η γερμανοϊταλική και βουλγαρική κατοχή στην Ελλάδα, δεν είναι καθόλου… σαφές στο βιβλίο. Ούτε οι σφαγές στο Δίστομο, ούτε το Κούρνοβο, ούτε η Κοκκινιά, ούτε η Καισαριανή υπάρχουν!
2) Στη σελ.121, η κατοχή περισσότερο του ενός τρίτου της Κύπρου παρουσιάζεται απλώς και μόνο ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής. Ο ρόλος των ΗΠΑ, της Αγγλίας και του ΝΑΤΟ έχει εξοβελιστεί. Ενώ οι μαθητές πληροφορούνται επιπλέον, ότι «η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, δίνει νέες ελπίδες για τη λύση του ζητήματος»! Η πολιτική για το Κυπριακό της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, καθώς και του ΣΥΝ, προβάλλει εύγλωττα… Όπως και οι υπόλοιπες αναφορές στην ΕΕ, που δείχνουν τον ΕΟΚικό χαρακτήρα του βιβλίου. Πάλι καλά που δεν θυμήθηκαν και το «Σχέδιο Ανάν»…
3) Στη σελ.56, παρουσιάζουν την «Ιερά Συμμαχία» ως εξής: «Ιερά Συμμαχία: Συμμαχία που δημιουργείται το 1814, μεταξύ της Αυστρίας, Ρωσίας, Πρωσίας και Γαλλίας, με στόχο τη διατήρηση της τάξης και των συνόρων μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών»!
Διατήρηση της τάξης (!) και των συνόρων (!). Ούτε από τη σκοπιά του αστικού Διαφωτισμού δεν κρίνουν οι συγγραφείς του βιβλίου την «Ιερά Συμμαχία», αυτόν τον δήμιο των λαών, εχθρό της Γαλλικής Επανάστασης και του 1821. Πηγαίνει ακόμα πιο πίσω η πολιτική κρίση και η τοποθέτησή τους…
4) Προκλητικά οι συγγραφείς του βιβλίου μαθαίνουν στα δωδεκάχρονα παιδιά ότι οι πρόκριτοι ή κοτζαμπάσηδες, κατά την τουρκοκρατία ήταν: «Οι κοινοτικοί άρχοντες εκλέγονται από τα μέλη των κοινοτήτων. Οι πρόκριτοι, συνήθως μεγάλοι σε ηλικία και υποχρεωτικά άνδρες, οφείλουν να είναι ικανοί, τίμιοι και πλούσιοι. Αντιπροσωπεύουν την κοινότητα στις σχέσεις της με την οθωμανική εξουσία, κατανέμουν το ποσό των φόρων…»!! (σελ.18). Κατανέμουν το ποσό των φόρων, λοιπόν, οι κοτζαμπάσηδες! Το ότι μαζί με την εκκλησία και τους Τούρκους πασάδες έπιναν το αίμα των εξαθλιωμένων μαζών, ονομάζεται στο βιβλίο «κατανομή των φόρων»!
5) Από την άλλη, τι θεωρούν ως προνόμια οι συγγραφείς του βιβλίου; «Προνόμια: διευκολύνσεις που παραχωρεί η οθωμανική διοίκηση στους υπόδουλους χριστιανούς»! (σελ.18). Γενικώς οι υπόδουλοι είχαν προνόμια από την οθωμανική διοίκηση! Και οι χιλιάδες πεινασμένοι και οι Λόντοι, οι Δεληγιάννηδες, οι Νοταράδες, οι Σισίνηδες, οι Ζαΐμηδες και οι λοιποί λαογδάρτες που κατείχαν εκτάσεις μεγαλύτερες και από Τούρκους τσιφλικάδες!...

Πρέπει και εδώ να κρυφτεί ο ταξικός χαρακτήρας της κοινωνίας! Υπήρχαν, κατά τους συγγραφείς, άνδρες και γυναίκες που ασχολούνταν με τη γεωργία! Όχι ακτήμονες και κάτοχοι μέσων παραγωγής (της γης, ενώ ταυτόχρονα ήταν και έμποροι, δηλαδή είχαν αστικοποιηθεί).

Μάλιστα, για να πείσουν οι συγγραφείς για τον ισχυρισμό τους, επικαλούνται ως πηγή (!) τον πρεσβευτή Ντε Μπρεβ της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη (1590-1606), ο οποίος έγραφε στον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ’ (σελ.19): «Οι σουλτάνοι συνηθίζουν , όταν κατακτούν ένα βασίλειο ή μια επαρχία να διατηρούν θαυμαστή τάξη. (…) Όσο για το λαό, αφήνεται να ζει σύμφωνα με τα ήθη και τα έθιμά του. Διατηρεί τα αγαθά του και έχει θρησκευτική ελευθερία».
Θρησκευτική ελευθερία οι σουλτάνοι παραχώρησαν, αλλά είναι ψέμα ότι ο λαός διατηρούσε τα αγαθά του, γιατί απλούστατα δεν είχε αγαθά για να τα διατηρήσει. Τα διατηρούσαν οι τσιφλικάδες που δεν είχαν αντισταθεί. Γι’ αυτό και πολλοί κάθονταν στ’ αβγά τους ή και τούρκεψαν, για να μη χάσουν τις τεράστιες περιουσίες τους.
Στο βιβλίο Ιστορίας διαβάζουμε τα εξής όλα και όλα για το πατριαρχείο:

«Ηγέτης τους είναι ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης και έχει ειδικά προνόμια. Φροντίζει τις εκκλησιαστικές υποθέσεις αλλά και θέματα σχετικά με την οικογένεια και την εκπαίδευση (σελ.18). «Το 1454, ιδρύεται η Πατριαρχική Σχολή στην Κωνσταντινούπολη που παραμένει σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας πνευματική εστία, όπου φοιτούν πολλοί νέοι» (σελ.22).
Πλήρης αποσιώπηση για το τι έκανε στην πραγματικότητα το πατριαρχείο και γενικά ο ανώτερος κλήρος, οι οποίοι: Δεν φορολογούνταν. Η εκκλησία διατηρούσε όλα της τα κτήματα και μπορούσε να κληρονομήσει μέχρι το 1/3 της περιουσίας κάθε χριστιανού. Έγραψε σχετικά ο Μαρξ:

«Οι αρχιεπίσκοποι και δεσποτάδες είνε, σύμφωνα με το νόμο, μέλη στα κοινοτικά συμβούλια και κάτω από την καθοδήγηση του πατριάρχη, κανονίζουν το φόρο υποτέλειας, που βαραίνει τους έλληνες. Ο πατριάρχης είνε υπεύθυνος απέναντι στην Πύλη για τη διαγωγή των ομοθρήσκων του. Αυτός έχει το δικαίωμα να δικάζει τους ραγιάδες της θρησκείας του. Αυτό το δικαίωμα το μεταβιβάζει στους μητροπολιτάδες και δεσποτάδες των επαρχιών και τις αποφάσεις τους είνε υποχρεωμένοι να τις εχτελούν οι υπάλληλοι, οι κατήδες κλπ. Έχουν το δικαίωμα να τιμωρούν με πρόστιμα χρηματικά, με φυλάκιση, με ξύλο, με εξορία. Ακόμη η εκκλησία τους δίνει το δικαίωμα του αφορισμού. Εξόν από τα χρηματικά πρόστιμα δικαιούνται να παίρνουν και διάφορους δασμούς από τις πολιτικές και εμπορικές πράξεις. Κάθε θέση της ιεραρχίας έχει και ανάλογη χρηματική τιμή. Για να επικυρώσει την εκλογή του ο πατριάρχης πληρώνει στο Ντιβάνι ένα πάρα πολύ σεβαστό ποσό. Αυτός πάλι με τη σειρά του, πουλάει τον κλήρο του στις αρχιεπισκοπές και τις επισκοπές. Αυτές οι τελευταίες, κάνοντας το ίδιο, βγάζουν στη δημοπρασία τις δευτεροβάθμιες θέσεις και τους φόρους και χειροτονούν τους παπάδες. Αυτοί κάνουν ψιλά την εξουσία που αγόρασαν απ’ τα αφεντικά τους και εμπορεύονται όλες τις ιερές πράξεις: βαφτίσια, γάμους, διαζύγια και διαθήκες».

Μια σειρά εθνικιστών (π.χ. Αρχιεπίσκοπος, Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος, πολιτικοί, καθηγητές κ.α.) υποστηρίζουν ότι οι πατριάρχες και άλλοι ανώτεροι κληρικοί έγιναν, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ολοκαύτωμα. Μάλιστα ο μητροπολίτης Άνθιμος επικαλέστηκε το γεγονός ότι 50 Πατριάρχες είχαν μέσον όρο πατριαρχικής θητείας μόλις ενάμιση χρόνο.
Αυτό το τελευταίο είναι σωστό. Με τη διαφορά ότι ο κ. Άνθιμος θα έπρεπε να είναι ακριβής και στο εξής: Από το 1623 έως το 1700, δηλαδή σε 77 χρόνια, έγιναν πράγματι 50 αλλαξοπατριαρχίες. Αλλά έγιναν με δωροδοκίες, με εξαγορές των βεζίρηδων, των αρχηγών των γενίτσαρων, των γυναικών του χαρεμιού, ακόμα και με δημοπρασίες!! «Ο Παχώμιος ο Β’ στα 1587 έγινε πατριάρχης πληρώνοντας 12 χιλιάδες φλωριά. Τον ρίχνει ο μητροπολίτης Φιλλιπούπολης με 24 χιλιάδες χρυσά και γίνεται αυτός πατριάρχης. Οι αντίπαλοί του πληρώνουν για να τον ρίξουν 40 χιλιάδες χρυσά».

Ο Μαρξ εξήγησε τον ρυθμιστή της εξωτερικής πολιτικής του Πατριαρχείου:
«Η θρησκευτική αγανάκτηση ενάντια στους λατίνους αποτελεί, μπορούμε να πούμε, το μοναδικό κοινό σύνδεσμο ανάμεσα στους διάφορους ορθόδοξους λαούς, που κατοικούνε στην Τουρκιά.»

Και ο Γιάννης Ζέβγος έγραψε:
«Για ν’ αποκρούσει τις αξιώσεις του παπισμού το πατριαρχείο, αξιώσεις που έτειναν να πάρουν από τη δικαιοδοσία του τουλάχιστο τους σλαβικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, στηριζόταν στο σουλτάνο. Είναι αυτονόητο, ότι το πατριαρχείο ανταπόδινε πιο πλούσιες υπηρεσίες στο σουλτάνο».

Βεβαίως, και τότε που μία σειρά εκκλησιαστικών παραγόντων αποφάσισε να πάρει ενεργό μέρος στην επανάσταση, δεν μπορούν να μπουν στην ίδια μοίρα με την πλειοψηφία του λαϊκού κλήρου, που ήταν ένα με τη φτωχολογιά και έδωσε μαχητές και θύματα στην επανάσταση. Από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του ήταν ο ηρωικός Παπαφλέσσας.

Αναφερόμαστε κυρίως στους παπάδες και όχι κυρίως στους καλόγερους, πολλοί από τους οποίους ήταν εκμεταλλευτές των λαϊκών μαζών και σκόρπιζαν το σκοτάδι για να αισχροκερδούν και να πλουτίζουν. Έγκριτοι ιστορικοί αναφέρουν πλήθος από παραδείγματα, όπου πολλοί καλόγεροι στα χρόνια της τουρκοκρατίας πουλούσαν στον κόσμο κόκαλα νεκρών ως λείψανα αγίων ή κατασκεύαζαν «θαύματα» για να τρέχουν οι πιστοί και να αποθέτουν στις «θαυματουργές» εικόνες τάματα, ενώ τα μοναστήρια, ιδιοκτήτες τεράστιων εκτάσεων γης, κατέκλεβαν τους εξαθλιωμένους.
Διέταξε ο σουλτάνος να κρεμάσουν τον Γρηγόριο τον Ε’, που τον λένε εθνομάρτυρα, επειδή τάχθηκε με το μέρος της επανάστασης; Διέταξε, αλλά το πιθανότερο είναι ότι αυτό έγινε, επειδή υπήρξε παρεξήγηση από συκοφαντία εναντίον του Γρηγορίου, που είχε αφορίσει τον Υψηλάντη και τον Σούτσο, δηλαδή την επανάσταση του 1821. Σύμφωνα με τον ιστορικό Γιάννη Κορδάτο:

«Εκείνος που κατηγόρησε και συκοφάντησε τον Γρηγόριο ήταν ο Μητροπολίτης Πισιδίας Ευγένιος (…) Από καιρό φιλοδοξούσε να γίνει Πατριάρχης, αλλά δεν τα κατάφερε (…) Ο Ευγένιος λοιπόν πήγε και κατέθεσε πώς ο Γρηγόριος ήταν ο αρχηγέτης της επανάστασης».
Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (άλλοτε αρχιεπίσκοπος Αθηνών) έγραψε το 1950:

«Ο Πατριάρχης, δεν ήτο μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ούδ’ υπεκίνησε την επανάστασιν, επομένως ήτο όλως αθώος της αποδοθείσης αυτώ κατηγορίας και άδικον υπέστη θάνατον».
Τα ίδια γράφει και ο ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης, ενώ ο Ανδρέας Λασκαράτος ειρωνευόταν τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (1872) που ανέλαβε να φτιάξει και να απαγγείλει ύμνο στον Γρηγόριο:
«Σε συγχαίρω(…) να προσαγορέψης τον ανδριάντα του Γρηγοράκη. Δώστου κι από μέρους μου τα γκαρδιακά χαιρετίσματά μου και πες του πως του εύχομαι να ξακολουθάει να φανατίζει τους όχλους, όσο (…) να τους κάμη ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι είναι δίπολους γαιδάρους».

Ο Γιάννης Κορδάτος έγραψε το 1924, ότι ο Γρηγόριος ο Ε΄ δεν είναι εθνομάρτυρας. Και γι’ αυτό «άκουσα χυδαίες βρισιές. Όμως τα νεότερα στοιχεία που ήρθαν στο φως επιβεβαίωσαν την άποψή μου ώστε και νεότεροι αστοί δημοσιογράφοι και νεώτεροι κληρικοί να παραδεχτούν τη γνώμη μου. Ένας απ’ αυτούς, ο Ν. Πιπινέλης, γράφει:
«…ως ορθώς παρατηρεί ο Κορδάτος, ο θάνατος του Πατριάρχου δεν έχει, παρά την ιστορικήν αξίαν μιας ασκόπου και αδικαιολογήτου βιαιότητος η οποία εις τας παραμονάς των μεγάλων γεγονότων δεν σταματά τίποτε από τας αναγκαίας εξελίξεις, αλλά δίδει εις τους διψώντας από επανάστασιν λαούς το πρόχειρον λάβαρον του εκσπώντος συναγερμού».

Όπως σημειώνει ο Γιάννης Σκαρίμπας, «γιαγνίς ολντούς»! Που θα πει, «γράψε λάθος»...
Μήπως και τα γεγονότα σχετικά με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό έγιναν έτσι όπως τα παρουσιάζουν οι εθνικιστές;
Όταν τον Νοέμβριο του 1820 ο Παπαφλέσσας πήγε στην Πελοπόννησο, σταλμένος από τη Φιλική Εταιρεία για να ξεκινήσει η επανάσταση, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ήταν ένας από εκείνους που, όπως έγραψε ο Κορδάτος, «έπεσαν του πεθαμού»! Και σε σύσκεψη, που κάλεσε ο Παπαφλέσσας, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός «ξεστόμησε βαριές φράσεις και λέξεις κατά του Παπαφλέσσα. Τον είπε απατεώνα, εξωλέστατο και μιαρό. Λένε, πώς ο Παπαφλέσσας εξαγριωμένος του απάντησε πως είναι μασκαράς (…) Έγινε αρχιερέας αφού δωροδόκησε τους τρανούς του Πατριαρχείου (βλ. Φραντζή «Επίτομος Ιστορία» τ. Α’, σελ. 98-99, Γερμανού «Απομνημονεύματα» σελ. 23 και Φωτάκου «Απομνημονεύματα», Α’ 172-173).

Μάλιστα οι πρόκριτοι φυλάκισαν τον Παπαφλέσσα στο Μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου, απ’ όπου δραπέτευσε και σε συνεννόηση με τους Κολοκοτρώνη, Αναγνωσταρά, Καρατζά, κ.α. συμφώνησαν ότι ο πιο κατάλληλος τόπος για να ξεκινήσει η επανάσταση, ήταν η Καλαμάτα.
Και μόνο όταν έφτασε η 24η Μαρτίου 1821, δηλαδή μέσα σε ένα διάστημα τεσσάρων μηνών, που σχεδόν όλη η Πελοπόννησος είχε ξεσηκωθεί και η Πάτρα πανηγύριζε την τουρκική υποχώρηση από τη δράση του λαϊκού ηγέτη Παν. Καρατζά και των παλικαριών του, μόνο στις 24 Μαρτίου, λοιπόν, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και μια σειρά πρόκριτοι μπήκαν στην Πάτρα με ενόπλους.
Έτσι, είναι ψέμα ότι ο Γερμανός ύψωσε πρώτος τη σημαία της επανάστασης του 1821. Τη σημαία στην Πάτρα την ύψωσε ο λαογέννητος ηγέτης Παναγιώτης Καρατζάς, τον οποίο δολοφόνησαν οι πρόκριτοι της Πάτρας.

Στις 24 Μαρτίου 1821 η σημαία της επανάστασης υψώθηκε και στην Καλαμάτα από την ενωμένη δύναμη των Μανιατών, του Παπαφλέσσα, του Κολοκοτρώνη κ.α, που έβγαλαν επαναστατική προκήρυξη στις 28 Μαρτίου 1821, «πρώτον έτος της ελευθερίας».
Αυτή είναι η αλήθεια. Όσο για τους τρανούς προκρίτους της Αχαΐας, μαζί και ο Γερμανός, που μπήκαν στην Πάτρα στις 24 Μαρτίου 1821, από τη μία «σχημάτισαν αναμεταξύ τους το «Αχαϊκόν Διευθυντήριον», δηλαδή συγκέντρωσαν στα χέρια τους όλες τις «εξουσίες», από την άλλη, εξαιτίας της ανικανότητας και της δειλίας των προκρίτων και των δεσποτάδων του «Αχαϊκού Διευθυντηρίου», ο Τουρκικός στρατός μπήκε στην Πάτρα όπου επιδόθηκε σε σφαγές του λαού της.

Στα χρόνια πριν από την ελληνική επανάσταση του 1821, που ήταν επανάσταση εθνικοαπελευθερωτική με αστικό περιεχόμενο, καθώς και στα χρόνια τα επαναστατικά, η αστική τάξη (πλοιοκτήτες, έμποροι, τραπεζίτες, τσιφλικάδες που είχαν πια αστικοποιηθεί) ακολούθησε την πορεία που διήνυσαν και οι άλλες αστικές τάξεις στην Ευρώπη: Εμφάνιση και ανάπτυξή της μέσα στο φεουδαρχικό πλαίσιο. Συμβιβασμοί με την κυρίαρχη απολυταρχία. Συγκρούσεις, αλλά και συνεργασία μαζί της και υποταγή. Και τελικά, άλλοτε με ταλαντεύσεις, άλλοτε με διάφορες ξένες συμμαχίες (Αγγλία, Ρωσία, Γαλλία), εναλλασσόμενες ή και μόνιμες, τελικά με το ρόλο της στην επαναστατική διαδικασία, η αστική τάξη, ως ηγετική δύναμη της επανάστασης, οδήγησε στη συγκρότηση του ελληνικού αστικού κράτους, στη διαμόρφωση του έθνους - κράτους.
Βεβαίως, το γεγονός ότι η αστική τάξη ήταν τότε τάξη προοδευτική, δεν πρέπει, βλέποντας αντικειμενικά τα πράγματα, να οδηγηθούμε και στην εξιδανίκευσή της. Η αστική τάξη αποτελούσε την κοινωνική πρωτοπορία, αλλά ας μην ξεχνιέται ότι ήταν και εκμεταλλεύτρια τάξη ταυτόχρονα.

Έτσι, ο ισχυρισμός του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου και της Ιεράς Συνόδου, ότι ο αγώνας του 1821 ταυτίζεται με τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, αποτελεί σύγχυση της πραγματικότητας.

1) Στην επανάσταση του 1821 δεν πήραν μέρος μόνο ορθόδοξοι Χριστιανοί και Έλληνες το γένος. Πήραν μέρος, κατ’ αρχήν, οι λεγόμενοι Φιλέλληνες, από το χώρο της Δυτικής Ευρώπης.
Εκτός από τους Φιλέλληνες, ωστόσο, πήραν μέρος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και Βλάχοι, Μολδαβοί, Βούλγαροι, Αλβανοί, Σέρβοι, Τσιγγάνοι, Ούγγροι, Πολωνοί και άλλοι. Στα ιστορικά Αρχεία της Οδησσού, βρέθηκε κατάλογος που πιστοποιεί του λόγου το αληθές. Όλοι αυτοί ήταν εκατοντάδες, αριθμός σημαντικός αν θυμηθούμε ότι ο στρατός που διοικούσε ο Υψηλάντης ανερχόταν περίπου σε 7000 χιλιάδες άντρες.Έγραψε ο Ν. Τοντόρωφ:
«Σε ένα απ’ τα γράμματά του προς τον Α. Υψηλάντη, ο ταγματάρχης Σολλάζ αναφέρει πολύτιμα στοιχεία για τη στάση των Βούλγαρων της Οδησσού απέναντι στην επανάσταση. Κατ’ αυτόν «θα μπορούσε κανείς εύκολα να συγκεντρώσει 6.000 άντρες».
Η ίδια αλληλεγγύη και κοινή δράση εκδηλώθηκε και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Σέρβων. Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω δημοτικό τετράστιχο της εποχής:
Ανάμεσα στο στράτευμα των Σερβιάνων
Πολλοί δεν εγνώριζονταν ο εις από τον άλλον
Ωσάν οπού συνάζονταν απ’ όλα δε τα μέρη,
Βούλγαροι δε περισσότεροι, Βλάχοι δε και Ρωμαίοι.

2) Η επανάσταση του 1821 δεν ήταν θρησκευτικός πόλεμος, ξεσηκωμός των Χριστιανών κατά των Μωαμεθανών. Όπως δεν ήταν και των Οθωμανών εναντίον άλλων, που γράφει το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού (σελ. 30): «Οι Οθωμανοί με τον Ιερό Πόλεμο που διεξάγουν έχουν ως στόχο την εξάπλωση της ισλαμικής θρησκείας».
Είναι αναμφισβήτητο ότι οι θρησκευτικές διαφορές χρησιμοποιήθηκαν για να συνεγείρουν περισσότερα πλήθη ή για να εξάψουν περισσότερο τις αγωνιστικές διαθέσεις, αλλά και για να ισχυροποιήσουν τον συνεκτικό ιδεολογικό κρίκο των υπόδουλων. Το ίδιο και οι αυταπάτες που ονομάζονται πνευματικό στήριγμα. Αλλά αυτό είναι άλλο πράγμα και άλλο ο θρησκευτικός πόλεμος.
Ας μην «ξεχνιέται» ότι ήρθαν στιγμές που Έλληνες και Τούρκοι πολέμησαν μαζί, εναντίον των Βενετών, των Ισπανών και του Πάπα (και αντίστροφα), προτιμώντας οι Έλληνες ραγιάδες την τουρκική από τη δυτικοευρωπαϊκή φεουδαρχία, αφού η τελευταία υπήρξε κατά πολύ σκληρότερη της τουρκικής.

Αλλά και οι Φιλέλληνες της Δυτικής Ευρώπης συμμετείχαν στην επανάσταση του 1821 με βασικό κίνητρο να κυριαρχήσουν τα ιδανικά και οι σκοποί της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, ανεξάρτητα από το ότι υπήρχε και ο θαυμασμός τους για την αρχαία παιδεία. Δηλαδή τα κίνητρα ήταν ταξικά. Και όπως γνωρίζουμε, η εκκλησία στη Γαλλία δεν πέρασε και πολύ καλές ημέρες κατά τη Γαλλική Επανάσταση… Ενώ οι Μολδαβοί και άλλοι που προαναφέρθηκαν ήταν στην πλειοψηφία τους έμποροι.
Εξάλλου τον θεό και την ορθόδοξη χριστιανική πίστη, τα οποία, όπως είπε ο αρχιεπίσκοπος, ταυτίζονται με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, δεν τα επικαλέστηκε μόνο το τμήμα του κλήρου που ήταν υπέρ της επανάστασης του 1821, αλλά και το τμήμα του κλήρου που ήταν εχθρός της. Όμως η Ιερά Σύνοδος φρόντισε στο παρελθόν να κάψει πολλά γραπτά κείμενα κληρικών που πήραν το μέρος των Τούρκων κατά της επανάστασης, για να μην υπάρχουν μη βολικές μαρτυρίες…

Όπως διαβάζουμε στον Γιάννη Κορδάτο, ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος «ήταν καλόγερος και ήξερε και μερικά γράμματα. Ο Παπαδόπουλος λοιπόν από την πρώτη μέρα που ακούστηκε το εγερτήριο σάλπισμα στο Μοριά κατάκρινε τους επαναστάτες και όταν ελευθερώθηκε η Ελλάδα όχι μόνο δεν άλλαξε μυαλά αλλά κάθησε και έγραψε βιβλίο ολόκληρο για ν’ αποδείξει ότι οι “επαναστάσεις είναι έργον του διαβόλου”».
Καμία εποχή, κανένα κίνημα, κανένα κόμμα, κανένας άνθρωπος, δεν κρίνονται με βάση τη γνώμη που έχουν για τον εαυτό τους, με βάση τη συνείδηση που διαμορφώνεται στη δοσμένη στιγμή. Κρίνονται σύμφωνα με το αντικειμενικό γίγνεσθαι, με την πράξη, σύμφωνα με το ποια είναι η αλήθεια. Αυτή η τελευταία πάντα αποτελούσε και αποτελεί αντικείμενο οξύτατης ταξικής διαπάλης. Και μπορούμε να θυμηθούμε εδώ, ότι αστικές επαναστάσεις ή κινήματα που εμφανίστηκαν ακόμα και ως θρησκευτικού χαρακτήρα, «έντυναν» με τον αντίστοιχο μανδύα εκείνο που τελικά όριζαν εξ αντικειμένου οι καιροί ως ώριμο να γίνει: Την κοινωνική επανάσταση.

3) Σήμερα, είπε ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, «…δεν αμφισβητείται μόνο η παρουσία της Εκκλησίας (…) αλλά και η έννοια του έθνους».
Είναι γνωστές οι τοποθετήσεις του κ. Χριστόδουλου σχετικά με το έθνος και τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση (δηλαδή τον καπιταλισμό τον οποίο ο αρχιεπίσκοπος αποφεύγει να κατονομάσει, επιλέγοντας τον αταξικό όρο «παγκοσμιοποίηση»).
Εκείνο που δεν θέλει να ομολογήσει είναι ότι η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, πρώτο: Σε καμία περίπτωση δεν καταργεί το έθνος - κράτος. Αντίθετα, ενισχύει την αστική κρατική οντότητα και τις ταξικές λειτουργίες της μέσω της μεγαλύτερης συμμετοχής και ενσωμάτωσης (άρα και αλληλοδιαπλοκής) κρατών στις διεθνείς ιμπεριαλιστικές ενώσεις (ΕΕ κ.α.).
Δεύτερο: Απάντηση στη λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση», άρα και στον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, δεν αποτελεί ο εθνικισμός, αλλά η υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, που βρίσκονται σε κάθε έθνος – κράτος, με στόχο να εγκαθιδρυθεί σε αυτό η λαϊκή εξουσία, δηλαδή η σοσιαλιστική.

Αυτό είναι το σύγχρονο περιεχόμενο του πατριωτισμού, αφού εδώ και πολλά χρόνια η ιστορική πρωτοβουλία ανήκει στην εργατική τάξη, τη μόνη τάξη που μπορεί να οργανώσει μια ευρύτερη αντιϊμπεριαλιστική συμμαχία, τη μόνη τάξη στην ιστορία της ανθρωπότητας που έχει συμφέρον από την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και κάθε μορφή καταπίεσης.
Ο αστικός πατριωτισμός έχει χάσει οριστικά και προ πολλού την προοδευτικότητά του.

ΠΗΓΕΣ

Ρόζα Ιμβριώτη «ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΩ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ», σελ.179, Εκδόσεις ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ.ο.π., σελ. 178.
Χάγκεν Φλάισερ «ΣΤΕΜΜΑ ΚΑΙ ΣΒΑΣΤΙΚΑ» τ. 1, σελ. 152- 153, εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ.
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ», σελ. 6-7, εκδόσεις «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ».
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΈΝΓΚΕΛΣ «ΔΙΑΛΕΧΤΑ ΈΡΓΑ», ΤΟΜΟΣ ΙΙ, ΣΕΛ 572, ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ.
«Η 3χρονη εποποιία του ΔΣΕ (1946 – 1949)», σελ. 460, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
Γ. Β. ΠΛΕΧΑΝΩΦ «Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ», ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΓΝΩΣΕΙΣ», σελ.8.
ΓΙΑΝΝΗ ΖΕΒΓΟΥ, «ΣΥΝΤΟΜΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ», Μέρος Α , σελ. 12-13, εκδόσεις «ΤΑ ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ» ΑΕ, Αθήνα 1945.
ΓΙΑΝΝΗ ΖΕΒΓΟΥ, ο.π. σελ.19.
Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ «ΜΕΓΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ», τ. 10ος (1821 – 1832), σελ. 213, ΕΚΔΟΣΕΙΣ 20ος ΑΙΩΝΑΣ.
ο.π., σελ. 220.
ο.π., σελ. 221.
ο.π., σελ. 219.
ο.π., σελ. 220.
ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΡΙΜΠΑ «Το ’21 και η αλήθεια», τ. Α΄, σελ. 34, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ.
Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ, ο.π. σελ.177.
Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ, ο.π, σελ 178.
Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ, ο.π, σελ.191.
Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ, ο.π, σελ.185.
ΝΙΚΟΛΑΪ ΤΟΝΤΟΡΩΦ «Η ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821», εκδόσεις GUTENBERG, σελ. 172 – 182 και 193 – 294.
Ν. ΤΟΝΤΟΡΩΦ, ο.π., σελ 111.
Ν. ΤΟΝΤΟΡΩΦ, ο.π., σελ 75.
Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΥ, ο.π., σελ. 175.
Ιστοσελίδα της Ιεράς Συνόδου, 15/3/2007.