Fictum sapiens (ελληνικά)

Στον κόσμο...

στη Δήμητρα...

Σημείωση: Η αρίθμηση των κεφαλαίων υποδηλώνει τη χρονική τους σειρά μέσα στην ιστορία.

Fictum sapiens 

Πλάσμα σοφό


1.

Μια φορά ήταν ένα παιδί.

Μια φορά ήταν ένα βιβλίο.

Το παιδί άνοιγε το βιβλίο και διάβαζε τις σελίδες του. Ήταν ένα βιβλίο για πουλιά.

Μια μέρα το παιδί διάβασε:

«Ο άνθρωπος δεν θα κατορθώσει ποτέ να πετάξει μόνο με τη βοήθεια των μυών του. Για να σηκώσει το βάρος του θα χρειαζόταν φτερούγες μήκους δέκα μέτρων και για να τις κινήσει θωρακικό μυϊκό ιστό πάχους δύο μέτρων. Ακόμα και τότε μόνο με τη βοήθεια σφοδρών ανέμων θα μπορούσε να απογειωθεί.»

Μια φορά δόθηκε ένας όρκος:

«Εγώ μια μέρα θα πετάξω.

Εγώ, θα πετάξω.»

 

21.

«Σας χαιρετώ με σεβασμό, όλους όσους είστε εδώ και όσους με ακούτε από μακριά.

Τόλμησα να σας καλέσω, επειδή ένα όνειρο με βασανίζει χρόνια τώρα και μαζί με μία ελπίδα ήθελα να τα μοιραστώ μαζί σας.»


2.

Δώδεκα χρονών προσπάθησε να μείνει στον αέρα.

Έφτιαξε έναν απλό σκελετό που τον έντυσε με πανί. Θα μπορούσε να είναι αλεξίπτωτο. Από κάτω κρέμασε ένα καλάθι.

Για τη δοκιμή κουβάλησε πέτρες – ίσα με το βάρος του – στη στέγη του σπιτιού του. Άρχισε να τις φορτώνει στο καλάθι. Στην τέταρτη πέτρα σταμάτησε. Το άδειασε, μπήκε μέσα και έδωσε μια ώθηση με τα χέρια.

Ήταν πέντε μέτρα σκληρής πτώσης.

Στο τέλος υπήρχε πόνος και απογοήτευση και πίκρα. Μα πάνω απ’ όλα πόνος.

 

22.

«Ο Άνθρωπος, αιώνες τώρα, περπατάει άβουλα πάνω στη Γη και ο καθένας έρχεται εδώ για να ζήσει και να πεθάνει και κανείς ποτέ δεν ξέφυγε από αυτόν τον κανόνα.

Και είτε στο Θεό πιστεύετε είτε στην μοίρα είτε στην τύχη είτε σε οτιδήποτε άλλο, ξέρετε ότι το είδος μας μια μέρα θα εξαφανιστεί, δίνοντας τη θέση του σε κάτι άλλο ή στο Τίποτα.

 

Και εμείς τι κάναμε για όλα αυτά;

Αυξήσαμε το μέσο όρο ζωής και νικήσαμε κάθε αρρώστια και επειδή ο θάνατος έρχεται πια μόνο απ’ τη φθορά, αγωνιζόμαστε τώρα για την αθανασία.

Και πολλαπλασιάσαμε τις γνώσεις μας για τη ζωή τόσο, ώστε σήμερα μπορούμε να επέμβουμε σε αυτή. Και μάθαμε πως να μεταμορφώνουμε κάθε πλάσμα και ακόμα να ορίζουμε τη μορφή των παιδιών κάθε πλάσματος, πριν αυτά γεννηθούν.»


3.

Βρήκε σχέδια και σχεδίασε και ο ίδιος ιπτάμενες μηχανές. Όλων η λειτουργία στόχευε στην κίνηση και στην επιβράδυνση της πτώσης που πάντα συνέβαινε.

 

4.

Έγραψε:

«Το σημείο πτώσης.

Το σημείο όπου σβήνει το όνειρο.

Το προβλέπεις κοιτάζοντας από το δέντρο ή το βράχο ή την κορυφή που βρίσκεσαι. Λες «θα είναι από εκεί έως εκεί».

Έπειτα πηδάς και τότε μόνο, σαν αστραπή, η αντίληψή σου καθαρίζει και το σημείο γίνεται γνωστό.

Αν είσαι δεμένος με μηχανή προσπαθείς να το ξεπεράσεις, να καλύψεις τα όρια των προβλέψεων.

Και σε χρόνο λιγότερο από μια ολόκληρη ιδέα έχεις φτάσει. Μαζεύεις τα πόδια σου, το σώμα σου, τη σκέψη, το είναι σου ολάκερο για να μείνεις στον αέρα, στην ελευθερία, για να μην αγγίξεις εκεί που όλα τα πατούμενα βαδίζουν.

Και έπειτα έρχεται η επαφή.

Η επαφή είναι το τέλος. Είτε τραχιά είτε απαλή, η επαφή είναι πάντα το τέλος.»


23.

«Και ονειρευόμασταν.

Απ’ την αυγή της ιστορίας μας ονειρευόμασταν να πετάξουμε. Πλάθαμε τους θεούς και τους διαβόλους μας με φτερά, παρατηρούσαμε τα πλάσματα του αέρα και πασχίζαμε οι ίδιοι να ανεβούμε στους ουρανούς.

Με τις μηχανές αποκτήσαμε ένα υποκατάστατο της φυσικής πτήσης, με τα ναρκωτικά την εξιδανικεύσαμε, πληρώνοντας ένα μεγάλο τίμημα γι’ αυτό και με τη σύγχρονη βιοηλεκτρονική ζήσαμε τις εμπειρίες των πουλιών, αποϊσορροπώντας όμως τους εγκεφάλους μας.

Και δοκιμάσαμε και άλλες μεθόδους, καλύτερες και χειρότερες.»

 

5.

Πέταξε με αεροπλάνο νωρίτερα από όταν έδωσε τον όρκο του και πολλές φορές μετά. Όμως ήταν πάντα απογοήτευση. Φυλακισμένος, έπρεπε να υπομένει το βάρος στο στήθος, έπειτα την πλήξη της πτήσης και τέλος τον πόνο στ’ αυτιά.

Και αργότερα πέταξε με ελικόπτερο και δίπτερο, με ανεμοπλάνο και με άλλες μηχανές.

Χαιρόταν, όταν μπορούσε να οδηγεί ο ίδιος και να βλέπει τη γη και ενθουσιαζόταν όταν δεν υπήρχε προστατευτική φλούδα και ο άνεμος του πάγωνε το πρόσωπο και του ξέραινε το στόμα.

Ποτέ δεν ξέχασε την πραγματική πτήση.


24.

«Αλλά η έμφυτη ικανότητα αν και μικρότερη σε επιδόσεις από την τεχνητή, είναι ασύγκριτη, γιατί ανήκει απόλυτα στο άτομο που την ασκεί και το άτομο δεν χρειάζεται να εκπαιδευτεί σε αυτήν και μπορεί να την ασκήσει οποιαδήποτε στιγμή και την ασκεί μόνο του, χωρίς βοήθεια.

Και ακόμα, είναι ίση για όλα τα άτομα.»

 

6.

Πέταξε για πρώτη φορά, όταν ακόμα ο ιός «0» ήταν ένα όνειρο.

Κοιμόταν.

Βγήκε από το σώμα του και ταξίδεψε.

Πάνω απ’ τη στεριά και τη θάλασσα, πάνω από λιβάδια και δάση, πάνω από βουνά και χαράδρες.

Έπεφτε και σηκωνόταν, γλιστρούσε και πετούσε.

Ξυστά στο έδαφος δίχως να συγκρούεται με άλλες υπάρξεις ή σε θεόρατα ύψος, δίχως να ζαλίζεται.

Και ήταν ελεύθερος. Ήταν όσο πιο ελεύθερος μπορούσε να φανταστεί ή να ποθήσει.

Ένιωσε την ηδονή που καμία εμπειρία αργότερα δεν του χάρισε.

Ξύπνησε και πίστευε ότι τα θυμόταν όλα. Και ποτέ στη ζωή του δεν ζήτησε ικανοποίηση μεγαλύτερη από εκείνη, γιατί το θεωρούσε ύβρη. Σε ένα κομμάτι χαρτί έγραψε:

«ΙΔΑΝΙΚΟ».


25.

«Ονειρεύτηκα και εγώ ότι πετούσα. Και θέλησα να δώσω το δώρο αυτό στον Άνθρωπο.

Εργάστηκα πολύ πάνω στη δύναμη των μεταλλάξεων και με το Μαθητή μου παρασκευάσαμε μια σειρά ιών.

Και τώρα μπορώ να σας προτείνω και λέω ότι αν το θελήσουμε σε λίγα χρόνια οι απόγονοί μας θα έχουν φτερά και θα μπορούν να πετάνε.

Παρακαλώ, ακούστε με.»

 

7.

Ήταν μια απλή τελετή σε κάποια σάλα του πανεπιστημίου.

Κρατούσε ένα ρολό χαρτί στο χέρι. Το χαρτί πιστοποιούσε πως στάθηκε άριστος στις σπουδές του, πως τώρα ήταν επιστήμονας, γενετιστής. Οι δάσκαλοί του προέβλεπαν ότι θα γινόταν ένας κορυφαίος βιοτεχνολόγος.

Δύο ήμερα μάτια κοίταζαν απλανή τον κόσμο πέρα από το παράθυρο.

«Ορκίζομαι...»

Δύο χείλη ψιθύρισαν μηχανικά:

«Ορκίζομαι...»


8.

Και ύστερα άρχισε η έρευνα.

Που κράτησε χρόνια.

Κράτησε τόσο, ώστε πριν τελειώσει, είδε πόλεις να σβήνονται απ’ το χάρτη και άλλες να γεννιόνται.

Κράτησε τόσο, ώστε στη δύση της τα μαλλιά του ήταν πια γκρίζα.

Και όλα αυτά τα χρόνια εργαζόταν και σε άλλες έρευνες. Επειδή δεν μπορούσε να πει στους διοικητές «εγώ αναζητώ τον ιό, που θα κάνει τους ανθρώπους να γεννήσουν πουλιά».

 

26.

«Η αλλαγή που σας προτείνω είναι μεγάλη, αλλά αφορά μόνο το σώμα· στο βαθμό που μπορούμε να προβλέψουμε, η νόηση θα μείνει ανεπηρέαστη.

Όμως η νοοτροπία θα αλλάξει.»

 

9.

Ήταν μία ομάδα από μικρά άσπρα ποντίκια με ήμερα μαύρα μάτια που χουζούρευαν στο ζεστό ροκανίδι της γυάλας τους.

Ο επιστήμονας κοιτούσε τα ποντίκια.

«Σας ζητώ συγνώμη γι αυτό που θα κάνω.

Ζητώ συγνώμη από τη Ζωή, από τη Φύση, από την Ισορροπία, από το Θεό – αν υπάρχει – και από το ίδιο το Σύμπαν – αν αυτό έχει νόημα.

Παρακαλώ αν στο σύνολο, πρόκειται να βλάψω κάτι, σε οποιοδήποτε επίπεδο, τότε να αποτύχω.»

Υπήρχαν θηλυκά και αρσενικά ποντίκια. Ο επιστήμονας έκανε από μια ένεση σε κάθε ζώο.

 

10.

Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είδε ποντίκια με φτερά.

Και ήταν ένα κρύο χειμωνιάτικο ξημέρωμα όταν το νέο είδος χαιρέτησε τη Γη.

Μέσα στις γυάλες τους τα νεογέννητα θήλαζαν ήσυχα.

Έξω από το εργαστήριο ο κόσμος πήγαινε και ερχότανε.

Ο άνθρωπος κοιτούσε.

 

27.

«Ως τώρα κάναμε πολέμους και ο κάθε πόλεμος ήταν σκληρότερος από τον προηγούμενο.

Και δημιουργήσαμε κοινωνίες με σκοπό να εργαστούμε συλλογικά σε αυτές για την ανάπτυξη και το κοινό καλό, όμως όλες έσβησαν με τρόπο άσχημο.»

 

11.

Λίγες μέρες μετά, οι μητέρες ποντίκια σταμάτησαν να θηλάζουν. Όταν τα μωρά τις πλησίαζαν, τα δάγκωναν.

Ο άνθρωπος τα τάισε με σταγονόμετρο.


28.

«Και αποδώσαμε τους πολέμους και τις αποτυχίες μας στην αναγκαιότητα, στις ορμές μας, στην απληστία μας, σε νόμους φυσικούς και υπερφυσικούς, στον αποχαιρετισμό μας στη φύση, στον υπερπληθυσμό και σε άλλα.

Και καμία παιδεία, καμία θρησκεία ή φιλοσοφία, κανένα επιστημονικό πρόγραμμα δεν μπόρεσε να νικήσει τα πάθη μας.

Απέναντι στην Τρέλα, απέναντι σε νομοθέτες και πεπρωμένα που δεν γνωρίζουμε, αποδειχτήκαμε ανίσχυροι.»

 

12.

Τα φτερωτά ποντίκια έζησαν και μπόρεσαν να πετάξουν.

Όταν μεγάλωσαν, ζευγάρωσαν μεταξύ τους.

Η δεύτερη γενιά έγινε δεκτή από τους γονείς της. Όλες οι μητέρες θήλασαν τα παιδιά τους.

 

29.

«Εγώ όμως θαρρώ ότι αποτύχαμε, επειδή ποτέ δεν προσπαθήσαμε όλοι μαζί για κάτι, σαν σύνολο. Η κάθε ομάδα, πάντα, μαχόταν την άλλη, θεωρώντας το σύστημά της καλύτερο και ο κόσμος περιστρεφόταν γύρω από το ίδιο πάντοτε κέντρο.

Αλλά αν η πρότασή μου γίνει δεκτή πιστεύω ότι η Ανθρωπότητα θα δράσει σαν σύνολο, αφού ολόκληρη θα βρεθεί αντιμέτωπη με το ίδιο γεγονός, που ξεπερνάει σε μέγεθος κάθε άλλο πρόβλημα και διαφορά.»


13.

Το πείραμα πέτυχε.

Ο επιστήμονας σκεφτόταν. Ένιωθε σαν Θεός και σαν Διάβολος μαζί. Κατάλαβε ότι ο Άνθρωπος, εδώ και αιώνες, πλησίαζε με άλματα τις δύο αυτές θέσεις.

Αποφάσισε να συνεχίσει.

 

30.

«Το νέο πλάσμα θα έχει δικούς του τους ουρανούς και τη γη και ίσως πετώντας αγαπήσει πάλι τη φύση.

Οι συνήθειες και ο πολιτισμός θα αλλάξουν, οι πόλεις και τα αντικείμενα θα φτιαχτούν από την αρχή, για να εξυπηρετούν νέους σκοπούς.

Η μεταβατική εποχή θα κρατήσει λίγες γενιές και μέσα της ίσως πυργωθεί μία χρυσή κοινωνία.

Μα και αν ακόμα τίποτε από αυτά δεν γίνει και αν ακόμα κληρονομήσουμε στο νέο είδος την Τρέλα, δεν θα έχει αλλάξει, παρά για ένα ζευγάρι φτερά και νομίζω ότι οι απόγονοί μας θα μας ευγνωμονούν γι’ αυτό, όπως και εμείς θα ευγνωμονούσαμε κάποιους προγόνους αν με παρόμοιο τρόπο μας είχαν χαρίσει τα πόδια.»

 

14.

Ήταν κάποτε ένας νέος άντρας.

Ο νέος άντρας ήταν μαθητής.

Ο δάσκαλός του είχε μια παράξενη ιδέα. Ήταν μία ρομαντική και τρομακτική ιδέα. Ήθελε στις πλάτες των ανθρώπων να φυτέψει φτερούγες.

Ο Δάσκαλος ζήτησε τη βοήθεια του Μαθητή του. Ο Μαθητής σκέφτηκε πολύ. Μια μέρα στάθηκε όρθιος με τα χέρια ανοιχτά και ψιθύρισε:

«Σ’ αυτή τη γη, σ’ αυτό το χώμα που πατάω, με φέρανε μόνο για να ζήσω και να πεθάνω, για να υπάρξω και μετά να ξεχαστώ. Σ’ αυτή τη γη έχω έρθει μόνο για να κάνω Τίποτα.

Με όσο δικαίωμα μου δίνουν το μυαλό μου και οι αισθήσεις μου, αποφασίζω είτε για καλό είτε για κακό, να προσπαθήσω να αλλάξω τον Άνθρωπο, επειδή πρέπει να κάνω Κάτι.

Κάθε νόηση που υπάρχει και με παρακολουθεί είτε για καλό είτε για κακό, ας προσπαθήσει να με καταστρέψει αν εκείνη το κρίνει σωστό.»

Ο νέος άντρας έγινε βοηθός του Δασκάλου.

 

31.

«Αλλά θέλω τώρα να σας μιλήσω για τον τρόπο της Αλλαγής.

Έχουμε μάθει να φτιάχνουμε ιούς που τους φορτώνουμε με γονίδια και τους λέμε ελεγχόμενους επειδή δεν μεταδίδονται, αλλά μόνο εμφυτεύονται και εισχωρούν εκλεκτικά μόνο σε ιστούς που θέλουμε. Εκεί, σε κάθε κύτταρο, ένας μόνο από αυτούς εισβάλλει, όχι όμως για να καταστρέψει, αλλά για να προσθέσει ή να αναιρέσει γενετικό υλικό, δηλαδή χαρακτηριστικά. Και στέλνοντας τους ιούς στα γεννητικά κύτταρα δεν μεταμορφώνουμε το άτομο, αλλά προδικάζουμε τη μεταμόρφωση στα παιδιά του.

Όταν άρχιζα την έρευνα ήξερα ότι άλλοι θα ήθελαν την Αλλαγή και άλλοι όχι.

Όμως αν το είδος μας χωριζόταν, φοβόμουν ότι οι δύο φυλές θα βρίσκονταν σε ένα διαρκή πόλεμο. Γι αυτό θα έπρεπε ή όλοι να μεταμορφωθούμε ή κανένας. Αλλά κανένα δεν θα μπορούσαμε να υποχρεώσουμε να μεταμορφωθεί αν δεν το ήθελε. Ίσως όμως επιτρεπόταν να το απαιτήσουμε αυτό για τα παιδιά του – αφού θα αποτελούσαν άτομα του μελλοντικού κόσμου.

Μα ακόμα κι αν όλοι θέλαμε να αλλάξουμε, ίσως να χρειαζόταν να τυλιχτούμε σε κουκούλια και εκεί να ξαναϋφανθούμε, όπως οι κάμπιες κάνουν, για να γίνουν ώριμα έντομα. Όμως αυτό είναι ακόμα ανέφικτο.

Για όλα αυτά μελέτησα το δεύτερο τρόπο και λέω ότι αν αποφασίσουμε υπέρ της Αλλαγής, αυτή θα πρέπει να αρχίσει από τα παιδιά μας.»

 

15.

Ο Δάσκαλος και ο Μαθητής δούλεψαν χρόνια.

Έξω από το εργαστήριο πέρασαν χειμώνες και καλοκαίρια, φύλλα κιτρίνισαν και λουλούδια άνθισαν.

Μελέτησαν επί ώρες το σώμα και τον εγκέφαλο του Ανθρώπου. Προσπάθησαν να προβλέψουν τις αντιδράσεις στην κάθε αλλαγή που θα επέφεραν.

Έφτιαξαν και μετάλλαξαν χιλιάδες καλλιέργειες από ιστούς και κύτταρα.

Και μια μέρα τελείωσαν.


32.

«Και επειδή τα παιδιά που γεννιούνται με μορφή διαφορετική από αυτήν του είδους τους, συχνά θεωρούνται ξένα και αποδιώχνονται, μοιράσαμε με το Μαθητή μου τη μεταμόρφωση σε πέντε γενιές. Ελπίζουμε έτσι, η κάθε γενιά να προσαρμοστεί ομαλά με την προηγούμενη και να δεχτεί ομαλά την επόμενη. Το τίμημα γι’ αυτό θα είναι η στειρότητα μεταξύ των πέντε γενεών.»

 

33.

«Αλλά ας σας δείξω τώρα τη μορφή του νέου πλάσματος.»

 

34.

Ο Δάσκαλος σώπασε και μαζί του η αίθουσα και πιο έξω ο κόσμος όλος. Ο Μαθητής σηκώθηκε, ανέβηκε στο βάθρο και άρχισε να προβάλλει τις διαφάνειες.

 

35.

Ήταν σαν εικόνες της φύσης να μπλέχτηκαν στο κεφάλι ενός παράφρονα σχεδιαστή.

Το σώμα ήταν μικρό και θύμιζε αόριστα ανάποδο αχλάδι. Τα άκρα ήταν λεπτά, τα πόδια είχαν κοντύνει και κατέληγαν σε χούφτες. Στο κεφάλι ο λαιμός είχε μακρύνει και διπλώσει και τα μάτια ήταν λοξά βαλμένα.

Οι φτερούγες ήταν τεράστιες.

Απλώνονταν σαν δύο μεγάλα τρίγωνα και από τις ακμές τους συνέχιζαν δύο μακριά παραλληλόγραμμα και έπειτα σε γωνία άλλα δύο. Και ήταν οι κορυφές των τριγώνων και τα παραλληλόγραμμα σκεπασμένα με πούπουλα και πιο κάτω οι φτερούγες γυμνές και το υπόλοιπο σώμα καλυμμένο με γούνα. Και βέβαια υπήρχε η ουρά. Μια ουρά μεγάλη, χοντρή και φουντωτή σαν σκίουρου.

Ο κόσμος έμενε ακίνητος.

Ο Δάσκαλος συνέχισε:

 

36.

«Σχεδιάσαμε από την αρχή τον Άνθρωπο. Αφαιρέσαμε πολλά και προσθέσαμε περισσότερα. Η μορφή που καταλήξαμε ήταν η πλέον κοντινή στο είδος μας.

Το μέσο ύψος θα κυμαίνεται από 1,10 έως 1,20 μέτρα, το μέσο βάρος από 37 έως 42 κιλά και το πλήρες άνοιγμα των φτερούγων θα ξεπερνάει τα 5,50 μέτρα. Μέσα στο σώμα ανοίξαμε χώρο για τους αερόσακους, προσθέσαμε μία δεύτερη καρδιά και στον εγκέφαλο, νεύρα για να μπορεί να συντονίζει τα έξι άκρα.

Το πλάσμα δεν θα μπορεί να πετάει γρήγορα, ούτε για πολύ· όμως θα μπορεί να πετάει.

Και επειδή δεν θα είναι πια άνθρωπος ούτε αληθινό πουλί ούτε πραγματικό θηλαστικό, αλλά θα είναι έμφρον, το ονομάσαμε Fictum sapiens


16.

Ήταν κάποτε ένας άντρας.

Ο άντρας ήταν επιστήμονας.

Ο άντρας, ο επιστήμονας είχε μόλις τελειώσει μία έρευνα. Η έρευνα πέτυχε.

«Θεέ μου.

Χρόνια, χρόνια πολλά τώρα, τα περισσότερα που δικαιούμαι στη Γη, αγωνίστηκα για να μπορέσει ο Άνθρωπος να πετάξει. Ήθελα να αποκτήσω εγώ φτερά, μα πάντα θεωρούσα ότι έπρεπε να δείξω το δρόμο και στον κόσμο μου. Είχα να διαλέξω ανάμεσα στους δρόμους του ατόμου και του συνόλου. Διάλεξα το δεύτερο, γιατί ήταν ο πιο εύκολος, γιατί ήταν αυτός που θα προκαλούσε το λιγότερο πόνο.

Έγινα επίορκος και απέκλεισα τον τρόπο να γίνω ο ίδιος πουλί, απέκλεισα τον τρόπο να μπορεί ο καθένας αν θέλει, να γίνει πουλί. Τώρα, μονάχα αν όλοι το θελήσουνε, θα μπορέσουμε να κάνουμε τα παιδιά μας πουλιά.»

 

37.

«Όμως ρωτάτε αν έχουμε το δικαίωμα να αλλάξουμε τη μορφή των απογόνων μας.

Ως προς αυτούς, πιστεύω πως ναι· εφόσον η νέα μορφή θα είναι ανώτερη από τη δική μας.

Και πάλι: έχουμε δικαίωμα να αλλάξουμε τη μορφή του είδους μας;

Ξανά πιστεύω πως ναι. Ό,τι δυνάμεις δίνονται στα χέρια μας, έχουμε χρέος να τις χρησιμοποιούμε για να εξελισσόμαστε. Αυτό το προστάζει το Σύμπαν.

Αν ο Άνθρωπος υπάρχει λόγω της εξέλιξης, ξέρουμε ότι πλέον δεν τον κυβερνά η φυσική επιλογή. Υπάρχει μόνο η επιλογή που ασκούν οι κοινωνίες και ο πολιτισμός, όμως αυτή είναι τυφλή. Η εξέλιξή μας είναι πλέον δική μας ευθύνη, πρέπει εμείς να ασχοληθούμε μ’ αυτήν.»

 

17.

«Θεέ μου, νιώθω πολύ κουρασμένος για να βαδίσω απ’ την αρχή στον πρώτο δρόμο.

Μα κι αν το κατόρθωνα, ομολογώ, δεν έχω πια το κουράγιο να μεταμορφωθώ. Και δεν νιώθω πως έχω δικαίωμα να μεταμορφώνω ότι έχει γεννηθεί και ακόμα δεν ξέρω αν έχω το δικαίωμα να μεταμορφώσω ότι πρόκειται να γεννηθεί.»

 

38.

«Και αν ο Άνθρωπος υπάρχει, επειδή ένας Δημιουργός τον έπλασε, πιστεύουμε ότι του έδωσε αρκετές δυνάμεις, ώστε να μπορέσει να εξελιχθεί. Και τον πρόσταξε να το κάνει.

Αυτό το διδάσκουν οι περισσότερες θρησκείες.»

 

18.

«Αν η ανθρωπότητα δεχτεί, ίσως μόλις προλάβω να δω τον πρώτο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον Άνθρωπο το σοφό και στο Πλάσμα το σοφό, στα πρόσωπα της επόμενης γενιάς.

Οι Κριτές θα με κατηγορήσουν ότι απομάκρυνα τις συνέπειες των πράξεων μου απ’ τη ζωή μου. Θα έχουν δίκιο. Ίσως είμαι φυγόδικος, ίσως είμαι δειλός, όμως με όση αυτογνωσία έχω, λέω ότι κρατώ τη συνείδησή μου καθαρή, αν και γεμάτη από αμφιβολίες. Και λέω ότι οι αμφιβολίες μου δεν είναι γέννημα πανικού ή τύφλωσης, αλλά γέννημα της αδυναμίας μου να αποφασίσω για ολόκληρο τον κόσμο.»

 

39.

«Αλλά μήπως αυτό αφορά μόνο την εξέλιξη του πνεύματος:

Είτε ναι, είτε όχι, αν ο κόσμος που φτιάξαμε αποτελεί μέτρο του πνεύματός μας, πιστεύω ότι έχουμε αποτύχει. Άρα είμαστε υποχρεωμένοι να δοκιμάσουμε κάτι άλλο. Ειδάλλως προβλέπω ότι σύντομα θα πάψουμε να υπάρχουμε και μαζί με μας πολλά ακόμα ή με τα σημερινά κριτήρια δεν θα αξίζει πλέον να υπάρχουμε.

Άλλωστε πιστεύω ότι η φροντίδα του σώματος είναι εξ ίσου σημαντική με αυτήν του πνεύματος· όσο τουλάχιστον το πνεύμα χρειάζεται τις εμπειρίες του σώματος για να αναπτυχθεί.

Ίσως στο μέλλον οι μακρινοί μας απόγονοι, καταργήσουν το σώμα και πιο μετά τον εγκέφαλο, δίνοντας στην Αίσθηση και στη Νόηση δυνατότητες που τώρα δεν φανταζόμαστε.

Όμως για την ώρα η αλλαγή που σας προτείνω, είναι αρκετή.»

 

19.

«Και θα έχω πάντα αυτές τις αμφιβολίες είτε η απάντηση είναι «Ναι» είτε «Όχι», μέχρι να πεθάνω.

Όμως, έχω αποφασίσει να αγωνιστώ για το «Ναι», επειδή αυτό θεωρώ σωστό.

Θεέ μου, αν θέλεις, βοήθησέ με.»

Ο Άντρας ζήτησε να μιλήσει μπροστά στην παγκόσμια βουλή.

 

40.

«Και βέβαια πολλές παρόμοιες αλλαγές μπορούν να σχεδιαστούν. Και ίσως τρομάξετε και πείτε ότι αυτό που κάποτε ήταν ο Άνθρωπος, μπορεί να καταλήξει σε ένα κακομαθημένο παιδί, που θα παίζει ανόητα με τον εαυτό του.

Ίσως γίνει έτσι. Ίσως σε κάθε νέο πλανήτη, που το Παιδί θα φτάνει, να παίρνει την καταλληλότερη μορφή για την επιβίωση. Μερικές μορφές θα είναι καταστροφικές. Μερικές θα λάμψουν. Πάντα έτσι γινόταν.

Εμείς εδώ, τώρα, οφείλουμε να αρχίσουμε. Ίσως εμείς εδώ, τώρα, αποτύχουμε. Οφείλουμε να δοκιμάσουμε.»

 

20.

Η μεγάλη αίθουσα ήταν γεμάτη.

Είχαν πάει αρχηγοί εθνών και θρησκειών, φιλόσοφοι και επιστήμονες, δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες. Είχαν συγκεντρωθεί ιδεαλιστές και σκεπτικιστές, συντηρητικοί και επαναστάτες.

Και ήταν αυτός και κοντά του ο Μαθητής, δύο άνθρωποι απέναντι στην ανθρωπότητα.

Ανέπνευσε βαθιά. Άρχισε να μιλάει.

 

41.

«Ας κάνουμε λοιπόν ένα παγκόσμιο δημοψήφισμα για το «Ναι» ή το «Όχι». Και μέχρι να παρθεί η απόφαση, παρακαλώ ας σεβαστούμε το μεγαλείο τού να αποφασίζουμε.

Ξέρω ότι μετά, αν η απάντηση είναι καταφατική, καμία συμπεριφορά δεν θα μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί αδικαιολόγητη. Ένστικτα πιο δυνατά από τη λογική θα οδηγούνε τότε τις πράξεις μας. Αυτό θα πρέπει να το υποστούμε.

Εγώ, τώρα, σας χαιρετώ και εύχομαι ό,τι και αν γίνει, να φέρει το καλό, ώστε κάποτε, κάποιοι να μπορέσουν να πουν ότι έγινε το καλύτερο.

Ευχαριστώ.»

 

42.

Είχε μπει στην αίθουσα, μεγάλος, γκριζομάλλης άντρας. Βγήκε σε λίγες ώρες, έχοντας γεράσει, με μαλλιά άσπρα, μα με κορμί στητό και βλέμμα που κοίταζε ψηλά.

 

43.

Πέρασε ένας χρόνος. Οι Ερευνητές έλεγχαν τη μελέτη του Επιστήμονα. Είπαν ότι δεν μπορούσαν να βρούνε λάθος, αλλά ούτε μπορούσαν να εγγυηθούν για το σωστό.

Πέρασε ένας ακόμα χρόνος έως ότου οι οδηγοί των λαών δεχτούνε ότι ψηφοφορία έπρεπε να γίνει

Και πέρασε ένας τρίτος χρόνος μέχρι η ψηφοφορία να οργανωθεί. Και αποφασίστηκε ότι ο Άνθρωπος θ’ άλλαζε, αν τα δύο τρίτα των ανθρώπων ψήφιζαν «Ναι».

 

44.

«Πρόεδρε», ρώτησε ο Δάσκαλος, «θα υποστηρίξεις την πρότασή μου;»

«Όχι», απάντησε ο Πρόεδρος.

«Γιατί;»

«Επειδή η πρότασή σου πραγματοποιεί το μεγαλύτερό μου όνειρο. Αν αυτό γίνει, δεν θα έχω πια τι να ονειρεύομαι. Και τότε θα πεθάνω.

Το ίδιο φοβάμαι, θα συμβεί στον Άνθρωπο.»


45.

«Και εσύ, μεγάλε μου φίλε;», ρώτησε ο Άνθρωπος το πλατάνι, στο όνειρό του.

Εκείνο άργησε να απαντήσει. Τέλος, άπλωσε τη μεγάλη, πράσινη παλάμη του στο στήθος του Ανθρώπου.

«Τα φτερά σου είναι εδώ», είπε. «Αν αγαπάς, κάποτε θα βρεις τη γαλήνη και τότε θα πετάξεις, είτε έχεις φτερά είτε όχι.

Αν δεν αγαπάς κι ας έχεις φτερά, τότε, ποτέ δεν θα πετάξεις σωστά.»

 

46.

Η Πρόταση.

Ήταν τόσο σημαντική που πολέμησε μόνη της· τίποτα δεν μπόρεσε να τη σταματήσει. Η ψηφοφορία αποφασίστηκε. Και μέχρι αυτό να γίνει παγκόσμια δεκτό, εκβιάστηκαν κράτη και έπεσαν κυβερνήσεις και ξύπνησαν επαναστάσεις κι έγιναν πόλεμοι.

Για τρία χρόνια οι άνθρωποι ξανάζησαν το Μεσαίωνα. Μεσσίες φανερώθηκαν και θρησκείες γεννήθηκαν, σωτήρες πρόβλεψαν το τέλος του κόσμου και οραματιστές υποσχέθηκαν το μέλλον του. Θρύλοι και προφητείες είδαν το φως, μάγοι διαλάλησαν δυνάμεις που δεν είχαν και λαοπλάνοι χρίστηκαν εξορκιστές της κατάρας που ερχόταν.

Και σε τρία χρόνια η ανθρωπότητα γέρασε, όσο δεν είχε γεράσει σε τρεις χιλιετηρίδες. Και αίμα χύθηκε στους δρόμους και στα μάτια των ανθρώπων ο τρόμος έφεγγε. Και οι καρδιές κτυπούσαν βαριά, γιατί υποστηρικτές και κατήγοροι ήξεραν ότι αν η Πρόταση γινόταν δεκτή, για τον Άνθρωπο θα σήμαινε το τέλος.


47.

 «Ξέρεις το αποτέλεσμα, Δάσκαλε;», ρώτησε ο Μαθητής για το δημοψήφισμα, πριν αυτό αρχίσει

«Και βέβαια το ξέρω... Εσύ;»

«Δεν θέλω να το ξέρω. Θέλω να ελπίζω.»

 

48.

Οι κάλπες στάλθηκαν στα πέρατα του κόσμου.

Και ο λαός της Γης, δέκα μέρες πριν την Ημέρα, έμεινε άγρυπνος.

Η ψηφοφορία κράτησε τρία μερόνυχτα. Στίφη ανθρώπων παρέλασαν μπροστά από τα ξύλινα κουτιά και δισεκατομμύρια χέρια έριξαν δισεκατομμύρια χαρτάκια στην πρώτη πανανθρώπινη απόφαση για το μέλλον.

 

49.

Στη μεγάλη αίθουσα κάθονταν πάλι οι άρχοντες του κόσμου. Και ήταν παρόντες ο Δάσκαλος με το Μαθητή. Οι δυο τους δεν είχανε ψηφίσει.

Η καταμέτρηση κράτησε τέσσερις ημέρες και έπειτα το αποτέλεσμα χαράχτηκε σε πέτρα και έγινε μνημείο.

Έλαβαν:

                 «ΟΧΙ» :             λίγα δισεκατομμύρια ψήφους

           «ΛΕΥΚΟ» :             λίγες χιλιάδες ψήφους

                 «ΝΑΙ» :             ψήφο μία

Ψήφο μία.

 

50.

Ένα παιδί, που έγινε νέος και άντρας και γέρος, μίλησε για τελευταία φορά στον Κόσμο.

«Ευχαριστώ όσους ψήφισαν «Όχι», γιατί έδειξαν ότι ο Άνθρωπος ανήκει στη Φύση, αφού η Φύση επιβάλλει στα είδη της να θέλουν να ζήσουν.

Ευχαριστώ όσους έριξαν λευκό, γιατί απέδειξαν ότι ο Άνθρωπος έχει αμφιβολίες και κατέκτησε την Αναζήτηση, έστω και αν δεν βρίσκει πάντοτε απαντήσεις. Γι’ αυτό ο Άνθρωπος ανήκει στον εαυτό του.

Ευχαριστώ αυτόν που ψήφισε «Ναι», γιατί έδειξε ότι ο Άνθρωπος θέλει να εξελίσσεται και ίσως βρει τη δύναμη να το κάνει· γι’ αυτό ο Άνθρωπος ανήκει στο Θεό.

Ευχαριστώ τη Φύση, τον Άνθρωπο και το Θεό, που μου επέτρεψαν να φτάσω στο τέρμα. Είθε η ανθρωπότητα να βρει την ευτυχία.

Αντίο.»

 

51.

Έξω στο δρόμο οι άνθρωποι έβγαιναν ένας-ένας, όπως μετά από βροχή.

Μια σκυφτή, κουρασμένη φιγούρα περπάταγε αργά. Κανείς δεν θα μπορούσε να την αναγνωρίσει. Ο Γέρος που ήταν πια και σοφός, κοίταζε τον ουρανό, γαλήνιος. Στα λίγα χρόνια που του έμεναν, θα μπορούσε να ζήσει ευτυχισμένος.

 

52.

«Πουλιά, πετούμενα της Γης, ταξιδευτές του αέρα, όταν αποφάσισα να στείλω τον Άνθρωπο κοντά σας δεν σας ρώτησα. Δεν ζήτησα την άδεια από κανένα σας για να μολύνω τον αέρα με τα βαριά τριχωτά κορμιά μας. Δεν παρακάλεσα κανένα σας να μας δεχτεί στο σπίτι του, δεν σας εξήγησα καν τι προσπαθούσα να κάνω.

Ω, πόσο ταπεινά και ανεπανόρθωτα ζητάω τώρα συγνώμη και έλεος και συμπάθεια.

Δεν ήθελα να κατεβάσω εσάς στα μέτρα μου, αλλά να σηκώσω τον Άνθρωπο στα ύψη σας.

Και πιστέψτε με, πιστέψτε με, αν κάτι αγαπώ και θαυμάζω στην υπέροχη και απόλυτη μοναδικότητά του είστε εσείς.»

 

53.

Η ανθρωπότητα παρέμενε ακόμα βουβή.

Της είχαν δείξει πως δεν ήταν αθάνατη και αναλογιζόταν τις ευθύνες που απέρρεαν από αυτό.

Για την ώρα βασίλευε εξάντληση. Αργά-αργά οι άνθρωποι θα συνέρχονταν και αν ήθελαν θα μεγάλωναν επίσης.


54.

Ένας νέος άντρας που τώρα ήταν και Δάσκαλος μπήκε στο εργαστήριο. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και η ανάσα του έκαιγε. Έμεινε για λίγες στιγμές ακίνητος, κοιτώντας τους πάγκους, σαν να προσευχόταν. Έπειτα χωρίς να αμφιβάλλει για καμία κίνηση, άνοιξε ένα χοντρό ημερολόγιο. Στην πρώτη κενή σελίδα έγραψε:

Άνθρωπος-Πουλί

Δρόμος 1ος

Ερευνά για τον ιό «0».

 

55.

Μια μέρα, την ημέρα που οι άνθρωποι μετά από χρόνια, ξαναπήραν βαθιές ανάσες, μία φωνή, βουβά, φώναξε:

«Εγώ θα πετάξω.

Το υπόσχομαι.

ΕΓΩ θα πετάξω.».