Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Πατέρας τῆς Θ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

(Μπορείτε να κατεβάσετε το κείμενο στην έντυπη μορφή του σε αρχείο pdf από τα συνημμένα στο κάτω μέρος της σελίδας)









































































Σε­βα­στοί πα­τέ­ρες, ἀ­γα­πη­τοί ἀ­δελ­φοί! Ἡ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ συμ­πί­πτει μέ τήν 14η Νο­εμ­βρί­ου. Ἡ Σύ­νο­δος ὅ­μως τοῦ 1368, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­κή­ρυ­ξε εἰς τόν κό­σμο τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, λό­γῳ τῶν θαυ­μά­των τά ὁ­ποῖ­α ἐ­ποί­ει καί ὄ­χι λό­γῳ τῆς παι­δεί­ας του, οὔ­τε λό­γῳ τῶν συγ­γραμ­μά­των του, πού εἶ­ναι τό ὑ­ψη­λό­τε­ρο στήν ἐ­πο­χή του ἐ­πί­τευγ­μα, ἀλ­λά καί στήν κο­ρυ­φή συγ­χρό­νως τῆς ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κῆς θε­ο­λο­γι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως, με­τέ­φε­ρε τή μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ εἰς τήν Β΄ Κυ­ρια­κή τῶν Νη­στει­ῶν. Εἶ­ναι μί­α πρά­ξις συμ­βο­λι­κή καί ἀ­πο­φα­σι­στι­κή, δι­ό­τι ἡ ση­με­ρι­νή ἡ­μέ­ρα τι­μᾶ­ται ἀ­πό τούς Ὀρ­θο­δό­ξους ὅ­λου τοῦ κό­σμου ὡς ἐ­πέ­κτα­ση καί προ­έ­κτα­ση τῆς Κυ­ρι­α­κῆς τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Εἶ­ναι συ­νέ­χει­α τῆς νί­κης τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς σώ­μα­τος Χρι­στοῦ καί ἐν Χρι­στῷ κοι­νω­νί­ας ἐ­ναν­τί­ον τῆς πλά­νης. Δέν εἶ­ναι νί­κη προ­σώ­πων ἐ­ναν­τί­ον ἄλ­λων προ­σώ­πων, δέν εἶ­ναι νί­κη πα­ρα­τά­ξε­ων ἐ­ναν­τί­ον ἄλ­λης πα­ρα­τά­ξε­ως ἤ ἄλ­λων πα­ρα­τά­ξε­ων, ἀλ­λά εἶ­ναι ἡ νί­κη τῆς Πί­στε­ως. Ὁ θρί­αμ­βος τῆς Πί­στε­ως ὡς τρό­που σκέ­ψε­ως, ὡς τρό­που ζω­ῆς καί ἐμ­πει­ρί­ας ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς, πού μπο­ρεῖ νά ὁ­δη­γή­σει τόν ἄν­θρω­πο εἰς τήν θέ­ω­ση. Εἶ­ναι νί­κη δη­λα­δή τῆς σω­τη­ρί­ας, τήν ὁ­ποί­α εἰ­σή­γα­γε στήν ἱ­στο­ρί­α ὁ Κύ­ρι­ος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ἄ­σαρ­κος εἰς τήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη καί ἔν­σαρ­κος εἰς τήν Και­νή Δι­α­θή­κη. 
Γι­ά νά κα­τα­νο­ή­σου­με τή ση­μα­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, τόν ὁ­ποῖ­ο εἰς τόν τί­τλο τῆς ἀ­πο­ψι­νῆς ὁ­μι­λί­ας ὀ­νο­μά­ζου­με Πα­τέ­ρα τῆς 9ης Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, θά ἤ­θε­λα νά ὁ­ρι­ο­θε­τή­σου­με τά συ­στα­τι­κά τοῦ τί­τλου αὐ­τοῦ.

Ἡ Προσωπικοτητα τ­οῦ Ἁγιου

Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος γεν­νή­θη­κε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τό 1296 καί σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α, κυ­ρί­ως ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή, σέ τέ­τοι­ο βαθ­μό, ὥ­στε ὅ­ταν ἔ­δι­νε δε­κα­ε­ξα­ε­τής τίς ἐ­ξε­τά­σεις του εἰς τό Πα­νε­πι­στή­μι­ο τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ὁ με­γά­λος λό­γι­ος ὁ Θε­ό­δω­ρος Με­το­χί­της ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος νά τοῦ πεῖ: «Παι­δί μου, οὔ­τε ὁ ἴ­δι­ος ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης θά μπο­ροῦ­σε νά ἐκ­φρα­στεῖ κα­τά κα­λύ­τε­ρο τρό­πο».
Θε­ο­λο­γί­α ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἐ­σπού­δα­σε εἰς τήν Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας. Δέν ἦ­ταν κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα κρα­τι­κό, δι­ό­τι ἡ Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή εἶ­ναι τό μο­να­στή­ρι, εἶ­ναι τό (κοι­νο­βι­α­κό) μο­να­στή­ρι. Μέ­σα στό μο­να­στή­ρι ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἔ­γι­νε Θε­ο­λό­γος. Μέ­σα ἀ­πό τήν ἄ­σκη­ση καί τήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Εἰς τό Πα­πί­κι­ον Ὄ­ρος, μεταξύ Μακεδονίας καί Θράκης, στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος καί στήν Βέ­ροι­α, μέ τή αὐ­στη­ρο­τά­τη ἄ­σκη­σή του. Πέν­τε ἡ­μέ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δος ἦ­ταν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος εἰς τήν ἀ­να­χω­ρη­τι­κή ἄ­σκη­ση, τήν βα­ρει­ά ἄ­σκη­σή του, καί δύ­ο ἡ­μέ­ρες κα­τέ­βαι­νε γι­ά νά συ­ζη­τή­σει μέ τό μο­να­στι­κό σῶ­μα τά προ­βλή­μα­τα, νά με­τά­σχει δη­λα­δή στήν κοι­νω­νι­κή ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι ζω­ή τῶν συμ­μο­να­στῶν του.
Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἀ­να­δεί­χθη­κε σέ μέ­γα Θε­ο­λό­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δι­ό­τι εἶ­χε τίς κα­τάλ­λη­λες προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Ἦ­ταν ὁ Θε­ο­λό­γος τῆς ἀ­σκή­σε­ως, τῆς με­τα­νοί­ας, καί ὄ­χι ὁ Θε­ο­λό­γος τῶν πτυ­χί­ων καί τῶν πα­νε­πι­στη­μι­α­κῶν τί­τλων. Ἐ­πι­τρέψ­τε μου νά τό πῶ. Μέ ἀ­ξί­ω­σε ὁ Θε­ός, τό λέ­γω γι­α­τί τώ­ρα βρί­σκο­μαι στό τε­λευ­ταῖ­ο στά­δι­ο τῆς ζω­ῆς μου, δέν ξέ­ρω πό­σο ὁ Θε­ός θά μ’ ἀ­φή­σει στόν κό­σμο, ἀγ­γί­ζω τά ἑ­βδο­μήν­τα. Λέ­γω συ­νή­θως, ὅ­σα πτυ­χί­α καί νά ἔ­χου­με δέν μᾶς κα­τα­ξι­ώ­νουν ὡς Θε­ο­λό­γους. Μέ τή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ἔ­χω πέν­τε πα­νε­πι­στη­μι­α­κά δι­πλώ­μα­τα, τρία πτυχία καί δύ­ο «Ντο­κτο­ρά», δι­δα­κτο­ρι­κούς τί­τλους, δι­δα­κτο­ρι­κό Θε­ο­λο­γί­ας καί Φιλοσοφίας - Ἱ­στο­ρί­ας, αὐτά σέ ξέ­νο Πα­νε­πι­στή­μι­ο. Γι­α­τί τά εἶ­πα αὐ­τά; Γι­ά νά ἐ­πα­να­λά­βω αὐ­τό πού ἀ­ρέ­σκο­μαι νά λέ­γω συ­νή­θως, ὅ­τι ὅ­λα αὐ­τά, οἱ τί­τλοι καί τά πτυ­χί­α εἶ­ναι μη­δέν καί κά­τω τοῦ μη­δε­νός, μη­δέν καί κά­τω τοῦ μη­δε­νός, ἕ­να τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ­νο, τό ὁ­ποῖ­ο χρει­ά­ζο­μαι καί μά­λι­στα ὡς Κλη­ρι­κός, εἶ­ναι μι­ά ἀχ­τί­δα τῆς Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ. Λί­γη Χά­ρη Θε­οῦ χρει­ά­ζο­μαι, γι­ά νά ἀν­τα­πο­κρι­θῶ εἰς τίς ἀ­παι­τή­σεις τοῦ δι­α­κο­νή­μα­τος καί λει­τουρ­γή­μα­τός μου, καί σ’ αὐ­τό πι­στεύ­ω ὅ­τι θά συμ­φω­νοῦν ὅ­λοι οἱ σε­βα­στοί συ­νά­δελ­φοι ἐν Χρι­στῷ, πού εἶ­ναι στό Ἅ­γι­ον Βῆ­μα.
Ἔ­γι­νε, λοι­πόν, μ’ αὐ­τήν τήν Θε­ο­λο­γί­α συ­νε­χι­στής τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, ὡς Θε­ο­λό­γος κα­τε­ξο­χήν τῆς πα­ρα­δό­σε­ως. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς ἐν­τά­χθη­κε σέ μι­ά σκυ­τα­λο­δρο­μί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἡ ὁ­ποί­α ἀρ­χί­ζει μέ τούς Ἀ­πο­στό­λους, τούς Ἀ­πο­στο­λι­κούς Πα­τέ­ρες, μέ πρῶ­τον τόν Ἅ­γι­ο Ἰ­γνά­τι­ο Ἀν­τι­ο­χεί­ας, συ­νε­χί­ζε­ται μέ τόν Ἅ­γι­ο Εἰ­ρη­ναῖ­ο, μέ τόν Ἅ­γι­ο Κυ­πρι­α­νό, φθά­νει στό Μέ­γα Ἀ­θα­νά­σι­ο, τούς Καπ­πα­δό­κες Πα­τέ­ρες, τούς Κυ­ρίλ­λους, τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων καί τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, καί συ­νε­χί­ζε­ται αὐ­τή ἡ σκυ­τα­λο­δρο­μί­α μέ τόν Μά­ξι­μο τόν Ὁ­μο­λο­γη­τή, τόν Μέ­γα Φώ­τι­ο τόν 9ο αἰ­ῶ­να, γι­ά νά κο­ρυ­φω­θεῖ τόν 14ο αἰ­ῶ­να στόν Ἅ­γι­ο Γρη­γό­ρι­ο τόν Πα­λα­μᾶ καί ἐν συ­νε­χεί­ᾳ στούς ἁ­γί­ους Κολ­λυ­βά­δες Πα­τέ­ρες, τούς ἡ­συ­χα­στές τοῦ 18ου αἰ­ώ­να.
Ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά, Φώ­τι­ος, Γρη­γό­ρι­ος Πα­λα­μᾶς καί Μάρ­κος Εὐ­γε­νι­κός εἶ­ναι στήν εὐ­θεί­α γραμ­μή τῆς πα­ρα­δό­σε­ως, ἡ ὁ­ποί­α προ­έ­βα­λε τούς ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες, τήν σκέ­ψη τους καί τήν βι­οτή τους ἀ­πέ­ναν­τι στήν ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη καί δι­ε­στραμ­μέ­νη Δυ­τι­κή Χρι­στι­α­νο­σύ­νη. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς -ὁ Θε­ός τό ἐ­πέ­τρε­ψε, γι­ά νά τόν δυ­να­μώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο- ἔ­γι­νε καί ὁ­μο­λο­γη­τής τῆς πί­στε­ως. Κα­τη­γο­ρή­θη­κε ὡς και­νο­τό­μος καί μά­λι­στα ὡς αἱ­ρε­τι­κός. Αὐ­τή ἤ­τα­νε ἡ κρί­ση τοῦ 14ου αἰ­ῶ­νος. 
Με­τά τήν Πεν­θέ­κτη Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο (691/2) ἔ­χου­με τέ­τοι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα μέ­σα στή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­πό τά τέ­λη τοῦ 7ου αἰ­ῶ­νος καί ἑ­ξῆς. Οἱ Ἅ­γι­οι νά θε­ω­ροῦν­ται ὡς και­νο­τό­μοι, οἱ Ἅ­γι­οι νά θε­ω­ροῦν­ται ὡς αἱ­ρε­τι­κοί, δι­ό­τι δέν συμ­φω­νοῦ­σαν μέ μι­ά πο­λι­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε δι­α­δο­θεῖ, μέ Ἱ­ε­ράρ­χες καί Θε­ο­λό­γους, οἱ ὁ­ποῖ­οι προ­σπα­θοῦ­σαν νά τά ἔ­χουν κα­λά μέ τήν ἐ­ξου­σί­α, γι­ά νά καρ­ποῦν­ται ὀ­φέ­λη γή­ι­να καί προ­σω­ρι­νά. Τό 1343 ἐ­φυ­λα­κί­σθη ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς στή φυ­λα­κή τῶν ἀ­να­κτό­ρων καί τό 1344 κα­τα­δι­κά­σθη­κε σέ ἀ­κοι­νω­νη­σί­α! Σύ­νο­δοι εἴ­χαν κα­τα­δι­κά­σει πα­λαι­ό­τε­ρα τόν Ἱ­ε­ρό Χρυ­σό­στο­μο, (σκεφ­τεῖ­τε τόν ἱ­ε­ρό Χρυ­σό­στο­μο!) δύ­ο φο­ρές σέ ἐ­ξο­ρί­α, ὥ­στε νά πε­θά­νει στήν ἐ­ξο­ρί­α. Ἀ­νά­λο­γες Σύ­νο­δοι κα­τε­δί­κα­σαν τόν Ἅ­γι­ο Γρη­γό­ρι­ο τόν Πα­λα­μᾶ, γι­α­τί δέν ἦ­ταν πρό­θυ­μος νά ὑ­πη­ρε­τή­σει τά συμ­φέ­ρον­τα τῶν ἰ­σχυ­ρῶν τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ χώ­ρου καί τῆς πο­λι­τεί­ας. Δέν εἶ­ναι σπά­νι­ο τό φαι­νό­με­νο, ἀ­γα­πη­τοί ἀ­δελ­φοί, Σύ­νο­δοι πού θε­ω­ροῦν­ται Ὀρ­θό­δο­ξοι, νά ἀ­θω­ώ­νουν τούς ἐ­νό­χους καί νά κα­τα­δι­κά­ζουν τούς Ἁ­γί­ους. Αὐ­τό τό φαι­νό­με­νο, πού ση­μαί­νει δι­α­στρο­φή τῆς Πα­ρα­δό­σε­ως ἐκ μέ­ρους των, πού ἀποκαλύπτει τήν ἐκ­κο­σμί­κευ­ση τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ χώ­ρου, θά συ­νε­χί­ζε­ται ὅ­σο ὑ­πάρ­χει ἡ ἁ­μαρ­τί­α, καί φοβερά ἀποστασία, μέ­σα στό ρά­σο. Ἔτ­σι, λοι­πόν, -θά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε πα­ρεν­θε­τι­κά- νά προ­σθέ­σω κά­τι: Συ­νή­θως λέ­γου­ν κά­ποι­οι, καί δέν εἶ­ναι ἄ­στο­χο τό ἐ­ρώ­τη­μα, γι­α­τί δέν συμ­με­τέ­χουν καί οἱ λα­ϊ­κοί, μέ­λη καί αὐ­τοί τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, εἰς τάς Συ­νό­δους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ Ἅ­γι­οι Πα­τέ­ρες τά ἔ­χουν δι­α­τά­ξει κα­τά τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε δέν χρει­ά­ζε­ται οὔ­τε ἐ­μεῖς οἱ πρε­σβύ­τε­ροι, οὔ­τε οἱ λα­ϊ­κοί νά συμ­με­τέ­χου­με στίς Συ­νό­δους. Δι­ό­τι τό­τε θά ἀρ­χί­σει τό ἐ­ρώ­τη­μα: γι­α­τί αὐ­τός καί ὄ­χι ἐ­γώ! 
Ὁ Ἐ­πί­σκο­πος με­τέ­χει στή Σύ­νο­δο, με­τα­φέ­ρον­τας σ’ αὐ­τή­ν αὐ­τού­σι­α τή γνώ­μη τοῦ ποι­μνί­ου του. Ὅ­ταν, λοι­πόν, κά­θε Ἐ­πί­σκο­πος μέ­σα στή Σύ­νο­δο ἐκ­φρά­ζει τήν γνώ­μη τῆς το­πι­κῆς του ἐκ­κλη­σί­ας, τό­τε συμ­με­τέ­χει σ’ αὐ­τήν, ἔμ­με­σα, καί τό πλή­ρω­μά της. Φτά­σα­με ὅ­μως σέ κα­τα­στά­σεις, ἀ­γα­πη­τοί ἀ­δελ­φοί, πού ἄλ­λη εἶ­ναι ἡ γνώ­μη τοῦ λα­οῦ, ἄλ­λη εἶ­ναι ἡ γνώ­μη τῶν πρε­σβυ­τέ­ρων, τοῦ κλή­ρου τοῦ εὐ­ρυ­τέ­ρου, ἄλ­λη εἶ­ναι ἡ γνώ­μη τῶν Ἐ­πι­σκό­πων καί τε­λι­κά ἄλ­λα ἀ­πο­φα­σί­ζουν οἱ Σύ­νο­δοι. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ κα­κο­τυ­χί­α, ἡ ὁ­ποί­α μᾶς δέρ­νει. Καί θά μοῦ ἐπιτραπεῖ ταπεινά νά ὑ­πο­βάλ­ω γο­νυ­πε­τής, τήν πα­ρά­κλη­σή μου στήν Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο. Ἄς πνεύ­σει καί σ’ αὐ­τήν ἕ­νας ἀ­έ­ρας Πα­τε­ρι­κός. Ἄς γί­νει καί στή Σύ­νο­δό μας μί­α ἀ­να­γέν­νη­ση, Πα­τε­ρι­κή ὅ­μως καί Ἀ­πο­στο­λι­κή καί Προ­φη­τι­κή. Κι ἄς ἀ­κού­ει τή φω­νή τοῦ ποι­μνί­ου -ἡ Σύ­νο­δος-, δι­ό­τι θά ἔλ­θει ἐ­πο­χή, ὅ­που οἱ ἀ­τα­ξί­ες πού συμ­βαί­νου­ν στό πε­ζο­δρό­μι­ο κα­θη­με­ρι­νά, θά εἰ­σέλ­θου­ν καί μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Μό­λις ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ὁ σχε­δι­α­ζό­με­νος χω­ρι­σμός Ἐκ­κλη­σί­ας-Πο­λι­τεί­ας, μέ τήν πλέ­ον ἀρ­νη­τι­κή ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­ρου, τό­τε θά κα­ταν­τή­σου­με χει­ρό­τε­ρα ἀ­πό τούς Πα­λαι­ο­η­με­ρο­λο­γί­τες. Καί ἄν δέν θε­λή­σου­με μέ πρώ­τους τούς Ἐ­πι­σκό­πους μας, τούς ὁ­ποί­ους σέ­βο­μαι ἀ­πό­λυ­τα, ἐ­άν δέν θε­λή­σου­με νά σω­φρο­νι­σθοῦ­με καί νά μήν προ­κα­λοῦ­με τόν λα­ό τοῦ Θε­οῦ, θά φθά­σου­με σέ φο­βε­ρές κα­τα­στά­σεις στό χῶ­ρο τόν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό. Δέν εἶ­μαι προ­φή­της, ἀλ­λά ὁ Θε­ός μοῦ ἐ­πέ­τρε­ψε νά ἀ­σχο­λοῦ­μαι μέ τήν ἐ­πι­στή­μη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας. Ὁ ἱ­στο­ρι­κός ἐρ­γά­ζε­ται πά­νω σέ νο­μο­τέ­λει­ες. Ὄ­χι λοι­πόν μέ τήν δι­αί­σθη­ση Προ­φή­του, δι­ό­τι εἶ­μαι ἀ­κά­θαρ­τος καί ἀ­σή­μαν­τος, ἀλ­λά μέ τήν δι­αί­σθη­ση πού μοῦ δί­νει ὁ χῶ­ρος τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, προ­βλέ­πω ὅ­τι ἐ­κεῖ θά κα­τα­λή­ξου­με. Κλεί­νω τήν πα­ρέν­θε­ση.
Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­θη­κε τό 1343 καί ἀπό τό 1347 μέ­χρι τό 1359, μέ­χρι τήν κοί­μη­σή του, διετέλεσε Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Θεσ/κης. Τό 1368, ὅ­πως εἶ­πα, ἡ Σύ­νο­δος τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου γι­ά πρώ­τη φο­ρά στήν ἱ­στο­ρί­α ἐ­πεμ­βαί­νει γι­ά νά δι­α­κη­ρύ­ξει, ὄ­χι νά ἁ­γι­ο­ποι­ή­σει, -αὐ­τά εἶ­ναι φράγ­κι­κα, δέν ἔ­χου­με ἁ­γι­ο­ποί­η­ση- ἀλ­λά ἐ­πεμ­βαί­νει ἡ Σύ­νο­δος νά δι­α­κη­ρύ­ξει τήν ἁ­γι­ό­τη­τά του, τήν ὑ­πάρ­χου­σα καί ἀ­πο­δει­κνυ­ο­μέ­νη, ὄ­χι ἀ­πό τά βι­βλί­α του, ἀλ­λά ἀ­πό τά θαύ­μα­τά του. 

Ὁ Θεσμός τῶν Οικουμενικῶν Συνόδων

Μι­λή­σα­με ὅ­μως στόν τί­τλο γι­ά 9η Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ 9η Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, μέ τήν ὁ­ποί­α θά συν­δέ­σου­με τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ; Εἶ­ναι γνω­στό ἀ­πό τήν Ἱ­στο­ρί­α, ὅ­τι ἔ­χου­με ἐ­πί­ση­μα ἑ­πτά Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος εἶ­ναι τό ἀ­νώ­τε­ρο κρι­τή­ρι­ο τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό­τη­τος. Γι­ά μᾶς τούς ὀρ­θο­δό­ξους ὑ­ψί­στη μορ­φή ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ πο­λι­τεύ­μα­τος εἶ­ναι ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος. Κορυφή μας δέν εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ἕ­νας Πά­πας -ἐ­δῶ εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κή ἡ δι­α­φο­ρά μας μέ τόν πα­πι­σμό. Οἱ Προ­τε­στάν­τες τά κα­τήρ­γη­σαν ὅ­λα, καί εἶ­ναι πι­ό ἔν­τι­μοι ἀ­πό τούς πα­πι­κούς. Εἶ­ναι πι­ό ἔν­τι­μοι, γι­α­τί δέ θέ­λη­σαν νά κρα­τή­σουν τί­πο­τε ἀ­πό τήν πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί νά τό δι­α­στρε­βλώ­νουν. Ὁ Πα­πι­σμός ὅ­μως ὑ­πο­κα­τέ­στη­σε τήν Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο μέ τόν Πά­πα καί τήν  ἔ­κα­νε ὄρ­γα­νο τοῦ πα­πι­σμοῦ τήν Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, θεραπαινίδα τῶν παπικῶν σχεδίων.
Στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὑ­πάρ­χει καί θά ὑ­πάρ­χει μέ­χρι τέ­λους τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ὡς ὕ­ψι­στος θε­σμός εἰς τήν ζω­ήν της, ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος. Ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος –οἰ­κου­με­νι­κή ση­μαί­νει Σύ­νο­δος ὅ­λου τοῦ κρά­τους. Κα­τά τόν ὅ­ρο τοῦ Ξε­νο­φῶν­τος καί στό Ἑλ­λη­νι­κό Βυ­ζάν­τι­ο, στήν Ἑλ­λη­νι­κή, δη­λα­δή, Ρω­μα­νί­α, ἡ λέ­ξη Οἰ­κου­μέ­νη, ση­μαί­νει κα­τ’ οὐ­σί­αν τό κρά­τος, οἰ­κου­με­νι­κός δι­δά­σκα­λος, οἰ­κου­με­νι­κοί πα­τέ­ρες κ.ο.κ.­-. Ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, λοι­πόν, εἶ­ναι ἡ Σύ­νο­δος ὅ­λου τοῦ κρά­τους καί ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τά με­γά­λα προ­βλή­μα­τα τῆς πί­στε­ως καί τά­ξε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ Οἰ­κου­με­νι­κές Σύ­νο­δοι προ­ϋ­πο­θέ­τουν κρί­σεις εἰς τό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού ση­μαί­νει ὅ­τι ἀ­πει­λεῖ­ται ἡ σω­τη­ρί­α. Καί τό­τε ἔρ­χε­ται ὡς στό­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος, γι­ά νά δι­α­κη­ρύ­ξει, σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, τήν σώ­ζου­σα Ἀ­λή­θει­α, σύμ­φω­να μέ τούς Πα­τέ­ρες, τούς Ἀ­πο­στό­λους, τούς Προ­φῆ­τες καί τίς Μη­τέ­ρες ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων. Ἔ­χου­με ἐ­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι τήν 1η καί τήν 2α Οἰκ. Σύ­νο­δο, 325 καί 381, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­σχο­λή­θη­καν μέ τό πρό­βλη­μα, τή μά­στι­γα κα­λύ­τε­ρα, τοῦ Ἀ­ρει­α­νι­σμοῦ καί τό Τρι­α­δο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα. Ἔ­χου­με, λοι­πόν, τό 381 τήν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στε­ως πού εἶ­ναι τό «Πι­στεύ­ω», τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­παγ­γέλ­λου­με στήν Θ. Λει­τουρ­γί­α καί σέ πολ­λές ἄλ­λες ἀ­κο­λου­θί­ες. Τό «Πι­στεύ­ω» εἶ­ναι ἡ ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στε­ως πού σώ­ζει, πού ὁ­δη­γεῖ στή θέ­ω­ση, μέ βά­ση τίς αἱ­ρέ­σεις πού προ­έ­κυ­ψαν ἀ­πό τόν Ἀ­ρει­α­νι­σμό. Δέν εἶ­ναι ὁλόκληρη ἡ πί­στις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. 
Τήν πε­ρα­σμέ­νη Κυ­ρι­α­κή -πι­στεύ­ω ὅ­τι κι ἐ­δῶ, ὅ­πως καί σέ ὅ­λη τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α- ἀ­νε­γνώ­σθη ἕ­να μέ­ρος τοῦ Συ­νο­δι­κοῦ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Τό Συ­νο­δι­κόν εἶ­ναι ἡ συ­νέ­χει­α τοῦ Συμ­βό­λου τῆς πί­στε­ως. Ἄρ­χι­σε νά συν­τάσ­σε­ται στήν Σύ­νο­δο τοῦ 843, πού ἔ­γι­νε ἡ ἀ­να­στή­λω­ση τῶν ἁ­γί­ων Εἰ­κό­νων, καί ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τόν 14ον αἰ., στήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἁγ. Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας καί ὅ­λες τίς με­τα­γε­νέ­στε­ρες, με­τά τό 843, αἱ­ρέ­σεις. Τό Συ­νο­δι­κόν τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας εἶ­ναι προ­έ­κτα­ση, ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως. Ὁ μα­κα­ρί­της ὁ Κο­ρα­ῆς, ὁ ὁ­ποῖ­ος θέ­λη­σε νά δι­α­μορ­φώ­σει ὅ­λον τόν ἑλ­λη­νι­κό βί­ο, ἔ­λε­γε: «Δέ­χο­μαι τό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, ἄ­ρα εἶ­μαι Ὀρ­θό­δο­ξος»! Ἀλ­λά καί οἱ Προ­τε­στάν­τες καί οἱ πα­πι­κοί, ἔ­στω μέ τήν μι­κρή ἀλ­λα­γή, πού ἔ­χει με­γά­λη ση­μα­σί­α βέ­βαι­α, τοῦ F­i­l­i­o­q­ue, τό ἴ­δι­ο Σύμ­βο­λο δέ­χον­ται. Ἐ­κεῖ­νο πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι ἡ συ­νέ­χει­α τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως, καί σ’ αὐ­τήν ἀ­νή­κει τό κεί­με­νο τοῦ Συ­νο­δι­κοῦ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. 
Ἀ­πό τήν 3η μέ­χρι τήν 7η Οἰκ. Σύ­νο­δο, μέ­χρι τό 787, ἔ­χου­με ἀν­τι­με­τώ­πι­ση ἀ­πό τούς Ἁ­γί­ους μας τοῦ Χρι­στο­λο­γι­κοῦ προ­βλή­μα­τος. Εἶ­ναι οἱ σχέ­σεις τῶν δύ­ο φύ­σε­ων, ἀν­θρω­πί­νης καί θεί­ας εἰς Χρι­στόν, τῶν δύ­ο ἐ­νερ­γει­ῶν, θεί­ας καί ἀν­θρω­πί­νης καί τῶν δύ­ο θε­λή­σε­ων, μέ κο­ρύ­φω­ση εἰς τό πρό­βλη­μα τοῦ εἰ­κο­νι­σμοῦ τοῦ Θεί­ου Λό­γου. Ἄν εἶ­ναι δυ­να­τόν ὁ Θε­ός Λό­γος, πού ἐ­σαρ­κώ­θη «δι’ ἡ­μᾶς τούς ἀν­θρώ­πους καί δι­ά τήν ἡ­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν», ἄν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά εἰ­κο­νι­σθεῖ. Ἔ­χου­με μί­α σύγ­κρου­ση με­τα­ξύ τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος πού δέ­χε­ται τόν εἰ­κο­νι­σμό, καί τοῦ ἀ­σι­α­τι­κοῦ πνεύ­μα­τος, μέ ὅ­λα τά πα­ρα­κλά­δι­α του πού ἀρ­νεῖ­ται αὐ­τόν τόν εἰ­κο­νι­σμό, ἤ­δη στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη. Καί ἡ ἀ­πό­φα­ση, ἡ δι­α­κή­ρυ­ξη κα­λύ­τε­ρα τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων (7η Οἰκ. Σύ­νο­δος καί Σύ­νο­δος τοῦ 843) εἶ­ναι ὅ­τι, ἀ­φοῦ ὁ Θε­ός Λό­γος προ­σέ­λα­βε τόν ἄν­θρω­πο ὁ­λό­κλη­ρο, ψυ­χή καί σῶ­μα, καί ἔ­χου­με ἐν Χρι­στῷ τέ­λει­ον ἄν­θρω­πον καί τέ­λει­ον Θε­όν, εἰ­κο­νί­ζε­ται ὁ Θεῖ­ος Λό­γος, κα­τά τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση Του. Καί ἔτ­σι μπο­ροῦ­με νά ἔ­χου­με τόν Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν σέ εἰ­κό­νες καί νά προ­σκυ­νοῦ­με δι­ά τῆς ἀν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως, τήν θε­ό­τη­τα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό εἶ­ναι τε­ρά­στι­ο ἐ­πί­τευγ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά καί τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος, τό ὁ­ποῖ­ο προ­σέ­φε­ρε καί αὐ­τό τήν πα­ρά­δο­σή του, γι­ά νά ἐκ­φρα­σθεῖ, νά ἐ­νι­σχυ­θεῖ καί νά κη­ρυ­χθεῖ σέ ὅ­λο τόν κό­σμο ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α. 
Ἐ­άν εἴ­χα­με τόν Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν σή­με­ρα, (βέ­βαι­α Ἐ­κεῖ­νος ἐ­πέ­λε­ξε τό πό­τε θά ἤρ­χε­το μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α ὡς Θε­άν­θρω­πος), ἐ­άν ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ἀ­νά­με­σά μας σή­με­ρα, θά μπο­ρού­σα­με μέ μί­α κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή ἤ μέ μί­α φω­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή νά ἀ­πο­τυ­πώ­σου­με τήν μορ­φή του, ὅ­πως θά φαι­νό­ταν ὁ ἴ­δι­ος ἀ­νά­με­σά μας. Αὐ­τό εἶ­ναι τε­ρά­στι­α νί­κη, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω, τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας καί ἡ λύ­σις τοῦ Χρι­στο­λο­γι­κοῦ προ­βλή­μα­τος.
Ὑ­πάρ­χει ὅ­μως καί ἡ 8η Οἰκ. Σύ­νο­δος. Εἶ­ναι ἡ Σύ­νο­δος τοῦ 879, ἐ­πί Μ. Φω­τί­ου. Ὁ γνω­στός δογ­μα­το­λό­γος καί δά­σκα­λός μας, ὁ Ἰ­ω­άν­νης Καρ­μί­ρης, στήν Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή Ἀ­θη­νῶν, ἔ­λε­γε ὅ­τι ἡ Σύ­νο­δος τοῦ 879 ἐ­πί Μ. Φω­τί­ου, εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α πρό τοῦ Σχί­σμα­τος Γε­νι­κή Σύ­νο­δος τῆς Ἀρ­χαί­ας Ἐκ­κλη­σί­ας, μέ ὅ­λα τά γνω­ρί­σμα­τα Οἰκ. Συ­νό­δου. Ἡ Σύ­νο­δος αὐ­τή κα­τα­δι­κά­ζει τήν δυ­τι­κή ἀλ­λο­τρί­ω­ση εἰς τήν δι­α­τύ­πω­ση τοῦ F­i­l­i­o­q­ue, τῆς ἐκ­πο­ρεύ­σε­ως δη­λα­δή τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τόν Πα­τέ­ρα, ὅ­πως ὁ Χρι­στός μας τό λέ­ει στό 15,26 τοῦ κα­τά Ἰ­ω­άν­νην Εὐ­αγ­γε­λί­ου -«ὅ πα­ρά τοῦ Πα­τρός ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται»- ἀλ­λά καί «ἐκ τοῦ Υἱ­οῦ». 
Θά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε, μι­λών­τας γι­ά θε­ο­λο­γι­κά θέ­μα­τα νά πῶ ὅ­τι εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση ὄ­χι ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν τῆς Θε­ο­λο­γί­ας, ἀλ­λά εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση ὅ­λου τοῦ Σώ­μα­τος, ὅ­πως ἡ πί­στις μας τόν 19ο αἰ. ἦ­ταν ὑ­πό­θε­ση καί τοῦ ἀ­γραμ­μά­του –σχο­λι­κά- Μα­κρυ­γι­άν­νη. Χρι­στι­α­νός Ὀρ­θό­δο­ξος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δέν ζη­τεῖ νά ἐ­νη­με­ρω­θεῖ καί νά κα­τα­νο­ή­σει τά προ­βλή­μα­τα τῆς πί­στε­ως, δέν εἶ­ναι Ὀρ­θό­δο­ξος. Γι’ αὐ­τό δι­ά­φο­ροι χῶ­ροι πού πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ὡς Ὀρ­θό­δο­ξοι ἀ­πό τόν 19ο αἰ. μέ­χρι σή­με­ρα, ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ ἠ­θι­κο­λο­γι­κά, μέ ἠ­θι­κι­στι­κά προ­βλή­μα­τα καί νο­μί­ζουν ὅ­τι ἡ ἐ­να­σχό­λη­ση μέ τά δογ­μα­τι­κά, -λό­γῳ τῶν σφαλ­μά­των τοῦ Μα­κρά­κη- θά ὁ­δη­γή­σει σέ πα­ρε­κτρο­πές. Ὄ­χι ἀ­δελ­φοί μου, μέ τα­πεί­νω­ση, μέ φό­βο Θε­οῦ καί μέ τήν στή­ρι­ξη τῶν Γε­ρόν­των, τῶν πνευ­μα­τι­κῶν μας, πρέ­πει νά ἐ­πι­δι­ώ­κου­με νά κα­τα­νο­ή­σου­με τά θε­ο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα καί τή ση­μα­σί­α τους. Γι­α­τί τά λέ­ω αὐ­τά;
Κά­πο­τε ἕ­νας κα­θη­γη­τής στό Πα­νε­πι­στή­μι­ο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, τό 1981 σέ ἕ­να συ­νέ­δρι­ο (αἰ­ω­νί­α του ἡ μνή­μη) μοῦ λέ­ει: «Μά εἶ­ναι δυ­να­τόν νά ἑ­ρί­ζου­με, νά φι­λο­νι­κοῦ­με μέ τούς Δυ­τι­κούς χρι­στι­α­νούς γι­ά μί­α λε­ξού­λα; (γι­ά τό F­i­l­i­o­q­ue). Καί τό­τε ὁ πα­πα-Γι­ώρ­γης –ὁ Θε­ός φώ­τι­σε- τοῦ εἶ­πα ἕ­να ἐ­πι­χεί­ρη­μα πού τό κη­ρύσ­σω μέ­χρι σή­με­ρα. Λέ­ω, πώς ὑ­πάρ­χει μί­α φρα­σού­λα πού λέ­γε­ται βλα­σφη­μί­α. Βλα­σφη­μοῦ­με τόν Θε­όν, τόν Χρι­στόν μας, τήν Πα­να­γί­α καί πολ­λά ἄλ­λα πρό­σω­πα τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς μας πί­στε­ως. Ὁ αἱ­ρε­τι­κός, ἕ­στω καί μέ μί­α φρά­ση, ἐ­κτο­ξεύ­ει συ­νε­χῶς βλα­σφη­μί­α κα­τά τοῦ Θε­οῦ. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, λοι­πόν, ἔ­στω καί σέ ἀ­τε­λεῖς Θ. Λει­τουρ­γί­ες νά με­τέ­χου­με μέ τούς αἱ­ρε­τι­κούς, ὅ­ταν αὐ­τό πού λέ­γουν, αὐ­τό πού δι­δά­σκουν, ὁ πα­πι­σμός, τό πρω­τεῖ­ον, τό ἀ­λά­θη­τον, εἶ­ναι ἐ­κτό­ξευ­ση «κα­τά ρι­πάς» βλα­σφη­μι­ῶν ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θε­οῦ; Ἐ­μεῖς μέ τούς λό­γους τῶν Ἁ­γί­ων μας, χω­ρίς νά ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­τι ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε κα­λύ­τε­ροι ὡς ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λά μέ τούς λό­γους τῶν Ἁ­γί­ων μας ὑ­μνοῦ­με θε­α­ρέ­στως τόν Θε­όν. Ἐ­κεῖ­νοι μέ τά λό­γι­α τῶν Πα­πῶν καί τῶν ψευ­δο­συ­νό­δων τους βλα­σφη­μοῦν συ­νε­χῶς τόν Θε­ό. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, λοι­πόν, νά ὑ­πάρ­ξει κοι­νω­νί­α; Κα­τα­λα­βαί­νε­τε τή ση­μα­σί­α καί μι­ᾶς μι­κρῆς λέ­ξε­ως ἀ­κό­μη. Ἄν τό σκε­φθεῖ­τε ἔτ­σι, ὅ­τι κά­θε αἱ­ρε­τι­κή πα­ρέκ­κλι­ση εἶ­ναι βλα­σφη­μί­α κα­τά τοῦ Θε­οῦ, θά κα­τα­λά­βε­τε, γι­α­τί οἱ Ἅ­γι­οι Πα­τέ­ρες τρέ­μουν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, ὅ­ταν ἀ­κοῦ­νε τά λό­γι­α τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Ἐ­μεῖς ἔ­χου­με φθά­σει, μι­λῶ γι­ά τόν ἑ­αυ­τό μου, σέ τέ­τοι­α ἀ­ναι­σθη­σί­α, ὥ­στε ἀ­κοῦ­με συ­νε­χῶς νά βλα­σφη­μεῖ­ται ὁ Θε­ός καί δέ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει κα­θό­λου. Εἶ­ναι θά­να­τος πνευ­μα­τι­κός, νάρ­κω­ση πνευ­μα­τι­κή! 
Ἡ 8η Οἰκ. Σύ­νο­δος εἶ­ναι ἡ σύ­νο­δος τοῦ 879, ἡ ὁ­ποί­α κα­τα­δι­κά­ζει τό  F­i­l­i­o­q­ue, τήν προ­σθή­κη τῆς φρά­σε­ως αὐ­τῆς εἰς τό Σύμ­βο­λον καί κυ­ρί­ως ἐ­κεί­νους πού εἰ­σή­γα­γαν στό Σύμ­βο­λον αὐ­τή τήν προ­σθή­κη, δη­λα­δή τόν φραγ­κι­κό κό­σμο καί τήν ἡ­γε­σί­α του.

Ἡ Διασταση Ἀνατολῆς καί Δύσεως

Ὑ­πάρ­χει ὅ­μως καί ἡ 9η Οἰκ. Σύ­νο­δος. Εἶ­ναι οἱ Σύ­νο­δοι τῆς πε­ρι­ό­δου τῆς ἐ­κρή­ξε­ως τοῦ προ­βλή­μα­τος πού ἀ­φο­ροῦ­σε στόν ἡ­συ­χα­σμό. Δέν εἶ­ναι «ἡ­συ­χα­στι­κές ἕ­ρι­δες», οἱ Φράγ­κοι μᾶς μά­θα­νε νά τίς λέ­με ἡ­συ­χα­στι­κές ἕ­ρι­δες. Εἶ­ναι ἡ ἔ­κρη­ξη τῆς ἀν­τι­στά­σε­ως τῶν ἡ­συ­χα­στῶν, τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων δη­λα­δή, ἀ­πέ­ναν­τι στίς πα­πι­κές καί σχο­λα­στι­κές προ­κλή­σεις. 
Εἶ­ναι οἱ Σύ­νο­δοι τοῦ 1341, τοῦ 1347, τοῦ 1351, μέ κα­τα­κλεί­δα τήν Σύ­νο­δο πού ἀ­νέ­φε­ρα πρίν, τοῦ 1368. Ἡ ἀ­φορ­μή ἐ­δό­θη­κε ἀ­πό τά προ­βλή­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ σύγ­κρου­ση τῶν δύ­ο πα­ρα­δό­σε­ων, τῆς Ἀ­να­το­λῆς καί τῆς Δύ­σε­ως. Ἐ­πί­σης σχο­λα­στι­κοί τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, τῆς Ρω­μα­νί­ας, λα­τι­νί­ζον­τες, ρί­χνουν λά­δι στή φω­τι­ά. Ἐ­κεῖ­να ὅ­μως τά πρό­σω­πα, τά ὁ­ποῖ­α ἡ­γοῦν­ται, στήν δι­α­σπο­ρά πλα­νῶν εἰς τήν Ὀρ­θο­δο­ξο Ἀ­να­το­λή εἶ­ναι, ὅ­πως ξέ­ρε­τε, ὁ Βαρ­λα­άμ ὁ Κα­λα­βρός καί ὁ Γρη­γό­ρι­ος Ἀ­κίν­δυ­νος ἤ Πο­λυ­κίν­δυ­νος, ὅ­πως τόν ἔ­λε­γαν, ὁ μα­θη­τής του. 
Ὁ Βαρ­λα­άμ καί ὁ Ἀ­κίν­δυ­νος ἀλ­λά καί οἱ ἄλ­λοι ὀ­πα­δοί τους, με­τέ­φε­ραν τήν δυ­τι­κή ἀλ­λο­τρίω­ση στήν Ἀ­να­το­λή. Ἤ­δη στή Δύ­ση εἶ­χε δι­α­μορ­φω­θεῖ ἕ­νας ἄλ­λος Χρι­στι­α­νι­σμός, εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ἡ οὐ­σί­α τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ μέ τήν ἐκ­κο­σμί­κευ­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ στή Δύ­ση, ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­κο­σμί­κευ­ση σαρ­κώ­νε­ται καί κο­ρυ­φώ­νε­ται στήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ πα­πι­κοῦ κρά­τους.
Ἐ­μεῖς σή­με­ρα, μέ ποι­όν Πά­πα μι­λοῦ­με; Μέ τόν Πά­πα ἐ­πί­σκο­πο, ἔ­στω καί s­u­p­er ἐ­πί­σκο­πο, ὅ­πως θέ­λει νά ὀ­νο­μά­ζε­ται, -γε­νι­κός ἐ­πί­σκο­πος ὑ­πε­ρά­νω ὅ­λων τῶν ἐ­πι­σκό­πων- ἤ μέ τόν Πά­πα βα­σι­λέ­α καί αὐ­το­κρά­το­ρα καί ἀρ­χη­γό κρά­τους; Δι­ε­ρω­τῶ­μαι αὐ­τοί πού δι­ε­ξά­γουν τέ­τοι­ους δι­α­λό­γους, πό­τε θά τό συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν; Δύ­ο τι­νά συμ­βαί­νουν. Ἤ δέν μπο­ροῦν νά τά κα­τα­λά­βουν τά προ­βλή­μα­τα –κά­τι πού δέν θέ­λω νά πι­στέ­ψω, γι­α­τί δι­α­θέ­τουν λο­γι­κό κα­λύ­τε­ρο ἀ­πό τό δι­κό μου-, ἤ ἀ­δι­α­φο­ροῦν καί τά θε­ω­ροῦν ὅ­λα αὐ­τά ἄ­νευ ση­μα­σί­ας, ἀ­σχο­λού­με­νοι μέ κοι­νω­νι­κά, μέ πο­λι­τι­κά καί δι­πλω­μα­τι­κά θέ­μα­τα.
Ἡ Δύ­ση καί ὅ­λος ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός εἶ­χε ἀλ­λο­τρι­ω­θεῖ σέ ση­μεῖ­ο πού νά λέ­γει ὁ Ντο­στο­γι­έφ­σκυ, δύ­ο φο­ρές, εἰς τούς ἀ­δελ­φούς Κα­ρα­μά­ζωφ καί εἰς τόν Ἠ­λί­θι­ον: Μέ τόν ἄ­θε­ο, -ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χή τῆς ἄ­θε­ης ἰν­τε­λιγ­κέν­τσι­ας εἰς τήν Ρω­σί­α- μέ τούς ἀ­θέ­ους μπο­ρῶ νά μι­λή­σω, δι­ό­τι ξέ­ρω ποῦ κι­νεῖ­ται ἡ σκέ­ψη τους καί ὁ λό­γος τους, τί πι­στεύ­ουν καί τί δέν πι­στεύ­ουν. Μέ τόν πα­πι­σμό δέν μπο­ρῶ νά μι­λή­σω, δι­ό­τι ὁ πα­πι­σμός μοῦ δί­νει ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη πί­στη, «μοῦ δί­νει Χρι­στό πού δέν ὑ­πάρ­χει, μοῦ δί­νει τόν Ἀν­τί­χρι­στο». Αὐ­τό τό λέ­γει ὁ Φι­ον­τόρ, ὁ Θε­ό­δω­ρος, δη­λα­δή, Ντο­στο­γι­έφ­σκι. 
Ἔτ­σι λοι­πόν ἡ Δύ­σις εἰ­σά­γει ὅ,τι εἰ­σά­γει, χτυ­πών­τας τήν καρ­δι­ά τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας πού εἶ­ναι ὁ ἡ­συ­χα­σμός. Ὁ ἡ­συ­χα­σμός ὥς ἄ­σκη­ση, ὡς πρα­κτι­κή πνευ­μα­τι­κό­τη­τος, συ­νο­δεύ­ει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τήν ἀρ­χή τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας. Ἡ ἐ­πι­στρο­φή τῶν Πρω­το­πλά­στων γί­νε­ται μέ­σῳ τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, ὅ­πως καί ἡ πτῶσις τους ἦ­ταν καρ­πός τῆς ἀρ­νή­σε­ως τῆς πνευ­μα­τι­κῆς, τῆς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς, κα­λύ­τε­ρα, ζω­ῆς. Ὁ ἡ­συ­χα­σμός μέ τήν κά­θαρ­ση τῆς καρ­δι­ᾶς, τόν φω­τι­σμό τῆς καρ­δι­ᾶς ἀ­πό τήν Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, τήν ἄ­κτι­στη, καί μέ τήν θέ­ω­ση, ἀ­να­τρέ­πει τήν πλά­νη, τήν ἁ­μαρ­τί­α μας, ἀ­να­τρέ­πει τήν τρα­γι­κό­τη­τά μας. Ἡ θε­ο­λο­γι­κή ταυ­τό­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, εἶ­ναι ὁ ἡ­συ­χα­σμός. Συ­νε­χί­ζει καί ἐ­πα­νεκ­φρά­ζει τήν πα­τε­ρι­κό­τη­τα, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἀν­τε­λή­φθη τήν ἀλ­λο­τρί­ω­ση τῆς Δύ­σε­ως. Μί­α Δύ­ση πού οἱ σχο­λα­στι­κοί οἱ δι­κοί μας τήν ἤ­θε­λαν καί τό­τε ὡς συ­νο­μι­λη­τή καί συ­νο­δοι­πό­ρο. 

Ἡ Θεολογία τῆς Θεώσεως

Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, σ’ αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο, συ­νε­χί­ζει τόν Μ. Φώ­τι­ο. Ὁ πρῶ­τος πού ἀν­τε­λή­φθη τήν ἀλ­λο­τρί­ω­ση τοῦ Δυ­τι­κοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, -ὅ­τι εἶ­ναι κά­τι ἄλ­λο, ἀλ­λά ὄ­χι Χρι­στι­α­νι­σμός τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων- ἦ­ταν ὁ Ἅ­γι­ος Φώ­τι­ος, μέ τό πε­ρί­φη­μο ἔρ­γο του «Πε­ρί τῆς μυ­στα­γω­γί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος», πού εἶ­ναι πη­γή μέ­χρι σή­με­ρα εἰς τήν δι­δα­σκα­λί­α καί στά συγ­γράμ­μα­τα ὅ­λων τῶν θε­ο­λό­γων μας πε­ρί Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, ἀ­νοί­γει πε­ρισ­σό­τε­ρο τόν δρό­μο. Εἶ­χε δέ τίς προκλήσεις τοῦ Κα­λα­βροῦ Βαρ­λα­άμ, ὥ­στε νά συλ­λά­βει τήν πλή­ρη ἀλ­λο­τρί­ω­ση τῆς Δυ­τι­κῆς Θε­ο­λο­γί­ας. Ποι­ά εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου, πού εἶ­ναι ἡ συ­νέ­χει­α τῆς πα­τε­ρι­κό­τη­τος; Ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τούς Ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς καί ἐ­πα­να­δι­α­τυ­πώ­νει καί ἐ­πα­νεκ­φρά­ζει τήν πί­στη μέ τά μέ­σα, πού τοῦ ἔ­δι­δε ἡ ἐ­πο­χή του. Τήν ἴ­δι­α Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἐκ­φρά­ζει καί ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, μέ τή δι­κή του γλώσ­σα, μέ τόν δι­κό του τρό­πο, μέ­νον­τας ὅ­μως πι­στός στήν θε­ο­λο­γι­κή ὁ­μο­λο­γί­α τῶν πα­τέ­ρων τοῦ 4ου, τοῦ 5ου κ.ο.κ αἰ­ῶ­νος. Δέ­χε­ται πρῶ­τον τήν δι­ά­κρι­ση οὐ­σί­ας καί ἐ­νέρ­γει­ας εἰς τόν Θε­όν, τήν ὀ­νο­μά­ζει «δι­ά­κρι­σιν θε­ο­πρε­πή καί ἀ­πόρ­ρη­το», πού εἶ­ναι ἡ προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς θε­ώ­σε­ως. 
Ἐ­άν ἀρ­νη­θοῦ­με, ὅ­πως ὁ σχο­λα­στι­κι­σμός, ἡ θε­ο­λο­γί­α τοῦ πα­πι­σμοῦ δη­λα­δή, τήν δι­ά­κρι­ση οὐ­σί­ας καί ἐ­νέρ­γει­ας μέ­νει με­τέ­ω­ρον τό θέ­μα τῆς θε­ώ­σε­ως. Πῶς θε­ού­με­θα; Ὁ σκο­πός, ὁ ἀ­πό­λυ­τος σκο­πός καί προ­ο­ρι­σμός κά­θε ἀν­θρώ­που, ὄ­χι μό­νο τῶν χρι­στι­α­νῶν, εἶ­ναι ἡ θέ­ω­ση. Κά­θε ἄν­θρω­πος νά φτά­σει στή θέ­ω­ση. «Ὁ Θε­ός πάν­τας ἀν­θρώ­πους θέ­λει σω­θῆ­ναι καί εἰς ἐ­πί­γνω­σιν ἀ­λη­θεί­ας ἐλ­θεῖν» (Α΄ Τιμ. 2, 4). Ἡ «ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἀ­λη­θεί­ας» εἶ­ναι ἡ θέ­ω­ση. Νά ἑ­νω­θοῦ­με μέ τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη τοῦ­ Θε­οῦ. Μέ τήν οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ δέν ὑ­πάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα ἑ­νώ­σε­ως. Ὑ­περ­βαί­νει πᾶ­σα κα­τά­λη­ψη ἡ οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἑ­νού­με­θα μέ τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη καί ἐ­νέρ­γει­α τοῦ Θε­οῦ, ὁ­πό­τε, ἄν δέν ὑ­πάρ­χει αὐ­τή ἡ ἐ­νέρ­γει­α, ἀλ­λά ἡ ἐ­νέρ­γει­α εἶ­ναι κτι­στή, - ἡ με­γα­λύ­τε­ρη βλα­σφη­μί­α με­τά τό  F­i­l­i­o­q­ue εἶ­ναι ἡ πα­ρα­δο­χή κτι­στῆς χά­ρι­τος, κτι­στῆς ἐ­νέρ­γει­ας εἰς τόν Θε­όν-, δέν εἶ­ναι δυ­να­τή ἡ σω­τη­ρί­α.
Κτι­στή ἐ­νέρ­γει­α ση­μαί­νει, ἔ­χει ἀρ­χή καί τέ­λος. Πῶς θά σέ σώ­σει κά­τι πού ἔ­χει ἀρ­χή καί τέ­λος; Ἡ ἐ­νέρ­γει­α τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος, οὔ­τε ἀρ­χή ἔ­χει, οὔ­τε τέ­λος. Εἶ­ναι ἄ­ναρ­χη καί ἀ­τε­λεύ­τη­τη, ὅ­πως ἡ οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, τήν οὐ­σί­α δέν μπο­ροῦ­με νά τήν δεχ­τοῦ­με -τήν οὐ­σί­α τοῦ Θε­οῦ-, δε­χό­με­θα τήν ἐ­νέρ­γει­ά Του. Χά­ρις, ἐ­νέρ­γει­α, Βα­σι­λεί­α, δύ­να­μις, ἤ Βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν, ὅ­λα αὐ­τά ση­μαί­νουν τήν ἄ­κτι­στη ἐ­νέρ­γει­α πού ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Τρι­ά­δα.
Σέ κά­ποι­ο ἔρ­γο πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τόν ἡ­συ­χα­στι­κό κύ­κλο, ἐ­πι­τρέψ­τε μου αὐ­τή τή στιγ­μή νά ὁ­μο­λο­γή­σω τήν ἀ­δυ­να­μί­α μου νά πῶ ἄν εἶ­ναι τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, ἤ ὄ­χι (ἀλ­λά δέν ἔ­χει καμ­μι­ά ση­μα­σί­α, ἴ­σως ἀ­νή­κει στόν Ἅ­γι­ο Γρη­γό­ρι­ο τόν Πα­λα­μᾶ), ἀ­πο­σα­φη­νί­ζε­ται πῶς βλέ­πει τόν Θε­ό ἡ Δύ­ση, ὁ πα­πι­σμός. Βλέ­πει τόν Θε­ό ὡς ἕ­ναν δί­σκο ἡ­λι­α­κό, πού βρί­σκε­ται στόν οὐ­ρα­νό, ἀλ­λά οἱ ἀ­κτῖ­νες του δέν φτά­νουν στήν γῆ. Τό­τε ἤ ὑ­πάρ­χει ὁ ἥ­λι­ος ἤ δέν ὑ­πάρ­χει εἶ­ναι τό ἴ­δι­ο πράγ­μα. Δέν μᾶς ζε­σταί­νει,  δέν μᾶς ζω­ο­γο­νεῖ, ἀ­φοῦ οἱ ἀ­κτῖ­νες του δέν φτά­νουν εἰς τόν κό­σμον. Ὁ Θε­ός τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, εἶ­ναι ἕ­νας ἥ­λι­ος πού στέλ­νει τίς ἀ­κτῖ­νες του καί ζω­ο­γο­νεῖ τή γῆ, καί ὅ­λη τήν κτί­ση, ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κά. Ὁ­πό­τε ἀ­πό τά δι­ά­φο­ρα ὑ­πό­γει­α, ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α μας, ἀ­πό τήν πτώ­ση μας, σπεύ­δου­με νά ἀ­νε­βοῦ­με στήν ἐ­πι­φά­νει­α τοῦ ἐ­δά­φους, γι­ά νά δε­χθοῦ­με τίς ζω­ο­γό­νες ἀ­κτῖ­νες, ὄ­χι τοῦ φυ­σι­κοῦ ἡ­λί­ου, ἀλ­λά τοῦ ὑ­περ­φυ­σι­κοῦ Ἡ­λί­ου, τοῦ Ἡ­λί­ου τῆς Δι­και­ο­σύ­νης.
Γι’ αὐ­τό ἔφ­τα­σε ἡ Δύ­ση ἀ­πό τόν D­e­i­s­m­us, στόν «θά­να­το τοῦ Θε­οῦ». D­e­i­s­m­us τί ση­μαί­νει; Θε­ός, Δη­μι­ουρ­γός, ἀλ­λά ὄ­χι κυ­βερ­νή­της τοῦ κό­σμου. D­e­us c­r­e­a­t­or, s­ed n­on g­u­b­e­r­n­a­t­or. Αὐ­τό ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Θε­ός εἴ­τε ὑ­πάρ­χει, εἴ­τε δέν ὑ­πάρ­χει, δέν ἔ­χει καμ­μί­α ση­μα­σί­α. Γι’ αὐ­τό ἀ­σχο­λεῖ­ται ἡ Δύ­ση μέ κοι­νω­νι­κά, μέ ἠ­θι­κά προ­βλή­μα­τα. Ὄ­χι ὅ­τι δέν τά συμ­με­ρι­ζό­με­θα κι ἐ­μεῖς, ἀλ­λά δέν εἶ­ναι ἡ κύ­ρι­α προ­τε­ραι­ό­τη­τα τῆς πί­στε­ώς μας. Αὐ­τοί ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, χω­ρίς νά ἀ­να­ζη­τοῦν τίς ρί­ζες, τήν οὐ­σί­α. Ἡ Δύ­ση, λοι­πόν, ἔφ­τα­σε ἀ­πό τόν D­e­i­s­m­us, εἰς τόν θά­να­τον τοῦ Θε­οῦ. Στήν δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950 στήν Ἀ­με­ρι­κή καί με­τά στήν Εὐ­ρώ­πη ὁ θε­ο­λο­γι­κός κό­σμος μι­λεῖ γι­ά τόν «θά­να­το τοῦ Θε­οῦ» καί γι­ά τήν θε­ο­λο­γί­α «με­τά τόν θά­να­το τοῦ Θε­οῦ». Τί ση­μαί­νει θά­να­τος τοῦ Θε­οῦ; Δέν ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Θε­ός κα­θ’ ἑ­αυ­τόν πε­θαί­νει. Δέν τούς ἀ­πα­σχο­λεῖ, γι­α­τί ἤ ὑ­πάρ­χει ἤ δέν ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός δέν λέ­ει τί­πο­τε γι’ αὐ­τούς.Θά­να­τος τοῦ Θε­οῦ ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Θε­ός δέν ἔ­χει καμ­μι­ά σχέ­ση μέ τή ζω­ή μας. Ὁ Θε­ός δέν μπο­ρεῖ νά μᾶς σώ­σει. Κα­τα­λα­βαί­νε­τε, λοι­πόν, ὄ­χι μό­νο βλα­σφη­μί­α, πό­ση ἀ­νο­η­σί­α κρύ­βει αὐ­τή ἡ πο­ρεί­α. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, μι­λών­τας γι­ά τή δι­ά­κρι­ση οὐ­σί­ας καί ἐ­νερ­γεί­ας, ὅ­πως ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος καί οἱ λοιποί Ἅ­γι­οι Πα­τέ­ρες, σώ­ζει τήν Πί­στη καί τήν δυ­να­μι­κή της συγ­χρό­νως εἰς τήν θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Μι­λεῖ, ἐ­πί­σης, γι­ά τήν οὐ­σί­α τοῦ Θα­βω­ρί­ου Φω­τός. Στήν συ­ζή­τη­ση μέ τούς σχο­λα­στι­κούς καί τόν Βαρ­λα­άμ ἐ­τέ­θη τό θέ­μα τοῦ Θα­βω­ρί­ου Φω­τός. Τί φῶς εἶ­ναι; κτι­στό ἤ ἄ­κτι­στο; Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος μᾶς λέ­γει ὅ­τι καί στό Σι­νᾶ καί στό Θα­βώρ καί στήν Πεν­τη­κο­στή ἔ­χου­με τήν ἄ­κτι­στη ἐ­νέρ­γει­α τοῦ Θε­οῦ ὡς ἄ­κτι­στο φῶς. Ἡ αἵ­ρε­ση εἶ­ναι πού προ­κα­λεῖ ὅ­λα αὐ­τά τά προ­βλή­μα­τα. Ὁ Βαρ­λα­άμ ὁ Κα­λα­βρός ἐ­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­το σο­φός. Εἶ­χε σπου­δά­σει στήν Ρώ­μη μα­θη­μα­τι­κά, φι­λο­σο­φί­α. Ἦ­ταν οὑ­μα­νι­στής. ἀν­θρω­πι­στής. Γι­ά νά κα­τα­λά­βε­τε αὐ­τό τό θέ­μα, πα­ρα­πέμ­πω σέ μι­ά πρό­σφα­τη με­λέ­τη τοῦ ἀ­γα­πη­τοῦ ἀ­δελ­φοῦ καί συ­να­γω­νι­στοῦ, τοῦ πα­τρός Θε­ο­δώ­ρου Ζή­ση, Κα­θη­γη­τοῦ στήν Θε­σσα­λο­νί­κη (εἶ­ναι καί αὐ­τός τώ­ρα ὁ­μό­τι­μος ὅ­πως καί ὁ ὁ­μι­λῶν αὐ­τή τή στιγ­μή) εἰς τόν Ὀρ­θό­δο­ξον Τύ­πον. Σέ τρεῖς συ­νέ­χει­ες ἀ­να­λύ­ει τό ἄν ὁ Μέ­γας Φώ­τι­ος ἦ­ταν ἀν­θρω­πι­στής, ὅ­πως δι­ά­φο­ροι φι­λο­σο­φοῦν­τες θέ­λουν νά τόν πα­ρου­σι­ά­σουν. Δέν θά ἐ­πι­μεί­νω πε­ρισ­σό­τε­ρο γι­α­τί θέ­λω νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σω αὐ­τές τίς σκέ­ψεις.
Ἦρ­θε, λοι­πόν, ὁ Βαρ­λα­άμ ὁ Κα­λα­βρός ἀ­πό τή Με­γά­λη Ἑλ­λά­δα, τήν Κα­λα­βρί­α. Ἦρ­θε καί ἔ­γι­νε κα­θη­γη­τής εἰς τήν Κων/πο­λη. Δέχ­τη­κε με­γά­λες τι­μές. Μά­λι­στα ἐ­ξε­προ­σώ­πη­σε τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α σέ μι­ά Σύ­νο­δο στίς ἀρ­χές τοῦ 14ου αἰ. εἰς τήν A­v­i­n­i­on τῆς Γαλ­λί­ας, ὅ­που οἱ πά­πες μέ­σα στίς συγ­κρού­σεις τους ἦ­ταν ἐ­ξό­ρι­στοι. Ὁ Πα­λα­μᾶς δι­έ­γνω­σε ἀ­μέ­σως τόν αἱ­ρε­τι­κό τρό­πο σκέ­ψε­ως τοῦ Βαρ­λα­άμ. Κά­ποι­ος μο­να­χός, γι­ά νά κα­τα­λά­βε­τε τί ση­μαί­νει Ἅ­γι­ος καί Πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, κά­ποι­ος μο­να­χός ἔ­δω­σε στόν Ἅ­γι­ο Γρη­γό­ρι­ο ἕ­να κεί­με­νο πε­ρί Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, κα­τά τοῦ f­i­l­i­o­q­ue, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε γρά­ψει ὁ Βαρ­λα­άμ. Καί ὅ­λοι πί­στευ­αν ὅ­τι εἶ­ναι ἡ κο­ρυ­φή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως καί πα­ρα­δό­σε­ως. Μό­λις δι­ά­βα­σε λί­γες γραμ­μές ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος λέ­ει «εἶ­ναι αἱ­ρε­τι­κό τό κεί­με­νο». Ἔ­κα­νε τόν ἀν­τι­πα­πι­κό ὁ Βαρ­λα­άμ, ἀλ­λά ἡ μέ­θο­δος τήν ὁ­ποί­α ἀ­κο­λου­θοῦ­σε προ­έ­δι­δε τήν ἐ­ξάρ­τη­σή του ἀ­πό τήν πτώ­ση τοῦ πα­πι­σμοῦ, ἀ­πό τήν σχο­λα­στι­κή φι­λο­σο­φί­α. Δι­ό­τι ἡ σκέ­ψη του στη­ρί­ζον­ταν σέ συλ­λο­γι­σμούς ἀν­θρω­πί­νους καί ὄ­χι στήν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Θε­οῦ δι­ά τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ στήν Πα­λαι­ά καί Και­νή Δι­α­θή­κη καί στούς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ φι­λο­σο­φί­α, λοι­πόν, γι­ά τόν Βαρ­λα­άμ εἶ­χε λυ­τρω­τι­κή ση­μα­σί­α, λυ­τρω­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, καί ζη­τοῦ­σε οὔ­τε λί­γο οὔ­τε πο­λύ τήν ἐκ­φι­λο­σό­φη­ση τῆς πί­στε­ως. Ἔ­πρε­πε δη­λα­δή, ἔ­λε­γε ὁ Βαρ­λα­άμ, νά γί­νει κα­νείς φι­λό­σο­φος, γι­ά νά μπο­ρέ­σει νά σω­θεῖ. Ἕ­νας «ἐ­λι­τι­σμός» στόν χῶ­ρο τῆς πί­στε­ως, στόν χῶ­ρο τῆς σω­τη­ρι­ο­λο­γί­ας. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ἀ­παν­τοῦ­σε ὅ­τι ὁ Θε­ός πάν­τας ἀν­θρώ­πους θέ­λει σω­θῆ­ναι, εἴ­τε ξέ­ρου­με γράμ­μα­τα, εἴ­τε δέν ξέ­ρου­με. Ἔ­χου­με μι­ά ἄλ­λη παι­δεί­α μέ­σα στήν καρ­δι­ά μας, τήν παι­δεί­α καί τήν νου­θε­σί­αν τοῦ Θε­οῦ. Καί δέν στη­ρι­ζό­μα­στε στά ἀν­θρώ­πι­να γράμ­μα­τα. Τώ­ρα κα­τα­νο­εῖ­τε γι­α­τί κα­τε­δί­κα­σα ὅ­λα τά πτυ­χί­α πού μέ τήν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ μπό­ρε­σα νά ἀ­πο­κτή­σω. Μη­δέν καί κά­τω τοῦ μη­δε­νός εἰς τήν σω­τη­ρί­α. Ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ καί τό ἄ­νοιγ­μα τῆς καρ­δι­ᾶς σ’ αὐ­τή τή Χά­ρη εἶ­ναι ἡ δυ­να­τό­τη­τα τῆς σω­τη­ρί­ας μας καί ὄ­χι τά γράμ­μα­τα. Ὄ­χι ἡ ἐ­πί­δει­ξη γνώ­σε­ων. Ὅ­λα αὐ­τά μπο­ροῦν νά ὠ­φε­λή­σουν σέ πρα­κτι­κά θέ­μα­τα, νά κη­ρύ­ξεις κα­λύ­τε­ρα, νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις μι­ά ὑ­ψη­λό­τε­ρη γλώσ­σα, ἀλ­λά τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, τά προ­σόν­τα αὐ­τά τά κο­σμι­κά γί­νον­ται ἡ ἀ­φορ­μή τῆς πτώ­σε­ώς μας. Δι­ό­τι «φυ­σι­οῦ­ται» ὁ ἄν­θρω­πος. Ἀ­πο­κτᾶ ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­παρ­ση, στη­ρι­ζό­με­νος εἰς τίς γή­ι­νες γνώ­σεις του. 
Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς στή συ­νέ­χει­α γί­νε­ται ὑ­πε­ρα­σπι­στής τοῦ μο­να­χι­σμοῦ, τοῦ μο­να­χι­σμοῦ τῆς πα­τε­ρι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως, τόν ὁ­ποῖ­ον πο­λε­μοῦ­σε ὁ Βαρ­λα­άμ. Ξέ­ρε­τε ἡ Δύ­ση εἶ­χε χά­σει τόν αὐ­θεν­τι­κό μο­να­χι­σμό, ὅ­πως εἶ­χε χά­σει καί τήν ἀ­λη­θι­νή θε­ο­λό­γη­ση. Ἡ ἀ­λη­θι­νή θε­ο­λό­γη­ση περ­νά­ει μέ­σα ἀ­πό τήν ἀ­σκη­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί πρά­ξη, δη­λα­δή ἡ Θε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι καρ­πός ἀ­σκή­σε­ως, ἀ­νοίγ­μα­τος τοῦ ἀν­θρώ­που στήν Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Ἡ Θε­ο­λο­γί­α δέν εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση δι­α­νο­η­τι­κή. Ὅ­ταν σπού­δα­ζα στή Δύ­ση, ἔ­μα­θα τήν φρά­ση «l­a­v­o­ro da t­a­v­o­l­i­no», ἐρ­γα­σί­α τοῦ τρα­πε­ζι­οῦ, τοῦ γρα­φεί­ου. Δέν εἶ­ναι αὐ­τή ἡ Θε­ο­λο­γί­α. Ἡ Θε­ο­λο­γί­α γεν­νι­έ­ται μέ­σα στήν καρ­δι­ά τοῦ ἀν­θρώ­που, μέ τόν φω­τι­σμό τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τήν Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Δι­α­φο­ρε­τι­κά συν­τάσ­σου­με ὡ­ραῖ­α κεί­με­να, τά ὁ­ποῖ­α ὅ­μως δέν μπο­ροῦν νά μᾶς ὁ­δη­γή­σουν στήν Θε­ο­λο­γί­α, δι­ό­τι δέν εἶ­ναι καρ­πός ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας.
 Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς στή συ­νέ­χει­α εἶ­ναι ὁ Θε­ο­λό­γος τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος. Ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ, λέ­γει, εἶ­ναι ἄ­κτι­στη, δέν εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γη­μέ­νη χά­ρις, κτι­στή χά­ρις, g­r­a­t­ia c­r­e­a­ta. Οἱ θε­ού­με­νοι εἶ­ναι οἱ αὐ­θεν­τί­ες καί ὄ­χι τά κεί­με­να. Αὐ­τό τό εἶ­χε ὑ­πο­στη­ρί­ξει πρῶ­τον ἕ­νας μι­κρα­σι­ά­της Θε­ο­λό­γος, Πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στό κέν­τρον τῆς Εὐ­ρώ­πης, στό Λού­γδου­νον, τήν Λυ­ών, ὁ Ἅ­γι­ος Εἰ­ρη­ναῖος, τόν 2ο αἰ. Ὅ­τι αὐ­θεν­τί­ες στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν εἶ­ναι τά κεί­με­να, ἀλ­λά εἶ­ναι ὁ θε­ού­με­νος, ὁ ἅ­γι­ος. Αὐ­τός εἶ­ναι αὐ­θεν­τί­α. Ὁ προ­φή­της, ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ὁ Πα­τέ­ρας καί ἡ Μη­τέ­ρα ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων. Αὐ­τός πού φτά­νει στήν θέ­ω­ση. Οἱ θε­ο­λό­γοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, λοι­πόν, εἶ­ναι οἱ θε­ό­πτες, εἶ­ναι οἱ προ­φῆ­τες πού ὀ­νο­μά­ζον­ται στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη «Ρο­έ» ἀ­πό τό ἑ­βρα­ϊ­κό ρῆ­μα «ρα­ά» (αὐ­τό δέν εἶ­ναι ἐ­πί­δει­ξη, εἶ­ναι γνω­στό­τα­το). Τό ρῆ­μα «ρα­ά» ση­μαί­νει βλέ­πω. Προ­φῆ­τες εἶ­ναι οἱ βλέ­πον­τες. Τί βλέ­πουν; Τήν Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, τήν ἄ­κτι­στη. (Ἔ­χει ἕ­να σπου­δαῖ­ο βι­βλί­ο ὁ σε­βα­στός καί ἀ­γα­πη­τός συ­να­γω­νι­στής, ὁ π. Ἱ­ε­ρό­θος Βλά­χος, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου: «Οἱ βλέ­πον­τες»­). Ἔτ­σι, λοι­πόν, οἱ Θε­ο­λό­γοι εἶ­ναι οἱ θε­ό­πτες. Οἱ Θε­ο­λό­γοι εἶ­ναι αὐ­τοί πού βλέ­πουν τό ἄ­κτι­στο φῶς, αὐ­τοί πού φθά­νουν εἰς τήν θε­ο­πτί­αν. Καί κά­τι ἄλ­λο. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τόν Βαρ­λα­άμ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ζη­τοῦ­σε τήν ἐκ­φι­λο­σό­φη­ση τῆς πί­στε­ως καί τό­νι­ζε ἰ­δι­αί­τε­ρα τίς φι­λο­σο­φι­κές γνώ­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που ὡς πα­ρά­γον­τα σω­τη­ρι­ο­λο­γί­ας, ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς ἱ­ε­ραρ­χεῖ τήν σο­φί­α-παι­δεί­α. Ἔ­χου­με, δι­δά­σκει, τήν θύ­ρα­θεν, τήν κο­σμι­κή σο­φί­α-παι­δεί­α πού παίρ­νου­με στά σχο­λεῖ­α, καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή σο­φί­α-παι­δεί­α πού παίρ­νου­με μέ­σα ἀ­πό τόν πνευ­μα­τι­κό ἀ­γώ­να. Ὁ­πό­τε, λοι­πόν, αὐ­τό περ­νά­ει στό Συ­νο­δι­κόν τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἐξ ἀ­φορ­μῆς τοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Ἰ­τα­λοῦ καί ἄλ­λων νο­θευ­τῶν τῆς πί­στε­ως. Εἶ­ναι τό πε­ρί­φη­μο ἐ­κεῖ­νο: «τοῖς τά ἑλ­λη­νι­κά δι­ε­ξι­οῦ­σι μα­θή­μα­τα, οὐ πρός παί­δευ­σιν μό­νον, ἀλ­λά καί ταῖς μα­ταί­αις αὐ­τῶν γνώ­μαις ἑ­πο­μέ­νοις καί ὡς ἀ­λη­θέ­σι πι­στεύ­ου­σι, ἀ­νά­θε­μα»! Τό ἀ­νά­θε­μα δέν εἶ­ναι, ὅ­πως νο­μί­ζουν πολ­λοί, κα­τά­ρα. Τό ἀ­νά­θε­μα ση­μαί­νει χω­ρι­σμός. Οἱ ἀ­να­θε­μα­τι­ζό­με­νοι δέν ἀ­νή­κουν στό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί ὀρ­θά πρέ­πει νά ἐκ­φω­νεῖ­ται «πᾶ­σι τοῖς αἱ­ρε­τι­κοῖς ἀ­νά­θε­μα». Τά γράμ­μα­τα, δη­λα­δή, δέν μᾶς σώ­ζουν. Τό πρό­βλη­μα εἶ­ναι νά με­λε­τᾶς φυ­σι­κή, ἀ­στρο­φυ­σι­κή, καί νά νο­μί­ζεις ὅ­τι αὐ­τό μπο­ρεῖ νά σέ σώ­σει. Ἄλ­λο ἡ ἐκ­παί­δευ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, (αὐ­τά κα­θο­ρί­ζον­ται ἀ­πό τόν Γρη­γό­ρι­ον τόν Θε­ο­λό­γον τόν 4ο αἰ­ώ­να) καί ἄλ­λο τό θέ­μα τῆς σω­τη­ρί­ας, τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τός μας. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς δι­α­κρί­νει δύ­ο σο­φί­ες, δύ­ο γνώ­σεις. Ὅ­πως καί ὅ­λοι ὅ­σοι ἀ­κο­λου­θοῦν τήν πα­ρά­δο­ση ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο καί τόν Ἰ­ά­κω­βο τόν Ἀ­δελ­φό­θε­ο μέ­χρι τόν Εὐ­γέ­νι­ο Βούλ­γα­ρη. Δέ­χε­ται ὅ­τι ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψις εἶ­ναι ὑ­πέρ κα­τά­λη­ψιν. Δέ­χε­ται ὅ­τι ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψις τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὁ Ἀ­λη­θι­νός Λό­γος τοῦ Θε­οῦ. Θά σᾶς πῶ δέ κά­τι πού κά­ποι­ους θά τούς ξε­νί­σει. Ἐ­μεῖς λέ­με συ­νή­θως ἡ Βί­βλος, ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή πε­ρι­έ­χει τό Λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Δέν εἶ­ναι ἡ Βί­βλος ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά εἶ­ναι κα­τα­γρα­φή τῆς Ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως τοῦ Θε­οῦ στήν καρ­δι­ά τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν Προ­φη­τῶν καί τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Ὁ Θε­ός δέν ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ μέ γλῶσ­σα ἀν­θρώ­πι­νη. Ὁ Θε­ός δέν ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ μέ κεί­με­να. Ὁ Θε­ός ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ, εἰ­σερ­χό­με­νος δι­ά τοῦ Ἀ­κτί­στου Φω­τός Του μέ­σα στήν καρ­δι­ά τοῦ ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος φθά­νει νά γί­νει δε­κτι­κός τῆς Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ. Ἑ­πο­μέ­νως ἡ Βί­βλος δέν εἶ­ναι ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ κα­θε­αυ­τόν, εἶ­ναι «λό­γος πε­ρί τοῦ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ». Προ­η­γεῖ­ται ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς κα­τα­γρα­φῆς της, τοῦ γράμ­μα­τος, τῆς Βί­βλου. Πι­στεύ­ω νά ἔ­γι­να κα­τα­νο­η­τός. Ἐ­κεῖ μᾶς ὁ­δη­γεῖ ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς. Ἐ­μεῖς μι­λοῦ­με συ­νε­χῶς γι­ά τήν Γρα­φή ὡς τόν Λό­γον τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι «λό­γος γι­ά τόν Λό­γο τοῦ Θε­οῦ». Ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἡ φα­νέ­ρω­ση τῆς Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ μέ­σα στήν καρ­δι­ά τῶν Προ­φη­τῶν, τῶν Ἀ­πο­στό­λων καί ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων. 


Ἡ Μέλλουσα Πανορθόδοξος Σύνοδος

Ἀ­γα­πη­τοί ἀ­δελ­φοί, οἱ Σύ­νο­δοι τοῦ 14ου αἰ­ῶ­νος δι­α­τυ­πώ­νουν τήν θε­ο­λο­γί­α πε­ρί τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Πα­ρά­δο­ση δέ­χε­ται αὐ­τές τίς Συ­νό­δους ὡς 9η Οἰ­κου­με­νι­κή καί πα­νορ­θό­δο­ξα γί­νε­ται αὐ­τό ἀ­πο­δε­κτό ἀ­πό γνω­στούς Θε­ο­λό­γους. Δι­ό­τι καί ἡ Σύ­νο­δος αὐ­τή, ὅ­πως καί ἡ 8η τό 879, δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν ρι­ζι­κά τήν ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, στήν πα­τε­ρι­κή συ­νέ­χει­ά της, ἀ­πό τόν χρι­στι­α­νι­σμό τῆς Δύ­σε­ως. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, λοι­πόν, μέ τήν θε­ο­λο­γί­α του, καρ­πό τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος μέ­σα στήν φω­τι­σμέ­νη ἀ­πό τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα καρ­δι­ά του, εἶ­ναι ὁ Πα­τέ­ρας τῆς 9ης Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου. 
Ἕ­να ἐ­πί­και­ρο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι: Ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει πα­νορ­θό­δο­ξος Σύ­νο­δος τί θά κά­νει; Ἑ­τοι­μά­ζε­ται αὐ­τή ἡ Σύ­νο­δος, γι­ά νά μᾶς ὁ­δη­γή­σει, ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με καί ὅ­πως βλέ­που­με, στήν ἀ­πο­δο­χή τοῦ πα­πι­σμοῦ καί τοῦ Προ­τε­σταν­τι­σμοῦ ὡς αὐ­θεν­τι­κῶν χρι­στι­α­νι­σμῶν. Αὐ­τό εἶ­ναι τό τρα­γι­κό. Εὔ­χο­μαι νά μή γί­νει πο­τέ. Ἀλ­λά ἐ­κεῖ ὁ­δη­γοῦν­ται τά πράγ­μα­τα. Ἐ­άν, λοι­πόν, συ­νέλ­θει ἡ Πα­νορ­θό­δο­ξος Σύ­νο­δος, πού θά ἔ­χει τόν χα­ρα­κτή­ρα γι­ά μᾶς Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, ἐ­άν συ­νέλ­θει καί δέν δε­χθεῖ με­τα­ξύ τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων τήν 8η καί τήν 9η, θά εἶ­ναι ψευ­δο­σύ­νο­δος. Ὅ­πως ἡ Σύ­νο­δος Φε­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας. Καί τό­τε ἐ­πε­βλή­θη ἀ­πό κά­ποι­ους δε­σπο­τά­δες Ἀ­να­το­λι­κούς καί Δυ­τι­κούς, ἐ­πε­βλή­θη ἡ Σύ­νο­δος Φε­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας, ἀλ­λά ἦ­ταν ἀρ­κε­τή ἡ ἀν­τί­στα­ση ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι κά­ποι­ων κο­ρυ­φῶν τῆς πα­ρα­δό­σε­ώς μας, ὅ­πως ὁ Ἅ­γι­ος Μάρ­κος ὁ Εὐ­γε­νι­κός, ὥ­στε τε­λι­κά νά χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ψευ­δο­σύ­νο­δος. Αἱ­ρε­τι­κή Σύ­νο­δος, ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νη Σύ­νο­δος, ἡ Σύ­νο­δος Φε­ρά­ρας-Φλω­ρεν­τί­ας. 
Ἡ μέλ­λου­σα νά συ­νέλ­θει, λοι­πόν, Πα­νορ­θό­δο­ξος Σύ­νο­δος θά κρι­θεῖ σ’ αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο. Ἐ­άν πα­ρα­κάμ­ψει αὐ­τές τίς δύ­ο Συ­νό­δους πού το­πο­θε­τοῦν τήν ὀρ­θο­δο­ξί­α ἀ­πέ­ναν­τι στόν Δυ­τι­κό χρι­στι­α­νι­σμό. Ἐ­κεῖ εἶ­ναι τό κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα. Αὐ­τοί θέ­λουν νά πα­ρου­σι­ά­σουν τήν ἑ­νό­τη­τα, ὅ­τι ὁ Δυ­τι­κός Χρι­στι­α­νι­σμός εἶ­ναι πα­ράλ­λη­λη μορ­φή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων. Ἐ­κεῖ κά­ποι­οι ἐρ­γά­ζον­ται, πρός τά ἐ­κεῖ κά­ποι­οι θέ­λουν νά ὁ­δη­γή­σουν. Ὁ Θε­ός ὅ­μως εἶ­ναι πά­νω ἀ­πό ὅ­λους μας. 
Ἕ­να ψευ­δο­ε­πι­χεί­ρη­μα, λοι­πόν, πού κυ­κλο­φο­ρεῖ­ται στό χῶ­ρο τῆς δι­κῆς μας Θε­ο­λο­γί­ας, τῆς Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῆς Θε­ο­λο­γί­ας, εἶ­ναι ὅ­τι οὐ­δε­μί­α Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος κα­τε­δί­κα­σε τόν Δυ­τι­κό Χρι­στι­α­νι­σμό. Καί ὅ­μως ἔ­χου­με δύ­ο Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, τοῦ 879 καί ἐκείνης τοῦ 14ου αἰ­ῶ­νος, πού δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἀ­πό τόν Δυ­τι­κό Χρι­στι­α­νι­σμό. 
Εἶ­ναι τρα­γι­κό! Δέν ἐ­πι­χαί­ρω, οὔ­τε θρι­αμ­βο­λο­γῶ. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α ὅ­λων μας πρέ­πει νά εἶ­ναι νά συ­ναν­τη­θοῦ­με στήν ἑ­νό­τη­τα τῶν Προ­φη­τῶν, τῶν Ἀ­πο­στό­λων καί τῶν Πα­τέ­ρων ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων. Δι­α­φο­ρε­τι­κά κά­θε ἕ­νω­ση θά εἶ­ναι ψευ­δέ­νω­σις καί ὄ­χι μό­νον αὐ­τό, ἀλ­λά θά κα­τα­στρέ­φει καί θά δι­α­στρέ­φει κά­θε προ­σπά­θει­α, εἰ­λι­κρι­νή προ­σπά­θει­α, πού θέ­λει νά ὁ­δη­γη­θεῖ στό θέ­μα τῆς σω­τη­ρί­ας. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς ἐ­λέγ­χει τήν ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Ὑ­πάρ­χει σύγ­χυ­ση. Σχε­τι­κο­ποί­η­ση τῆς πί­στε­ως, πο­λι­τι­κοί συμ­βι­βα­σμοί. Οἱ δι­ά­λο­γοι οἱ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοί εἶ­ναι ἀ­πο­μί­μη­ση τῶν πο­λι­τι­κῶν συ­ζη­τή­σε­ων. Ἔτ­σι, ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς -γι’ αὐ­τό δέν γί­νε­ται εὐ­χά­ρι­στα δε­κτός- ἐμ­πνέ­ει δι­ά­θε­ση ὁ­μο­λο­γί­ας καί μαρ­τυ­ρί­ου ἀ­κό­μη, ἄν ὁ Θε­ός τό ἐ­πι­τρέ­ψει, στήν ἐ­πο­χή μας. Βο­η­θεῖ, ἐ­πί­σης, στή συ­νέ­χει­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πα­ρα­δό­σε­ως. Ἡ ἐ­πα­νέκ­φρα­ση τῆς Πί­στε­ως μέ τά μέ­σα κά­θε ἐ­πο­χῆς δέν ἔ­χει τί­πο­τε τό κοι­νό μέ τήν ἀ­να­ζη­τού­με­νη ἀ­πό δι­κούς μας θε­ο­λό­γους Οἰ­κου­με­νι­στές «ἐ­πα­νερ­μη­νεί­α» τῆς πί­στε­ως. Δέν εἶ­ναι θέ­μα ἐ­πα­νερ­μη­νεί­ας, πῶς θά κα­τα­νο­ή­σου­με λ.χ. τό πα­πι­κό πρω­τεῖ­ο. Συγ­γνώ­μη γι­ά τήν φρά­ση, καί ὁ σκύ­λος χορ­τά­τος καί ἡ πί­τα ἀ­φά­γω­τη! Μά εἶ­ναι αὐ­τά σο­βα­ρά πράγ­μα­τα, ὅ­ταν παί­ζου­με «ἐν οὐ παι­κτοῖς»; Ὅ­ταν παί­ζου­με μέ τή σω­τη­ρί­α; Ὅ­ταν παί­ζου­με μέ τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα; Δι­α­γρά­φου­με ὅ­λους τούς Ἁ­γί­ους ἐν ὀ­νό­μα­τι τῶν Ἁ­γί­ων. Δι­ό­τι τό πνεῦ­μα, τό ὁ­ποῖ­ον κυ­ρι­αρ­χεῖ, εἶ­ναι νά ἐκ­θει­ά­ζου­με τούς Ἁ­γί­ους. Κι ὅ­πως, μα­κα­ρί­της τώ­ρα, Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος ἔ­λε­γε: Δε­χό­με­θα τόν Μάρ­κο τόν Εὐ­γε­νι­κό καί τόν τι­μᾶ­με. Ἐ­κεῖ­νος ἔτ­σι ἔ­πρε­πε νά μι­λή­σει στήν ἐ­πο­χή του, ἐ­μεῖς μι­λοῦ­με μέ τόν δι­κό μας τρό­πο στήν δι­κή μας ἐ­πο­χή. Κά­τι πα­ρό­μοι­ο ἐ­λέ­χθη. Ὁ Χρι­στός ὅ­μως εἶ­ναι πάν­τα ὁ αὐ­τός «πα­ρα­τει­νό­με­νος εἰς τούς αἰ­ῶ­νες». Καί ἡ πί­στη πού σώ­ζει εἶ­ναι μί­α συν­τα­γή, ἕ­να φάρ­μα­κο πού δέν ἀλ­λοι­ώ­νε­ται, δέν δέ­χε­ται ἀλ­λα­γές. Εἶ­ναι μί­α καί ἑ­νι­αί­α ἡ πί­στις. Ἡ ἀ­πο­δο­χή τοῦ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τήν ἐμ­πει­ρί­α τῶν Ἁ­γί­ων, γι­ά νά γί­νει καί δι­κή μας ἐμ­πει­ρί­α. 
Ἡ κα­τα­νό­η­ση, λοι­πόν, τῶν Ἁ­γί­ων, ὅ­πως ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς, θέ­τει τό πρό­βλη­μα τῆς ἀ­πο­δο­χῆς τῆς γλώσ­σας τῶν Ἁ­γί­ων. Ἡ γλώσ­σα τῶν Ἁ­γί­ων εἶ­ναι ἡ ἔκ­φρα­ση τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πα­ρα­δό­σε­ως. Μέ αὐ­τή τή σκέ­ψη κα­τα­λή­γω κι εὔ­χο­μαι ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς νά συ­νο­δεύ­ει τή ζω­ή μας. Κα­λόν τό ὑ­πό­λοι­πον Στά­δι­ον τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς καί Κα­λή Ἀ­νά­στα­ση!

Ċ
orthodoxia.pat@freemail.gr,
30 Ιουλ 2009, 1:32 π.μ.
Comments