1. «Που θα πας ρε ηλίθιε;»

Τα βλέφαρά μου βάραιναν πίσω από το τιμόνι της Άλφα Τζουλιέτα, λευκές γραμμές στη μαύρη άσφαλτο όσο Εκείνη κοιμόταν δίπλα, γαλήνια. Οδηγούσα συνεχόμενα μέσα στη νύχτα κουβαλώντας ένα εκατομμύριο σε δερμάτινη βαλίτσα πίσω στο πορτ μπαγκάζ, τη Βέρα  που ξεκουραζόταν στη σκληρή θήκη της αγκαλιά μ΄ένα Βάλτερ και δυο μεγάλα προβλήματα. Επειδή βλέπεις τα λεφτά ήταν σημαδεμένα, δεν μπορούσα να ξοδέψω ούτε σέντσι χωρίς να με πάρουν χαμπάρι. Κι όλοι οι μπάτσοι της περιφέρειας με είχαν στρώσει στο κυνήγι –δεν το έκοβα ν΄αντέχω για πολύ.

Γύρισα να την κοιτάξω, τα μάτια της πετάριζαν κάτω απ’τα κλειστά βλέφαρα, μάλλον ονειρευόταν. Και τότε είδα ένα ακόμα πρόβλημα -η γάζα που τύλιγε πρόχειρα τον αριστερό της ώμο είχε μουσκέψει στο αίμα –έπρεπε να βρω σύντομα γιατρό κι έπρεπε να τη βγάλω ζωντανή από αυτή την ποντικοπαγίδα. Γιατί της το είχα υποσχεθεί, θα την πήγαινα νότια –σ΄ένα βουνίσιο σπίτι με θέα τη θάλασσα κι αγριοτριανταφυλλιές που στεφανώνουν τα παράθυρα, από κει θα χαζεύαμε τα χρόνια να περνάνε. Έτριψα τα μάτια μου μπας και ξυπνήσω, η μαύρη άσφαλτος, οι λευκές διαχωριστικές γραμμές, ένα ατέλειωτο χαντάκι δεξιά μου πριν αρχίσουν τα χωράφια –τι να είχαν σπαρμένο στα χωράφια αυτή την εποχή; Μπαμπάκι, καπνό ή σκέτα αγριόχορτα; Κάτι κοπάνησε τον προφυλακτήρα της Άλφα Τζουλιέτα, έσφιξα το τιμόνι και σκέφτηκα οτι τελικά υπήρχαν σημαντικότερα πράγματα από τις αγροτικές καλλιέργειες -Εκείνη πετάχτηκε κοιτάζοντας γύρω της.

«Τι έγινε;» μουρμούρισε μισοκοιμισμένη ακόμα.

«Τίποτα –κάποιο σκουπίδι στη μέση του δρόμου», είπα εγώ.

Κοίταξα κλεφτά τον καθρέφτη του παρμπρίζ, ο όγκος πίσω μας είχε πάρει να χάνεται –σκυλί ή κάτι παρόμοιο. Να θυμηθώ να ελέγξω τη ζημιά στον προφυλακτήρα κάποια στιγμή που θα σταματήσουμε.

Γύρισα στο πλάι να τη δω. Κοιμόταν ξανά –μήπως έπρεπε ν’ανησυχήσω; Η γάζα στον ώμο της όλο και πότιζε αίμα.

«Κοίτα ν’αντέξεις ρε γαμώτο, μέχρι να φτάσουμε», ψιθύρισα. «Θα τα καταφέρουμε -να δεις».

«Θ’αντέξω μην ανησυχείς», απάντησε με μισοσβησμένη φωνή.

Δεν κοιμόταν τελικά.

Την είχα γνωρίσει σ΄ένα βρωμερό επαρχιακό εστιατόριο, αφού πλακώθηκα στις φάπες με τους δικούς της. Έπινα ήσυχα τη μπύρα μου προσπαθώντας να χωνέψω κάτι που έμοιαζε με γατί στη σχάρα αλλά το πούλαγαν για ψητό κοτόπουλο και τότε ακριβώς μπήκαν. Τρεις κουστουμάτοι με δυο γυναίκες, η μια δεν βλεπόταν με τίποτα λιγότερο από μισό μπουκάλι βότκα. Η άλλη όμως ήταν Εκείνη. Ότι ονειρεύτηκες σε συσκευασία γυναίκας. Μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα αλογοουρά, μάτια που μπορούσαν για πλάκα να ρίξουν έναν άντρα στα γόνατα –αλλά το χειρότερο ήταν τα χείλια της. Κατακόκκινα και αδηφάγα, έπρεπε το συντομότερο δυνατό να χαμογελάσουν από μια δικιά μου κουβέντα, το είχα ανάγκη αυτό. Για την ώρα.

Δεν ξέρω για πόση ώρα την κοίταζα, μάλλον για πολλή, επειδή κάποια στιγμή μου χαμογέλασε σηκώνοντας τους ώμους αμήχανα. Εντάξει. Σήκωσα κι εγώ το ποτήρι μου, αλλά ήταν άδειο –παράγγειλα λοιπόν μια ακόμα μπύρα. Είχα δει οτι κι εκείνη το ίδιο έπινε, οπότε γέμισα το ποτήρι μου και έδωσα το μπουκάλι στο γκαρσόνι.

«Πήγαινε να γεμίσεις και το ποτήρι της κοπέλας απέναντι», του είπα.

Με κοίταζε σα χάχας.

«Πήγαινε ρε παιδάκι μου –τι σκατά περιμένεις;» αγανάκτησα.

Το γκαρσόνι πήγε, εκείνη ξεκαρδίστηκε στα γέλια, η άλλη γυναίκα της παρέας χλόμιασε και οι κουστουμάτοι με κοίταξαν. Σήκωσα πάλι το ποτήρι, τους χαιρέτησα. Στο βάθος η τηλεόραση έδειχνε κάτι ξανθιές που τσιρίζανε σαν κλώσες ετοιμόγεννες.

Ο διπλανός της κουστουμάτος είχε σκύψει να της πει κάτι, εκείνη τον αγνόησε και ήπιε τη μπύρα μονορούφι. Χαμογέλασα ανάβοντας τσιγάρο. Μάζεψα και τα πόδια μου, έσπρωξα λίγο την καρέκλα να ξεμπλοκάρει από το τραπέζι κι ετοιμάστηκα επειδή οι κουστουμάτοι έρχονταν ήδη προς το μέρος μου.

«Τι συμβαίνει ρε φίλε;» ρώτησε ο πρώτος που με πλησίασε.

«Δεν είμαι φίλος σου», του το ξέκοψα για να μην ελπίζει τζάμπα.

«Τι ήταν αυτό με τη μπύρα;» ρώτησε ο άλλος.

«Η καλή πράξη της ημέρας –έχω κάνει στους προσκόπους, γι΄αυτό», του εξήγησα.

«Μάζεφτα και φύγε», είπε πάλι ο πρώτος.

Ο τρίτος κοίταζε σιωπηλός, με ανησυχούσε κάπως αυτό.

«Που΄σαι παιδί!» έκανα ψάχνοντας τριγύρω.

Το γκαρσόνι τσακίστηκε επειδή βρώμαγε σκυλοκαβγάς.

«Κάνε λογαριασμό», του είπα.

Το γκαρσόνι ξεκίνησε να φεύγει, το ίδιο κι οι κουστουμάτοι.

«Και φέρε έναν καφέ σκέτο με τίποτα γλυκάκι μπας και χωνέψω το γατί που με τάισες», φώναξα στο γκαρσόνι πριν απομακρυνθεί.

Όλα φρέναραν τριγύρω, το γκαρσόνι ένευσε βιαστικά πριν το βάλει στα πόδια, οι κουστουμάτοι ήρθαν πάνω απ΄το κεφάλι μου.

«Αν είναι να το ξενυχτήσουμε καθίστε κάτω γαμώ το κέρατό μου!» νευρίασα.

«Ρε δε σου είπαμε να φύγεις;» φώναξε ο δεύτερος κουστουμάτος.

«Ναι και;» απόρησα.

Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, υπολόγισα οτι τώρα θ΄αρχίζανε τα κουτουλίδια, την ώρα λοιπόν που πήγαιναν να με ζώσουν πετάχτηκα από την καρέκλα και κοπάνησα τον κοντινότερό μου με το μπουκάλι της μπύρας. Δεν τον πέτυχα καλά, όμως του τσάκισα τη μύτη. Οι υπόλοιποι όρμηξαν με την προηγούμενη φόρα τους, βρεθήκαμε στα μωσαϊκά ανάμεσα σε σπασμένα πιάτα και λαδωμένα τραπεζομάντιλα. Διπλώθηκα σα νεροσκούληκας για να μη με πετύχουν, μετά τίναξα τα πόδια κι ότι πετύχω. Κάποιος βόγκηξε οπότε ξανακλώτσησα. Μαλακίες, σε λίγο χάθηκε η μπάλα κι έβρεχε κλωτσίδια –κάποια στιγμή είδα τον κόσμο καπιτονέ, έφταιγε ο τρίτος ο μουλωχτός, όταν καθάρισαν τα μάτια μου απ’το αίμα τον είδα να στριφογυρίζει ένα σιδερένιο πτυσσόμενο γκλοπ, χέστηκα κανονικά και το γύρισα στο έρπην. Έφαγα μερικές στην πλάτη αλλά κατάφερα να σηκωθώ, έφτασα στις γυναίκες που κρατάγανε τις γωνιές του τραπεζιού με ξασπρισμένες κλειδώσεις.

«Πολύ ξύλο για να σου πάρω μια κουβέντα –ελπίζω ν’αξίζει τον κόπο», της είπα.

Χαμογέλασε αλλά μετά άνοιξε τα μελένια της μάτια ορθάνοιχτα και ούρλιαξε. Εγώ την έφαγα πίσω απ΄τ’αυτιά κι έκαψα ασφάλειες. Πολύ σκοτάδι απότομα.

Μπροστά μου αντανακλούσαν οι πινακίδες από τα φώτα της Άλφα Τζουλιέτα, «επικίνδυνη στροφή δεξιά», «όριο ταχύτητας 50 χλμ.», κατέβασα τρίτη και πάτησα τέρμα γκάζι. Πίσω μου το σκοτάδι και το τίποτα -καλά πηγαίναμε. Υπολόγιζα οτι σε καμιά κατοσταριά χιλιόμετρα θα άλλαζα νομό, κάπου εκεί θα μου την είχαν στημένη. Βλέπεις οι μπάτσοι είναι σαΐνια στη γεωγραφία όταν πρόκειται να λουφάρουν. Μηδένισα τον μερικό χιλιομετρητή, όταν θα έδειχνε μια εξηντάρα έπρεπε να βγω από τον κεντρικό δρόμο. Να αποφύγω τα χωριά και να αλλάξω νομό μέσα από τις παρακαμπτήριες –μέσα στη μαυρίλα της νύχτας το πιθανότερο ήταν να καταλήξουμε φυτεμένοι στα χωράφια. Τι να είχαν σπαρμένο άραγε τέτοια εποχή; Μπαμπάκι ή καπνό; Άνοιξα το παράθυρο κι άναψα τσιγάρο.

Είχα ξυπνήσει με πονοκέφαλο, σπασμένα τούβλα δίπλα στο πρόσωπό μου και μια έντονη μυρωδιά φρεσκοπηγμένου τσιμέντου –με τα χίλια ζόρια κατόρθωσα να σταθώ στα πόδια μου. Με είχαν παρατήσει σε μια οικοδομή, κολλητά με το βρωμο-εστιατόριο, διψούσα και το κεφάλι μου ζύγιζε όσο ένα τριαξονικό. Ακούμπησα στο κοντινότερο ντουβάρι, ζαλιζόμουν και τότε είδα οτι υπήρχαν κάτι κέρματα στο τσιμεντένιο πάτωμα, έσκυψα, τα μέτρησα. Οι μάγκες θεώρησαν σωστό να μου πληρώσουν τη μπύρα που κέρασα στη γκόμενά τους –μάζεψα τα κέρματα και τα έβαλα στην τσέπη μου, οι τύποι δεν έδειχναν και πολύ χουβαρντάδες αλλά με την οικονομική κρίση των ημερών μια κερασμένη μπύρα ήταν πάντα ευπρόσδεκτη. Έριξα μια ματιά στο ρολόι μου που είχε σταματήσει στις 10 και τέταρτο –υπέθεσα λοιπόν οτι εκείνη την ώρα πρέπει ν’άρχισε το κλωτσίδι. Το πρώτο που χρειαζόμουν ήταν να μάθω πόση ώρα είχε περάσει από τότε, επειδή ήμουνα σ΄αυτή την κωλόπολη για δουλειά κι αν δεν βρισκόμουν σε συγκεκριμένο μέρος στις 12 ακριβώς, το βρωμόξυλο που είχα αρπάξει θα ήταν η τελευταία μου ευχάριστη ανάμνηση από τον κόσμο των ζωντανών. Κατέβηκα τη σκάλα τρεκλίζοντας, σε μια στροφή της πιάστηκε το παντελόνι μου από κάποιο καρφί, βλαστήμησα, βόγκηξα και συνέχισα να κατεβαίνω.

 Βιαζόμουν, δεν είχα χρόνο ούτε κεφάλι να με πονέσει ούτε τίποτα.

Ξαναμπήκα στο βρωμερό εστιατόριο, το γκαρσόνι με θυμήθηκε, τσακίστηκε να κρυφτεί πίσω από τον πάγκο αλλά δεν είχα καιρό για τέτοια. Χώθηκα λοιπόν πίσω του.

«Να σου πω ρε πατριώτη...» μούγκρισα.

Το γκαρσόνι κοίταζε τριγύρω από που να φύγει.

«Μην κάνεις έτσι μωρέ αδερφάκι! Δυο ερωτησούλες κι έφυγα!»

Με κοίταξε δύσπιστος.

«Κατά πρώτον τι ώρα είναι».

Σήκωσε το ρολόι του.

«11 και 20», είπε.

Μια χαρά –προλαβαίναμε ακόμα να γλιτώσουμε τον κώλο μας.

«Κατά δεύτερον ποιοι ήταν οι τύποι;»

Το γκαρσόνι προσπάθησε φιλότιμα να καταπιεί τη γλώσσα του.

«Λέγε ρε άνθρωπε μην την πληρώσεις εσύ χωρίς να φταις», τον παρότρυνα.

«Για τον κύριο Λεωνίδα λέτε;» έκανε στο τέλος.

«Ξέρω ΄γω για ποιον λέω; Εσύ θα μου πεις», περίμενα.

«Ο κύριος Λεωνίδας ήταν!» είπε το γκαρσόνι θριαμβευτικά.

«Όπερ μεθερμηνευόμενον;»  αναρωτήθηκα.

Το γκαρσόνι μπλόκαρε –κατά πως φαίνεται δεν γνώριζε ξένες γλώσσες.

«Τι είναι αυτός ο κύριος Λεωνίδας ρωτάω», ρώτησα.

«Ε, τι να’ναι;» έκανε το γκαρσόνι.

«Τι να’ναι άραγε; Μπας και φυλάει τα λουτρά εδώ παρακάτω παρέα με τους τρακόσους;» τον βοήθησα.

Πήγε να γελάσει αλλά το΄κοψε επειδή με είδε να βουρλίζομαι.

«Όχι εντάξει», είπε. «Ο κύριος Λεωνίδας είναι συνταξιούχος».

«Τι συνταξιούχος; Εμένα άλλο μου φάνηκε με την κουστουμιά και τη συνοδεία...»

«Συνταξιούχος δικαστής», μου εξήγησε το γκαρσόνι.

Έκανα ένα «αααα» γαϊδουρινό, αρχίζοντας να μπαίνω στο νόημα.

«Και οι γυναίκες;» ρώτησα αμέσως μετά.

«Κόρες του! Η μια ήταν με τον αρραβωνιαστικό της...»

Δεν χρειαζόταν να ρωτήσω για το ποια ήταν η αρραβωνιασμένη.

«Και το επάγγελμα αυτού;» ζήτησα να μάθω.

«Είναι υποδιοικητής στην αστυνομία εδώ πέρα!» έκανε το γκαρσόνι απορημένο, λες κι έπρεπε να το ξέρουμε όλοι μας αυτό.

«Μάλιστα», διαπίστωσα.

Το γκαρσόνι κοίταξε πίσω από τον ώμο μου, γύρισα και είδα έναν χοντρό να πλησιάζει. Το γκαρσόνι τον φοβόταν περισσότερο απ΄οτι φοβόταν εμένα, άρα ο χοντρός ήταν το αφεντικό.

«Που μένει ο δικαστής;» ρώτησα βιαστικά.

Το γκαρσόνι κοίταζε ακόμα πίσω μου.

«Λέγε ρε παιδί μου μη σου ξεριζώσω κάνα αυτί και το δώσω στον χοντρό να το φάει!» φόρτωσα.

«Στο διώροφο το νεοκλασσικό πάνω στην πλατεία», απάντησε βιαστικά.

Ο χοντρός είχε ήδη αριβάρει ξεφυσώντας.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» με ρώτησε.

«Περιμένω το τρόλεϊ», του απάντησα.

«Ρε, άκου να σου πω...» μούγκρισε ο χοντρός.

«Όχι τώρα θείο –βιάζομαι», χαμογέλασα ενώ έφευγα τροχάδην.

Το κεφάλι μου πήρε να βουίζει σα σειρήνα όταν προσπάθησα να το χρησιμοποιήσω για να σκεφτώ.

Είχα βγει στο δρόμο εκείνο το βράδυ, πλησίαζε η ώρα 12, κι ένα ψιλόβροχο κατούραγε τον γιακά του δερμάτινου μπουφάν μου. Αν ήξερα τι με περίμενε παρακάτω θα είχα πάρει το νοικιασμένο μου αμάξι και θα οδηγούσα μέχρι να φτάσω Λαπωνία. Κι ακόμα παραπέρα. Αν ήξερα τι με περίμενε δεν θα πήγαινα καν μέχρι το νοικιασμένο μου αμάξι. Επιτόπου θα άνοιγα μια τρύπα με τα νύχια μου και θα θαβόμουν με συνοπτικές διαδικασίες. Καλύτερα ένας θάνατος από ασφυξία παρά μια ασφυξία δίχως θάνατο. Αλλά δεν ήξερα τότε. Κι έτσι ξεκίνησα για το νοικιασμένο μου αμάξι, υπολόγισα οτι δεν θα μου έπαιρνε πάνω από τέταρτο να φτάσω στο σημείο του ραντεβού.

Δεν ήξερα, τίποτα δεν ήξερα.