Οι θέσεις του Σ.ΕΚ.Α. σχετικά με το «Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας» μεταξύ ΥΠ.ΠΟ.Τ. και ΥΠ.ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ.

αναρτήθηκε στις 26 Νοε 2011, 5:34 π.μ. από το χρήστη Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων   [ ενημερώθηκε 26 Νοε 2011, 5:34 π.μ. ]

Ο σκοπός του μνημονίου

Τα ΜΜΕ έσπευσαν να εκθειάσουν το «Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας», που έχει συνυπογραφεί από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού και το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Σκοπός του Μνημονίου, όπως ρητά ορίζεται, είναι «η διευκόλυνση, η συστηματοποίηση και η επιτάχυνση των αρχαιολογικών εργασιών, καθώς και των εργασιών προστασίας και ανάδειξης μνημείων, στο πλαίσιο κατασκευής Δημοσίων Συγχρηματοδοτουμένων Έργων». Με πρόφαση την οικονομική κρίση (όπως αντίστοιχα συνέβη πριν το 2004 με πρόφαση, τότε, τους Ολυμπιακούς Αγώνες), γίνεται προσπάθεια για «επίσπευση» των αρχαιολογικών εργασιών. Η ανασκαφική διαδικασία όμως είναι μη αναστρέψιμη και όποια στοιχεία χαθούν εξ αιτίας της επίσπευσης που προγραμματίζεται δεν ανακτώνται. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες πέρασαν και κάποια στιγμή θα ξεπεραστεί και η οικονομική κρίση. Όμως, ακόμα και οι ανάγκες ενός ιδιωτικού ή δημοσίου έργου μοιάζουν βραχύχρονες και παροδικές σε σχέση με τους αιώνες ζωής των αρχαίων καταλοίπων, που διαφυλάχθηκαν στην αγκαλιά της γης για αιώνες· δεν ανήκουν σε εμάς, αλλά στις επόμενες γενιές. Είναι εγκληματικό να καταστραφούν στην προσπάθεια επίσπευσης οι μάρτυρες της ιστορίας του τόπου· είναι εγωιστικό, για να εξυπηρετηθούν οι «ανάγκες» μιας γενιάς, να στερηθούν την πολιτιστική τους κληρονομιά οι επόμενες.

Βάσει του Συντάγματος, η δικαιοδοσία για την προστασία των αρχαιοτήτων ανήκει στο Κράτος. Αρμόδιος φορέας για την προστασία, διαφύλαξη και ανάδειξη της πολιτισμικής μας κληρονομιάς είναι το Υπουργείο Πολιτισμού. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία οφείλει να διενεργεί μόνη της, αυτοτελώς και ανεξάρτητα, τις σωστικές ανασκαφές και τις υπόλοιπες αρχαιολογικές εργασίες, με επαρκές μόνιμο προσωπικό, χωρίς να εξαναγκάζεται σε παραχωρήσεις και συμβιβασμούς, όπως είναι το «Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας», βασική μέριμνα του οποίου είναι να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των κατασκευαστών.

Το Μνημόνιο δεν επιτρέπεται να έχει ισχύ μεγαλύτερη από τους ήδη θεσπισμένους αρχαιολογικούς νόμους, εκτός και αν η Κυβέρνηση έκρινε τους τελευταίους ανεπαρκείς. Το βασικό ερώτημα είναι, ποια βαθύτερη ανάγκη επέβαλε τη σύνταξη του μνημονίου;

«Συναντίληψη και συνεργασία» προς όφελος του ενός συμβαλλόμενου

Όσοι θα μπουν στον κόπο να βρουν και να διαβάσουν τα άρθρα του Μνημονίου, θα διαπιστώσουν την προσπάθεια να «μετρηθεί» και να «ζυγιστεί» το αρχαιολογικό έργο με όρους τεχνοκρατικούς, να μπει σε καλούπια, προκειμένου να μπορούν οι μεγαλοεργολάβοι να προγραμματίζουν τις εργασίες τους με αριθμούς. Γεγονός όμως είναι ότι δεν είναι εφικτό να προγραμματιστούν και να οριστούν χρονικά οι ανασκαφικές εργασίες (άρθρο 2, παρ. 1), όπως γίνεται με ένα κατασκευαστικό έργο, καθώς είναι απρόβλεπτες. Όσο και να γνωρίζει κάποιος τις αρχαιολογικές θέσεις μιας περιοχής, είναι σχεδόν αδύνατο να προβλέψει τα ευρήματα που θα συναντήσει κατά τη διενέργεια μιας ανασκαφής.

Το μνημόνιο μεταβάλλει επίσης και τον χαρακτήρα της εργασίας του αρχαιολόγου, μετατοπίζοντας τις ευθύνες του προς έναν γραφειοκρατικό σχεδιασμό και απολογισμό των εργασιών. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζονται εκείνες οι αρμοδιότητες των προϊστάμενων αρχαιολόγων οι οποίες λίγη σχέση έχουν με το καθαυτό επιστημονικό αρχαιολογικό έργο, ενώ μάλλον εξυπηρετούν τα οργανογράμματα των εργολάβων (άρθρο 3, παρ. 3). Ο ερευνητής και ερμηνευτής του παρελθόντος μέσα από τα υλικά κατάλοιπα που κληρονομήσαμε, μετατρέπεται σε απλό γραφειοκράτη και διεκπεραιωτή του σύγχρονου τεχνικού έργου.

Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες

Παρά τη μεγάλη ικανότητα του συντάκτη του μνημονίου στη χρήση της ελληνικής γλώσσας, αρκετά από τα άρθρα του μνημονίου παρουσιάζονται ομιχλώδη, σε βάρος βέβαια της αρχαιολογίας και, γενικότερα, της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Στην παρ. 2, του 2ου άρθρου, ορίζεται ότι «Οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι του ΥΠ.ΠΟ.Τ. θα παρακολουθούν όλες τις χωματουργικές εργασίες …», αφήνοντας ασαφές αν μία εκσκαφή σε χώρο με αρχαιολογικό ενδιαφέρον μπορεί να πραγματοποιείται, και επισήμως πλέον, χωρίς αρχαιολόγο, με απλή παρουσία αρχαιοφύλακα ή τεχνίτη.

Μάλιστα, στην 3η παράγραφο του 1ου άρθρου, προβλέπεται ότι «Το αρχαιολογικό ανασκαφικό έργο, καθώς και τα έργα προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης ανήκουν στην αρμοδιότητα και διαχείριση των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ., …χωρίς καμία ανάμειξη του Κύριου του έργου ή του Αναδόχου στα επιστημονικά-αρχαιολογικά στοιχεία ή στην αξιοποίηση του ανασκαφικού υλικού, εκτός από ειδικές περιπτώσεις … ». Καθώς οι «ειδικές περιπτώσεις» δεν προσδιορίζονται περισσότερο, το μνημόνιο ανοίγει την πόρτα, και επισήμως, σε «Αναδόχους», να αναμειχθούν σε εργασίες που άλλοτε διεξάγονταν αποκλειστικά από την Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Μόνο αν προαιρείται ο Κύριος του Έργου

Το μνημόνιο συστηματικά υπενθυμίζει τις δυνατότητες που διατηρεί ο «Κύριος του έργου» στη διαπραγμάτευση ζητημάτων στα οποία εμπλέκεται ως χρηματοδότης. Αν και διατυπώνεται μάλλον περιφραστικά, η αλήθεια είναι ότι ο «Κύριος του έργου» μπορεί ανετότατα να αρνηθεί να καταβάλει κάθε επιπρόσθετο κονδύλι: «1.5 Οι συμπληρωματικές απαλλοτριώσεις που τυχόν θα απαιτηθούν … θα αποτελέσουν … θέμα συζήτησης και κοινής απόφασης με τον Κύριο του έργου.»

«7.1 Η ανάγκη εξεύρεσης, ενοικίασης ή κατασκευής νέων χώρων αποθήκευσης, η πρόσληψη επιπλέον προσωπικού συντήρησης, η ανάγκη εξοπλισμού επιπλέον εργαστηρίων και το οριστικό χρονοδιάγραμμα χρηματοδότησης των σχετικών δαπανών από τον Κύριο του Έργου, θα αποτελέσουν θέμα συζήτησης και συναπόφασης των αρμοδίων Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ. με τον Κύριο του Έργου, μετά από σχετικό αίτημα των υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ. με δαπάνη του Κυρίου του Έργου.»

Αξίζει να σημειωθεί πως προβλέπεται επιπλέον ψαλίδισμα στις αρχαιολογικές δαπάνες, περιορίζοντας τις από το 10% στο 5% του προϋπολογισμού του έργου. Με πρόσχημα την κρίση και την ανάγκη μείωσης των δαπανών, η προστασία της πολιτισμικής μας κληρονομιάς περνάει σε δεύτερη μοίρα. Το ερώτημα είναι αν μειώνονται αντιστοίχως στο μισό και τα εργολαβικά κέρδη. Φοβόμαστε όμως, πως σκοπός είναι να μειωθούν οι αρχαιολογικές δαπάνες, ώστε να παραμείνει υψηλό το ποσοστό κέρδους των κυρίων και κατασκευαστών των έργων.

Διευκόλυνση και Επιτάχυνση

Κατά παράβαση του άρθρου 37 του Ν. 3028/2002, στις δαπάνες για την ανασκαφική και αρχαιολογική τεκμηρίωση δεν αναφέρεται η μελέτη και δημοσίευση των ευρημάτων. Το χειρότερο, όμως, είναι άλλο:

Ανεξάρτητα από τη σπουδαιότητα, την έκταση, τον αριθμό, την κατάσταση των αποκαλυφθέντων αρχαίων μνημείων και ευρημάτων, το μνημόνιο παραχωρεί ως μέγιστη προθεσμία (!) το χρονικό διάστημα των 6 μηνών από το πέρας της ανασκαφής για την παράδοση της τελικής ανασκαφικής έκθεσης και του καταλόγου των ευρημάτων (άρθρο 7, παρ. 2), αφήνοντας ασαφές αν στους 6 μήνες περιορίζεται και ο χρόνος ολοκλήρωσης της καταγραφής και μελέτης των αρχαιολογικών ευρημάτων. Ο χρονικός αυτός περιορισμός αντιβαίνει στην παρ. 3, του άρθρου 1 και στο άρθρο 11, όπου προβλέπεται η τεκμηρίωση, μελέτη των ευρημάτων, όπως και ορίζει ο Αρχαιολογικός Νόμος.

Στην πράξη, η πίεση του χρόνου θα οδηγήσει μοιραία στη σύνταξη πρόχειρων ανασκαφικών εκθέσεων, με βιαστική τεκμηρίωση και περιγραφή των σταθερών καταλοίπων και κινητών ευρημάτων, καθώς και ελλιπών καταλόγων με ..ασυντήρητα ευρήματα. Μπαλώματα και προχειροδουλειές, προκειμένου να μην καθυστερήσουν, και, το κυριότερο, να μην επιβαρυνθούν περαιτέρω οικονομικά οι διαχειριστές των κονδυλίων.

Ας σημειωθεί ότι, αν οι διαχειριστές των κονδυλίων αποφασίσουν για οποιονδήποτε λόγο (!) να σταματήσουν τις εργασίες τους, τότε οι ανασκαφές μένουν στη μέση, και τα μνημεία, κυριολεκτικά, κουκουλώνονται (άρθρο 8, παρ. 3).

Οι εργαζόμενοι

Το μνημόνιο (άρθρο 9, παρ.1) ορίζει ότι «το πάσης φύσεως αναγκαίο προσωπικό στα αρχαιολογικά έργα … προσλαμβάνεται από τις αρμόδιες Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ.Τ., σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο», το οποίο ουσιαστικά δεν υφίσταται. Το επιστημονικό και εξειδικευμένο εργατοτεχνικό προσωπικό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, εξαιρείται από το νομοσχέδιο για την «αναμόρφωση του συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και την καθολική υπαγωγή τους στον πλήρη έλεγχο του ΑΣΕΠ» (διατάξεις των κεφαλαίων Α΄, Β΄ και Γ΄ των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 -ΦΕΚ 28Α). Αναδεικνύεται επομένως η ανάγκη της θέσπισης μιας αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού, που να μην απαξιώνει τις γνώσεις και την εμπειρία των υποψηφίων και να διασφαλίσει την διαφάνεια στις διαδικασίες. Ενδεικτικό είναι ότι βάσει του ισχύοντος πλαισίου, οι θέσεις που προκηρύσσονται καλύπτονται σε ποσοστό 60% από υποψηφίους με προϋπηρεσία και σε ποσοστό 40% δίχως προϋπηρεσία. Άπειρο και ανειδίκευτο προσωπικό, είτε πρόκειται για αρχαιολόγους, είτε για συντηρητές, είτε για εργατοτεχνίτες, θα αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας τις εξειδικευμένες αρχαιολογικές εργασίες που περιγράφονται στο μνημόνιο. Είναι επίσης παράλογο, ότι σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, αναγνωρίζονται και μοριοδοτούνται μόνο μέχρι 5 έτη προϋπηρεσίας, όταν η εμπειρία είναι ένα από τα σημαντικότερα προσόντα για τους «αρχαιολόγους πεδίου».

Μείζονος σημασίας παραμένει το ζήτημα των περιοριστικών διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ. 164/2004, που δεν επιτρέπει την εργασία για πάνω από 24μήνες, αθροιστικά, με την ίδια ειδικότητα, στον ίδιο φορέα. Αν δεν λυθεί το ζήτημα του 24μήνου, αποκλείεται το πιο έμπειρο προσωπικό από την εργασία σε μεγάλα έργα, καθώς όσοι εργάζονταν για πολλά χρόνια στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, έχουν ήδη συμπληρώσει 24μηνο.

Ενός κακού, μύρια έπονται

Το μνημόνιο επιχειρεί να μεταφέρει «στο χαρτί», να επισημοποιήσει, καταστάσεις που σήμερα δεν σπανίζουν στην καθημερινότητα της αρχαιολογίας· ωστόσο πρόκειται για μια σημαντική εξέλιξη. Ορισμένα από τα ως τώρα «κακώς κείμενα» του χώρου τού «Πολιτισμού» αναγνωρίζονται πλέον με τη σφραγίδα ενός μνημονίου και … δύο υπουργείων.

Πέρα από το γεγονός ότι το «Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας» έρχεται να σταθεί δίπλα στους αρχαιολογικούς νόμους μάλλον ανταγωνιστικά, και όχι επικουρικά, πολύ σοβαρό είναι το γεγονός ότι προβλέπει τη δυνατότητα σύνταξης εξατομικευμένων μνημονίων για κάθε ένα Μεγάλο Δημόσιο Έργο (άρθρο 12). Το «Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας» ανοίγει διάπλατα τον δρόμο για «διαπραγματεύσεις» ανάμεσα στο ΥΠ.ΠΟ.Τ. και το ΥΠ.ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ. κάθε φορά που θα προετοιμάζεται κάποιο Μεγάλο Δημόσιο Έργο, προετοιμάζει το έδαφος για «αναγκαίες υπαναχωρήσεις» του Πολιτισμού, υπό το βάρος της ανάγκης πραγματοποίησης μεγάλων έργων σε περίοδο οικονομικής δυσπραγίας.

Να προστατέψουμε την πολιτισμική κληρονομιά μας

Ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων υποστηρίζει ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει «συναντίληψη» και η «συνεργασία» να οργανωθούν σε βάρος της αρχαιολογίας και του Πολιτισμού. Είναι απαράδεκτο να κρύβεται η απαξίωση των μνημείων και η υποτίμηση του έργου των εργαζομένων στον χώρο του Πολιτισμού πίσω από τις διαπραγματεύσεις και συμφωνίες των Υπουργείων. Οφείλουμε να προστατεύσουμε, να διατηρήσουμε και να αναδείξουμε τα προϊόντα πολιτισμού που έχει να επιδείξει η χώρα, τα οποία αποτελούν κτήμα του ελληνικού λαού και τα οποία, σε καμία περίπτωση, δεν θα επιτρέψουμε να θυσιαστούν στο βωμό της ανάπτυξης και του γρήγορου κέρδους εργολάβων και εταιρειών.

Comments