25/11/2010 Οι αρχαιολογικοί χώροι είναι εμπορικό προϊόν για την είσπραξη εσόδων από πελάτες ή παράγοντας πολιτισμού και διαπαιδαγώγησης των πολιτών;

αναρτήθηκε στις 26 Νοε 2011, 5:35 π.μ. από το χρήστη Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων   [ ενημερώθηκε 26 Νοε 2011, 5:35 π.μ. ]

Μια ερμηνεία της ανακοίνωσης του Υπουργού Πολιτισμού και (κατά κύριο λόγο) Τουρισμού Π. Γερουλάνου.

Το Νέο Μουσείο Ακροπόλεως επέλεξε για τη συνέντευξη τύπου της Τετάρτης 24 Νοέμβρη ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού, κ. Π. Γερουλάνος. Ελάχιστοι από εμάς περιμέναμε ειλικρινώς να ακούσουμε κάτι καινούργιο, κάτι που θα μας έκανε να αισθανθούμε ότι αλλάζει το χρόνιο καθεστώς διαχείρισης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και των ανθρώπων που εργάζονται γι’αυτήν. Ο κ. Γερουλάνος αναφέρθηκε στο σημαντικό έργο, που έχει επιτελεσθεί ανα την Ελλάδα. Με μεγάλη χαρά άκουσαν οι παρευρισκόμενοι πως “υπάρχουν χιλιάδες αρχαιολογικοί χώροι σε όλη την Ελλάδα και εκατομμύρια στρέμματα ανασκαφές σε διάφορα στάδια” και ότι “η επιστημονική δουλειά που έχει γίνει σε αυτά τα μνημεία είναι απαράμιλλη και σε όλες τις χώρες του κόσμου οι Έλληνες επιστήμονες θεωρούνται ό,τι πιο εξειδικευμένο υπάρχει στις εργασίες που χρειάζονται αυτά τα μνημεία.

Μάλλον στο ΥΠΠΟΤ ξεχνούν ότι η επιστημονική δουλειά, που χαρακτήρισε ο Υπουργός απαράμιλλη και εκτελέστηκε από επιστήμονες που “θεωρούνται ό,τι πιο εξειδικευμένο υπάρχει στις εργασίες που χρειάζονται αυτά τα μνημεία” έγινε με την συμμετοχή πολλών συμβασιούχων, οι οποίοι είτε δεν έχουν πλέον δικαίωμα να εργαστούν στο ΥΠΠΟΤ καθώς έχουν συμπληρώσει το διαβόητο 24μηνο είτε μετρούν πόσο τους έχει απομείνει μέχρι να το συμπληρώσουν. Δεν είναι μεγάλη απώλεια για το ΥΠΠΟΤ, και τελικά για τα ίδια τα μνημεία, να μπαίνει οριστικά «στον πάγο» μέρος του πολύπειρου και εξειδικευμένου προσωπικού; Δεν είναι βασική προτεραιότητα του αρχαιολογικού έργου να συνεχίζεται απρόσκοπτα με σταθερό και έμπειρο προσωπικό;

Η απάντηση είναι μάλλον «όχι». Διότι τα παραπάνω ερωτήματα αναφέρονται σε έργο που σχετίζεται με την έρευνα και τη μελέτη του πολιτισμού. Σύμφωνα όμως με τα λεγόμενα του κ. Γερουλάνου, το επιστημονικό κομμάτι της αναβάθμισης των μνημείων έχει κερδηθεί και “το μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδίσουμε τώρα, είναι η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών σε κάθε επισκέπτη”. Από την τελευταία πρόταση είναι εμπνευσμένη η πολιτική βούληση του ΥΠΠΟΤ, η αναβάθμιση των υποδομών. Και ενώ η πρόθεση φαίνεται με μια πρώτη ματιά να είναι καλή, η καταγραφή και αξιολόγηση των μνημείων είναι κάτι που ήταν απαραίτητο να γίνει. Η συνέχεια της συλλογιστικής του ΥΠΠΟΤ όμως αλλάζει κατεύθυνση. Η δήλωση “αν θέλουμε να αναδείξουμε την αρχαιολογική μας κληρονομιά όπως της αξίζει, ώστε αυτή να γίνει πηγή πλούτου για τις τοπικές κοινωνίες και την εθνική μας οικονομία” δείχνει ξεκάθαρα πως βλέπει το ΥΠΠΟΤ την αρχαιολογική μας κληρονομιά, ως ένα καθαρά εμπορικό-τουριστικό προϊόν. Η ουσία δεν είναι να ικανοποιηθεί ακόμη και ο πιο “απαιτητικός επισκέπτης”- πελάτης, αλλά οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μουσεία να παραμείνουν χώροι πολιτισμού. Είναι επιτακτικό οι πολίτες της χώρας να γίνουν κοινωνοί του πολιτισμού που αναδεικνύεται. Οι αρχαιολογικοί χώροι πρέπει να προσελκύουν επισκέπτες, πρέπει να γίνουν χώροι εκπαίδευσης και καλλιέργειας του πνεύματος.

Δεν είναι δυνατόν να δίνεται προτεραιότητα μόνο στα μνημεία «βιτρίνα», ενώ εκατοντάδες αρχαιολογικοί χώροι, κυρίως στην περιφέρεια, να μην είναι προσβάσιμοι και πολλοί να μην είναι καν γνωστοί στις τοπικές κοινωνίες. Ο πολιτισμός της Ελλάδας δεν είναι μόνο η Ακρόπολη των Αθηνών, οι Δελφοί, η Ολυμπία και τα άλλα μνημεία μεγάλης επισκεψιμότητας, είναι και οι δεκάδες αρχαιολογικοί χώροι και μουσεία που παραμένουν κλειστά εδώ και καιρό και αυτά που υπολειτουργούν εξ αιτίας της έλλειψης προσωπικού και της ελλιπούς χρηματοδότησης. Αντιλαμβανόμαστε ότι μία άμεση λύση όλων των ζητημάτων είναι αδύνατη, αλλά οι πολιτικές που αποφασίζονται σήμερα θα έχουν επιπτώσεις και άμεσα και σε βάθος χρόνου καθώς το χάσμα μεταξύ πρωτοκλασσάτων μνημείων και αυτών που δεν έχουν την ίδια λάμψη θα διευρύνεται ες αεί. Επιπλέον η πρόσκληση των ΟΤΑ, ιδιωτικών φορέων και ιδρυμάτων να συμβάλλουν στο έργο που οφείλει να διενεργεί το ΥΠΠΟΤ, μας δείχνει ένα μάλλον ζοφερό μέλλον όπου το ΥΠΠΟΤ ενδεχομένως θα εκχωρήσει στους παραπάνω, χώρους που ανήκουν στο Δημόσιο και επιπλεόν θ’ αποδυναμώσει τις αρχαιολογικές υπηρεσίες εισάγοντας ένα νέο μοντέλο νεο-μαικηνισμού και διαχείρισης του πολιτισμού από μη κρατικούς φορείς.

Comments