.ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Αν θέλετε να σχολιάσετε, κάντε κλικ στο σύνδεσμο που υπάρχει στην αρχή  του κάθε άρθρου για να μεταφερθείτε στο BLOG
Εμφάνιση αναρτήσεων 1 - 10 από 26. Προβολή περισσότερων »

ΜονΠρΘεσ 22937/2013: Συνταγματικότητα καταβολής δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές

αναρτήθηκε στις 29 Μαρ 2014, 2:50 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/11/229372013.html

Αριθμός απόφασης  22937/2013
(Αριθμός κατάθεσης αγωγής 34819/2011)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(τακτική διαδικασία)
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Αργύριο Εκκλησίαρχο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και τη Γραμματέα Ζωή Φούρκα.   
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2013 για να δικάσει την υπόθεση:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «......», βιοτεχνία μεταλλικών αντικειμένων, που εδρεύει στην .... Θεσσαλονίκης, οδός ... αρ. . (όπισθεν «......»), και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Βύρωνος Αντωνιάδη (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. 1680), που κατέθεσε προτάσεις.      
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «...........» και το διακριτικό τίτλο «..........», που εδρεύει στο Δάσος Σέιχ Σου του Δήμου Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 7-9-2011 αγωγή της, με αντικείμενο την αμοιβή σύμβασης έργου, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης 34819/8-9-2011, γράφτηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 12-10-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της ενάγουσας, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις του.
 
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα 187/8- 9-2011 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σταματίας Τσιούρβα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 12-10-2012 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη (άρθρα 122, 123, 124 § 2, 126 § 1 περ. δ΄, 129 § 1 και 228 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η αναβολή δε αυτή εκ του πινακίου επέχει θέση κλήτευσης της εναγομένης για τη δικάσιμο αυτή (άρθρο 226 § 4 εδ. γ΄ ΚΠολΔ). Επομένως, η εναγόμενη, που, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δεν παραστάθηκε μετά ή δια πληρεξούσιου Δικηγόρου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά που ήταν γραμμένη στο πινάκιο της δικασίμου αυτής, πρέπει να δικαστεί ερήμην.
2. Κατά την αρχική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 7 § 3 του ν.δ. 1544/1942 «Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓΠΟΗ΄ είναι ότι είς το δι’ αυτού επιβαλλόμενον τέλος δεν υπόκεινται αί απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ώς και αί περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Με το άρθρο 70 § 3 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α΄ 165/25-7-2011), η άνω παράγραφος αντικαταστάθηκε ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Παράλληλα η διάταξη του άρθρου 72 § 14 του ίδιου νόμου προέβλεψε ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του νομοθετικού διατάγματος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Ακολούθως, με το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α΄ 51/12-3- 2012), έγιναν οι ακόλουθες προβλέψεις περί δικαστικού ενσήμου: «-1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α΄ 189) που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165) αντικαθίσταται ως εξής: ‘‘3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού’’. -2. Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 (Α΄ 165) δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού». Ήδη, η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ΄ «Ρυθμίσεις Θεμάτων Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» περ. 6 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α΄ 222/12-11-2012), ορίζει ότι: «1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 ‰) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ». Με τις ανωτέρω διατάξεις εντός χρονικού διαστήματος δεκαέξι (16) μηνών (Ιούλιος 2011 - Νοέμβριος 2012) έγιναν σημαντικές τροποποιήσεις σε όσα ίσχυαν περί δικαστικού ενσήμου, καθώς θεσπίστηκε ότι και οι αναγνωριστικές αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου (άρθρο 70 § 3 ν. 3994/2011), υποχρέωση από την οποία μετέπειτα εξαιρέθηκαν οι αναγνωριστικές αγωγές αναφορικά με εργατικές διαφορές, διαφορές από αμοιβή για παροχή εργασίας, αυτοκινητιστικές διαφορές και διαφορές για διατροφή (άρθρο 21 § 1 ν. 4055/2012), εν τέλει δε αυξήθηκε - διπλασιάστηκε και το ποσοστό του δικαστικού ενσήμου (άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΓ΄ περ. 6 ν. 4093/2012), ενώ διευκρινίστηκε και ότι δεν υπόκεινται σε καταβολή δικαστικού ενσήμου οι περιπτώσεις καταψηφιστικών αγωγών που είχαν ασκηθεί μέχρι και τις 24-7-2011 και ακολούθως «μετατράπηκαν» σε αναγνωριστικές αγωγές (άρθρο 21 § 2 ν. 4055/2012). Ενόψει των ανωτέρω τροποποιήσεων υποστηρίχθηκε ότι η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών είναι ανίσχυρη ως αντίθετη με το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., με το σκεπτικό ότι τίθεται ένας ανεπίτρεπτος περιορισμός που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. (ΜονΠρΧαν 3/2013 ΝοΒ 2013. 415 = Αρμεν 2013. 480, ΜονΠρΑθ 669/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Όμως, η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη. Ειδικότερα, παροράται ότι η πλήρης παροχή έννομης προστασίας και πριν τις πρόσφατες τροποποιήσεις υπέκειτο σε καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, δεδομένου ότι τελικό στάδιο της δικαστικής προστασίας αποτελεί η αναγκαστική εκτέλεση και προκειμένου μια αναγνωριστική απόφαση να κατέληγε σε εκτελεστό τίτλο ήταν αναγκαία η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση αυτή (απόφαση), στάδιο κατά το οποίο ήταν απαραίτητη η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου. Ουσιαστικά, δηλαδή, με τις ανωτέρω πρόσφατες ρυθμίσεις μετατίθεται το στάδιο κατά το οποίο επιβάλλεται νομικά η καταβολή δικαστικού ενσήμου επί δικαστικής προστασίας που αφετηριάζεται με αναγνωριστικό αίτημα και αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία, από άποψη δικαστικού ενσήμου, η διαγνωστική δίκη, με την προβλεπόμενη από το άρθρο 21 § 1 του ν. 4055/2012 εξαίρεση σημαντικού αριθμού υποθέσεων για τις οποίες ενδέχεται να ανέκυπτε δυσχέρεια στην καταβολή του τέλους δικαστικού ενσήμου (για τις οποίες απαιτείται διατηρείται η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση αναγνωριστική απόφαση). Μόλις χρειάζεται να σημειωθεί ότι μια τέτοια οικονομική υποχρέωση δεν αποτελεί, ούτε άλλωστε ποτέ αποτελούσε, αναγκαίο όρο του πρώτου - πρώιμου σταδίου παροχής δικαστικής προστασίας, αυτού της προσωρινής, αφού δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για την έκδοση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του ν. 3226/2004 με τις οποίες γενικώς λαμβάνεται πρόνοια ώστε να παρέχεται νομική αρωγή σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, η οποία εμπεριέχει και την απαλλαγή από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 9 § 2 ν. 3226/2004). Ως εκ τούτου, οι νέες ρυθμίσεις ενταγμένες στο όλο σύστημα απονομής δικαιοσύνης δεν μπορούν να θεωρηθούν αντίθετες με το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Πλην, όμως, ζήτημα αντισυνταγματικότητας γεννάται πλέον αν απαιτηθεί η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής με βάση αναγνωριστική απόφαση για την οποία έχει ήδη καταβληθεί τέλος δικαστικού ενσήμου. Σε μία τέτοια περίπτωση θα πρόκειται για διπλή καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί ουσιαστικά μίας και αυτής διαφοράς, κάτι που είναι αντίθετο με το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 § 1 και 20 του Συντάγματος, αφού όσοι πολίτες διώκουν την παροχή πλήρους δικαστικής προστασίας με πρώτο στάδιο την αναγνώριση της απαίτησής τους θα τίθενται σε αδικαιολόγητα δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους πολίτες που θα διώκουν απευθείας την καταψήφιση της αυτής έκτασης απαίτησής τους, συναξιολογώντας προς τούτο ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση προηγούμενη τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση είναι όλως διαδικαστικού χαρακτήρα. Όσο, λοιπόν, το ενδεχόμενο αυτό παραμένει χωρίς ειδική νομοθετική ρύθμιση, με την ανωτέρω ερμηνευτική θεώρηση περί αντισυνταγματικότητας αποτρέπεται μια τέτοια διπλή καταβολή δικαστικού ενσήμου επί ουσιαστικά μίας και αυτής διαφοράς, εξασφαλίζοντας έτσι τη θεμιτή ισότητα στην παρεχόμενη πλήρη δικαστική προστασία, αφού άλλως θα ήταν συνταγματικώς μη ανεκτό π.χ. ένας πολίτης που διώκει την καταβολή ποσού 30.000,00 να απαιτείται να καταβάλει μία φορά δικαστικό ένσημο και ένας άλλος πολίτης που θα ζητούσε σε πρώτη φάση να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αντιδίκου του σε καταβολή ποσού 30.000,00 ευρώ να κατέβαλε δύο φορές τέλος δικαστικού ενσήμου, μία φορά για την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης και μία φορά για την έκδοση σχετικής διαταγής πληρωμής.
[…]

Η υπ’ αριθμ. 3591/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για την εννεάμηνη άδεια ανατροφής τέκνου - Σχετικό έγγραφο προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης- Πρόταση τροποποίησης της κριθείσας ως αντισυνταγματικής διάταξης

αναρτήθηκε στις 29 Μαρ 2014, 2:30 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/11/35912013.html

05/11/2013
ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ
ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΣτΕ

ΕΝΩΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
ΕΝΩΣΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΕΝΩΣΗ ΜΕΛΩΝ Ν.Σ.Κ.

                                                                                    ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΠΕΙΓΟΝ

 Αθήνα, 5 Nοεμβρίου 2013
                                                                                             Αρ. Πρωτ. 132
                                                                                             Προς τον Υπουργό
 Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και
  Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
                                                                                             κ. Χαράλαμπο Αθανασίου



           
 Κύριε Υπουργέ,


Σας αποστέλλουμε την υπ’ αριθμ. 3591/2013 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, προς γνώση του περιεχομένου αυτής, με την οποία κρίθηκε ως αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 89 του ν. 4055/2012 και με την οποία περιοριζόταν η άδεια ανατροφής των τέκνων  δικαστικών λειτουργών από εννεάμηνη σε πεντάμηνη.
Ζητούμε δε την άμεση  νομοθετική τροποποίηση της κριθείσας ως αντισυνταγματικής διάταξης  και προς διευκόλυνσή σας σας αποστέλλουμε,  εκ νέου, το κείμενο, δια του οποίου αναμορφώνεται η ως άνω διάταξη, προς συμμόρφωση με το διατακτικό της προαναφερόμενης απόφασης.   

Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτης
Ιωάννης Γράβαρης, Σύμβουλος Επικρατείας
Ειρήνη Γιανναδάκη , Πρ.Εφετών ΔΔ
Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, Αντεισαγγελέας Εφετών
Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Αντιπρόεδρος Ελ.Συνεδρίου
                                                   Κωνσταντίνος Βαρδακαστάνης, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ.




                    ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

                                    ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ


                                   Αριθμός 3591/2013


Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2013, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Ν. Ρόζος, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Μ.-Ελ. Κωνσταντινίδου, Α.-Γ. Βώρος, Π. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Ιω. Γράβαρης, Ευθ. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης, Αντ. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Εμμ. Κουσιουρής, Όλ. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλης, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ρ. Γιαννουλάτου, Δ. Βασιλειάδης, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Θ. Αραβάνης και Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή καθώς και η Πάρεδρος Ρ. Γιαννουλάτου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 12 Νοεμβρίου 2012 αίτηση:
της ………, κατοίκου ……….., η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Γλυκερία Σιούτη (Α.Μ. 8698), που την διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος παρέστη με την Βασιλική Πανταζή, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 28 Νοεμβρίου 2012 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. 71481/16.8.2012 πράξη της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, β) η υπ’ αριθμ. 32/24.9.2012 πράξη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Μ. Πικραμένου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια της αιτούσας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώ­σεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
                                              Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε   τ α   σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο   Ν ό μ ο
1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (βλ. Πρακτικό της Ολομέλειας σε συμβ. 2/2009), της Συμβούλου Μ.Ε. Κωνσταντινίδου και της Παρέδρου Σ. Βιτάλη, τακτικών μελών της σύνθεσης που εκδίκασε την κρινόμενη υπόθεση, λαμβάνουν μέρος αντ’ αυτών στη διάσκεψη ως τακτικά μέλη ο Σύμβουλος Θ. Αραβάνης και αντίστοιχα η Πάρεδρος Ρ. Γιαννουλάτου, αναπληρωματικά μέχρι τώρα μέλη της σύνθεσης.
2. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (3500520, 1288450/2012 ειδικά έντυπα παραβόλου).
3. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα, αντεισαγγελέας πρωτοδικών, ζητεί την ακύρωση: α) της 71481/16.8.2012 πράξης της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία χορηγήθηκε σ’ αυτήν άδεια πέντε μηνών με αποδοχές για ανατροφή τέκνου, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988 (ΕτΚ Α’, φ. 35), όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 89 του ν. 4055/2012 και β) της 32/24.9.2012 πράξης της Προϊσταμένης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας, με την οποία ορίσθηκε η ημερομηνία έναρξης (23.9.2012) της ως άνω πεντάμηνης ειδικής άδειας, με αποδοχές, για ανατροφή τέκνου, κατά τα οριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις. Συγκεκριμένα, η αιτούσα ζητεί την ακύρωση των ανωτέρω πράξεων κατά το μέρος που απορρίφθηκε το από 18.7.2012 αίτημά της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης για τη χορήγηση εννεάμηνης άδειας με αποδοχές για την ανατροφή τέκνου, η οποία προβλεπόταν στην παρ. 21 του άρθρου 44 του ως άνω Κώδικα, όπως είχε διαμορφωθεί με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004 (ΕτΚ Α’, φ. 144), πριν από την αντικατάστασή της από το ανωτέρω άρθρο 89 του ν. 4055/2012.
4. Επειδή, παραδεκτώς προσβάλλεται μόνον η πρώτη από τις προσβαλλόμενες πράξεις, 71481/16.8.2012 πράξη της Αναπληρώτριας Προϊστα­μέ­νης της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία εκδηλώθηκε η απόρριψη του αιτήματος της αιτούσας για τη χορήγηση εννεάμηνης άδειας ανατροφής τέκνου. Απαραδέκτως δε προσβάλλεται η δεύτερη από τις προσβαλλόμενες πράξεις, με την οποία, κατ’ εφαρμογή της πρώτης, απλώς προσδιορίζεται το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κατά το οποίο η αιτούσα θα λάβει την άδεια ανατροφής τέκνου.
5. Επειδή, στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.». Περαιτέρω, στο άρθρο 21 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής  των Ελλήνων, ορίζεται: «1. Η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2 5. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους.». Τέλος, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το ως άνω Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.».
6. Επειδή, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Σ.Ε.Ε.), όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας της 13.12.2007, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 3671/2008 (ΕτΚ Α΄, φ. 129) και ισχύει από την 1.12.2009, [βλ. ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 83/30.3.2010] ορίζει στο άρθρο 6 (πρώην άρθρο 6 Συνθήκης Ε.Ε.) ότι: «Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης … ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες». Περαιτέρω, στο άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2010/C 83/02) ορίζεται ότι: «Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου». Στο άρθρο 24 του ίδιου Χάρτη ορίζεται ότι: «1. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους… 2. Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού. 3. …». Τέλος, στο άρθρο 33 του ίδιου ως άνω Χάρτη ορίζεται ότι: «1. Εξασφαλίζεται η νομική, οικονομική και κοινωνική προστασία της οικογένειας. 2. Κάθε πρόσωπο, προκειμένου να μπορεί να συνδυάζει την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή του, έχει … δικαίωμα αμειβόμενης άδειας μητρότητας και γονικής άδειας μετά τη γέννηση ή την υιοθεσία παιδιού.».
7. Επειδή, με τις διατάξεις της Οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου της 3.6.1996 (L 145/19.6.1996), σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, η οποία συνήφθη στις 14.12.1995 από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα (UNICE, CEEOA και CES), όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 97/75/ΕΚ του Συμβουλίου της 15.12.1997 (L 10/16.1.1998), καθιερώθηκε στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις της Οδηγίας αυτής, η αρχή της εναρμόνισης της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής, ως φυσικό συμπλήρωμα της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η συμφωνία πλαίσιο για τη γονική άδεια αποτελεί δέσμευση των κοινωνικών εταίρων να λάβουν, διαμορφώνοντας ένα βασικό πλαίσιο κανόνων, μέτρα που προάγουν την ισότητα ευκαιριών και μεταχειρίσεως ανδρών γυναικών προσφέροντάς τους τη δυνατότητα να συνδυάσουν τις επαγγελματικές και οικογενειακές τους υποχρεώσεις (βλ. ΔΕΚ απόφαση της 16.9.2010 C-149/10 στην υπόθεση Ζωή Χατζή κατά Υπουργού Οικονομικών). Ειδικότερα, με τη ρήτρα 2.1 της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου για τη γονική άδεια, η οποία περιέχεται στο παράρτημα της ως άνω Οδηγίας, παρασχέθηκε ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας στους εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, προκειμένου να μπορέσουν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό, τουλάχιστον επί τρεις μήνες. Στη συνέχεια η ως άνω συμφωνία-πλαίσιο του 1995 για την γονική άδεια αναθεωρήθηκε πλήρως. Συγκεκριμένα, οι τρεις ευρωπαϊκές γενικές διακλαδικές οργανώσεις κοινωνικών εταίρων (ETUC, CEEP και BUSINESSEUROPE, πρώην UNICE) και η ευρωπαϊκή διακλαδική οργάνωση κοινωνικών εταίρων που εκπροσωπεί ορισμένη κατηγορία επιχειρήσεων (UEAPME), υπέγραψαν την αναθεωρημένη συμφωνία – πλαίσιο για τη γονική άδεια, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2010 με την Οδηγία 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου της 8ης Μαρτίου 2010 (L 68/18.3.2010). Με το άρθρο 4 της εν λόγω Οδηγίας 2010/18/ΕΕ καταργήθηκε από 8.3.2012 η Οδηγία 96/34/ΕΚ. Στις ρήτρες 1, 2, 3 και 8 της ως άνω αναθεωρημένης συμφωνίας, η οποία περιέχεται στο παράρτημα της Οδηγίας 2010/18, ορίζονται τα ακόλουθα: «Ρήτρα 1: Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής. 1. Η παρούσα συμφωνία ορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη διευκόλυνση της συμφιλίωσης των γονικών και των επαγγελματικών ευθυνών των εργαζόμενων γονέων, λαμβάνοντας υπόψη την αυξανόμενη ποικιλομορφία των οικογενειακών δομών, στο πλαίσιο σεβασμού του εθνικού δικαίου, των συλλογικών συμφωνιών και/ή των πρακτικών. 2. Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας προσδιοριζόμενη από το δίκαιο, τις συλλογικές συμβάσεις και/ή τις πρακτικές που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος. 3. … Ρήτρα 2: Γονική άδεια. 1. Η παρούσα συμφωνία παρέχει ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας σε εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, έτσι ώστε να μπορούν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό, μέχρι μιας ορισμένης ηλικίας που μπορεί να φτάνει μέχρι τα οκτώ έτη και προσδιορίζεται από τα κράτη μέλη και/ή τους κοινωνικούς εταίρους. 2. Η άδεια χορηγείται για περίοδο τουλάχιστον τεσσάρων μηνών και, με σκοπό την ισότητα των ευκαιριών και της μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών, θα πρέπει καταρχήν να είναι αμεταβίβαστη. Για να ενθαρρυνθεί η δικαιότερη χρήση του δικαιώματος της άδειας και από τους δύο γονείς, τουλάχιστον ένας από τους τέσσερις μήνες παρέχεται ως αμεταβίβαστος. … Ρήτρα 3: Όροι της εφαρμογής. 1. Οι προϋποθέσεις πρόσβασης και οι τρόποι εφαρμογής της γονικής άδειας ορίζονται από το δίκαιο και/ή τις συλλογικές συμβάσεις στα κράτη μέλη, ενόσω τηρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις της παρούσας συμφωνίας. Τα κράτη μέλη και/ή οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν συγκεκριμένα: α) να αποφασίζουν αν η γονική άδεια χορηγείται κατά πλήρη χρόνο, κατά μερικό χρόνο, κατά τρόπο αποσπασματικό ή με τη μορφή χρονικής πίστωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων, β) να εξαρτούν το δικαίωμα της γονικής άδειας από περίοδο εργασίας και/ή περίοδο αρχαιότητας που δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος…. γ) να ορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες ο εργοδότης, κατόπιν διαβούλευσης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τις συλλογικές συμβάσεις και/ή πρακτικές, μπορεί να αναβάλει τη χορήγηση της γονικής άδειας για βάσιμους λόγους που συνδέονται με τη λειτουργία της επιχείρησης· κάθε δυσχέρεια που απορρέει από την εφαρμογή της παρούσας διάταξης θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τις συλλογικές συμβάσεις και/ή τις πρακτικές, δ) … 2. … Ρήτρα 8: Τελικές διατάξεις. 1. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις από τις προβλεπόμενες στην παρούσα συμφωνία. 2. …».
8. Επειδή, ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988, όριζε στο άρθρο 44 παρ. 20, όπως ίσχυε αρχικώς, ότι: «Η δικαστική λειτουργός που κυοφορεί έχει δικαίωμα άδειας πριν και μετά τον τοκετό, κατά τις διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του κράτους. Με την απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου 3216/2003 κρίθηκε ότι η προπαρατεθείσα διάταξη, ερμηνευόμενη, ενόψει του άρθρου 21 του Συντάγματος που θέτει την μητρότητα και την παιδική ηλικία υπό την προστασία του κράτους και αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της χώρας, έχει την έννοια ότι παραπέμπει στις εκάστοτε ισχύουσες για τους δημοσίους υπαλλήλους διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν όχι μόνο τις άδειες μητρότητας αλλά και κάθε άλλη άδεια που αποβλέπει στην προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας. Περαιτέρω έγινε δεκτό ότι η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται και από το γεγονός ότι ο έλληνας νομοθέτης δεν έχει προβλέψει ειδικά ρυθμίσεις για την ανατροφή των τέκνων των δικαστικών λειτουργών που προσιδιάζουν στις συνθήκες άσκησης του λειτουργήματός τους, όπως έχει θεσπίσει για τις περισσότερες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, σε εκπλήρωση της υποχρέωσης που απορρέει τόσο από το άρθρο 21 του Συντάγματος όσο και από την αρχή του κοινοτικού δικαίου περί συμφιλιώσεως της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής που εκφράζεται και με τις διατάξεις της Οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση γονικής άδειας σε όλους τους εργαζόμενους. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ως άνω διάταξη του Κώδικα, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου, έπρεπε να θεωρηθεί ότι παρέπεμπε όχι μόνο στη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 του (τότε) ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999, ΕτΚ Α΄, φ. 19) που προέβλεπε άδεια μητρότητας δύο μήνες πριν και τρεις μήνες μετά τον τοκετό, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 2 αυτού, που προέβλεπε δικαίωμα εννεάμηνης ειδικής άδειας με αποδοχές για ανατροφή τέκνου, κατά το μέρος που ήταν εφικτή η εφαρμογή της στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς. Μετά την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου ο νομοθέτης θέσπισε, με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004 (ΕτΚ Α΄, φ. 144), ειδικές διατάξεις για τη χορήγηση άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές στις δικαστικές λειτουργούς. Στην εισηγητική έκθεση του ν. 3258/2004 αναφέρεται ότι, μετά την απόφαση 3216/2003 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η νομοθετική ρύθμιση του θέματος είναι επιβεβλημένη για λόγους ισότητας αλλά και ενόψει του ότι το άρθρο 21 του Συντάγματος θέτει την μητρότητα και την παιδική ηλικία υπό την προστασία του κράτους και αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του μεγάλου δημογραφικού προβλήματος της χώρας, η προβλεπόμενη δε διαφοροποί­ηση στο χρόνο έναρξης της άδειας σε σχέση με τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους, οφείλεται στην ιδιαιτερότητα του τρόπου και του ωραρίου εργασίας των δικαστών αλλά και στην ανάγκη αποφυγής δημιουργίας μεγάλων ελλείψεων στη στελέχωση των δικαστηρίων της χώρας.  Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό προστέθηκαν στο άρθρο 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών μετά την παράγραφο 20, δύο παράγραφοι με αριθμό 21 και 22, ως ακολούθως: «Στο άρθρο 44 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 1756/1988 (ΦΕΚ 35 Α) προστίθενται μετά την παράγραφο 20 δύο (2) παράγραφοι με αριθμό 21 και 22 και οι παράγραφοι 21 και 22 αριθμούνται ως παράγραφοι 23 και 24: “21. Στη μητέρα δικαστικό λειτουργό χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ύστερα από αίτησή της, άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού. Η ημερομηνία έναρξής της ορίζεται: α) από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης σε όσα Δικαστήρια διευθύνονται από Τριμελές Συμβούλιο, β) από τον προϊστάμενο του Δικαστηρίου ή της Εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων σε κάθε άλλη περίπτωση και πρέπει να προσδιορίζεται το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε, όμως, μέσα σε δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας που έλαβε η ίδια δικαστική λειτουργός λόγω της κυοφορίας της. Κατ’ εξαίρεση, η μητέρα δικαστική λειτουργός, η οποία έλαβε άδεια λόγω κυοφορίας που έληξε οποτεδήποτε, εντός πάντως του έτους 2004 και μέχρι το χρόνο της έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, δικαιούται να λάβει πλήρη άδεια για ανατροφή παιδιού….”». Mε το τελευταίο εδάφιο της ως άνω παρ. 21 του άρθρου 44 ο νομοθέτης έχοντας υπόψη τις αυξημένες λειτουργικές ανάγκες της δικαιοσύνης σε δικαστικούς λειτουργούς και θέλοντας να αποτρέψει την αθρόα απομάκρυνση μητέρων δικαστικών λειτουργών από την ενεργό υπηρεσία, δεν θέλησε να απονείμει το δικαίωμα λήψης της επίδικης άδειας και σ’ εκείνες τις μητέρες δικαστικές λειτουργούς, των οποίων η άδεια κυοφορίας είχε λήξει προ του έτους 2004, η ρύθμιση δε αυτή σε ουδεμία συνταγματική διάταξη αντίκειται ενόψει του δημοσίου συμφέροντος, κατ’ επίκληση του οποίου θεσπίστηκε (ΣτΕ 178/2006 7μ., 3531/2006). Εξάλλου, έχει κριθεί ότι οι ως άνω διατάξεις, ερμηνευόμενες υπό το φως τόσο της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας των δύο φύλων όσο και των αρχών του κοινοτικού δικαίου περί ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά και της συμφιλίωσης της επαγγελματικής με την οικογενειακή ζωή, έχουν εφαρμογή όχι μόνο για τη μητέρα δικαστική λειτουργό αλλά και για τον πατέρα δικαστικό λειτουργό, ο οποίος μπορεί επίσης να ζητήσει να του χορηγηθεί ειδική άδεια με αποδοχές διάρκειας εννέα μηνών, προκειμένου να ασχοληθεί με την ανατροφή του τέκνου του (ΣτΕ 3226/2010, 3307/2008 κ.α.).
9. Επειδή, ήδη στο άρθρο 89 του ν. 4055/2012 (ΕτΚ Α΄, φ. 51), το οποίο φέρει τον τίτλο «Άδεια τοκετού και ανατροφής παιδιού», ορίζονται τα εξής: «Οι παράγραφοι 20, 21, 22 και 23 του άρθρου 44 του ν. 1756/1988 αντικαθίστανται και προστίθενται παράγραφοι 24, 25 και 26 ως εξής: “20. Η δικαστική λειτουργός που κυοφορεί έχει δικαίωμα άδειας πριν και μετά τον τοκετό, κατά τις διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του κράτους. 21. Στο γονέα δικαστικό λειτουργό χορηγείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ύστερα από αίτησή του, άδεια πέντε (5) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού. Η ημερομηνία έναρξής της ορίζεται: α) από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, σε όσα Δικαστήρια διευθύνονται από Τριμελές Συμβούλιο, β) από τον προϊστάμενο του Δικαστηρίου ή της Εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων σε κάθε άλλη περίπτωση, και πρέπει να προσδιορίζεται, όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από μητέρα δικαστική λειτουργό, το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε, όμως, μέσα σε δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας μητρότητας που έλαβε η ίδια δικαστική λειτουργός. Η αίτηση για τη χορήγηση της πιο πάνω άδειας σε πατέρα δικαστικό λειτουργό για την ανατροφή του παιδιού του πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας που έχει χορηγηθεί στην εργαζομένη μητέρα του παιδιού του. Αν η σύζυγος του δικαστικού λειτουργού δεν έχει πάρει άδεια μητρότητας, η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα έληγε η άδεια μητρότητας, την οποία, με βάση το χρόνο τοκετού, θα ελάμβανε μητέρα δικαστική λειτουργός. 22. … 23. Αν και οι δύο γονείς είναι δικαστικοί λειτουργοί, με κοινή τους δήλωση που κατατίθεται στις υπηρεσίες τους καθορίζουν ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση άδειας ανατροφής παιδιού. 24. Αν ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο δικαστικός λειτουργός δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής παιδιού, εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ο σύζυγος του δικαστικού λειτουργού ανίκανος να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο δικαστικός λειτουργός. 25. Αν ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα και δικαιούται αντίστοιχης της παραγράφου 21 άδειας ανατροφής παιδιού, ο δικαστικός λειτουργός δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής παιδιού κατά το μέρος που ο σύζυγος αυτού δεν κάνει χρήση των δικών του δικαιωμάτων ή κατά το μέρος που αυτά υπολείπονται της ανατροφής παιδιού. 26. Σε περίπτωση διάστασης, διαζυγίου, χηρείας ή γέννησης παιδιού χωρίς γάμο των γονέων του, την παραπάνω άδεια ανατροφής παιδιού δικαιούται ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια του παιδιού”. Στην εισηγητική έκθεση του νόμου αναφέρεται, ως προς τις ανωτέρω διατάξεις ότι: «Με το άρθρο αυτό αναπροσαρμόζονται και στοιχούνται προς τις διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του κράτους οι διατάξεις που αναφέρονται στην άδεια πριν και μετά τον τοκετό, καθώς και της άδειας για ανατροφή παιδιού». Ειδικά ως προς την μείωση του χρόνου της γονικής άδειας για τους δικαστικούς λειτουργούς από εννέα σε πέντε μήνες ο Υπουργός Δικαιοσύνης ανέφερε, κατά τη συζήτηση των σχετικών διατάξεων του νομοσχεδίου στη βουλή, ότι: «… έχουμε τη μεγαλύτερη γονική άδεια από κάθε άλλη χώρα της Ευρώπης. Στη δικαιοσύνη υπάρχουν ειδικές συνθήκες εργασίας. Σας υπενθυμίζω ότι οι διακοπές –έτσι λέγονται, οι δικαστές το βάζουν διαφορετικά- αρχίζουν την 1η Ιουλίου για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς και τελειώνουν στις 15 Σεπτεμβρίου! Γιατί; Διότι σ’ αυτό το διάστημα οι δικαστές εργάζονται για πολλά ζητήματα στο σπίτι τους. Εγώ συμμερίζομαι αυτή την άποψη, αλλά και οι γυναίκες δικαστίνες εργάζονται στο σπίτι τους, όπως και οι άνδρες. Εάν λοιπόν αυτή τη στιγμή αφήσουμε ενάμιση χρόνο γονική στον πατέρα, γονική στη μητέρα κλπ. τότε δεν θα υπάρχει αποτέλεσμα» (Πρακτικά Βουλής. Ολομέλεια. Συνεδρίαση ΣΤ-1.3.2012, σ. 6539).
10. Επειδή, από το άρθρο 21 του Συντάγματος που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της χώρας και θέτει την μητρότητα και την παιδική ηλικία υπό την προστασία του κράτους, απορρέει υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να θεσπίζει ρυθμίσεις για τη χορήγηση άδειας με σκοπό την ανατροφή των τέκνων των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι δικαστικοί λειτουργοί. Η υποχρέωση αυτή απορρέει, επίσης, από το άρθρο 33 παρ. 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί δε αρχή του ενωσιακού δικαίου περί συμφιλιώσεως της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής, η οποία εκφράσθηκε αρχικά με τις διατάξεις της Οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου και ήδη με τις διατάξεις της Οδηγίας 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου. Προς εκπλήρωση αυτής της συνταγματικής και ενωσιακής επιταγής ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία ευχέρεια ως προς τον καθορισμό των προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας ανατροφής τέκνου, της χρονικής διάρκειάς της, με μόνη δέσμευση το ελάχιστο όριο των τεσσάρων μηνών που θέτει η Οδηγία 2010/18/ΕΕ, καθώς και του τρόπου χορήγησής της. Στο πλαίσιο αυτής της ευρείας ευχέρειας ο νομοθέτης μπορεί να ορίζει, μεταξύ των άλλων, διαφορετική χρονική διάρκεια της άδειας ανατροφής τέκνου για κατηγορίες δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων λαμβάνοντας υπόψη, ως προς τον ειδικότερο προσδιορισμό των χρονικών ορίων της εν λόγω άδειας, τη φύση των καθηκόντων που ασκούν οι ως άνω λειτουργοί και υπάλληλοι  και τη σημασία τους για τη λειτουργία του κράτους, καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες ασκούνται τα καθήκοντα αυτά, προκειμένου να εναρμονίζεται, ενόψει αυτών των ιδιαίτερων χαρακτηριστι­κών, η επαγγελματική με την οικογενειακή ζωή, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζονται αφενός το δικαίωμα του εργαζόμενου γονέα να αφιερώνεται για ορισμένο χρόνο στην ανατροφή του τέκνου του και αφετέρου οι ανάγκες της υπηρεσίας.
11. Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη σκέψη 8, μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου 3216/2003, ο νομοθέτης καθιέρωσε ειδικές ρυθμίσεις, με το ν. 3258/2004, για την άδεια ανατροφής τέκνου στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς, και, αφού έλαβε υπόψη τη φύση των καθηκόντων και τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, όρισε την ίδια χρονική διάρκεια με αυτήν που προβλέπει ο Υπαλληλικός Κώδικας για τους δημοσίους υπαλλήλους, δηλαδή εννέα μήνες, κατ’ επίκληση της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 21 για την προστασία της μητρότητας, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το οξύ δημογραφικό πρόβλημα της χώρας. Λαμβάνοντας δε υπόψη ο νομοθέτης την ανάγκη ομαλής λειτουργίας των δικαστηρίων καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, εισήγαγε διαφορετική ρύθμιση για τις δικαστικές λειτουργούς, σε σχέση με τις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους, μόνο ως προς τον χρόνο έναρξης αυτής, για τον οποίο όρισε ότι πρέπει να προσδιορίζεται το συντομότερο δυνατό, ήτοι εντός δύο μηνών από το πέρας της άδειας κυοφορίας. Η τελευταία αυτή ρύθμιση επαναλαμβάνεται, κατά βάση, και στις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4055/2012, τόσο για την μητέρα όσο και για τον πατέρα δικαστικό λειτουργό, δικαιολογείται δε από τους προεκτεθέντες λόγους δημοσίου συμφέροντος. Περαιτέρω, όμως, ο νομοθέτης με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4055/2012 μείωσε τη χρονική διάρκεια της άδειας ανατροφής τέκνου για τους δικαστικούς λειτουργούς από εννέα σε πέντε μήνες, χωρίς από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου να προκύπτουν οι λόγοι αυτής της μείωσης. Ειδικότερα, στην εισηγητική έκθεση του νόμου όχι μόνο δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στους λόγους που επέβαλαν τη μείωση της άδειας, αλλ’ αντιθέτως διαλαμβάνεται, προφανώς εσφαλμένα, ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού αναπροσαρμόζονται και στοιχούνται με τα ισχύοντα για τους δημοσίους υπαλλήλους, για τους οποίους όμως εξακολουθεί να προβλέπεται άδεια ανατροφής τέκνου διάρκειας εννέα μηνών. Εξάλλου, η ως άνω μείωση της χρονικής διάρκειας της άδειας ανατροφής τέκνου για τους δικαστικούς λειτουργούς, δεν αιτιολογείται ούτε από τις συζητήσεις στη Βουλή, κατά τις οποίες ο Υπουργός Δικαιοσύνης προέβαλε, ως δικαιολογητικό λόγο της σχετικής ρύθμισης, τις «δικαστικές διακοπές», που εκτείνονται από 1ης Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου, και την κατ’ οίκον εργασία των δικαστικών λειτουργών. Και τούτο διότι τόσο οι «δικαστικές διακοπές» όσο και η κατ’ οίκον απασχόληση δεν καθιστούν ευχερέστερες, κατά κοινή πείρα, τις συνθήκες εργασίας των δικαστικών λειτουργών, έναντι των λοιπών δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, ώστε να δικαιολογείται εξ αυτού του λόγου η χορήγηση στην κατηγορία αυτή δημοσίων λειτουργών μειωμένης άδειας ανατροφής τέκνου, αλλά εντάσσονται στις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος που διακρίνονται για την αυξημένη επιβάρυνση και ως εκ τούτου καθιστούν εκ προοιμίου δυσχερή τη συμφιλίωση της επαγγελματικής με την οικογενειακή ζωή. Συγκεκριμένα, οι ιδιαίτερες συνθήκες της επαγγελματικής ζωής των δικαστικών λειτουργών συνίστανται στο ότι εργάζονται χωρίς το ωράριο που ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους, η δε εργασία τους πραγματοποιείται: α) στους χώρους των δικαστηρίων, όπου συμμετέχουν στους δικαστικούς σχηματισμούς κατά την εκδίκαση των υποθέσεων που περιλαμβάνει την επ’ ακροατηρίου διαδικασία και τις διασκέψεις, ασκούν δε, εν γένει, όλα τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία καθήκοντα, β) κατ’ οίκον όπου προετοιμάζουν τις υποθέσεις και συντάσσουν τα σχέδια των δικαστικών αποφάσεων, η απασχόληση δε αυτή μπορεί να εκτείνεται και πέραν των εργασίμων ημερών. Με τα δεδομένα αυτά η επαγγελματική ζωή των δικαστικών λειτουργών εκτυλίσσεται τόσο εντός των δικαστηρίων όσο και κατ’ οίκον και εκτείνεται σε μεγάλα χρονικά διαστήματα που δεν περιορίζονται στις εργάσιμες ημέρες και το ωράριο που ισχύει για τους λοιπούς εργαζόμενους. Κατά δε την περίοδο από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, τα δικαστήρια λειτουργούν με τη συγκρότηση τμημάτων, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις του νόμου (βλ. άρθρο 11 παρ. 3 του Κώδικα) και επομένως συνεχίζεται η απασχόληση των δικαστικών λειτουργών είτε στους χώρους των δικαστηρίων, προς εκπλήρωση των υπηρεσιακών τους υποχρεώσεων στα τμήματα, στα οποία υπηρετούν, είτε κατ’ οίκον προς διεκπεραίωση των υποθέσεων που έχουν εκδικάσει. Εξάλλου, στις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 4055/2012 ουδεμία αναφορά γίνεται σε άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την μείωση της χρονικής διάρκειας της άδειας ανατροφής τέκνου που χορηγείται στους δικαστικούς λειτουργούς, σχετιζόμενους με προβλήματα εύρυθμης λειτουργίας κατά την απονομή της δικαιοσύνης, οι οποίοι να τεκμηριώνονται επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων και να αφορούν την οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη της παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012, κατά το μέρος που προβλέπει ότι η χρονική διάρκεια της άδειας ανατροφής τέκνου για τους δικαστικούς λειτουργούς είναι πέντε μήνες, αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος. Κατά την ειδικότερη γνώμη της Συμβούλου Ο. Ζύγουρα η ως άνω διάταξη κατά το μέρος που με αυτήν μειώνεται η διάρκεια της δυνάμενης να χορηγηθεί στο δικαστικό λειτουργό άδειας ανατροφής τέκνου αντίκειται στις συνταγματικές διατάξεις περί προστασίας της οικογένειας και της μητρότητας. Ειδικότερα, οι συνθήκες ασκήσεως του επαγγέλματος του δικαστικού λειτουργού, επαγγέλματος ιδιαιτέρως απαιτητικού, δεν δικαιολογούν τη μείωση αυτή, αφού το χρονικό διάστημα των πέντε μηνών δεν είναι, κατά κοινή πείρα, επαρκές για την κάλυψη τόσο της ανάγκης του παιδιού για την παρουσία του γονέως του κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του όσο και της ανάγκης να παρασχεθεί στο γονέα δικαστικό λειτουργό η αναγκαία χρονική άνεση για να οργανώσει τη φροντίδα του παιδιού του για το μετά τη λήξη της αδείας αυτής χρονικό διάστημα, ώστε ο ίδιος να δύναται να ασκήσει απερίσπαστος τα καθήκοντά του. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος και οι Σύμβουλοι Μ. Βηλαράς, Π. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Α. Ντέμσιας, Σ. Χρυσικοπούλου, Β. Καλαντζή, Κ. Κουσούλης και Κ. Πισπιρίγκος οι οποίοι υποστήριξαν την ακόλουθη γνώμη: Ο νομοθέτης, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4055/2012, σε εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης που θέτουν τόσο οι διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος όσο και οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, προέβλεψε τη χορήγηση άδειας ανατροφής τέκνου για τους δικαστικούς λειτουργούς και όρισε τη χρονική διάρκεια αυτής σε πέντε μήνες, λαμβάνοντας υπόψη τη δέσμευση η οποία απορρέει από την ως άνω Οδηγία 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου για τον ελάχιστο χρόνο της άδειας ανατροφής τέκνου που ορίζεται σε τέσσερις μήνες. Ως εκ τούτου, ο νομοθέτης κινήθηκε εντός του συνταγματικού και ενωσιακού πλαισίου, όρισε δε τη χρονική διάρκεια της άδειας ανατροφής τέκνου για τους δικαστικούς λειτουργούς αφού έλαβε υπόψη τη φύση των καθηκόντων των δικαστικών λειτουργών, τα οποία συνδέονται με την εύρυθμη και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες οι ανωτέρω λειτουργοί ασκούν τα καθήκοντά τους. Δεν εκωλύετο δε ο νομοθέτης από το Σύνταγμα ή το ενωσιακό δίκαιο ή από άλλη διάταξη υπερνομοθετικής τυπικής ισχύος, να μειώσει τη χρονική διάρκεια της προβλεπόμενης για τους δικαστικούς λειτουργούς άδειας ανατροφής τέκνου, σε σχέση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, ή να ορίσει μικρότερη διάρκεια έναντι της άδειας εννέα μηνών που χορηγείται στους δημοσίους υπαλλήλους, εφόσον για τη θέσπιση της νέας ρύθμισης στάθμισε τις ανάγκες της δικαιοσύνης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαστικού λειτουργήματος δεδομένου ότι οι δικαστικοί λειτουργοί αποτελούν, έναντι των δημοσίων υπαλλήλων, διαφορετική κατηγορία η οποία έχει ως αποστολή την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου και τελεί υπό ειδικό καθεστώς συνταγματικών εγγυήσεων, ασκούν δε τα καθήκοντά τους υπό διαφορετικές συνθήκες και, παρά τον όγκο και τις δυσχέρειες  του έργου τους, λόγω της φύσης της εργασίας τους κατά κανόνα δεν έχουν υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένου καθημερινού ωραρίου. Εξάλλου, η επίμαχη ρύθμιση, κατά το μέρος που ορίζει σε πέντε μήνες τη χρονική διάρκεια της άδειας ανατροφής τέκνου για τους δικαστικούς λειτουργούς, δεν παρίσταται αυθαίρετη και απρόσφορη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με τη νομοθετική ρύθμιση σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή του δικαστικού λειτουργού, η ειδικότερη δε εκτίμηση του νομοθέτη επί τη βάσει της οποίας καθορίστηκε σε πέντε μήνες η εν λόγω άδεια, εκφεύγει, ως ουσιαστική, του ακυρωτικού ελέγχου. Κατόπιν των ανωτέρω, σύμφωνα με την μειοψηφήσασα γνώμη, η διάταξη της παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012, κατά το μέρος που ορίζει τη χρονική διάρκεια της άδειας ανατροφής τέκνου για τους δικαστικούς λειτουργούς σε πέντε μήνες, δεν αντίκειται σε διάταξη του Συντάγματος ή του ενωσιακού δικαίου ούτε σε άλλη διάταξη κυρωτικού νόμου διεθνούς σύμβασης με υπερνομοθετική ισχύ. 
12. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Η αιτούσα, αντεισαγγελέας πρωτοδικών που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Καβάλας, με την από 18.7.2012 αίτησή της προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (αριθμ. πρωτ. Εισαγγελίας Καβάλας 1402/20.7.12) ζήτησε να της χορηγηθεί εννεάμηνη άδεια ανατροφής του φερόμενου ως γεννηθέντος την 2.6.2012 τέκνου της. Με την προσβαλλόμενη 71481/16.8.2012 πράξη της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης χορηγήθηκε στην αιτούσα, κατ’ επίκληση των διατάξεων της παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012, άδεια ανατροφής τέκνου διάρκειας μόνον πέντε μηνών, με αποδοχές, με ημερομηνία έναρξης αυτή που θα καθορισθεί από τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας της αιτούσας. Με την πράξη δε αυτή εκδηλώθηκε άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει το αίτημα της αιτούσας, κατά το μέρος που ζητούσε τη χορήγηση εννεάμηνης άδειας ανατροφής. Ακολούθως, με την 32/24.9.2012 πράξη της Προϊσταμένης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας ορίσθηκε ως ημερομηνία έναρξης της ως άνω άδειας ανατροφής τέκνου πέντε μηνών η 23.9.2012.
13. Επειδή, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η διάταξη της παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012, κατά το μέρος που προβλέπει ότι η χρονική διάρκεια της άδειας ανατροφής τέκνου για τους δικαστικούς λειτουργούς περιορίζεται σε πέντε μήνες, αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, η προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε επί τη βάσει της άνω διάταξης είναι μη νόμιμη κατά το μέρος που εκδηλώθηκε μ’ αυτήν απόρριψη του αιτήματος της αιτούσας για χορήγηση εννεάμηνης άδειας, και ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθεί ως προς το μέρος αυτό, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο σχετικό λόγο ακυρώσεως. Αν και κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, σύμφωνα με την οποία η ως άνω διάταξη του Κώδικα σε ουδεμία διάταξη του Συντάγματος ή άλλη διάταξη αυξημένης τυπικής ισχύος αντίκειται, νομίμως απορρίφθηκε το σχετικό αίτημα της αιτούσας, ο δε προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος.
14. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Ακυρώνει την 71481/16.8.2012 πράξη της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό.
Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Και
Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2013
  Ο Πρόεδρος                                                  Η Γραμματέας


Κ. Μενουδάκος                                         Μ. Παπασαράντη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 18ης Οκτωβρίου 2013.
  Ο Πρόεδρος                                                  Η Γραμματέας


Σωτ. Αλ. Ρίζος                                                         Αικ. Ρίπη

                                   ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

Με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012, οι παράγραφοι 20, 21, 22 και 23 του άρθρου 44 του ν. 1756/1988 αντικαταστάθηκαν και προστέθηκαν παράγραφοι 24, 25 και 26. Οι παραπάνω διατάξεις παραμένουν ως έχουν, πλην αυτής της παραγράφου 21, που προτείνουμε να διαμορφωθεί, σε συμμόρφωση τόσο προς την  προαναφερόμενη απόφαση όσο και προς την υπ’ αριθμ. 845/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αντιμετωπίζει το θέμα της πολύδυμης κύησης δικαστικών λειτουργών, ως ακολούθως:
21. Στο γονέα δικαστικό λειτουργό χορηγείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ύστερα από αίτησή του, άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού.Σε περίπτωση πολύδυμης κύησης, η παραπάνω προβλεπόμενη άδεια εννέα μηνών για ανατροφή τέκνου, με αποδοχέςπροσαυξάνεται, κατά το ένα τρίτο της εννεάμηνης διάρκειάς της, δηλαδή κατά τρεις μήνες, για κάθε τέκνο πέραν του ενός». Η ημερομηνία έναρξής της ορίζεται: α) από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης, σε όσα Δικαστήρια διευθύνονται από Τριμελές Συμβούλιο, β) από τον προϊστάμενο του Δικαστηρίου ή της Εισαγγελίας ή της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων σε κάθε άλλη περίπτωση, και πρέπει να προσδιορίζεται, όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από μητέρα δικαστική λειτουργό, το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε, όμως, μέσα σε δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας μητρότητας που έλαβε η ίδια δικαστική λειτουργός. Η αίτηση για τη χορήγηση της πιο πάνω άδειας σε πατέρα δικαστικό λειτουργό για την ανατροφή του παιδιού του πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας που έχει χορηγηθεί στην εργαζομένη μητέρα του παιδιού του. Αν η σύζυγος του δικαστικού λειτουργού δεν έχει πάρει άδεια μητρότητας, η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα έληγε η άδεια μητρότητας, την οποία, με βάση το χρόνο τοκετού, θα ελάμβανε μητέρα δικαστική λειτουργός.
Στο τέλος της παρ. 21 του οικείου άρθρου (44) προτείνουμε να προστεθεί το αμέσως παρακάτω εδάφιο, μεταβατικού περιεχομένου: «Στους δικαστικούς λειτουργούς, που, κατ’ εφαρμογή της τροποποιητικής διατάξεως του άρθρου 89 του Ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α 51/12.3.2012), χορηγήθηκε άδεια ανατροφής τέκνου πέντε μηνών, χορηγείται επιπροσθέτως άδεια χρονικής διάρκειας τεσσάρων μηνών, κατόπιν αιτήσεώς τους, κατά την παράγραφο τούτη, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η ημερομηνία έναρξης της οποίας καθορίζεται ως ανωτέρω, μέχρι συμπλήρωσης του τρίτου έτους ηλικίας του παιδιού. Σε περίπτωση πολύδυμης κύησης, χορηγείται στους δικαστικούς λειτουργούς, κατόπιν αιτήσεώς τους, κατά τα ανωτέρω, πλην της άδειας εννέα μηνών για ανατροφή παιδιού, και η προβλεπόμενη επαύξηση της άδειας ανατροφής των τέκνων μέχρι συμπλήρωσης του τρίτου έτους ηλικίας των τέκνων».

Εφ. Καλαμ. 28/2013: Ο 4092/2012 για το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν είναι συμβατός με το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο

αναρτήθηκε στις 29 Μαρ 2014, 2:18 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/10/282013-40922012.html

Ο περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου μέχρι του ποσού των   6.000 ευρώ 
για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης είναι ευθέως αντίθετη προς την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30.12.1983 (84/5/ΕΟΚ), η οποία ορίζει ότι η  αξίωση για αποζημίωση τόσο για υλικές ζημίες όσο και για σωματικές βλάβες (στις οποίες υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

ΣτΕ 3354/2013 (Ολομ.) Αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 33 του ν. 4024/2011 περί αυτοδίκαιης απόλυσης και προσυνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας υπαλλήλων

αναρτήθηκε στις 29 Μαρ 2014, 2:12 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/10/33542013-33-40242011.html

22/10/2013
Με τη ΣτΕ 3354/2013 (Ολομ.) ακυρώθηκε η ΔΙΔΑΔ/Φ. 2614/756/οικ. 21872/4.11.2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών (φ. Β΄ 2619/8.11.2011), κατά το μέρος που αυτή περιείχε ρυθμίσεις για την αυτοδίκαιη απόλυση και την προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα υπαλλήλων δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 33 παρ. 1 εδ. γ΄ και παρ. 2 του ν. 4024/2011, λόγω αντιθέσεως των διατάξεων αυτών στο άρθρο 103 του Συντάγματος και την αρχή της ισότητας.

Με την απόφαση αυτή κρίθηκαν, ειδικότερα, τα εξής: Οι διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 4024/2011 που αποτελούν έρεισμα των διατάξεων της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής αποφάσεως και αφορούν την αυτοδίκαιη απόλυση υπαλλήλων αμέσως ή αφού τεθούν σε προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα, με συνέπεια την κατάργηση των οργανικών θέσεων τις οποίες κατείχαν οι υπάλληλοι αυτοί και την απομείωση αντίστοιχα του αριθμού των οργανικών θέσεων που προβλέπονται στους οικείους οργανισμούς, αντίκεινται στο συνταγματικό πλαίσιο που θεσπίζεται με το άρθρο 103 καθώς και στην επίσης συνταγματικώς κατοχυρούμενη αρχή της ισότητας. Και τούτο διότι η μεταβολή αυτή στο υπηρεσιακό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων που έχει συνέπειες στην οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, αφενός δεν βασίζεται σε προηγούμενο ανακαθορισμό των λειτουργιών του Κράτους και διοικητική αναδιοργάνωσή του κατ’ εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών και με κριτήριο την αποτελεσματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών, η δε κατάργηση των νομοθετημένων οργανικών θέσεων δεν επέρχεται ως συνέπεια της αναδιαρθρώσεως, και αφετέρου δεν ανάγεται σε πάγια αλλαγή του γενικού καθεστώτος που διέπει τους όρους λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως με απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας. Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, ο επιδιωκόμενος, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, περιορισμός του Κράτους και η μείωση της δημόσιας δαπάνης διενεργείται μέσω της διαδικασίας αυτοδίκαιης απολύσεως υπαλλήλων αμέσως ή αφού προηγηθεί προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα, που έχει περιορισμένο χρονικά πεδίο εφαρμογής, καταλήγει δε στην αντίστοιχη κατά περίπτωση κατάργηση οργανικών θέσεων και την επακόλουθη τροποποίηση των οικείων οργανισμών των υπηρεσιών, χωρίς να βασίζεται σε προηγούμενο ανακαθορισμό των λειτουργιών του Κράτους και μεταρρύθμιση των οργανωτικών αναγκών της Διοικήσεως με ορθολογικό τρόπο, εν όψει και των υφισταμένων εν γένει πόρων και μέσων, με τήρηση του μνημονευθέντος συνταγματικού πλαισίου, η δε σκοπούμενη οργάνωση των επιμέρους υπηρεσιών είναι παρεπόμενο αποτέλεσμα διαδικασίας απομακρύνσεως μονίμων υπαλλήλων με κριτήρια (ηλικία υπαλλήλου και χρόνος υπηρεσίας) τυχαία και συμπτωματικά μη συνδεόμενα με τον επιδιωκόμενο σκοπό και θεσπιζόμενα κατ΄ απόκλιση των γενικώς και παγίως ισχυουσών διατάξεων.
http://www.ste.gr/portal/page/portal/StE/ProsfatesApofaseis#a281

ΜονΠλημΣαμ 634/2012: ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ

αναρτήθηκε στις 11 Νοε 2013, 12:52 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/08/6342012.html

"Η χρησιμοποίηση παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται και κατά του κατηγορουμένου τουλάχιστον σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΑΜΟΥ 
Αριθ. Αποφ.: 634/2012 

             ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜ/ΚΕΙΟΥ ΣΑΜΟΥ
                Εκτακτη Συνεδρίαση της 31ης Οκτωβρίου 2012

Σύνθεση: Λάμπρος Μελίσσαργος, Πλημμελειοδίκης
     Μαρία Τσιριγώτη, Αντεισαγγελέας


[...]

                              ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

    Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α 
του Ν 2472/1997 έχει εκδώσει τις με αριθμούς 1122/2000 και 1/2011 οδηγίες για το θέμα των 
κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης. Σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες η λήψη και επεξεργασία 
δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με κλειστό κύκλωμα τηλεόραση, που λειτουργεί μονίμως, 
συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα δεν επιτρέπεται, διότι προσβάλλει την προσωπικότητα 
και την ιδιωτική ζωή του ατόμου. Κατ’ εξαίρεση, τέτοιου είδους λήψη (μόνιμη, συνεχής ή κατά 
τακτά χρονικά   διαστήματα) και επεξεργασία είναι νόμιμη, χωρίς τη συγκατάθεση του 
υποκειμένου, υπό τις προϋποθέσεις του Ν 2472/1997, εφόσον ο σκοπός της επεξεργασίας είναι η 
προστασία προσώπων ή αγαθών ή η ρύθμιση της κυκλοφορίας. Κριτήριο για τη νομιμότητα της 
επεξεργασίας είναι: α) η αρχή της αναγκαιότητας, σύμφωνα με την οποία η επεξεργασία επιτρέπεται 
εφόσον ο σκοπός της δεν μπορεί να επιτευχθεί με εξ ίσου αποτελεσματικά αλλά λιγότερο επαχθή 
για το άτομο μέσα (όπως π.χ. ανιχνευτές στην είσοδο και την έξοδο κλειστών χώρων), και β) η 
αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία το έννομο συμφέρον του υπεύθυνου 
επεξεργασίας πρέπει να υπερέχει καταφανώς, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, των   δικαιωμάτων 
και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν βλάπτονται οι 
προσωπικές τους ελευθερίες. Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 παρ. Ε΄ της οδηγίας αυτής, όπως ισχύει 
μετά την αντικατάσταση του προηγούμενου   αντίστοιχου εδαφίου σύμφωνα με την 
2162/10.6.2005 τροποποίηση της ως άνω   οδηγίας, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού 
χαρακτήρα μέσω κλειστών κυκλωμάτων τηλεόραση εγκατεστημένων σε ιδιωτικούς χώρους από 
φυσικό πρόσωπο για την   άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών 
εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του Νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν 2472/1997. 
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με την υπ’ 
αριθ. 84/2002 Απόφαση της έκρινε ότι με την Οδηγία της υπ’ αριθμ. 1122 της 26.9.2000 έχει γίνει 
δεκτό ότι η λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με κλειστό κύκλωμα 
τηλεόρασης δεν επιτρέπεται, διότι προσβάλλει την προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή του 
ατόμου, ότι κατ’ εξαίρεση η λήψη και η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με 
κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης είναι νόμιμη χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, υπό τις 
προϋποθέσεις του Ν 2472/1997,εφόσον ο   σκοπός της επεξεργασίας είναι η προστασία προσώπων 
ή αγαθών και ότι, ως  προελέχθη, κριτήρια για τη νομιμότητα της επεξεργασίας αποτελούν οι αρχές 
της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι πρέπει να εξετάζεται αν το 
μέσο είναι το απολύτως αναγκαίο για τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος δεν μπορεί να επιτευχθεί 
με λιγότερο επαχθή για το πρόσωπο μέσα που έχουν κριθεί ή αποδεικνύονται ανεπαρκή στη 
συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ το συμφέρον του υπευθύνου της επεξεργασίας είναι υπέρτερο των 
δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν 
θίγονται οι θεμελιώδες  ελευθερίες τους. Σύμφωνα δε με τα παραπάνω, αποφάσισε ότι η 
εγκατάσταση του κλειστού συστήματος τηλεόρασης και βιντεοπαρακολούθησης σε χώρους 
εισόδου και άλλους κοινόχρηστους χώρους ξενοδοχείων είναι το αναγκαίο μέσο για την προστασία 
των πελατών, εφόσον δεν είναι δυνατός ο έλεγχος με τη φυσική παρουσία των υπαλλήλων καθ’ 
όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, η δε λήψη εικόνας από την είσοδο ή άλλους κοινόχρηστους 
χώρους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει υπέρμετρα την ιδιωτικότητα των ατόμων, δεδομένου ότι 
η επεξεργασία καταγράφει δραστηριότητες προσώπων που λαμβάνουν χώρα σε δημόσια θέα. Είναι 
γνωστό ότι η προστασία της ιδιωτικής ζωής κατοχυρώνεται τόσο από το διεθνές και κοινοτικό 
δίκαιο, όσο και από το εθνικό δίκαιο. Εκ μέρους μάλιστα του τελευταίου όχι μόνο σε επίπεδο 
τυπικών νόμων, αλλά και από συνταγματικές διατάξεις. Η ιδιωτική ζωή  προστατεύεται πρωτίστως 
από την αυθαιρεσία των κρατικών οργάνων, αλλά και από την αυθαίρετη επέμβαση σ’ αυτήν 
ιδιωτών. Στο δε άρθρο 19 της με αριθμό 1/2011 οδηγίας της Αρχής ορίζεται ότι στα καφενεία, 
εστιατόρια και λοιπούς χώρους εστίασης, όσο και σε σημεία εισόδου και εξόδου των 
καταστημάτων, στα ταμεία, αποθήκες κτλ, επιτρέπεται η εγκατάσταση συστημάτων - 
βιντεοεπιτήρησης για την ασφάλεια των χώρων και των αγαθών, που διακινούνται.
Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση απαγορεύεται η λειτουργία καμερών σε χώρους εστίασης
και αναψυχής(ΔιατΕισΕφΠειρ 110/2009 ΠοινΔνη 2010.1299, 2011.328 παρατηρήσεις Γ. Μπουρμά).
 

      Από πλευράς συνταγματικού δικαίου η προστασία της ιδιωτικής ζωής κατοχυρώνεται υπό των 
διατάξεων των άρθρων 5Α, 9, 9Α και 19 του Συντ. Υπάρχουν όμως και από πλευράς ποινικού 
δικαίου διατάξεις προστασίας της ιδιωτικής ζωής, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 370-370Γ ΠΚ 
και από πλευράς Ποινικής Δικονομίας η διάταξη του άρθρου 177 §2 ΚΠΔ. Ειδικότερα, κατά τη 
διάταξη του άρθρου 370Α §4 ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε, η πράξη της §3, ήτοι η χρήση παρανόμου 
αποκτηθεισών πληροφοριών, μαγνητοταινιών ή μαγνητοσκοπήσεων, δεν είναι άδικη εάν η χρήση 
έγινε ενώπιον οιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για τη διαφύλαξη 
δικαιολογημένου συμφέροντος το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Εξάλλου κατά 
τη διάταξη της §2 του άρθρου 177 ΚΠΔ, όπως αυτή ίσχυε, αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί 
με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την 
επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός εάν πρόκειται για κακουργήματα που 
απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη 
απόφαση του δικαστηρίου. Τα ανωτέρω ισχύοντα μεταβλήθηκαν με το Ν 3674/10.7.2008. 
Συγκεκριμένα, με το άρθρο 10 §1 του νόμου αυτού τροποποιήθηκε το άρθρο 370Α ΠΚ, επήλθε 
διεύρυνση των υπαγομένων σν αυτό περιπτώσεων, θεσπίστηκε η σε βαθμό κακουργήματος 
τιμωρία των υπαιτίων και καταργήθηκε η ανωτέρω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου αυτού, που 
προέβλεπε την άρση του αδίκου της χρήσεως των παρανόμως αποκτηθεισών πληροφοριών, 
μαγνητοταινιών ή μαγνητοσκοπήσεων. Εξάλλου με την §2 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε 
και η §2 του άρθρου 177 ΚΠΔ ως εξής: αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες 
πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία. Αλλά και μετά την 
επελθούσα αποσπασματική αυτή νομοθετική μεταβολή, η δικονομική αξιοποίηση τέτοιων μέσων 
θα κριθεί και πάλι σε συνταγματικό επίπεδο, αφού ο τυπικός νόμος δεν μπορεί να κατισχύσει του 
συντάγματος (Α. Ζύγουρας, Αντ/λέας Αρείου Πάγου, Η δικονομική αξιοποίησις υπό των ιδιωτών 
των παρανόμως αποκτηθέντων υπ’ αυτών αποδεικτικών μέσων μετά την τελευταία νομοθετική 
μεταβολή ΠοινΧρ 2008,1013). Αυτό έγινε δεκτό από τον Αρειο Πάγο με την 1/2001 απόφαση της 
Ολομέλειας (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), κατά τον οποίο επιβάλλεται η ad hoc στάθμιση των συγκρουόμενων 
ατομικών δικαιωμάτων με γνώμονα τη βέλτιστη δυνατή συνύπαρξη τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με 
την προαναφερόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου «εξαίρεση από τον, 
συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγορεύσεως των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο 
χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι λ.χ. η ανθρώπινη 
ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού 
νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρη κατά το μέτρο που υπερβαίνει το 
κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού».

      Συνεπώς, από πλευράς ποινικοδικονομικού δικαίου θα κριθεί κατά πόσον η θεσπιζόμενη 
απόλυτη απαγόρευση της δικονομικής αξιοποίησης τέτοιων αποδεικτικών μέσων, στη 
συγκεκριμένη περίπτωση, είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 2 §1 και 25 §1 εδ. δν Συντ. 
Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 2 §1, 5 §2, 19 §§1 και 3 και 25 §1 εδ. δ΄ του Συντ. 
προκύπτει, ότι ο κανόνας της απαγόρευσης της χρήσης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών 
μέσων, που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 19 §3 του Συντ., κάμπτεται σε εξαιρετικές 
περιπτώσεις όχι μόνον υπέρ αλλά και κατά του κατηγορουμένου. Η χρήση των αποδεικτικών 
μέσων που ελήφθησαν κατόπιν βασανιστηρίων αποκλείεται κατ’ απόλυτο τρόπο ως μέσο 
αναζητήσεως της αλήθειας, αφού τα βασανιστήρια αναιρούν την ίδια την έννοια του κράτος 
δικαίου. Η έλλογη αξιοποίηση όμως άλλων αποδεικτικών μέσων παρανόμου κτηθέντων, όπως λ.χ. 
με παραβίαση του ιδιωτικού απορρήτου κ.λπ., είχε υπέρ είχε κατά του κατηγορουμένου, 
εξασφαλίζει την ισορροπία στο σύστημα προστασίας αξιών κατά την αποδεικτική διαδικασία 
σύμφωνα με τη βαθύτερη λογική του δικαίου, η οποία στηρίζεται στη στάθμιση των εννόμων 
αγαθών και συμφερόντων και στη σύμμετρη κατ` αναλογία διαφύλαξη τους (Ζύγουρας, ό.π., σελ. 
1014, ΟλΑΠ 1/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, νόμιμα λαμβάνεται υπόψη υπέρ του 
κατηγορουμένου, υπό τον περιορισμό της υπό της διατάξεως του άρθρου 25 §1 εδ. δ΄ του Συντ. 
θεσπιζόμενης αρχής της αναλογικότητας, παρανόμως ληφθέν αποδεικτικό μέσο, όταν στη 
συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας του εγκλήματος για το οποίο 
κατηγορείται, το αποδεικτικό αυτό μέσο είναι αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της 
αθωότητας του. Εξ άλλου, υπό τις ίδιες αυτές προϋποθέσεις θα ληφθεί υπόψη κατά του 
κατηγορουμένου παρανόμως αποκτηθέν αποδεικτικό μέσο, όταν αυτό αποτελεί το μοναδικό 
ενδεχομένως αποδεικτικό μέσο στο οποίο το θύμα δύναται να στηρίξει την καταγγελία του (ΑΠ 
611/2006 με σύμφωνη αγόρευση του Αντεισαγγελέα Α. Ζύγουρα ΠοινΔικ 2006, 857, ΝοΒ 2007, 
150, ΠοινΧρ 2007, 895, Δ 2006, 927, Α.   Ζύγουρας, ό.π., σελ. 1014,ΔιατΕισΕφΠειρ 110/2009 
ΠοινΔνη 2010.1299, 2011.328 με παρατηρήσεις Γ. Μπουρμά).

   Αλλά και η νομολογία του ΕΔΔΑ κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή ότι είναι επιτρεπτή 
υπό προϋποθέσεις, όπως στις προαναφερθείσες περιπτώσεις, η δικονομική αξιοποίηση παρανόμων 
αποδεικτικών μέσων (Βλ. Α. Ζύγουρα, ό.π., με περαιτέρω παραπομπές σε ΕΔΔΑ, υπόθεση Allan 
κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφ. 5.11.2002, σκέψεις 47-48, υπόθεση Schenk κατά Ελβετία, απόφ. 
12.7.1988, ΠΛογ 2003.1300, ΠοινΔικ 2008,1096 σημ. 21 αντίστοιχα, κ.ά., Ε. Πουλαράκη, Η 
Νομολογία του ΕΔΔΑ αναφορικά με την απόδειξη στη ποινική δίκη, ΠοινΔικ 2008,1094). Ετσι 
κρίθηκε ότι στις προαναφερόμενες περιπτώσεις με τη δικονομική αξιοποίηση των παρανόμων 
αποδεικτικών μέσων, δεν παραβιάστηκε η από το άρθρο 6 §1 ΕΣΔΑ θεσπιζόμενη αρχή της δίκαιης 
δίκης. Ειδικότερα στην υπόθεση Schenk κατά Ελβετία όπου η κατηγορία είχε στηριχθεί σε μια 
υποκλαπείσα τηλεφωνική ομιλία, το ΕΔΔΑ έκρινε όχι παρά το δεδομένο του παρανόμου του 
χρησιμοποιηθέντος αποδεικτικού μέσου δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §1, αφού ο 
κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την αυθεντικότητα της μαγνητοταινία και 
να αντισταθεί στη χρήση της, ενώ υπήρχαν και άλλα στοιχεία σε βάρος του. Αλλά και στην 
περίπτωση που το «παράνομο» αποδεικτικό στοιχείο αποτελεί τη μοναδική απόδειξη ενοχής του, 
το ΕΔΔΑ έχει κρίνει όχι δεν υφίσταται παραβίαση του δικαιώματος σε μια δίκαιη δίκη, εάν ο 
κατηγορούμενος είχε ευρεία δυνατότητα να θέσει υπό αμφισβήτηση το αποδεικτικό υλικό και τον 
τρόπο απόκτησης του σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Khan 
κατά Ηνωμένου Βασιλείου όπου το τηλεφωνικό υλικό, που ήταν προϊόν υποκλοπής, αποτέλεσε τη 
μόνη ισχυρή απόδειξη ενοχής, το Δικαστήριο κατέληξε με ψήφους 6 προς 1 ότι δεν υπήρξε 
παραβίαση του άρθρου 6 §1 από την απόφαση των αρμοδίων ποινικών δικαστών να μην 
κηρύξουν απαράδεκτο το συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο, καθώς ο κατηγορούμενος είχε 
ευρεία δυνατότητα να αμφισβητήσει το συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο καθώς και τις 
περιστάσεις λήψης του [Βλ. Khan v United kingdom (12.5.2000), σκέψεις 37-38].

Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτά γίνονται δεκτά και από τη θεωρία στη χώρα μας (Ε. Συμεωνίδου-
Καστανίδου, «Το άρθρο 370Α ΠΚ και οι πρόσφατες εξαγγελίες για τη τροποποίηση του» ΠοινΔικ 
2008,462, κατά την οποία, στην πραγματικότητα, κανένα ατομικό δικαίωμα -ακόμη και αν ανήκει 
στα απολύτως ανεπιφύλακτα- δεν προστατεύεται τελικώς με απόλυτο τρόπο, όσο συνυπάρχει και 
συγκρούεται με άλλα επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένα, δικαιώματα, όπως π.χ. με τη διάταξη 
του άρθρου 5 παρ. 2 Συντ.). Ετσι και μετά την επελθούσα με τις προαναφερθείσες διατάξεις 
νομοθετική μεταβολή, ήτοι με την κατάργηση της §4 του άρθρου 370Α ΠΚ και την αντικατάσταση 
της §2 του άρθρου 177 ΚΠΔ, με τις οποίες καθιερώνεται η απόλυτη απαγόρευση της δικονομικής 
αξιοποίησης των παρανόμως αποκτηθέντων υπό των ιδιωτών αποδεικτικών μέσων, πρέπει να 
λεχθεί ότι οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να κατισχύσουν των προαναφερθεισών συνταγματικών 
διατάξεων (βλ. Ζύγουρα, ό.π.Χ Διαφορετικά οδηγούμαστε σε απαράδεκτες καταστάσεις και τραγικά 
αδιέξοδα, που τορπιλίζουν κάθε έννοια δικαίου, δυναμιτίζουν την κοινωνία και παρωθούν 
ενδεχομένως τους κοινωνούς σε έκνομη συμπεριφορά. Μια ολοκληρωτική απαγόρευση της χρήσης 
των παράνομων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε σε παράλογα αξιακά αποτελέσματα ή στην 
καταβαράθρωση ενός συστήματος κοινωνικών αξιών (ΔιατΕισΕφΠειρ 110/2009 ΠοινΔνη 
2010.1299, 2011.328 με παρατηρήσεις Γ. Μπουρμά). Επομένως, γίνεται δεκτό ότι η χρησιμοποίηση 
παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από την αρχή της αναλογικότητας και 
κατά του κατηγορουμένου τουλάχιστον σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η εν λόγω 
απαγόρευση οδηγεί σε κατάργηση του δικαιώματος του πολίτη σε δικαστική ακρόαση και 
προστασία (άρθρο 20 §1 Συντ.), με αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμη και η ανθρώπινη αξία στο 
πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων, τα συνταγματικά δικαιώματα-έννομα 
αγαθά του οποίου μπορούν να προστατευθούν μόνο με τη δικαστική αξιοποίηση κάποιου 
παρανόμως κτηθέντος αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 611/2006 ΠοινΔικ 2006, 857 με συμφ. προτ. Εισ. 
Α. Ζύγουρα, ΠοινΧρ 2008, 1014).

      Στην προκείμενη περίπτωση με τη σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος ζητεί να μη ληφθούν 
υπόψη κατ` άρθρο 177 §2 ΚΠΔ από το Δικαστήριο σειρά φωτογραφιών (με αριθμό αναγνωστέου 
5), οι οποίες προέρχονται από κλειστό κύκλωμα καταγραφής βίντεο, το οποίο λειτουργεί εντός του 
καταστήματος (ψησταριά) της παθούσας, για το λόγο ότι είναι παράνομο αποδεικτικό μέσο, αφού 
το συγκεκριμένο σύστημα λειτουργούσε χωρίς άδεια από την ΑΠΔΠΧ και κατέγραφε κοινόχρηστο 
χώρο (μέρος της πλατείας στην είσοδο του καταστήματος). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη 
μείζονα σκέψη πρέπει η κρινόμενη ένσταση να απορριφθεί, καθώς στην υπό κρίση υπόθεση οι 
συγκεκριμένες φωτογραφίες, που προέρχονται από το βίντεο του κλειστού κυκλώματος 
τηλεόρασης, αν και αποτελούν απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο (αφού η εγκατάσταση δεν είχε τη 
σχετική άδεια), ωστόσο αποτελεί το μοναδικό ενδεχομένως αποδεικτικό μέσο στο οποίο το θύμα 
δύναται να στηρίξει την καταγγελία του, καθώς λόγω της ώρας τέλεσης του αδικήματος δεν 
υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες. Επικουρικά δε πρέπει να τονιστεί ότι, αν και η συγκεκριμένη κάμερα 
λειτουργούσε εντός χώρου εστίασης, που απαγορεύεται σύμφωνα με το άρθρο 19 §4 της οδηγίας 
1/2011 της ΑΠΔΠΧ, ωστόσο στην προκείμενη περίπτωση χρήζουν εφαρμογής οι παράγραφοι 1 και 
2 του πιο πάνω άρθρου, που καθιστούν επιτρεπτή τη νόμιμη λειτουργία συστημάτων 
βιντεοεπιτήρησης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Και αυτό διότι η συγκεκριμένη κάμερα, ήταν 
τοποθετημένη έτσι ώστε να καταγράφει κινήσεις στο σημείο εισόδου και εξόδου του 
καταστήματος και στο ταμείο αυτού για την προστασία των αγαθών της επιχείρησης, αφού η 
λειτουργία της αφορούσε μόνο τις νυχτερινές ώρες, που το κατάστημα δε λειτουργούσε, και, 
συνεπώς, δεν καταγράφονταν κινήσεις πελατών ή υπαλλήλων. Επομένως, κρίνεται ορθότερη η 
εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του ως άνω άρθρου, που καθιστούν επιτρεπτή τη χρήση του 
συγκεκριμένου υλικού. Κατ` ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει η σχετική ένσταση του 
κατηγορουμένου να απορριφθεί και να  χαρακτηρισθεί ως νόμιμη η δικονομική αξιοποίησή των 
συγκεκριμένων φωτογραφιών, του μοναδικού αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει η 
άδικη πράξη, πρωτίστως διότι στην προκειμένη περίπτωση το παραβιασθέν συνταγματικό 
δικαίωμα του κατηγορουμένου στα προσωπικά του δεδομένα (άρθρο 9Α Συντ.) δεν άπτεται άμεσα 
του σκληρού πυρήνα της προσωπικής του σφαίρας (δεδομένου ότι οι κάμερες κλειστού 
κυκλώματος κατέγραφαν τις κινήσεις του σε δημόσιο χώρο και όχι στην οικία του), ενώ 
επιβάλλεται και από την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας καθώς σε αντίθετη περίπτωση η εν 
λόγω απαγόρευση θα οδηγούσε σε κατάργηση του δικαιώματος του πολίτη σε δικαστική ακρόαση 
και προστασία (άρθρο 20 §1 Συντ.), αφού δε θα μπορούσε να γίνει χρήση του μοναδικού 
αποδεικτικού μέσου στο οποίο βασίζεται η καταγγελία του, με αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμη και 
η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων, ήτοι αγαθών 
υπέρτερων, που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας. Σ` αυτήν την περίπτωση η συμπεριφορά 
του δράστη, όπως αποτυπώθηκε στην κάμερα κλειστού κυκλώματος, δεν αποτελεί ελεύθερη 
ανάπτυξη της προσωπικότητας του, αλλά συνέχιση της κατάπτωσής της, που άρχισε με το 
έγκλημα και γι` αυτό δεν μπορεί να τύχει συνταγματικής διαφύλαξης. 

[...]

 Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ένορκη 
κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την ανάγνωση των εγγράφων και την 
απολογία του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη 
για την οποία κατηγορείται γι’ αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ο ισχυρισμός του 
κατηγορουμένου ότι εκ παραδρομής θεώρησε ότι η τσάντα ήταν σκουπίδια και για το λόγο αυτό 
την πέταξε μαζί με τα λοιπά απορρίμματα δεν κρίνεται πειστικός από το Δικαστήριο, καθώς  τόσο 
από τις ως άνω φωτογραφίες όσο και από την κατάθεση της μάρτυρα προκύπτει ότι η κατάσταση 
της τσάντας ήταν καλή, γεγονός, που δε θα επέτρεπε στον κατηγορούμενο ή στον μέσο άνθρωπο 
να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ο ιδιοκτήτης της την είχε απορρίψει προς καταστροφή. Προς 
επίρρωση του  συγκεκριμένου συλλογισμού είναι και το γεγονός ότι η τσάντα βρέθηκε από το 
δράστη όχι πεταμένη στο δρόμο ή σε κάποιο κάδο αλλά πάνω σε τραπεζάκι στην Πλατεία 
Πυθαγόρα. Για τους λόγους αυτούς η κατάθεση του κατηγορουμένου δεν κρίνεται πειστική, ενώ 
όπως αποδεικνύεται τόσο από τις φωτογραφίες όσο και από την απολογία του βρήκε και πήρε τη 
συγκεκριμένη τσάντα, την οποία αφού δεν επέστρεψε στην ιδιοκτήτριά της, την παρακράτησε και 
την ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται για 
το ότι στο Βαθύ Σάμου στις 29-10-2012 και περί ώρα 04:20, ιδιοποιήθηκε ξένο κινητό πράγμα που 
περιήλθε στην κατοχή του. Ειδικότερα στο χώρο της πλατείας Πυθαγόρα από καρέκλα του 
καταστήματος - Ψητοπωλείου ιδιοκτησίας ............ ενώ καθάριζε την πλατεία ιδιοποιήθηκε μια 
γυναικεία τσάντα ιδιοκτησίας της συζύγου του ......., τοποθετώντας την σε ένα χαρτόκουτο και 
απομακρύνοντας την προς άγνωστη κατεύθυνση. Η τσάντα περιείχε το χρηματικό ποσό των 1.500
€, ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου μάρκας Rey Ban, διάφορα καλλυντικά και ένα πορτοφόλι που περιείχε 
ένα δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, μια άδεια ικανότητας οδήγησης και τρεις τραπεζικές κάρτες.


                        ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δικάζοντας με παρόντα τον κατηγορούμενο ......... του .......... κάτοικο Βαθέος Σάμου.

 Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι στο Βαθύ Σάμου στις 29-10-2012 και περί ώρα 04:20, ιδιοποιήθηκε 
ξένο κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του. Ειδικότερα στο χώρο της πλατείας Πυθαγόρα 
από καρέκλα του καταστήματος - Ψητοπωλείου ιδιοκτησίας ........., ενώ καθάριζε την πλατεία 
ιδιοποιήθηκε μια γυναικεία τσάντα ιδιοκτησίας της συζύγου του ........., τοποθετώντας την σε ένα 
χαρτόκουτο και απομακρύνοντας την προς άγνωστη κατεύθυνση. Η τσάντα περιείχε το χρηματικό 
ποσό των 1.500€, ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου μάρκας Rey Ban, διάφορα καλλυντικά και ένα 
πορτοφόλι που περιείχε ένα δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, μια άδεια ικανότητας οδήγησης και 
τρεις τραπεζικές κάρτες.

 Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο.

            Στη Σάμο, την 31η Οκτωβρίου 2012.


 Ο ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΗΣ                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


[...]

 Η πράξη για την οποία κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται από τα 
άρθρα 1, 12, 14, 18β, 26 § 1, 51, 53, 57, 59-65, 79 ΠΚ και αρθρ. 375 § 1α ΠΚ.

 Επειδή το Δικαστήριο για την επιμέτρηση των ποινών που θα εφαρμόσει σύμφωνα με το 
διατακτικό, μέσα στα όρια που διαγράφονται με τα παραπάνω άρθρα, λαμβάνει υπόψη αφενός τη 
βαρύτητα των εγκλημάτων που τελέσθηκαν και αφετέρου την προσωπικότητα του 
καταδικασθέντος. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το Δικαστήριο αποβλέπει α) 
στη βλάβη που επήλθε από το έγκλημα και στον κίνδυνο που προκλήθηκε από αυτό β)στη φύση, 
το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, 
μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή και την τέλεση του και γ) στην ένταση του 
δόλου του υπαιτίου. Για την εκτίμηση της προσωπικότητας του καταδικασθέντος, το Δικαστήριο 
αποβλέπει, ενδεικτικά στο βαθμό της εγκληματικής διάθεσης του ενόχου που εκδηλώθηκε κατά 
την πράξη του και για την ακριβή διάγνωση αυτής α) στα αίτια από χα οποία ωθήθηκε προς τέλεση 
του εγκλήματος, στην αφορμή που δόθηκε και το σκοπό τον οποίο επεδίωξε β) στο χαρακτήρα 
του και στο βαθμό της ανάπτυξής του γ) στις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και τον 
προηγούμενο βίο του και δ) στην κατά και μετά την πράξη διαγωγή του, ενδεικτικά δε, στη 
μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία για ανόρθωση των συνεπειών της πράξης του. Για τους 
λόγους αυτούς, κρίνει όχι πρέπει να επιβληθεί στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο ποινή 
φυλάκισης έξι (6) μηνών. Από τα στοιχεία της πράξης και από τον χαρακτήρα του 
κατηγορουμένου, ωστόσο, δεν προέκυψαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 81 ΠΚ, ήτοι δεν 
απεδείχθη ότι το έγκλημα πήγασε από ασυγκράτητη ροπή του καταδικασθέντος προς απόκτηση 
ασυνήθους, νοσηρού και ανήθικου κέρδους και επομένως δεν πρέπει να του επιβληθεί και 
χρηματική ποινή, την οποία ο νόμος δεν προβλέπει για το έγκλημα που τελέστηκε.

 Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 582 ΚΠΔ, κάθε κατηγορούμενος, ο οποίος 
καταδικάζεται σε ποινή, καταδικάζεται ταυτόχρονα με την ίδια απόφαση και στα έξοδα της 
ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα δε με τις διατάξεις του Ν. 663/1977 και την υπ` αριθμ. 58553/19-6-
2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, τα δικαστικά 
έξοδα επί αποφάσεων Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, έχουν καθορισθεί στο ποσό των ογδόντα 
(80) ευρώ. Πρέπει, επομένως, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 373 ΚΠΔ, να επιβληθούν τα 
δικαστικά έξοδα, ποσού ογδόντα (80) ευρώ, σε βάρος του καταδικασθέντος.


                           ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Καταδικάζει τον κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, καθώς 
και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε ογδόντα (80) ευρώ.

 Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο.

            Στη Σάμο, την 31η Οκτωβρίου 2012.


 Ο ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΗΣ                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


[...]

 Κατά το άρθρο 99 §1 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3904/2010 «αν κάποιος 
που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της 
ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα (1) έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι 
ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν 
υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της 
ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία 
έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της 
ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση 
νέων αξιοποίνων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια 
της ποινής».

 Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει στη δικογραφία δελτίο ποινικού μητρώου του 
κατηγορουμένου. Συνεπώς, εφόσον ο καταδικασθείς, δηλώνει όχι δεν έχει προηγούμενη καταδίκη 
σε οποιαδήποτε άλλη στερητική της ελευθερίας ποινή και από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται 
το αντίθετο, πρέπει να θεωρηθεί όχι δεν έχει προηγούμενη καταδίκη (ΑΠ 345/2000, Ποιν. Χρον. 
2000 σελ. 899, ΑΠ 347/2000, ΤριμΕφΘεσ 1180/2001 Αρμ. 2001 σελ. 1109). Το ότι επίσης δεν είναι 
αναγκαία η εκτέλεση της ποινής (μόνο με μετατροπή) είναι σαφές, εφόσον δεν υπάρχει κανένα 
αντίθετο στοιχείο (ΑΠ 289/2000, Ποιν. Χρον. 2000 σελ. 886, ΑΠ 345/2000, Ποιν. Χρον. 2000 σελ. 
899, ΑΠ 347/2000, Τριμ. Εφ.Θεσ. 1180/2001 Αρμ. 2001 σελ. 1109). Συνεπώς, πληρούνται οι 
προϋποθέσεις του άρθρου 99 § 1 ΠΚ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3904/2010 
και πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της ως άνω ποινής φυλάκισης για τρία (3) έτη.


                              ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Αναστέλλει την παραπάνω ποινή φυλάκισης των έξι (6) μηνών, που επιβλήθηκε στον 
κατηγορούμενο, για τρία (3) έτη.

 Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.

 Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο.

                  Στη Σάμο, την 31η Οκτωβρίου 2012


 Ο ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΗΣ                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


[...]

 Από τη διάταξη του άρθρου 373 ΚΠΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο με την τελειωτική απόφαση 
του διατάσσει, μεταξύ άλλων, να αποδοθούν στον ιδιοκτήτη τα πράγματα που αφαιρέθηκαν και τα 
πειστήρια, όσα κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν κατά την ανάκριση και δεν έγινε άρση της 
κατάσχεσης τους σύμφωνα με το άρθρο 268. Εν όψει τούτων, στην προκείμενη περίπτωση νόμιμη 
συντρέχει περίπτωση όπως, επικυρωμένης της από από 29-10-2012 έκθεση κατασχέσεως του 
Ανθ/μου ............. της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Σάμου, διαταχθεί η απόδοση μιας εξωτερικής 
μονάδα αποθήκευσης δεδομένων (USB) μάρκας Α-DATA MY Flash στον ιδιοκτήτη του ............

                            ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Επικυρώνει την από 29-10-2012 έκθεση κατασχέσεως του Ανθ/μου .............. της Υποδιεύθυνσης 
Ασφάλειας Σάμου.

 Διατάσσει την απόδοση του κατασχεθέντος στον ιδιοκτήτη του, .................

 Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο.

                  Στη Σάμο, την 31η Οκτωβρίου 2012



 Ο ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΗΣ                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Aπόσπασμα απόφασης σχετικό με ένσταση αντισυνταγματικότητας Ν.3869/2010.

αναρτήθηκε στις 11 Νοε 2013, 12:43 π.μ. από το χρήστη dikastis gr   [ ενημερώθηκε 11 Νοε 2013, 12:45 π.μ. ]

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/08/a-38692010.html

Αριθμός απόφασης: 289/2013

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΥΡΙΟΥ

Δικαστής: Μαρία Κουβαρά. 

Θέμααπόσπασμα απόφασης σχετικό με ένσταση αντισυνταγματικότητας Ν.3869/2010.


Η εκ των πιστωτριών τράπεζα Πειραιώς ισχυρίζεται ότι ο Ν.3869/2010 είναι αντισυνταγματικός, διότι παραβιάζει την ισότητα που θεσπίζεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος. Αυτή η συνταγματική αρχή αφορά ρύθμιση καταστάσεων ή σχέσεων όμοιων μεταξύ τους, που λόγω της ομοιότητάς τους η αρχή της ισότητας επιβάλλει να νομοθετείται όμοιο θεσμικό πλαίσιο. Το πιστωτικό ίδρυμα ουδόλως δύναται να θεωρηθεί όμοιο με τον πολίτη, καθόσον έχει διαφορετική υπόσταση, φύση, λόγο ύπαρξης, τρόπο λειτουργίας και συντρέχει διαφορετική κοινωνική ανάγκη παρέμβασης στη δραστηριότητά του. Το πιστωτικό ίδρυμαόπως ορίζεται στο άρθρο 1 του Ν.3601/2007, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 παρ. 1 Ν.4021/2011 είναι «επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων για λογαριασμό της». Νόμος ορίζει τους όρους και προϋποθέσεις ίδρυσης του πιστωτικού ιδρύματος (άρθ.5), η άδεια λειτουργίας του χορηγείται και ανακαλείται από την Τράπεζα της Ελλάδας (άρθ.7,8), το πεδίο δραστηριότητάς της ορίζεται από το νόμο (άρ.11), με τον Ν.3864/2010 ιδρύθηκε Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας σκοπός του οποίου είναι η διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος για την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρ.2), με τον Ν.4021/2011 ορίσθηκαν μέτρα εξυγίανσης και ενεργοποιήθηκαν συμβατικές ρήτρες αντιμετώπισης περιπτώσεων πτώχευσης ή αφερεγγυότητας ή επέλευσης άλλου πιστωτικού γεγονότος ή ισοδυνάμου με αυτό κ.λ.π, θεσμοθετήθηκαν μέτρα εξυγίανσης με στόχο τη σταθεροποίηση του πιστωτικού ιδρύματος και την αποτροπή κινδύνου οικονομικής αστάθειας χάριν της συστηματικής ευστάθειας, προστασία της εμπιστοσύνης των καταθετών στη σταθερότητα και την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, πρόληψη δημιουργίας συστημικού κινδύνου ή καταστάσεων αποσταθεροποιητικών του χρηματοπιστωτικού συστήματος, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών που επικρατούν στην τραπεζική και διατραπεζική αγορά ( άρ. 63γ). Η μεταχείριση αυτή των πιστωτικών ιδρυμάτων από τον νομοθέτη είναι σύμφυτη με το ρόλο των πιστωτικών ιδρυμάτων  στην διατήρηση του οικονομικοκοινωνικού συστήματος, την οικονομική ανάπτυξη στα πλαίσια του συστήματος αυτού και αυτές τις ιδιότητες ο νομοθέτης περιφρουρεί και ενισχύει. Ο πολίτης έχει εντελώς διαφορετική υπόσταση, ατομική και κοινωνική, με πλέγμα ιδιοτήτων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που ρυθμίζονται και κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα, σ’ εκτέλεση ακριβώς του οποίου θεσπίσθηκε ο Ν.3869/2010 και ειδικότερα των διατάξεών των άρθρων 2 παρ.1 «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας και 25 παρ. 1 «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους τουκοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπότην εγγύηση του Κράτους, όπως εξάλλου ρητά αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση αυτού του νόμου. Συνεπώς η ένσταση περί αντισυνταγματικότητας  του Ν. 3869/2010 πρέπει ν’ απορριφθεί.

Απόφαση βόμβα του ΣτΕ τινάζει στον αέρα την τακτοποίηση αυθαιρέτων

αναρτήθηκε στις 15 Μαΐ 2013, 2:57 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/05/blog-post_1.html



Αντισυνταγματικός στο σύνολό του ο σχετικός νόμος 4014/2011 που προέβλεπε την τακτοποίηση των αυθαιρέτων «νέας γενιάς» με «πάγωμα» της κατεδάφισής τους για 30 χρόνια- Στον αέρα 500.000 πολίτες που τακτοποίησαν το αυθαίρετο τους- Παράγοντες του ΥΠΕΚΑ δηλώνουν στο «Βήμα» ότι όποια κι αν είναι η απόφαση θα φροντίσουν να συμμορφωθούν
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  21:01 | ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:  22:04


Αντισυνταγματική έκρινε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) την τακτοποίηση των αυθαιρέτων. Σύμφωνα με πληροφορίες, σε διάσκεψη, κεκλεισμένων των θυρών, οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν, κατά πλειοψηφία,  αντισυνταγματικό στο σύνολό του τον νόμο 4014/2011.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

ΣτΕ: Αντισυνταγματική η διαθεσιμότητα των δικαστικών υπαλλήλων

αναρτήθηκε στις 15 Μαΐ 2013, 2:36 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_24.html


Οι δικαστικοί υπάλληλοι δεν υπάγονται σε καθεστώς προσυνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας, αποφάνθηκε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ' αριθμ. 1540/2013 απόφασή της.


Ειδικότερα, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου (πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος Σωτ. Ρίζος και εισηγητής ο σύμβουλος Επικρατείας Δ. Μακρής) ακύρωσαν την από 25/11/2011 απόφαση του γενικού γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία «διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη απόλυση», σύμφωνα με τις επιταγές του Ν. 4024/2011 δικαστικής υπαλλήλου της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.

Η επίμαχη δικαστική υπάλληλος ήταν 58 ετών, είχε συμπληρωμένα 35 χρόνια συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας και τέθηκε σε καθεστώς προσυνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 4024/2011. Όμως, μεταγενέστερος νόμος (Ν. 4038/2012) τροποποίησε τον προηγούμενο του 2011 και προέβλεψε ότι κατ' εξαίρεση δεν τίθεται σε προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα οι υπάλληλοι των γραμματειών των δικαστηρίων και Εισαγγελιών, κ.λπ.

Οι σύμβουλοι Επικρατείας υπογραμμίζουν ότι ο νόμος του 2011 δεν περιλαμβάνει τους δικαστικούς υπαλλήλους, οι οποίοι συμβάλλουν ενεργώς στο δικαιοδοτικό έργο των δικαστηρίων και αποτελούν ειδική κατηγορία υπαλλήλων για την οποία προνοεί το Σύνταγμα και για την οποία έχει θεσπιστεί αυτοτελής ειδικός κώδικας (Κώδικας Δικαστικών Υπαλλήλων).

Ακόμη, οι δικαστές χαρακτηρίζουν πρόδηλο ότι οι διατάξεις του επίμαχου νόμου δεν μπορούν να αφορούν στους δικαστικούς υπαλλήλους, των οποίων ο αριθμός είναι «λίαν περιορισμένος και κατά κανόνα ανεπαρκής για την υποστήριξη της δικαστικής λειτουργίας».

Κατόπιν αυτών, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε παράνομη την απόφαση του γενικού γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης και την ακύρωσε.

http://www.tovima.gr/society/article/?aid=509609

Σ.τ.Ε. 136/2013 (Α.Μ. Ολομ.) Παράβολο επί ασφαλιστικών μέτρων

αναρτήθηκε στις 15 Μαΐ 2013, 2:23 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/04/1362013.html


18/4/2013
Το άρθρο 20 παρ. 1 του Σ, που διασφαλίζει για όλα τα πρόσωπα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η προσωρινή δικαστική προστασία, καθώς και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την παροχή προστασίας από τα δικαστήρια και την πρόοδο της δίκης

… οι προϋποθέσεις, όμως, αυτές πρέπει, αφ’ ενός μεν να συνάπτονται και να είναι ανάλογες με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, αφ’ ετέρου δε να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων θα συνεπήγοντο την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας. Εξ άλλου, η υποχρέωση καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ιδιώτη, αποβλέπει στην αποτροπή της άσκησης απερίσκεπτων και αστήρικτων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης. Εν όψει δε του σκοπού αυτού, στον οποίο αποβλέπει η θέσπιση της υποχρέωσης αυτής, η τύχη του καταβαλλόμενου παραβόλου (κατάπτωση, πολλαπλασιασμός ή απόδοση στον καταβαλλόντα) συναρτάται με την έκβαση και τις εν γένει περιστάσεις της δίκης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που απορρέει από την έννοια και τους θεσμούς του κράτους δικαίου και καθιερώνεται ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1), επιτρεπτώς επιβάλλονται από τον κοινό νομοθέτη περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων μόνον αν είναι αναγκαίοι και συνάπτονται προς τον υπό του νόμου επιδιωκόμενο σκοπό. Ένα μέτρο δε, που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως κύρωση για παράβαση διατάξεως, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας μόνον όταν από το είδος του ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό. Τέλος, σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ελλείψει σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, σε κάθε κράτος μέλος εναπόκειται να καθορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να ρυθμίσει τις δικονομικές λεπτομέρειες των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων, τα οποία οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, οι δικονομικές δε αυτές λεπτομέρειες δεν επιτρέπεται να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την έννομη τάξη της Ένωσης. Εν προκειμένω, η ρύθμιση του άρθρου 28 του ν. 4111/2013, ο οποίος κύρωσε την από 4-12-2012 π.ν.π., προέβλεψε την καταβολή παραβόλου ανερχόμενου σε 1% της αξίας της δημόσιας σύμβασης ως προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Η διάταξη αυτή θεσπίζει περιορισμό του δικαιώματος παροχής προσωρινής ένδικης προστασίας. Ο εν λόγω περιορισμός εξυπηρετεί τους θεμιτούς σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση της ρύθμισης και κρίνεται πρόσφορος για την εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών. Ειδικότερα, το ύψος του προβλεπόμενου από τη διάταξη αυτή παραβόλου που ανέρχεται σε ποσοστό 1% της προϋπολογισθείσας αξίας της σύμβασης, με ανώτατο, πάντως, όριο (50.000 ευρώ), είναι εύλογο και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, εν όψει και των επιδιωκομένων από το νομοθέτη σκοπών δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι: α) οι διεκδικούντες την ανάθεση σύμβασης κατασκευής δημοσίου έργου στο πλαίσιο διαγωνισμού ή προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, πρέπει να έχουν ανάλογη χρηματοοικονομική επάρκεια, ώστε να είναι σε θέση τόσο να συμμετάσχουν λυσιτελώς στον οικείο διαγωνισμό, όσο και, σε περίπτωση συνάψεως της σχετικής συμβάσεως να προβούν στην προσήκουσα εκτέλεσή της, β) το επίμαχο παράβολο αποδίδεται στο σύνολό του στον αιτούντα σε περίπτωση αποδοχής, ακόμα και μερικής, της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, για την οποία δεν απαιτείται βέβαιη δικανική πεποίθηση ως προς την προβαλλόμενη παρανομία, αλλά αρκεί η σοβαρή πιθανολόγησή της, γ) ο νόμος επιτάσσει σύντομες προθεσμίες για την εκδίκαση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και την έκδοση απόφασης επ’ αυτής και δ) το διακύβευμα είναι, κατά τεκμήριο, σημαντικό, τόσο για τον αναθέτοντα φορέα, όσο και για τους διαγωνιζόμενους οικονομικούς φορείς, ενίοτε, μάλιστα, και για την οικονομική ζωή της χώρας, δεδομένου, άλλωστε, ότι το αποτέλεσμα της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων ασκεί ουσιώδη επιρροή στην εξέλιξη και, ενδεχομένως, στην έκβαση της διαγωνιστικής διαδικασίας, καθώς και στο κύρος της πράξης ανάθεσης, με την οποία αυτή ολοκληρώνεται, όπως και της συνακόλουθης σύμβασης. Εξ άλλου, ο ισχυρισμός ότι ειδικά στις υποθέσεις συμβάσεων κατασκευής δημοσίων έργων ελλείπει η αναλογικότητα στο προβλεπόμενο ποσό παραβόλου, διότι οι διατάξεις του ν. 3886/2010 εφαρμόζονται, κατ’ αρχήν, εφ’ όσον η προϋπολογισθείσα δαπάνη, πλην Φ.Π.Α., είναι ίση προς ή ανώτερη από το ποσό των 5.000.000 ευρώ και, επομένως, το ανώτατο όριο του ποσού του παραβόλου (50.000 ευρώ) αποτελεί συγχρόνως και το κατώτατο όριο αυτού, είναι αβάσιμος διότι η έλλειψη αναλογικότητας, την οποία επικαλείται η αιτούσα, δεν έρχεται σε αντίθεση προς το Σύνταγμα και τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου διότι, πάντως, ο καθορισμός του ανωτάτου ορίου του επίμαχου παραβόλου στο ποσό των 50.000 ευρώ δεν υπερακοντίζει τον καίριο δημοσίου συμφέροντος σκοπό στον οποίο αποβλέπει η θέσπισή του, το δε γεγονός ότι για μία συγκεκριμένη κατηγορία συμβάσεων, όπως οι συμβάσεις κατασκευής δημοσίων έργων, το ύψος του παραβόλου παραμένει σταθερό, στις περισσότερες περιπτώσεις, στο ανώτατο όριο, οφείλεται απλώς στο μεγάλο ύψος των προϋπολογισμών των ανωτέρω συμβάσεων, σε συνδυασμό με την εκτίμηση του νομοθέτη ότι η θέσπιση υψηλότερου παραβόλου για τους διαγωνισμούς προϋπολογιζομένης δαπάνης πέραν του κατωφλίου των 5.000.000 ευρώ θα υπερέβαινε το θεμιτό όριο και, πάντως, δεν αναιρείται στο σύνολό του ο αναλογικός χαρακτήρας της επίμαχης ρύθμισης, η οποία προβλέπει, κατ’ αρχήν, ως εύλογο το ποσοστό (1%), με όριο το ποσό των 50.000 ευρώ. Απορριπτέος επίσης ο ισχυρισμός ότι με την επίμαχη ρύθμιση θεσπίζεται η υποχρέωση καταβολής παραβόλου που υπολογίζεται σε ποσοστό όχι μόνον επί του καθαρού (χωρίς Φ.Π.Α.) ποσού της προϋπολογιζομένης δαπάνης, αλλά και επί του αντίστοιχου Φ.Π.Α., με αποτέλεσμα να καταβάλλεται παράβολο υπολογιζόμενο και επί ποσού που δεν αποτελεί αμοιβή του αναδόχου ούτε μέρος της προϋπολογιζομένης δαπάνης της σύμβασης, και τούτο διότι δεν προσάπτει συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια στην επίμαχη ρύθμιση, και πάντως, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος διότι δεν επιβάλλεται να συσχετίζεται η βάση καθορισμού του οφειλόμενου παραβόλου με τη σύμβαση και την προκήρυξη ώστε να υπολογίζεται μόνον επί της αμοιβής του εργολάβου.. Περαιτέρω, όμως, κατά το μέρος που με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 4111/2013 επιβάλλεται η υποχρέωση καταβολής ολοκλήρου του ποσού του παραβόλου έως την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, ως προϋπόθεση παραδεκτού της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, η ρύθμιση εμφανίζεται δυσαναλόγως αυστηρή σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς της. Τούτο δε διότι, αν και το ύψος, στο οποίο είναι δυνατόν να ανέλθει το παράβολο, παρά το ότι είναι πολλαπλασίως αυξημένο σε σχέση με εκείνο που απαιτείτο για το παραδεκτό της αιτήσεως υπό την προϊσχύουσα νομοθετική ρύθμιση (άρθρο 36 παρ. 1 π.δ/τος 18/1989), δεν υπερβαίνει, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, το επιτρεπτό όριο, η υποχρέωση εφ’ άπαξ καταβολής του έως την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, που προϋποθέτει την ικανότητα άμεσης διάθεσης ολοκλήρου του ποσού, καθιστά υπερβολικά δυσχερή την επιδίωξη προσωρινής δικαστικής προστασίας και είναι δυνατόν να οδηγήσει σε έμμεση κατάλυση αυτής κατά το προσυμβατικό στάδιο των διαγωνισμών. Και ναι μεν θα ήταν επιτρεπτό να απαιτηθεί η καταβολή εκ των προτέρων είτε έως την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως είτε με την κατάθεση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, μέρους του ποσού του συνολικώς προβλεπόμενου, βάσει της επίμαχης διάταξης, παραβόλου, ικανού για να επιτελεί τον επιδιωκόμενο από το νομοθέτη αποτρεπτικό σκοπό υποβολής παρελκυστικών αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, η θεσπιζόμενη, όμως, υποχρέωση καταβολής του συνολικού ποσού του παραβόλου εξ αρχής, ακόμη και όταν αυτό ανέρχεται στο ανώτατο όριο των 50.000 ευρώ, συνιστά υπέρμετρο περιορισμό του προστατευόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας που υπερακοντίζει το σκοπό του νομοθέτη. Συνεπώς, η ανωτέρω διάταξη, κατά το μέρος που επιβάλλει την καταβολή ολόκληρου του ποσού του παραβόλου έως την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, ως προϋπόθεση παραδεκτού της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και είναι, κατά τούτο, ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.
http://www.ste.gr/portal/page/portal/StE/ProsfatesApofaseis#a261

ΣτΕ (Ολ) 3838/2012: Αποχώρηση των στρατιωτικών δικαστών από την υπηρεσία (με σχόλιο Χριστίνας Φατούρου)

αναρτήθηκε στις 9 Απρ 2013, 10:47 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/04/38382012.html

Λέξεις-Κλειδιά: στρατιωτικοί δικαστές – αποχώρηση από την υπηρεσία – εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας – δικαίωμα στο νόμιμο δικαστή – μεταβατικές διατάξεις
Υποχρεωτική αποχώρηση από την υπηρεσία των δικαστών του Δικαστικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων. Η διάταξη του άρθρ.77§5 του Ν.3421/2001 αντίκειται στις αρχές της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών, κατά το μέρος που καταλαμβάνει, χωρίς πρόβλεψη μεταβατικής διάταξης, τους υπηρετούντες Αναθεωρητές Β΄ και Γ΄ που είχαν ήδη συμπληρώσει κατά τη δημοσίευση του νόμου τον απαιτούμενο για την αποχώρησή τους χρόνο υπηρεσίας τους.

1-10 of 26