ΕΔΔΑ

Αν θέλετε να σχολιάσετε, κάντε κλικ στο σύνδεσμο που υπάρχει στην αρχή  του κάθε άρθρου για να μεταφερθείτε στο 
BLOG

Εμφάνιση αναρτήσεων 1 - 9 από 9. Προβολή περισσότερων »

Αντίθετος στην ΕΣΔΑ ο αποκλεισμός των ομοφυλοφίλων από τον ν. 3719/2008

αναρτήθηκε στις 29 Μαρ 2014, 2:32 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/11/37192008_7.html

Ο αποκλεισμός των ομοφυλοφίλων από το  Νόμο 3719/2008 αντίκειται στην ΕΣΔΑ

Υπόθεση "Βαλλιανάτος κλπ Vs Ελλάδος"


http://hudoc.echr.coe.int/sites/eng-press/pages/search.aspx?i=003-4560420-5508777#{"itemid":["003-4560420-5508777"]}


ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 
ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΑΛΛΙΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
(Προσφυγές αρ. 29381/09 και 32684/09)
ΑΠΟΦΑΣΗ 
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ 
7 Νοεμβρίου  2013
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 

ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΑΛΛΙΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ


(Προσφυγές αρ. 29381/09 και 32684/09)


ΑΠΟΦΑΣΗ 

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ 

7 Νοεμβρίου  2013

 Η απόφαση είναι τελική αλλά μπορεί να υποβληθεί σε επιμέλεια κειμένου


 Στην υπόθεση του Βαλλιανάτου και Άλλων κατά Ελλάδας

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως) συνεδριάζον με την Ευρεία Σύνθεσή του που αποτελείται από τους 

              Dean Spielmann, Πρόεδρο,                            
              Josep Casadevall,
              Guido Raimondi,
              Ineta Ziemele,
              Mark Villiger,
              Isabelle Berro-Lefèvre,
              Peer Lorenzen,
              Danutė Jočienė,
              Mirjana Lazarova Trajkovska,
              Ledi Bianku,
              Angelika Nußberger,
              Julia Laffranque,
              Paulo Pinto de Albuquerque,
              Λίνο – Αλέξανδρο Σισιλιάνο,
              Erik Møse,
              André Potocki,
              Aleš Pejchal, δικαστές,
και τον  Michael O’Boyle, Αναπληρωτή Γραμματέα,

Έχοντας διασκεφθεί μυστικά στις 16 Ιανουαρίου και στις 11 Σεπτεμβρίου 2013

Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία ελήφθη κατά την τελευταία ως άνω ημερομηνία:

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1. Η υπόθεση αφορά δύο προσφυγές  (αρ. 29381/09 και 32684/09) κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (η Σύμβαση) στις 6 και στις 25 Μαϊου 2009 αντίστοιχα. Η πρώτη προσφυγή  (αρ. 29381/09) υποβλήθηκε από δύο Έλληνες πολίτες, τον κ. Γρηγόρη Βαλλιανάτο και τον κ. Νικόλαο Μυλωνά, γεννηθέντες το 1956 και το 1958 αντίστοιχα και η δεύτερη (αρ. 32684/09) από έξι Έλληνες πολίτες, τους C.S., E.D., K.T., M.P., A.H.και  D.N., και από το σωματείο Σύνυθεση – Ενημέρωση, Ευαισθητοποίηση και έρευνα, ένα νομικό πρόσωπο με έδρα στην Αθήνα.
2.  Οι προσφεύγοντες με την προσφυγή αρ. 29381/09 εκπροσωπήθηκαν από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι, μια μη κυβερνητική οργάνωση με έδρα τα Γλυκά Νερά (Αθήνα). Οι προσφεύγοντες με την προσφυγή αρ. 32684/09 εκπροσωπήθηκαν από τον κ. Ν.Αλιβιζάτο και τον κ. Ε.Μάλλιο, δικηγόρους που δικηγορούν στην Αθήνα. Η Ελληνική Κυβέρνηση ("η Κυβέρνηση") εκπροσωπήθηκε από τους αναπληρωτές αντιπροσώπους της, κα Α. Γρηγορίου και κα Γ. Παπαδάκη, Συμβούλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και από τον κ. Δ.Καλογήρης, Πάρεδρο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. 
3. Οι προσφεύγοντες, επικαλούμενοι το Άρθρο 8 σε συνδυασμό με το Άρθρο 14, ισχυρίζονται ότι το γεγονός ότι τα "σύμφωνα συμβίωσης" που προβλέπει ο Ν.3719/2008 απευθύνονται μόνο σε ζευγάρια που αποτελούνται από ετερόφυλους ενήλικες είχαν παραβιάσει το δικαίωμά τους στον σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής και της οικογενειακής τους ζωής με αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη διάκριση ανάμεσα σε ετερόφυλα και ομόφυλα ζευγάρια εις βάρος των τελευταίων. 
4. Οι προσφυγές υπήχθησαν στο Πρώτο Τμήμα του Δικαστηρίου (Άρθρο  52 § 1 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Στις 3 Φεβρουαρίου 2011, το Τμήμα αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Αποφάσισε επίσης να κρίνει για το παραδεκτό και για την ουσία της προσφυγής ταυτόχρονα (Άρθρο  29 § 1 της Σύμβασης). Τέλος, ο Πρόεδρος του Τμήματος δέχθηκε το αίτημα για ανωνυμία που υπεβλήθη από τους έξι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. 32684/09 (Άρθρο 47 § 3).
5. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2012, το Τμήμα, αποτελούμενο από τους Nina Vajić, Peer Lorenzen, Elisabeth Steiner, Mirjana Lazarova Trajkovska, Julia Laffranque, Λίνο – Αλέξανδρο Σισιλιάνο και Erik Møse, δικαστές και τον Søren Nielsen, Γραμματέα Τμήματος, παρέπεμψε την υπόθεση στο Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως, χωρίς κάποιος από τα διάδικα μέρη να φέρει αντίρρηση στην παραπομπή, κατόπιν ενημέρωσής τους (Άρθρο  30 της Σύμβασης και Άρθρο  72 του Κανονισμού). Η σύνθεση του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως καθορίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου  26 §§ 4 και  5 και της Σύμβασης και του άρθρου  24 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.
6. Οι προσφεύγοντες και η Κυβέρνηση υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις επί του παραδεκτού και της ουσίας των προσφυγών (Άρθρο 59 § 1 του Κανονισμού). Επιπλέον, σχόλια τρίτων παρεμβαινόντων ελήφθησαν από το  Centre for Advice on Individual Rights in Europe (το "AIRE Centre"), την Διεθνή Ένωση Νομικών  (ΔΕΝ), την  Fédération internationale des Ligues des Droits de l’Homme (FIDH) και το Ευρωπαϊκό Τμήμα της Διεθνούς Ένωσης Λεσβιών, Γκέι, Αμφισεξουαλικών, Διεμφυλικών και Διαφυλικών  (ILGA-Europe), οι οποίοι έλαβαν άδεια από τον Πρόεδρο να ασκήσουν παρέμβαση στην γραπτή διαδικασία  (Άρθρο 36 § 2 της Σύμβασης και Άρθρο  44 § 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου).
7.  Η ακροαματική διαδικασία έλαβε χώρα δημόσια, στο Κτίριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, στο Στρασβούργο, στις 16 Ιανουαρίου 2013  (Άρθρο 59 § 3 του Κανονισμού).

Ενώπιον του Δικαστηρίου εμφανίσθηκαν: 
(α) για την καταγγελλόμενη Κυβέρνηση 
κα Α.Γρηγορίου, Σύμβουλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους
κ. Δ.Καλογήρης, Πάρεδρος, Νομικό Συμβούλιο του Κράτους
κα Μ.Γερμάνη, Πάρεδρος, Νομικός Σύμβουλος του Κράτους
Αναπληρωτές Αντιπρόσωποι

(β)  για τους προσφεύγοντες
κα           C. Mécary, Δικηγόρος,
κ.            Ν.Αλιβιζάτος, Δικηγόρος, Συνήγορος
κ.            Π.Δημητράς,
κ.            Ε.Μάλλιος, Δικηγόρος, Σύμβουλοι.

Το Δικαστήριο άκουσε τις αγορεύσεις των κ.κ. Γερμάνη,  Mécary και Αλιβιζάτου. 

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ 

Ι. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

8. Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. 29381/09 ζουν μαζί ως ζευγάρι στην Αθήνα. Στην υπόθεση αρ.32684/09, ο πρώτος και ο δεύτερος των προσφευγόντων και η τρίτη και η τέταρτη των προσφευγόντων ζουν μαζί για μεγάλο χρονικό διάστημα ως ζευγάρι, στην Αθήνα. Ο πέμπτος και ο έκτος των προσφευγόντων είναι σε σχέση, αλλά για επαγγελματικούς και κοινωνικούς λόγους δεν ζουν μαζί. Όπως αποδεικνύεται από τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, ο έκτος προσφεύγων πληρώνει τις κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές του πέμπτου προσφεύγοντος. Η έβδομη προσφεύγουσα είναι μη κερδοσκοπικό σωματείο οι σκοποί του οποίου περιλαμβάνουν την παροχή ψυχολογικής και ηθικής υποστήριξης σε γκέι και λεσβίες. 
9. Στις 26 Νοεμβρίου 2008, τέθηκε σε ισχύ ο Ν.3719/2008, με τίτλο "Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί και την κοινωνία". Θέσπισε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, έναν επίσημο τύπο συμβίωσης, διαφορετικό από τον γάμο, με τον τίτλο "σύμφωνο συμβίωσης". Κατά το άρθρο 1 του Νόμου, τέτοια σύμφωνα μπορούν να συνάψουν μόνο δύο ενήλικες διαφορετικού φύλου. 
10. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν.3719/2008, η θέσπιση του συμφώνου συμβίωσης αντανακλά μια κοινωνική πραγματικότητα, δηλαδή την συμβίωση εκτός γάμου κι επιτρέπει στα πρόσωπα που αφορά να καταχωρίσουν την συμβίωσή τους με ένα πιο ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο από το προβλεπόμενο για τον γάμο. Η έκθεση προσέθετε ότι ο αριθμός των παιδιών που γεννιούνται στην Ελλάδα από άγαμα ζευγάρια που ζουν σε de facto σχέσεις έχει αυξηθεί προϊόντος του χρόνου και ότι αφορά το 5% όλων των παιδιών που γεννιούνται στην χώρα. Περαιτέρω, σημείωνε ότι η θέση της γυναίκας που εγκαταλείπεται χωρίς υποστήριξη ύστερα από μια μακρά περίοδο συγκατοίκησης και το φαινόμενο των μονογονεϊκών οικογενειών γενικά ήταν σοβαρά ζητήματα που επέβαλαν την νομοθετική ανταπόκριση.Ωστόσο, η έκθεση σημειώνει ότι το κύρος του θρησκευτικού γάμου παραμένει αδιαμφισβήτητο και ότι μαζί με τον πολιτικό γάμο αντιπροσωπεύει την καλύτερη επιλογή για τα ζευγάρια που επιθυμούν να ιδρύσουν οικογένεια με τις μέγιστες νομικές, οικονομικές και κοινωνικές εγγυήσεις. Η έκθεση επίσης αναφέρεται στο άρθρο 8 της Σύμβασης, το οποίο προστατεύει τις εκτός γάμου ενώσεις από την άποψη του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και σημείωνε ότι ένας αριθμός Ευρωπαϊκών κρατών έχουν προσφέρει νομική αναγνώριση με κάποιο τύπο καταχώρισης συμβίωσης για ετερόφυλα ή ομόφυλα ζευγάρια. Χωρίς περαιτέρω ανάλυση, σημειώνει ότι το σύμφωνο συμβίωσης αφορά τα ετερόφυλα ζευγάρια. Καταλήγει ότι θεσπίζεται μια νέα μορφή συμβίωσης και όχι ένας "ευέλικτος" γάμος. Η έκθεση θεωρεί ότι ο θεσμός του γάμου δεν αποδυναμώνεται με την νέα νομοθεσία, καθώς αυτή διέπεται από διαφορετικό σύνολο κανόνων. 
11. Πριν την θέσπιση του Ν.3719/2008 προηγήθηκε ζωηρός δημόσιος διάλογος. Η Εκκλησία της Ελλάδας τάχθηκε επίσημα εναντίον του. Με ένα δελτίο τύπου της Ιεράς Συνόδου στις 17 Μαρτίου 2008, περιέγραψε το σύμφωνο συμβίωσης ως "πορνεία". Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, στο μεταξύ,  απευθύνθηκε στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή λέγοντας τα εξής: 
"… Πιστεύουμε ότι δεν πρέπει να πάμε παραπέρα. Δεν περιλαμβάνονται τα ομόφυλα ζευγάρια. Είμαστε πεπεισμένοι ότι οι απαιτήσεις και οι ανάγκες της Ελληνικής κοινωνίας δεν επιτρέπουν να πάμε πέρα από αυτό το σημείο. Ως νομοθέτης, το κυβερνών κόμμα είναι υπόλογο στον λαό της Ελλάδας. Έχει τις δικές του πεποιθήσεις κι έχει κάνει διάλογο για το θέμα. Πιστεύω ότι είναι ένα βήμα εμπρός."
12.  Η Εθνική Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις παρατηρήσεις που εξέδωσε στις 14 Ιουλίου 2008 για το νομοσχέδιο, αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην έννοια της οικογενειακής ζωής, το περιεχόμενο της οποίας δεν είναι στατικό, αλλά εξελίσσεται μαζί με τα κοινωνικά ήθη (βλ. παρ. 21-24 κατωτέρω). 
13. Στις 4 Νοεμβρίου το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής, ένα συμβουλευτικό όργανο που αναφέρεται στον Πρόεδρο της Βουλής, ετοίμασε μια έκθεση επί του νομοσχεδίου. Σημειώνει ιδίως, αναφερόμενο στην νομολογία του Δικαστηρίου, ότι η προστασία του σεξουαλικού προσανατολισμού εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 14 της Σύμβασης κι ότι η έννοια "οικογένεια" δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις σχέσεις ανάμεσα στα άτομα που έχουν τελέσει γάμο, αλλά γενικότερα μπορεί να περιλαμβάνει δεσμούς κι εκτός γάμου που συνιστούν de facto οικογενειακή ζωή.  (Σελίδα 2 της Έκθεσης).
14.  Κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης στις 11 Νοεμβρίου 2008 επί του συμφώνου συμβίωσης, ο Υπουργός Δικαιοσύνης είπε μόνο ότι "η κοινωνία δεν είναι σήμερα ακόμα έτοιμη να αποδεχθεί την συγκατοίκηση ομόφυλων ζευγαριών". Πολλοί ομιλητές επισήμαναν ότι η Ελλάδα, εξαιρώντας τα ομόφυλα ζευγάρια θα παραβιάσει τις διεθνείς υποχρεώσεις της και, ιδίως, τα Άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης. 
15. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, η Εθνική Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έστειλε επιστολή στον Υπουργό Δικαιοσύνης εμμένοντας στην θέση της για την αθέμιτη διάκριση που εισάγει ο Ν.3719/2008. Στην επιστολή της, η Επιτροπή συνέστησε την ετοιμασία νομοθεσίας για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. 

II.  ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ 

A.  Εσωτερικό δίκαιο και πρακτική 

1.  Ο Ν. 3719/2008
16.  Τα σχετικά άρθρα του Ν.3719/2008 έχουν ως εξής. 
Άρθρο 1
Σύσταση
Η συμφωνία δύο ενήλικων ετερόφυλων προσώπων με την οποία οργανώνουν τη συμβίωση τους (σύμφωνο συμβίωσης) καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στον ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους, το οποίο καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου.
Άρθρο 2
Προϋποθέσεις
1. Για τη σύναψη συμφώνου συμβίωσης απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα.
2. Δεν επιτρέπεται η σύναψη συμφώνου συμβίωσης:
α) αν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά,
β) μεταξύ συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, καθώς και μεταξύ συγγενών εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και
γ) μεταξύ εκείνου που υιοθέτησε και αυτού που υιοθετήθηκε.
3. Η παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου συνεπάγεται την ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης.
Άρθρο 3
Ακυρότητα του συμφώνου
Την κατά το προηγούμενο άρθρο ακυρότητα του συμφώνου συμβίωσης μπορεί να επικαλεσθεί, εκτός από τους συμβληθέντες, και όποιος προβάλλει έννομο συμφέρον οικογενειακής ή περιουσιακής φύσης. Ο εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει αυτεπαγγέλτως την αναγνώριση της ακυρότητας, αν το σύμφωνο συμβίωσης αντίκειται στη δημόσια τάξη.
Άρθρο 4
Λύση
1. Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται: α) με συμφωνία των συμβληθέντων, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, αφότου αυτή κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή στον άλλον και γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος είτε μεταξύ των συμβληθέντων είτε μεταξύ ενός από αυτούς και τρίτου.
2. Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή της μονομερούς δήλωσης στον ληξίαρχο, όπου έχει καταχωρηθεί και η σύσταση αυτού.
Άρθρο 5
Επώνυμο
Το σύμφωνο συμβίωσης δεν μεταβάλλει το επώνυμο των συμβληθέντων. Ο καθένας μπορεί, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος, να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.
Άρθρο 6
Περιουσιακές σχέσεις
Με το σύμφωνο συμβίωσης ή και με μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να ρυθμίζονται οι περιουσιακές σχέσεις των συμβληθέντων και ιδίως η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που θα αποκτηθούν κατά τη διάρκεια του συμφώνου (αποκτήματα). Αν δεν υπάρχει συμφωνία για τα αποκτήματα, το κάθε μέρος έχει, μετά τη λύση του συμφώνου, αξίωση κατά του άλλου για ό,τι αυτό απέκτησε και με τη δική του συμβολή. Η αξίωση αυτή δεν γεννάται στο πρόσωπο των κληρονόμων του δικαιούχου, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται από αυτούς, στρέφεται όμως κατά των κληρονόμων του υπόχρεου. Η αξίωση παραγράφεται δύο έτη μετά τη λύση του συμφώνου.
Άρθρο 7
Διατροφή μετά τη λύση
1. Στο σύμφωνο συμβίωσης ή και σε μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να περιέχεται συμφωνία με την οποία αναλαμβάνεται, είτε από το ένα ή το άλλο μέρος είτε και αμοιβαίως, υποχρέωση διατροφής μόνο για την περίπτωση κατά την οποία, μετά τη λύση του συμφώνου, το ένα από τα μέρη δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα του ή από την περιουσία του. Δεν έχει υποχρέωση διατροφής εκείνος που, εν όψει και των λοιπών υποχρεώσεων του, δεν είναι σε θέση να τη δώσει χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή. Η υποχρέωση αυτή δεν βαρύνει τους κληρονόμους του υπόχρεου.
2. Ο δικαιούχος διατροφής από το σύμφωνο συμβίωσης συμπορεύεται, ως προς το δικαίωμα διατροφής, με τον διαζευγμένο σύζυγο του υπόχρεου.
3. Ο υπόχρεος διατροφής, μετά τη λύση του συμφώνου συμβίωσης, δεν μπορεί να επικαλεσθεί την υποχρέωση του αυτή, προκειμένου να απαλλαγεί, εν όλω ή εν μέρει, από την υποχρέωση συνεισφοράς ή διατροφής συζύγου ή ανήλικων τέκνων του.
4. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3, η συμβατική υποχρέωση της παραγράφου 1 προηγείται της εκ του νόμου υποχρέωσης διατροφής άλλων προσώπων απέναντι στον δικαιούχο, που βρίσκεται σε αδυναμία, μετά τη λύση του συμφώνου, να διατρέφει τον εαυτό του με τις δικές του δυνάμεις.
Άρθρο 8
Τεκμήριο πατρότητας
1. Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή εντός τριακοσίων ημερών από τη λύση ή την αναγνώριση της ακυρότητας του, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατάρτισε το σύμφωνο. Το τεκμήριο ανατρέπεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Τα άρθρα 1466 επ. ΑΚ, καθώς και τα άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ, εφαρμόζονται αναλόγως.
2. Η ακυρότητα ή η ακύρωση του συμφώνου δεν επηρεάζει την πατρότητα των τέκνων.
Άρθρο 9
Επώνυμο τέκνων
Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή εντός τριακοσίων ημερών από τη λύση ή την αναγνώριση της ακυρότητας του, φέρει το επώνυμο που επέλεξαν οι γονείς του με κοινή και αμετάκλητη δήλωση τους που περιέχεται στο σύμφωνο ή σε μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο, πριν τη γέννηση του πρώτου τέκνου. Το επώνυμο που επιλέγεται είναι κοινό για όλα τα τέκνα και είναι υποχρεωτικά το επώνυμο του ενός από τους γονείς ή συνδυασμός των επωνύμων τους. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν η δήλωση παραλειφθεί, το τέκνο θα έχει σύνθετο επώνυμο, αποτελούμενο από το επώνυμο και των δύο γονέων του. Αν το επώνυμο του ενός ή και των δύο γονέων είναι σύνθετο, το επώνυμο του τέκνου θα σχηματισθεί με το πρώτο από τα δύο επώνυμα.
Άρθρο 10
Γονική μέριμνα
1. Η γονική μέριμνα τέκνου που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την αναγνώριση της ακυρότητας του ανήκει στους δύο γονείς και ασκείται από κοινού. Οι διατάξεις του ΑΚ για τη γονική μέριμνα των τέκνων που κατάγονται από γάμο εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.
2. Αν το σύμφωνο συμβίωσης λυθεί, για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 4 του παρόντος, για την άσκηση της γονικής μέριμνας εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 1513 του ΑΚ.
Άρθρο 11
Κληρονομικό δικαίωμα
1. Με τη λύση του συμφώνου συμβίωσης λόγω θανάτου, αυτός που επιζεί έχει κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου, το οποίο ανέρχεται στο έκτο της κληρονομιάς, αν συντρέχει με κληρονόμους της πρώτης τάξης, στο τρίτο, αν συντρέχει με κληρονόμους άλλων τάξεων και σε ολόκληρη την κληρονομιά, αν δεν υπάρχει συγγενής του κληρονομουμένου, που να καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος.
2. Αυτός που επιζεί έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά, το οποίο ανέρχεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, που του αναλογεί. Κατά το ποσοστό αυτό μετέχει ως
κληρονόμος.
3. Τα άρθρα 1826 επ., 1839 επ. και 1860 του ΑΚ εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.
Άρθρο 12
Αναστολή παραγραφής
Το άρθρο 256 του ΑΚ περίπτωση 1 αντικαθίσταται ως εξής:
"1. μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω και αν ύστερα ακυρωθεί, καθώς και μεταξύ προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, όσο αυτό ισχύει".
Άρθρο 13
Πεδίο εφαρμογής
Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε κάθε σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον αυτό έχει καταρτισθεί στην Ελλάδα ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής. Σε κάθε άλλη περίπτωση, εφαρμόζεται το δίκαιο που ορίζεται από τους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
2.  Aστικός Κώδικας

17.  Τα σχετικά κεφάλαια του Αστικού Κώδικα έχουν ως εξής: 

Άρθρο 57 
Οποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.[...]
Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Άρθρο 59 
Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Άρθρο 914 
Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Άρθρο 932
Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Άρθρο 1444

“[...]Το δικαίωμα διατροφής παύει, αν ο δικαιούχος ξαναπαντρευτεί, ή αν συζεί μόνιμα με κάποιον άλλο σε ελεύθερη ένωση. Το δικαίωμα διατροφής δεν παύει με το θάνατο του υποχρέου, παύει όμως με το θάνατο του δικαιούχου εκτός αν αφορά παρελθόντα χρόνο ή δόσεις απαιτητές κατά το χρόνο του θανάτου"….

3. Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα 
18. Τα άρθρα 104 και 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα έχουν ως εξής: 

Άρθρο 104
Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του πε­ριουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα.  

Άρθρο 105 
Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημό­σιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ε­νέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παρά­λειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δη­μόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσω­πο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.

19. Αυτές οι διατάξεις εισάγουν την έννοια της μιας ειδικής επιφύλαξης νόμου του δημοσίου δικαίου, ιδρύοντας την κρατική αδικοπρακτική ευθύνη. Τέτοια ευθύνη προκύπτει από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις που μπορεί να μην είναι μόνο νομικές πράξεις, αλλά και υλικές ενέργειες των διοικητικών αρχών, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων που δεν είναι κατ' αρχήν εκτελεστές για τα δικαστήρια.Το παραδεκτό της αγωγής για ζημία εξαρτάται από έναν όρο: το παράνομο της πράξης ή παράληψης. 
20.  Οι αποφάσεις αρ.1141/1999, 909-910/2007, 1011/2008, 3088/2009, 169/2010 και 2546/2010 του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι παραδείγματα δικαστικών κρίσεων που αφορούν την κρατική αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις αντισυνταγματικών νόμων. Ιδίως στην απόφαση 1141/1999 που αφορούσε την κατάργηση του δικαιώματος πολύτεκνων να λαμβάνουν άδεια εκμετάλλευσης οχημάτων δημόσιας χρήσης, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε το αίτημα αποζημίωσης λόγω του ότι ο εφαρμοστέος νόμος δεν ήταν αντισυνταγματικός. Στις αποφάσεις αρ.  909-910/2007 και 169/2010, το ίδιο δικαστήριο αναγνώρισε ότι υπήρχε αστική ευθύνη του κράτους για την ανάρτηση διαφημιστικών πινακίδων σε δημόσιες λεωφόρους κατά παράβαση της Σύμβασης της Βιέννης για την Οδική Σήμανση. Στην απόφαση αρ.  1011/2008 που αφορούσε αίτημα αποζημίωσης λόγω περιορισμού του δικαιώματος υψούν, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την προσφυγή κρίνοντας ότι δεν υπάρχει  αστική ευθύνη όταν ένας ανώτερης τυπικής ισχύος νομικός κανόνας τίθεται υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Στην απόφαση αρ. 3088/2009, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Κράτους να αποζημιώσει πρόσωπα λόγω της παράλειψης του νομοθέτη να θεσπίσει ρυθμίσεις για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων μιας ειδικής κατηγορίας αποφοίτων ανώτερων τεχνολογικών ινστιτούτων. Τέλος, στην απόφαση αρ. 2546/2010, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι το Κράτος ήταν αστικώς υπεύθυνο γιατί αναγνώρισε δικαιούχους αποζημιώσεων πέντε αγρότες που κατονομάζονταν ρητώς σε έναν νόμο μετά από καταστροφή σοδειάς από κακοκαιρία, παραλείποντας να αποζημιώσει τον έκτο αγρότη που είχε υποστεί απώλειες με τους ίδιους όρους.

4. Η έκθεση της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

21.  Αυτή η Επιτροπή ιδρύθηκε το 1998 και τέθηκε παρά τω πρωθυπουργώ. Ένας από τους σκοπούς της είναι η προετοιμασία και δημοσίευση εκθέσεων για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με αίτηση της Κυβέρνησης, της Βουλής ή μη κυβερνητικών οργανισμών. 
22. Στις 14 Ιουλίου 2008, η Επιτροπή ενέκρινε ομόφωνα μια έκθεση που περιλάμβανε προτάσεις όσον αφορά το νομοσχέδιο με τίτλο "Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί και την κοινωνία". Η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν είναι αντιληπτό για ποιο λόγο το νομοσχέδιο έφερε αυτόν τον τίτλο, δεδομένου ότι θέσπιζε μια νέα μορφή συμβίωσης εκτός γάμου. Προσέθεσε ότι το νομοσχέδιο τροποποιούσε διατάξεις οικογενειακού δικαίου με ατελή, ελλειπή και ανεπαρκή τρόπο, χωρίς προηγούμενη δημόσια διαβούλευση με τους κοινωνικούς, πανεπιστημιακούς κι επαγγελματικούς φορείς. 
23. Στην έκθεσή της η Επιτροπή παρατηρούσε επίσης ότι συγκεκριμένα χωρία της αιτιολογικής έκθεσης του νομοσχεδίου υπονοούσαν ότι οι συγγραφείς έβλεπαν τα σύμφωνα συμβίωσης ως νομικούς θεσμούς κατώτερους του θεσμού του γάμου. Προσέθετε ότι, παρά την ρητή αναφορά στο γεγονός οτι οι Ευρωπαϊκές χώρες έχουν θεσπίσει σύμφωνα συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια, η αιτιολογική έκθεση δεν εξηγούσε την εξαίρεση των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του νομοσχεδίου. 
24.  Με ειδική αναφορά στο τελευταίο σημείο, η Επιτροπή σημείωσε ότι έχει καλέσει τις αρμόδιες αρχές από το 2004 να παράσχουν νομική αναγνώριση στις αστικές ενώσεις μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών. Στις προτάσεις της, η Επιτροπή βασίζει τα επιχειρήματά της στην εξέλιξη του διεθνούς δικαίου σχετικά με το θέμα, αναφερόμενη ιδίως στην νομολογία του Δικαστηρίου επί των Άρθρων 8 και 14 της Σύμβασης. Έκρινε ότι το Ελληνικό κράτος είχε χάσει την μοναδική ευκαιρία να θεραπεύσει την διάκριση εις βάρος των ζευγαριών του ιδίου φύλου σχετικά με την δυνατότητά τους να συνάψουν νομικά αναγνωρισμένα σύμφωνα συμβίωσης. Υπογράμμισε ότι η νομοθεσία αναφέρεται στις de facto ελεύθερες ενώσεις ως εναλλακτικές προς τον γάμο για τα ομόφυλα ζευγάρια και έκρινε ότι η θέσπιση συμφώνου συμβίωσης ταίριαζε περισσότερο στις ανάγκες των ομόφυλων ζευγαριών απ' ότι στις ανάγκες των ετερόφυλων ζευγαριών. 

B.  Συγκριτικό Ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο. 


1.  Υλικό συγκριτικού δικαίου 


25. Το υλικό συγκριτικού δικαίου που διαθέτει το Δικαστήριο για την θέσπιση επίσημων μορφών μη έγγαμης συμβίωσης στα νομικά συστήματα των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης δείχνει ότι εννέα χώρες (Βέλγιο, Δανία, Γαλλία, Ισλανδία, Ολλανδία, Νορβηγία, Πορτογαλία, Ισπανία και Σουηδία) αναγνωρίζει τον γάμο ομοφύλων. Επιπρόσθετα, δεκαεπτά κράτη μέλη αναγνωρίζει κάποιον τύπο συμφώνου συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια (Ανδόρα, Αυστρία, Βέλγιο, Τσεχία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Λιχτενστάιν, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Σλοβενία, Ισπανία, Ελβετία και Ηνωμένο Βασίλειο). Η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία αναγνωρίζουν το δικαίωμα στον γάμο ομοφύλων, χωρίς να δίνουν την δυνατότητα  σύναψης συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. 
26.  Τέλος, η Λιθουανία και η Ελλάδα είναι οι μόνες χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης που έχουν θεσπίσει μια μορφή αναγνωρισμένης συμβίωσης μόνο για ετερόφυλα ζευγάρια, ως εναλλακτική στο γάμο (που είναι δικαίωμα μόνο των ετερόφυλων ζευγαριών) 

2.  Σχετικό υλικό του Συμβουλίου της Ευρώπης

27. Στη Σύσταση 924 (1981) για τις διακρίσεις σε βάρος των ομοφυλόφιλων, η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης κατέκρινε τις διάφορων μορφών διακρίσεις σε βάρος των ομοφυλόφιλων σε συγκεκριμένα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στην Σύσταση 1474 (2000) για την κατάσταση των γκέι και λεσβιών στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, κάλεσε τα κράτη μέλη να θεσπίσουν, μεταξύ άλλων, νομοθεσία που κατοχυρώνει την καταχωρημένη συμβίωση. Περαιτέρω, στην Σύσταση 1470 (2000) για το πιο ειδικό θέμα της κατάστασης των γκέι και λεσβιών και των συντρόφων τους όσον αφορά το άσυλο και την μετανάστευση στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, συνέστησε στην Επιτροπή Υπουργών να καλέσει τα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, "να αναθεωρήσουν τις πολιτικές τους στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων και της προστασίας των μεταναστών, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ομόφυλες οικογένειες και ενώσεις  υφίστανται ίση μεταχείριση με τις ετερόφυλες οικογένειες και ενώσεις…"
28.Το Ψήφισμα 1728 (2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης που θεσπίστηκε στις 29 Απριλίου 2010 με τίτλο "Διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου" καλώντας τα κράτη μέλη να "εγγυηθούν την νομική αναγνώριση των ομόφυλων ζευγαριών όταν η εθνική νομοθεσία προβλέπει τέτοια αναγνώριση, όπως ήδη συνέστησε η Συνέλευση το 2000" προβλέποντας, μεταξύ άλλων: 

"16.9.1.ίδια περιουσιακά δικαιώματα και υποχρεώσεις με όσα προβλέπονται για τα ετερόφυλα ζευγάρια,
16.9.2. καθεστώς συγγενούς
16.9.3. μέτρα διασφάλισης ότι εάν ο ένας σύντροφος σε σύμφωνο συμβίωσης είναι αλλοδαπός, απολαμβάνει ίδια δικαιώματα διαμονής με αυτά που θα εφαρμόζονταν εάν είχε ετερόφυλη σχέση.
16.9.4. αναγνώριση διατάξεων με όμοιο αποτέλεσμα προς αυτό που έχει θεσπιστεί από άλλα κράτη μέλη". 
"1. Να εξετάσουν την ισχύουσα νομοθεσία και τα άλλα μέτρα, να τα αναθεωρούν και να συλλέγουν και να αναλύουν σχετικά δεδομένα προκειμένου να παρακολουθούν και να περιορίζουν κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου,

2. Να διασφαλίζουν ότι τα νομοθετικά και άλλα μέτρα θεσπίζονται και εφαρμόζονται αποτελεσματικά για την καταπολέμηση των διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, να διασφαλίζουν το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων για τις λεσβίες, τους γκέι, τους μπαισέξουαλ και τα διαφυλικά πρόσωπα και να προωθούν την ανεκτικότητα έναντί τους."
30.  Η Σύσταση αναφέρει επίσης: 
"23. Όπου η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις σε ανύπαντρα ζευγάρια, τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν΄ ότι αυτά εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις τόσο σε ομόφυλα όσο και σε ετερόφυλα ζευγάρια, συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των επιζησάντων και εγκατάστασης επιζησάντων ενοικιαστών.
24. Όπου η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει το σύμφωνο συμβίωσης, τα Κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν ότι η νομική θέση και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις είναι αντίστοιχα με αυτά των ετερόφυλων ζευγαριών σε μια συγκρίσιμη κατάσταση.
25.Όπου η εθνική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει δικαιώματα ή υποχρεώσεις για κατοχυρωμένες συγκατοικήσεις ομόφυλων ζευγαριών και μη παντρεμένων ζευγαριών, τα κράτη μέλη καλούνται να εξετάσουν τη δυνατότητα να παράσχουν, χωρίς διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ετερόφυλων ζευγαριών, νομικά και άλλα μέσα για να διευθετήσουν τα πρακτικά προβλήματα που σχετίζονται με την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζουν."

3.  Δίκαιο Ευρωπαϊκής Ένωσης
31. Τα Άρθρα 7,9 και 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υπογράφηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2007 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009 έχει ως εξής:

Άρθρο 7 
“Καθένας έχει δικαίωμα σεβασμού στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του, στην κατοικία και στην επικοινωνία του."

Άρθρο 9 
"Το δικαίωμα στον γάμο και στην ίδρυση οικογένειας διασφαλίζεται σύμφωνα  με τους εθνικούς νόμους που διέπουν την ενάσκηση των δικαιωμάτων αυτών."

'Αρθρο 21
"1. Κάθε διάκριση που βασίζεται σε λόφους όπως το φύλο, η φυλή, το χρώμα, η εθνική ή κοινωνική καταγωγή, τα γενετικά χαρακτηριστικά, η γλώσσα, η θρησκεία ή οι πεποιθήσεις, η πολιτική ή κάθε άλλη γνώμη, η ιδιότητα μέλους σε εθνική μειονότητα, η ιδιοκτησία, η γέννηση, η αναπηρία, η ηλικία ή ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι απαγορευμένη.
2. Στο πλαίσιο της εφαρμογής της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων αυτών των Συνθηκών, κάθε διάκριση για λόγους εθνικότητας είναι απαγορευμένη." 

32. Το Επεξηγηματικό του Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ετοιμάστηκε το 2006 από το Δίκτυο ΕΕ Ανεξάρτητων Ειδικών για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα αναφέρει τα εξής όσον αφορά το άρθρο 98 του Χάρτη: 
"Οι σύγχρονες τάσεις κι εξελίξεις στα εσωτερικά δίκαια ενός αριθμού χωρών είναι υπέρ της μεγαλύτερης αποδοχής και ανοικτότητας στα ομόφυλα ζευγάρια, αν και μερικά κράτη έχουν ακόμη δημόσιες πολιτικές και/η κανονισμού που ρητώς απαγορεύουν το δικαίωμα γάμου σε ομόφυλα ζευγάρια. Επί του παρόντος υπάρχει ιδιαιτέρως περιορισμένη νομική αναγνώριση των σχέσεων των ομόφυλων ζευγαριών, με την έννοια ότι ο γάμος δεν είναι προσβάσιμος σε ομόφυλα ζευγάρια. Με άλλα λόγια, τα εσωτερικά δίκαια της πλειοψηφίας των κρατών προϋποθέτουν διαφορετικό φύλο για τους μελλόνυμφους. Πάντως, σε κάποιες χώρες, όπως η Ολλανδία και το Βέλγιο ο γάμος μεταξύ ομοφύλων είναι νομικά αναγνωρισμένος. Σε άλλες χώρες, όπως οι Σκανδιναβικές, έχει θεσπιστεί νομοθεσία για σύμφωνο συμβίωσης, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διατάξεις αντίστοιχες που τις ισχύουσες στον γάμο όπως λ.χ. για την τύχη της περιουσίας, τα κληρονομικά δικαιώματα κλπ. Ταυτόχρονα, πρέπει να σημειωθεί ότι ο τίτλος "καταχωρημένη συμβίωση" έχει επιλεγεί προκειμένου να μην υπάρχει σύγχυση με τον γάμο και έχει θεσπιστεί ως εναλλακτική μέθοδος αναγνώρισης προσωπικών σχέσεων. Ο νέος θεσμός είναι, συνεπώς ένας κανόνας που αφορά τα ζευγάρια που δεν μπορούν να παντρευτούν και η ομόφυλη συμβίωση δεν έχει το ίδιο κύρος και τα ίδια προνόμια με τον γάμο… 
Προκειμένου να λάβει υπόψη την ποικιλότητα των εσωτερικών ρυθμίσεων για τον γάμο, το Άρθρο 9 του Χάρτη αναφέρεται στην εσωτερική νομοθεσία. Όπως προκύπτει από την διατύπωσή της, η διάταξη έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής από τα αντίστοιχα άρθρα σε άλλα διεθνή νομικά κείμενα. Καθώς δεν υπάρχει σαφής αναφορά σε "άνδρα και γυναίκα" όπως συμβαίνει σε άλλες συμβάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει εμπόδιο για την εσωτερική νομοθεσία να προωθήσει τέτοιους γάμους. Τα διεθνή δικαστήρια κι οι επιτροπές έχουν μέχρι τώρα διστάσει να επεκτείνουν την εφαρμογή του δικαιώματος γάμου στα ομόφυλα ζευγάρια…. "
33. Μια σειρά από Οδηγίες έχουν επίσης ενδιαφέρον, για την παρούσα υπόθεση. Η Οδηγία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου  2003/86/EΚ της 22ης Σεπτεμβρίου 2003 θέτει όρους για την ενάσκηση του δικαιώματος  επανένωσης οικογενειών με πολίτες τρίτων χωρών που κατοικούν νόμιμα στο έδαφος κράτους μέλους. Το Άρθρο 4 της Οδηγίας, το οποίο έχει τίτλο "μέλη της οικογένειας" προβλέπει τα εξής:

"3. Τα κράτη μέλη μπορούν, με νομοθετική ή κανονιστική πράξη, να επιτρέψουν την είσοδο και τη διαμονή, δυνάμει της παρούσας οδηγίας και υπό την επιφύλαξη της τήρησης των όρων που ορίζονται στο κεφάλαιο IV, του εκτός γάμου συντρόφου, υπηκόου τρίτης χώρας, ο οποίος διατηρεί με τον συντηρούντα σταθερή σχέση μακράς διαρκείας δεόντως αποδεδειγμένη, ή του υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος συνδέεται με τον συντηρούντα με καταχωρισμένη σχέση συμβίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2,…"

 Επιπλέον, το άρθρο 5 της ίδιας Οδηγίας προβλέπει τα εξής

“1. 1. Τα κράτη μέλη καθορίζουν εάν, για την άσκηση του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης, υποβάλλεται αίτηση εισόδου και διαμονής στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους είτε από τον συντηρούντα είτε από το/τα μέλος/μέλη της οικογένειας.
2. Η αίτηση συνοδεύεται από δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την οικογενειακή σχέση και την τήρηση των όρων που προβλέπονται στα άρθρα 4 και 6 και, όπου χωρεί η εφαρμογή τους, στα άρθρα 7 και 8, και από ακριβή αντίγραφα των ταξιδιωτικών εγγράφων του μέλους ή των μελών της οικογένειας.
Εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη οικογενειακής σχέσης, τα κράτη μέλη μπορούν να πραγματοποιούν συνεντεύξεις με τον συντηρούντα και το μέλος ή τα μέλη της οικογένειάς του και να διενεργούν οποιαδήποτε άλλη έρευνα που κρίνουν αναγκαία.
Κατά την εξέταση αίτησης που αφορά τον εκτός γάμου σύντροφο του συντηρούντος, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη, ως αποδεικτικό στοιχείο της οικογενειακής σχέσης, παράγοντες, όπως η ύπαρξη κοινού τέκνου, η προηγούμενη συγκατοίκηση, η καταχώριση της σχέσης συμβίωσης και κάθε άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο. [...]"

34. Η Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 αφορά το δικαίωμα των κατοίκων της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κινούνται ελεύθερα εντός του εδάφους των Κρατών μελών.
Το Άρθρο 2 περιλαμβάνει τον εξής ορισμό:
"2) Μέλη της οικογένειας νοούντα:
(α) ο σύζυγος
(β) ο σύντροφος με τον οποίο ο πολίτης της Ένωσης έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, σύμφωνα με την νομοθεσία του Κράτους Μέλους, εάν η νομοθεσία του φιλοξενούντος Κράτους μέλους αναγνωρίζει το σύμφωνο συμβίωσης ως ισοδύναμο με το γάμο, σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονται στη σχετική νομοθεσία του Κράτους μέλους.
(γ) οι απευθείας κατιόντες που είναι κάτω της ηλικίας των 21 ετών ή είναι συντηρούμενοι καθώς κι εκείνοι του συζύγου ή συντρόφου όπως ορίζεται από το στοιχείο (β). 
(δ) ο άμεσος συντηρούμενος ανιών συγγενής κι εκείνοι του συζύγου ή συντρόφου όπως ορίζεται παραπάνω από το στοιχείο (β)  

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ 

Ι. ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ 

35. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι και οι δύο προσφυγές αφορούν τον αποκλεισμό των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008. Συνακόλουθα, ενόψει της ομοιότητας των προσφυγών ως προς τα πραγματικά περιστατικά και τα ουσιώδη ζητήματα που εγείρουν, αποφασίζει την ένωσή τους και την από κοινού εξέτασή τους σε ενιαία απόφαση. 

II. ΙΣΧΥΡΙΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

36.  Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι το γεγονός πως ο Ν.3719/2008 περιλαμβάνει το σύμφωνο συμβίωσης που αποτελείται από ετερόφυλα ζευγάρια παραβιάζει το δικαίωμά τους για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής τους και επιφέρει αδικαιολόγητη διάκριση ανάμεσα στα ετερόφυλα και ομόφυλα ζευγάρια εις βάρος των τελευταίων. Επικαλούνται το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης. Αυτές οι διατάξεις αναφέρουν τα εξής: 

'Aρθρο 14

"Η απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται με την παρούσα Σύμβαση διασφαλίζεται χωρίς διακρίσεις για λόγους όπως το φύλο, η φυλή, το χρώμα, η γλώσσα, η θρησκεία, η πολιτική ή άλλη πεποίθηση, η εθνική ή κοινωνική καταγωγή, η σχέση με εθνική μειονότητα, η ιδιοκτησία, η γέννηση ή άλλη κατάσταση."

'Αρθρο 8 

1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
2. Κατά την ενάσκηση αυτού του δικαιώματος δεν επιτρέπεται παρέμβαση δημόσιας αρχής, παρά μόνον εφόσον είναι σύμφωνη με το νόμο και είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία για λόγους εθνικής ασφάλειας, δημόσιας ασφάλειας ή οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την αποτροπή των εκτροπών ή του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή των ηθών, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.
A. Παραδεκτό

1. Οι απόψεις των διαδίκων

(α) Η Κυβέρνηση

37. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται πρώτα ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω των προσώπων που την έχουν υποβάλει. Όσον αφορά το σωματείο Σύνθεση – Ενημέρωση, Ευαισθητοποίηση και Έρευνα, ισχυρίζονται ότι, ως νομικό πρόσωπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεσο ή έμμεσο θύμα των προβαλλόμενων παραβιάσεων. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες που είναι φυσικά πρόσωπα δεν μπορούν να θεωρηθούν θύματα της φερόμενης παραβίασης υπό το φως των Άρθρων 14 και 8, καθώς δεν υπέστησαν αρνητικές συνέπειες ως αποτέλεσμα της αδυναμίας τους να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης. Για παράδειγμα, η Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η καταβολή διατροφής μετά τη λύση του συμφώνου συμβίωσης είναι προαιρετική κατά τις διατάξεις του Ν.3719/2008. Περαιτέρω, οι προσφεύγοντες σε κάθε περίπτωση είχαν το δικαίωμα να συνάψουν συμβόλαιο, στο οποίο κάθε ζευγάρια θα συμφωνούσε σε σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όσο για τα κληρονομικά δικαιώματα των συντρόφων, η Κυβέρνηση καταλήγει ότι το επίμαχο άρθρο 11 του νόμου προβλέπει για τον επιζώντα σύντροφο του συμφώνου συμβίωσης την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή. Ωστόσο, οι προσφεύγοντες, υπό το φως της ηλικίας τους (ο πιο ηλικιωμένος από αυτούς είναι ακόμη κάτω των 60) θα μπορούσαν να θεωρηθούν μόνο υποθετικά θύματα της ισχυριζόμενης παραβίασης. Σε κάθε περίπτωση, μπορούν ανά πάσα στιγμή να ρυθμίσουν το κληρονομικό ζήτημα ή γενικότερα θέματα που αφορούν την περιουσιακή κατάσταση κάθε πλευράς (συμπεριλαμβάνοντας τις οικονομικές σχέσεις τους) με σύμβαση ή με διαθήκη. 
38.  Η Κυβέρνηση αναφέρει περαιτέρω ότι οι προσφεύγοντες δεν έχουν εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα που τους είναι διαθέσιμα στην παρούσα υπόθεση. Γενικά, ισχυρίζονται ότι η ισχυριζόμενη αδυναμία τους να προσβάλλουν την επίμαχη νομοθεσία στα εσωτερικά δικαστήρια δεν οφείλεται σε έλλειψη ενός αποτελεσματικού ένδικου μέσου στην Ελληνική νομοθεσία, αλλά  μάλλον στο γεγονός ότι δεν υφίστανται άμεση και ευθεία διάκριση, λόγω του αποκλεισμού τους από την νομοθεσία περί συμφώνου συμβίωσης. Τελικά, οι προσφεύγοντες που είναι φυσικά πρόσωπα δεν βρίσκονται σε κατάσταση θύματος παραβίασης ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς η ζημία που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν όσον αφορά το δικαίωμά τους για δυνατή πληρωμή διατροφής, κληρονομικούς διακανονισμούς και την ρύθμιση των οικονομικών ζητημάτων εντός κάθε ζευγαριού είναι υποθετικό και βασίζεται σε εκτιμήσεις. 
39. Η Κυβέρνηση περαιτέρω αναφέρει ότι η αγωγή αποζημίωσης στα διοικητικά δικαστήρια κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα θα αποτελούσε ένα αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα στην υπό κρίση περίπτωση. Υπ' αυτή τη διάταξη, το Κράτος είναι υποχρεωμένο να αποζημιώσει την ζημιά που προκλήθηκε από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας. Ο μόνος όρος ήταν ότι η πράξη ή παράλειψη θα πρέπει να είναι παράνομη, δηλαδή να παραβιάζει κανόνες που θεσπίζουν ένα ατομικό δικαίωμα ή έννομο συμφέρον. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να είχαν απευθυνθεί ενώπιον των εσωτερικών δικαστηρίων σύμφωνα με τα άρθρα 57, 914 και 932 του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, για παραβίαση των δικαιωμάτων επί της προσωπικότητάς τους και της κοινωνικής περιθωριοποίησης λόγω του αποκλεισμού τους ως ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008. Κατά την άποψη της Κυβέρνησης, αυτό το ένδικο βοήθημα, θα μπορούσε να είχε επιτρέψει στους προσφεύγοντες να αξιώσουν αποζημίωση για κάθε ζημία που τους προκλήθηκε από την επίμαχη νομοθεσία και την ίδια στιγμή να προσβάλλουν την συνταγματικότητά της. Παρατηρούν ότι, σύμφωνα με την νομολογία των εσωτερικών δικαστηρίων, τα τελευταία ερμηνεύουν την συνταγματική αρχή της ισότητας με ευρείς όρους, επεκτείνοντας μια νομοθετική διάταξη υπέρ μιας ειδικής κατηγορίας προσώπων έτσι ώστε να περιλαμβάνει μια άλλη κατηγορία που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Ως ενδεικτική πάγια νομολογία, η Κυβέρνηση παραπέμπει σε δύο αποφάσεις του Αρείου Πάγου (αρ. 60/2002 και 9/2004) που αφορούν τους μισθούς και επιδόματα διαφορετικών κατηγοριών εργαζομένων, ένα θέμα το οποίο το δικαστήριο εξέτασε υπό την οπτική της αρχής της ισότητας.
40. Η Κυβέρνηση προσέθεσε ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας στην Ελλάδα είναι παρεμπίπτων και διάχυτος και ότι όλα τα εσωτερικά δικαστήρια είναι αρμόδια, στο πλαίσιο των συγκεκριμένων προσφυγών που φέρονται ενώπιόν τους, να εξετάσουν τα ζητήματα συνταγματικότητας και συμβατότητας με την Σύμβαση. Σημειώνουν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, οι διατάξεις των διεθνών συνθηκών κατισχύουν επί του εσωτερικού δικαίου από την κύρωσή τους με νόμο και ότι το Προεδρικό Διάταγμα 53/1974 έχει κυρώσει την Σύμβαση κατά το εσωτερικό δίκαιο. Παραπέμπουν, μεταξύ άλλων ενδεικτικών αποφάσεων πάγιας νομολογίας, συγκεκριμένες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στις οποίες αυτά τα δικαστήρια είχαν διεξάγει παρεμπίπτοντα έλεγχο της συμβατότητας διαφόρων νομικών διατάξεων προς το Ελληνικό Σύνταγμα και/ή τα Άρθρα 7,11 και 12 του Συντάγματος και το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Η Κυβέρνηση αναφέρει σχετικά ιδίως τις αποφάσεις
 867/1988, 33/2002, 2960/2010, 1664/2011 και  1501/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας, την απόφαση 982/2010 του Αρείου Πάγου και την απόφαση 2028/2004 του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Επίσης ανέφεραν ότι η επίμαχη νομοθεσία μπορούσε να αναθεωρηθεί εάν κρινόταν αντισυνταγματική από δικαστική απόφαση. Η Κυβέρνηση παρέπεμψε ως παράδειγμα την κατάργηση του Άρθρου 65 του π.δ. 1400/1973 με τον Ν.1848/1989 κατόπιν της απόφασης 867/1988 του Συμβουλίου της Επικρατείας, σχετικά με τις τυπικές προϋποθέσεις για την ενάσκηση του δικαιώματος στο γάμο από τους Έλληνες στρατιωτικούς. 
41. Με βάση όλες αυτές τις διαπιστώσεις, η Κυβέρνηση κατέληξε ότι οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να είχαν επικαλεστεί τα Άρθρα 14 και 8 της Σύμβασης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο μιας αγωγής αποζημίωσης βασισθείσας στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ κι να προσβάλλουν με αυτήν την επιβολή αθέμιτης διάκρισης από την επίμαχη νομοθεσία. 



(β) Οι προσφεύγοντες 


42.  Οι προσφεύγοντες παρατήρησαν γενικά ότι θεωρητικά θα μπορούσαν να ζητήσουν από έναν συμβολαιογράφο να συντάξει γι' αυτούς ένα σύμφωνο συμβίωσης σύμφωνα με την επίμαχη νομοθεσία. Ωστόσο, εάν ο συμβολαιογράφος, όλως αδόκητα, ικανοποιούσε το αίτημά τους, θα υφίστατο πειθαρχικό έλεγχο για παράβαση καθήκοντος. Ως εκ τούτου, ήταν εξαιρετικά απίθανο να τολμήσει συμβολαιογράφος να παραβιάσει τον νόμο προκειμένου να ικανοποιήσει το αίτημα των προσφευγόντων. Περαιτέρω, οι προσφεύγοντες αναφέρουν ότι οι συμβολαιογράφοι στην Ελλάδα ασκούν ελεύθερο επάγγελμα. Συνεπώς, κάθε αγωγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δεν θα είχε προοπτική επιτυχίας, καθώς οι συμβολαιογράφοι δεν είναι κρατικοί υπάλληλοι. Η αγωγή ενώπιον των αστικών δικαστηρίων δεν θα είχε μεγαλύτερες ελπίδες επιτυχίας, καθώς ο συμβολαιογράφος που αρνείται να συντάξει συμβολαιογραφικό έγγραφο που αφορά ομόφυλο ζευγάρια δεν φέρει αστική αδικοπρακτική ευθύνη. Τέτοια άρνηση δεν θα ήταν παράνομη ή υπαίτια, όπως απαιτείται από την εσωτερική νομοθεσία προκειμένου ένα άτομο να ευθύνεται αδικοπρακτικά. 
43.  Όσον αφορά το ειδικό ζήτημα της αγωγής αποζημίωσης με επίκληση του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, οι προσφεύγοντες αμφισβητούν την διαβεβαίωση της Κυβέρνησης ότι αυτό θα ήταν ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Πρώτον, αναφέρουν γενικά ότι οι παρούσες υποθέσεις αφορούν την αστική κατάστασή τους και την θέση τους στην Ελληνική κοινωνία. Γι' αυτό, κάθε αποζημίωση που θα μπορούσε να επιδικαστεί από εσωτερικό δικαστήριο δεν θα αποκαθιστούσε το συναίσθημα αποκλεισμού και κοινωνικής περιθωριοποίησης που προκαλείται από τον Ν.3719/2008. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι μόνο μια απόφαση του Δικαστηρίου για παραβίαση των Άρθρων 8 και 14 της Σύμβασης θα ήταν επαρκής για την αποκατάσταση της ζημίας που έχουν υποστεί στην παρούσα υπόθεση. 
44. Περαιτέρω, οι προσφεύγοντες επιμένουν περαιτέρω, ότι τα εσωτερικά δικαστήρια ήταν παραδοσιακά πολύ επιφυλακτικά να αποφανθούν ότι μια αγωγή αποζημίωσης μπορεί να εγερθεί λόγω μιας νομοθετικής διάταξης ή μιας σιωπής του νομοθέτη επί συγκεκριμένου ζητήματος. Επικαλούνται πρώτον ότι η νομολογία των εσωτερικών δικαστηρίων που παραπέμπεται από την Κυβέρνηση δεν αποδέχεται ότι το Κράτος ήταν αστικά υπεύθυνο όταν ο νόμος ήταν αντίθετος σε κανόνα αυξημένης τυπικής ισχύος. Τα διοικητικά δικαστήρια είναι πολύ επιφυλακτικά για την αναγνώριση μιας γενικής αρχής που περιορίζει το πεδίο ελεύθερης εκτίμησης του νομοθέτη, τόσο στο πλαίσιο της παραβίασης του Συντάγματος όσο και σε αυτό που αφορά τις διεθνείς συνθήκες. Έπειτα, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η νομολογία που παραπέμπει η Κυβέρνηση δεν είναι σχετική, καθώς δεν παρουσιάζει καμία συνάφεια με την υπό κρίση υπόθεση. Ιδίως, λόγω του γεγονότος ότι η νομολογία των εσωτερικών δικαστηρίων ήταν πιο στενή από του Δικαστηρίου όσον αφορά την έννοια της "οικογένειας". Οι προσφεύγοντες παραπέμπουν στην απόφαση 1141/2007 του Αρείου Πάγου, η οποία είχε ρητώς αρνηθεί την υπαγωγή του συντρόφου του θανόντος στην "οικογένεια" του τελευταίου. 
45. Τέλος, οι προσφεύγοντες παρατήρησαν ότι, λόγω του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας, δεν υπάρχουν δικονομικοί κανόνες στο εσωτερικό δίκαιο για την τροποποίηση μιας φερόμενης ως αντισυνταγματικής νομοθετικής διάταξης που θα επέτρεπε στους συμβολαιογράφους να συντάσσουν σύμφωνα συμβίωσης και για ομόφυλα ζευγάρια. Με άλλα λόγια, ακόμη και στην υποθετική περίπτωση που μια αγωγή αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ γινόταν δεκτή από τα εσωτερικά δικαστήρια, οι διοικητικές αρχές δεν θα ήταν υποχρεωμένες να τροποποιήσουν την επίμαχη νομοθεσία. 


(γ)  Οι τρίτοι παρεμβαίνοντες


46. Οι τρίτοι παρεμβαίνοντες δεν σχολίασαν επί του παραδεκτού της προσφυγής. 

2.  Η κρίση του Δικαστηρίου


(α) Ιδιότητα θύματος



47.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης, ο προσφεύγων πρέπει να έχει δύο χαρακτηριστικά: να εμπίπτει στις κατηγορίες των προσφευγόντων που αναφέρονται στο άρθρο 34 και να υποστηρίζει βάσιμα ότι είναι θύμα λόγω παραβίασης της Σύμβασης. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια του "θύματος" πρέπει να ερμηνεύεται αυτόνομα και ανεξάρτητα από τις έννοιες του εθνικού δικαίου, όπως αυτές που αφορούν το έννομο συμφέρον ή την ικανότητα δικαιοπραξίας (βλ.  Gorraiz Lizarraga και Άλλοι κατά Ισπανίας, αρ. 62543/00, § 35, ECHR 2004-III). Ο όρος "θύμα", στο πλαίσιο του Άρθρου 34 της Σύμβασης υποδηλώνει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που θίγονται άμεσα ή έμμεσα από μια ισχυριζόμενη παραβίαση (βλ. SARL du Parc d’Activités de Blotzheim κατά Γαλλίας, αρ. 72377/01, § 20, 11 Ιουλίου 2006). Έτσι, το Άρθρο 34 δεν αφορά μόνο τα άμεσα θύματα ή τα θύματα μιας ισχυριζόμενης παραβίασης, αλλά και τα έμμεσα θύματα που θα μπορούσε να θίξει μια παραβίασης ή εκείνον που θα μπορούσε να έχει ένα ισχύον και προσωπικό συμφέρον για επίλυση του θέματος (βλ., mutatis mutandis, Defalque κατά Βελγίου, αρ. 37330/02, § 46, 20 Απριλίου 2006, και Τουρκική Ένωση Ξάνθης και Άλλοι κατά Ελλάδας, αρ. 26698/05, § 38, 27 Μαρτίου 2008).
48.  Όσον αφορά το Σωματείο "Σύνθεση – Ενημέρωση, Ευαισθητοποίηση και Έρευνα", το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πρόκειται για μη κερδοσκοπική σωματείο, ο κύριος στόχος του οποίου είναι η παροχή ψυχολογικής και ηθικής υποστήριξης στους γκέι και τις λεσβίες. Ωστόσο, οι προσφυγές της παρούσας υπόθεσης αφορούν το γεγονός ότι κατά το άρθρο 1 του Ν.3719/2008 δεν παρέχεται δικαίωμα σε άτομα ίδιου φύλου να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης. Ως εκ τούτου, στο μέτρο που το έβδομο προσφεύγον στην προσφυγή αρ. 32648/09 είναι νομικό πρόσωπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί στην παρούσα υπόθεση άμεσο ή έμμεσο "θύμα" με την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης (βλ.  mutatis mutandis, Fédération chrétienne des témoins de Jéhovah de France κατά Γαλλίας (διατ.), αρ. 53430/99, ΕΔΔΑ 2001-XI).
49.  Όσον αφορά τους άλλους αιτούντες, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι είναι ενήλικα άτομα, τα οποία σύμφωνα με τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν, έχουν ομόφυλες σχέσεις και σε κάποιες περιπτώσεις συγκατοικούν. Στο μέτρο που, λόγω του άρθρου 1 του Ν.3719/2008 που εξαιρεί τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του νόμου, δεν μπορούν να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης και να οργανώσουν τη σχέση τους σύμφωνα με τις νομικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από αυτόν τον νόμο, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατάσταση αυτή τους αφορά άμεσα και έχουν προσωπικό έννομο συμφέρον να επιλυθεί. Συνεπώς, καταλήγει ότι τα άτομα στις παρούσες προσφυγές πρέπει να κριθούν "θύματα" της ισχυριζόμενης παραβίασης, κατά την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης. 
50. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το έβδομο προσφεύγον στην προσφυγή αρ. 32684/09 δεν έχει την ιδιότητα του θύματος κατά την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης και ότι η προσφυγή κατά το μέρος αυτό πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το Άρθρο  35 § 4. Το Δικαστήριο απορρίπτει την ένσταση της Κυβέρνησης ότι οι υπόλοιποι προσφεύγοντες δεν διαθέτουν την ιδιότητα του θύματος. 

(β) Εξάντληση εσωτερικών ενδίκων μέσων 

51. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο κανόνας που αφορά την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων που κατοχυρώνεται από το Άρθρο  35 § 1 της Σύμβασης βασίζεται στην παραδοχή που αντανακλά και στο Άρθρο 13 (με το οποίο έχει στενή σύνδεση) ότι πρέπει να υπάρχει ένα αποτελεσματικό πρακτικά και νομικά ένδικο μέσο διαθέσιμο, για την αντιμετώπιση της φερόμενης παραβίασης (βλ. Kudła κατά Πολωνίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 30210/96, § 152, ΕΔΔΑ 2000-XI, και Hasan και Chaush κατά Βουλγαρίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 30985/96, §§ 96-98, ΕΔΔΑ 2000-XI).Παρατηρεί ότι ο κανόνας περί εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων επιβάλλει στους προσφεύγοντες – με τη χρήση των νομικών μέσων που τους παρέχονται από το εσωτερικό δίκαιο στο μέτρο που είναι αποτελεσματικά και επαρκή – να ζητούν από τα Συμβαλλόμενα Κράτη την δυνατότητα της αποκατάστασης των φερόμενων από αυτούς παραβιάσεων, πριν φέρουν το θέμα στο Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων αποφάσεων πάγιας νομολογίας, Fressoz και Roire κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 29183/95, § 37, ΕΔΔΑ 1999-1).
52.  Τα μόνα ένδικα μέσα που το Άρθρο  35 § 1 της Σύμβασης επιβάλλει να έχουν εξαντληθεί είναι αυτά που αφορούν φερόμενες παραβιάσεις, εάν είναι διαθέσιμα και επαρκή. Η ύπαρξη τέτοιων ένδικων μέσων πρέπει να κατοχυρώνονται με επαρκή βεβαιότητα, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη, καθώς αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε δεν υπάρχει η προϋπόθεση της προσβασιμότητας και της αποτελεσματικότητας. Είναι ευθύνη του καταγγελλόμενου κάθε φορά Κράτους να εισάγει αυτούς τους όρους σε ικανοποιητικό βαθμό (βλ. μεταξύ άλλων σημαντικών αποφάσεων, McFarlane κατά Ιρλανδίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 31333/06, § 107, 10 Σεπτεμβρίου 2010). Η  ύπαρξη μόνον αμφιβολιών για την προοπτική επιτυχίας ενός συγκεκριμένου ένδικου μέσου που δεν είναι προδήλως χρήσιμο δεν αποτελεί επαρκή λόγο μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων ( βλ. Akdivar και άλλοι κατά Τουρκίας, 16 Σεπτεμβρίου 1996, § 71, Συλλογή Αποφάσεων και Διατάξεων ns 1996-IV). 
Τέλος, ένας προσφεύγων που είχε διαθέσιμο ένα ένδικο μέσο ικανό για την αποκατάσταση του προβλήματος που αφορά η φερόμενη παράβαση, άμεσα ή όχι τελείως έμμεσα, δεν είναι υποχρεωμένος να προσφύγει σε άλλα μέσα που μπορεί να είναι διαθέσιμα μεν, αλλά η αποτελεσματικότητά τους είναι αμφισβητούμενη  (βλ. Μανουσάκης και άλλοι κατά Ελλάδας, 26 Σεπτεμβρίου 1996, § 33, Εκθέσεις 1996-IV, και Anakomba Yula κατά Βελγίου αρ. 45413/07, § 22, 10 Μαρτίου 2009).
53.  Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το κεντρικό επιχείρημα της Κυβέρνησης όσον αφορά την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων αφορά την επιμονή ότι οι προσφεύγοντες μπορούσαν να προσβάλλουν την συνταγματικότητα του Ν.3719/2008 με αγωγή αποζημίωσης βάσει του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ. Ισχυρίζονται ότι οι προσφεύγοντες έτσι θα είχαν θέσει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το θέμα της συμβατότητας της επίμαχης νομοθεσίας προς τα Άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης. 
54. Πρώτον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το ένδικο μέσο που αναφέρει η Κυβέρνηση προβλέπει μόνον ότι το θιγόμενο πρόσωπο μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για πράξη ή παράλειψη του Κράτους κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας. Συνεπώς, κάθε έλεγχος συνταγματικότητας του νόμου διεξάγεται από το αρμόδιο δικαστήριο ως παρεμπίπτον ζήτημα, με σκοπό τη διερεύνηση του εάν το Κράτος πρέπει να καταβάλει αποζημίωση στο άτομο για παραβίαση ενός κανόνα δικαίου που εισάγει ειδικό ατομικό δικαίωμα ή συμφέρον. Στην παρούσα υπόθεση όμως, οι προσφεύγοντες διαμαρτύρονται για μια συνεχή παραβίαση των Άρθρων 14 και 8 της Σύμβασης, λόγω του ότι ως ομόφυλα ζευγάρια δεν έχουν συμφέρον να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης, ενώ υπάρχει νομοθεσία που παρέχει το δικαίωμα στα ετερόφυλα ζευγάρια. Έτσι, μόνη η αναγνώριση οικονομικής αποζημίωσης δεν θα ήταν επαρκής για την αποκατάσταση του προβλήματος. 
55. Δεύτερον, όσον αφορά την φύση του ένδικου μέσου που αναφέρει η Κυβέρνηση, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ακόμη κι αν τα εσωτερικά δικαστήρια επιδίκαζαν μια αποζημίωση βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, το Κράτος δεν θα είχε νομική υποχρέωση να τροποποιήσει την επίμαχη νομοθεσία.  
56. Τέλος, το Δικαστήριο παρατηρεί επιπρόσθετα ότι, όπως έχει δειχθεί από τις αποφάσεις που παρέπεμψε η Κυβέρνηση στο πλαίσιο της αγωγής αποζημίωσης του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, τα εσωτερικά δικαστήρια εφαρμόζουν το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ αποκλειστικά όσον αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη του Κράτους σε υποθέσεις αντισυνταγματικού νόμου. Το Δικαστήριο παρατηρεί συγκεκριμένα ότι καμία από τις αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων της Ελλάδας που αναφέρει η Κυβέρνηση αφορούν ένα ζήτημα συγκρίσιμο με αυτό που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή με την αντισυνταγματικότητα ενός νόμου που εισάγει δυσμενείς διακρίσεις σχετικά με το δικαίωμα στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή. Πράγματι, καμία από τις επίμαχης αποφάσεις εξέτασε αίτημα αποζημίωσης που αφορά την ασυμβατότητα νόμου με τα Άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης. 
57.  Συνολικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει παραδείγματα προηγούμενων δικαστικών αποφάσεων που αποδεικνύουν πειστικά ότι η υποβολή αγωγής αποζημίωσης κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα θα μπορούσε να είχε αποκαταστήσει τα αιτήματά τους βάσει των Άρθρων 8 και 14 της Σύμβασης. Το Κράτος όμως πρέπει να αποδεικνύει την εξάντληση αποτελεσματικών κι επαρκών εσωτερικών ένδικων μέσων (βλ.  Soto Sanchez κατά Ισπανίας, αρ. 66990/01, § 34, 25 Νοεμβρίου 2003. L. κατά Λιθουανίας, αρ. 27527/03, §§ 35-36, ΕΔΔΑ 2007-IV, και Σαμπάνης και άλλοι κατά Ελλάδας, αρ. 32526/05, § 58, 5 Ιουνίου 2008).
58. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, με δεδομένη την φύση της αγωγής αποζημίωσης που βασίζεται στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και της εφαρμογής του από τα δικαστήρια, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι αποτελεί ένδικο μέσο που πρέπει να έχει εξαντληθεί κατά το Άρθρο  35 § 1 της Σύμβασης. Συνεπώς, το Δικαστήριο απορρίπτει την ένσταση της Κυβέρνησης περί μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων. 

(γ)  Συμπέρασμα

59.  Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το Άρθρο 35 § 4 της Σύμβασης ως προς το έβδομο προσφεύγον στην προσφυγή αρ. 32684/09, καθώς το προσφεύγον δεν έχει την ιδιότητα του "θύματος" κατά την έννοια του Άρθρου34 της Σύμβασης. Περαιτέρω, η ένσταση της μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων της Κυβέρνησης απορρίπτεται. Τέλος, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, όσον αφορά τους οκτώ προσφεύγοντες που έχουν την ιδιότητα του "θύματος" κατά την έννοια του Άρθρου 34, η προσφυγή δεν είναι απαράδεκτη για άλλους λόγους και, συνεπώς, κηρύσσει αυτήν παραδεκτή. 

B.  Ουσία 

1.  Οι ισχυρισμοί των διαδίκων


(α)  Οι προσφεύγοντες


60.  Οι προσφεύγοντες αναφέρουν την απόφαση  Schalk και Kopf κατά Αυστρίας (αρ. 30141/04, ΕΔΔΑ 2010), στην οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η σχέση ενός συγκατοικούντος ομόφυλου ζευγαριού που ζει σε μια σταθερή de facto συμβίωση εμπίπτει στην έννοια της "οικογενειακής ζωής". Ισχυρίζονται ότι, μολονότι η νομοθεσία των Ευρωπαϊκών χωρών επί του θέματος δεν είναι πλήρως εναρμονισμένη, υπάρχει πάντως μια τάση υπέρ της νομικής αναγνώρισης των ομόφυλων ζευγαριών. Οι προσφεύγοντες παρατηρούν ότι, απ' όσο γνωρίζουν, η Ελλάδα ήταν μέχρι τώρα το μοναδικό Ευρωπαϊκό κράτος που είχε θεσπίσει μια εναλλακτική προς το γάμο δυνατότητα που αφορούσε μόνο τα ετερόφυλα ζευγάρια. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα που είχε θεσπίσει νομοθεσία που διέπει έναν τύπο συμφώνου συμβίωσης αποκλείοντας τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής της. Η Ελλάδα έτσι αποκλίνει ξεκάθαρα από τον κανόνα που ακολουθούν σχετικά με αυτό το θέμα τα Ευρωπαϊκά κράτη. Οι προσφεύγοντες αναφέρουν ότι η διατήρηση των δεσμών της παραδοσιακής ετεροφυλοφιλικής οικογένειας δεν αποτελεί επαρκή λόγο για την δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχείρισης των ομόφυλων ζευγαριών. Αντί να κάνει θετικά βήματα για την άρση των προκαταλήψεων εις βάρος των γκέι και λεσβιών στην Ελληνική κοινωνία, το καταγγελλόμενο Κράτος είχε ενισχύσει την προκατάληψη με την θέση σε ισχύ του Ν.3719/2008 που εξαιρεί τα ομόφυλα ζευγάρια. Κατά την άποψη των προσφευγόντων, ο επίμαχος νόμος περιέχει αρνητική ηθικά κρίση για την ομοφυλοφιλία καθώς επιφύλαξε, αν όχι εχθρότητα, τουλάχιστον αδικαιολόγητες επιφυλάξεις εις βάρος των ομόφυλων ζευγαριών. Έχοντας αποφασίσει να αναγνωρίσει κι άλλη τυπική αναγνώριση για την οικογενειακή ζωή, πέραν του γάμου, ο νομοθέτης είχε επιδείξει σαφή περιφρόνηση στα ομόφυλα ζευγάρια εξαιρώντας τα από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008.
61. Τέλος, οι προσφεύγοντες διαφωνούν με το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν η προστασία των τέκνων που γεννιούνται από ετερόφυλα ζευγάρια που ζουν σε de facto σχέσεις. Κατά την γνώμη των προσφευγόντων, είναι σαφές ότι η επίμαχη νομοθεσία έχει σχεδιαστεί για τη ρύθμιση της κατάστασης των ζευγαριών που δεν επιθυμούν να παντρευτούν, ανεξάρτητα από το εάν είχαν ή ήθελαν να αποκτήσουν παιδιά. Έτσι, θεωρούν ότι ο αποκλεισμός τους από το πεδίο εφαρμογής του νόμου δεν είχε κάποια αντικειμενική και εύλογη δικαιολόγηση και για τον λόγο αυτόν εισήγαγε αρνητική διάκριση. 

(β)  Η Κυβέρνηση

62. Η Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, όσον αφορά τους νόμιμους στόχους που επιδιώκονται με τον Ν.3719/2008, η νομοθεσία για το σύμφωνο συμβίωσης πρέπει να θεωρηθεί ένα σύνολο κανόνων που επιτρέπουν σε γονείς να μεγαλώσουν τα βιολογικά τέκνα τους με έναν τρόπο που ο πατέρας θα έχει μια ίση συμμετοχή στην γονική μέριμνα, χωρίς να είναι υποχρεωτικός ο γάμος του ζευγαριού. Τα σύμφωνα συμβίωσης έχουν το νόημα, όταν η γυναίκα μείνει έγγυος, το ζευγάρια να μη χρειάζεται πλέον να παντρευτεί από το φόβο ότι αλλιώς δεν θα αναγνωριζόταν νομικά η σχέση που επιθυμούν να έχουν με το παιδί τους που θα θεωρείτο εκτός γάμου. Έτσι, θεσπίζοντας το σύμφωνο συμβίωσηςο Έλληνας νομοθέτης απέδειξε ότι είναι ταυτόχρονα παραδοσιακός και σύγχρονος στο σκεπτικό του. Θεσπίζοντας τον Ν.3719/2008, ο νομοθέτης   Επιδίωξε να ενδυναμώσει τους θεσμούς του γάμου και της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια, καθώς η απόφαση για τον γάμο θα μπορούσε να ληφθεί πλέον ανεξάρτητα από το εάν υπήρχε η προοπτική απόκτησης παιδιού κι έτσι να βασίζεται πλήρως στην αμοιβαία δέσμευση δύο ατόμων διαφορετικού φύλου, πέρα από εξωτερικ ούς περιορισμούς. 
63.  Η Κυβέρνηση περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Ν.3719/2008 αποσκοπούσε στη ρύθμιση ενός υπαρκτού κοινωνικού φαινομένου, αυτού των άγαμων ετερόφυλων ζευγαριών που είχαν παιδιά. Το Ελληνικό δίκαιο διαφέρει σε αυτό το σημείο από την νομοθεσία των άλλων Ευρωπαϊκών κρατών που προβλέπει σύμφωνα συμβίωσης. Ο Έλληνας νομοθέτης είχε ρητά αναφέρει στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου ότι δεν επιδιώκει να ρυθμίσει όλες τις μορφές ελεύθερης συμβίωσης, αλλά να προστατεύσει τα παιδιά που γεννιούνται από ετερόφυλα ζευγάρια στο πλαίσιο τέτοιας συμβίωσης, καθώς και τους ίδιους τους γονείς που δεν επιθυμούν να συνάψουν γάμο. Κατά την άποψη της κυβέρνησης, όλη η δομή του Νόμου και το περιεχόμενο των διατάξεών του έχουν σχεδιαστεί με αυτό το σκεπτικό. Συνεπώς, η θέσπιση συμφώνου συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια θα προϋπέθετε ένα διαφορετικό σύνολο κανόνων που διέπουν μια κατάσταση ανάλογη, αλλά όχι ίδια με την κατάσταση των ετερόφυλων ζευγαριών.
64. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι πριν την θέση σε ισχύ του Ν.3719/2008, το εσωτερικό δίκαιο παρείχε περιορισμένη αναγνώριση σε ετερόφυλα ζευγάρια που συζούσαν εκτός γάμου. Συγκεκριμένα, το άρθρο  1444 του Αστικού Κώδικα, αναφέρεται σε “ελεύθερη συμβίωση”. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, διαζευγμένα άτομα που συνάπτουν νέο γάμο ή ζουν σε ελεύθερη συμβίωση χάνουν το δικαίωμα διατροφής. Οι ελεύθερες συμβιώσεις αναφέρονται επίσης στα άρθρα  1456 και 1457 του Αστικού Κώδικα που αφορά την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Το άρθρο 1456 προβλέπει ότι εάν μία άγαμη γυναίκα προσφύγει σε ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, ο άνδρας με τον οποίο συζεί σε ελεύθερη συμβίωση πρέπει να δώσει τη συγκατάθεσή του ενώπιον συμβολαιογράφου. Το άρθρο 1457 θέτει τους όρους υπό τους οποίους η τεχνητή σπερματέγχυση επιτρέπεται μετά το θάνατο του συζύγου της γυναίκας ή του άνδρα με τον οποίον έζησε σε ελεύθερη συμβίωση. 
65.  Η Κυβέρνηση είναι της άποψης ότι κατά την εξέταση της συμβατότητας του άρθρου 1 του Ν.3719/2008 με τα Άρθρα 8 και 14 της Σύμβασης και ιδίως κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας της εν λόγω παρέμβασης, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη το συνολικό υπόβαθρο της υπόθεσης και όλες τις διατάξεις του εν λόγω νόμου για το σύμφωνο συμβίωσης. Πρώτα, η Κυβέρνηση καλεί το  Δικαστήριο να διακρίνει ανάμεσα σε προσφεύγοντες που συγκατοικούν και σε αυτούς που δεν συγκατοικούν. Στην περίπτωση των πρώτων, η προσφυγή θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της “οικογενειακης ζωής”. Στην περίπτωση των δεύτερων, η οικεία έννοια είναι αυτή της “ιδιωτικής ζωής”. 
66.  Στη συνέχεια η Κυβέρνηση προχωρά στην ανάλυση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το σύμφωνο συμβίωσης και καταλήγει ότι η περιουσιακή και προσωπική κατάσταση των προσφευγόντων δεν επιρρεάζεται σε τίποτα από τον αποκλεισμό τους από το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας για το σύμφωνο συμβίωσης. Όσον αφορά τα περιουσιακά ζητήματα, η Κυβέρνηση υπενθυμίζει τα επιχείρηματά της όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής ως προς τα πρόσωπα που την υπέβαλαν. Παρατηρεί ότι το σύμφωνο συμβίωσης δεν έχει άμεσα δεσμευτικές συνέπειες  σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση των συντρόφων. Όσο για τα κοινωνικοασφαλιστικά θέματα, τα ομόφυλα ζευγάρια ήταν στην ίδια κατάσταση με τα ετερόφυλα ζευγάρια που αποφασίζουν να συνάψουν σύμφωνο. Όσον αφορά τα ζητήματα διατροφής και κληρονομιάς, μπορούν να ρυθμιστούν από ένα ομόφυλο ζευγάρια χωρίς σύμφωνο συμβίωσης, με μια συμβατική συμφωνία.
67.  Όσον αφορά την προσωπική κατάσταση των προσφευγόντων, η Κυβέρνηση επιμένει ότι η βιολογική διαφορά ανάμεσα στα ετερόφυλα ζευγάρια και τα ομόφυλα ζευγάρια, στο μέτρο που τα τελευταία δεν μπορούν να αποκτήσουν κοινά βιολογικά τέκνα, δικαιολογεί τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του συμφώνου συμβίωσης στα ετερόφυλα ζευγάρια. Η Κυβέρνηση αναφέρεται ιδίως στα άρθρα 9 και 10 του Ν.3719/2008 που προβλέπει τεκμήριο πατρότητας για τον πατέρα του παιδιού που γεννήθηκε εκτός γάμου και συμμετέχει στην ανάπτυξη του παιδιού χωρίς γάμο με την μητέρα. Έτσι, ο γάμος και  τα δικαστήρια ή η αναγνώριση πατρότητας από τον πατέρα από μόνο του δεν αποτελούν το μόνο μέσο για την αναγνώριση της πατρότητας. Η Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι ο σκοπός των επίμαχων διατάξεων αποτελούν τον “σκληρό πυρήνα” της νομοθεσίας για το σύμφωνο συμβίωσης και εξ ορισμού εφαρμόζεται μόνο στα ετερόφυλα ζευγάρια. Με αυτό το επιχείρημα, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι στην παρούσα υπόθεση παραβιάστηκαν τα Άρθρα 14 και 8 της Σύμβασης. Κατά την άποψή τους, τα ομόφυλα ζευγάρια δεν βρίσκονται στην ίδια ή σε συγκρίσιμη κατάσταση με τα ετερόφυλα ζευγάρια, καθώς δεν μπορούν υπό καμία περίσταστη να αποκτήσουν κοινά βιολογικά τέκνα.
68.   Η Κυβέρνηση προσέθεσε, όπως προκύπτει από τον Ν.3719/2008, ότι η νομοθεσία για το σύμφωνο συμβίωσης διαφέρει από όμοιες νομοθεσίες σε άλλες χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ενώ εκείνοι οι νόμοι παράγουν συνέπειες όσον αφορά τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των ατόμων, μόνο η Ελληνική νομοθεσία καθιερώνει το τεκμήριο της πατρότητας σχετικά με τα παιδιά που γεννιούνται σε σύμφωνο συμβίωσης. Η Κυβέρνηση συμπεραίνει από αυτό ότι ο Ν.3719/2008 εστιάζει στους προσωπικούς δεσμούς των συντρόφων περισσότερο παρά σε ιδιοκτησιακές πλευρές της σχέσης τους. 

(γ)  Οι τρίτοι παρεμβαίνοντες
69.  Οι τρίτοι παρεμβαίνοντες (το  AIRE Centre, η ΔΕΝ, η  FIDH και η  ILGA-Ευρώπης – βλ. ανωτ. παρ. 6) αναφέρουν την νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως την απόφαση  Karner κατά Αυστρίας  (αρ. 40016/98, ΕΔΔΑ 2003-IX) και στην νομολογία εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων, όπως του Ουγγρικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Ανώτατου Δικαστηρίου του Καναδά, του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου και το Συνταγματικό Δικαστήριο της Βραζιλίας. Σύμφωνα με αυτά τα δικαστήρια, απαιτείται ισχυρή δικαιολόγηση όταν ο λόγος της διάκρισης είναι το φύλο ή ο σεξουαλικός προσανατολισμός. Οι τρίτοι παρεμβαίνοντες παρατήρησαν ότι ένας αυξανόμενος αριθμός εθνικών δικαστηρίων, τόσο στην Ευρώπη όσο και αλλού, επιβάλλει την ίση μεταχείριση των άγαμων ετερόφυλων ζευγαριών με τα ομόφυλα ζευγάρια. Ένας μεγάλος αριθμός των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει θε΄σει σε εφαρμογή νομοθεσία που αναγνωρίζει τις ομόφυλες σχέσεις. Απ' όσο γνωρίζουν, η περίπτωση της Ελλάδας ήταν μοναδική, καθώς ήταν το μοναδικό Ευρωπαϊκό κράτος που είχε θεσπίσει σύμφωνο συμβίωσης που εξαιρεί τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του. Η σχετική νομοθεσία στα Συμβαλλόμενα Κράτη όσον αφορά το σύμφωνο συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών βασίζεται σε δύο μοντέλα: (α) το “Δανικό μοντέλο” που βασίζεται στην νομοθεσία της Δανίας που θεσπίστηκε το 1989, που περιορίζει το δικαίωμα των ομόφυλων ζευγαριών να καταχωρίσουν συμβίωση, καθώς τα ομόφυλα ζευγάρια έχουν ήδη δικαίωμα γάμου και (β) το “Γαλλικό μοντέλο”, κατά το οποίο όλα τα άγαμα ζευγάρια έχουν δικαίωμα να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης, ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. 

2.  Η κρίση του Δικαστηρίου 

(α)  Εφαρμογή του Άρρθου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 

70.  Το Δικαστήριο έχει ήδη χειριστεί έναν αριθμό υποθέσεων στις οποίες οι προσφεύγοντες επικαλέστηκαν αρνητική διάκριση για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού στην σφαίρα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Κάποιοι εξετάστηκαν υπό το φως του Άρθρο 8 μόνο. Οι υπουθέσεις αυτές αφορούσαν την ποινική απαγόρευση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων μεταξύ ενηλίκων (βλ.  Dudgeon κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 22 Οκτωβρίου 1981, Συλλογή A αρ. 45. Norris κατά Ιρλανδίας, 26 Οκτωβρίου, Συλλογή  A αρ. 142. Και Μοδινός κατά Κύπρου, 22 Απριλίου 1993, Συλλογή A αρ. 259) και τον αποκλεισμό των ομοφυλόφιλων από τις ένοπλες δυνάμεις  (βλ. Smith και Grady κατά Ηνωμένου Βασιλείου , αρ. 33985/96 και 33986/96, ECHR 1999VI). Άλλες προσφυγές εξετάστηκαν υπό το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8. Αυτές αφορούσαν τις διαφορετικές ηλικίες συγκατάθεσης για ομοφυλοφιλικές σχέσεις σε σύγκριση με τις ετεροφυλοφιλικές σχέσεις κατά το ποινικό δίκαιο (βλ L. και V. κατά Αυστρίας, αρ. 39392/98 και 39829/98, ΕΔΔΑ 2003-I), την ανάθεση της γονικής μέριμνας (βλ.  Salgueiro da Silva Mouta v. Portugal, αρo. 33290/96, ECHR 1999-IX), την αδειοδότηση της τεκνοθεσίας (βλ. Fretté κατά Γαλλίας, αρ. 36515/97, ΕΔΔΑ 2002-I.  E.B. κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 43546/02, 22 Ιανουαρίου  2008 και  Gas και Dubois κατά Γαλλίας, αρ. 25951/07, ΕΔΔΑ 2012), το δικαίωμα διαδοχής στο δικαίωμα οίκησης του θανόντος συντρόφου  (βλ. Karner, ό,π., και Kozak καά Πολωνίας, αρ. 13102/02, 2 Μαρτίου 2010), το δικαίωμα στην κοινωνικοασφαλιστική κάλυψη (βλ. P.B.και J.S. κατά Αυστρίας, αρ. 18984/02, Ιουλίου 2010), την πρόσβαση των ομόφυλων ζευγαριών στον γάμο ή σε άλλο τύπο νομικής αναγνώρισης (βλ. Schalk και Kopf, ό.π.) και τον αποκλεισμό των ομόφυλων ζευγαριών από την τεκνοθεσία εκ μέρους του άλλου συντρόφου (βλ.  X και Άλλοι κατά Αυστρίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 19010/07, 19 Φεβρουαρίου 2013).
71.  Στην παρούσα υπόθεση, οι προσφεύγοντες διαμόρφωσαν την προσφυγή τους σύμφωνα με το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 και η Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την εφαρμογή αυτών των διατάξεων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να ακολουθήσει αυτή την προσέγγιση (βλ. όμοια, Schalk και Kopf, ό.π., § 88).
72.  Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ' επανάληψη ότι το Άρθρο 14 δεν είναι αυτόνομο αλλά φέρει αποτελέσματα μόνο σε συνδυασμό με άλλα δικαιώματα της Σύμβασης. Αυτή η διάταξη συμπληρώνει άλλες ουσιαστικές διατάξεις της Σύμβασης και των και των Πρωτοκόλλων της. Δεν έχει ανεξάρτητη υπόσταση, οι συνέπειές του επέρχονται μόνο σε σχέση με “την απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών” που κατοχυρώνονται από αυτές τις διατάξεις. Αν και η εφαρμογή του Άρθρου 14 δεν προϋποθέτει την παραβίαση αυτών των διατάξεων – και σε αυτό το βαθμό είναι αυτόνομο –  δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής του αν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής μιας άλλης διάταξης (βλ. μεταξύ άλλων καθοριστικών αποφάσεων , Petrovic κατά Αυστρίας, 27 Μαρτίου 1998, § 22, Reports 1998II, E.B., ό.π., § 47. Schalk και Kopf, ό.π., § 89. Και  X και άλλοι, ό.π., § 94).
73.  Το Δικαστήριο σημειώνει ότι βάσει του φακέλου της υπόθεσης, οι προσφεύγοντες είναι σταθερά ομόφυλα ζευγάρια. Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι οι σχέσεις τους εμπίπτουν στην έννοια της “ιδιωτικής ζωής”, κατά την έννοια του άρθρου 8 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι στην απόφασή του  Schalk και Kopf έκρινε ότι ενόψει της ταχείας εξέλιξης σε έναν σημαντικό αριθμό κρατών μελών που αφορούν την νομική αναγνώριση ομόφυλων ζευγαριών, “θα ήταν επίπλαστη η επιμονή ότι, αντίθετα με τα ετερόφυλα ζευγάρια, ένα ομόφυλο ζευγάρι δεν θα μπορούσε να απολαμβάνει κοινή “οικογενειακή ζωή” κατά την έννοια του Άρθρου 8” (βλ. Schalk και Kopf, ό.π., § 94). Συνεπώς, το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι οι σχέσεις των προσφευγόντων στην παρούσα υπόθεση  εμπίπτουν στο πλαίσιο της “ιδιωτικής ζωής” και της “οικογενειακής ζωής”, όπως θα ενέπιπταν και οι σχέσεις ετερόφυλων ζευγαριών στην ίδια κατάσταση. Δεν υπάρχει βάση για την διάκριση που ζητά η Κυβέρνηση (βλ. παρ. 65 στο τέλος) ανάμεσα σε αυτούς που ζουν μαζί και αυτούς που – για προσωπικούς και κοινωνικούς λόγους – δεν ζουν μαζί (βλ. παρ. 8 ανωτ.) καθώς στην παρούσα υπόθεση το γεγονός της μη συγκατοίκησης δεν αποκλείει τα ζευγάρια από την σταθερότητα που ενέχει το πεδίο εφαρμογής της οικογενειακής ζωής κατά την έννοια του Άρθρου 8. 
74.  Συνολικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Άρθρο 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 είναι εφαρμοστέα στην παρούσα υπόθεση.

(β)  Τήρηση του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8

(i)   Πεδίο εφαρμογής της υπόθεσης 

75.  Το Δικαστήριο θεωρεί σημαντικό να οριοθετήσει το πεδίο εφαρμογής της παρούσας υπόθεσης. Η προσφυγή των προσφευγόντων δεν σχετίζεται γενική και αόριστη υποχρέωση του Ελληνικού κράτους να παρέχει ένας είδος νομικής αναγνώρισης για τα ομόφυλα ζευγάρια κατά το εσωτερικό δίκαιο. Στην παρούσα υπόθεση οι προσφεύγοντες καταγγέλλουν ότι ο  Ν.3719/2008 καθιερώνει σύμφωνο συμβίωσης για ετερόφυλα ζευγάρια μόνο, εξαιρώντας αυτομάτως τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του. Με άλλα λόγια, οι προσφεύγοντες δεν καταγγέλλουν ότι το Ελληνικό κράτος αθέτησε θετική υποχρέωσή του επιβαλλόμενη από την Σύμβαση, αλλά ότι θέσπισε έναν διαχωρισμό με τον Ν.3719/2008, ο οποίος κατά την άποψή τους εισάγει αρνητική διάκριση εις βάρος του. Έπειτα, το θέμα που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι εάν η Ελλάδα έχει δικαίωμα από την άποψη του Άρθρου 14 και του 8 της Σύμβασης να θέσει σε εφαρμογή νόμο για τα νέα σύμφωνα συμβίωσης, παράλληλα προς το γάμο, για άγαμα ετερόφυλα ζευγάρια μόνον, εξαιρώντας έτσι τα ομόφυλα ζευγάρια. 

(ii)  Αρχές που καθιερώθηκαν με την νομολογία του Δικαστηρίου 

76.  Σύμφωνα  με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου μια υπόθεση να εμπίπτει στο Άρρθο 13 θα πρέπει να υπάρχει μια διαφορά στην μεταχείριση προσώπων σε συγκρίσιμες περιστάσεις. Τέτοια διαφορά μεταχείρισης είναι αρνητική διάκριση όταν δεν υπάρχει αντικειμενική και εύλογη δικαιολόγηση. Με άλλα λόγια, εάν δεν επιδιώκεται νόμιμος στόχος ή εάν δεν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογίας ανάμεσα στα μέσα που χρησιμοποιούνται και στον επιδιωκόμενο στόχο. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη διαθέτουν πεδίο ελεύθερης εκτίμησης για την αξιολόγηση του εάν και σε ποιο βαθμό οι διαφορές σε όμοιες υποθέσεις δικαιολογούν διαφορετική μεταχείριση  (βλ. Burden κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 13378/05, § 60, ΕΔΔΑ 2008. Schalk και Kopf, ό.π., § 96, Και  X και άλλοι, ό.π. § 98). Η έννοια της διάκρισης κατά το άρθρο 14 περιλαμβάνει επίσης περιπτώσεις στις οποίες ένα πρόσωπο ή ομάδα προσώπων δέχεται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση σε σχέση με άλλους, χωρίς κατάλληλη δικαιολόγηση, ακόμη κι αν αυτή η πιο ευνοϊκή μεταχείριση δεν αξιώνεται από την Σύμβαση (βλ. Abdulaziz, Cabales και Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 28 Μάη 1985, § 82, Συλλογή A αρ. 94).
77.  Ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι μια έννοια που καλύπτεται από το Άρθρο 14. Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ' επανάληψη ότι, όπως οι διαφορές που βασίζονται στο φύλο, οι διαφορές που βασίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό απαιτούν “ιδιαίτερα πειστικούς και βαρύνοντες λόγους” δικαιολόγησης (βλ. για παράδειγμα, Smith και Grady, § 90. Karner, §§ 37 και 42. L. και V., § 45.  X και άλλοι , § 99, ό.π.). Όταν υπάρχει διαφορά μεταχείρισης για λόγους που βασίζονται στο φύλο ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό, το πεδίο ελεύθερης εκτίμησης των Κρατών είναι στενό  (βλ. Karner, § 41, και Kozak, § 92, ό.π.).Οι διαφορές που βασίζονται μόνο στον σεξουαλικό προσανατολισμό είναι απαράδεκτες κατά την Σύμβαση  (βλ.  Salgueiro da Silva Mouta, § 36. E.B., §§ 93 και  96.  X και άλλοι, § 99, ό.π.).

(iii)  Εφαρμογή αυτών των αρχών στην υπό κρίση υπόθεση 

(α)  Σύγκριση της κατάστασης των προσφευγόντων με αυτή των ετερόφυλων ζευγαριών και ύπαρξη διαφορετικής μεταχείρισης 

78.  Το πρώτο ερώτημα που απευθύνεται από το Δικαστήριο είναι εάν η κατάσταση των προσφευγόντων είναι συγκρίσιμη με αυτήν των ετερόφυλων ζευγαριών που επιθυμούν να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης με βάση τον Ν.3719/2008. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα ομόφυλα ζευγάρια είναι εξίσου ικανά με τα ετερόφυλα να συνάψουν σταθερές σχέσεις αφοσίωσης  (βλ. Schalk και Kopf, ό.π., § 99). Γι' αυτό κρίνει ότι οι προσφεύγοντες είναι σε συγκρίσιμη κατάσταση με τα ετερόφυλα ζευγάρια όσον αφορά την ανάγκη τους για νομική αναγνώριση και προστασία της σχέσης τους  (βλ. Schalk και Kopf, ό.π.).
79.  Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το άρθρο 1 του Ν.3719/2008 περιορίζει ρητά την δυνατότητα σύναψης συμφώνου συμβίωσης στα ετερόφυλα ζευγάρια. Συνεπώς, εξαιρώντας επί τούτου τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του, ο Ν.3719/2008 εισάγει διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται στον σεξουαλικό προσανατολισμό των ενδιαφερομένων. 

(β)  Νόμιμος στόχος και αναλογικότητα

80.  Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Κυβέρνηση επικαλείται κυρίως δύο σύνολα επιχειρημάτων για να δικαιολογήσει την επιλογή του νομοθέτη να μην συμπεριλάβει τα ομόφυλα ζευγάρια στο πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008. Πρώτον, αναφέρουν ότι εάν το σύμφωνο συμβίωσης που θεσπίστηκε από το νόμο εφαρμοζόταν στους προσφεύγοντες θα τους παρείχε δικαιώματα και υποχρεώσεις – ως προς την περιουσιακή κατάσταση, τις οικονομικές σχέσεις και τα κληρονομικά δικαιώματα – για τα οποία ήδη υπάρχει νομικό πλαίσιο κατά το κοινό δίκαιο, δηλαδή σε συμβατική βάση. Δεύτερον, η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η νομοθεσία αυτή σχεδιάστηκε για την επίτευξη διαφόρων στόχων: προστασία των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου, προστασία των μονογονεϊκών οικογενειών (όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου) που ανταποκρίνονται στις επιθυμίες των γονέων τους να αναθρέψουν τα παιδιά τους χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να παντρευτούν και, πάντως, ενδυνάμωση του θεσμού του γάμου και της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια. 
81.   Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα που αναφέρει η Κυβέρνηση, το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι ακόμη κι αν ήταν ισχυρό, αυτό δεν λαμβάνει υπόψη ότι το σύμφωνο συμβίωσης που προβλέπει ο Ν.3719/2008 είναι μια επίσημα αναγνωρισμένη εναλλακτική στον γάμο που ενέχει αυταξία για τους προσφεύγοντες, ανεξάρτητα από το εάν τα νομικά του αποτελέσματα είναι στενά ή εκτεταμένα. Όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο, τα ομόφυλα ζευγάρια είναι εξίσου ικανά με τα ετερόφυλα ζευγάρια να συνάψουν σταθερές σχέσεις αφοσίωσης. Τα ομόφυλα ζευγάρια μοιράζονται τις ζωές τους έχοντας τις ίδιες ανάγκες κοινής υποστήριξης και βοήθειας, όπως τα ετερόφυλα ζευγάρια. Συνεπώς, η δυνατότητα σύναψης ενός συμφώνου συμβίωσης θα παρείχε στα πρώτα την μοναδική δυνατότητα που τους παρέχει το Ελληνικό δίκαιο να διαμορφώσουν τις σχέσεις τους προσφέροντάς τους νομική ισχύ που αναγνωρίζεται από το Κράτος. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η επέκταση των συμφώνων συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια θα επέτρεπε σε αυτά να ρυθμίζουν ζητήματα που αφορούν την περιουσία, την διατροφή και την κληρονομιά όχι ως ιδιώτες που συνάπτουν συμβάσεις κατά το κοινό δίκαιο, αλλά βασιζόμενοι σε νομικούς κανόνες που διέπουν την πολιτική ένωση, καθιστώντας έτσι την σχέση τους αναγνωρισμένη από το Κράτος. 
82.  Είναι αλήθεια ότι το δεύτερο κύριο επιχείρημα της Κυβέρνησης είναι ότι ο Ν.3719/2008 έχει σχεδιαστεί για την ενίσχυση της νομικής θέσης των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου και να καταστήσει πιο εύκολη την ανατροφή των παιδιών από γονείς χωρίς να υποχρεώνονται να παντρευτούν. Αυτή η πτυχή διαχωρίζει τα ετερόφυλα από τα ομόφυλα ζευγάρια, λένε, καθώς τα τελευταία δεν μπορούν να έχουν κοινά βιολογικά τέκνα. 
83.  Το Δικαστήριο κρίνει νόμιμο από την πλευρά του Άρθρου 8 της Σύμβασης να θεσπίζει ο νομοθέτης νομοθεσία για την ρύθμιση της κατάστασης των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου και να ενδυναμώσει έτσι έμμεσα τον θεσμό του γάμου στην Ελληνική κοινωνία με την προβολή της ιδέας, όπως εξηγεί η Κυβέρνηση, ότι η απόφαση για τον γάμο πρέπει να λαμβάνεται αποκλειστικά στη βάση της κοινής δέσμευσης των δύο ατόμων, ανεξάρτητα από εξωτερικούς περιορισμούς ή από την προοπτική της απόκτησης παιδιών (βλ. ανωτ. Παρ. 62).Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η προστασία της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια, κατ' αρχήν, είναι ένας βαρύνον και νόμιμος λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια διαφορετική μεταχείριση (βλ.  Karner, § 40, και Kozak, § 98, ό.π.). Αυτονοήτως η προστασία των συμφερόντων των παιδιών είναι επίσης ένας νόμιμος στόχος (βλ.  X και άλλοι ό.π., § 138). Παραμένει να διευκρινιστεί εάν τηρείται στην παρούσα υπόθεση η αρχή της αναλογικότητας.

84.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις αρχές που θεσπίζονται με τη νομολογία του. Ο σκοπός της προστασίας της οικογένειας με την παραδοσιακή έννοια είναι μάλλον αόριστος και μια ευρεία ποικιλία συγκεκριμένων μέτρων μπορούν να επιλεγούν για την επιδίωξή του  (βλ. Karner, § 41, και  Kozak, § 98, ό.π.). Επίσης, δεδομένου ότι η Σύμβαση είναι ένα ζωντανό νομοθέτημα, που πρέπει να ερμηνεύεται στις συνθήκες της σύγχρονης ζωής (βλ. ανάμεσα σε πολλές καθοριστικές αποφάσεις, Tyrer κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 25 Απριλίου 1978, § 31, Συλλογή A αρ. 26, και Christine Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 28957/95, § 75, ΕΔΔΑ 2002-VI), το Κράτος κατά την επιλογή των μέσων που αφορούν την προστασία της οικογένειας και διασφαλίζουν τον σεβασμό για την οικογενειακή ζωή, όπως ορίζεται από το Άρθρο 8 πρέπει να λάβει απαραιτήτως υπόψη τις εξελίξεις στην κοινωνία και τις αλλαγές στις αντιλήψεις στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα και τις σχέσεις, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι δεν υπάρχει ένας τρόπος 'ή μια επιλογή για την ρύθμιση της οικογενειακής ή ιδιωτικής ζωής του ατόμου  (βλ. X και άλλοι, ό.π., § 139).
85.  Στις περιπτώσεις στις οποίες το πεδίο ελεύθερης εκτίμησης που αναγνωρίζεται για το Κράτος είναι στενό, όπως είναι στις περιπτώσεις που η διαφορετική μεταχείριση αφορά το φύλο ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό, η αρχή της αναλογικόττηας δεν επιβάλλει απλώς μέτρα κατάλληλα κατ' αρχήν για την επίτευξη του επιδωκόμενου στόχου. Πρέπει επίσης να αποδεικνύεται ότι  ήταν αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου, να εξαιρεθούν συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων – στην προκειμένη περίπτωση οι άνθρωποι που ζουν σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις – από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων (βλ. Karner, § 41, και  Kozak, § 99, ό.π. ). Σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω, το βάρος της απόδειξης σε σχέση με αυτά φέρει η καταγγελλόμενη Κυβέρνηση. Γι' αυτό η Ελληνική Κυβέρνηση πρέπει να αποδείξει ότι στην παρούσα υπόθεση ήταν αναγκαίο, για την επιδίωξη των νόμιμων στόχων που αναφέρει, να απαγορεύσει στα ομόφυλα ζευγάρια να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης κατά τον Ν.3719/2008 (βλ. όμοια  X και άλλοι, βλ.ανωτ. § 141).
86.  Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η επίμαχη νομοθεσία δεν προβλέπει η ίδια μέτρα που αποσκοπούν στην ρύθμιση της κοινωνικής πραγματικότητας και την εξυπηρέτηση των στόχων που αναφέρονται από την Κυβέρνηση (βλ. παρ. 80 ανωτ.). Έχει σχεδιαστεί πρώτα και κύρια για να παρέχει νομική αναγνώριση σε μια μορφή συμβίωσης διαφορετική από το γάμο, που αναφέρεται ως “σύμφωνο συμβίωσης”. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια από το περιεχόμενο και την δομή του νόμου αυτού. Στο άρθρο 1 το σύμφωνο συμβίωσης ορίζεται ως μια σύμβαση μεταξύ δύο ετερόφυλων ενηλίκων για την ρύθμιση της ζωής τους ως ζευγάρι. Περαιτέρω, τα υπόλοιπα άρθρα δεν περιορίζονται στην ρύθμιση της κατάστασης των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου, αλλά ασχολούνται με τις ρυθμίσεις των σχέσεων των ζευγαριών που ζουν σε σύμφωνο συμβίωσης.   Τα άρθρα 6 κι 7 για παράδειγμα αναφέρονται στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των μερών και τις υποχρεώσεις διατροφής σε περίπτωση λύσης του συμφώνου. Το άρθρο 11 επίσης προβλέπει ότι σε περίπτωση θανάτου του ενός συντρόφου, ο επιζών έχει δικαίωμα στην κληρονομιά (βλ. Παρ. 16 ανωτ.). 

87.  Το Δικαστήριο σημειώνει σχετικά με αυτό ότι στην έκθεσή της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για το νομοσχέδιο παρατηρήθηκε ότι δεν έγινε σαφές για ποιόν ακριβώς λόγο το νομοσχέδιο έχει τον τίτλο “Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί και την κοινωνία”, όταν στην πραγτματικοτητα αυτό πρόβλέπει ένα νέο νομικό τύπο για την εκτός γάμου συμβίωση (βλ. παρ. 22 ανωτ.). Υπό το φως των προηγούμενων κρίσεωντου Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από τον τίτλο και τις διακηρυγμένες προθέσεις του νομοθέτη, ο Ν.3719/2008 αρχικώς αποσκοπούσε στην αναγνώριση ενός νέου τύπου συμβίωσης εκτός γάμου. 
88.  Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν γίνει αποδεκτό ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να ενισχύσει την νομική προστασία των παιδιών που γεννιούνται εκτός γάμου και να ενισχύσει εμμέσως τον θεσμό του γάμου, το γεγονός παραμένει ότι θέτοντας σε εφαρμογή τον Ν.3719/2008 εισήγαγε έναν τύπο αστικής ένωσης, γνωστό ως “σύμφωνο συμβίωσης” από τον οποίο εξαιρούνται τα ομόφυλα ζευγάρια, ενώ επιτρέπεται στα ετερόφυλα ζευγάρια, ανεξάρτητα από το αν έχουν παιδιά, να ρυθμίσουν αρκετές πτυχές της σχέσης τους. 
89.   Στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο σημειώνει πρώτα ότι τα επιχειρήματα της Κυβέρνησης εστιάζουν στην κατάσταση των ετερόφυλων ζευγαριών με παιδιά, χωρίς να δικαιολογούν τις διαφορές στην μεταχείριση που απορρέοουν από την επίμαχη νομοθεσία μεταξύ των ομόφυλων ζευγαριών και των ετερόφυλων ζευγαριών που δεν είναι γονείς. Δεύτερον, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί από τα επιχειρήματα της Κυβέρνησης ότι με τον Ν.3719/2008 εξυπηρετούνται οι στόχοι στους οποίους αναφέρεται, με την εξαίρεση των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του. Δεν θα ήταν αδύνατο για τον νομοθέτη να περιλάβει κάποιες διατάξεις που αφορούν ειδικώς τα παιδιά εκτός γάμου, ενώ ταυτόχρονα να προβλέψει την επέκταση της γενικής δυνατότητας θέσπισης συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η αιτιολογική έκθεση της επίμαχης νομοθεσίας δεν παρέχει εξηγήσεις για την απόφαση του νομοθέτη να περιορίσει το σύμφωνο συμβίωσης στα ετερόφυλα ζευγάρια (βλ. ανωτ. παρ. 10). Περαιτέρω, σημειώνει ότι η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι το νομοσχέδιο εισάγει αρνητική διάκριση, καθώς δεν εφαρμόζεται σε ομόφυλα ζευγάρια (βλ. παρ. 23-24 ανωτ.) και ότι το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής ακολούθησε όμοια θέση (βλ. παρ. 13 ανωτ.)
90.  Τέλος, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι κατά το Ελληνικό δίκαιο, όπως η ίδια η Κυβέρνηση εκθέτει (βλ. ανωτ. παρ. 64), τα ετερόφυλα ζευγάρια, αναντίστοιχα προς τα ομόφυλα, μπορούσαν να έχουν νομική αναγνώριση της σχέσης τους ακόμη και πριν την θέση σε ισχύ του Ν.3719/2008, είτε σε πλήρη βάση, με τον θεσμό του γάμου ή με έναν πιο περιορισμένο τύπο, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα που διέπουν τις ελεύθερες ενώσεις. Συνεπώς, τα ομόφυλα ζευγάρια έχουν ένα ιδιαίτερο συμφέρον να μπορούν να συνάψουν αστική ένωση, εάν τους δινόταν η δυνατότητα, αφού, αντίθετα με τα ετερόφυλα ζευγάρια, θα ήταν η μοναδική βάση στο Ελληνικό δίκαιο για την νομική αναγνώριση των σχέσεών τους. 
91.  Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο σημειώνει το γεγονός ότι, μολονότι δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των νομικών συστημάτων των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, υπάρχει σήμερα μια αναπτυσσόμενη τάση για την εισαγωγή μορφών νομικής αναγνώρισης των ομόφυλων σχέσεων. Εννέα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει ομόφυλο γάμο. Επιπλέον, δεκαεπτά κράτη μέλη αναγνωρίζουν μια μορφή αστικής ένωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια. Όσον αφορά το ειδικό θέμα που εγείρεται στην υπό κρίση υπόθεση (βλ. παρ. 75 ανωτ.) το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναπτυσσόμενη τάση στα νομικά συστήματα του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι σαφής: από τις δεκαεννιά χώρες που προβλέπουν κάποια μορφή καταχώρισης συμβίωσης πλην του γάμου, η Λιθουανία και η Ελλάδα είναι οι μόνες χώρες που την επιφυλάσσουν αποκλειστικά στα ομόφυλα ζευγάρια (βλ. ανωτ. παρ. 25 και 26). Με άλλα λόγια, τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, με δύο εξαιρέσεις, όταν επιλέγουν να θεσπίσουν νομοθεσία που αφορά ένα νέο σύστημα καταχωρημένης συμβίωσης ως εναλλακτική στο γάμο για άγαμα ζευγάρια, συμπεριλαμβάνουν τα ομόφυλα ζευγάρια στο πεδίο εφαρμογής τους. Επιπλέον, η τάση αυτή αντανακλά σε σχετικά κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το Δικαστήριο αναφέρεται ιδίως στο Ψήφισμα  1728(2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης και την Σύσταση (2010) 5 της Επιτροπής Υπουργών (βλ. παρ. 28-30 ανωτ.). 
92.  Το γεγονός ότι, στο τέλος μιας σταδιακής εξέλιξης, μια χώρα βρίσκεται σε απομονωμένη θέση όσον αφορά μια πτυχή της νομοθεσίας της δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έρχεται σε αντίθεση με την Σύμβαση (βλ. F. κατά Ελβετίας, 18 Δεκεμβρίου 1987, § 33, Συλλογή A αρ. 128). Παρ' όλ' αυτά, υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κυβέρνηση δεν παρείχε πειστικούς και βαρύνοντες λόγους ικανούς για να δικαιολογηθεί ο αποκλεισμός των ομόφυλων ζευγαριών από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008. Συνεπώς, κρίνει ότι στην παρούσα υπόθεση έχει παραβιαστεί το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης.

III.  ΙΣΧΥΡΙΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

93.  Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχε διαθέσιμο ένδικο μέσο στο εσωτερικό δίκαιο που θα τους επέτρεπε να φέρουν ενώπιον των εσωτερικών δικαστηρίων τις προσφυγές τους όσον αφορά την αρνητική διάκριση των συμφώνων συμβίωσης. Επικαλούνται το Άρθρο 13 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:

“Κάθε πρόσωπο, του οποίου  τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται με την παρούσα Σύμβαση παραβιάσθηκαν, έχει δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, ανεξάρτητα από το αν η παραβίαση τελέσθηκε από πρόσωπα που ενεργούσαν κατά την ενάσκηση δημοσίων καθηκόντων τους.”


94.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Άρθρο 13 δεν φτάνει έως του σημείου να εγγυάται ένα ένδικο μέσο που επιτρέπει να προσβάλλονται οι νόμοι ενός Συμβαλλόμενους Κράτους ενώπιον εθνικής αρχής λογω αντίθεσής τους προς την Σύμβαση(βλ. μεταξύ άλλων Roche κατά Ηνωμένου Βασιλείου  [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 32555/96, § 137, ΕΔΔΑ 2005-X, και Paksas κατά Λιθουανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 34932/04, § 114, ΕΔΔΑ 2011). Στην παρούσα υπόθεση, το αίτημα των προσφευγόντων σχετικά με το Άρθρο 13 δεν συμβαδίζει με αυτή την αρχή. Συνεπώς, το αίτημα είναι προδήλως αβάσιμο και ως τέτοιο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο κατά το Άρθρο  35 §§ 3 (α) και 4 της Σύμβασης.

IV.  ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

95.  Το άρθρο 41 της Σύμβασης προβλέπει: 

“Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι παραβιάστηκε η Σύμβαση ή τα Πρωτόκολλά της, και έαν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους πρόβλέπει μόνον εν μέρει αποκατάσταση, το Δικαστήριο εάν το κρίνει αναγκαίο επιδικάζει δίκαιη ικανοποίηση στον θιγόμενο διάδικο.”

A.  Ζημία

96.  Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. 29381/09  ζητούν 10.000 ευρώ από κοινού για την μη περιουσιακή βλάβη που υπέστησαν κατά το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης και την έλλειψη αποτελεσματικής προσφυγής. Επίσης ζήτησαν από το Δικαστήριο να υποβάλλει ειδικές συστάσεις προς την Κυβέρνηση για την τροποποίηση του Ν.3719/2008 και την επέκταση της εφαρμογής του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. 
97.  Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ.  32684/09  ζητούν 15.000 ευρώ ανά ζευγάρι, για την μη περιουσιακή βλάβη, ήτοι συνολικά 45.000 ευρώ. Ισχυρίζονται ότι υπέστησαν απαράδεκτη αρνητική διάκριση λόγω σεξουαλικών προτιμήσεων και ότι λόγω του αποκλεισμού τους από το πεδίο εφαρμογής του Ν.3719/2008 είχαν υποστεί σοβαρή προσβολή. 
98.  Η Κυβέρνηση αντέτεινε ότι τα ποσά που ζητούνται από τους προσφεύγοντες ήταν υπερβολικά και ότι οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι είχαν υποστεί προσωπική κι ευθεία παρέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή τους ζωή. Προτείνει ότι η κρίση περί παραβίασης αποτελεί από μόνη της δίκαιη ικανοποίηση. 
99.  Αντίθετα με την Κυβέρνηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κρίση περί παραβίασης του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης δεν συνιστά επαρκή ικανοποίηση για την μη περιουσιακή βλάβη που υπέστησαν οι προσφεύγοντες. Κρίνοντας επί ίσης βάσης, σύμφωνα με το Άρθρο 41 της Σύμβασης, το Δικαστήριο επιδικάζει σε καθέναν τον προσφευγόντων, με την εξαίρεση του έβδομου προσφεύγοντος στην προσφυγή αρ. . 32684/09, το ποσό των 5.000 ευρώ, πλέον τυχόν φόρου, λόγω της μη περιουσιακής βλάβης. Το Δικαστήριο απορρίπτει τα υπόλοιπα αιτήματα των προσφευγόντων για δίκαιη ικανοποίηση. 

B.  Δαπάνες και έξοδα

100.  Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ.  29381/09  ζητούν συνολικά το ποσό των 7.490,97 ευρώ όσον για δαπάνες και έξοδα που προέκυψαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα υπολογίζουν ότι ο χρόνος που αφιερώθηκε στην υπόθεσή τους από τους εκπροσώπους του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι ήταν είκοσι ώρες εργασίας, με ωριαία αξία 100 ευρώ. Προσκομίζουν σχετικά με αυτό ένα έγγραφο που παραθέτει λεπτομέρειες για τον χρόνο που οι εκπρόσωποί τους είχαν αφιερώσει κατά την προετοιμασία των παρατηρήσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Ζητούν επίσης 4.485 ευρώ για την εκπροσώπησή τους ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως από την κ.  Mécary και προσκόμισαν σχετική απόδειξη προς υποστήριξη του αιτήματος. Τέλος, ζητούν 1.005,97 ευρώ για έξοδα μετάβασης των εκπροσώπων τους για την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως. Οι προσφεύγοντες εξηγούν ότι με βάση μια συμφωνία με τους εκπροσώπους τους, θα έπρεπε να καταβάλουν σε αυτούς το πλήρες ποσό που επιδικάζει το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως για έξοδα και δαπάνες, σε περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης. Γι΄ αυτό ζητούν οποιαδήποτε αποζημίωση που θα αναγνωριστεί ως προς αυτό το κονδύλι να είναι καταβλητέα απευθείας στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εκπροσώπων τους. 
101.  Οι προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. 32684/09 ζήτησαν συνολικά το ποσό των 8.000 ευρώ για την προσφυγή στο Δικαστήριο και προσκόμισαν αποδείξεις και λογαριασμούς για την υποστήριξη του αιτήματος. 
102.  Η Κυβέρνηση απάντησε ότι το Δικαστήριο μπορεί να αναγνωρίσει στους προσφεύγοντες έξοδα και δαπάνες μόνο στο μέτρο που ήταν επαρκώς τεκμηριωμένες. 
103.  Σύμφωνα με την νομολογία ου Δικαστηρίου, ο προσφεύγων έχει δικαίωμα αποζημίωσης για τα έξοδα και τις δαπάνες τους μόνο εάν έχει αποδειχθεί ότι έγιναν πράγματι, εάν ήταν αναγκαίες και λογικές  (βλ. Creangă κατά Ρουμανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 29226/03, § 130, 23 Φεβρουαρίου 2012). Λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και τα ανωτέρω κριτήρια, το Δικαστήριο κρίνει ότι το πρέπει να επιδικαστεί στους προσφεύγοντες της προσφυγής αρ. 29381/09 το ποσό των 5.000 ευρώ από κοινού, πλέον τυχόν φόρων, καταβλητέο άμεσα στους τραπεζικούς λογαρριασμούς των εκπροσώπων τους (βλ., όμοια, Carabulea κατά Ρουμανίας, αρ. 45661/99, § 180, 13 Ιουλίου 2010). Όσον αφορά τους προσφεύγοντες στην προσφυγή αρ. . 32684/09, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να τους επιδικαστεί το ποσό των 6.000 ευρώ από κοινού για έξοδα και δαπάνες, πλέον τυχόν φόρων. 

Γ.  Τόκος
104.  ΤοΔικαστήριο κρίνει ότι το επιτόκιο πρέπει να υπολογιστεί με βάση το κυμαινόμενο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες

The Court considers it appropriate that the default interest rate should be based on the marginal lending rate of the European Central Bank, to which should be added three percentage points.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 

1.  Αποφασίζει ομόφωνα να ενώσει τις προσφυγές.

2.  Κηρύσσει κατά πλειοψηφία τις προσφυγές παραδεκτές όσον αφορά την παραβίαση του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης για τους προσφεύγοντες: Γρηγόρη Βαλλιανάτιο και Νικόλαο Μυλωνά και τους προσφεύγοντες  C.S., E.D., K.T., M.P., A.H. και D.N., και ομόφωνη απόρριψη ως απαράδεκτες για τα υπόλοιπα. 

3.  Κρίνει με δεκαέξι ψήφους έναντι μιας ότι παραβιάσθηκε το Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης. 

4.  Κρίνει με δεκαέξι ψήφους έναντι μιας, 
(α)  ότι το καταγγελλόμενο Κράτος πρέπει να καταβάλει στους προσφεύγοντες, εντός τριών μηνών, τα παρακάτω ποσά: 
(i)  Πέντε χιλιάδες (5.000) ΕΥΡΩ EUR 5,000 σε κάθε προσφεύγοντα πλην του έβδομου προσφεύγοντος στην προσφυγή αρ. 32684/09, πλέον τυχόν επιβαλλόμενου φόρου, για μη περιουσιακή βλάβη.
(ii)  Πέντε χιλιάδες (5.000) ΕΥΡΩ EUR από κοινού στους προσφεύγοντες της προσφυγής αρ. 29381/09,  πλέον τυχόν επιβαλλόμενου φόρου, για μη περιουσιακή βλάβη, καταβαλλόμενη απευθείας στους τραπεζικούς λογαριασμούς των εκπροσώπων τους.
(iii)  Έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ από κοινού στους προσφεύγοντες της προσφυγής αρ.  32684/09, πλην του έβδομου προσφεύγοντος, πλέον τυχόν επιβαλλόμενου φόρου, για έξοδα και δαπάνες.

(β)  ότι μετά την παρέλευση του πραναφερόμενου τριμήνου μέχρι την τακτοποίηση επιβάλλεται απλό επιτόκιο στα παραπάνω ποσά, υπολογιζόμενο ενιαία κατά το κυμαινόμενο  επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Ευρωπαϊκής Τράπεζας κατά την διάρκεια της  εν λόγω περιόδου, προσαυξανόμενο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.

5.  Απορρίπτει, ομόφωνα, τα υπόλοιπα αιτήματα των προσφευγόντων για δίκαιη ικανοποίηση.

 Συντάχθηκε στα Αγγλικά και Γαλλικά και δημοσιεύθηκε σε δημόσια διαδικασία στο Κτίριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο στις 7 Νοεμβρίου 2013.

              Michael O’Boyle              Dean Spielmann
              Αναπληρωτής Γραμματέας              Πρόεδρος 

Σύμφωνα με το Άρθρο 45 § 2 της Σύμβασης και το Άρθρο  74 § 2 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, οι παρακάτω διακριτές γνώμες προσαρτώνται στην παρούσα απόφαση: 

(α)  κοινή συγκλίνουσα γνώμη των δικαστών  Casadevall, Ziemele, Jočienė και Σισιλιάνου,
(β)  εν μέρει μειοψηφούσα κι εν μέρει συγκλίνουσα γνώμη του δικαστή  Pinto de Albuquerque.

D.S.
M.O’B.


ΚΟΙΝΗ ΣΥΓΚΛΙΝΟΥΣΑ ΓΝΩΜΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ 
CASADEVALL, ZIEMELE, JOČIENĖ ΚΑΙ ΣΙΣΙΛΙΑΝΟΥ 


1.  Ψηφίσαμε υπέρ της κρίσης περί διαπίστωσης παραβίασης του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένου ότι  οι  επίμαχες διατάξεις και ο λόγος  της αρνητικής διάκρισης – δηλ. ο σεξουαλικός προσανατολισμός – είναι ίδιοι στην παρούσα υπόθεση και στην υπόθεση  X και άλλοι κατά Αυστρίας  (απόφαση Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως της 19ης Φεβροαρίου 2013), θα αναρωτιόταν κανείς εκ πρώτης όψεως κατά πόσον οι αντίστοιχες θέσεις μας στις δύο υποθέσεις είναι συνεπείς. Υπενθυμίζουμε ότι στην υπόθεση Χ και άλλοι κατά Αυστρίας ψηφίσαμε κατά της διαπίστωσης περί παραβίασης του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης και αιτιολογήσαμε τους λόγους της διαφωνίας μας σε μια κοινή μειοψηφούσα γνώμη μαζί με τρεις από τους συναδέλφους μας  (βλ. X και άλλοι κατά Αυστρίας, ό.π., κοινή εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη των Δικαστών  Casadevall, Ziemele, Kovler, Jočienė, Šikuta, De Gaetano και Σισιλιάνου). Ωστόσο, είμαστε πεπεισμένοι ότι, παρά τις προαναφερθείσες ομοιότητες, οι δύο υποθέσεις είναι σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους, γεγονός που αιτιολογεί τις ψήφους μας σε κάθε υπόθεση. 
2.  Πέρα από τα ειδικά χαρακτηριστικά της Χ και άλλοι κατά Αυστρίας – τα οποία εκτίθενται εκτενώς στην προαναφερθείσα εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη (§§ 2-11) –το ιστορικό της υπόθεσης, όπως γνωρίζουμε, ήταν το θέμα της τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια. Πιο συγκεκριμένα, η υπόθεση αφορούσε την δυνατότητα της πρώτης προσφεύγουσας να τεκνοθετήσει το παιδί της συντρόφου της. Εκτός από τους ίδιους του ομόφυλους συντρόφους, μια τέτοια τεκνοθεσία θα επηρέαζε αναγκαία και καθοριστικά την κατάσταση του τεκνοθετούμενου παιδιού και του έτερου βιολογικού γονέα, εγείροντας ευαίσθητα ζητήματα όσον αφορά το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και τα δικαιώματα του άλλου γονέα κατά την Σύμβαση. Τέτοιοι προβληματισμοί δεν υπήρχαν στην παρούσα υπόθεση. Οι προσφεύγοντες σε αυτή την υπόθεση είναι ενήλικα ομόφυλα ζευγάρια που απλώς θέλουν να τυποποιήσουν τις σχέσεις τους. Δεν επηρεάζεται τρίτο μέρος κατά κανένα τρόπο. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα σύμφωνα συμβίωσης κατά την Ελληνική νομοθεσία δεν πριέχουν διατάξεις για την τεκνοθεσία από ετερόφυλα ζευγάρια (βλ. το κείμενο του Ν.3719/2008, στην παρ. 16 της απόφασης, ανωτ.) Με άλλα λόγια, η πιθανή επέκταση του πεδίου εφαρμογής της νομοθεσίας στα ομόφυλα ζευγάρια δεν θα ήγειρε ζητήματα συγκρινόμενα προς αυτά στην Χ και άλλοι κατά Αυστρίας. 
3.  Η πρώτη σημαντική διαφορά είναι στενά συνδεδεμένη με άλλη μια παράμετρο που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Όπως υπογραμμίσαμε στην εν μέρει μειοψηφούσα γνώμη μας στην Χ και άλλοι (ό.π.), τα Κράτη μέλη της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων αυτών που επιτρέπουν την τεκνοθεσία από δεύτερο γονέα για τα άγαμα ζευγάρια “παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις και … γι' αυτό δεν υπάρχει συμφωνία” για το επίμαχο θέμα σ' εκείνη την υπόθεση (ό.π.§ 14).  Πράγματι, υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση των προσεγγίσεων από τις εθνικές νομοθεσίες για το θέμα της τεκνοθεσίας. Στην παρούσα υπόθεση, αντιθέτως, υπάρχει μια πολύ σαφής τάση υπέρ της καταχώρησης των ενώσεων των ομόφυλων ζευγαριών. Αυτή η τάση έχει υπογραμμιστεί από την παράγραφο 91 της απόφασης που καταλήγει ότι, με δυο εξαιρέσεις, τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, όταν επιλέγουν να θεσπίσουν νομοθεσία για καταχώριση συμβίωσης ως εναλλακτική στον γάμο “περιλανβάνουν στο πεδίο εφαρμογής και τα ομόφυλα ζευγάρια”. 
4.  Περαιτέρω, η πολυπλοκότητα των ζητημάτων που εγείρονται στην Χ και άλλοι κατά Αυστρίας αντικατοπτρίζεται, κατά τη γνώμη μας, στο Άρθρο 7 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Τεκνοθεσία Παιδιών (αναθεωρημένη το 2008), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2011. Η εν λόγω διάταξη αναφέρει τα εξής: “Τα κράτη μπορούν να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης σε ομόφυλα ζευγάρια που έχουν συνάψει γάμο ή που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Μπορούν επίσης να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας Σύμβασης και σε ετερόφυλα κι ομόφυλα ζευγάρια που ζουν σε σταθερές σχέσεις”. Με άλλα λόγια, όσον αφορά τις προπαρατεθείσες διαφορές της προσέγγισης, μια πρόσφατη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης παρέχει στα κράτη πλήρη ελευθερία για την ρύθμιση της τεκνοθεσίας των παιδιών στις διάφορες περιπτώσεις που αναφέρονται παραπάνω, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης της Χ και Άλλοι κατά Αυστρίας. 
5.  Αυτή η  “laissez-faire” προσέγγιση έρχεται σε αντίθεση με σχετικά κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης που αναφέρονται στις παραγράφους 27 έως 30 στην παρούσα υπόθεση. Αυτό υποστηρίζει πλήρως την κρίση περί παραβίασης του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Σύμβασης στην παρούσα υπόθεση. Αυτό επαληθεύεται όσον αφορά την Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών (2010) 5 για τα μέτρα καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου που θεσπίστηκε από την Επιτροπή Υπουργών την 31η Μαρτίου 2010 και το Ψήφισμα 1728 (2010) που θεσπίστηκε απο την Κοινοβουλευτική Συνέλευση στις 29 Απριλίου 2010 με τίτλο “Διακρίσεις με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου”. Για να το θέσουμε αλλιώς: η κρίση περί παραβίασης στην παρούσα υπόθεση είναι “συντονισμένη” με όλα τα σχετικά κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων και των πιο πρόσφατων. Όμοιες παρατηρήσεις ισχύουν κατ' αναλογία και για το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι σχετικές διατάξεις του οποίου παρατίθενται στις παραγράφους 31 έως 34 της απόφασης. 


ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΜΕΙΟΨΗΦΟΥΣΑ, ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΣΥΓΚΛΙΝΟΥΣΑ ΑΠΟΨΗ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ  PINTO DE ALBUQUERQUE

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην υπόθεση Βαλλιανάτος και Άλλοι είναι ότι το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως άσκησε έναν γενικό έλεγχο “συμβασιότητας” ενός Ελληνικού νόμου, ενώ ταυτόχρονα λειτούργησε ως Πρωτοδικείο[1]. Το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως όχι απλώς διεξήγαγε έλεγχο συμβατότητας προς την Σύμβαση ενός νόμου που δεν έχει εφαρμοστεί στους προσφεύγοντες, αλλά το έπραξε και χωρίς να έχει λάβει υπόψη του προηγούμενη ανάλυση της ίδιας νομοθεσίας από τα εθνικά δικαστήρια. Με άλλα λόγια, το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως επιφύλαξε στο ίδιο την εξουσία να εξετάσει in abstracto την συμφωνία νόμων προς την Σύμβαση, χωρίς προηγούμενο δικαστικό έλεγχο. 
Συμφωνώ με την κρίση της πλειοψίας ότι η υποβολή της προσφυγής από το σωματείο “Σύνθεση – Ενημέρωση, Ευαισθητοποίηση και Έρευνα”, ένα νομικό πρόσωπο με έδρα στην Αθήνα, είναι απαράδεκτη, λόγω έλλειψης  της ιδιότητας του θύματος. Συμφωνώ επίσης με την κρίση ότι η προσφυγή των υπόλοιπων προσφευγόντων για παραβίαση του Άρθρου 13 είναι απαράδεκτη ως προδήλως αβάσιμη. Αλλά διαφωνώ όσον αφορά την προσφυγή περί της παραβίασης του Άρθρου 14 σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (“η Σύμβαση”), την οποία θεωρώ απαράδεκτη λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων. Μολονότι τα προσφεύγοντα φυσικά πρόσωπα έχουν ένα υποστηρίξιμο αίτημα, δεν δοκίμασαν καν να το προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, όπως θα μπορούσαν να είχαν κάνει. Δεν έδωσαν καμία ευκαιρία στις εθνικές αρχές να κρίνουν την προσφυγή σε εθνικό επίπεδο. Τελικά, ο πυρήνας της αρχής της επικουρικότητας έχει παραβιασθεί. 

Εν δυνάμει  θύματα και γενικός έλεγχος της συμβατότητας των νόμων με την Σύμβαση

Ο Ευρωπαϊκός μηχανισμός για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν επιτρέπει, κατ' αρχήν, τον αφηρημένο έλεγχο της συμβατότητας των εθνικών νόμων με την Σύμβαση[2] και, πολύ λιγότερο, την λαϊκή αγωγή κατά της νομοθεσίας [3]. Έτσι, ο προσφεύγων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (“το Δικαστήριο”) πρέπει να μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι, έχει υπάρξει ή θα γίνει στο μέλλον ένα θύμα κρατικής πράξης, ακόμη κι αν δεν έχει αποτελέσει, δεν αποτελεί και δεν θα αποτελέσει θύμα τέτοιας πράξης. [4]. Επιπλέον, ένα άτομο μπορεί να ισχυριστεί ότι ένας νόμος παραβιάζει τα δικαιώματά του ελλείψει ειδικών μέτρων εφαρμογής τους, εάν υπάρχει πραγματιός κίνδυνος ότι ο εν λόγω νόμος θα έχει συνέπειες εις βάρος του προσωπικά. Το Δικαστήριο έχει καθιερώσει κατηγορίες προσώπων σε κίνδυνο: αυτοπί που πρέπει να αλλάξουν την συμπεριφορά τους υπό την απειλή ποινικών διώξεων[5], κι αυτοί που είναι μέλη μιας κατηγορίας ανθρώππων που θίγονται άμεσα από την νομοθεσία, κοινή [6]  ή συνταγματικού επιπέδου[7]. Αυτές οι δύο κατηγορίες που μπορεί  να είναι τόσο ευρείες ώστε να περιλαμβάνουν για παράδειγμα: “όλους τους χρήστες ή πιθανούς χρήστες ταχυδρομικών και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών”[8], “παράνομα τέκνα”[9], “γυναίκες σε ηλικία τεκνοποιϊας”[10]  πρόσωπα Ρομά ή Εβραϊκής καταγωγής[11], είναι γνωστές ως εν δυνάμει θύματα[12].

Στην υπό κρίση υπόθεση, τα προσφεύγοντα φυσικά πρόσωπα  ανήκουν σε μια ομάδα ανθρώπων με ένα κοινό χαρακτηριστικό (άγαμα ομόφυλα ζευγάρια) που δεν οφελούνται από την νομική προστασία που αναγνωρίζει ειδικός νόμος σε μια άλλη ομάδα ανθρώπων σε όμοια κατάσταση (άγαμα ετερόφυλα ζευγάρια). Το αίτημά τους δεν είναι διαφορετικό από την προσφεύγουσα Αλεξάνδρα στην σημαντική υπόθεση  Marckx κατά Βέλγιο, στο μέτρο που ισχυρίστηκε ότι ανήκε σε μια ομάδα προσώπων με ένα κοινό χαρακτηριστικό (τέκνα γεννημένα εκτός γάμου) που δεν απολαμβάνουν την νομική προστασία του Βέλγικου Αστικού Κώδικα προς μια άλλη ομάδα προσώπων (τέκνα γεννημένα εντός γάμου) [13]. Η αρχή που διέπει την έρευνα του παραδεκτού και καθιερώθηκε με την  Marckx είναι εφαρμόσιμη και στην παρούσα υπόθεση. Με άλλα λόγια, όταν ένας νόμος ή κανονισμός αναγνωρίζει ένα δικαίωμα της Σύμβασης μόνο σε μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα κοινό χαρακτηριστικό, αποκλείοντας μια άλλη ομάδα ανθρώπων που βρίσκεται στην ίδια ή σε παρόμοια κατάσταση για την απόλαυση αυτού του δικαιώματος, χωρίς καμία αντικειμενική δικαιολόγηση, η συμβατότητα αυτού του νόμου ή κανονισμού προς την Σύμβαση μπορεί να εξεταστεί γενικά από το Δικαστήριο, κατά την εξέταση μιας προσφυγής που υποβάλλεται από κάθε μέλος της αποκλεισθείσας ομάδας ανθρώπων [14]. Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει και για έναν νόμο ή κανονισμό που απαγορεύει ρητά ή περιορίζει την εφαρμογή ενός δικαιώματος της Σύμβασης από μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται ένα κοινό χαρακτηριστικό, μεταχειριζόμενη έτσι διαφορετικά αυτήν από μια άλλη ομάδα ανθρώπων που βρίσκεται σε όμοια ή παρόμοια κατάσταση χωρίς αντικειμενική δικαιολόγηση (άμεση αρνητική διάκριση)[15], και για έναν νόμο ή κανονισμό που μεταχειρίζεται όμοια ομάδες ανθρώπων με διαφορετικά χαρακτηριστικά χωρίς αντικειμενική δικαιολόγηση (έμμεση διάκριση)[16]. Και στις δύο περιπτώσεις, μέλη μιας ομάδας ανθρώπων που αποκλείσθηκαν από την πλήρη απόλαυση δικαιώματος της Σύμβασης  μπορούν να προσβάλλουν τον νόμο ή κανονισμό ενώπιον του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από την εφαρμοστική διάταξη. A fortiori, κάθε νόμος  ή κανονισμός που εισάγει αρνητική διάκρισή εις βάρος προσδιορισμένου ή καθαρά προσδιορίσιμων προσώπων μπορεί επίσης να προσβληθεί από αυτά τα πρόσωπα ενώπιον του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ενός εφαρμοστικού νόμου  (intuitu personae διάκριση). Τέλος, όλα αυτά τα συμπεράσματα εφαρμόζονται όμοια για δικαιώματα που, αν και δεν προβλέπονται ειδικώς από την Σύμβαση, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ενός δικαιώματος της Σύμβασης, ακόμη κι αν δεν έχει παραβιαστεί το ίδιο το ουσιαστικό δικαίωμα. Έτσι, όλοι οι προσφεύγοντες εκτός από έναν θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είναι εν δυνάμει θύματα με την παραπάνω έννοια. Αντίθετα, η προσφυγή του σωματείου “Σύνθεση – Ενημέρωση, Ευαισθητοποίηση και Έρευνα” δεν βασίζεται σε κάποιο κίνδυνο προσωπικής βλάβης του προσφεύγοντος, το οποίο δεν μπορεί να είναι εν δυνάμει θύμα. 

Μη εξάντληση εθνικών ένδικων μέσων κατά νόμων που εισάγουν διακρίσεις 

Ούσα κάτι περισσότερο από μια πολυμερή συμφωνία για υποχρεώσεις των Κρατών μελών, η Σύμβαση δημιουργεί υποχρεώσεις των Κρατών μελών έναντι όλων των ατόμων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας τους, με σκοπό την πρακτική εφαρμογή των προστατευόμενων δικαιωμάτων και ελευθεριών στην εθνική έννομη τάξη των Κρατών μελών[17]. Γι' αυτό τα Κράτη μέλη της Σύμβασης είναι νομικά δεσμευμένα να μην αποκλίνουν από την αποτελεσματική εφαρμογή της ενάσκησης των δικαιωμάτων του ατόμου και να προβαίνουν στις αναγκαίες τροποποιήσεις των εθνικών νομικών συστημάτων για την διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των υποχρεώσεων που τους έχουν επιβληθεί [18]. Από μια άλλη οπτική, αυτές είναι οι συνέπειες της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων που προβλέπεται από τα Άρθρα 26 και 31 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. 
Ενώ το Άρθρο 13 της Σύμβασης δεν επιβάλλει, κατ' αρχήν, την ύπαρξη ένδικου μέσου με την οποία ελέγχεται η τήρηση της Σύμβασης από τους νόμους από τα εθνικά δικαστήρια [19],  όταν οι ισχυριζόμενες παραβιάσεις της σύμβασης αφορούν έναν νόμο ή κανονισμό που εισάγει διακρίσεις σε μια ομάδα ανθρώπων που ανήκει ο προσφεύγων, το εθνικό νομικό σύστημα θα πρέπει να παρέχει ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο που θα επιτρέπει να προσβληθεί αυτός ο νόμος ή κανονισμός [20]. Αλλιώς, το Συμβαλλόμενο μέρος δεν παρέχει νομική προστασία στο δικαίωμα που κατοχυρώνει η Σύμβαση εντός της δικαιοδοσίας του και η άμεση προσφυγή στο Δικαστήριο είναι η μόνη διαθέσιμη οδός. Αυτό δεν συμβαίνει στην Ελλάδα. Η Ελλάδα έχει ένα σύστημα διάχυτου, συγκεκριμένου, κατασταλτικού και παρεμπίπτοντος ελέχου συνταγματικότητας των νόμων και τήρησης της Σύμβασης από αυτούς [21], και αυτό το σύστημα είναι αποτελεσματικό. Πράγματι, στην Ελλάδα τα Ελληνικά δικαστήρια έχουν κηρύξει πολλές νομικές διατάξεις ως αντισυνταγματικές ή αντίθετες με την Σύμβαση [22]. Στην απόφαση 3/2012 ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι απορρέει από το άρθρο 12 παρ. 2 του Συντάγματος και το Άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων ότι τα άτομα που υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις έχουν την ελευθερία της σύστασης σωματείου και ότι η κρίση του Εφετείου ότι οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.1264/1982 και του άρθρου 1 του Ν.2265/1994 δεν εφαρμόζεται αναλογικά στην υπόθεση του στρατιωτικού προσωπικού ήταν εσφαλμένη καθώς επέτρεπε παραβίαση των διατάξεων του Συντάγματος και της Σύμβασης. Ο Άρειος Πάγος περαιτέρω έκρινε ότι η “ελλείψει ειδικής νομοθεσίας, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 78 επ. του Αστικού Κώδικα.” Το γεγονός οτι δεν υπήρχαν εφαρμοστικές διατάξεις για το δικαίωμα των στρατιωτικών να ιδρύουν σωματεία δεν απέτρεψε τον Άρειο Πάγο από το να κρίνει ότι το επίμαχο δικαίωμα έχει κατοχυρωθεί από Σύνταγμα και την Σύμβαση, και  ότι το δικαίωμα δεν εξαρτάται από την ύπαρξη κοινής νομοθεσίας που ρυθμίζει το δικαίωμα και ότι, ελλείψει ειδικής νομοθεσίας εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του Α.Κ.
Οι προσφεύγοντες στην παρούσα υπόθεση δεν έδωσαν στα εθνικά δικαστήρια την δυνατότητα να εφαρμόσουν την ίδια αιτολογία στο δικό τους αίτημα. Όταν παρέχεται συνταγματική προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων εναπόκειται στο θιγόμενο μέρος να ελέγξει την έκταση της προστασίας και να επιτρέψει στα εθνικά δικαστήρια να αναπτύξουν αυτά τα δικαιώματα με ερμηνεία [23]. Δεν μπορεί να θεωρηθεί από το Δικαστήριο, όπως θεωρούν οι προσφεύγοντες, ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν παρέχουν πλήρη εφαρμογή στις διατάξεις του ίδιου του Συντάγματος της χώρας.

Η υποχρέωση της Σύμβασης για επέκταση θετικών διατάξεων σε πρόσωπα που υφίστανται αρνητικές διακρίσεις

Επιπρόσθετα, το Ελληνικό δίκαιο προβλέπει ειδική αγωγή που βασίζεται στην προσβολή που προέρχεται από το Κράτος ή από οργανισμό δημοσίου δικαίου [24]
Το Άρθρο 57 του Αστικού Κώδικα προβλέπει ότι καθένας που υφιίσταται προσωπική προσβολή μπορεί να ζητήσει όχι μόνο οικονομική αποζημίωση, αλλά και πιο συγκεκριμένα, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον. Σύμφωνα με την εθνική νομολογία, υπάρχει υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης σε περιπτώσεις πράξεων ή παραλείψεων του νομοθέτη, όταν η επίμαχη νομοθεσία ή η έλλειψη νομοθεσίας παραβιάζει υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες, όπως οι διατάξεις του Συντάγματος ή των διεθνών συνθηκών που έχουν κυρωθεί με νόμο, όπως η Σύμβαση [25]. Επιπλέον, σύμωνα με την εθνική νομολογία, κάθε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από παράλειψη του νομοθέτη να συμπεριλάβει στις διατάξεις κατηγορίες προσώπων που τελούν σε κατάσταση όμοια προς αυτοπύς που έχουν περιληφθεί ιδρύει ευθύνη του κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και υποχρέωση για αποζημίωσης. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την νομολογία “εάν ο νόμος περιλαμβάνει ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν μια συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων και μια άλλη κατηγορία προσώπων για τα οποία υπάρχει λόγος ίσης μεταχείρισης έχει εξαιρεθεί από αυτές τις ρυθμίσεις κατ' αρνητική διάκριση, η διάταξη που εισάγει την αρνητική μεταχείριση κρίνεται άκυρη ως αντισυνταγματική. Σε αυτές τις περιπτώσεις, προκειμένου να αποκατασταθεί η  συνταγματική αρχή της ισόητητας, η διάταξη που εφαρμόζεται στην κατηγορία για την οποία έχουν θεσπιστεί οι ευνοϊκές ρυθμίσεις θα εφαρμόζεται και στην κατηγορία ατόμων που έχουν υποστεί διάκριση. Σε αυτή την περίπτωση, οι δικαστικές αρχές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών που κατοχυρώνεται από τα άρθρα 1,26, 73 επ. και 87 του Συντάγματος ”[26]. Έτσι, τα Ελληνικά δικαστήρια όταν βρίσκονται ενώπιον ενός νόμου που εισάγει αρνητικές διακρίσεις, πρέπει να ασκούν σύμφωνα με τα άρθρα  87 §§ 1 και 2, 93 § 4 και 120 § 2 του Συντάγματος την εξουσία του ελέγχου των ενεργειών του νομοθέτη και να εφαρμόζουν την αρχή της ισότητας στην μέγιστη δυνατή έκταση και, με βάση αυτή την αρχή, να εφαρμόζουν ευνοϊκές ρυθμίσεις στην ομάδα προσώπων που υφίσταται την διάκριση [27].
Αυτή η νομική οδός θα έπρεπε να αρκεί σύμφωνα με την Σύμβαση. Εάν τα εθνικά δικαστήρια περιορίζονται στην κήρυξη της αντισυνταγματικότητας ή της αντίθεσης προς τη Σύμβαση διατάξεων που εισάγουν διακρίσεις, χωρίς να είναι σε θέση να επεκτείνουν τις ευνοϊκές διατάξεις στα πρόσωπα που έχουν υποστεί την διάκριση, θα υπήρχε παραβίαση της αρχής της ισότητας και η δικαστική προστασία θα αποδεικνυόταν άνευ πρακτικού περιεχομένου. Η Σύμβαση πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η εσωτερική νομοθετική διαδικασία, καθώς “η ελευθερία που αναγνωρίζεται σε ένα κράτος ως προς τα μέσα εκπλήρωσης της υποχρέωσης κατά το Άρθρο 53 δεν επιτρέπει την αναβολή της εφαρμογής της Σύμβασης”[28]. Πρακτικά, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να ακολουθούν την πιο φιλική προς την Σύμβαση ερμηνεία του εθνικού δικαίου προκειμένου να εκπληρώνεται η διεθνής υποχρέωση αποτροπής παραβίασης της Σύμβασης [29].  Παρά ταύτα, οι προσφεύγοντες δεν δοκίμασαν καν να ισχυριστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι στην υπόθεσή τους έπρεπε να εφαρμοστεί η παραπάνω νομολογία. 

Η κατά Σύμβαση υποχρέωση για αναθεώρηση νομοθεσίας ασύμβατης προς αυτήν

Περαιτέρω, σε υποθέσεις που η εναρμόνιση του κοινού δικαίου με την Σύμβαση ή το Σύνταγμα επιβάλλουν την παρέμβαση του νομοθέτη, οι αναγκαίες αλλαγές στον νόμο έχουν πράγματι γίνει στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, μετά την εκδόση της απόφασης  867/1988 του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε ότι οι διατάξεις του Άρθρου 65 του π.δ. 1400/1973 ήταν ασύμβατες με τις διατάξεις των άρθρων  2 § 1 και 4 § 1 του Συντάγματος και τις διατάξεις του άρθρου 12 της Σύμβασης, ψηφίστηκε το άρθρο  18(1) του Ν. 1848/1989 για την κατάργηση της επίμαχης διάταξης. Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει σαφής διάταξη του Ελληνικού δικαίου που προβλέπει την υποχρέωση αναθεώρησης της νομοθεσίας όταν αυτή είναι ασύμβατη με το Σύνταγμα ή με την Σύμβασηξ. Αλλά όσον αφορά την ασυμβατότητα προς την Σύμβαση, η υποχρέωση απορρέει από την ίδια την Σύμβαση και την ενσωμάτωσή της στην εθνική έννομη τάξη. 

Η υποχρέωση αποτροπής μιας παραβίασης της σύμβασης μπορεί να επιβάλλει την θέσπιση γενικών μέτρων όταν δεν υπάρχει εσωτερικό νομοθετικό πλαίσιο συμβατό με την Σύμβαση [30] ή όταν το υπάρχον εσωτερικό θεσμικό πλαίσιο ή η διοικητική πρακτική είναι σε αντίθεση προς την Σύμβαση[31]. Σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να αναθεωρηθεί ακόμη και το εθνικό Σύνταγμα, καθώς η Σύμβαση “δεν διακρίνει ως προς τον τύπο του επίμαχου κανόνα ή μέτρου και δεν εξαιρεί κανένα μέρος της δικαιοδοσίας των Κρατών από τον έλεγχο σύμφωνα με την Σύμβαση” [32]. Πράγματι, τόσο η αρχή της αποτελεσματικής εφαρμογής της Σύμβασης όσο και η αρχή της επικουρικότητας επιβάλλουν την άρση σε εθνικό επίπεδο κάθε παραβίασης της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που διαπράττεται από τον νομοθέτη, από την στιγμή που έχει διαπιστωθεί οριστικά από τα εθνικά δικαστήρια. Σε περίπτωση πλήρους αδράνειας του νομοθέτη μετά από μια τελική δικαστική απόφαση που κρίνει ότι μια νομική διάταξη παραβιάζει την σύμβαση, μπορεί να υποβληθεί προσφυγή για την μη εφαρμογή τελικής δικαστικής απόφασης, σύμφωνα με το Άρθρο 6 της Σύμβασης. Έτσι, το Άρθρο 6 υπό το φως της αρχής της αποτελεσματιής εφαρμογής της Σύμβασης και της αρχής της επικουρικότητας επιβάλλει στα Κράτη μέλη την υποχρέωση του ελέγχου κάθε νόμου ή κανόνα, όταν μια τελική δικαστική απόφαση περί μη εφαρμογής της Σύμβασης έχει εκδοθεί σε εθνικό επίπεδο. Οι προσφεύγοντες αγνόησαν αυτή την επιπρόσθετη νομική οδό [33].
Παρά ταύτα, το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως ήταν έτοιμο να προβεί στον έλεγχο των “αρχικών” προθέσεων του Έλληνα νομοθέτη, πέρα και πάνω από τις “διακηρυγμένες” προθέσεις του (παράγραφος 87 της απόφασης) και να τις επικρίνει και δεν απείχε απο το να υποδείξει στο καταγγελλόμενο κράτος την νομοθετική διόρθωση (παράγραφος 89). Μετά τις διαδικασίες “πιλοτικής δίκης” [34]  και τις “Αποφάσεις του άρθρου 46” (ή αλλιώς “οιονεί πιλοτικές αποφάσεις”) [35], το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως έχει εισάγει ένα νέο ένδικο μέσο στην παρούσα απόφαση, που υποδεινύει μια ειδική νομοθετική επίλυση σε ένα κοινωνικό πρόβλημα το οποίο φέρεται ότι δεν έχει ακόμη λυθεί από τον εθνικό νομοθέτη, κατόπιν άμεσης προσφυγής από τους θιγόμενους ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν είναι πια ένας απλός “αρνητικός νομοθέτης”: διεκδικεί τον ρόλο ενός υπερεθνικού “θετικού νομοθέτη” που παρεμβαίνει άμεσα ενόψει μιας υποτιθέμενης νομοθετικής παράλειψης ενός Κράτους μέλους. 

Συμπέρασμα

Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι προσφεύγοντες δεν χρησιμοποίησαν τα ένδικα μέσα που μπορούσαν να είχαν οδηγήσει τα Ελληνικά δικαστήρια να εξετάσουν τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της Σύμβασης. Συνεπώς, το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως του Δικαστηρίου δεν έπρεπε να υπεισέλθει στην ουσία της υππόθεσης, πράγμα που έκανε, σαν να ήταν ένα Ευρωπαϊκό Συνταγματικό Δικαστήριο που ενεργεί ως “θετικός νομοθέτης” κατόπιν άμεσου αιτήματος των ενδιαφερόμενων προσώπων. Ούτε ο Χανς Κέλσεν, ο αρχιτέκτονας του συστήματος του κεντρικού συνταγματικού δικαστικού ελέγχου θα είχε ονειρευτεί ότι θα γινόταν μια μέρα ένα τέτοιο βήμα στην Ευρώπη. 
—————————————————————–
[1] Ο γενικός έλεγχος της “συμβασιμότητας” είναι ο έλεγχος συμβατότητας ενός εθνικού νόμου με την Σύμβαση ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη υπόθεση στην οποία ο νόμος έχει εφαρμοστεί (για την χρήση της λέξης  “συμβασιμότητα” [Σ.τ.Μ.: “conventionality”], βλ. Michaud κατά Γαλλίας, αρ. 12323/11, § 73, ECHR 2012. Για τον γαλλικό όρο “conventionalité”, βλ. Vassis και άλλοι κατά Γαλλίας , αρ. 62736/09, § 36, 27 Ιουνίου 2013.  Kanagaratnam  και άλλοι κατά Βελγίου αρ 15297/09, § 75, 13 Δεκεμβρίου 2011.  Duda κατά Γαλλίας (διάταξη), αρ. 37387/05, 17 Μαρτίου 2009 και  Kart κατά Τουρκίας , αρ. 8917/05, § 83, 8 Ιουλίου 2008).
[2] Αυτό ισχύει μόνο για ατομικές προσφυγές  (βλ. για παράδειγμα de Wilde, Ooms και  Versyp κατά Βελγίου, 18 Ιουνίου 1971, § 22, Συλλογή A αρ. 12.  Findlay κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 25 Φεβρουαρίου 1997, § 67, Reports of Judgments and Decisions 1997-I και  Von Hannover κατά Γερμανίας (αρ. 2) [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 40660/08 and 60641/08, § 116, ΕΔΔΑ 2012). Σε διακρατικές υποθέσεις, ένα Κράτος μπορεί να προσβάλλει μια νομική διάταξη in abstracto, καθώς το άρθρο 33 της Σύμβασης επιτρέπει σε ένα Κράτος μέλος να προσβάλλει “κάθε φερόμενη παραβίαση” των διατάξεων της Σύμβασης από άλλο Κράτος μέλος (βλ. Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου,  18 Ιανουαρίου 1978, § 240, Συλλογή A αρ. 25, και Κύπρος κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως] , αρ. 25781/ 94, § 358, ΕΔΔΑ 2001IV).
[7] Sejdić και Finci κατά Βοσνίας Ερζεγοβίνης [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 27996/06 και  34836/06, §§ 28-29, ΕΔΔΑ 2009.
[8] Klass και άλλοι κατά Γερμανίας, 6 Σεπτεμβρίου 1978, §§ 34-37, Συλλογή A αρ. 28.
[9] Marckx, ό.π., §§ 44-48.
[10] Open Door και Dublin Well Woman κατά Ιρλανδίας, 29 October 1992, § 44, Συλλογή A αρ. 246A.
[11] Sejdić και Finci, ό.π., § 45.
[12] Υπάρχει και μια τρίτη ομάδα εν δυνάμει θυμάτων: εκείνοι που δεν είναι ακόμη θύματα από μια παραβίαση της Σύμβασης,. αλλά θα γίνουν εάν εκτελεστεί μια πολιτειακή πράξη (για παράδειγμα μια διάταξη αποβολής). Τα εν δυνάμει θύματα δεν πρέπει να συγχέονται με τα έμμεσα θύματα, έναν όρο που αναφέρεται σε πρόσωπα που έχουν υποστεί έμμεσες αρνητικές συνέπειες από μια πολιτειακή πράξη ή παράλειψη, όπως μια σύζυγος και τα παιδιά ενός ανθρώπου που σκοτώθηκε από κρατικούς υπαλλήλους. 

[13] Marckx, ό.π., § 27.
[14] Marckx, ό.π., § 27 και πιο πρόσφατα , Sejdić και Finci, ό.π., §§ 28 και 29.  
[16] D.H. και άλλοι κατά Τσέχικης Δημοκρατίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 57325/00, § 184, ΕΔΔΑ 2007-IV. Αντίστροφα, ένας νόμος ή κανονισμός που προβλέπει θετικά μέτρα που είναι αναγκαία για τον τερματισμό ή περιορισμό de facto διακρίσεων από την απόλαυση ενός δικαιώματος της Σύμβασης από κάποια ευπαθή ομάδα ανθρώπων με κοινό χαρακτηριστικό μπορεί επίσης να υποβληθεί σε γενικό έλεγχο από το Δικαστήριο (Stec και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 65731/01 και 65900/01, §§ 61 και 66, ΕΔΔΑ  2006-VI, και  Wintersberger κατά Αυστρίας (διατ.), αρ. 57448/00, 27 Μάη 2003). Καθώς το δικαίωμα απαγόρευσης διακρίσεων εις βάρος της απόλαυσης των δικαιωμάτων που προβλέπονται από την Σύμβαση παραβιάζεται επίσης όταν οι χώρες αποτυγχάνουν να συμπεριφερθούν διαφορετικά σε πρόσωπα που οι ιδιότητές τους διαφοροποιούνται σημαντικά, ένας νόμος ή κανονισμός που δεν παρέχει θετιά μέτρα που επιβάλλονται σε μια περίπτωση πρακτικής ανισότητας μιας ομάδας ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά μπορεί επίσης να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από κάθε προηγούμενη εφαρμοστική πράξη. Η αντίστροφη περίπτωση του νόμου που φέρνει την ανισότητα με την υποβάθμιση της εφαρμογής του δικαιώματος της Σύμβασης σε μια προνομιούχα ομάδα ατόμων με κοινά συγκρίσιμα χατακτηριστικά προς μια άλλη επιβαρυμένη ομάδα ανθρώπων εμπίπτει επίσης στο πεδίο του αφηρημένου ελέγχου του Δικαστηρίου  (Runkee και White κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 42949/98 και 53134/99, §§ 4043, 10 Μάη 2007).
[17] Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει ρητώς εξαιρέσει την έννοια των  αμοιβαίων  υποχρεώσεων όσον αφορά τις Συνθήκες ανθρώπινων δικαιωμάτων  (Επιφυλάξεις στην Σύμβαση για την Γενοκτονία, Γνωμοδότηση: ICJ Reports 1951, σελ. 23, ακολουθούμενη από την  Απόφαση πόφαση  Barcelona Traction, Light and Power Company, Limited, ICJ Reports 1964, σελ. 32, και την Εφαρμογή της Σύμβασης για την Απαγόρευση και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας, Προκαταρκτικές Ενστάσεις, Απόφαση  1CJ Reports 1996, σελ. 20), αφού το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης είχε κρίνει ότι “το ίδιο το αντικείμενο μιας διεθνούς σύμβασης, σύμφωνα με τις προθέσεις των συμβαλλόμενων μερών είναι η θέσπιση από τα μέρη κάποιων απόλυτων κανόνων που ιδρύουν ατομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις και αγώγιμα ενώπιον διεθνών δικαστηρίων” (Δικαιοδοσία των Δικαστηρίων του Danzig, Γνωμοδότηση, 1928, PCIJ, Συλλογή B, No. 15 (3 Μαρτίου 1928), σελ. 17). Το Διαμερικάνικο Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (Γνωμοδότηση αρ. OC-2/82, 24 Σεπτεμβρίου 1982, για τις έννομες συνέπειες των επιφυλάξεων επί της Διαμερικάνικης Σύμβασης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, παρ. 29) και η Επιτροπή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων  (Γενικό Σχόλιο αρ. 24, 2 Νοέμβριος  1994, για τις επιφυλάξεις στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, παρ. 17) έχουν εκφράσει την ίδια άποψη. Πολύ νωρίς, η πρώην Επιτροπή [Σ.τ.Μ.: εννοεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, όργανο ελέγχου εφαρμογής της ΕΣΔΑ που καταργήθηκε το 1998] στην απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1961 στην υπόθεση  Αυστρία κατά Ιταλίας  (no. 788/60), διατύπωσε την ίδια αρχή επιβεβαιώνοντας τον “αντικειμενικό χαρακτήρα” της Σύμβασης (“… οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη στην Σύμβαση είναι ουσιώδεις κι έχουν αντικειμενικό χαρακτήρα, έχοντας σχεδιαστεί περισσότερο για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων κάθε ανθρώπινης ύπαρξης από παραβάσεις εκ μέρους των Υψηλών Συμβαλλόμενων Μερών παρά για την δημιουργία υποκειμενικών και αμοιβαίων δικαιωμάτων για τα ίδια τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Κράτη”). Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε αυτή τη θεωρία και στην Ιρλανδία κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π., § 239).
[18] Αυτή η γενική αρχή του διεθνούς δικαίου που έχει κριθεί ως “αυταπόδεικτη” στην “Ανταλλαγή Ελληνικών και Τούρκικων Πληθυσμών”, Γνωμοδόση, 1925, Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης, Συλλογή  B, Αρ. 10 (21 Φεβρουαρίου 1925), σελ. 20, έχει περιγραφεί από το Δικαστήριο στην Maestri κατά Ιταλίας, αρ.  39748/98, § 47, ΕΔΔΑ 2004I) με τις εξής φράσεις “… απορρέει από την Σύμβαση και από το Άρθρο 1 αυτής ιδίως, ότι κυρώνοντας την Σύμβαση τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι η εσωτερική νομοθεσία τους είναι συμβατή με αυτήν. Συνεπώς, το καταγγελόμενο Κράτος πρέπει να άρει κάθε εμπόδιο από το εσωτερικό νομικό σύστημα που θα απαγόρευε τον προσφεύγοντα να αποκατασταθεί επαρκώς”. 
[19] James και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 21η Φεβρουαρίου 1986, § 85, Συλλογή A αρ. 98.  Roche κατά Ηνωμένου Βασιλείου [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 32555/96, § 137, ΕΔΔΑ 2005-X και ; Paksas κατά Λιθουανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως]  34932/04, § 114, ΕΔΔΑ 2011 (αποσπάσματα).
[20] Πάνω απ' όλα, τα δικαιώματα της Σύμβασης αναγνωρίζονται επίσης από τα Συντάγματα των Συμβαλλόμενων κρατών. Έτσι, μια συνταγματική προσφυγή που ασκείται εναντίον ενός νόμου που παραβιάζει έναν νόμο που παραβιάζει ένα δικαίωμα της Σύμβασης επαρκεί κατά το Άρθρο 13 της Σύμνβασης, ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη ή αφηρημένη, συγκεντρωική ή διάχυτη, κύρια (προληπτική ή κατασταλτική) ή παρεμπίπτουσα μορφή του συνταγματικού ελέγχου της συνταγματικότητας. 
[21] Βλ. Spiliotopoulos, Judicial Remedy of Legislative Acts in Greece, in Temple Law Quarterly, 1983, σελ. 463-502.  Manitakis, Fondement et Legitimité du contrôle juridictionnel des lois en Grèce, in RIDC, 1988, σελ. 39-55. Skouris, Constitutional disputes and judicial review in Greece, in Landfried (ed.), Constitutional Review and Legislation: An International Comparison, 1988, σελ. 177-200. Dagtoglou, Judicial Review of Constitutionality of Laws, in European Review of Public Law, 1989, σελ. 309-327/ Spyropoulos και Fortsakis, Constitutional Law in Greece, 2009, Koutnatzis, Grundlagen und Grundzüge staatlichen Verfassungsrechts: Griechenland, in Bogdandy et al. (eds.), Handbuch Ius Publicum Europeaum, 2007, σελ. 151-215 και  Iliopoulos-Strangas και Koutnatzis, Greece, Constitutional courts as positive legislators, in Brewer-Carias, Constitutional Courts as positive legislators, A comparative law study, 2011, σελ. 539-574.
[22] Βλ. Συμβούλιο της Επικρατείας απόφαση 867/1988 που έκρινε ότι το άρθρο 65 του Ν.Δ. 1400/1973 δεν συμβιβαζόταν με το Άρθρο 12 της Σύμβασης. Συμβούλιο της Επικρατείας απόφαση  1664/2011, που έκρινε ότι το άρθρο  4(3) του Ν.383/1976 παραβίαζε το άρθρο 5 του Συντάγματος. Συμβούλιο της Επικρατείας απόφαση  3103/1997, που έκρινε ότι το άρθρο 25(1)(2) του Ν. 1975/1991 είναι ασυνβίβαστο με την Σύμβαση της Γενεύης της  28 Ιουλίου 1951. ΣτΕ 1501/2012, που έκρινε ότοι ο Ν.2120/1993 παραβιάζει τα άρθρα 4 § 5 και 17 § 1 του Συντάγματος και το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. ΣτΕ  2960/2010 που έκρινε ότι το άρθρο 16 του Ν.2227/1994 δεν τηρεί το άρθρο  7 § 1 της Σύμβασης. Άρειος πάγος απόφαση  982/2010, που έκρινε ότι το άρθρο  13(4) του Ν.2882/2001 παραβιάζει το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. ΑΠ  33/2002, που έκρινε ότι το άρθρο  5(3) του Ν.2246/1994 ήταν αντίθετο με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αρ.  5251/2004 και 16520/2004 έκριναν ότι το άρθρο 107 ΕισΝΑΚ δεν είναι συμβατό με τα άρθρα 11 και 14 της Σύμβασης. Διοικητικό Εφετείο Αθηνών 954/1999, έκρινε ότι το άρθρο  31 του Ν.2470/1997 παραβιάζει το Πρώτο Πρωτόκολλο. Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, απόφαση 748/2011, έκρινε ότι το άρθρο  64 του π.δ.  1400/1973 είναι αντίθετο στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη και την απαγόρευση καταναγκαστικής εργασίας. Πρωτοδικείο Αθηνών αρ. 2377/2007, που έκρινε ότι το άρθρο 30(2) του Ν.2789/2000 είναι ασυμβίβαστο με τα άρθρα 2 και 17 του Συντάγματος και με το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, απόφαση  2250/2008, έκρινε ότι το άρθρο 60 του Ν.2084/1992 παραβιάζει το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου και ΣτΕ  2028/2004, έκρινε ότι το άρθρο  7(1) του Ν.2703/1999 είναι αντίθετο με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο. 
[24] Βλ. άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και άρθρα 57,914 και 932 ΑΚ
[25] Βλ. ΣτΕ  169/2010 και ΔεφΑθ 743/2006, 3928/1992, 409/2007 και  6/2007.
[26] Βλ. για την συνεκτική και ποικίλη νομολογία για την έκταση της διακριτικής μεταχείρισης ομάδων ανθρώπων που υφίστανται διακρίσεις, ακόμη κι όταν ενέχει δημοσιονομικές επιπτώσεις, ΑΠ 1578/2008, 60/2002, 7/1995, 40/1990 and 3/1990, ΣτΕ 3088/2007, 2180/2004 και 1467/1994. ΔεφΑθ 3717/1992 και ΔπρΑθ 10391/1990.
[27] Βλ. ΑΠ 60/2002.
[29] Βλ. χωριστή γνώμη μου στην  Fabris κατά Γαλλίας [Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 16574/08, EΔΔΑ 2013 (αποσπάσματα).
[30] Malone κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 2 Αυγούστου 1984, § 82, Συλλογή A αρ. 82.  X και Y κατά Ολλανδίας, 26 Μαρτίου 1985, § 27, Συλλογή A αρ. 91. Βλ. επίσης πιο πρόσφατα  Viaşu κατά Ρουμανίας αρ. 75951/01, § 83, 9 Δεκεμβρίου 2008. Mandić και  Jović κατά Σλοβενίας, αρ. 5774/10 και  5985/10, § 128, 20 Οκτωβρίου 2011 και Pulatlı κατά Τουρκίας. 38665/07, § 39, 26 Απριλίου 2011. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει τις νομοθετικές εξελίξεις που ακολούθησαν σε αυτές τις φερόμενες παραβιάσεις και επέκρινε την ανεπαρκή φύση αυτών των εξελίξεων (βλ. λ.χ.  Odièvre κατά Γαλλίας [Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 42326/98, §§ 15-17, ΕΔΔΑ 2003III. Bauer  κατά Γερμανίας. 3545/04, § 24, 28 Μάη 2009 και  Dumitru Popescu κατά Ρουμανίας  (αρ. 2), αρ. 71525/01, §§ 82-84, 26 Απριλίου 2007).
[31] Dudgeon, ό.π., §§ 41 και 63.  Johnston και άλλοι, ό.π.  § 42.  Norris, ό.π. § 38 ή  Μανουσάκης και άλλοι κατά Ελλάδας, 26 Σεπτεμβρίου 1996,  §45, Συλλογή 1996IV. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Δικαστήριο εκθέτει με ιδιαίτερη φροντίδα τα νομοθετικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν (Μ. και άλλοι κατά Βουλγαρίας αρ. 41416/08, § 138, 26 Ιουλίου 2011). Μια διοικητική πρακτική όπως η εβδομαδιαία έρευνα σε άτομα χωρίς ρούχα σε φυλακή μπορεί επίσης να επιβάλλει την λήψη γενικών μέτρων  (βλ. Salah κατά Ολλανδίας αρ. 8196/02, §§ 77-79, ΕΔΔΑ 2006-IX (αποσπάσματα)). Δεν πρόκειται για ιδιαιτερότητα του Ευρωπαϊκού συστήματος προστασίας ανθρώπινων δικαιωμάων. Η Επιτροπή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων έχει πρόσφατα συστήσει την νομοθετική μεταβολή στις υποθέσεις Βallantyne, Davidson και McIntyre κατά Καναδά, κοινοποιήσεις αρ. 359/1989 και 385/1989, 31 March 1993, παρ 13, και στην  Toonen κατά Αυστραλίας, κοινοποίηση αρ. 488/1992, 31 Μαρτίου 1994, παρ. 10. Στο Γενικό Σχόλιό της αρ. 24, στις 2 Νοεμβρίου 1994, παρ. 17, η Επιτροπή απέρριψε κάθε εξαίρεση από την υποχρέωση, ως αντιβαίνουσα στον σκοπό και το αντικείμενο του Συμφώνου. 
[32] Ενωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας και άλλοι κατά Τουρκίας , 30 Ιανουαρίου 1998, §§ 29-30, Συλλογή1998I, και πιο ρητά: Dumitru Popescu (αρ. 2), ό.π., § 103. Αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την πρακτική του Δικαστηρίου, αλλά και από την αποδοχή των Κρατών μελών (βλ. συνταγματικές αλλαγές που ακολούθησαν μετά την απόφαση της 27ης Αυγούστου 1991 στην Demicoli κατά Μάλτας, Συλλογή αρ. 210, και το επακολουθήσαν Ψήφισμα DH (95) 211 της 11ης Σεπτεμβρίου 1995. Την απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1992 στην υπόθεση Open Door και Dublin Well Woman κατά Ιρλανδίας, Συλλογή A αρ. 246-A, και το επακολουθήσαν Ψήφισμα DH (96) 368 της 26ης Ιουνίου 1996 και την απόφαση της  23ης Οκτωβρίου 1995 στην υπόθεση  Palaoro κατά Αυστρίας, Συλλογή A αρ. 329-B, και το επακολουθήσαν Ψήφισμα DH (96) 150 της 15ης Μάη 1996).
[33] Το ίδιο το γεγονός ότι μπορεί να υπήρχαν αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα του μέσου δεν είναι ικανός λόγος για να μην ασκηθεί  (Akdivar και άλλοι κατά Τουρκίας, 16 Σεπτεμβρίου  1996, § 71, Συλλογή 1996-IV).
[34] Βλ. την ριζοσπαστική υπόθεση  Broniowski κατά Πολωνίας ([Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 31443/96, ΕΔΔΑ 2004V), που βασίζεται στην “δυσλειτουργία της Πολωνικής νομοθεσίας και της διοικητικής πρακτικής”. Αυτή η διαδικασία προβλέπεται από το άρθρο 61 του Κανονισμού του Δικαστηρίου. Πρόσφατα στην Ananyev και άλλοι κατά Ρωσίας  (αρ. 42525/07 και 60800/08, 10 Ιανουαρίου 2012, §§ 191-240 και σημείο 7 του εκτελεστικού μέρους), το Δικαστήριο επέκτεινε τις δυνατότητες αυτής της νέας διαδικασίας ακόμη περαιτέρω διατάσσοντας το καταγγελλόμενο κράτος να παρουσιάσει εντός έξι μηνών ένα σχέδιο δράσης που θα εφαρμόζει έναν μακρύ κατάλογο προληπτικών και αποζημιωτικών μέτρων που ορίζονται από το Δικαστήριο. 
[35] Στις “οιονεί πιλοτικές αποφάσεις”, το Δικαστήριο καταδεικνύει συστηματικά προβλήματα του εθνικού νομικού συστήματος ή της εθνικής πρακτικής που μπορεί να αποτελέσουν πηγή μιας επαναλαμβανόμενης παραβίασης της Σύμβασης, αλλά δεν περιγράφει γενικά μέτρα στο εκτελεστικό μέρος της απόφασης, κανονικά. Σε κάποιες υποθέσεις, το Δικαστήριο έχει φτάσει μέχρι του σημείου να περιλάβει αυτές τις υποχρεώσεις στο εκτελεστικό μέρος της απόφασης, χωρίς να αναφέρει την πιλοτική φύση της απόφσης (βλ. για παράδειγμα  Lukenda κατά Σλοβενίας αρ. 23032/02, § 98,ΕΔΔΑ 2005X, και Xenides-Zarestis κατά Τουρκίας αρ. 46347/99, § 40, 22 Δεκεμβρίου 2005). Σε άλλες υποθέσεις, η υποχρέωση έχει περιληφθεί μόνο στο σκεπτικό της απόφασης, χωρίς αναφορά στο εκτελεστικό μέρος της (βλ. για παράδειγμα  Hasan και Eylem Zengin κατά Τουρκίας αρ. 1448/04, § 84, 9 Οκτωβρίου 2007 και Manole και άλλοι κατά Μολδαβίας αρ. 13936/02, § 117, ΕΔΔΑ 2009 (αποσπάσματα)). Το Δικαστήριο επίσης έθεσε προθεσμία για την θέσπιση αναγκαίων μέτρων (βλ. Xenides-Arestis, ό.π., § 40, και Burdov κατά Ρωσίας  (αρ. 2), αρ. 33509/04, § 141, ΕΔΔΑ 2009), ή επιβεβαίωσε ότι το “επείγον” τους (βλ. Ramadhi και αλλοι κατά Αλβανίας αρ. 38222/02, § 94, 13 Νοεμβρίου 2007). Σε μια υπόθεση, το Δικαστήριο κήρυξε επίσης αναδρομικά ως “πιλοτική” μια απόφαση που είχε επιπτώσεις στο παραδεκτό μιας άλλης προσφυγής (βλ.  İçyer κατά Τουρκίας (απόφ.), αρ. 18888/02, § 67,ΕΔΔΑ 2006I, αναφερόμενηστην Doğan και άλλοι κατά Τουρκίας, αρ.  88038811/028813/και  8815-8819/02, ΕΔΔΑ 2004VI (αποσπ.)).   
Καταχώρηση: 11-11-2013     Κατηγορία: ΑΡΧΙΚΗ Θεμελιώδη δικαιώματα     Λέξεις-Κλειδιά: δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή • οικογενειακό δίκαιο • ομοφυλόφιλοι • σύμφωνο συμβίωσης
Post navigation
 Η καθιέρωση ανώτατου ορίου συνολικής βουλευτικής θητείας και η ενίσχυση της δημοκρατικής αρχήςLoves’ Labour’s Lost: fighting austerity and crisis with obiter dicta. A gloss on the expediency of constitutional justice in times of crisis 

One thought on “ΕΔΔΑ, Υπόθεση Βαλλιανάτος κ.α. κατά Ελλάδας (Προσφυγές αρ. 29381/09 και 32684/09)

  1. editor1 Post authorNovember 11, 2013
    Βασίλης Σωτηρόπουλος
    Σχόλια :
    1. Από το ίδιο το σκεπτικό της απόφασης, αλλά και από το πλέγμα των διατάξεων της ΕΣΔΑ, η Ελλάδα πρέπει να τροποποιήσει τον Ν.3719/2008 ώστε να περιλαμβάνει και τα ομόφυλα ζευγάρια. Η παρακολούθηση της εφαρμογής της απόφασης είναι αποστολή της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης.
    2. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει αποτελεσματικό ένδικο μέσο για τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα, όταν ο πολίτης θίγεται απευθείας από την νομοθετική διάταξη. Ακόμη κι ο δικαστής που μειοψήφισε, λέγοντας ότι έπρεπε η υπόθεση να έχει κριθεί στα Ελληνικά δικαστήρια, δεν μας λέει ποιο Ελληνικό δικαστήριο μπορούσε να δικάσει αγωγή εναντίον ΝΟΜΟΥ, όταν δεν παρεμβάλλεται κάποια διοικητική πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια που προσωποποιεί τα αρνητικά αποτελέσματα στον εκάστοτε προσφεύγοντα. Το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ όπως δέχθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν είναι αποτελεσματικό (το έχει πει και στην υπόθεση Σαμπάνης κατά Ελλάδας). Επιβεβαιώνεται λοιπόν ένα σοβαρό κενό στην επίλυση των συνταγματικών διαφορών κατά το εθνικό μας δίκαιο. Ένα κενό που θα λυνόταν με την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου και την πρόβλεψη ατομικής συνταγματικής προσφυγής, ως δυνατότητα που δεν αφαιρεί όμως και τον διάχυτο και παρεμπίπτοντα έλεγχο συνταγματικότητας από όλα τα υπόλοιπα δικαστήρια.
    3. Η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής είχαν εγκαίρως επισημάνει και τεκμηριώσει ότι ο Ν.3719/2008 για το σύμφωνο συμβίωσης είναι αντίθετος στα άρθρα 14 και 8 της ΕΣΔΑ. Ουδείς αρμόδιος τους έλαβε υπόψη. Αυτό θα πρέπει να προβληματίσει πάρα πολύ, τόσο για τις ευθύνες των κυβερνώντων όλα αυτά τα χρόνια, όσο και για τον σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύεται στις γνωμοδοτήσεις της ΕΕΔΑ και του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής.
    4. Το σύμφωνο συμβίωσης έχει προβλήματα ακόμη και όπως ισχύει σήμερα. Δεν προβλέπεται το δικαίωμα από κοινού τεκνοθεσίας και δεν υπάρχει κοινωνικοασφαλιστική και φορολογική διαρρύθμιση των ανθρώπων που το έχουν συνάψει. Αυτό πρέπει να αλλάξει γιατί μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο και άλλων καταδικών στο μέλλον.
    5. Το σύμφωνο συμβίωσης δεν είναι πολιτικός γάμος. Ακόμη κι αν αναγνωριστεί για τα ομόφυλα ζευγάρια, η πλήρης ισότητα αφορά το δικαίωμά τους αν επιλέγουν μεταξύ συμφώνου συμβίωσης και πολιτικού γάμου, ακριβώς όπως και τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δικαστήριο του Κονέτικατ στις ΗΠΑ έκρινε ότι η πρόβλεψη μόνο συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια, ακόμη κι αν προβλέπει όλα τα δικαιώματα του γάμου, δεν είναι γάμος, αλλά έτερος θεσμός που δεν διαθέτει την κοινωνική και πολιτισμική βαρύτητα και σημασία του θεσμού του γάμου. Επομένως ακόμα και με σύμφωνο συμβίωσης με πλήρη δικαιώματα, τα ομόφυλα ζευγάρια πρέπει να έχουν δικαίωμα να συνάψουν και γάμο.
    6. Το ΕΔΔΑ έχει απορρίψει τα τελευταία χρόνια διάφορα δικαιώματα που επικαλούνται άτομα ή ζευγάρια (τεκνοθεσία του βιολογικού τέκνου από την σύντροφο της μητέρας, επέκταση του δικαιώματος γάμου σε ομόφυλα ζευγάρια). Αυτή η απόφαση είναι σημαντική γιατί εισάγει μια νέα αρχή: άπαξ και προβλέπεται ένας θεσμός οικογενειακού δικαίου πρέπει να προβλέπεται για όλους, χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Εκκρεμεί ακόμη στο ΕΔΔΑ η απόφαση για τον πολιτικό γάμο στην Γαλλία (η οποία βεβαια στο μεταξύ επέτρεψε σε ομόφυλα ζευγάρια με νόμο το δικαίωμα στο γάμο), η οποία θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως εξέλιξη. Σημειωτέον ότι εκείνη η προσφυγή υποβλήθηκε το 2007, δύο χρόνια πριν την προσφυγή του ελληνικού συμφώνου συμβίωσης (2009) κι ακόμη δεν έχει εκδοθεί απόφαση.

ΕΔΔΑ: Η εφαρμογή από τα εθνικά δικαστήρια των διατάξεων που προβλέπουν διετή παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατά των εν λόγω νομικών προσώπων (άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 497/1974), δεν παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.,

αναρτήθηκε στις 29 Μαρ 2014, 2:13 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/10/48-3-4971974-1.html

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Με την από 3-10-2013 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), επί της προσφυγής Γιαβή κατά Ελλάδας (αριθμ. προσφ. 25816/09) έγινε δεκτό ότι η εφαρμογή από τα εθνικά δικαστήρια των διατάξεων που προβλέπουν διετή παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατά των εν λόγω νομικών προσώπων (άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 497/1974), δεν
παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που εγγυάται το δικαίωμα στην περιουσία, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Ε.Σ.Δ.Α., που απαγορεύει τις διακρίσεις. Ειδικότερα, το Ε.Δ.Δ.Α. έλαβε υπόψη του τις κρίσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, αναφορικά με το δημόσιο συμφέρον που εξυπηρετούν οι διατάξεις που καθιερώνουν διετή παραγραφή των αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων και των ν.π.δ.δ. (βλ. ιδίως παρ. 48 της απόφασης) Περαιτέρω, το Ε.Δ.Δ.Α έκρινε ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η Κυβέρνηση δείχνουν τον απρόβλεπτο χαρακτήρα που θα μπορούσαν να έχουν, για τα νομικά πρόσωπα, αξιώσεις που ασκούνται πολλά χρόνια μετά τη γέννησή τους, καθώς και τις αρνητικές επιπτώσεις τέτοιων αξιώσεων στον προϋπολογισμό τους (βλ. ιδίως παρ. 49 της απόφασης). Το Ε.Δ.Δ.Α. σημείωσε ότι η ρύθμιση του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 497/1974 δεν συνιστά μία εξαίρεση στο αστικό ή το εργατικό δίκαιο, αλλά μία ρύθμιση που αφορά μία μεγάλη κατηγορία αξιώσεων σε ολόκληρη την κλίμακα της δημόσιας υπηρεσίας. Έλαβε, επίσης, υπόψη την ειδική κατάσταση και το διαφορετικό νομικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων σε σχέση με αυτούς του ιδιωτικού τομέα, σημειώνοντας και τη σχετική κρίση του Α.Ε.Δ. (βλ. ιδίως παρ. 50 της απόφασης). To E.Δ.Δ.Α. δέχθηκε ότι μία διετής προθεσμία παραγραφής δεν περιορίζει υπερβολικά τη δυνατότητα για τους δημοσίους υπαλλήλους να διεκδικήσουν δικαστικά τους μισθούς και τα επιδόματα που τους οφείλονται από τη Διοίκηση (βλ. παρ. 51 της απόφασης). Τέλος, αναφορικά με το ζήτημα της διαφοροποίησης της μεταχείρισης μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων από το ένα μέρος και των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, καθώς και των υπολοίπων δανειστών του Κράτους από το άλλο, το Ε.Δ.Δ.Α. δέχθηκε ότι πρόκειται για μη συγκρίσιμες καταστάσεις (βλ. ιδίως παρ. 52 της απόφασης). Υπό το φως των ανωτέρω, το Ε.Δ.Δ.Α. διαπίστωσε ότι η εφαρμογή της ανωτέρω διετούς παραγραφής από τα εθνικά δικαστήρια δεν διέσπασε τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας της περιουσίας και των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος (βλ. παρ. 53 της απόφασης), καταλήγοντας σε αντίθετη κρίση από την προγενέστερη απόφαση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας Νο 2 (αριθμ. προσφ.36963/06, της 25-6-2009), με την οποία είχε διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου, από την εφαρμογή της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/95 διετούς παραγραφής. Η ανωτέρω απόφαση βρίσκεται δημοσιευμένη στο site του ΕΔΔΑ, στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

Καταστροφική για το ελεύθερο Διαδίκτυο απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

αναρτήθηκε στις 29 Μαρ 2014, 1:59 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_2032.html

Με την απόφαση Delfi As κατά Εσθονίας που δημοσίευσε χτες το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι ο ιδιοκτήτης ιστοσελίδας ευθύνεται για τα σχόλια ανωνύμων σχολιαστών, παρόλο που μπορεί να έχει λάβει τα μέτρα για την ειδοποίησή του από κάθε θιγόμενο.


Πρόκειται για μια ευθεία παραβίαση της αρχής της έλλειψης προληπτικής ευθύνης που έχει καθιερωθεί στο κοινοτικό - ευρωενωσιακό δίκαιο με την Οδηγία 2000/31/ΕΚ και αντίστοιχα νομοθετήματα στις ΗΠΑ. Η λογική είναι πολύ απλή: όποιος φιλοξενεί σχόλια τρίτων που αναρτώνται ελεύθερα, δεν μπορεί να έχει ευθύνη για προληπτικό έλεγχο, αλλά οφείλει να αποσύρει ταχέως το παράνομο υλικό, όταν περιέλθει σε γνώση του. Αλλιώς, δεν έχουμε Web 2.0, δεν έχουμε Facebook, δεν έχουμε YouTube, δεν έχουμε Blogger.com: όλες οι αυτές οι εταιρίες θα έπρεπε να ελέγχουν μία προς μία τις αναρτήσεις από κάθε χρήστη, πριν επιτρέψουν την δημοσιοποίησή τους, όπερ άτοπον.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ

ΕΔΔΑ: ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ (Ιωάννα ΚΟΥΦΑΚΗ κατά Ελλάδας και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας)

αναρτήθηκε στις 23 Ιουλ 2013, 1:26 μ.μ. από το χρήστη dikastis gr

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/06/blog-post_8340.html

LINK


ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Προσφυγές αριθ. 57665/12 και 57657/12
Ιωάννα ΚΟΥΦΑΚΗ κατά Ελλάδας και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας στις 7 Μαΐου 2013 σε τμήμα αποτελούμενο από τους:

Isabelle Berro-Lefèvre, πρόεδρο,
Mirjana Lazarova Trajkovska,
Julia Laffranque,
Λινό-Αλέξανδρο Σισιλιάνο,
Erik Møse,
Ksenija Turković,
Dmitry Dedov, δικαστές,
και τον André Wampach, αναπληρωτή γραμματέα τμήματος.
Λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερόμενες προσφυγές που κατατέθηκαν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 31 Αυγούστου 2012,
Αφού διασκέφθηκε, εκδίδει την ακόλουθη απόφαση:
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ

.....


34. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι περιορισμοί που εισήγαγαν οι επίδικοι νόμοι δεν μπορούν να θεωρηθούν «στέρηση περιουσίας», όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, αλλά επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος στον σεβασμό της περιουσίας υπό την έννοια της πρώτης φράσης της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ.1 (Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας, αριθ. 60669/00, § 40, CEDH 2004-IX, προαναφερόμενη απόφαση Wieczorek, § 61, Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας, αριθ. 2033/04, 19125/04, 19475/04, 19490/04, 19495/04, 19497/04, 24729/04, 171/05 και 2041/05, § 88, 25 Οκτωβρίου 2011, καθώς και, mutatis mutandis, Maurice κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 11810/03, §§ 67-71 και 79, CEDH 2005-IX, Draon κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 1513/03, §§ 70-72, 6 Οκτωβρίου 2005 και Hasani κατά Κροατίας (déc.), αριθ. 20844/09, 30 Σεπτεμβρίου 2010).
35. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η επέμβαση προβλεπόταν από το νόμο, ήτοι τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010.
36. Προκειμένου να εκτιμήσει τον χαρακτήρα δημοσίας ωφελείας των επίδικων μέτρων, το Δικαστήριο προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στην εισαγωγική έκθεση του νόμου 3833/2010 καθώς και στο σκεπτικό της απόφασης αριθ. 668/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας.
37. Το Δικαστήριο σημειώνει καταρχήν ότι η λήψη των επίδικων μέτρων αιτιολογείτο από την ύπαρξη μίας έκτακτης και πρωτοφανούς κρίσης στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας. Όπως υπογραμμίζεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 3833/2010, πρόκειται για τη «μεγαλύτερη δημοσιονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών», κρίση η οποία έχει «κλονίσει την αξιοπιστία της Χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλεί σοβαρά την Εθνική Οικονομία». Η έκθεση ανέφερε ότι η έξοδος από την κρίση συνιστούσε «ιστορική ευθύνη και εθνικό χρέος» και ότι η Ελλάδα είχε δεσμευτεί να «επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα» (πιο πάνω παράγραφος 17).
38. Το Συμβούλιο της Επικρατείας επεσήμανε επιπλέον, στην απόφασή του αριθ. 668/2012, ότι η μείωση των αποδοχών, επιδομάτων, αμοιβών και συνταξιοδοτικών παροχών όσων εργάζονται στο δημόσιο τομέα, η οποία αποφασίσθηκε με τους προαναφερόμενους νόμους, αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προωθήσεως διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπούσε τόσο στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως. Οι σκοποί αυτοί ήταν δημοσίου συμφέροντος και αποτελούσαν σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εν όψει της καθιερουμένης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υποχρεώσεως δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφαλίσεως της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ. Τα μέτρα δε αυτά, λόγω της φύσεώς τους, συνέβαλλαν στην άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών (πιο πάνω παράγραφος 12).
39. Ως προς τούτο, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η έννοια της «δημόσιας ωφελείας» είναι από τη φύση της ευρεία. Όπως έχει ήδη επισημάνει, η απόφαση θέσπισης νόμων για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ δημοσίων δαπανών και εσόδων συνεπάγεται συνήθως μία εξέταση πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων και ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλη ελευθερία επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Το Δικαστήριο σέβεται ως εκ τούτου τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την επιτακτική ανάγκη της «δημοσίας ωφελείας», υπό την προϋπόθεση ότι η κρίση του δεν στερείται προδήλως εύλογης βάσης (προαναφερόμενη απόφαση Jahn και λοιποί, § 91, Zvolský και Zvolská κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, αριθ. 46129/99, § 67 in fine, CEDH 2002-IX και προαναφερόμενη απόφαση Mihaieş et Senteş, § 19). Όταν διακυβεύονται ζητήματα γενικής πολιτικής, επί των οποίων μπορούν εύλογα να υφίστανται βαθιές αποκλίσεις σε ένα δημοκρατικό Κράτος, συντρέχει λόγος απόδοσης ιδιαίτερης σημασίας στον ρόλο του εθνικού φορέα λήψης αποφάσεων (James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1986, série A no. 98, σελ.32, § 46, καθώς και προαναφερόμενη απόφαση Valkov και λοιποί, § 92).
40. Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι πέραν των μισθολογικής φύσεως μέτρων που προβλέπουν οι νόμοι 3833/2010 και 3845/2010, και άλλα μέτρα είχαν εισαχθεί με άλλους νόμους με σκοπό, μεταξύ άλλων, την αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, την αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και συνταξιοδότησης των δημοσίων υπαλλήλων, την αναθεώρηση των διαδικασιών επαλήθευσης και ελέγχου των δημοσίων οικονομικών, το άνοιγμα ορισμένων κλειστών επαγγελμάτων και την εξυγίανση των δημοσίων επιχειρήσεων.
41. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει ότι αποφασίζοντας τη μείωση των αποδοχών και συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων, ο νομοθέτης εξυπηρετούσε σκοπό δημοσίας ωφελείας.
42. Απομένει να κριθεί αν εν προκειμένω διατηρήθηκε μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινότητας και της επιτακτικής ανάγκης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων της πρώτης προσφεύγουσας και των μελών της δεύτερης προσφεύγουσας.
43. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο νόμος 3833/2010 μείωσε κατά 12% τις αποδοχές και συνταξιοδοτικές παροχές όλων όσων εργάζονταν ή είχαν εργαστεί στο δημόσιο τομέα. Ο νόμος 3845/2010, ο οποίος ψηφίσθηκε δύο μήνες αργότερα, μείωσε κατά 8% επιπλέον τις αποδοχές και συνταξιοδοτικές παροχές και όρισε το ύψος των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας σε 500, 250 και 250 ευρώ αντίστοιχα, υπό την προϋπόθεση το συνολικό ποσό που λαμβάνεται μηνιαίως να μην υπερβαίνει τα 3.000 ευρώ. Τα προβλεπόμενα από το νόμο 3845/2010 μέτρα κρίθηκαν αναγκαία από το νομοθέτη, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι αυτά που είχαν ληφθεί προγενέστερα με το νόμο 3833/2010 είχαν αποδειχθεί ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της δεινής οικονομικής κατάστασης της χώρας.
44. Το Δικαστήριο αποδίδει επίσης ιδιαίτερο βάρος στο σκεπτικό του Συμβουλίου της Επικρατείας το οποίο, στην από 20 Φεβρουαρίου 2012 απόφασή του, απέρριψε πολυάριθμους λόγους που έλκονταν από δήθεν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από τα επίδικα μέτρα. Ειδικότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η απουσία αμιγώς προσωρινού χαρακτήρα για τη μείωση των αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών ήταν αιτιολογημένη διότι σκοπός του νομοθέτη ήταν όχι μόνο να αντιμετωπίσει την οξεία δημοσιονομική κρίση της παρούσης στιγμής, αλλά ομοίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά κατά τρόπο μόνιμο. Αναφέρθηκε επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου επί υποθέσεων μείωσης αποδοχών ή συντάξεων, μείωση στην οποία προέβησαν πολυάριθμα Κράτη μέσα στο ίδιο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης. Παρατήρησε επιπλέον ότι οι ενώπιόν του αιτούντες δεν είχαν υποστηρίξει με σαφή τρόπο ότι η κατάστασή τους είχε επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που να κινδυνεύει η ίδια η διαβίωσή τους.45. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η πρώτη προσφεύγουσα παρείχε λεπτομερείς πληροφορίες επί των εισοδημάτων της πριν από τη θέση σε ισχύ των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, μετά τη θέση σε ισχύ, καθώς και μετά από τη νέα διοικητική απόφαση που ελήφθη δυνάμει του νόμου 4024/2011. Πέρασε έτσι από ένα καθαρό μισθό 2.435,83 ευρώ σε έναν καθαρό μισθό 1.885,79 ευρώ (πιο πάνω παράγραφοι 9 και 13).
46. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η μείωση του μισθού της πρώτης προσφεύγουσας δεν είναι τέτοιου βαθμού που να θέτει την προσφεύγουσα αντιμέτωπη με δυσκολίες διαβίωσης ασύμβατες προς το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ.1. Ενόψει των ανωτέρω και του ειδικότερου πλαισίου της κρίσης, η επίδικη επέμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θέτει ένα υπερβολικό βάρος στην προσφεύγουσα.
47. Ως προς την αναλογικότητα των επίδικων μέτρων σε ό,τι αφορά τους μισθούς και τις συντάξεις των μελών της δεύτερης προσφεύγουσας, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να παραπέμψει στο ίδιο το κείμενο του μνημονίου. Σύμφωνα με αυτό, αφενός, η κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης αντισταθμίζεται, για όσους λαμβάνουν λιγότερα από 2.500 ευρώ μηνιαίως, με τη δημιουργία ενός ενιαίου ετήσιου επιδόματος 800 ευρώ. Αφετέρου, αν και η καταβολή του 13ου και 14ου μισθού καταργείται για όλους τους μισθωτούς, προβλέπεται ένα ενιαίο ετήσιο επίδομα 1.000 ευρώ, το οποίο χρηματοδοτείται από την περικοπή των επιδομάτων των υψηλόμισθων. Το επίδομα αυτό δημιουργήθηκε για την προστασία των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων του πληθυσμού (τα άτομα που λαμβάνουν λιγότερα από 3.000 ευρώ μηνιαίως) (πιο πάνω παράγραφος 6).
48. Ως προς τις εναλλακτικές λύσεις, τυχόν ύπαρξή τους δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη νομοθεσία. Στο μέτρο που ο νομοθέτης δεν παραβιάζει τα όρια της διακριτικής ευχέρειάς του, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να κρίνει αν επέλεξε τον καλύτερο τρόπο για να χειριστεί το πρόβλημα ή αν έπρεπε να έχει ασκήσει με διαφορετικό τρόπο την εξουσία του (προαναφερόμενη απόφαση James και λοιποί, § 51, και J.A. Pye (Oxford) Ltd κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 44302/02, § 45, 15 Νοεμβρίου 2002).
49. Συνεπώς, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αιτίαση που σχετίζεται με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ.1 είναι προδήλως αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί κατ’εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3α) και 4 της Σύμβασης.
50. Σε ό,τι αφορά τις αιτιάσεις που έλκονται από τα άρθρα 6, 8, 13, 14 και 17 της Σύμβασης και τις οποίες προβάλλει η δεύτερη προσφεύγουσα, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του, και στο μέτρο που είναι αρμόδιο να κρίνει τους διατυπωθέντες ισχυρισμούς, το Δικαστήριο δε διακρίνει καμία ένδειξη παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυώνται αυτά τα άρθρα. Το Δικαστήριο καταλήγει λοιπόν ότι αυτό το τμήμα της προσφυγής είναι προδήλως αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί κατ’εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3α) και 4 της Σύμβασης.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο, ομόφωνα,
Συνενώνει τις προσφυγές,
Κηρύσσει τις προσφυγές απαράδεκτες.
André Wampach Isabelle Bello-Lefèvre
Αναπληρωτής Γραμματέας Πρόεδρος
Ακριβής μετάφραση του συνημμένου εγγράφου από τα γαλλικά.
Αθήνα, 3 Ιουνίου 2013.
Ο μεταφραστής
Αλέξανδρος Πετρουτσόπουλος

ΕΔΑΔ: Αναγνώρισε σε ομοφυλόφιλη το δικαίωμα υιοθεσίας του τέκνου της συντρόφου της

αναρτήθηκε στις 14 Μαρ 2013, 12:20 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013





Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι, σε περίπτωση ενός ομόφυλου ζεύγους, η άρνηση αναγνώρισης του δικαιώματος του ενός για υιοθεσία τέκνου του άλλου συνιστά διακριτική μεταχείριση σε σχέση με ένα ετερόφυλο ζεύγος.



Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με απόφασή του, έκρινε ότι, σε περίπτωση ενός ομόφυλου ζεύγους, η άρνηση αναγνώρισης του δικαιώματος του ενός για υιοθεσία τέκνου του άλλου συνιστά διακριτική μεταχείριση σε σχέση με ένα ετερόφυλο ζεύγος.

Πιο συγκεκριμένα, η Ολομέλεια του ΕΔΑΔ έκρινε [Link] κατά πλειοψηφία ότι, εν προκειμένω, παραβιάζεται το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με το οποίο προβλέπεται απαγόρευση των διακρίσεων καθώς και το άρθρο 8, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.
Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, οι προσφεύγουσες είναι δύο γυναίκες, οι οποίες διατηρούν σταθερή σχέση και ζουν στην Αυστρία μαζί με το τέκνο, το οποίο έχει αποκτήσει η μια εξ αυτών από προηγούμενο γάμο της. Η σύντροφος της βιολογικής μητέρας κατέθεσε αίτηση υιοθεσίας του τέκνου ενώπιον της αυστριακής δικαιοσύνης. Το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι μια υιοθεσία τέτοιου είδους θα προκαλούσε διαταραχή στις σχέσεις του τέκνου με τους φυσικούς του γονείς και κυρίως, με τον πατέρα του ενώ κρίθηκε ότι δεν είναι απαραίτητη η υιοθεσία δεδομένου ότι το τέκνο διατηρεί σχέσεις και με τους δύο γονείς.
Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η διαμορφωθείσα σχέση των δύο γυναικών και του τέκνου εμπίπτει στο εφαρμοστικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, με την οποία κατοχυρώνεται η προστασία της οικογενειακής ζωής. Πιο αναλυτικά, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι προσφεύγουσες βρίσκονται σε παρόμοια θέση μ’ ένα ετερόφυλο ζευγάρι, το οποίο δεν έχει προχωρήσει σε σύναψη γάμου και ο ένας επιθυμεί να υιοθετήσει τέκνο του άλλου. Επίσης στην απόφαση σημειώνεται ότι, εφόσον στην περίπτωση ενός ετερόφυλου ζεύγους, θα εξεταζόταν το συμφέρον του τέκνου για να γίνει δεκτή ή όχι η υιοθεσία, το ίδιο έπρεπε να συμβεί και στην υπό κρίση υπόθεση. Παρ’ όλα αυτά, τα αυστριακά δικαστήρια δεν εξέτασαν το συμφέρον του τέκνου αλλά παρέμειναν πιστά στο γράμμα του νόμου, το οποίο όταν κάνει λόγο για «γονείς» εννοεί άτομα διαφορετικού φύλου.
Επίσης, η αυστριακή κυβέρνηση, σύμφωνα με την απόφαση, δεν παρουσίασε επαρκή στοιχεία, από τα οποία να προκύπτουν οι αρνητικές επιπτώσεις της υιοθεσίας στην ανάπτυξη και τη διαπαιδαγώγηση του τέκνου.
Το ΕΔΑΔ κατέληξε υποστηρίζοντας ότι η αυστριακή πλευρά δε δικαιολόγησε επαρκώς την απόρριψη της αίτησης υιοθεσίας, τη στιγμή μάλιστα που ανάλογο δικαίωμα αναγνωρίζεται σε ετερόφυλα ζεύγη, τα οποία δεν έχουν τελέσει γάμο. Συνεπώς, δέχθηκε ότι παραβιάζονται διατάξεις της ΕΣΔΑ και υποχρέωσε την αυστριακή κυβέρνηση να καταβάλει στις προσφεύγουσες 10.000 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη και 28.420 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.

http://www.lawnet.gr/news/edad-anagnorise-se-omofulofili-to-dikaioma-uio8esias-tou-teknou-tis-suntrofou-tis-28887.htmll

ΕΔΑΔ: Αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος τέκνου γεννημένου εκτός γάμου παρά την αντίθετη εθνική νομοθεσία

αναρτήθηκε στις 14 Φεβ 2013, 9:52 π.μ. από το χρήστη dikastis gr   [ ενημερώθηκε 14 Φεβ 2013, 9:53 π.μ. ]

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013


Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εκδικάζοντας την προσφυγή του H. Fabris κατά της Γαλλίας έκρινε ότι η άρνηση αναγνώρισης κληρονομικού δικαιώματος σε τέκνο γεννημένο εκτός γάμου παραβιάζει το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με το οποίο προβλέπεται απαγόρευση των διακρίσεων και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα προστασίας της ιδιοκτησίας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1943 από εξωσυζυγική σχέση της μητέρας του. Η τελευταία ήταν ήδη παντρεμένη και είχε δύο νόμιμα τέκνα. Το 1970, εκείνη και ο σύζυγός της, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, παραχώρησαν την περιουσία τους στους νόμιμους κληρονόμους. Μετά το θάνατο της μητέρας του, ο ίδιος θέλησε να διεκδικήσει τη νόμιμη μοίρα του από τη μητρική περιουσία βάσει νόμου του 2001, με τον οποίο προβλεπόταν ότι τα τέκνα γεννημένα εκτός γάμου έχουν τα ίδια κληρονομικά δικαιώματα με τα νόμιμα τέκνα. Τα γαλλικά δικαστήρια απέρριψαν την προσφυγή του καθώς δεν προβλέπεται αναδρομική ισχύς του νόμου και συνεπώς, το εφαρμοστικό του πεδίο δεν μπορούσε να επεκταθεί σε πράξεις προγενέστερου χρόνου από την έκδοσή του.
Συνεπώς, με δεδομένο ότι η μητέρα του είχε αποβιώσει το 1994, ο H. Fabris δεν μπορούσε να τύχει των ευνοϊκών διατάξεων του γαλλικού νόμου. Έχοντας εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα, ο H. Fabris προσέφυγε το 2008 στο ΕΔΑΔ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με απόφασή του, έκρινε ότι δεν παραβιάζονται διατάξεις της ΕΣΔΑ καθώς η διαφορετική νομική μεταχείριση είναι δικαιολογημένη και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Παρ’ όλα αυτά, ο H. Fabris ζήτησε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 43 της ΕΣΔΑ, να εξεταστεί η υπόθεση από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, με απόφασή του , διευκρίνισε ότι στόχος είναι να διαπιστωθεί κατά πόσο η γαλλική νομοθεσία και η επιβληθείσα διαφορετική μεταχείριση είναι σύμφωνες με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ και εξυπηρετούν ένα θεμιτό σκοπό. Ο αναθεωρημένος νόμος του 2001 και η μη αναδρομική ισχύς του, διαπιστώθηκε ότι αποσκοπούν στην ασφάλεια του δικαίου, σκοπός ο οποίος θεωρείται νόμιμος και δικαιολογεί τη διακριτική νομική μεταχείριση. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξέτασε αν η σχετική νομοθετική ρύθμιση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Εν προκειμένω, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η προστασία των κληρονομικών δικαιωμάτων των δύο νόμιμων τέκνων δε θεωρείται επαρκής λόγος για να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό του H. Fabris από την περιουσία της μητέρας του. Κατέληξε μάλιστα επισημαίνοντας ότι δεν τηρείται η σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στο μέσο και στον επιδιωκόμενο σκοπό και συνεπώς, δεν υφίσταται αντικειμενικός λόγος δικαιολόγησης της επιβληθείσας διαφορετικής μεταχείρισης των τέκνων. Το ΕΔΑΔ αναγνώρισε παραβίαση της διάταξης του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αλλά δεν όρισε το ακριβές ποσό της αποζημίωσης του προσφεύγοντος και επιφυλάχθηκε να το ανακοινώσει σε μεταγενέστερο στάδιο.

http://www.lawnet.gr/news/edad-anagnorisi-klironomikou-dikaiomatos-teknou-gennimenou-ektos-gamou-para-tin-anti8eti-e8niki-nomo8esia-28798.html

==============
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

"Εξαιρετικό έτος για το ΕΔΑΔ το 2012",

αναρτήθηκε στις 5 Φεβ 2013, 10:05 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/01/2012_29.html



Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Dean Spielmann, στο πλαίσιο της προχθεσινής ετήσιας συνέντευξης τύπου, παρουσίασε στατιστικά στοιχεία και δεδομένα για τις εργασίες του ΕΔΑΔ το 2012.
27/01/2013 23:33   
Ο D. Spielmann επεσήμανε ότι στις αρχές του έτους εκκρεμούσαν περισσότερες από 150.000 προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου και για πρώτη φορά, στον ετήσιο απολογισμό διαπιστώθηκε μείωση του σχετικού ποσοστού κατά 16%. Ο αξιοσημείωτος περιορισμός των εκκρεμουσών υποθέσεων επετεύχθη σε μεγάλο βαθμό χάρη στην εφαρμογή της ρύθμισης του 14ου Πρωτοκόλλου, με την οποία προβλέπεται η δυνατότητα εκδίκασης διαφορών από ένα Δικαστή.
Ο Πρόεδρος του ΕΔΑΔ σημείωσε,ακόμα, ότι σε διάσκεψη, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Brighton δόθηκε η ευκαιρία στα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να επαναδιατυπώσουν την εμπιστοσύνη τους στο σύστημα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και να αναγνωρίσουν τον εξέχοντα ρόλο του ΕΔΑΔ, εντός αυτού του πλαισίου. Επίσης, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, τα οποία παρουσιάστηκαν και αφορούσαν το συνολικό αριθμό των καταδικαστικών αποφάσεων ανά χώρα, η Ελλάδα βρίσκεται στην έβδομη θέση με 52 καταδικαστικές αποφάσεις ενώ στην πρώτη θέση βρίσκεται η Ρωσία με 122.
Τέλος, ο D. Spielmann ολοκλήρωσε την ομιλία του χαρακτηρίζοντας το 2012 ως ένα εξαιρετικό έτος για το Δικαστήριο.

http://www.lawnet.gr/news/exairetiko-etos-gia-to-edad-to-2012-sumfona-me-ton-proedro-tou-dikastiriou-28633.html

===========
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Καταδίκη της Ελλάδας για κατάσχεση αδρανούς τραπεζικού λογαριασμού

αναρτήθηκε στις 5 Φεβ 2013, 10:04 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_29.html



Για παραβίαση του δικαιώματος προστασίας της περιουσίας καταδίκασε την Ελλάδα το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), εκδικάζοντας την προσφυγή τού γιου του αποβιώσαντος Αναστασίου Ζολώτα, με την οποία υποστηριζόταν ότι οι ελληνικές Αρχές κακώς είχαν κατάσχει τα 30.550 ευρώ, που βρίσκονταν σε αδρανή τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα του, λόγω παρέλευσης 20ετίας.


Ο Αναστάσιος Ζολώτας, που είχε γεννηθεί το 1924 και πέθανε προτού προλάβει να προσφύγει στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αναγκάσθηκε να φύγει στο εξωτερικό και άφησε σε αδράνεια, για περισσότερα από 20 χρόνια, έναν τραπεζικό λογαριασμό, στον οποίο υπήρχαν καταθέσεις και τόκοι ύψους 30.550 ευρώ.

Όταν επέστρεψε και ζήτησε από την τράπεζα να κάνει ανάληψη του ποσού, που είχε στον λογαριασμού του, τον ενημέρωσαν ότι η όποια απαίτηση πρόσβασης στον λογαριασμό είχε παραγραφεί, λόγω παρέλευσης της σχετικής προθεσμίας και τα χρήματά του είχαν κατασχεθεί υπέρ του κράτους.

Με την επιχειρηματολογία αυτή συμφώνησαν, με αποφάσεις τους, τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια και του Αρείου Πάγου συμπεριλαμβανομένου, και ο γιος του, Παναγιώτης Ζολώτας, αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 7 Δεκεμβρίου 2009.

Εκδικάζοντας σήμερα την προσφυγή του, το δικαστήριο έκρινε ένοχη την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος στην προστασία της περιουσίας και την υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα 15.000 ευρώ για υλική βλάβη.

Στο σκεπτικό της απόφασής του το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές Αρχές είχαν αποτύχει στο καθήκον τους να προστατεύσουν την περιουσία του Ζολώτα, υποχρεώνοντας την τράπεζα να ειδοποιήσει εγκαίρως τον πελάτη της, για τον κίνδυνο κατάσχεσης των χρημάτων του σε λογαριασμό που είχε παραμείνει αδρανής για περισσότερα από 20 χρόνια.

Επικρίνοντας, δε, τις αποφάσεις των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, το δικαστήριο σημειώνει ότι, επί της ουσίας ο λογαριασμός δεν παρέμεινε αδρανής και δίχως συναλλαγές αφού, όπως τονίζει, αποτελεί συναλλαγή η πρόσθεση των τόκων στο αρχικό κεφάλαιο του καταθέτη.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ

αναρτήθηκε στις 9 Ιαν 2013, 5:44 π.μ. από το χρήστη dikastis gr   [ ενημερώθηκε 5 Φεβ 2013, 11:30 π.μ. ]

http://dikastis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_4972.html


ΑΦΟΡΆ παραβίαση του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία καταδικάστηκε η Ελλάδα, από το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.


Προηγείται το γαλλικό κείμενο και ακολουθεί η μετάφραση

 

 

 

PREMIÈRE SECTION

 

 

 

 

 

 

AFFAIRE DIMITRAS ET AUTRES c. GRÈCE (No 3)

 

(Requêtes nos 44077/09, 15369/10 et 41345/10)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ARRÊT

 

 

STRASBOURG

 

8 janvier 2013

 

 

 

 

Cet arrêt deviendra définitif dans les conditions définies à l’article 44 § 2 de la Convention. Il peut subir des retouches de forme.


En l’affaire Dimitras et autres c. Grèce (no 3),

La Cour européenne des droits de l’homme (première section), siégeant en une chambre composée de :

          Isabelle Berro-Lefèvre, présidente,
          Elisabeth Steiner,
          Nina Vajić,
          Mirjana Lazarova Trajkovska,
          Julia Laffranque,
          Linos-Alexandre Sicilianos,
          Erik Møse, juges,
et de Søren Nielsen, greffier de section,

Après en avoir délibéré en chambre du conseil le 4 décembre 2012,

Rend l’arrêt que voici, adopté à cette date :

PROCÉDURE

1.  A l’origine de l’affaire se trouvent trois requêtes (nos 44077/09, 15369/10 et 41345/10) dirigées contre la République hellénique et dont huit ressortissants de cet Etat, M. Panayote Dimitras, Mme Andrea Gilbert, MM. Nikolaos Mylonas, Grigoris Vallianatos, Mmes Evangelia Vlami, Antonia Papadopoulou, Nafsika Papanikolatou et M. Dimitris Tsabrounis, (« les requérants »), ont saisi la Cour les 23 juillet 2009, 4 février et 12 juillet 2010 respectivement en vertu de l’article 34 de la Convention de sauvegarde des droits de l’homme et des libertés fondamentales (« la Convention »).

2.  Les requérants ont été représentés par une organisation non-gouvernementale, le Greek Helsinki Monitor, ayant son siège à Glyka Nera. Le gouvernement grec (« le Gouvernement ») a été représenté par les délégués de son agent, Mme K. Paraskevopoulou, assesseure auprès du Conseil juridique de l’Etat et M. I. Bakopoulos, auditeur auprès du Conseil juridique de l’Etat.

3.  Les requérants allèguent une violation des articles 6, 8, 9, 13 et 14 de la Convention.

4.  Le 23 septembre 2011, les requêtes ont été communiquées au Gouvernement. Comme le permet l’article 29 § 1 de la Convention, il a en outre été décidé que la chambre se prononcerait en même temps sur la recevabilité et le fond.

EN FAIT

I.  LES CIRCONSTANCES DE L’ESPÈCE

5.  Les requérants sont nés respectivement en 1953, 1947, 1958, 1956, 1961, 1977, 1955 et 1966 et résident à Glyka Nera Attikis. Ils sont membres de Greek Helsinki Monitor, une organisation non-gouvernementale déployant ses activités dans le champ de la défense des droits de l’homme. En cette qualité, ils ont participé à vingt-deux reprises, entre le 23 janvier et le 9 juin 2009, à douze reprises, entre le 14 août et le 26 novembre 2009, et à quatorze reprises, entre le 7 janvier et le 18 juin 2010 en tant que témoins, plaignants ou suspects d’avoir commis des infractions pénales en audience publique ou en chambre du conseil, à des procédures pénales ayant un intérêt pour la protection des droits de l’homme. Les requérants se présentaient soit devant un juge d’instruction, soit devant un procureur, soit devant un tribunal compétent pour être entendus, ce qui impliquait pour eux, dans la plupart des cas, la prestation de serment conformément à l’article 218 du code de procédure pénale.

6.  Dans la plupart des cas, l’autorité judiciaire compétente invitait les requérants à poser la main droite sur l’Evangile et à prêter serment. Les requérants indiquaient qu’ils n’étaient pas chrétiens orthodoxes et/ou qu’ils ne souhaitaient pas révéler leurs convictions religieuses et qu’ils préféraient faire une déclaration solennelle. En vertu de l’article 220 du code de procédure pénale, leur demande fut accueillie à chaque fois par l’organe judiciaire compétent.

7.  A certaines occasions, lors d’auditions qui n’impliquaient pas de prestation de serment, les requérants durent déclarer être athées, ou en général non-orthodoxes, afin de demander la correction de la mention « chrétien orthodoxe » figurant dans le texte standard du procès-verbal d’audition.

8.  En ce qui concerne les procédures pénales qui ne se sont pas déroulées en audience publique, les requérants affirment que, selon le droit interne, l’accès aux documents du dossier n’est pas autorisé avant la clôture de l’instruction. Ils produisent dans ces cas certains formulaires de procès-verbaux comportant un texte standard dans lequel le terme « chrétien orthodoxe » est rayé et remplacé par celui d’athée.

II.  LE DROIT INTERNE PERTINENT

A.  La Constitution

9.  L’article 13 de la Constitution hellénique dispose :

« 1.  La liberté de conscience religieuse est inviolable. La jouissance des libertés publiques et des droits civiques ne dépend pas des convictions religieuses de chacun.

2.  Toute religion connue est libre, et les pratiques de son culte s’exercent sans entrave sous la protection des lois. Il n’est pas permis que l’exercice du culte porte atteinte à l’ordre public ou aux bonnes mœurs. Le prosélytisme est interdit.

3.  Les ministres de toutes les religions connues sont soumis à la même surveillance de la part de l’Etat et aux mêmes obligations envers lui que ceux de la religion dominante.

4.  Nul ne peut, en raison de ses convictions religieuses, être dispensé de l’accomplissement de ses obligations envers l’Etat ou refuser de se conformer aux lois.

5.  Aucun serment n’est imposé qu’en vertu d’une loi qui en détermine aussi la formule. »

B.  Le code de procédure pénale

10.  A l’époque des faits, les dispositions pertinentes du code de procédure pénale prévoyaient :

Article 217

Vérification de l’identité du témoin

« Le témoin, avant son audition, est invité à fournir ses nom(s) et prénom(s), son lieu de naissance, son adresse de résidence, son âge et sa religion (...) »

Article 218

Prestation de serment lors de l’audience

« 1.  Tout témoin doit, sous peine de nullité de la procédure, prêter serment en public avant d’être entendu lors d’une audience, en posant sa main droite sur l’Evangile, en prononçant ce qui suit : « Je jure devant Dieu de dire toute la vérité et uniquement la vérité sans rien ajouter ni dissimuler. »

( ...) »

Article 220

Prestation de serment des hétérodoxes

« 1.  Si le témoin croit à une religion reconnue ou simplement tolérée par l’Etat, la forme connue du serment, si celui-ci existe, est valide dans le cadre de la procédure pénale.

Si le témoin croit à une religion qui ne permet pas la prestation de serment ou si le juge d’instruction ou le tribunal sont convaincus, après déclaration de l’intéressé, que celui-ci ne croit à aucune religion, le serment est ce qui suit : « Je déclare, invoquant mon honneur et ma conscience, que je dirai toute la vérité et uniquement la vérité sans rien ajouter ni dissimuler. »

11.  Le 2 avril 2012, la loi no 4055/2012 est entrée en vigueur. L’article 39 §§ 2 et 3 de cette loi a apporté des modifications aux articles 217 et 218 du code de procédure pénale. En particulier, l’article 39 §§ 2 et 3 de la loi no 4055/2012 dispose ce qui suit :

« (...)

2.        Le premier alinéa de l’article 217 du code de procédure pénale est modifié comme suit :

‘Le témoin, avant son audition, est invité à fournir ses nom(s) et prénom(s), son lieu de naissance, son adresse de résidence ainsi que son âge (...)’

3.        L’article 218 du code de procédure pénale est modifié comme suit :

‘1.  Avant son audition le témoin doit prêter serment. Il est ainsi demandé s’il préfère prêter un serment religieux ou faire une déclaration solennelle. (...)’

(...) »

12.  En outre, en vertu de l’article 109 § 1 de la loi no 4055/2012, l’article 220 du code de procédure pénale a été abrogé.

C.  Le code de procédure civile

13.  La partie pertinente de l’article 408 du code de procédure civile dispose :

« Avant son audition le témoin doit prêter serment. Il est ainsi demandé s’il préfère prêter un serment religieux ou faire une déclaration solennelle.

(...) »

EN DROIT

I.  JONCTION DES AFFAIRES

14.  Compte tenu de la similitude des requêtes quant aux faits et à la question de fond qu’elles posent, la Cour décide de les joindre et de les examiner conjointement dans un seul arrêt.

II.  SUR LA VIOLATION ALLÉGUÉE DES ARTICLES 8, 9, 13 ET 14 DE LA CONVENTION

15.  Les requérants se plaignent qu’à plusieurs reprises, lors des procédures de prestation de serment devant des instances judiciaires, ils ont été obligés de révéler leurs convictions religieuses. En outre, ils se plaignent qu’ils ne disposaient en droit interne d’aucun recours au travers duquel ils auraient pu soulever leurs griefs tirés de la prétendue violation de leur liberté de religion. Les requérants invoquent les articles 8, 9, 13 et 14 de la Convention. La Cour examinera leurs griefs uniquement sous l’angle des dispositions pertinentes en l’espèce, à savoir les articles 9 et 13 de la Convention. Ceux-ci sont ainsi libellés :

Article 9

« 1.  Toute personne a droit à la liberté de pensée, de conscience et de religion ; ce droit implique la liberté de changer de religion ou de conviction, ainsi que la liberté de manifester sa religion ou sa conviction individuellement ou collectivement, en public ou en privé, par le culte, l’enseignement, les pratiques et l’accomplissement des rites.

2.  La liberté de manifester sa religion ou ses convictions ne peut faire l’objet d’autres restrictions que celles qui, prévues par la loi, constituent des mesures nécessaires, dans une société démocratique, à la sécurité publique, à la protection de l’ordre, de la santé ou de la morale publiques, ou à la protection des droits et libertés d’autrui. »

Article 13

« Toute personne dont les droits et libertés reconnus dans la (...) Convention ont été violés, a droit à l’octroi d’un recours effectif devant une instance nationale, alors même que la violation aurait été commise par des personnes agissant dans l’exercice de leurs fonctions officielles. »

A.  Sur la recevabilité

16.  La Cour constate que ces griefs ne sont pas manifestement mal fondés au sens de l’article 35 § 3 (a) de la Convention. Elle relève par ailleurs qu’elles ne se heurtent à aucun autre motif d’irrecevabilité. Il convient donc de les déclarer recevables.

B.  Sur le fond

17.  Le Gouvernement affirme notamment que l’option entre différents types de serments ou d’affirmations solennelles, prévue par l’article 220 § 2 du code de procédure pénale, n’implique pas nécessairement que l’organe judiciaire compétent oblige l’intéressé à révéler à chaque fois s’il est ou non chrétien orthodoxe. Le Gouvernement affirme que, selon la pratique judiciaire, le juge pénal n’invite pas l’intéressé à expliquer les raisons pour lesquelles il ne souhaite pas prêter serment. Celui-ci n’a qu’à choisir entre la prestation de serment et l’affirmation solennelle pour accomplir ses devoirs dans le cadre du procès pénal.

18.  La Cour relève qu’elle a déjà examiné à deux reprises des requêtes introduites par certains des requérants à la présente affaire qui concernaient également la prestation de serment dans des procédures pénales antérieures à celles concernées en l’espèce (Dimitras et autres c. Grèce, nos 42837/06, 3237/07, 3269/07, 35793/07 et 6099/08, 3 juin 2010, et Dimitras et autres c. Grèce (no 2), nos 34207/08 et 6365/09, 3 novembre 2011). Dans ces arrêts, elle s’est prononcée sur des questions identiques à celles soulevées par la présente affaire à l’égard des articles 9 et 13 de la Convention et a constaté la violation de ces dispositions (Dimitras et autres, § 88, et Dimitras et autres (no 2), § 36, arrêts précités).

19.  La Cour rappelle, en particulier, que dans les arrêts susmentionnés elle a considéré qu’il y avait eu une ingérence dans l’exercice par les requérants de leur liberté de religion protégée par l’article 9 de la Convention. Elle a admis que les requérants avaient été considérés par les juridictions compétentes par principe comme chrétiens orthodoxes et qu’ils avaient dû indiquer, soit en audience soit in camera, qu’ils n’appartenaient pas à cette religion et, à certaines reprises, qu’ils étaient athées ou d’une autre confession pour procéder à la rayure du texte standard dans les procès-verbaux (Dimitras et autres, § 80, et Dimitras et autres (no 2), § 29, arrêts précités).

20.  En outre, dans les arrêts précités, la Cour s’est référée au cadre législatif réglementant à l’époque des faits la prestation de serment dans le contexte du procès pénal. La Cour a ainsi constaté que l’article 220 du code de procédure pénale, qui prévoit les exceptions à la règle posée par l’article 218 du même code, ne permettait pas au justiciable de se soustraire à l’obligation de prêter le serment religieux en optant simplement pour l’affirmation solennelle. Selon la Cour, la formulation même de l’article 220 impliquait la production d’informations plus précises sur ses convictions religieuses pour se voir soustraire à la présomption de l’article 218 (Dimitras et autres, § 80, et Dimitras et autres (no 2), § 31, arrêts précités).

21.  Enfin, la Cour a relevé qu’à la différence du code de procédure pénale, l’article 408 du code de procédure civile prévoit que le témoin peut, à son gré et sans condition supplémentaire, choisir entre la prestation de serment religieux et l’affirmation solennelle. La Cour a noté une nette divergence du droit interne entre les procédures civile et pénale en ce qui concerne la procédure à suivre pour l’audition des témoins ; en effet, dans le cadre de la première, et à la différence de la seconde, le législateur a fait en sorte que la révélation des convictions religieuses de l’intéressé ne soit pas nécessaire lors de son audition comme témoin (Dimitras et autres, § 87, et Dimitras et autres (no 2), § 32, arrêts précités).

22.  Après avoir examiné tous les éléments qui lui ont été soumis dans le cadre de la présente affaire, la Cour considère que le Gouvernement n’a pas exposé de faits ou arguments pouvant mener à une conclusion différente quant à la proportionnalité de l’ingérence à la liberté de religion des requérants dans le cas présent. En somme, et à la lumière de ce qui précède, la Cour confirme ses conclusions dans les arrêts Dimitras et autres, et Dimitras et autres (no 2) (précités, §§ 88 et 35 respectivement) et considère que les dispositions législatives appliquées en l’espèce, à savoir les articles 218 et 220 du code de procédure pénale, ont imposé aux requérants la révélation de leurs convictions religieuses afin de faire une affirmation solennelle, ce qui a porté atteinte à leur liberté de religion. La Cour conclut que l’ingérence litigieuse n’était pas justifiée dans son principe et proportionnée à l’objectif visé. En outre, cette constatation ne rend pas nécessaire l’examen des incidents relatés par les requérants au cas par cas.

23.  Enfin, en ce qui concerne l’article 13 de la Convention, la Cour renvoie à ses considérations dans les arrêts précités (voir, Dimitras et autres, § 68, et Dimitras et autres (no 2), § 36). Elle relève aussi que le Gouvernement n’a fait état d’aucun autre recours que les requérants auraient pu exercer afin d’obtenir le redressement de la violation alléguée au titre de l’article 9 de la Convention et que les dispositions en cause du code de procédure pénale ont été modifiées après les faits litigieux. Au vu de ce qui précède, la Cour conclut que l’Etat a aussi manqué à ses obligations découlant de l’article 13 de la Convention.

Partant, il y a eu violation des articles 9 et 13 de la Convention.

III.  SUR LA VIOLATION ALLÉGUÉE DE L’ARTICLE 6 § 1 DE LA CONVENTION

24.  Les requérants se plaignent que la présence de symboles religieux dans les salles de tribunaux et le fait que les juges grecs sont des chrétiens orthodoxes contribuent à faire naître des doutes quant à leur impartialité objective, voire subjective. Ils invoquent l’article 6 § 1 de la Convention, disposition ainsi libellée :

« Toute personne a droit à ce que sa cause soit entendue équitablement (...) par un tribunal (...), qui décidera (...) des contestations sur ses droits et obligations de caractère civil (...) »

Sur la recevabilité

25.  La Cour note d’emblée que, à supposer même que ce grief remplisse les conditions de recevabilité prévues par l’article 35 § 1 de la Convention, il n’est aucunement étayé. En outre, la Cour rappelle que le système de recours individuel prévu à l’article 34 de la Convention exclut les requêtes introduites par voie d’actio popularis. Les requêtes doivent donc être introduites par des personnes se prétendant victimes d’une ou de plusieurs dispositions de la Convention. Ces personnes doivent pouvoir démontrer qu’elles ont été directement affectées par la mesure incriminée. En l’occurrence, la Cour observe qu’il n’a pas été établi qu’un lien suffisamment direct existe entre les requérants en tant que tels et les violations alléguées de l’article 6 § 1 (voir Dimitras et autres, §§ 56 et 57, et Dimitras et autres (no 2), § 38).

Il s’ensuit que cette partie de la requête doit être rejetée comme manifestement mal fondée, en application de l’article 35 §§ 3 a) et 4 de la Convention.

IV.  SUR L’APPLICATION DES ARTICLES 41 ET 46 DE LA CONVENTION

26.  Les articles 41 et 46 de la Convention disposent comme suit :

Article 41

« Si la Cour déclare qu’il y a eu violation de la Convention ou de ses Protocoles, et si le droit interne de la Haute Partie contractante ne permet d’effacer qu’imparfaitement les conséquences de cette violation, la Cour accorde à la partie lésée, s’il y a lieu, une satisfaction équitable. »

Article 46

« 1.  Les Hautes Parties contractantes s’engagent à se conformer aux arrêts définitifs de la Cour dans les litiges auxquels elles sont parties.

2.  L’arrêt définitif de la Cour est transmis au Comité des Ministres qui en surveille l’exécution.

... »

A.  Dommage

27.  Les requérants invitent la Cour, en vertu de l’article 46 de la Convention, à faire des recommandations précises au Gouvernement afin de modifier la procédure de prestation de serment dans le cadre du procès pénal. De surcroît, ils réclament conjointement et au total 15 000 euros (EUR) au titre du préjudice moral qu’ils auraient subi en raison de la violation de leur liberté de religion et de l’absence de recours effectif à cet égard dans tous les incidents relatés dans la présente affaire.

28.  Le Gouvernement se réfère aux conclusions de la Cour dans son arrêt Dimitras et autres (no 2) (précité, § 42) et affirme que le constat de violation constituerait en soi une satisfaction équitable suffisante au titre du dommage moral subi.

29.  En ce qui concerne la demande des requérants en vertu de l’article 46 de la Convention, la Cour rappelle que dans le cadre de l’exécution d’un arrêt en application de ladite disposition, un arrêt constatant une violation entraîne pour l’Etat défendeur l’obligation juridique au regard de cette disposition de mettre un terme à la violation et d’en effacer les conséquences de manière à rétablir, autant que faire se peut, la situation antérieure à celle-ci. Il en découle notamment que l’Etat défendeur, reconnu responsable d’une violation de la Convention ou de ses Protocoles, est appelé non seulement à verser aux intéressés les sommes allouées à titre de satisfaction équitable, mais aussi à choisir, sous le contrôle du Comité des Ministres, les mesures générales et/ou, le cas échéant, individuelles à adopter dans son ordre juridique interne (Ilaşcu et autres c. Moldova et Russie [GC], no 48787/99, § 487, CEDH 2004-VII ; Assanidzé c. Géorgie [GC], no 71503/01, § 198, CEDH 2004-II). De surcroît, il résulte de la Convention, et notamment de son article 1, qu’en ratifiant la Convention les Etats contractants s’engagent à faire en sorte que leur droit interne soit compatible avec celle-ci.

30.  En l’occurrence, la Cour constate qu’à travers les articles 39 et 109 de la loi no 4055/2012, entrée en vigueur le 2 avril 2012, l’Etat défendeur a procédé respectivement à la modification des articles 217 et 218 du code de procédure pénale et l’abrogation de l’article 220 du même code. En particulier, il ressort de la nouvelle formulation des articles 217 et 218 du code de procédure pénale que le témoin n’est plus obligé de fournir des informations sur sa religion au tribunal avant son audition et qu’à l’instar de l’article 408 du code de procédure civile, il peut dorénavant, à son gré et sans condition supplémentaire, choisir entre la prestation de serment religieux et l’affirmation solennelle (voir paragraphes 11 et 12 ci-dessus).

31.  En ce qui concerne la demande des requérants au titre de l’article 41 de la Convention, la Cour rappelle que la présente affaire soulève des questions identiques à celles posées par les arrêts Dimitras et autres et Dimitras et autres (no 2) (précités), dont certains des requérants sont également parties à cette affaire. En outre, la Cour relève que les requérants sont les représentants légaux de Greek Helsinki Monitor, une organisation non-gouvernementale déployant ses activités dans le champ de la défense des droits de l’homme. Il ressort – tant de leurs requêtes que de leurs demandes de satisfaction équitable – qu’à travers l’introduction de plusieurs requêtes sur lesquelles la Cour s’est déjà penchée dans le cadre des affaires Dimitras et autres, Dimitras et autres (no 2) (précitées) et de la présente, ils visaient principalement la modification de la procédure de prestation de serment dans le cadre du procès pénal. Dans ces circonstances, la Cour estime que le constat de violation des articles 9 et 13 de la Convention constitue en soi une satisfaction équitable suffisante pour tout dommage moral éventuellement subi par les requérants. Cela est d’autant plus vrai que, comme il a été relevé ci-dessus, à travers la loi no 4055/2012, l’Etat défendeur a effectivement pris des mesures générales dans le but de rendre son cadre législatif compatible avec les considérations de la Cour dans les arrêts Dimitras et autres, et Dimitras et autres (no 2) (précités).

B.  Frais et dépens

32.  Les requérants sollicitent conjointement une somme totale de 3 000 EUR pour les frais et dépens engagés devant la Cour. Ils produisent à l’appui une note détaillée de frais au nom de Greek Helsinki Monitor. Ils demandent à la Cour d’ordonner le versement de la somme en cause directement sur le compte de leur représentant, le Greek Helsinki Monitor.

33.  Le Gouvernement affirme que cette demande doit être rejetée.

34.  Selon la jurisprudence de la Cour, un requérant ne peut obtenir le remboursement de ses frais et dépens que dans la mesure où se trouvent établis leur réalité, leur nécessité et le caractère raisonnable de leur taux (voir, parmi d’autres, Nada c. Suisse [GC], no 10593/08, § 243, 12 septembre 2012). Compte tenu des documents en sa possession, des critères susmentionnés et des considérations de la Cour sur la satisfaction équitable quant au dommage moral éventuellement subi, la Cour accorde conjointement aux requérants la somme de 500 EUR au titre des frais et dépens, plus tout montant pouvant être dû par eux à titre d’impôt. Cette somme sera à verser sur le compte bancaire de leur représentant, le Greek Helsinki Monitor (voir Dimitras et autres (no 2), précité, § 46).

C.  Intérêts moratoires

35.  La Cour juge approprié de calquer le taux des intérêts moratoires sur le taux d’intérêt de la facilité de prêt marginal de la Banque centrale européenne majoré de trois points de pourcentage.

PAR CES MOTIFS, LA COUR, À L’UNANIMITÉ,

1.  Décide de joindre les requêtes ;

 

2.  Déclare les requêtes recevables quant aux griefs tirés des articles 9 et 13 de la Convention portant sur l’obligation des requérants de révéler leurs convictions religieuses lors des procédures de prestation de serment devant les instances judiciaires et sur l’absence de recours au travers duquel ils auraient pu soulever leurs griefs tirés de l’atteinte à leur liberté de religion, et irrecevables pour le surplus ;

 

3.  Dit qu’il y a eu violation de l’article 9 de la Convention ;

 

4.  Dit qu’il y a eu violation de l’article 13 de la Convention ;

 

5.  Dit que le présent arrêt constitue en soi une satisfaction équitable suffisante pour le dommage moral éventuellement subi par les requérants ;

 

6.  Dit

a)  que lEtat défendeur doit verser conjointement aux requérants, dans les trois mois à compter du jour où l’arrêt sera devenu définitif conformément à l’article 44 § 2 de la Convention, 500 EUR (cinq cents euros) pour frais et dépens, plus tout montant pouvant être dû à titre d’impôt par les requérants, à verser sur le compte bancaire de leur représentant, le Greek Helsinki Monitor ;

b)  qu’à compter de l’expiration dudit délai et jusqu’au versement, ce montant sera à majorer d’un intérêt simple à un taux égal à celui de la facilité de prêt marginal de la Banque centrale européenne applicable pendant cette période, augmenté de trois points de pourcentage ;

 

7.  Rejette la demande de satisfaction équitable pour le surplus.

Fait en français, puis communiqué par écrit le 8 janvier 2013, en application de l’article 77 §§ 2 et 3 du règlement.

   Søren Nielsen                                                               Isabelle Berro-Lefèvre
        Greffier                                                                              Présidente



ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ

ΥΠΟΘΕΣΗ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ κατά ΕΛΛΑΔΑΣ (αριθ.3)

(Προσφυγές αριθ. 44077/09, 15369/10 και 41345/10)

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ

8 Ιανουαρίου 2013

Η παρούσα απόφαση θα καταστεί οριστική σύμφωνα με τους όρους που
προβλέπονται από το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποστεί τυπικές
διορθώσεις.

Στην υπόθεση Δημητράς και λοιποί κατά Ελλάδας (αριθ.3),

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πρώτο
τμήμα), συνεδριάζοντας σε τμήμα αποτελούμενο από τους:

Isabelle Berro-Lefevre, πρόεδρο,

Elisabeth Steiner,

Nina Vajic,

Mirjana Lazarova Trajkovska,

Julia Laffranque,

Λινό-Αλέξανδρο Σισιλιάνο,

Erik Mose, δικαστές,

και τον Soren Nielsen, γραμματέα τμήματος.

Αφού διασκέφθηκε σε συμβούλιο στις 4 Δεκεμβρίου 2012,

Εκδίδει την πιο κάτω απόφαση, η οποία ελήφθη την ημερομηνία
αυτή:

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1. Η υπόθεση έχει εισαχθεί με τρεις προσφυγές (αριθ. 44077/09,
15369/10 και 41345/10) στρεφόμενες κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας από
οκτώ υπηκόους του Κράτους αυτού, τον κύριο Παναγιώτη Δημητρά, την
κυρία Andrea Gilbert, τους κυρίους Νικόλαο Μυλωνά, Γρηγόρη
Βαλλιανάτο, τις κυρίες Ευαγγελία Βλάμη, Αντωνία Παπαδοπούλου,
Ναυσικά Παπανικολάτου και τον κύριο Δημήτρη Τσαμπρούνη («οι
προσφεύγοντες»), οι οποίοι προσέφυγαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 23
Ιουλίου 2009, 4 Φεβρουαρίου και 12 Ιουλίου 2010 αντίστοιχα, δυνάμει του
άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).

2. Οι προσφεύγοντες εκπροσωπήθηκαν από μία μη κυβερνητική
οργάνωση, το Ελληνικό Παρατηρητήριο Συμφωνιών του Ελσίνκι, το οποίο

εδρεύει στα Γλυκά Νερά. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση»)
εκπροσωπήθηκε από τους απεσταλμένους του αντιπροσώπου της, κυρία Κ.
Παρασκευοπούλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και
κύριο Ι. Μπακόπουλο, δικαστικό αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου
του Κράτους.

3. Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι υπήρξε παραβίαση των
άρθρων 6, 8, 9, 13 και 14 της Σύμβασης.

4. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, οι προσφυγές κοινοποιήθηκαν στην
Κυβέρνηση. Όπως επιτρέπει το άρθρο 29 § 3 της Σύμβασης, αποφασίσθηκε
επιπλέον ότι το τμήμα θα αποφαινόταν συγχρόνως επί του παραδεκτού και
επί της ουσίας.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ι. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

5. Οι προσφεύγοντες έχουν γεννηθεί το 1953, 1947, 1958, 1956,
1961, 1977, 1955 και 1966 αντίστοιχα και κατοικούν στα Γλυκά Νερά
Αττικής. Είναι μέλη του Ελληνικού Παρατηρητηρίου Συμφωνιών του
Ελσίνκι, μίας μη κυβερνητικής οργάνωσης η οποία δραστηριοποιείται στον
πεδίο της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με την ιδιότητα
αυτή, συμμετείχαν είκοσι δύο φορές, μεταξύ 23 Ιανουαρίου και 9 Ιουνίου
2009, δώδεκα φορές, μεταξύ 14 Αυγούστου και 26 Νοεμβρίου 2009, και
δεκατέσσερις φορές, μεταξύ 7 Ιανουαρίου και 18 Ιουνίου 2010, ως
μάρτυρες, εγκαλούντες ή ύποπτοι τέλεσης ποινικών αδικημάτων στο
ακροατήριο ή σε δικαστικό συμβούλιο, σε ποινικές διαδικασίες οι οποίες
παρουσίαζαν ενδιαφέρον για την προστασία των δικαιωμάτων του
ανθρώπου. Οι προσφεύγοντες παρουσιάζονταν είτε ενώπιον ανακριτή, ή
ενώπιον εισαγγελέα, ή ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου προκειμένου να

εξετασθούν, γεγονός που συνεπαγόταν, για την πλειοψηφία αυτών, ότι
έπρεπε να ορκιστούν σύμφωνα με το άρθρο 218 του κώδικα ποινικής
δικονομίας.

6. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αρμόδια δικαστική αρχή
καλούσε τους προσφεύγοντες να θέσουν το δεξί χέρι στο ευαγγέλιο και να
ορκιστούν. Οι προσφεύγοντες επεσήμαιναν ότι δεν ήταν χριστιανοί
ορθόδοξοι και/ή ότι δεν επιθυμούσαν να αποκαλύψουν τις θρησκευτικές
πεποιθήσεις του και ότι προτιμούσαν να δώσουν πολιτικό όρκο. Δυνάμει
του άρθρου 220 του κώδικα ποινικής δικονομίας, το αρμόδιο δικαστικό
όργανο έκανε κάθε φορά δεκτό το αίτημά τους.

7. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια εξέτασης που δεν
απαιτούσε ορκοδοσία, οι προσφεύγοντες αναγκάστηκαν να δηλώσουν ότι
είναι άθεοι, ή γενικότερα μη ορθόδοξοι, προκειμένου να ζητήσουν τη
διόρθωση της ένδειξης «χριστιανός ορθόδοξος» επί του τυποποιημένου
πρακτικού εξέτασης.

8. Σε ό,τι αφορά τις ποινικές διαδικασίες που δεν διεξήχθησαν
δημοσίως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, σύμφωνα με το εθνικό
δίκαιο, η πρόσβαση στα έγγραφα της δικογραφίας δεν επιτρέπεται πριν την
περάτωση της ανάκρισης. Προσκομίζουν σε αυτές τις περιπτώσεις ορισμένα
έντυπα πρακτικών που περιέχουν ένα τυποποιημένο κείμενο στο οποίο η
λέξη «χριστιανός ορθόδοξος» έχει διαγραφεί και αντικατασταθεί με τη λέξη
άθεος.

ΙΙ. ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ

Α. Το Σύνταγμα

9. Το άρθρο 13 του ελληνικού Συντάγματος προβλέπει:

«1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη.
Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν
εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.

2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη
λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων.
Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια
τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται.

3. Οι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην
ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της,
όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας.

4. Κανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του
πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων
προς το Κράτος η να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους.

5. Κανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον
τύπο του.»

Β. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας

10. Κατά την περίοδο των πραγματικών περιστατικών, οι
εφαρμοστέες διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας προέβλεπαν:

Άρθρο 217

Εξακρίβωση της ταυτότητας του μάρτυρα

«Ο μάρτυρας, πριν καταθέσει, καλείται να δηλώσει το όνομα και
το επώνυμό του, τον τόπο της γέννησης και της κατοικίας του, την
ηλικία και τη θρησκεία του (…).»

Άρθρο 218

Όρκος των μαρτύρων στο ακροατήριο

«1. Κάθε μάρτυρας οφείλει, πριν εξεταστεί στο ακροατήριο, να
ορκιστεί δημόσια, θέτοντας το δεξιό του χέρι στο ιερό ευαγγέλιο,
τον εξής όρκο: «Ορκίζομαι στο Θεό να πω με ευσυνειδησία όλη την
αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να
αποκρύψω τίποτε. Αν δεν τηρηθεί η διάταξη αυτή, η διαδικασία
είναι άκυρη.»

(…)»

Άρθρο 220

Όρκοι αλλόθρησκων

«1. Αν ο μάρτυρας πιστεύει σε θρησκεία αναγνωρισμένη ή απλώς
ανεκτή από το κράτος και σ’αυτήν υπάρχει γνωστός τύπου όρκου, ο
τύπος αυτός είναι έγκυρος στην ποινική διαδικασία.

2. Αν ο μάρτυρας πιστεύει σε θρησκεία που δεν επιτρέπει τον
όρκο, καθώς και αν εκείνος που ανακρίνει ή το δικαστήριο πειστεί
ύστερα από σχετική δήλωση του μάρτυρα ότι αυτός δεν πιστεύει σε
καμία θρησκεία, ο όρκος που δίνεται είναι ο ακόλουθος: «Δηλώνω
επικαλούμενος την τιμή μου και τη συνείδησή μου ότι θα πω όλη
την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να
αποκρύψω τίποτε.»

11. Στις 2 Απριλίου 2012, τέθηκε σε ισχύ ο νόμος αριθ. 4055/2012.
Το άρθρο 39 §§ 2 και 3 αυτού του νόμου επέφερε τροποποιήσεις στα άρθρα
217 και 218 του κώδικα ποινικής δικονομίας. Ειδικότερα, το άρθρο 39 §§ 2
και 3 του νόμου αριθ. 4055/2012 προβλέπει τα εξής:

«(…)

2. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 217 του Κώδικα Ποινικής
Δικονομίας τροποποιείται ως εξής:

«Ο μάρτυρας, πριν καταθέσει, καλείται να δηλώσει το όνομα και
το επώνυμό του, τον τόπο της γέννησης και κατοικίας του, καθώς
και την ηλικία του.»

3. Το άρθρο 218 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τροποποιείται
ως εξής:

«1. Κάθε μάρτυρας οφείλει, πριν εξετασθεί στο ακροατήριο, να
ορκιστεί δημόσια. Προς τούτο ερωτάται, αν προτιμά να δώσει
θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο. (…)»

(…)»

12. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 109 § 1 του νόμου αριθ.
4055/2012, καταργήθηκε το άρθρο 220 του κώδικα ποινικής δικονομίας.

Γ. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας

13. Το εφαρμοστέο τμήμα του άρθρου 408 του κώδικα πολιτικής
δικονομίας προβλέπει:

«Πριν εξεταστεί ο μάρτυρας οφείλει να ορκισθεί. Προς τούτο
ερωτάται, αν προτιμά να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο.

(…)»

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Ι. ΣΥΝΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

14. Λαμβανομένης υπόψη της ομοιότητας των προσφυγών ως προς
τα πραγματικά περιστατικά και το ζήτημα ουσίας που θέτουν, το
Δικαστήριο αποφασίζει να τις συνενώσει και να τις εξετάσει από κοινού σε
μία μόνο απόφαση.

ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 8, 9, 13
ΚΑΙ 14 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

15. Οι προσφεύγοντες παραπονούνται ότι πολυάριθμες φορές, κατά
τις διαδικασίες ορκοδοσίας ενώπιον των δικαστικών αρχών, αναγκάστηκαν
να αποκαλύψουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Επιπλέον,
παραπονούνται ότι δε διέθεταν στο εθνικό δίκαιο κανένα ένδικο μέσο μέσω
του οποίου θα μπορούσαν να προβάλουν τις αιτιάσεις τους τις ελκόμενες
από την εικαζόμενη παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας τους. Οι
προσφεύγοντες επικαλούνται τα άρθρα 8, 9, 13 και 14 της Σύμβασης. Το
Δικαστήριο θα εξετάσει τις αιτιάσεις τους μόνο υπό το πρίσμα των
εφαρμοστέων εν προκειμένω διατάξεων, ήτοι τα άρθρα 9 και 13 της
Σύμβασης. Τα εν λόγω άρθρα έχουν ως εξής:

Άρθρο 9

«1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως,
συνειδήσεως και θρησκείας, το δικαίωμα τούτο επάγεται την
ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την
ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων
μεμονωμένως, ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ’ιδίαν, δια της λατρείας,
της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και
τελετουργιών.

2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν
επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενο έτερων περιορισμών πέραν
των προβλεπόμενων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία
μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την
προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την
προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.»

Άρθρο 13

«Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη (…)
Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το
δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και
αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη
εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.»

Α. Επί του παραδεκτού

16. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι αιτιάσεις αυτές δεν είναι
προδήλως αβάσιμες υπό την έννοια του άρθρου 35 § 3 (α) της Σύμβασης.
Σημειώνει επιπλέον ότι αυτές δεν προσκρούουν σε κανέναν άλλο λόγο
απαραδέκτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθούν παραδεκτές.

Β. Επί της ουσίας

17. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ιδίως ότι η επιλογή μεταξύ
διαφορετικών τύπου θρησκευτικού ή πολιτικού όρκου, την οποία προβλέπει
το άρθρο 220 § 2 του κώδικα ποινικής δικονομίας, δε συνεπάγεται
απαραιτήτως ότι το αρμόδιο δικαστικό όργανο αναγκάζει τον
ενδιαφερόμενο να αποκαλύπτει κάθε φορά αν είναι ή όχι χριστιανός
ορθόδοξος. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατά τη δικαστική πρακτική, ο
ποινικός δικαστής δεν καλεί τον ενδιαφερόμενο να εξηγήσει τους λόγους
για τους οποίους δεν επιθυμεί να δώσει θρησκευτικό όρκο. Αυτός δεν έχει
παρά να επιλέξει μεταξύ θρησκευτικού και πολιτικού όρκου για να
εκπληρώσει τα καθήκοντά του στα πλαίσια της ποινικής δίκης.

18. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι έχει ήδη εξετάσει δύο φορές
προσφυγές τις οποίες είχαν ασκήσει κάποιοι από τους προσφεύγοντες στην

παρούσα υπόθεση και οι οποίες ομοίως αφορούσαν την ορκοδοσία σε
ποινικές διαδικασίες προγενέστερες των προκειμένων (Δημητράς και λοιποί
κατά Ελλάδας, αριθ. 42837/06, 3237/07, 3269/07, 35793/07 και 6099/08, 3
Ιουνίου 2010 και Δημητράς και λοιποί κατά Ελλάδας (αριθ.2), αριθ.
34207/08 και 6365/09, 3 Νοεμβρίου 2011). Σε αυτές τις αποφάσεις, το
Δικαστήριο αποφάνθηκε επί ζητημάτων όμοιων με εκείνα που εγείρονται εν
προκειμένω ως προς τα άρθρα 9 και 13 της Σύμβασης και διαπίστωσε την
παραβίαση των διατάξεων αυτών (προαναφερόμενες αποφάσεις Δημητράς
και λοιποί, § 88, και Δημητράς και λοιποί (αριθ.2), § 36).

19. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, ειδικότερα, ότι στις
προαναφερόμενες αποφάσεις έκρινε ότι υπήρξε επέμβαση στην άσκηση από
τους προσφεύγοντες του δικαιώματός τους στη θρησκευτική ελευθερία το
οποίο προστατεύει το άρθρο 9 της Σύμβασης. Δέχθηκε ότι οι
προσφεύγοντες είχαν θεωρηθεί καταρχήν χριστιανοί ορθόδοξοι από τα
αρμόδια δικαστήρια και ότι χρειάστηκε να αναφέρουν, είτε στο ακροατήριο
ή κεκλεισμένων των θυρών ότι δεν ανήκαν σε αυτή τη θρησκεία και,
ορισμένες φορές, ότι ήταν άθεοι ή άλλης θρησκείας προκειμένου να γίνει η
διαγραφή του τυποποιημένου κειμένου στα πρακτικά (προαναφερόμενες
αποφάσεις Δημητράς και λοιποί, § 80, και Δημητράς και λοιποί (αριθ.2), §
29).

20. Επιπλέον, στις προαναφερόμενες αποφάσεις, το Δικαστήριο
αναφέρθηκε στο νομοθετικό πλαίσιο που ρύθμιζε την περίοδο των
πραγματικών περιστατικών την ορκοδοσία στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε έτσι ότι το άρθρο 220 του κώδικα ποινικής
δικονομίας, το οποίο προβλέπει εξαιρέσεις στον κανόνα που θέτει το άρθρο
218 του ίδιου κώδικα, δεν επέτρεπε την απαλλαγή του διοικούμενου από
την υποχρέωση να δώσει θρησκευτικό όρκο επιλέγοντας απλώς τον
πολιτικό όρκο. Κατά το Δικαστήριο, η ίδια η διατύπωση του άρθρου 220
συνεπαγόταν την παροχή περισσότερο σαφών πληροφοριών επί των

θρησκευτικών πεποιθήσεών του προκειμένου να απαλλαχθεί από το
τεκμήριο του άρθρου 218 (προαναφερόμενες αποφάσεις Δημητράς και
λοιποί, § 80, και Δημητράς και λοιποί (αριθ.2), § 31).

21. Τέλος, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι αντίθετα με τον κώδικα
ποινικής δικονομίας, το άρθρο 408 του κώδικα πολιτικής δικονομίας
προβλέπει ότι ο μάρτυρας δύναται, κατά βούλησή του και δίχως πρόσθετη
προϋπόθεση, να επιλέξει μεταξύ θρησκευτικού και πολιτικού όρκου. Το
Δικαστήριο διαπίστωσε μία φανερή απόκλιση στο εσωτερικό δίκαιο μεταξύ
των διαδικασιών αστικής και ποινικής φύσεως ως προς τη διαδικασία που
ακολουθείται για την εξέταση των μαρτύρων. Πράγματι, μέσα στα πλαίσια
της πρώτης και αντίθετα προς τη δεύτερη, ο νομοθέτης μερίμνησε ώστε η
αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων του ενδιαφερομένου να μην
είναι απαραίτητη κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα (προαναφερόμενες
αποφάσεις Δημητράς και λοιποί, § 87, και Δημητράς και λοιποί (αριθ.2), §
32).

22. Αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία που του υποβλήθηκαν μέσα στα
πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Κυβέρνηση
δεν εξέθεσε κανένα γεγονός ή ισχυρισμό που θα μπορούσε να οδηγήσει σε
διαφορετικό συμπέρασμα ως προς την αναλογικότητα της επέμβασης στη
θρησκευτική ελευθερία των προσφευγόντων στην παρούσα περίπτωση. Εν
κατακλείδι, και υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει τα
συμπεράσματά του στις προαναφερόμενες αποφάσεις Δημητράς και λοιποί
και Δημητράς και λοιποί (αριθ.2) (§§ 88 και 35 αντίστοιχα) και θεωρεί ότι οι
εφαρμοσθείσες εν προκειμένω νομοθετικές διατάξεις, ήτοι τα άρθρα 218
και 220 του κώδικα ποινικής δικονομίας, επέβαλαν στους προσφεύγοντες
την αποκάλυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεών τους προκειμένου να
δώσουν πολιτικό όρκο, προσβάλλοντας έτσι τη θρησκευτική ελευθερία
τους. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι η επίδικη επέμβαση δεν ήταν κατ’αρχήν
αιτιολογημένη και ανάλογη προς τον διωκόμενο σκοπό. Επιπλέον, η

διαπίστωση αυτή δεν καθιστά αναγκαία την ανά περίπτωση εξέταση των
εξιστορούμενων από τους προσφεύγοντες συμβάντων.

23. Τέλος, αναφορικά με το άρθρο 13 της Σύμβασης, το Δικαστήριο
παραπέμπει στους συλλογισμούς του στις προαναφερόμενες αποφάσεις
(βλέπε Δημητράς και λοιποί, § 68, και Δημητράς και λοιποί (αριθ.2), § 36).
Σημειώνει επίσης ότι η Κυβέρνηση δεν υπέδειξε κανένα άλλο ένδικο μέσο
που οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να έχουν ασκήσει προκειμένου να
επιτύχουν την επανόρθωση της επικαλούμενης παραβίασης στη βάση του
άρθρου 9 της Σύμβασης και ότι οι επίμαχες διατάξεις του κώδικα ποινικής
δικονομίας τροποποιήθηκαν μετά τα επίδικα πραγματικά περιστατικά.
Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το Κράτος ομοίως δεν
εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το άρθρο 13 της
Σύμβασης.

Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση των άρθρων 9 και 13 της Σύμβασης.

ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1
ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

24. Οι προσφεύγοντες παραπονούνται ότι η παρουσία θρησκευτικών
συμβόλων στις αίθουσες των δικαστηρίων και το γεγονός ότι οι Έλληνες
δικαστές είναι χριστιανοί ορθόδοξοι συμβάλλουν στη δημιουργία
αμφιβολιών ως προς την αντικειμενική, αν όχι υποκειμενική, αμεροληψία
τους. Επικαλούνται το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, διάταξη η οποία έχει ως
εξής:

«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή
δικαίως (…) υπό (…) δικαστηρίου (…), το οποίον θα αποφασίση
(…) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών
του αστικής φύσεως (…)»

Επί του παραδεκτού

25. Το Δικαστήριο σημειώνει καταρχήν ότι, ακόμα κι αν υποτεθεί
ότι η αιτίαση αυτή πληροί τις προϋποθέσεις παραδεκτού που προβλέπει το
άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης, δεν είναι ωστόσο καθόλου τεκμηριωμένη.
Επιπλέον, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το σύστημα ατομικής προσφυγής
που προβλέπει το άρθρο 34 της Σύμβασης εξαιρεί τις προσφυγές που
κατατίθενται μέσω actio popularis. Οι προσφυγές πρέπει ως εκ τούτου να
κατατίθενται από άτομα που δηλώνουν θύματα μίας ή περισσοτέρων
διατάξεων της Σύμβασης. Τα εν λόγω άτομα πρέπει να μπορούν να
αποδείξουν ότι εθίγησαν άμεσα από το καταγγελλόμενο μέτρο. Εν
προκειμένω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται
ένας επαρκώς άμεσος δεσμός μεταξύ των προσφευγόντων ως τέτοιων και
των επικαλούμενων παραβιάσεων του άρθρου 6 § 1 (βλέπε
προαναφερόμενες αποφάσεις Δημητράς και λοιποί, §§ 56 και 57, και
Δημητράς και λοιποί (αριθ.2), § 38).

Έπεται ότι αυτό το τμήμα της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως
προδήλως αβάσιμο, κατ’εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3 α) και 4 της
Σύμβασης.

IV. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 41 ΚΑΙ 46 ΤΗΣ
ΣΥΜΒΑΣΗΣ

26. Τα άρθρα 41 και 46 της Σύμβασης έχουν ως εξής:

Άρθρο 41

«Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή
των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού
Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση
των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το Δικαστήριο επιδικάζει

στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη
ικανοποίηση.»

Άρθρο 46

«1. Τα Υψηλά Συμβαλλόμεvα Μέρη αvαλαμβάvoυv τηv
υπoχρέωση vα συμμoρφώvovται πρoς τις oριστικές απoφάσεις τoυ
Δικαστηρίoυ επί τωv διαφoρώv στις oπoίες είvαι διάδικoι.

2. Η oριστική απόφαση τoυ Δικαστηρίoυ διαβιβάζεται στηv
Επιτρoπή τωv Υπoυργώv πoυ επoπτεύει τηv εκτέλεση της εv λόγω
απόφασης.

(…)»

Α. Ζημία

27. Οι προσφεύγοντες καλούν το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου
46 της Σύμβασης, να κάνει συγκεκριμένες συστάσεις προς την Κυβέρνηση
προκειμένου να τροποποιηθεί η διαδικασία ορκοδοσίας στα πλαίσια της
ποινικής δίκης. Επιπλέον, αξιώνουν από κοινού και συνολικά το ποσό των
15.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν λόγω
της παραβίασης της θρησκευτικής ελευθερίας τους και της απουσίας
αποτελεσματικού ενδίκου μέσου ως προς τούτο

28. Η Κυβέρνηση παραπέμπει στα συμπεράσματα του Δικαστηρίου
στην προαναφερόμενη απόφαση Δημητράς και λοιποί (αριθ.2) (§ 42) και
υποστηρίζει ότι η διαπίστωση παραβίασης θα συνιστούσε αφ’εαυτής
επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη.

29. Σε ό,τι αφορά το αίτημα των προσφευγόντων δυνάμει του
άρθρου 46 της Σύμβασης, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι μέσα στο πλαίσιο
της εκτέλεσης μίας απόφασης κατ’εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, μία
απόφαση που διαπιστώνει μία παραβίαση επιφέρει για το εναγόμενο
Κράτος τη νομική υποχρέωση ως προς αυτή τη διάταξη να θέσει τέλος στην
παραβίαση και να απαλείψει τις συνέπειες κατά τρόπο που να

αποκαταστήσει στο μέτρο του δυνατού την προτέρα κατάσταση. Προκύπτει
ιδίως ότι το εναγόμενο Κράτος, το οποίο έχει κριθεί υπεύθυνο για μία
παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, καλείται όχι μόνο να
καταβάλει στους ενδιαφερομένους τα επιδικαστέα ποσά για δίκαιη
ικανοποίηση, αλλά ομοίως να επιλέξει, υπό τον έλεγχο της Επιτροπής
Υπουργών, τα γενικά και/ή, ενδεχομένως, ατομικά μέτρα που θα υιοθετήσει
στην εσωτερική έννομη τάξη του (Ilascu και λοιποί κατά Μολδαβίας και
Ρωσίας [GC], αριθ. 48787/99, § 487, CEDH 2004-VII, Assanidze κατά
Γεωργίας [GC], αριθ. 71503/01, § 198, CEDH 2004-II). Επιπλέον, από τη
Σύμβαση προκύπτει, και ιδίως από το άρθρο 1, ότι επικυρώνοντας τη
Σύμβαση τα συμβαλλόμενα Κράτη δεσμεύονται να φροντίσουν ώστε το
εσωτερικό δίκαιό τους να είναι συμβατό με αυτή.

30. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι μέσω των
άρθρων 39 και 109 του νόμου αριθ. 4055/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ
στις 2 Απριλίου 2012, το εναγόμενο Κράτος προέβη αντίστοιχα στην
τροποποίηση των άρθρων 217 και 218 του κώδικα ποινικής δικονομίας και
στην κατάργηση του άρθρου 220 του ίδιου κώδικα. Ειδικότερα, από τη νέα
διατύπωση των άρθρων 217 και 218 του κώδικα ποινικής δικονομίας
προκύπτει ότι ο μάρτυρας δεν υποχρεούται πλέον να παράσχει στο
δικαστήριο πληροφορίες για τη θρησκεία του πριν την εξέτασή του και ότι
όπως και το άρθρο 408 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, μπορεί στο εξής,
κατά βούλησή του και χωρίς άλλη προϋπόθεση, να επιλέξει μεταξύ
θρησκευτικού και πολιτικού όρκου (βλέπε πιο πάνω παραγράφους 11 και
12).

31. Σε ό,τι αφορά το αίτημα των προσφευγόντων στη βάση του
άρθρου 41 της Σύμβασης, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η παρούσα
υπόθεση εγείρει ζητήματα όμοια με εκείνα που τέθηκαν στις
προαναφερόμενες αποφάσεις Δημητράς και λοιποί και Δημητράς και λοιποί
(αριθ.2), με ορισμένους από τους προσφεύγοντες να συμπίπτουν με

εκείνους της παρούσας υπόθεσης. Επιπλέον, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι
οι προσφεύγοντες είναι οι νόμιμοι εκπρόσωποι του Ελληνικού
Παρατηρητηρίου Συμφωνιών του Ελσίνκι, μίας μη κυβερνητικής
οργάνωσης που δραστηριοποιείται στο πεδίο της προάσπισης των
ανθρώπινων δικαιωμάτων. Τόσο από τις προσφυγές τους όσο και από τα
αιτήματά τους για δίκαιη ικανοποίηση προκύπτει ότι μέσω της κατάθεσης
πολυάριθμων προσφυγών επί των οποίων το Δικαστήριο έχει ήδη εγκύψει
στο πλαίσιο των προαναφερόμενων υποθέσεων Δημητράς και λοιποί,
Δημητράς και λοιποί (αριθ.2) και της παρούσας, οι προσφεύγοντες στόχευαν
κατά κύριο λόγο στην τροποποίηση της διαδικασίας ορκοδοσίας στο
πλαίσιο της ποινικής δίκης. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο εκτιμά
ότι η διαπίστωση παραβίασης των άρθρων 9 και 13 της Σύμβασης αποτελεί
αφ’εαυτής μία επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για οποιοδήποτε ηθική βλάβη
ενδεχομένως υπέστησαν οι προσφεύγοντες. Τούτο ισχύει ακόμη
περισσότερο καθώς, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, μέσω του νόμου αριθ.
4055/2012, το εναγόμενο Κράτος έλαβε πράγματι γενικά μέτρα με σκοπό
να καταστήσει το νομοθετικό πλαίσιό του συμβατό προς τους συλλογισμούς
του Δικαστηρίου στις προαναφερόμενες αποφάσεις Δημητράς και λοιποί και
Δημητράς και λοιποί (αριθ.2).

Β. Έξοδα και δικαστική δαπάνη

32. Οι προσφεύγοντες ζητούν από κοινού το συνολικό ποσό των
3.000 ευρώ για τα έξοδα και τη δικαστική δαπάνη στα οποία υποβλήθηκαν
ενώπιον του Δικαστηρίου. Προσκομίζουν προς στήριξη του αιτήματός τους
μία λεπτομερή απόδειξη εξόδων στο όνομα του Ελληνικού
Παρατηρητηρίου Συμφωνιών του Ελσίνκι. Ζητούν από το Δικαστήριο να
διατάξει την καταβολή του εν λόγω ποσού απευθείας στο λογαριασμό του
εκπροσώπου τους, το Ελληνικό Παρατηρητήριο Συμφωνιών του Ελσίνκι.

33. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το αίτημα αυτό πρέπει να
απορριφθεί.

34. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένας προσφεύγων
δεν μπορεί να επιτύχει την καταβολή των εξόδων και της δικαστικής
δαπάνης του παρά στο μέτρο που αποδεικνύεται η πραγματικότητα, η
αναγκαιότητα και ο εύλογος χαρακτήρας του ύψους τους (βλέπε, μεταξύ
άλλων, Nada κατά Ελβετίας [GC], αριθ. 10593/08, § 243, 12 Σεπτεμβρίου
2012). Λαμβανομένων υπόψη των εγγράφων που έχει στην κατοχή του, των
προαναφερόμενων κριτηρίων και των σκέψεων του Δικαστηρίου επί της
δίκαιης ικανοποίησης ως προς την ενδεχομένως προκληθείσα ηθική βλάβη,
το Δικαστήριο επιδικάζει από κοινού στους προσφεύγοντες το ποσό των
500 ευρώ για έξοδα και δικαστική δαπάνη, πλέον οποιουδήποτε ποσού
μπορεί να οφείλεται από εκείνους ως φόρος. Το ποσό αυτό θα καταβληθεί
στον τραπεζικό λογαριασμό του εκπροσώπου τους, το Ελληνικό
Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (βλέπε προαναφερόμενη
απόφαση Δημητράς και λοιποί (αριθ.2), § 46).

Γ. Τόκοι υπερημερίας

35. Το Δικαστήριο κρίνει προσήκον να βασίσει το επιτόκιο των
τόκων υπερημερίας στο επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας προσαυξημένο κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΟΜΟΦΩΝΑ

1. Αποφασίζει να συνενώσει τις προσφυγές.

2. Κηρύσσει τις προσφυγές παραδεκτές ως προς τις αιτιάσεις τις
ελκόμενες από τα άρθρα 9 και 13 της Σύμβασης που αφορούν την
υποχρέωση των προσφευγόντων να αποκαλύψουν τις θρησκευτικές
πεποιθήσεις τους κατά τις διαδικασίες ορκοδοσίας ενώπιον των
δικαστικών αρχών και την απουσία ενδίκου μέσου μέσω του οποίου
θα είχαν μπορέσει να προβάλουν τις αιτιάσεις τους τις ελκόμενες
από την προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας τους, και
απαράδεκτες κατά τα λοιπά.

3. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 9 της Σύμβασης.

4. Αποφαίνεται ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της Σύμβασης.

5. Αποφαίνεται ότι η παρούσα απόφαση συνιστά αφ’εαυτής μία
επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που ενδεχομένως
υπέστησαν οι προσφεύγοντες.

6. Αποφαίνεται

α) ότι το εναγόμενο Κράτος οφείλει να καταβάλει από κοινού στους
προσφεύγοντες, μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα κατά την οποία
η απόφαση θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με το άρθρο 44 § 2 της
Σύμβασης, 500 (πεντακόσια) ευρώ για έξοδα και δικαστική δαπάνη,
πλέον οποιουδήποτε ποσού που μπορεί να οφείλεται ως φόρος από
τους προσφεύγοντες, ποσό το οποίο θα καταβληθεί στον τραπεζικό
λογαριασμό του εκπροσώπου τους, το Ελληνικό Παρατηρητήριο
Συμφωνιών του Ελσίνκι,

β) ότι από τη λήξη της προθεσμίας αυτής και μέχρι την καταβολή,
το ποσό αυτό θα προσαυξηθεί με τόκο υπολογιζόμενο με επιτόκιο
ίσο με το επιτόκιο δανεισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

το οποίο θα ισχύει κατά την εν λόγω περίοδο, προσαυξημένο κατά
τρεις εκατοστιαίες μονάδες.

7. Απορρίπτει το αίτημα δίκαιης ικανοποίησης κατά τα λοιπά.

Συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα και στη συνέχεια κοινοποιήθηκε
εγγράφως στις 3 Νοεμβρίου 2011 κατ’εφαρμογή του άρθρου 77 §§ 2 και 3
του κανονισμού.

(υπογραφή) (υπογραφή)

Soren Nielsen Nina Vajic

Γραμματέας Πρόεδρος

Ακριβής μετάφραση του συνημμένου

εγγράφου από τα γαλλικά.

Αθήνα, 21 Ιανουαρίου 2013.

Ο μεταφραστής

Αλέξανδρος Πετρουτσόπουλος

1-9 of 9