ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

Αν θέλετε να σχολιάσετε, κάντε κλικ στο σύνδεσμο που υπάρχει στην αρχή  του κάθε άρθρου για να μεταφερθείτε στο BLOG
Εμφάνιση αναρτήσεων 1 - 10 από 10. Προβολή περισσότερων »


Καταμερισμός και ισοκατανομή ιατροδικαστικών πράξεων-Γνωμοδότηση 4/2011 Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου

αναρτήθηκε στις 11 Νοε 2013, 12:55 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/09/42011.html

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΥΣ
ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Αθήνα 18-2-2011
Αριθ. Πρωτ... 91
Αριθ. Γνωμ.: 4
ΤΜΗΜΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ
ΤΗΛ.: 2106411526
ΦΑΞ : 2106411523
Προς
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ - ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
(Ειδική Γραμματεία της Σωφρονιστικής Πολιτικής και των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών της Χώρας)
Σχετ. 2004/7-1-11 και 2019/10-1-11 έγγραφα της ανωτέρω Ειδικής Γραμματείας περί επικαιροποίησης της υπ' αριθμ. 3065/96 Γνωμοδότησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Σχετικά με την αναφερόμενη στα ανωτέρω έγγραφα επικαιροποίηση της υπ' αριθμ. 3065/5-11-96 Γνωμοδότησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, γνωρίζουμε, κατ' άρθρ. 19 §§ 1γ, 2- 24 § 5α" - 25 § 2β' Ν. 1756/88, τα εξήςα) Η εν λόγω Γνωμοδότηση εκδόθηκε με βάση το άρθρο 123 του Ν. 2071/92 «Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας», το οποίο τις παραγράφους 4, 5 και 6 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 885/71 (5 §1 Ν. 1649/86) αντικατέστησε, συγχωνεύοντας αυτές σε παράγραφο 4, που έχει ως εξής: αρθρ. 5 § 4 α' ΝΑ 885/71 «Η διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων μπορεί με παραγγελία του αρμόδιου δικαστηρίου, εισαγγελέα, ανακριτή ή ανακριτικού υπαλλήλου να ανατίθεται και στα εργαστήρια ιατροδικαστικής των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (Α. Ε. Ι.), όπου υπάρχουν, ή των νοσηλευτικών ιδρυμάτων πανεπιστημιακών (Α. Ε. Ι.), ή του Εθνικού Συστήματος Υγείας, που εδρεύουν στην περιφέρεια, ή σε περιφέρεια με την οποία συνδέονται με τον πιο εύκολο συγκοινωνιακό τρόπο".
β) Από την παραπάνω διάταξη ανενδοίαστα προκύπτουν τα αναφερόμενα στην 3065/5-11-96 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί ισότιμης και παράλληλης αρμοδιότητας ως προς την διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων, της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, των Εργαστηρίων Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, των Εργαστηρίων Νοσηλευτικών Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων και τωνΕργαστηρίων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ).
γ) Όμως, με το αρθρ. 10 § 3 του Ν. 3772/09 (Μεταρρυθμίσεις στην οργάνωση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας...), «κάθε άλλη διάταξη αντίθετη προς τα άρθρα 1 έως 10 του παρόντος νόμου, καταργείται»Συνεπώς καταργήθηκε και το αρθρ. 5 του Ν.Δ. 885/71 (5 §1 Ν. 1649/86, 123 Ν. 2071/92), διότι το αρθρ. 2 του ίδιου Ν. 3772/09, καθορίζει πλέον αυτό τις αρμοδιότητες και τους φορείς διενέργειας των ιατροδικαστικών πράξεων.
δ) Συγκεκριμένα το άρθρο 2 ορίζει τα εξής: §1 «Η κατά τόπο αρμοδιότητα των ιατροδικαστικών υπηρεσιών συμπίπτει προς εκείνη του ομώνυμου ή των ομώνυμων προς αυτές Εφετείων. Οι ιατροδικαστικές υπηρεσίες διενεργούν ιατροδικαστικές πράξεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες, ύστερα από παραγγελία των εισαγγελικών και ανακριτικών αρχών και των ανακριτικών υπαλλήλων, οι οποίοι ενεργούν ύστερα από εισαγγελική παραγγελία, καθώς και των ποινικών δικαστηρίων που λειτουργούν στην περιφέρεια του ομώνυμου ή των ομώνυμων προς αυτές Εφετείων. Οι ανωτέρω πράξεις δύνανται, υπό τις αυτές προϋποθέσεις, να διενεργούνται από τα εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων...», §2 «Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται, εφόσον κρίνεται αναγκαίο ή συντρέχει αδυναμία των κατά τόπο φορέων της παραγράφου 1 του παρόντος, να δοθεί εντολή για διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων: α) σε άλλη ιατροδικαστική υπηρεσία από εκείνη που ορίζεται στην παράγραφο 1 και β) σε Νοσηλευτικά Ιδρύματα του Εθνικού Συστήματος Υγείας που διαθέτουν κατάλληλη υποδομή και ειδικότητες».
ε) Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, οι Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τα Εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, έχουν ισότιμη και παράλληλη αρμοδιότητα προς διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων, αποκλειομένων κατ' αρχήν των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
στ) Κατ' εξαίρεση μόνον, και εφόσον κριθεί αναγκαίο, ή υφίσταται αδυναμία των κατά τόπο ομώνυμου ή ομώνυμων προς τα Εφετεία Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών και Εργαστηρίων Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας, επιτρέπεται η διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων, 1) από άλλη Ιατροδικαστική Υπηρεσία, ή Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας, (κατάλληλο δημόσιο φορέα, κατά την εισηγητική έκθεση) και 2) από Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Εθνικού Συστήματος Υγείας, που διαθέτει κατάλληλη υποδομή και ειδικότητες, οπότε τότε μόνον καθιδρύεται ισότιμη αρμοδιότητα των άνω φορέων, για διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων, κατά μεταβίβαση αρμοδιότητας εκ του νόμου.
ζ) Για μεν το αναγκαίο και την ύπαρξη αδυναμίας κρίνουν οι κατά τόπους εισαγγελικές, ανακριτικές και προανακριτικές αρχές (που ενεργούν ύστερα από εισαγγελική παραγγελία), ως και τα κατά τόπους ποινικά δικαστήρια, που λειτουργούν στην περιφέρεια των ομώνυμων ή ομώνυμου προς τα Εφετεία Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών και Εργαστηρίων Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας και πάντοτε σε συνεργασία με τους φορείς αυτούς, για δε το κατάλληλο της υποδομής και ειδικοτήτων των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων του ΕΣΥ αποφαίνονται, κατά την §3 του αρθρ. 2 του Ν. 3772/09, οι Υπουργοί Παιδείας δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, ως και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, οι οποίοι διαβιβάζουν τον στην παράγραφο αυτή αναφερόμενο πίνακα, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
η) Όπως προκύπτει από τις στο αρθρ. 2 του Ν. 3772/09 εκφράσεις «δύνανται», «αναγκαίο», «αδυναμία», καταλείπεται ελευθερία στην κρίση των δικαστηριακών, εισαγγελικών, ανακριτικών και προανακριτικών αρχών, ως προς το σε ποιον ισότιμο και παράλληλο φορέα θα δώσουν την παραγγελία τους για διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων. Παρέχεται δηλαδή στις ανωτέρω αρχές υπό του νόμου ελεύθερη εκτίμηση, ώστε να καθορίσουν σε ορισμένη περίπτωση ή περιπτώσεις την ενέργεια τους (παραγγελία), εφαρμόζοντας, μεταξύ των διαφόρων δυνατών λύσεων, εκείνην που ανταποκρίνεται καλύτερα στο δημόσιο συμφέρον. Ελεύθερη όμως εκτίμηση σημαίνει μη παραβίαση του αξιώματος ne contra legem, ne ultra legem, sed intra legem. Οι ανωτέρω δηλαδή αρχές πρέπει να ενεργούν, (όταν δίδουν παραγγελίες προς διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων), εξ ολοκλήρου κατά τον νόμον, αφού η ελεύθερη εκτίμηση έχει πάντοτε πηγή και όριο τον νόμο και τον σκοπό αυτού. (Κυριακόπουλος: Ελ.Διοικ.Δίκ. τ. Α' 1961, σελ. 199-209).
θ) Επειδή από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει ότι, μεταξύ των αρμοδίων ισότιμων και παράλληλων φορέων, υφίσταται ανισοκατανομή ως προς τις ιατροδικαστικές πράξεις, (95% η Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών, έναντι 5% των άλλων φορέων), με αποτέλεσμα την μακρά καθυστέρηση στην εκτέλεση αυτών (δυσλειτουργία), σε βάρος των πολιτών και του δημοσίου συμφέροντος, ακόμα δε και δημιουργία τριβών ως προς την κατανομή αυτών μεταξύ των παραπάνω φορέων, γι' αυτό πρέπει τα ανωτέρω, ιδίως τα υπό ε' έως η', εκτεθέντα, να ληφθούν σοβαρά υπόψη από τις παραγγέλουσες τις ιατροδικαστικές πράξεις αρχές, (εισαγγελικές-προανακριτικές).
ι) Προς τούτο, (όπως και από την 3065/5-11-96 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προκύπτει) και προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος για την όσο το δυνατόν ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, σε κάθε εισαγγελία πρωτοδικών, ως και στα προανακριτικά γραφεία, (που υποχρεωτικά διευθύνονται και εποπτεύονται από τις εισαγγελίες πρωτοδικών, κατ' αρθρ. 33, 34, 243 §2 ΚΠΔ), θα τηρείται «βιβλίο παραγγελιών ιατροδικαστικών πραγματογνωμοσυνών», από το οποίο θα προκύπτει ο λογικός καταμερισμός και η κατά το δυνατόν ακριβέστερη ισοκατανομή των ιατροδικαστικών πράξεων, ανάλογα και με το είδος τούτων, οι δε Εισαγγελείς Εφετών, προς τους οποίους κοινοποιείται η παρούσα, θα ελέγχουν τα ανωτέρω κατά τις επιθεωρήσεις των Εισαγγελιών Πρωτοδικών (80 §1 Β' β' Ν. 1756/88), περιλαμβάνοντας το αποτέλεσμα αυτών στις οικείες εκθέσεις επιθεωρήσεως. Οι Εισαγγελείς Πρωτοδικών θα ελέγχουν τα ανωτέρω, ως προς τους προανακριτικούς υπαλλήλους που υπάγονται στην Εισαγγελία Πρωτοδικών που προΐστανται, το πρώτο τετράμηνο κάθε έτους και τα αποτελέσματα αυτών θα υποβάλλουν στους οικείους Εισαγγελείς Εφετών. Γεώργιος Χατζίκος
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Χατζίκος
Κοινοποίηση:
1. Υπουργείο Παιδείας δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων.
2. Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης


3. Εισαγγελείς Εφετών (και δι' αυτών Εισαγγελείς Πρωτοδικών). 4. Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας



Σημείωση:

Ενώ ο Ν. 3772/2009 είναι σαφής ως προς την αρμοδιότητα των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ότι δηλ. συμπίπτει προς εκείνη του ομώνυμου ή των ομώνυμων προς αυτές Εφετείων, κι ενώ ο ίδιος νόμος δεν αναγνωρίζει ισότιμη και παράλληλη αρμοδιότητα προς διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων προς τα Νοσηλευτικά Ιδρύματα του Ε.Σ.Υ., και δή μάλιστα όπου δεν υπάρχουν εξειδικευμένα Εργαστήρια, ούτε Επιμελητές, παρατηρείται το σκαιό φαινόμενο, και ιδιαιτέρως ύποπτο, σε κάποιες περιφέρειες της ελληνικής επικράτειας (όπως π.χ. στο Νομό Ηλείας) να υιοθετείται παράνομα και πλασματικά από τις Εισαγγελικές και κυρίως τις Προανακριτικές Αρχές η δήθεν ισότιμη και παράλληλη αρμοδιότητα του Επικουρικού Ιατρού (!) με την Ιατροδικαστική Υπηρεσία.

Η κατάσταση αυτή είναι μη σύννομη, και πρέπει να διερευνηθεί από τις αρμόδιες αρχές, ώστε να αποδοθούν οι δέουσες ευθύνες, και παράλληλα να γνωμοδοτήσει επ'αυτού αιτιολογημένα ο κ. Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προ των οιωνδήποτε εξελίξεων, και του καταλογισμού ακόμη και δόλου σε όσους πρωταγωνίστησαν στην ανάδειξη αυτού του νοσηρού φαινομένου, για την -απευχόμαστε- κάλυψη ιατρικών αμελειών και ανθρωποκτονιών εκ προθέσεως.-

Υ.Γ. Για όσους δε στρουθοκαμηλίζουν, η γνωμοδότηση 4/18-2-2011 (που παρατίθεται κατωτέρω) δεν κάνει λόγο για ισοκατανομή των παραγγελιών για ιατροδικαστικές πράξεις μεταξύ των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών, και των Επικουρικών Ιατρών (κατεχόντων την ειδικότητα της ιατροδικαστικής)



και

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

(σ.σ.: Η σημείωση στο πρωτότυπο κείμενο  προηγείτο της γνωμοδότησης, αλλά για πρακτικούς λόγους αλλάξαμε τη σειρά της)

Ερμηνεία διατάξεων του άρθρου 77 του Ν.4139/2013 [καθεστώς χορήγησης άδειας κρατουμένων]

αναρτήθηκε στις 5 Αυγ 2013, 10:04 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/07/77-41392013.html

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ                                                     Αθήγα    2 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013
Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΥΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΑρΓνωμοδ. : 6/13

Προς:
Το Υπουργείο ΔικαιοσύνηςΔιαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Γενική Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Πολιτικής,
Δ/νση ΣωφρονΑγΕνηλίκωνΤμήμα Β3'

Σε απάντηση του θέματος που τίθεται με το με αριθμό 59092/27-6-2013 έγγραφοΣαςέχουμε τη γνώμη ότι και μετά την τροποποίηση του άρθρου 55 Ν.2776/1999 με τοάρθρο 47 Ν.4139/2013, έχουν εφαρμογή οι ευμενέστερες για τους κρατούμενουςδιατάξειςδηλαδή οι κρατούμενοι στους οποίους χορηγούντο άδειες εφόσον είχαν εκτίσειτο 1/5 της ποινής τουςθα συνεχίσουν να παίρνουν με το ίδιο καθεστώς και μετάτον ισχύ του Ν.4139/2013.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Γεώργιος Παντελής

Γνμ ΕισΑΠ: Περί της αναδρομικής ή μη ισχύος της παραγράφου 9 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990

αναρτήθηκε στις 19 Απρ 2013, 4:11 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

http://dikastis.blogspot.gr/2013/04/9-25-18821990.html
Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013



Ο ΕΙΣΑΓΙΈΛΕΥΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ                                                               Αθήνα 10 Απριλίου 2013
          ΠΑΓΟΥ                                                                                                     ΑριθΠρωτ.: 1071
                                                                                               Αριθμός Γνωμοδότησης : 3/13

ΠΡΟΣ
το Υπουργείο ΟlκονομικώνΓενική Διεύθυνση ΦΟΡΟλογικών Ελέγχων καιΕίσπραξης Δημοσίων ΕσόδωνΔιεύθυνση Παρακολούθησης ΝομικώνΥποθέσεωνΕλέγχου και Αναγκαστικής Είσπραξης (Τμήμα Α)




Θέμα Περί της  αναδρομικής ή μη   της   ισχύος    της παραγράφου 9   του άρθρου 25του Ν 1882/1990 .
Με το υπαριθμπρωτΔ.Ν.Υ Α. 1031007/21-2-2013 έγγραφο της ΓενικήςΔιεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του ΥπουργείουΟικονομικών , ζητείται η γνώμη μας περί του εάν η διάταξη της παραγράφου 9 τουάρθρου 25 του Ν 1882/1990, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ.1γ του Ν3943/2011, καταλαμβάνει και χρέη από πέντε έως δέκα χιλιάδες ευρώ που είχανκαταστεί ληξιπρόθεσμα πριν από την 31-3-2011, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν3943/2011. Επί του ζητήματος αυτού η γνώμη μας είναι η εξής :

ΚΕΙΜΕΝΟ

Αντισυνταγματική η αναδρομική περικοπή σε συντάξεις δικαστών και στρατιωτικών

αναρτήθηκε στις 14 Μαρ 2013, 12:37 π.μ. από το χρήστη dikastis gr   [ ενημερώθηκε 25 Μαρ 2013, 2:53 π.μ. ]

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_8.html



 
Π Ρ Α Κ Τ Ι Κ Α
ΤΗΣ 2ης ΕΙΔΙΚΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ 
ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ 27ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2013

ΜΕΛΗ : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Φλωρεντία Καλδή, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής και 
Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Αντιπρόεδροι, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία 
Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Άννα Λιγωμένου, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, 
Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ευαγγελία - Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος 
Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Αγγελική 
Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Αντώνιος Κατσαρόλης, 
Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική 
Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού και Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Σύμβουλοι.

 Οι Αντιπρόεδροι Νικόλαος Αγγελάρας, Γεώργιος Κωνσταντάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου και 
Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και οι Σύμβουλοι Γεώργιος Βοΐλης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος και 
Ελένη Λυκεσά απουσίασαν δικαιολογημένα.

 ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα 
Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην 
Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

 Με την αρχή της Συνεδρίασης ο Σύμβουλος Αντώνιος Κατσαρόλης, που ορίστηκε από τον 
Πρόεδρο εισηγητής, φέρει προς συζήτηση το σχέδιο νόμου «Ρυθμίσεις για την τροποποίηση και τη 
βελτίωση συνταξιοδοτικών, δημοσιονομικών, διοικητικών και λοιπών διατάξεων του Υπουργείου 
Οικονομικών», που απεστάλη στο Ελεγκτικό Συνέδριο με το υπ' αριθ. πρωτ. 
23127/0092/21.2.2013 έγγραφο του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, για να γνωμοδοτήσει η 
Ολομέλεια, το περιεχόμενο του οποίου έχει ως εξής:

«ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«Ρυθμίσεις για την τροποποίηση κατ τη βελτίωση συνταξιοδοτικών, δημοσιονομικών, διοικητικών 
και λοιπών διατάξεων του Υπουργείου Οικονομικών»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΤΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Άρθρο 1
Προκαταβολή Σύνταξης
1. Μετά το άρθρο 57 του π.δ. 169/2007 (ΦΕΚ 210 Α') προστίθεται άρθρο 57 Α ως εξής:

«Άρθρο 57 Α 
Προκαταβολή σύνταξης

1. α. Ο μόνιμος ή ισόβιος υπάλληλος, που αποχωρεί από την Υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης, 
λαμβάνει κατά μήνα και μέχρι την ημερομηνία έναρξης πληρωμής της σύνταξής του, προκαταβολή 
σύνταξης το ποσό της οποίας ανέρχεται σε ποσοστό 50% του βασικού μισθού του μισθολογικού 
κλιμακίου ή του βαθμού που έφερε κατά το χρόνο της αποχώρησής του προσαυξημένου με το 
50% του τυχόν επιδόματος χρόνου υπηρεσίας. Ειδικά για τα πρόσωπα του άρθρου 4 του ν. 
4024/2011 (ΦΕΚ 226 Α) που υπάγονται στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου το ανωτέρω 
ποσοστό υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου που έφερε ο υπάλληλος 
κατά την 31-10-2011. Σε περιπτώσεις που ο μόνιμος ή ισόβιος υπάλληλος είναι γονέας τριών 
τέκνων και άνω ή γονέας τέκνου με αναπηρία, ή προστάτης μέλους της οικογενείας με αναπηρία 
το ποσοστό της προκαταβολής σύνταξης ανέρχεται σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) του 
βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού που έφερε κατά το χρόνο της 
αποχώρησής του, προσαυξημένου με το εξήντα τοις εκατό (60%) του τυχόν επιδόματος χρόνου 
υπηρεσίας. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η ημερομηνία έναρξης εφαρμογής 
των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου. 

  β. Η προκαταβολή σύνταξης διενεργείται με βάση τα στοιχεία του Δελτίου Ατομικής και 
Υπηρεσιακής Κατάστασης Υπαλλήλου - Λειτουργού (ΔΑΥΚ) τα οποία περιέρχονται ηλεκτρονικά στην 
Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών 
από την ημερομηνία λύσης της υπαλληλικής σχέσης του υπαλλήλου. Σε περιπτώσεις διαδοχικής 
ασφάλισης η αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους υποχρεούται 
εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την περιέλευση σε αυτή των στοιχείων του ΔΑΥΚ, να 
αποστείλει σχετική αλληλογραφία με τα στοιχεία του υπαλλήλου και στους συναρμόδιους 
Ασφαλιστικούς Οργανισμούς.

 Το χρονικό διάστημα καταβολής της προκαταβολής σύνταξης δεν μπορεί να υπερβεί τους οκτώ 
(8) μήνες. Το ανωτέρω ποσό, κατά την καταβολή του, υπόκειται σε κρατήσεις για υγειονομική 
περίθαλψη και φόρο εισοδήματος ενώ απαλλάσσεται από κάθε άλλη κράτηση ή εισφορά. 

  γ. Η πρώτη καταβολή του ανωτέρω ποσού, αναδρομικά από την επομένη της ημερομηνίας λύσης 
της υπαλληλικής σχέσης του υπαλλήλου, διενεργείται το αργότερο σε σαράντα (40) ημέρες από 
την ημερομηνία της ηλεκτρονικής περιέλευσης στην Υπηρεσία Συντάξεων του ΔΑΥΚ. 

 δ. Η κατά τα ανωτέρω καταβολή της προκαταβολής σύνταξης γίνεται με εντολή του 
Προϊσταμένου της αρμόδιας Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Συντάξεων. Ο ίδιος 
Προϊστάμενος μπορεί με την έκδοση πράξης να διακόψει την καταβολή της προκαταβολής 
σύνταξης, εφόσον διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την καταβολή της.

 ε. Οι ανωτέρω αποδοχές δεν καταβάλλονται:

 - σε περίπτωση απόλυσης για πειθαρχικό παράπτωμα ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια των μόνιμων ή 
ισόβιων υπαλλήλων,

 - σε περίπτωση παραίτησης του υπαλλήλου που δεν έχει συμπληρώσει τα έτη ασφάλισης για τη 
θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Κώδικα 
αυτού,

 - σε περίπτωση που η σύνταξη δεν είναι άμεσα καταβλητέα λόγω μη συμπλήρωσης του 
προβλεπομένου ορίου ηλικίας για την καταβολή της και

 - σε περίπτωση απόλυσης λόγω ανικανότητας ή θανάτου στην Υπηρεσία. Ειδικά στις περιπτώσεις 
αυτές η σύνταξη καταβάλλεται στους δικαιούχους κατά απόλυτη προτεραιότητα.

2. Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου, καταβάλλεται ως προκαταβολή σύνταξης στον επιζώντα 
σύζυγο και στα τέκνα του, εφόσον γι' αυτά συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του 
Κώδικα αυτού, ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) ολόκληρης της σύνταξής του. Σε περίπτωση 
που ο υπάλληλος που έχει αποχωρήσει από την Υπηρεσία και βρίσκεται σε αναστολή καταβολής 
της σύνταξής του λόγω μη συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης αποβιώσει, το ποσό 
της προκαταβολής σύνταξης, που καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο και στα τέκνα του, εφόσον 
γι' αυτά συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κώδικα αυτού, ανέρχεται στο ποσό των 
400 ευρώ μηνιαίως.

3. Ποσά που καταβλήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, συμψηφίζονται με τα 
ποσά που θα καταβληθούν ως αναδρομικά της σύνταξης. Εάν το ποσό των αναδρομικών της 
σύνταξης δεν επαρκεί για τον κατά τα ανωτέρω συμψηφισμό το υπόλοιπο προς συμψηφισμό ποσό 
θα παρακρατηθεί από την καταβαλλόμενη σύνταξη σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 60 του 
Κώδικα αυτού, όπως ισχύει.»

 2. α. Οι διατάξεις της παρ. 1 έχουν εφαρμογή για όσους υπάγονται στο συνταξιοδοτικό καθεστώς 
του Δημοσίου και αποχωρούν από την Υπηρεσία από 1-6-2013 και μετά. 
Κατ' εξαίρεση οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και για όσους αποχωρήσουν από 1-3-2013 
μέχρι 31-5-2013, οι οποίοι για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία αποχώρησής τους μέχρι 
και την 31-5-2013 μπορούν να λάβουν αναλογία των αποδοχών του άρθρου 57 που αντιστοιχεί 
στο χρονικό διάστημα αυτό και από 1-6-2013 την προκαταβολή σύνταξης σύμφωνα με τα 
οριζόμενα στην παράγραφο αυτή.

 Οι διατάξεις του άρθρου 57, από 1-6-2013, δεν έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα της περίπτωσης 
αυτής.

 Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής δεν έχουν εφαρμογή για τους στρατιωτικούς για τους οποίου 
εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 57. Το ίδιο ισχύει και για τους υπαλλήλους των 
ΝΠΔΔ που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς και των 
οποίων οι συντάξεις δεν καταβάλλονται από το Δημόσιο. 

β. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την 
καταβολή της προκαταβολής σύνταξης καθώς και τον έλεγχο των καταβαλλομένων ποσών. Με 
ίδια 
απόφαση μπορεί να επαναπροσδιορίζεται το χρονικό διάστημα καταβολής της προκαταβολής 
σύνταξης και η επέκταση της προκαταβολής σύνταξης σε όσους έχουν αποχωρήσει από την 
Υπηρεσία μέχρι την 28-2-2013 και στους στρατιωτικούς.

 3. α. Η πράξη κανονισμού της σύνταξης του υπαλλήλου ή του στρατιωτικού, εκδίδεται εντός έξι 
(6) μηνών από την ημερομηνία πρωτοκόλλησης της σχετικής αίτησης στην Υπηρεσία Συντάξεων 
του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Σε περίπτωση διαδοχικής ασφάλισης η προθεσμία του 
προηγούμενου εδαφίου ορίζεται σε επτά (7) μήνες.

 β. Ο κανονισμός της σύνταξης του Δημοσίου διενεργείται κατά σειρά προτεραιότητας με βάση την 
ημερομηνία που περιήλθε η σχετική αίτηση στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου 
του Κράτους.

 4. Η αίτηση συνταξιοδότησης του υπαλλήλου μαζί με τα δικαιολογητικά που απαιτούνται, όπως 
αυτά ορίζονται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, αποστέλλονται από την Υπηρεσία του 
στην Υπηρεσία Συντάξεων του ΓΛΚ εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία που φέρει το ΦΕΚ, 
στο οποίο δημοσιεύεται η λύση της υπαλληλικής του σχέσης.

 5. Παραβίαση των προθεσμιών των παραγράφων 4 (περ. α') και 5 καθώς και αυτών των 
περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 1 συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, κατά την έννοια των 
διατάξεων των άρθρων 106 και 107 του ν. 3528/2007 (ΦΕΚ 26 Α') για τους, κατά περίπτωση, 
εμπλεκομένους της αρμόδιας Διεύθυνσης και τιμωρείται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 109 του 
ίδιου νόμου, όπως ισχύει.

 Τα ανωτέρω έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση παραβίασης των διατάξεων της περ. 
β' 
της ανωτέρω παραγράφου 3.

 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή και για όσους έχουν ασφαλισθεί για πρώτη 
φορά σε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου, από 
1-1-1993 και μετά.

Άρθρο 2
Κατάργηση των Επιτροπών των Άρθρων 14 κατ 66 του π.δ. 169/2007

1. α. Η Επιτροπή της παρ. 4 του άρθρου 14 καθώς και η Επιτροπή της παρ.1 του άρθρου 66, του 
π.δ. 169/2007 (ΦΕΚ 210 Α') καταργούνται από την επομένη της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του 
νόμου αυτού.

 β. Από την επομένη της ημερομηνίας δημοσίευσης του νόμου αυτού, οι αρμοδιότητες της 
Επιτροπής της παρ. 4 του άρθρου 14 του π.δ. 169/2007, που καταργείται σύμφωνα με τις 
διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης, ασκούνται από τις οικείες Διευθύνσεις Κανονισμού και 
Εντολής Πληρωμής της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, 
κατά περίπτωση.

 γ. Οι διατάξεις του τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007 
καταργούνται.

 2. α. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007 αντικαθίστανται ως εξής:

 «2. Η πράξη κανονισμού σύνταξης υπόκειται σε έφεση στο αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού 
Συνεδρίου:
 α) από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, εντός εξήντα ημερών από την κοινοποίηση της 
πράξης και
 β) χωρίς περιορισμό από προθεσμία, από τον Διευθυντή της αρμόδιας Διεύθυνσης Διενέργειας 
Μεταβολών και Δειγματοληπτικών Ελέγχων
 i) αν κατά το διενεργούμενο έλεγχο, διαπιστωθεί εσφαλμένη εφαρμογή συνταξιοδοτικών 
διατάξεων ή
 ii) αν η πράξη που προσβάλλεται στηρίζεται σε ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή σε ψευδή έκθεση 
ή κατάθεση πραγματογνώμονα ή σε πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα, εφόσον τα περιστατικά αυτά 
προκύπτουν από αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή βούλευμα ή
 iii) αν εμφιλοχώρησε πλάνη για τα πράγματα ή
 iv) αν με την πράξη που προσβάλλεται κανονίστηκε σύνταξη χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες 
προϋποθέσεις ή μεγαλύτερη από αυτή που καθορίζει ο νόμος.»

 β. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007 καταργούνται.

 3. Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007 αντικαθίστανται ως εξής :

 «4. Το όργανο που έχει εκδώσει την πράξη μπορεί, χωρίς περιορισμό από προθεσμία, να προβεί 
στη διόρθωση οιουδήποτε τυπικού ή ουσιαστικού στοιχείου αυτής, είτε αυτεπάγγελτα, χωρίς 
περιορισμό από προθεσμία, είτε μετά την υποβολή σχετικής αίτησης θεραπείας από τον 
ενδιαφερόμενο, εντός εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίησή της, εφόσον διαπιστώσει ότι κατά 
την έκδοση της πράξης εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι σχετικές συνταξιοδοτικές διατάξεις. Η 
διόρθωση γίνεται με την έκδοση τροποποιητικής πράξης.
Το ανωτέρω όργανο μπορεί να ανακαλέσει αυτεπάγγελτα την πράξη που εξέδωσε, χωρίς 
περιορισμό από προθεσμία, αν με την πράξη αυτή κανονίστηκε σύνταξη χωρίς να συντρέχουν οι 
νόμιμες προϋποθέσεις καθώς και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων ii και iii της 
προηγούμενης παραγράφου. Η ανάκληση γίνεται με την έκδοση ανακλητικής πράξης.
Εάν κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής διαπιστωθεί ότι έχει επέλθει ζημία 
στο Δημόσιο, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 
του άρθρου 69. Η ανωτέρω διαδικασία ισχύει και για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 2 του 
άρθρου 48 του Ε.Κ. 987/2009. 
Οι πράξεις που εκδίδονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής υπόκεινται, στα 
ένδικα μέσα της παρ.2.»

 4. α. Οι διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 66 του π.δ 169/2007 
αντικαθίστανται ως εξής:

 «Οι πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 καθώς και 
τις διατάξεις της παρ. 4 κοινοποιούνται στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού 
Συνεδρίου, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει κατ' αυτών τα ένδικα μέσα που αναφέρονται 
στην επόμενη παράγραφο εντός εξήντα ημερών από τότε που θα περιέλθουν σε αυτόν.»

 β. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007 
αντικαθίστανται ως εξής:

 «Οι πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 καθώς και 
τις διατάξεις της παρ. 4 υπόκεινται σε έφεση στο αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που 
ασκείται από τον Υπουργό Οικονομικών και από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον εντός εξήντα 
ημερών από την έκδοση τους ή την κοινοποίησή τους, αντίστοιχα.» 

 γ. Οι διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007 αντικαθίστανται ως εξής:

 «7. Κάθε αίτηση σχετική με τις πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου 
εδαφίου της παρ. 1 καθώς και τις διατάξεις της παρ. 4. η οποία στηρίζεται σε έγγραφα για το 
περιεχόμενο των οποίων δεν έγινε κρίση, θεωρείται όχι ως ένδικο μέσο άλλα ως αίτηση που 
εξετάζεται για πρώτη φορά.»

 δ. Ο διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 10 του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007 
αντικαθίστανται ως εξής:

 «10. Οι πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 καθώς 
και τις διατάξεις της παρ. 4, κοινοποιούνται απευθείας στους ενδιαφερομένους σε επικυρωμένο 
αντίγραφο.»

 ε. Οι διατάξεις των παρ. 9 και 11 του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007 καθώς και αυτές του άρθρου 
108 του π.δ. 168/2007 (ΦΕΚ 209 Α') καταργούνται.

 5. α. Ενστάσεις που κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού εκκρεμούν για εκδίκαση 
ενώπιον της καταργούμενης με τις διατάξεις της παρ. 1 Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού 
Συντάξεων λογίζονται ως σιωπηρώς απορριφθείσες και τίθενται στο αρχείο, τα σχετικά δε 
παράβολα επιστρέφονται στους δικαιούχους. Κατά της σιωπηρής αυτής απόρριψης μπορεί να 
ασκηθεί από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον το ένδικο μέσο της έφεσης ενώπιον του 
αρμοδίου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατ' εξαίρεση εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από 
την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού. Προκειμένου για ενστάσεις που έχουν ασκηθεί από 
τους Προϊσταμένους των πρώην Διευθύνσεων Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών ή 
Στρατιωτικών και Πολεμικών Συντάξεων και εκκρεμούν ενώπιον της ανωτέρω Επιτροπής, 
διαβιβάζονται για επανεξέταση στις αρμόδιες κατά περίπτωση Διευθύνσεις Κανονισμού και Εντολής 
Πληρωμής. Στην περίπτωση αυτή εάν ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Διεύθυνσης εμμείνει στην 
ορθότητα της επανεξεταζόμενης πράξης κανονισμού σύνταξης, αυτή διαβιβάζεται στη Διεύθυνση 
Διενέργειας Μεταβολών και Δειγματοληπτικών Ελέγχων προκειμένου να προβεί στις δικές της 
ενέργειες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

 β. Αιτήσεις που κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού εκκρεμούν για εξέταση 
ενώπιον της καταργούμενης με τις διατάξεις της παρ. 1 Επιτροπής της παρ. 4 του άρθρου 14 του 
π.δ. 169/2007, διαβιβάζονται στις αρμόδιες, κατά περίπτωση, Διευθύνσεις Κανονισμού και Εντολής 
Πληρωμής προκειμένου να εξετασθούν λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων του τελευταίου 
εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 του π.δ. 169/2007.

 6. Οι διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3 καθώς και αυτές της παρ. 5, έχουν ανάλογη 
εφαρμογή και για τις πράξεις κανονισμού σύνταξης που εκδίδονται από τις αρμόδιες Διευθύνσεις 
Συντάξεων των Ασφαλιστικών Οργανισμών αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας και 
Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίες, με βάση ειδικές ή γενικές διατάξεις υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον 
της καταργούμενης με τις διατάξεις της παρ. 1 Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού 
Συντάξεων.

Άρθρο 3
Τροποποίηση του π. δ. 169/2007

1. Στο τέλος της περ. δ' της παρ. 1 των άρθρων 5 και 31 του π.δ. 169/2007 προστίθεται εδάφιο 
ως εξής:

 «Εφόσον τα ανωτέρω πρόσωπα φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές του εξωτερικού πρέπει 
να υποβάλλουν τα ξενόγλωσσα πιστοποιητικά σπουδών, με σφραγίδα Apostille (Χάγης) από το 
Ελληνικό Προξενείο της περιοχής που φοιτούν, με μετάφραση από το Υπουργείο Εξωτερικών ή 
δικηγόρο.»

 2. α. Στο τέλος της υποπερίπτωσης ββ' της περ. β' της παρ. 4 του άρθρου 5 του π.δ. 169/2007 
προστίθεται, από της ισχύος της, εδάφιο ως εξής :

 «Τυχόν τεκμαρτό εισόδημα που αναλογεί σε πρώτη κατοικία, αντικειμενικής αξίας μέχρι του 
ποσού των 100.000 ευρώ ή/και κατοχή ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου, δε λαμβάνεται υπόψη για 
τον υπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματος του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον δεν πάρχει 
τεκμαρτό εισόδημα και από άλλες πηγές.»

 β. Στο τέλος της υποπερίπτωσης ββ' της περ. β' της παρ. 5 του άρθρου 31 του π.δ. 169/2007 
προστίθεται, από της ισχύος της, εδάφιο ως εξής : «Τυχόν τεκμαρτό εισόδημα που αναλογεί σε 
πρώτη κατοικία, αντικειμενικής αξίας μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ ή/και κατοχή ιδιωτικής 
χρήσεως αυτοκινήτου, δε λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματος 
του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον δεν υπάρχει τεκμαρτό εισόδημα και από άλλες πηγές.»

 γ. Δικαιώματα που έχουν κριθεί και απορριφτεί με βάση τις ανωτέρω διατάξεις της υποπερίπτωσης 
ββ' της περ. β' των παρ. 4 και 5 των άρθρων 5 και 31, αντίστοιχα, του π.δ. 169/2007, 
επανακρίνονται, μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 
αυτής και τυχόν οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του επομένου της υποβολής 
της σχετικής αίτησης μήνα.

 δ. Το τελευταίο εδάφιο των παρ. 4 και 5 των άρθρων 5 και 31, αντίστοιχα, του π.δ. 169/2007, 
αντικαθίσταται, από 1-1-2013, ως εξής: 

«Η σύνταξη των προσώπων της περίπτωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 720 
ευρώ μηνιαίως.»

 ε. Από 1-1-2013 καταργείται η καταβολή του επιδόματος εξομάλυνσης του άρθρου 1 του ν. 
3670/2008 (ΦΕΚ 117 Α) με τις συντάξεις των προσώπων της προηγούμενης περίπτωσης. 

 στ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για όσα από τα αναφερόμενα σε 
αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του π.δ. 167/2007 (ΦΕΚ 208 Α') καθώς 
και του π.δ. 168/2007 ΦΕΚ 209 Α').

 3. Οι διατάξεις της περ. ι) της παρ. 2 του άρθρου 9 του π.δ.169/2007, έχουν εφαρμογή μόνο για 
όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα έχουν ασκήσει τα καθήκοντα του Προϊσταμένου 
Οργανικής Μονάδας τουλάχιστον για μία διετία, μετά από επιλογή τους για τη θέση αυτή από το 
αρμόδιο κατά περίπτωση όργανο, σύμφωνα με τις οικείες διοικητικές διατάξεις και όχι κατά 
ανάθεση ή αναπλήρωση.

 4. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 11 του π.δ. 169/2007 
αντικαθίστανται ως εξής:

 «8. Δεν υπολογίζεται σαν συντάξιμος ο χρόνος οποιασδήποτε υπηρεσίας αν χρησίμευσε ή θα 
χρησιμεύσει σύμφωνα με νόμο για απόκτηση δικαιώματος σύνταξης σε οποιοδήποτε ασφαλιστικό 
Οργανισμό κύριας ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου ή σε διεθνή Οργανισμό 
στον οποίο συμμετέχει και η Ελλάδα, καθώς και αν για το χρόνο αυτόν καταβλήθηκε ή θα 
καταβληθεί, μετά την απομάκρυνση του υπαλλήλου ή του στρατιωτικού, εφάπαξ αποζημίωση ή 
χρηματική αμοιβή, εκτός αν αυτή επιστραφεί ή προκειμένου για αυτούς που υπηρετούν σε διεθνείς 
Οργανισμούς αν καταβληθούν στο Ελληνικό Δημόσιο οι κρατήσεις που προβλέπονται κατά 
περίπτωση από τις διατάξεις των άρθρων 6 του ν. 1902/1990 και 20 παρ. 2 του ν. 2084/1992.»

5. Από 1-8-2012, τα επιδόματα νόσου και ανικανότητας του άρθρου 54 του π.δ. 169/2007 και 
των άρθρων 100 έως και 104 του π.δ. 168/2007 καθώς και οι συντάξεις των αναπήρων πολέμου 
οπλιτών και των αναπήρων οπλιτών ειρηνικής περιόδου, εξακολουθούν να υπολογίζονται με βάση 
το βασικό μισθό του βαθμού του Λοχαγού όπως αυτός ίσχυε την 31-7-2012.

6. α. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 55 του π.δ. 169/2007 η φράση 
«όπως ισχύει κάθε φορά» αντικαθίσταται, από 1-112011, με τη φράση «όπως αυτός ίσχυε την 
31-10-2011.»

  β. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν μέχρι 31-12-2015.

7. Οι διατάξεις των παρ. 8 έως και 13 του άρθρου 58 του π.δ 169/2007, έχουν εφαρμογή και για 
όσους φέρουν παράλληλα τις ιδιότητες του κληρικού και του εκπαιδευτικού, υπό την προϋπόθεση 
ότι η ιδιότητα του κληρικού αποκτήθηκε από 1-1-1993 και μετά.

8. α. Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί με βάση τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 60 του π.δ. 
169/2007 καταργούνται.
   β. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 60 του π.δ 169/2007 αντικαθίστανται ως εξής:

 «5. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος ή ο στρατιωτικός, που αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης έχει 
εισπράξει όταν ήταν στην ενέργεια αποδοχές που δεν δικαιούται, τα ποσά που καταβλήθηκαν 
χωρίς να οφείλονται παρακρατούνται συμψηφιστικά από τα αναδρομικά της σύνταξής του ή της 
σύνταξης των μελών της οικογένειάς του σε περίπτωση μεταβίβασης της σύνταξης σε αυτά. Τυχόν 
εναπομείναν οφειλόμενο ποσό παρακρατείται από τη σύνταξή του ή τη σύνταξη των μελών της 
οικογένειάς του, σε μηνιαίες ισόποσες δόσεις, η κάθε μία από τις οποίες δεν μπορεί να υπερβαίνει το 
1/4 της μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξης. Οφειλόμενο ποσό μέχρι και 100 ευρώ εισπράττεται 
εφάπαξ υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό αυτό δεν υπερβαίνει το 1/4 της μηνιαίας καταβαλλόμενης 
σύνταξης. Η ανωτέρω παρακράτηση από τη σύνταξη σε δόσεις, γίνεται με πράξη του αρμόδιου 
Διευθυντή Συντάξεων.
Οι διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τις 
περιπτώσεις αχρεωστήτως καταβαλλομένων συντάξεων, βοηθημάτων καθώς και επιδομάτων που 
καταβάλλονται μαζί με τη σύνταξη ή το βοήθημα.»

 γ. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 60 του π.δ. 169/2007 
αντικαθίστανται ως εξής:

 «1. Δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να αναγνωρισθούν αναδρομικά σε βάρος του Δημοσίου 
Ταμείου οικονομικά δικαιώματα από συντάξεις για χρονικό διάστημα πέραν των δύο (2) ετών από 
την πρώτη του μήνα κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση.»

 δ. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 61 του π.δ. 169/2007 καθώς και 
αυτές του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α') 
αντικαθίστανται ως εξής:

 «Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων και βοηθηματούχων του Δημοσίου 
καθώς και των κληρονόμων τους, από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα, βοηθήματα και 
αποζημιώσεις, είναι δυο έτη, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα εξ' αμελείας.»

 ε. Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 63 του π.δ. 169/2007 αντικαθίστανται ως εξής:

 «1. Το δικαίωμα για σύνταξη ή καταβολή δεν μπορεί να ασκηθεί αν ο δικαιούχος καταδικαστεί 
στην ποινή της κάθειρξης για οποιοδήποτε αδίκημα και μέχρι τη λήξη της ποινής.»

9. α. Οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 66 του π.δ 169/2007 καταργούνται. Αιτήσεις σχετικές με 
την εφαρμογή των καταργούμενων διατάξεων, που εκκρεμούν στις αρμόδιες Διευθύνσεις 
Συντάξεων τίθενται στο αρχείο.

    β. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 12 του άρθρου 66 του π.δ. 169/2007 που προστέθηκε με 
την παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 180 Α') προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 «Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση που ο 
ενδιαφερόμενος, προκειμένου να υπαχθεί στις διατάξεις της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 
3865/2010, ζητά την ανάκληση της πράξης αναγνώρισης ως συνταξίμου του χρόνου στρατιωτικής 
θητείας του, με βάση τον οποίο θεμελίωσε συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέχρι την 31-12-2010 και υπό 
την προϋπόθεση ότι η πράξη αυτή εκδόθηκε μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία.»

10. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 69 του π.δ. 169/2007 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 «Η Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους διενεργεί απογραφή αυτών 
τουλάχιστον κάθε πέντε έτη, αρχής γενομένης από 1-12017.»

Άρθρο 4
Ρύθμιση Άλλων Συνταξιοδοτικών Θεμάτων

1. α. Στο τέλος της περ. α' της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α) προστίθεται 
εδάφιο ως εξής:

 «Για όσους συμπληρώνουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις από 1-1-2013 και μετά το όριο ηλικίας 
καταβολής της σύνταξης αυξάνεται στο 67ο έτος της ηλικίας τους.»

  β. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 19 του ν. 2084/1992) προστίθεται εδάφιο ως 
εξής :

 «Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου δεν έχουν εφαρμογή για τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα, 
τα οποία κατά την 31-12-2012 είχαν συμπληρώσει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία 
και το 65ο έτος της ηλικίας τους.»

2. α. Από 1-1-2013 οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του ν.2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α'), όπως 
ισχύουν, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τις συντάξεις των συνταξιούχων του δημόσιου τομέα, 
όπως αυτός έχει οριοθετηθεί με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν.1256/1982 (ΦΕΚ 65 
Α') που χορηγούνται από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητας του Υπουργείου 
Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

 β. Οι διατάξεις των περιπτώσεων α και β της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 2592/1998 
αντικαθίστανται ως εξής:

 «α. Για την περίπτωση κύριας ή επικουρικής σύνταξης, ως το γινόμενο του συντελεστή του 
αναλογιστικού ισοδύναμου επί το ποσό της μηνιαίας σύνταξης που θα εδικαιούτο ο αιτών κατά 
την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του στη Διοίκηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξάρτητα 
από τη συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων απονομής σύνταξης και επί τον αριθμό των 
ετησίως καταβαλλόμενων, σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου φορέα, μηνιαίων συντάξεων.
β. Για την περίπτωση εφάπαξ παροχής, ως το γινόμενο του συντελεστή του αναλογιστικού 
ισοδύναμου επί το ποσό της εφάπαξ παροχής που θα εδικαιούτο ο αιτών κατά την ημερομηνία 
υποβολής της αίτησής του στη Διοίκηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ανεξάρτητα από τη 
συμπλήρωση των χρονικών προϋποθέσεων απονομής της εφάπαξ παροχής.»

 γ. Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης β' της παρ. 6 του άρθρου 18 του ν. 3865/2010 
αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής:

 «Η κατά τα ανωτέρω αναγωγή διενεργείται από τον οικείο οργανισμό ασφάλισης και προκειμένου 
για περιπτώσεις που αφορούν ασφαλιστικά δικαιώματα κύριας σύνταξης και εμπίπτουν στην 
αρμοδιότητα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από τις Διευθύνσεις Ελέγχου και Εντολή 
Πληρωμής της Υπηρεσίας Συντάξεων, κατά περίπτωση.»

 δ. Οι διατάξεις των περιπτώσεων β' και γ' ισχύουν από 1-5-2004.

3. Οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ 72 Α') έχουν εφαρμογή και για τον Πρόεδρο, 
τον Αντιπρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Προμηθειών Υγείας του ν.3580/2007 (ΦΕΚ 134 Α'). Σε 
περίπτωση που τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου, πριν το διορισμό τους στις θέσεις αυτές 
δεν είχαν ασφαλισθεί σε οποιοδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης της Χώρας, 
συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια της θητείας τους ασφαλίζονται 
υποχρεωτικά στο γενικό ασφαλιστικό σύστημα της Χώρας (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.).

4. α. Οι προθεσμίες του άρθρου 3 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297 Α'), για τα τέκνα θανόντος 
συνταξιούχου, τα οποία κατά το χρόνο γέννησης του συνταξιοδοτικού δικαιώματός τους ήταν 
ανάπηρα για την άσκηση κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό εξήντα επτά τοις εκατό 
(67%) μέχρι και ποσοστό εβδομήντα εννέα τοις εκατό (79%), αυξάνονται στο διπλάσιο. Οι 
προθεσμίες του άρθρου 3 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297 Α') δεν ισχύουν για τα τέκνα θανόντος 
συνταξιούχου, τα οποία κατά το χρόνο γέννησης του συνταξιοδοτικού δικαιώματός τους ήταν 
ανάπηρα για την άσκηση κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό 80% και άνω. 
Δικαιώματα που έχουν κριθεί και απορριφθεί, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 
3075/2002, λόγω υποβολής του σχετικού αιτήματος εκπρόθεσμα, επανακρίνονται από τις 
αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης αυτής και τα οικονομικά 
αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του επομένου της ημερομηνίας δημοσίευσης του νόμου 
αυτού μήνα.

 β. Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 24 του άρθρου 3 του ν. 3408/2005 ( ΦΕΚ 272 Α') προστίθεται 
εδάφιο ως εξής:

 «Εάν δεν υπάρχουν συνδικαιούχοι του λογαριασμού τα ανωτέρω ποσά καταλογίζονται σε βάρος 
των κληρονόμων.»

5. α. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 6 του ν. 3865/2010, που προστέθηκε με τις 
διατάξεις της περ. α' της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 (ΦΕΚ 180 Α') αντικαθίσταται ως 
εξής:

 «Στις διατάξεις της περίπτωσης αυτής υπάγονται και όσα από τα πρόσωπα της παρ. 7 του άρθρου 
19 του ν. 2084/1992 είχαν κατά την ανωτέρω ημερομηνία συμπληρώσει 15ετή πλήρη συντάξιμη 
υπηρεσία και το 65ο ή το 60ο έτος της ηλικίας τους, κατά περίπτωση, ανεξαρτήτως του χρόνου 
αποχώρησής τους από την Υπηρεσία.»

 Δικαιώματα που έχουν κριθεί και απορριφθεί σύμφωνα με τις αντικαθιστάμενες διατάξεις 
επανακρίνονται μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων από την αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του 
Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του 
επομένου της υποβολής της αίτησης μήνα. 

β. Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 3865/2010 αντικαθίστανται ως εξής:

 «4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και του άρθρου 8 του ν. 3865/2010, όπως ισχύουν, δεν 
έχουν εφαρμογή για τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα των οποίων το δικαίωμα γεννήθηκε πριν 
την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ανωτέρω νόμου.» 

γ. Οι διατάξεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 
3865/2010, αντικαθίστανται ως εξής :

 «1. α. Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 63 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α'), όπως ισχύουν έχουν 
ανάλογη εφαρμογή και για τους εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχους του Δημοσίου, γενικά, 
συμπεριλαμβανομένων και όσων λαμβάνουν βουλευτική σύνταξη ή χορηγία, που εργάζονται ως 
μισθωτοί εκτός του δημόσιου τομέα όπως αυτός έχει οριοθετηθεί με τις διατάξεις της παρ. 6 του 
άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65 Α'), μη εφαρμοζομένων στις περιπτώσεις αυτές των 
διατάξεων της περ. β' της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 3234/2004 (ΦΕΚ 52 Α'). 
Για τους εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχους του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων και όσων 
λαμβάνουν βουλευτική σύνταξη ή χορηγία, που αυτοαπασχολούνται και έχουν συμπληρώσει το 
55ο έτος της ηλικίας τους και προκειμένου για στρατιωτικούς το 47ο, περικόπτεται το ποσό της 
κύριας ή των κύριων συντάξεων που υπερβαίνει τα 60 ημερομίσθια του ανειδίκευτου εργάτη, 
προσαυξανομένου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 63 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 
1 Α'), όπως ισχύει. Για όσα από τα πρόσωπα των προηγουμένων εδαφίων δεν έχουν συμπληρώσει 
το 55ο έτος της ηλικίας τους και προκειμένου για τους στρατιωτικούς το 47ο, η σύνταξη 
αναστέλλεται, με εξαίρεση όσα από αυτά έχουν απολυθεί ή αποστρατευθεί αυτεπάγγελτα, χωρίς 
υπαιτιότητά τους. 
β. Ως αυτοαπασχολούμενος θεωρείται αυτός που ασκεί δραστηριότητα υπακτέα στην ασφάλιση 
του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.) ή του Ενιαίου Ταμείου 
Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) καθώς και αυτός που με βάση τις οικείες διατάξεις του 
Κ. Φ. Α. Σ υποχρεούται στην έκδοση στοιχείων απεικόνισης συναλλαγών.
γ. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές 
πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (ΦΕΚ 120 Α) και 
1977/1991 (ΦΕΚ 185 Α) καθώς και για όσα από αυτά λαμβάνουν πολεμική σύνταξη ή σύνταξη 
παθόντος στην υπηρεσία και εξ αιτίας αυτής. Επίσης οι ανωτέρω διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή για 
όσους έχουν τέκνο ανίκανο για την άσκηση κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό 67% 
και άνω, καθώς και για τους πολύτεκνους, των οποίων το ένα τουλάχιστον τέκνο είναι ανήλικο ή 
σπουδάζει και υπό τις προϋποθέσεις της περ. δ' της παρ.1 του άρθρου 5 του π.δ. 169/2007. 
δ. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού για 
όσους συνταξιούχους αναλαμβάνουν εργασία ή αυτοαπασχολούνται από την ημερομηνία αυτή και 
μετά. Εάν έχουν αναλάβει εργασία ή αυτοαπασχολούνται πριν την ανωτέρω ημερομηνία, οι 
διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή από 1-12013.»

 Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής έχουν εφαρμογή και για τα πρόσωπα που ασφαλίστηκαν για 
πρώτη φορά από 1-1-1993 και μετά σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης, 
συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου. Οι διατάξεις των παρ. 4, 5 και 7 του άρθρου 16 του ν. 
2084/1992 καταργούνται.

 6. α. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226 Α') προστίθεται εδάφιο ως 
εξής:

 «Ειδικά στις περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης και υπό την προϋπόθεση ότι ο απονέμων φορέας 
είναι το Δημόσιο, για τα πρόσωπα των διατάξεων της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 33, το τμήμα 
σύνταξης του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3232/2004 (ΦΕΚ 48 Α) 
καταβάλλεται ταυτόχρονα με αυτό του Δημοσίου, χωρίς την οριζόμενη από τις διατάξεις του β' 
εδαφίου των διατάξεων αυτών, μείωση. Ο συμμετέχων φορέας αποδίδει το αναλογούν ποσό στον 
απονέμοντα φορέα κατά το χρόνο συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, που 
ισχύουν κατά περίπτωση, με βάση τις οικείες διατάξεις της νομοθεσίας του.» 

β. Οι διατάξεις της περ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 αντικαθίστανται από της 
ισχύος τους ως εξής :

 «γ. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου, οι αναλογούσες ασφαλιστικές 
εισφορές για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση και πρόνοια των προσώπων των προηγουμένων 
περιπτώσεων, υπολογίζονται επί των ανωτέρω συντάξιμων αποδοχών.» 

γ. Στο τέλος της περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. του ν. 4024/2011 προστίθεται από της 
ισχύος τους, εδάφιο ως εξής:

 «Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου και αυτής έχουν εφαρμογή για όσους από τα 
αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα υπάγονται στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς του 
Δημοσίου ή συνταξιοδοτούνται με βάση τις δημοσιοϋπαλληλικές διατάξεις.» 

δ. Στο τέλος του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 4024/2011 προστίθεται 
η φράση «χωρίς αυτό να δημιουργεί δικαίωμα υπαγωγής τους στις διατάξεις της περ. ι) της παρ. 2 
του άρθρου 9 του π.δ. 169/2007.»

ε. Στο τέλος του δευτέρου εδαφίου της περ. δ' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4051/2012 (ΦΕΚ 
Α' 40) μετά τις λέξεις «και άνω» προστίθεται η φράση «καθώς και όσοι λαμβάνουν εξ ιδίου 
δικαιώματος πολεμική σύνταξη.».

7. α. Κατ' εξαίρεση η καταργούμενη, με την περ. β' της υποπαραγράφου β2 της παραγράφου Β 
του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, διάταξη της υποπερίπτωσης γγ) της περ. β) της παρ. 3 του 
άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την 31.12.2013 για τα πρόσωπα της 
περ.γ' της παρ. 1 καθώς και αυτά της παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 4024/2011.

 β. Η περίπτωση ε' των παραγράφων 5 και 6 των άρθρων 5 και 31, αντίστοιχα, του π.δ. 169/2007 
αντικαθίσταται, από 1-1-2013, ως εξής: 

  «ε. Από την αναστολή ή την περικοπή της σύνταξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση 
δ', δεν επωφελούνται τα τυχόν συνδικαιούχα πρόσωπα εκτός εάν πρόκειται για επιζώντα σύζυγο ή 
και τέκνο που ανήκει στα πρόσωπα της επόμενης περίπτωσης, οπότε: 
αα) Στην περίπτωση περικοπής της σύνταξης η άγαμη θυγατέρα μπορεί μετά από αίτησή της, να 
ζητήσει την αναστολή καταβολής του μεριδίου της σύνταξής της, προκειμένου, να ανακαθορισθεί, 
σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά κατηγορία συνταξιούχων διατάξεις, το μερίδιο των συνδικαιούχων 
προσώπων, σαν να μην υπάρχει στη σύνταξη η θυγατέρα που ζητά την αναστολή καταβολής του 
μεριδίου της. 
ββ) Στην περίπτωση αναστολής καταβολής της σύνταξης ο κατά τα ανωτέρω ανακαθορισμός του 
μεριδίου σύνταξης των συνδικαιούχων προσώπων γίνεται οίκοθεν από την αρμόδια Διεύθυνση 
Συντάξεων.»

γ. Από 1-1-2013 το δεύτερο εδάφιο της περ. δ' της υποπαραγράφου β5 της παραγράφου Β του 
 άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργείται.

δ. Στο τέλος της περ. γ' της υποπαραγράφου β1 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του 
ν.4093/2012 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 «Ειδικά η καταβολή της βουλευτικής σύνταξης ή της χορηγίας δημάρχου αναστέλλεται, εφόσον οι 
κατά περίπτωση δικαιούχοι επανεκλεγούν στα αξιώματα αυτά.»

8. α. Στο τέλος της περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου 
"Μέτρα ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων", που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της 
Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 211 Α') και κυρώθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ν.2453/1997 
(ΦΕΚ 4 Α'), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του ν. 2592/1998 και το άρθρο 1 του ν. 
2768/1999 (ΦΕΚ 273 Α'), προστίθεται περίπτωση ε', ως εξής: 

«ε. Διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα.»

 β. Ειδικά για τους συνταξιούχους του Δημοσίου, καταβάλλεται από 1-12012 ποσό ΕΚΑΣ 30 ευρώ 
μηνιαίως, εφόσον πληρούν αθροιστικά τις παρακάτω προϋποθέσεις:

 αα) Το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα τους από συντάξεις κύριες, επικουρικές, 
συμπεριλαμβανομένων και των μερισμάτων ή βοηθημάτων καθώς και από μισθούς, ημερομίσθια 
και λοιπά επιδόματα, κυμαίνεται από 8.472,10 ευρώ μέχρι 9.200,00 ευρώ.

 ββ) Το συνολικό ετήσιο οικογενειακό καθαρό εισόδημά τους, δεν υπερβαίνει το ποσό των 
13.500,00 ευρώ.

 Τα παραπάνω ποσά αφορούν εισοδήματα που δηλώθηκαν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος 
του οικονομικού έτους 2010 και δύνανται να αναπροσαρμόζονται με την κοινή απόφαση των 
Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 
2768/1999.

 γγ) Πληρούν όλες τις λοιπές προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 της αναφερόμενης 
στην περίπτωση α' Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως ισχύει.

 Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου 
της περίπτωσης α'.

 γ. Από 1-1-2014 το πρώτο εδάφιο της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 1 της αναφερόμενης στην 
περίπτωση α' Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

 «α. Έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους.»

 δ. Η Υποπαράγραφος Β6 της Παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργείται.

 ε. Στο τέλος της περίπτωσης δ' της υποπαραγράφου Β3 της παραγράφου Β' του άρθρου πρώτου 
του ν. 4093/2012, όπως τροποποιημένη με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 
4111/2013 ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 «Εξαιρούνται των μειώσεων οι Ανάπηροι Πολέμου Αξιωματικοί Πολεμικής Διαθεσιμότητας, με 
ποσοστό αναπηρίας ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, σύμφωνα με γνωμάτευση της Ανώτατης 
Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής. Η γνωμάτευση των υγειονομικών επιτροπών του Κέντρου 
Πιστοποίησης Αναπηρίας λαμβάνεται υπόψη για την εξαίρεση από τις μειώσεις της περ. δ' της 
υποπαραγράφου Β3 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012».

9. α. Μετά τη δημιουργία του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ) με βάση τις διατάξεις του 
άρθρου 6 του ν. 3863/2010 (ΦΕΚ 115 Α'), για τη συνταξιοδότηση των προσώπων που υπάγονται 
στις διατάξεις των νόμων 1543/1985 (ΦΕΚ 73 Α') και 1863/1989 (ΦΕΚ 204 Α') οι αρμοδιότητες της 
Ειδικής Υγειονομικής Επιτροπής του άρθρου 6 του ν. 1976/1991 (ΦΕΚ 184 Α'), ασκούνται από την 
Ανωτάτη Στρατού Υγειονομική Επιτροπή.

 β. Οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297 Α') ως προς τις προθεσμίες για την 
άσκηση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος έχουν εφαρμογή και για όσους υπάγονται στις διατάξεις 
των Νόμων 1543/1985 και 1863/1989 καθώς και του Α.Ν 1512/1950 (ΦΕΚ 235 Α').

10. α. Υπάλληλος που αποχωρεί από την Υπηρεσία προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί και λόγω 
πλάνης περί τα πράγματα δεν πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις για την άμεση καταβολή της 
σύνταξής του, μπορεί να επανέλθει στην Υπηρεσία μετά από αίτησή του, η οποία υποβάλλεται στον 
φορέα που αποχώρησε εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ημερομηνία που 
φέρει το έγγραφο της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων, το οποίο και τον πληροφορεί σχετικά.

 β. Το χρονικό διάστημα από την αποχώρηση από την Υπηρεσία μέχρι την επαναφορά σε αυτή, των 
προσώπων της προηγούμενης περίπτωσης, δεν λογίζεται συντάξιμο και δεν καταβάλλονται 
αποδοχές για αυτό.

11. α. Οι διοριζόμενοι σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων δύνανται από την ημερομηνία του 
διορισμού τους να διατηρήσουν το ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας, επικουρικής 
ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης στο οποίο υπάγονταν πριν από το διορισμό 
τους στις θέσεις αυτές και όλη η εφεξής υπηρεσία τους στη νέα τους θέση θεωρείται ότι διανύεται 
στο καθεστώς αυτό. Η διατήρηση του προηγούμενου του διορισμού τους ασφαλιστικού - 
συνταξιοδοτικού καθεστώτος γίνεται με ανέκκλητη δήλωσή τους που υποβάλλεται στην Υπηρεσία 
ή στο Φορέα στον οποίο διορίζονται, εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία του διορισμού 
τους. Η ανωτέρω προθεσμία για όσους έχουν ήδη διορισθεί αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης 
ισχύος του νόμου αυτού.

 β. Εφόσον τα ανωτέρω πρόσωπα δεν επιλέξουν την υπαγωγή τους στο ασφαλιστικό - 
συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημόσιου ή σε αυτό της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3865/2010, οι 
εισφορές υπέρ του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων είναι αυτές του μη μετόχου. 

  γ. Η ασφαλιστική - συνταξιοδοτική τακτοποίηση των ανωτέρω υπαλλήλων από την ημερομηνία 
του διορισμού τους γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις οικείες διατάξεις του κάθε φορέα, 
λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων της περ. β' με την απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών 
που έχουν παρακρατηθεί, στους αντίστοιχους φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης του 
ασφαλιστικού καθεστώτος που με τη δήλωσή τους έχουν επιλέξει οι υπάλληλοι αυτοί. Μετά την 
κατά τα ανωτέρω ασφαλιστική τακτοποίηση, τυχόν επιπλέον ασφαλιστικές εισφορές που έχουν 
παρακρατηθεί, από 1-1-2013 και μετά υπέρ οποιουδήποτε φορέα, αποδίδονται στους δικαιούχους.

 δ. Οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές καταβάλλονται του μεν εργοδότη, όπου προβλέπεται, 
από το φορέα στον οποίο διορίζονται, του δε ασφαλισμένου, από τους ίδιους.

 ε. Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 2320/1995 (ΦΕΚ 133 Α) έχουν εφαρμογή και για 
τους υπαλλήλους της παραγράφου αυτής.

 στ. Οι διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων δεν έχουν εφαρμογή για τους συνταξιούχους 
του Δημοσίου που διορίζονται σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων, για τους οποίους οι αναλογούσες 
ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί των αποδοχών της θέσης του μετακλητού.

 ζ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα 
υπηρετούν σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου 
αυτού.

12. α. Οι συντάξεις όσων από τα πρόσωπα που υπάγονται στα ειδικά μισθολόγια των παρ. 13 έως 
και 36 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012 αναπροσαρμόζονται από 1-8-
2012 οίκοθεν από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους 
σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του π.δ. 
169/2007. Ειδικά για την αναπροσαρμογή των συντάξεων όσων από τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν 
αποχωρήσει από την Υπηρεσία από 1-7-2011 και μετά, λαμβάνονται υπόψη, μετά από σχετική 
αίτηση του ενδιαφερομένου και την προσκόμιση σχετικής διοικητικής πράξης της Υπηρεσίας από 
την οποία αποχώρησε και οι διατάξεις της περ. 38 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του 
άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.

 β. Οι διατάξεις της περ. ι' της Υποπαραγράφου Β1 της Παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 
4093/2012 έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα πρόσωπα της παρ. 13 του άρθρου 1 του π.δ. 
169/2007. 

 γ. Οι διατάξεις της περ. θ' της Υποπαραγράφου Β2 της Παραγράφου Β του άρθρου 
πρώτου του ν. 4093/2012 καταργούνται.

13. α. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αυτό 
αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 3620/2007, αντικαθίστανται ως εξής:

 «3. Για την προσφορά η όχι διακεκριμένων υπηρεσιών αποφαίνεται, με πλήρως αιτιολογημένη 
γνώμη, εννεαμελής Επιτροπή η οποία συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών 
και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού αποτελούμενη από έναν (1) Πρόεδρο 
προερχόμενο από τον πανεπιστημιακό χώρο, με τον αναπληρωτή του, τέσσερις (4) 
προσωπικότητες των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, έναν (1) υπάλληλο της 
Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, τον Προϊστάμενο της καθ' ύλη 
αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Πολιτισμού, ο οποίος μπορεί να αναπληρώνεται από τον 
Προϊστάμενο του οικείου Τμήματος και δύο (2) προσωπικότητες, αναλόγως των οκτώ (8) 
κατηγοριών λογοτεχνών και καλλιτεχνών της προηγούμενης παραγράφου, μετά από πρόταση των 
συλλογικών τους φορέων, σε όσες περιπτώσεις υπάρχει συλλογική εκπροσώπηση.»

 β. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αυτό αντικαταστάθηκε 
από το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, αντικαθίσταται ως εξής :

 «Η σύνταξη αυτή είναι μηνιαία, απονέμεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και 
Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ο δε αριθμός των προτεινομένων 
δικαιούχων δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαπέντε (15) ετησίως.»

 γ. Οι περιπτώσεις α', β' και γ' της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αυτό 
αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, αντικαθίστανται ως εξής:

 «α. Να έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους ή το 50ό έτος εφόσον έχουν καταστεί 
ανίκανοι για την άσκηση κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό ανικανότητας 67% και 
άνω. Η ανικανότητα κρίνεται με γνωμάτευση της Ανωτάτης του Στρατού Υγειονομικής Επιτροπής 
στην οποία παραπέμπεται ο αιτών από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Πολιτισμού.
β . Να μη λαμβάνουν άλλη σύνταξη ίση ή μεγαλύτερη των 720 ευρώ από οποιονδήποτε δημόσιο ή 
ιδιωτικό φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης.
γ. Ο μέσος όρος του εισοδήματος που έχει δηλωθεί συνολικά κατά τα τρία προηγούμενα 
οικονομικά έτη από εκείνο που υποβάλλεται η αίτηση για συνταξιοδότηση, στο οποίο 
συμπεριλαμβάνεται και αυτό που προκύπτει με βάση τα τεκμήρια, να μην υπερβαίνει το 12πλάσιο 
της μηνιαίας κύριας ακαθάριστης σύνταξης που αντιστοιχεί, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του 
νόμου αυτού, σε πτυχιούχο δημόσιο υπάλληλο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με 35 έτη δημόσιας 
υπηρεσίας. Επίσης να υπάρχει δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια ΔΟΥ από την άσκηση της 
δραστηριότητας λογοτέχνη ή καλλιτέχνη, κατά ένα οποιοδήποτε οικονομικό έτος πριν την 
συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας ή του 50ού για όσους έχουν καταστεί ανίκανοι.»

 δ. Οι διατάξεις των περ. α' και β' της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002 αντικαθίστανται ως 
εξής :

 «5. α. Η μηνιαία σύνταξη της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού ανέρχεται στο ποσό των 720 
ευρώ. β. Σε περίπτωση που ο δικαιούχος λαμβάνει και άλλη σύνταξη μικρότερη των 720 ευρώ, η 
σύνταξη της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, περιορίζεται τόσο όσο το άθροισμα των δύο 
συντάξεων να μην υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό.»

 ε. Οι διατάξεις της περ. γ' της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αυτό 
αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 3620/2007, καταργούνται.

 στ. Στο τέλος της περ. α' της παρ. 13 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αυτό 
αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, προστίθεται εδάφιο ως εξής :

 «Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί για μια μόνο φορά.» 

ζ. Οι διατάξεις της περ. β' της παρ. 13 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αυτό 
αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3620/2007, αντικαθίστανται ως εξής :

 «β'. Τυχόν μη προταθέντες από την Επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, λόγω 
κάλυψης του αριθμού της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, μπορούν να επανακριθούν για μια 
μόνο φορά, εντός της επομένης τριετίας.»

 η. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή για όσες αιτήσεις έχουν υποβληθεί ή θα 
υποβληθούν στο Υπουργείο Πολιτισμού από 1-1-2013 και μετά. Οι αιτήσεις αυτές κρίνονται ή 
επανακρίνονται από την Επιτροπή του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, όπως αυτό αντικαταστάθηκε 
από το άρθρο 2 του ν. 3620/2007 μετά τη συγκρότησή της σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. α' 
και εξετάζονται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων 
της παραγράφου αυτής. Αιτήσεις που έχουν υποβληθεί μέχρι την 31-12-2012 και εκκρεμούν σε 
οποιοδήποτε στάδιο εξετάζονται με βάση τις αντικαθιστώμενες διατάξεις. 

 θ. Συντάξεις που έχουν χορηγηθεί μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού ή θα 
χορηγηθούν μετά την ημερομηνία αυτή, σε λογοτέχνες - καλλιτέχνες, των οποίων οι αιτήσεις 
υποβλήθηκαν στο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού μέχρι την 
31-12-2012, αναπροσαρμόζονται από 1-1-2013, οίκοθεν από την Υπηρεσία Συντάξεων, ως 
ακολούθως:

 αα. σε όσους δεν λαμβάνουν άλλη σύνταξη από οποιονδήποτε φορέα κύριας ή επικουρικής 
σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. α' της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002 όπως 
τροποποιημένες, με τις διατάξεις της ανωτέρω περίπτωσης δ', ισχύουν και

 ββ. για όσους λαμβάνουν και άλλη σύνταξη από οποιονδήποτε φορέα κύριας ή επικουρικής 
ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένης και της σύνταξης του Δημοσίου, των οποίων το άθροισμα 
υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ, το ποσό της χορηγούμενης σύνταξης λογοτέχνη - καλλιτέχνη, 
περικόπτεται μέχρι το ήμισυ αυτού. Μετά την κατά τα ανωτέρω περικοπή, το άθροισμα των 
καταβαλλομένων συντάξεων του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000 
ευρώ.

14. Οι διατάξεις των περ. α', β' και γ' της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3075/2002 έχουν ανάλογη 
εφαρμογή και για τους μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου που αποσπώνται στην «Ανώνυμη 
Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων» (Α.Ε.Δ.Α.Κ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 
της από 31-12-2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων των 
Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και 
Προστασίας του Πολίτη, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας» 
(ΦΕΚ 256 Α').

15. Οι μετατασσόμενοι, γενικά, σε κατάσταση πολεμικής ή μόνιμης διαθεσιμότητας υπόκεινται σε 
κράτηση για κύρια σύνταξη υπέρ Δημοσίου, μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας του βαθμού 
τους.

16. Από 1-1-2013 ως ημερομηνία καταβολής των συντάξεων του Δημοσίου ορίζεται η τελευταία 
εργάσιμη ημέρα του προηγούμενου μήνα. 
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να τροποποιείται η ανωτέρω ημερομηνία.

17. Οι διατάξεις των προηγούμενων άρθρων και αυτού εφαρμόζονται αναλόγως και για τους 
υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους 
υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους 
οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των 
υπαλλήλων των ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των Σιδηροδρομικών Δικτύων, που 
διέπονται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (ΦΕΚ 276 Α'), εκτός εάν διαφορετικά ορίζεται στις 
επιμέρους διατάξεις.

18 α. Το προσωπικό του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο 
Ελλάδος Α.Τ.Ε.", το οποίο συστάθηκε με την αριθμ. 2124/Β.95 απόφαση του Υπουργού 
Οικονομικών (ΦΕΚ Β', 74/2013), το οποίο πριν την πρόσληψή του σε αυτό υπηρετούσε στην 
Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία «Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία» 
και υπαγόταν για κύρια, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη στο 
ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, εξακολουθεί να διέπεται, από την 
ημερομηνία της πρόσληψής του στο ανωτέρω μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, από το ίδιο 
ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό καθεστώς και όλη η εφεξής υπηρεσία του στη νέα του θέση θεωρείται 
ότι διανύεται στο καθεστώς αυτό.

 β. Οι ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται από τη νομοθεσία των φορέων κύριας, επικουρικής 
ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης για την ασφάλιση του ανωτέρω προσωπικού 
καταβάλλονται του μεν εργοδότη από το ανωτέρω μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, του δε 
ασφαλισμένου από τον ίδιο.

 γ. Οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2320/1995 έχουν εφαρμογή, όπου συντρέχει περίπτωση και 
για το προσωπικό της παραγράφου αυτής.

 δ. Η πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, όσων από τους ανωτέρω υπαλλήλους ενταχθούν σε 
πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις άμεσης καταβολής της 
σύνταξής τους, προσαυξάνεται με όσα έτη υπολείπονται για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων 
αυτών. Η προαναφερόμενη προσαύξηση δεν μπορεί να υπερβεί τα 7 έτη.
Οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, για την αναγνώριση ως 
συνταξίμου του ανωτέρω πλασματικού χρόνου, βαρύνουν το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα "Νέο 
Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ. Ε." και καταβάλλονται εφάπαξ εντός τριμήνου από την 
ημερομηνία εθελούσιας αποχώρησης, παρεχομένης έκπτωσης 15% επί του καταβαλλομένου 
ποσού. Για τον υπολογισμό της πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας του πρώτου εδαφίου 
λαμβάνονται υπόψη και αυτές που αναγνωρίζονται ως συντάξιμες με βάση τις ισχύουσες, κατά 
περίπτωση, διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του π.δ. 169/2007, την αναγνώριση των οποίων, 
σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις αυτές, υποχρεούται ο υπάλληλος να ζητήσει από την 
αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων, πριν τον υπολογισμό του ανωτέρω πλασματικού χρόνου.

 ε. Σε περίπτωση που μετά την κατά τα ανωτέρω προσαύξηση δεν επιτυγχάνεται η άμεση 
καταβολή της σύνταξης , οι ενδιαφερόμενοι μπορούν με αίτησή τους να ζητήσουν την αναγνώριση 
των ετών που υπολείπονται με την καταβολή εκ μέρους τους των προβλεπομένων ασφαλιστικών 
εισφορών, εργοδότη και ασφαλισμένου. Ο προαναφερόμενος χρόνος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 5 
έτη.

 ζ. Ο πλασματικός χρόνος της περ. δ' καθώς και ο χρόνος της περ. ε' λαμβάνονται υπόψη τόσο για 
τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για την προσαύξηση της σύνταξης.
Η αναγνώριση των ανωτέρω χρόνων γίνεται με πράξη της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων του 
ΓΛΚ.

 η. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την 
εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής καθώς και η διαδικασία της καταβολής από το 
μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα ''Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Α.Τ.Ε." του ποσού του 
δευτέρου εδαφίου της περ. δ', ο έλεγχος αυτού και ο τρόπος κάλυψής του από το ανωτέρω 
πιστωτικό ίδρυμα στην περίπτωση που το καταβληθέν ποσό είναι μικρότερο από αυτό που 
αντιστοιχεί στις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές όπως αυτές θα υπολογισθούν με την 
αναγνωριστική πράξη της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων.

Άρθρο 5
Διοικητικές διατάξεις

1. α. Οι αναφερόμενες στο άρθρο 5 του ν. 4002/2011 Διευθύνσεις «Κανονισμού και Εντολής 
Πληρωμής Συντάξεων Μελών Α.Ε.Ι. και Ε.Π. των Τ.Ε.Ι., Υπαλλήλων Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. και Ειδικών 
Κατηγοριών» καθώς και «Νομοπαρασκευαστικής Εργασίας, Άσκησης Ενδίκων Μέσων και Διεθνών 
Σχέσεων», μετονομάζονται σε «Διεύθυνση Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Συντάξεων 
Υπαλλήλων Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. και Ειδικών Κατηγοριών» και «Διεύθυνση Συνταξιοδοτικής 
Νομοπαρασκευαστικής Εργασίας και Διεθνών Σχέσεων», αντίστοιχα.

 β. Η περίπτωση ε) της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4002/2011 αντικαθίσταται ως εξής : «ε) 
Διεύθυνση Συνταξιοδοτικής Νομοπαρασκευαστικής Εργασίας και Διεθνών Σχέσεων».»

 2.  Η περίπτωση κστ) της παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 4002/2011 αντικαθίσταται ως εξής: 

«κστ) Άσκηση έφεσης κατά των πράξεων κανονισμού σύνταξης ενώπιον του αρμοδίου Τμήματος 
του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και άσκηση ενδίκων μέσων κατά των πράξεων του αρμοδίου 
Κλιμακίου και κατά των αποφάσεων των Τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.»

 3.  α. Στις περιπτώσεις α, β, γ και δ της παρ. 7 του άρθρου 5 του ν. 4002/2011, οι λέξεις «στην 
παράγραφο 7» αντικαθίστανται με τις λέξεις «στην παράγραφο 6».

 β. Στην περίπτωση α' της παρ. 7 του άρθρου 5 του ν. 4002/2011, οι λέξεις «υπό στοιχεία α' μέχρι 
και κα'» αντικαθίστανται με τις λέξεις «υπό στοιχεία α' μέχρι και κ'».

 γ. Στην περίπτωση β' της παρ. 7 του άρθρου 5 του ν. 4002/2011, οι λέξεις «υπό στοιχεία α' μέχρι 
και κα'» αντικαθίστανται με τις λέξεις «υπό στοιχεία α' μέχρι και κ' καθώς και υπό στοιχείο κη'». 

 δ.Στο τέλος της περίπτωσης δ' της παρ. 7 του άρθρου 5 του ν. 4002/2011, οι λέξεις 
«αρμοδιότητας της Διεύθυνσης αυτής» διαγράφονται. 

ε. Στο τέλος της υποπερίπτωσης δδ) της περ. γ' της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 4002/2011, 
προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 «Επίσης στο Τμήμα αυτό ανήκει η αρμοδιότητα για την έκδοση απόφασης συνταξιοδότησης των 
λογοτεχνών καλλιτεχνών.»

 4. α. Οι υποπεριπτώσεις αα' και ββ' της περ. β' της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 4002/2011 
αντικαθίστανται ως εξής:

 «αα) υπαλλήλους και εκπαιδευτικούς :
 - της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και
 - όλων των κατηγοριών και βαθμίδων των ΑΕΙ
 ββ) υπαλλήλους του Ταμείου Διοίκησης και Διαχείρισης Πανεπιστημιακών Δασών (ΝΠΔΔ)»

 β. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 4002/2011 προστίθεται περίπτωση ε', ως εξής:
 «ε. Τμήμα Ε' Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής.

Το Τμήμα αυτό έχει τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 αρμοδιότητες, κατά το μέρος που 
αφορούν :

 αα) υπαλλήλους και εκπαιδευτικούς :
 - της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης
 - όλων των κατηγοριών και βαθμίδων των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ)
 - της Ανώτατης Σχολής Παιδαγωγικής Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.ΠΑΙ.ΤΕ),
 - της Ειδικής Παιδαγωγικής Ακαδημίας και
 - των Εκκλησιαστικών Σχολών. 
ββ) υπαλλήλους και συμβούλους :
 - του Ινστιτούτου Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΙΤΕ),
 - υπαλλήλων και ερευνητών της Ακαδημίας Αθηνών,
 - υπαλλήλων και μελών του τέως Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (Π. Ι) 
γγ) υπαλλήλους :
 - της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, - του 
Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) και
 - της Εθνικής Βιβλιοθήκης και των λοιπών δημοσίων βιβλιοθηκών δδ) εκπαιδευτικούς 
αναγνωρισμένων σχολείων της αλλοδαπής

 5. Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 4002/2011 αντικαθίστανται ως εξής:

 «9. Η Διεύθυνση Συνταξιοδοτικής Νομοπαρασκευαστικής Εργασίας και Διεθνών Σχέσεων 
διαρθρώνεται στα πιο κάτω τμήματα:
 α. Τμήμα Α' Συνταξιοδοτικής Νομοπαρασκευαστικής Εργασίας.
 Το Τμήμα αυτό έχει τις αναφερόμενες στην παρ. 8, υπό στοιχεία α' μέχρι και ζ' αρμοδιότητες.
 β. Τμήμα Β' Διεθνών Σχέσεων
 Το Τμήμα αυτό έχει τις αναφερόμενες στην παρ. 8, υπό στοιχεία η' μέχρι και ι' αρμοδιότητες.
 γ. Τμήμα Γ' Προκαταβολής Σύνταξης
 Το Τμήμα αυτό έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
 αα) την επιχειρησιακή, λειτουργική και τεχνική υποστήριξη της Διαδικτυακής Εφαρμογής του 
ΔΑΥΚ,
 ββ) τον έλεγχο των στοιχείων που απαιτούνται για την καταβολή της προκαταβολής της σύνταξης 
σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 57 Α του π.δ. 169/2007 και
 γγ) την παροχή τεχνικής υποστήριξης και πληροφοριών προς τις Διευθύνσεις Προσωπικού - 
Οικονομικού των Υπουργείων, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ α' και β' βαθμού σχετικά με την 
καταχώρηση των στοιχείων στο ΔΑΥΚ»

 Στο Τμήμα αυτό κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, τοποθετείται 
προϊστάμενος υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ/Πληροφορικής του Υπουργείου Οικονομικών, με απόφαση 
του Υπουργού Οικονομικών.

 6. Οι διατάξεις της περίπτωσης δ' της παρ.4 καθώς και των περιπτώσεων ια' έως και ιζ' της παρ. 8, 
του άρθρου 5 του ν. 4002/2011 καταργούνται.

                                              Αθήνα, 21 Φεβρουαρίου 2013

                                Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
                                                ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ


Επί του ανωτέρω νομοσχεδίου ο Σύμβουλος Αντώνιος Κατσαρόλης εισηγήθηκε ως ακολούθως:

Επί του άρθρου 1
Με το άρθρο αυτό προστίθεται, μετά το άρθρο 57 του π.δ. 169/2007 (Σ.Κ.), άρθρο 57Α, με το 
οποίο προβλέπεται ο θεσμός της προκαταβολής σύνταξης. Ειδικότερα, προβλέπεται το ύψος της 
προκαταβολής, ο τρόπος υπολογισμού αυτής και η εν γένει διαδικασία χορήγησής της. Η διάταξη 
αυτή, ενόψει και των αναφερομένων στην αιτιολογική έκθεση, κρίνεται, κατ' αρχήν, 
δικαιολογημένη, με τις ακόλουθες παρατηρήσεις :

Επί της παραγράφου 1 περίπτ. ε' 
Προβλέπεται η μη προκαταβολή σύνταξης στην περίπτωση της απόλυσης για πειθαρχικό 
παράπτωμα ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια των μονίμων ή ισόβιων υπαλλήλων. Όμως, δεν αιτιολογείται 
η θέσπιση της ρύθμισης αυτής, ενόψει και της ήδη διαμορφωθείσας νομολογίας της Ολομέλειας 
του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Ε.Δ.Δ.Α., ως προς το ότι και οι υπάλληλοι αυτοί, ανεξαρτήτως 
του λόγου της αποχωρήσεώς τους από την Υπηρεσία, δικαιούνται συντάξεως με τη συνδρομή 
βεβαίως και των λοιπών προϋποθέσεων που τάσσονται από τον Σ.Κ..

Επί της παραγράφου 2 περίπτ. α'
Στο τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής αναφέρεται ότι «οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής δεν 
έχουν εφαρμογή για τους στρατιωτικούς, για τους οποίους εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις 
του άρθρου 57 ...». Δεν προκύπτει αν η εξαίρεση είναι γενική ή αν αναφέρεται στην αμέσως 
προηγούμενη "περίπτωση", που διαφοροποιείται το θέμα της προκαταβολής της σύνταξης 
ανάλογα με το χρόνο αποχώρησης. Πάντως, αν η εξαίρεση των στρατιωτικών είναι γενική, δηλαδή 
οι στρατιωτικοί εξαιρούνται από το άρθρο 57Α και διέπονται μόνον από το άρθρο 57 του Σ.Κ. - 
του οποίου οι ρυθμίσεις είναι ευνοϊκότερες - η εξαίρεση αυτή δεν παρίσταται δικαιολογημένη, αφού 
ανακύπτουν ζητήματα συμβατότητάς της προς το άρθρο 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος.

Επί του άρθρου 2

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Επί των διατάξεων του άρθρου αυτού, με ταυτόσημο ή εν μέρει διαφορετικό περιεχόμενο, έχει ήδη 
γνωμοδοτήσει η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου με τα Πρακτικά της 2ης Ειδικής 
Συνεδρίασης αυτής της 28-3-2012. Κρίνεται σκόπιμο, επομένως, να ληφθούν υπόψη και οι 
επισημάνσεις που αναφέρονται στα Πρακτικά αυτά.

Περαιτέρω, η θέσπιση διοικητικών συλλογικών οργάνων, τα οποία αποφαίνονται κατόπιν 
προσφυγής των διοικουμένων, με δυνατότητα μάλιστα ελέγχου της προσβαλλόμενης διοικητικής 
πράξης κατά το νόμο και την ουσία της, σκοπούν στην αποφυγή προσφυγής στα Δικαστήρια με 
ένδικα μέσα, με περαιτέρω συνέπεια την ταχύτερη, οικονομικότερη (μη σύμπραξη δικηγόρου 
κ.λπ.) και ενδεχομένως αποτελεσματικότερη προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων τους. 
Υπό την έννοια αυτή, η κατάργηση με το άρθρο 2 παρ. 1 περ. α' του νομοσχεδίου της Επιτροπής 
Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων (Ε.Ε.Π.Κ.Σ.) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, δεν 
κρίνεται σκόπιμη, έστω και αν οι μέχρι τώρα αποφάσεις της ήσαν, όπως αναφέρεται στην 
αιτιολογική έκθεση, απορριπτικές και η έκδοσή τους καθυστερούσε. Άλλωστε, η δυνατότητα του 
συνταξιούχου να ασκήσει είτε ένσταση ενώπιον της Ε.Ε.Π.Κ.Σ. είτε έφεση ενώπιον του αρμόδιου 
Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου συνηγορούν υπέρ της διατήρησης της εν λόγω Επιτροπής, η 
σωστή στελέχωση της οποίας με γνώστες του αντικειμένου υπαλλήλους, μπορεί να αποσυμφορήσει 
και το μεγάλο φόρτο του Ελεγκτικού Συνεδρίου από συνταξιοδοτικές υποθέσεις. Επίσης, δεν 
κρίνεται σκόπιμη ούτε η κατάργηση της Επιτροπής της παραγρ. 4 του άρθρου 14 του Σ.Κ., η 
συμβολή της οποίας στο μείζονος σπουδαιότητας θέμα της αναγνώρισης προϋπηρεσιών ήταν 
μεγάλη και ουσιώδης.

Ειδικότερα,

Επί της παραγράφου 2 περίπτ.:
Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης πρέπει να είναι ενιαία για όλους, ώστε η διάταξη αυτή να είναι 
συμβατή με τις σχετικές με το δικαίωμα εκάστου για παροχή έννομης προστασίας από τα 
δικαστήρια διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και με τις σχετικές διατάξεις 
που προβλέπονται από υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις. Όμως, επιτρεπτή είναι η χωρίς 
προθεσμία άσκηση έφεσης από τον αρμόδιο Διευθυντή μόνον στην περίπτωση ii, όταν δηλαδή η 
πράξη που προσβάλλεται στηρίζεται σε ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή σε ψευδή έκθεση ή 
κατάθεση πραγματογνώμονα ή σε πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα, εφόσον τα περιστατικά αυτά 
προκύπτουν από αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή βούλευμα.

Επί της παραγράφου 3
Η δυνατότητα που παρέχεται στο όργανο που εξέδωσε την πράξη να προβαίνει αυτεπαγγέλτως και 
χωρίς μάλιστα προθεσμία στη διόρθωσή της και στην περίπτωση που εφαρμόσθηκαν κατά την 
έκδοσή της εσφαλμένα οι σχετικές διατάξεις, δεν είναι νοητή, αφού τα σφάλματα αυτά μπορούν να 
ελεγχθούν μόνον με την άσκηση αρμοδίως έφεσης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου και όχι από 
το ίδιο το όργανο και μάλιστα αυτεπαγγέλτως και χωρίς προθεσμία. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην 
περίπτωση της ανάκλησης της πράξης, εκτός βεβαίως της περίπτωσης ii που προαναφέρθηκε.

Επί της παραγράφου 4 περιπτ. α', β', γ' και ε'
Δεν χρήζει παρατηρήσεων. 
Επί της περιπτώσεως όμως δ' πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι σχετικές ρυθμίσεις του ν. 
4055/2012.

Επί της παραγράφου 5 περιπτ. α' και β'
Εφόσον οι ενστάσεις που έχουν ασκηθεί από τους συνταξιούχους ενώπιον της Ε.Ε.Π.Κ.Σ. που 
καταργείται και εκκρεμούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου θεωρούνται σιωπηρώς 
απορριφθείσες, δεν μπορούν να τίθενται στο αρχείο, αλλά πρέπει να διατηρούνται σε εκκρεμότητα 
για όσο χρόνο υπάρχει προθεσμία για την άσκηση έφεσης ενώπιον του αρμοδίου Τμήματος του 
Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πάντως, η διαφορετική αντιμετώπιση των ενστάσεων που έχουν ασκηθεί 
από τους πρώην Προϊσταμένους των Δ/νσεων Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών και 
Στρατιωτικών Συντάξεων δεν δικαιολογείται και σκόπιμη θα ήταν η ενιαία αντιμετώπιση του 
θέματος. 
Επί της περιπτ. β' δεν υπάρχουν παρατηρήσεις.

Επί της παραγράφου 6
Η διάταξη κρίνεται δικαιολογημένη.

Επί του άρθρου 3
Με τις διατάξεις της παρ. 1 ορίζεται ότι τα ξενόγλωσσα πιστοποιητικά σπουδών που απαιτούνται 
προκειμένου να εξακολουθήσει να καταβάλλεται η σύνταξη σε τέκνο θανόντος συνταξιούχου του 
Δημοσίου πρέπει να φέρουν τη σφραγίδα Apostille, η οποία προβλέπεται από τη σύμβαση της Χάγης 
της 5-10-1961 σχετικά με την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης δημόσιων εγγράφων της 
αλλοδαπής, γεγονός που διευκολύνει και τον ενδιαφερόμενο αλλά και την Υπηρεσία Συντάξεων, 
διασφαλίζοντας την αποτροπή πλαστής επικύρωσης.

Με τις διατάξεις της παρ. 2 προβλέπεται ότι για τη μεταβίβαση της σύνταξης σε άγαμες θυγατέρες 
δεν λαμβάνεται υπόψη το τεκμαρτό εισόδημα που αναλογεί σε πρώτη κατοικία, αντικειμενικής 
αξίας μέχρι 100.000 ευρώ ή/και κατοχή ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτου.

Με τις διατάξεις της παρ. 3 προβλέπεται ότι, προκειμένου να ενσωματωθεί το επίδομα θέσης 
ευθύνης στο συντάξιμο μισθό των προϊσταμένων οργανικών μονάδων, θα πρέπει τα πρόσωπα 
αυτά : 

α) να έχουν επιλεγεί για τη θέση αυτή, σύμφωνα με τις κάθε φορά ισχύουσες διοικητικές 
διατάξεις από το αρμόδιο κατά περίπτωση διοικητικό όργανο και όχι να έχουν ασκήσει τα 
καθήκοντα αυτά κατά ανάθεση ή κατά αναπλήρωση και 

β) να έχουν ασκήσει τα εν λόγω καθήκοντα υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις τουλάχιστον 
για μια διετία, ώστε να μην παρατηρείται το φαινόμενο υπάλληλοι που έχουν ασκήσει τα 
καθήκοντα Προϊσταμένου για πολύ μικρό χρονικό διάστημα να προσαυξάνουν το συντάξιμο μισθό 
τους με το επίδομα θέσης ευθύνης, χωρίς να έχουν καταβληθεί οι αναλογούσες ασφαλιστικές 
εισφορές για ικανό χρονικό διάστημα και να αντιμετωπίζονται ευνοϊκότερα σε σχέση με άλλους 
υπαλλήλους που έχουν ασκήσει τα καθήκοντα αυτά για μεγάλο χρονικό διάστημα.

 Με τις διατάξεις της παρ. 4 ορίζεται ρητά ότι για όλους τους συνταξιοδοτούμενους από το 
Δημόσιο, ο χρόνος υπηρεσίας που χρησίμευσε για την απόκτηση δικαιώματος σύνταξης από 
οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης δεν μπορεί να αξιοποιηθεί συνταξιοδοτικά 
για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και από το Δημόσιο.

 Τα επιδόματα νόσου και ανικανότητας που καταβάλλονται με τις συντάξεις του Δημοσίου, 
υπολογίζονται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού του Λοχαγού. Επειδή με το νέο μισθολόγιο 
μειώθηκε ο βασικός μισθός του ανωτέρω βαθμού, γεγονός που συνεπάγεται και τη μείωση των 
ανωτέρω επιδομάτων και δεδομένου ότι τα πρόσωπα αυτά χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, με τις 
διατάξεις της παρ. 5 προβλέπεται ότι τα επιδόματα αυτά θα εξακολουθήσουν να καταβάλλονται με 
βάση το μισθό του Λοχαγού όπως αυτός ίσχυε την 31-7-2012. Το ίδιο θα ισχύσει και για το ποσό 
της σύνταξης των αναπήρων οπλιτών πολέμου και ειρηνικής περιόδου.

 Με τις διατάξεις της παρ. 6 προβλέπεται ότι το ποσό του κατώτατου ορίου σύνταξης του 
Δημοσίου εξακολουθεί να υπολογίζεται από 1-1-2011 και μετά με τον τρόπο που υπολογιζόταν 
πριν από την ημεροχρονολογία αυτή (περ. α') και παραμένει το ίδιο μέχρι την 31-12-2015 (περ. β').

 Με τις διατάξεις της παρ. 7 προβλέπεται ότι οι κληρικοί που απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά 
την 1-1-1993 και, παράλληλα, έχουν και την ιδιότητα του εκπαιδευτικού, ανεξαρτήτως του 
χρόνου που απέκτησαν τη δεύτερη, δεν μπορούν να λαμβάνουν δύο συντάξεις από το Δημόσιο, 
όπως ισχύει για όλους τους υπαλλήλους - λειτουργούς του Δημοσίου. Επομένως, κατά τη 
συνταξιοδότησή τους θα επιλέξουν τη μία εξ αυτών.

Με τις διατάξεις της παρ. 8 και προκειμένου να καταστεί ευχερής η άμεση είσπραξη αχρεωστήτως 
καταβληθεισών αποδοχών σε υπαλλήλους και στρατιωτικούς που αποχωρούν από την υπηρεσία 
λόγω συνταξιοδότησης, προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις αυτές τα ποσά που καταβλήθηκαν χωρίς 
να οφείλονται παρακρατούνται συμψηφιστικά από τα αναδρομικά της σύνταξής του ή της 
σύνταξης των δικαιούχων μελών της οικογένειάς του σε περίπτωση μεταβίβασης της σύνταξης σε 
αυτά. Εάν υπολείπεται επιπλέον οφειλόμενο ποσό, αυτό παρακρατείται από τη σύνταξή του ή τη 
σύνταξη των δικαιούχων μελών της οικογένειάς του, σε μηνιαίες ισόποσες δόσεις, η κάθε μία από 
τις οποίες δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/4 της μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξης. Επίσης, 
προβλέπεται ότι οφειλόμενο ποσό μέχρι και εκατό (100) ευρώ εισπράττεται εφάπαξ υπό την 
προϋπόθεση ότι το ποσό αυτό δεν υπερβαίνει το 1/4 της μηνιαίας καταβαλλόμενης σύνταξης. Η 
ανωτέρω παρακράτηση από τη σύνταξη σε δόσεις γίνεται με πράξη του αρμόδιου Διευθυντή 
Συντάξεων. Ειδικά, οι διατάξεις της παραγράφου αυτής που αφορούν στην παρακράτηση 
οφειλόμενου ποσού με δόσεις έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τις περιπτώσεις αχρεωστήτως 
καταβαλλομένων συντάξεων, βοηθημάτων καθώς και επιδομάτων που καταβάλλονται μαζί με τη 
σύνταξη ή το βοήθημα.

 Ενόψει των ανωτέρω, οι διατάξεις των παραγρ. 1, 2 περ. α', β', γ', δ', ε' και στ', 3, 4, 5, 6, 7 και 8 
α' και β' κρίνονται δικαιολογημένες.

 Ειδικότερα, επί της περιπτ. γ' της παραγράφου 8, ο περιορισμός της αναδρομικής καταβολής των 
συντάξεων σε δύο (2) χρόνια από την έκδοση της πράξης του Γ.Λ.Κ., είναι αδικαιολόγητη, ενόψει 
της αδυναμίας έγκαιρης έκδοσης των πράξεων κανονισμού και αναπροσαρμογής των συντάξεων 
από το Γ.Λ.Κ., σε συνδυασμό και με τη δυνατότητα πλέον αναδρομικής καταβολής συντάξεων υπό 
τον τύπο της αποζημίωσης με αγωγή κατ' άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ.. Τέλος, μετά την κατάργηση, 
κατά τα ανωτέρω, της Ε.Ε.Π.Κ.Σ., η λέξη "ή απόφαση" δεν έχει νόημα και πρέπει να απαλειφθεί.

 Επί της παραγράφου 8 περίπτ. 
Η διάταξη αυτή, ενόψει των νομολογηθέντων από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. 
απόφαση 2442/2008), θα δημιουργήσει ερμηνευτικά προβλήματα και πάντως πρέπει να απαλειφθεί 
η φράση "εξ αμελείας", αφού ο χρόνος παραγραφής δεν εξαρτάται από το βαθμό υπαιτιότητας του 
αρμοδίου οργάνου. Κατά την ειδικότερη γνώμη της Αντιπροέδρου Σωτηρίας Ντούνη και των 
Συμβούλων Χρυσούλας Καραμαδούκη, Μαρίας Βλαχάκη, Νικολάου Μηλιώνη, Μαρίας 
Αθανασοπούλου, Ασημίνας Σαντοριναίου, Ευαγγελίας -Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Θεολογίας 
Γναρδέλλη, Βιργινίας Σκεύη, Κωνσταντίνου Εφεντάκη, Αγγελικής Μαυρουδή, Βασιλικής Σοφιανού 
και Αγγελικής Πανουτσακοπούλου, η ρύθμιση της διάταξης αυτής, πέραν του ότι επαναλαμβάνει 
προηγούμενη ρύθμιση περί διετούς παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων του 
Δημοσίου από καθυστερούμενες συντάξεις, η οποία (ρύθμιση) έχει ήδη κριθεί από την Ολομέλεια 
του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. αποφάσεις 2442/2008, 3097/2010 κ.ά.) ως αντίθετη, εκτός άλλων, 
και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., υπαγάγει στη διετή αυτή 
παραγραφή και τις αποζημιωτικές αξιώσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, οι οποίες μέχρι τώρα 
ενέπιπταν στην πενταετή παραγραφή της παρ. 1 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995. Ενόψει αυτών 
που έχει ήδη δεχθεί η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η επίμαχη ρύθμιση ενδεχομένως να 
δημιουργήσει ζητήματα συμβατότητας προς την Ε.Σ.Δ.Α. και ειδικότερα στο άρθρο 1 του Πρώτου 
Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α..

Επί της παραγράφου 9 περίπτ. 
Με τη διάταξη αυτή καταργείται η δυνατότητα του συνταξιούχου του Δημοσίου να μπορεί να 
επαναφέρει σε νέα εξέταση την οριστικώς κριθείσα υπόθεσή του, εφόσον επικαλείται αντίθετη 
απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η κατάργηση της δυνατότητας αυτής όχι 
μόνον δεν αιτιολογείται, αλλά είναι και αντίθετη προς την παγιωθείσα νομολογία του Συμβουλίου 
της Επικρατείας στο ασφαλιστικό δίκαιο - που για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει να 
ισχύει και στο συνταξιοδοτικό δίκαιο - σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η επανεξέταση οριστικώς 
κριθείσας υπόθεσης, εφόσον επήλθε μεταβολή της νομοθεσίας, η οποία διέπει τη συγκεκριμένη 
ασφαλιστική υπόθεση και η οποία έχει και επί της υποθέσεως αυτής εφαρμογή ή εάν επήλθε 
μεταβολή της επί του κρίσιμου εκάστοτε ζητήματος νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας ή 
εάν προέκυψαν νέα κρίσιμα στοιχεία από την νομολογηθείσα έννοια. Συνεπώς, σκόπιμη κρίνεται, 
αν όχι η διεύρυνση της διάταξης της παραγρ. 8 του άρθρου 66 του Σ.Κ. σύμφωνα με τα 
παραπάνω, τουλάχιστον η διατήρησή της, πράγμα το οποίο επιβάλλεται και από τις αρχές του 
κράτους δικαίου που πρέπει να διέπουν τη λειτουργία της Διοίκησης και μάλιστα της 
συνταξιοδοτικής.

Επί της παραγράφου 9 περίπτ. β'
Ενόψει των αναφερομένων στην αιτιολογική έκθεση κρίνεται δικαιολογημένη.

Επί της παραγράφου 10
Η διάταξη αυτή εκφεύγει της κατ' άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος γνωμοδοτικής αρμοδιότητας 
του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Επί του άρθρου 4
Επί της παραγράφου 1 περιπτ. α' και β'
Οι διατάξεις αυτές, ενόψει και των αναφερομένων στην αιτιολογική έκθεση, κρίνονται 
δικαιολογημένες.

Επί της παραγράφου 2 περίπτ. α'
Οι διατάξεις αυτές εκφεύγουν της κατ' άρθρο 72 παρ. 3 του Συντάγματος γνωμοδοτικής 
αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Επί της παραγράφου 2 περιπτ. β', γ' και δ'
Δεν χρήζουν παρατηρήσεων.

Επί της παραγράφου 3
Οι διατάξεις αυτές δεν χρήζουν παρατηρήσεων.

Επί της παραγράφου 4 περίπτ. α'
Οι διατάξεις αυτές, ενόψει και των αναφερομένων στην αιτιολογική έκθεση, κρίνονται 
δικαιολογημένες.

Επί της παραγράφου 4 περίπτ. β'
Οι διατάξεις αυτές εκφεύγουν της κατ' άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος γνωμοδοτικής 
αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Επί της παραγράφου 5 περίπτ. α'
Δεν χρήζουν παρατηρήσεων.

Επί της παραγράφου 5 περίπτ. β'
Ασαφής η διατύπωση της διατάξεως αυτής, με συνέπεια να δημιουργείται σύγχυση.

Επί της παραγράφου 5 περίπτ. γ'
Οι διατάξεις αυτές, ενόψει και των αναφερομένων στην αιτιολογική έκθεση, κρίνονται 
δικαιολογημένες.

Επί της παραγράφου 6 περίπτ. α'
Δεν χρήζει παρατηρήσεων.

Επί της παραγράφου 6 περίπτ. β'
Υπάρχει διάσταση μεταξύ του κειμένου του σχεδίου νόμου και της αιτιολογικής έκθεσης 
(αναφέρονται σε διαφορετικό θέμα). Συνεπώς, απαιτείται διευκρίνιση.

Επί της παραγράφου 6 περιπτ. γ', δ' και ε'

Οι διατάξεις αυτές κρίνονται δικαιολογημένες.

Επί της παραγράφου 7 περιπτ. α', β', γ' και δ'
Ενόψει των αναφερομένων στην αιτιολογική έκθεση, οι διατάξεις αυτές κρίνονται δικαιολογημένες.

Επί της παραγράφου 8
Δεν χρήζουν παρατηρήσεων οι διατάξεις αυτές και κρίνονται δικαιολογημένες.

Επί της παραγράφου 9
Δεν χρήζουν παρατηρήσεων οι διατάξεις αυτές.

Επί της παραγράφου 10
Οι διατάξεις αυτές κρίνονται δικαιολογημένες.

Επί της παραγράφου 11
Οι διατάξεις αυτές εκφεύγουν της κατ' άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος γνωμοδοτικής 
αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Επί της παραγράφου 12 περιπτ. α'
Με τις διατάξεις αυτές προβλέπεται η οίκοθεν αναπροσαρμογή των συντάξεων όσων υπάγονται 
στα ειδικά μισθολόγια αναδρομικώς από 1.8.2012.

Όπως παγίως έχει γίνει δεκτό από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. ενδεικτικά 
αποφάσεις 1517/2011, 2028/2004, 1952/2004 κ.ά.), με τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου 
Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το 
άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, θεσπίζεται, κατ' αρχήν, γενικός κανόνας, 
σύμφωνα με τον οποίο κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί 
να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, τηρουμένων βεβαίως των αρχών της 
ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος) και της 
αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος). Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται 
όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα 
κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι και απαιτήσεις που απορρέουν από 
έννομες σχέσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική 
απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι 
μπορούν επί αρνήσεως να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Τέτοιες είναι και οι απαιτήσεις για σύνταξη 
και για κοινωνικοασφαλιστικές εν γένει παροχές. Από την ίδια διάταξη συνάγεται, περαιτέρω, ότι η 
διατήρηση στο διηνεκές του συστήματος αναπροσαρμογής απονεμηθεισών ήδη συντάξεων δεν 
αποτελεί δικαίωμα που εμπίπτει στην έννοια της προστατευόμενης από τη διάταξη αυτή περιουσίας 
και συνεπώς η για το μέλλον μεταβολή του συστήματος αυτού δεν παραβιάζει την εν λόγω 
διάταξη. Αντιθέτως, η αναγνωρισμένη από το υφιστάμενο δίκαιο αξίωση του ήδη συνταξιούχου για 
αναπροσαρμογή της σύνταξής του με βάση επελθούσα γενική αύξηση των μισθών των εν ενεργεία 
συναδέλφων του, η οποία έχει γεννηθεί ήδη από του χρόνου εκείνου και επομένως αποτελεί από τη 
γέννησή της στοιχείο της περιουσίας του δυναμένη να επιδιωχθεί δικαστικώς, δεν επιτρέπεται να 
καταργηθεί ή αποσβεσθεί ή περιορισθεί με αναδρομική ουσιαστική νομοθετική ρύθμιση, αν δεν 
συντρέχουν πράγματι λόγοι επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι να δικαιολογούν την 
κατάργηση ή τον περιορισμό της, τηρουμένης πάντοτε μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των 
απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και των επιταγών της προάσπισης του περιουσιακού 
δικαιώματος. Διαφορετικά, δεν συμβιβάζονται προς την προεκτεθείσα υπερνομοθετικής ισχύος 
διάταξη, αφού τείνουν σε αδικαιολόγητη αποστέρηση προστατευομένου από αυτήν περιουσιακού 
αγαθού. Ενόψει των ανωτέρω, τα οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ισχύουν και επί 
μειώσεως της σύνταξης, η διάταξη της παρ. 12 του νομοσχεδίου με την οποία ορίζεται ως χρόνος 
αναπροσαρμογής (μείωσης) της σύνταξης των διεπομένων από τα ειδικά μισθολόγια 
συνταξιούχων, αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της 
Ε.Σ.Δ.Α.. Και τούτο, γιατί θίγουν το νομίμως αναγνωρισμένο με τις μέχρι τώρα ισχύουσες διατάξεις 
περιουσιακής φύσεως δικαίωμα των εν λόγω συνταξιούχων του Δημοσίου για μη μείωση των 
συντάξεών τους για το χρονικό σημείο πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και έως την 
1.8.2012, χωρίς περαιτέρω να προκύπτει ότι η εν λόγω αναδρομική μείωση υπαγορεύθηκε από 
λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος κατόπιν βεβαίως τηρήσεως των αρχών 
της ισότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών (άρθρο 4 παρ. 1 και 5) και 
της αναλογικότητας, ενόψει και του γεγονότος ότι όμοια ρύθμιση δεν θεσπίσθηκε και για τους 
λοιπούς εν γένει συνταξιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι σημειωτέον υπέστησαν μόνον τις μέχρι 
τούδε ποσοστιαίες μειώσεις επί των συντάξεών τους.

Επί της παραγράφου 13
Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αυστηροποιούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη 
συνταξιοδότηση των λογοτεχνών - καλλιτεχνών και περιορίζεται το ποσό της σύνταξης που 
καταβάλλεται σ' αυτούς στα 720 ευρώ μηνιαίως. Οι διατάξεις αυτές, ενόψει και των αναφερομένων 
στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, κρίνονται δικαιολογημένες, με την παρατήρηση, όμως, ότι οι 
ίδιες οι διατάξεις, κατά το μέρος που περιορίζουν το ποσό της σύνταξης των ανωτέρω 
συνταξιούχων που ήδη λαμβάνουν σύνταξη αναδρομικώς από 1.1.2013 (περ. θ'), είναι ασύμβατες 
προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα 
Δικαιώματα του Ανθρώπου, με το οποίο προστατεύεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα ως 
περιουσιακής φύσεως. 

Οι Σύμβουλοι, όμως, Μαρία Βλαχάκη, Δέσποινα Καββαδία - Κωνσταντάρα, Βιργινία Σκεύη, 
Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού και Αγγελική 
Πανουτσακοπούλου διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη :

 i) Η ρύθμιση της περίπτωσης α' , με την οποία προβλέπεται η εφεξής συμμετοχή ενός υπαλλήλου 
της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους στην Επιτροπή της παραγράφου 
3 του άρθρου 1 του ν. 3075/2002, σε αντικατάσταση μίας από τις «πέντε προσωπικότητες των 
γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών» που, υπό το ισχύον δίκαιο, αποτελούσαν μέλη της 
Επιτροπής αυτής, δεν παρίσταται δικαιολογημένη, εφόσον πρόκειται για πρόσωπο εξ αντικειμένου 
ξένο προς το έργο της συγκεκριμένης Επιτροπής, που συνίσταται στη διατύπωση αιτιολογημένης 
γνώμης για την προσφορά, εκ μέρους των αιτούντων τιμητική σύνταξη λογοτεχνών και 
καλλιτεχνών, διακεκριμένων υπηρεσιών στην ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών.

 ii) Η ρύθμιση της περίπτωσης η' , με την οποία η επί το δυσμενέστερον μεταβολή των 
προϋποθέσεων απονομής τιμητικής σύνταξης σε λογοτέχνες και καλλιτέχνες (περιορισμός των 
προτεινόμενων δικαιούχων από τριάντα σε δεκαπέντε ετησίως, αύξηση του ορίου ηλικίας από το 
65ο στο 67ο έτος κ.λπ.) εφαρμόζεται αναδρομικά, από 1.1.2013, καταλαμβάνοντας και τις ήδη 
υποβληθείσες, από την ημερομηνία αυτή και μετά, αιτήσεις, αντίκειται στην απορρέουσα από το 
Κράτος Δικαίου αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.

 iii) Η μείωση, με τη ρύθμιση της περίπτωσης θ', των ήδη καταβαλλόμενων σε καλλιτέχνες και 
λογοτέχνες τιμητικών συντάξεων στο ποσό των 720 ευρώ, αναδρομικά, μάλιστα, από 1.1.2013, 
πέραν του ότι ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης των δικαιούχων 
(άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος), συνιστά προσβολή του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος, 
που προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής 
Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, χωρίς, περαιτέρω, να προκύπτει επιτακτικός λόγος 
δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί την προσβολή αυτή, αφού, με δεδομένο τον, ούτως ή 
άλλως, περιορισμένο αριθμό των συνταξιούχων της συγκεκριμένης κατηγορίας, δεν μπορεί να 
αναμένεται σημαντικό δημοσιονομικό όφελος από την επίμαχη μείωση. Στο μέτρο δε που, ούτε η 
προσφορότητα και αναγκαιότητα της εν λόγω ρύθμισης, για την επίτευξη του όποιου 
δημοσιονομικού σκοπού επιδιώκεται με αυτήν, τεκμηριώνεται - στην οικεία αιτιολογική έκθεση 
αναφέρεται όλως αορίστως ότι «η περικοπή αυτή κρίθηκε επιβεβλημένη λόγω του ότι είναι η μόνη 
κατηγορία συνταξιούχων του Δημοσίου που δεν υπέστη καμία μείωση στη σύνταξη» - η ρύθμιση 
αυτή αντίκειται και στην καθιερούμενη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 
παρ. 1 του Συντάγματος).
 
Επί της παραγράφου 14
Η διάταξη αυτή κρίνεται δικαιολογημένη.

Επί των παραγράφων 15 και 16
Οι διατάξεις αυτές εκφεύγουν της κατ' άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος γνωμοδοτικής 
αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Επί της παραγράφου 17
Οι διατάξεις αυτές δεν χρήζουν παρατηρήσεων.

Επί της παραγράφου 18
Οι διατάξεις αυτές, ενόψει των αναφερομένων στην αιτιολογική έκθεση, κρίνονται 
δικαιολογημένες.

Επί του άρθρου 5
Πρόκειται για διοικητικής φύσεως διατάξεις, οι οποίες εκφεύγουν της κατ' άρθρο 73 παρ. 2 του 
Συντάγματος γνωμοδοτικής αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

 Τέλος, ενόψει του ότι με το παρόν νομοσχέδιο επέρχονται σημαντικές αλλαγές στην ισχύουσα 
συνταξιοδοτική νομοθεσία και του ότι για πολλές διατάξεις του ορίζεται διαφορετικός χρόνος 
έναρξης ισχύος τους, σκόπιμο κρίνεται να τεθεί ακροτελεύτια διάταξη, στην οποία να ορίζεται ότι 
από την ισχύ του καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, συγχρόνως δε να καθορίζεται και ο 
χρόνος έναρξης ισχύος του με την επιφύλαξη εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του.

 Η Ολομέλεια, ύστερα από μακρά διαλογική συζήτηση μεταξύ των μελών της και με τη σύμφωνη 
γνώμη του παρισταμένου Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, δέχθηκε ομόφωνα, αλλά και κατά 
πλειοψηφία, όπως αναλυτικά αναφέρεται στις επιμέρους διατάξεις του εν λόγω νομοσχεδίου, την 
εισήγηση του Συμβούλου Αντωνίου Κατσαρόλη.

 Μετά το τέλος της Συνεδρίασης συντάχθηκε το παρόν πρακτικό, το οποίο, αφού θεωρήθηκε και 
εγκρίθηκε από τον Πρόεδρο, υπογράφεται από τον ίδιο και τη Γραμματέα.

                      Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ	                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
                 ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ	  ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ



===================
Σύμφωνα με τους δικαστές δικαιούνται συντάξεως και οι απολυθέντες επίορκοι δημόσιοι υπάλληλοι
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  07/03/2013 20:44

Αντισυνταγματική και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κρίθηκε από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου η αναδρομική από 1 Αυγούστου 2012 περικοπή των συντάξεων των υπαγομένων στα ειδικά μισθολόγια (δικαστές, στρατιωτικοί, κ.λπ.), ενώ σύμφωνα με τους δικαστές δικαιούνται συντάξεως και οι απολυθέντες επίορκοι δημόσιοι υπάλληλοι.

Και αυτό γιατί θίγουν «το νομίμως αναγνωρισμένο περιουσιακής φύσεως δικαίωμα των εν λόγω συνταξιούχων του Δημοσίου για μη μείωση των συντάξεών τους για το χρονικό σημείο πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και έως την 1.8.2012, χωρίς περαιτέρω να προκύπτει ότι η εν λόγω αναδρομική μείωση υπαγορεύθηκε από λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος κατόπιν βεβαίως τηρήσεως των αρχών της ισότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και της αναλογικότητας, ενόψει και του γεγονότος ότι όμοια ρύθμιση δεν θεσπίστηκε και για τους λοιπούς εν γένει συνταξιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι σημειωτέον υπέστησαν μόνον τις μέχρι τούδε ποσοστιαίες μειώσεις επί των συντάξεών τους».

Αρκετές παρατηρήσεις έκανε η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών για το νέο συνταξιοδοτικό νομοσχέδιο στο δημόσιο τομέα.

Παράλληλα, με άλλη διάταξη του νομοσχεδίου «αυστηροποιούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη συνταξιοδότηση των λογοτεχνών - καλλιτεχνών και περιορίζεται το ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται σ' αυτούς στα 720 ευρώ μηνιαίως. Η διάταξη αυτή κρίνεται από την Ολομέλεια δικαιολογημένη, με την παρατήρηση, όμως, ότι οι ίδιες διατάξεις, κατά το μέρος που περιορίζουν το ποσό της σύνταξης των επίμαχων συνταξιούχων που «ήδη λαμβάνουν σύνταξη αναδρομικώς από 1.1.2013 είναι ασύμβατες προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με το οποίο προστατεύεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα ως περιουσιακής φύσεως».

Ακόμη, τονίζεται από τους δικαστές, ότι η μείωση «των ήδη καταβαλλόμενων σε καλλιτέχνες και λογοτέχνες τιμητικών συντάξεων στο ποσό των 720 ευρώ, αναδρομικά, μάλιστα, από 1.1.2013, πέραν του ότι ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης των δικαιούχων (άρθρο 2 παράγραφος 1 του Συντάγματος), συνιστά προσβολή του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος, που προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, χωρίς, περαιτέρω, να προκύπτει επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί την προσβολή αυτή, αφού, με δεδομένο τον, ούτως ή άλλως, περιορισμένο αριθμό των συνταξιούχων της συγκεκριμένης κατηγορίας, δεν μπορεί να αναμένεται σημαντικό δημοσιονομικό όφελος από την επίμαχη μείωση».

Επίσης, η επίμαχη ρύθμιση για τη μείωση των τιμητικών συντάξεων αντίκειται και στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος), σύμφωνα πάντα με το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο.

Ως προς το άρθρο 1 του νομοσχεδίου που αναφέρεται στον θεσμό της προκαταβολής της σύνταξης (ύψος, τρόπος υπολογισμού και διαδικασία χορήγησης), οι σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου επισημαίνουν ότι καλώς μεν έχει, αλλά είναι εκτός νομοθετικών πλαισίων η διάταξη εκείνη που προβλέπει την μη προκαταβολή σύνταξης στην περίπτωση της απόλυσης για πειθαρχικό παράπτωμα ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια των μονίμων ή ισόβιων υπαλλήλων. Kαι αυτό γιατί οι επίμαχοι υπάλληλοι ανεξαρτήτως του λόγου αποχώρησης τους από την υπηρεσία, δικαιούνται συντάξεως.

Εξάλλου, αναφέρεται στη γνωμοδότηση ότι «δεν κρίνεται σκόπιμη» η διάταξη του άρθρου 2 του νομοσχεδίου που προβλέπει την κατάργηση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Υπογραμμίζεται στην γνωμοδότηση ότι είναι αντίθετη στη μέχρι τώρα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας η διάταξη εκείνη με την οποία καταργείται η δυνατότητα του συνταξιούχου του Δημοσίου να μπορεί να επαναφέρει σε νέα εξέταση την οριστικώς κριθείσα υπόθεσή του, εφόσον επικαλείται αντίθετη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Η κατάργηση της δυνατότητας αυτής, αναφέρουν οι δικαστές, «όχι μόνον δεν αιτιολογείται, αλλά είναι και αντίθετη προς την παγιωθείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας στο ασφαλιστικό δίκαιο - που για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει να ισχύει και στο συνταξιοδοτικό δίκαιο - σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η επανεξέταση οριστικώς κριθείσας υπόθεσης, εφόσον επήλθε μεταβολή της νομοθεσίας, η οποία διέπει τη συγκεκριμένη ασφαλιστική υπόθεση και η οποία έχει και επί της υποθέσεως αυτής εφαρμογή ή εάν επήλθε μεταβολή της επί του κρίσιμου εκάστοτε ζητήματος νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας ή εάν προέκυψαν νέα κρίσιμα στοιχεία από την νομολογηθείσα έννοια».

Τέλος, αδικαιολόγητη χαρακτηρίζει το Ελεγκτικό Συνέδριο τη διάταξη που προβλέπει ότι ο περιορισμός της αναδρομικής καταβολής των συντάξεων σε δυο χρόνια από την έκδοση της πράξης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Γνωμοδότηση Αναφορικά με την απόφαση 1/2005 του Ειδικού Δικαστηρίου του αρ. 88§2 του Συντάγματος

αναρτήθηκε στις 14 Μαρ 2013, 12:27 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

http://dikastis.blogspot.gr/2013/02/12005-882.html




ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

ΕΡΩΤΗΜΑ:
Εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός των Διοικητικών Δικαστηρίων άσκησε ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, αγωγή αποζημιώσεως και  ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο
, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, να του καταβάλει, εντόκως, με βάση το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, αφενός μεν χρηματικό ποσό, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη από τη μη καταβολή της διαφοράς μεταξύ των ποσών που είχε λάβει υπό τη μορφή τακτικών αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2005 και των ποσών που θα έπρεπε να είχε λάβει, εάν οι αποδοχές του είχαν καθορισθεί, κατά τα επιβαλλόμενα από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, σε αντιστοιχία με τις αποδοχές του Δικαστικού Αντιπροσώπου Α' τάξεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με τα ίδια, επτά και πλέον, έτη υπηρεσίας, αφετέρου δε χρηματικό  ποσό ** ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υποστήριξε ότι υπέστη για την παραπάνω αιτία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, με την οποία, αφού διαπιστώθηκε ότι το νομικό ζήτημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του έχει επιλυθεί «αμετακλήτως» με την με αριθμό 1/2005 απόφασή του (βλ σκέψη 6 απόφασης) και όπως κρίθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση: «η οποία δεσμεύει το δικαστήριο αυτό», η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προκειμένου να επιλυθεί οριστικώς η επίδικη διαφορά «συμμορφούμενο  υποχρεωτικώς  ως προς τα επιλυθέντα νομικά ζητήματα..»
Εν συνεχεία, εξεδόθη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει,νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο, το ποσό των 21.500 ευρώ περίπου .
Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την έφεση επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση του Διοικητικού Εφετείου. Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την έφεση, μεταρρύθμισε την εκκαλούμενη απόφαση και περιόρισε το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο περίπου 17.000 ευρώ.
Ακολούθως το Δημόσιο άσκησε ενώπιον του ΣτΕ Αίτηση  Αναίρεσης κατά της Αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου.
Το Ελληνικό Δημόσιο στην Αναίρεση του επικαλείται:
1)ότι η  άσκηση αναιρέσεως παραδεκτώς ασκείται  κατ’ άρθρο  2 του ν. 3900/2010.
2) ότι η κρίση της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου περί  αντιθέσεως προς το Σύνταγμα των διατάξεων  του άρθρου  21 ΚΔ  της 26.6/10.7.1944  περί του  ύψους του τόκου και του άρθρου  90 του ν 2362/1995  περί του χρόνου γενέσεως της παραγραφής, δεν είναι  ορθή εν όψει μάλιστα της  με αριθμό    1./2012 Αποφάσεως του ΑΕΔ.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ:
1)Εάν το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 Σ  με την με αριθμό 1/2005 Απόφαση του επέλυσε το νομικό ζήτημα : α) της ευνοϊκότερης μισθολογικής αντιμετώπισης των λειτουργών του ΝΣΚ έναντι των δικαστικών λειτουργών και β) παραλλήλως επέλυσε το νομικό ζήτημα  της υποχρεώσεως του Δημοσίου επί της αγωγής αποζημιώσεως κατ’ άρθρο 105 Εισ.ΝΑΚ  να καταβάλει τόκους υπερημερίας το ύψος των οποίων ανέρχεται  στον εκάστοτε ισχύοντα τόκο, όπως και ότι η παραγραφή των σχετικών αξιώσεων, από την αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου είναι πενταετής;
2)Εάν το Δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την παραπεμπτική απόφαση
3)Είναι παραδεκτή  η προβολή λόγων Αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ επί ζητημάτων κριθέντων αμετακλήτως από το ειδικό δικαστήριο του άρθρου 88 παρ 2 Σ  και μάλιστακατ’ άρθρο  2 του ν. 3900/2010 .

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ (ΚΛΙΚ) 

Γνωμοδότηση Αναφορικά με την απόφαση 1/2005 του Ειδικού Δικαστηρίου του αρ. 88§2 του Συντάγματος

αναρτήθηκε στις 26 Φεβ 2013, 1:42 μ.μ. από το χρήστη dikastis gr

http://dikastis.blogspot.gr/2013/02/12005-882.html


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ


ΕΡΩΤΗΜΑ:

Εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός των Διοικητικών Δικαστηρίων άσκησε ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, αγωγή αποζημιώσεως και  ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, να του καταβάλει, εντόκως, με βάση το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, αφενός μεν χρηματικό ποσό, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη από τη μη καταβολή της διαφοράς μεταξύ των ποσών που είχε λάβει υπό τη μορφή τακτικών αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2005 και των ποσών που θα έπρεπε να είχε λάβει, εάν οι αποδοχές του είχαν καθορισθεί, κατά τα επιβαλλόμενα από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, σε αντιστοιχία με τις αποδοχές του Δικαστικού Αντιπροσώπου Α' τάξεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με τα ίδια, επτά και πλέον, έτη υπηρεσίας, αφετέρου δε χρηματικό  ποσό ** ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υποστήριξε ότι υπέστη για την παραπάνω αιτία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, με την οποία, αφού διαπιστώθηκε ότι το νομικό ζήτημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του έχει επιλυθεί «αμετακλήτως» με την με αριθμό 1/2005 απόφασή του (βλ σκέψη 6 απόφασης) και όπως κρίθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση: «η οποία δεσμεύει το δικαστήριο αυτό», η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προκειμένου να επιλυθεί οριστικώς η επίδικη διαφορά «συμμορφούμενο  υποχρεωτικώς  ως προς τα επιλυθέντα νομικά ζητήματα..»

Εν συνεχεία, εξεδόθη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει,νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο, το ποσό των 21.500 ευρώ περίπου .

Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την έφεση επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση του Διοικητικού Εφετείου. Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την έφεση, μεταρρύθμισε την εκκαλούμενη απόφαση και περιόρισε το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο περίπου 17.000 ευρώ.

Ακολούθως το Δημόσιο άσκησε ενώπιον του ΣτΕ Αίτηση  Αναίρεσης κατά της Αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου.

Το Ελληνικό Δημόσιο στην Αναίρεση του επικαλείται:

1)ότι η  άσκηση αναιρέσεως παραδεκτώς ασκείται  κατ’ άρθρο  2 του ν. 3900/2010.

2) ότι η κρίση της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου περί  αντιθέσεως προς το Σύνταγμα των διατάξεων  του άρθρου  21 ΚΔ  της 26.6/10.7.1944  περί του  ύψους του τόκου και του άρθρου  90 του ν 2362/1995  περί του χρόνου γενέσεως της παραγραφής, δεν είναι  ορθή εν όψει μάλιστα της  με αριθμό    1./2012 Αποφάσεως του ΑΕΔ.

ΕΡΩΤΑΤΑΙ:

1)Εάν το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 Σ  με την με αριθμό 1/2005 Απόφαση του επέλυσε το νομικό ζήτημα : α) της ευνοϊκότερης μισθολογικής αντιμετώπισης των λειτουργών του ΝΣΚ έναντι των δικαστικών λειτουργών και β) παραλλήλως επέλυσε το νομικό ζήτημα  της υποχρεώσεως του Δημοσίου επί της αγωγής αποζημιώσεως κατ’ άρθρο 105 Εισ.ΝΑΚ  να καταβάλει τόκους υπερημερίας το ύψος των οποίων ανέρχεται  στον εκάστοτε ισχύοντα τόκο, όπως και ότι η παραγραφή των σχετικών αξιώσεων, από την αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου είναι πενταετής;

2)Εάν το Δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την παραπεμπτική απόφαση

3)Είναι παραδεκτή  η προβολή λόγων Αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ επί ζητημάτων κριθέντων αμετακλήτως από το ειδικό δικαστήριο του άρθρου 88 παρ 2 Σ  και μάλιστα κατ’ άρθρο  2 του ν. 3900/2010 .



Περί της αναδρομικής ή μη ισχύος της διάταξης του άρθρου 21 παρ. 2, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το Ν 3943/2011.

αναρτήθηκε στις 15 Φεβ 2013, 9:35 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

ΟΕΙΣΑΓΓΕΛΕΥΣ
ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ                                          Αριθ. Πρωτ.   762

Αριθμ. Γνωμ.   2

ΤΜΗΜΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΤΗΛ. 2106411526 ΦΑΞ   2106411523

Προς

Τους   Εισαγγελείς Εφετών της Χώρας και δι' αυτών στους Εισαγγελείς Πρωτοδικών περιφερείας τους

Θέμα : Περί της αναδρομικής ή μη  ισχύος της διάταξης του άρθρου 21 παρ. 2, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το Ν 3943/2011.

Γνωμοδοτήσεις των κ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ και κ. ΚΟΝΤΙΑΔΗ, σχετικά με το θέμα της συνταγματικότητας των διατάξεων του νόμου 4092/2012, που αφορούν το Επικουρικό Κεφάλαιο

αναρτήθηκε στις 13 Φεβ 2013, 9:44 π.μ. από το χρήστη dikastis gr

 Συνημμένα δημοσιεύονται δύο γνωμοδοτήσεις των καθηγητών του Συνταγματικού Δικαίου, κ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ και κ. ΚΟΝΤΙΑΔΗ, σχετικά με το θέμα της συνταγματικότητας των διατάξεων του νόμου 4092/2012, που αφορούν το Επικουρικό Κεφάλαιο 

ΓνωμΕισΑΠ: Εάν συμβολαιογράφοι με έδρα Αθήνα και Πειραιά αντίστοιχα δύνανται να συστήσουν εταιρεία συμβολαιογράφων

αναρτήθηκε στις 31 Ιαν 2013, 1:01 μ.μ. από το χρήστη dikastis gr   [ ενημερώθηκε 31 Ιαν 2013, 1:02 μ.μ. ]

http://dikastis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_3800.html


"δεν είναι επιτρεπτή η σύσταση εταιρείας συμβολαιογράφων στην οποία να συμμετέχουν ως εταίροι ένας συμβολαιογράφος. με έδρα το Ειρηνοδικείο Πειραιώς και ένας με έδρα το Ειρηνοδικείο Αθηνών, η οποία εταιρεία θα έχει έδρα την περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών."



ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ 629/2012 ΝΣΚ

αναρτήθηκε στις 12 Ιαν 2013, 12:46 μ.μ. από το χρήστη dikastis gr   [ ενημερώθηκε 12 Ιαν 2013, 12:48 μ.μ. ]

http://dikastis.blogspot.gr/2013/01/629-2012-10.html

Αριθμός:629
Έτος:2012
Τίτλος:Δεσμευτική ισχύς αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί συλλογικής αγωγής του άρθρου 10 του Ν. 2251/1994 και έκρινε ζητήματα νομιμότητας της επιβολής και της διαδικασίας βεβαιώσεως και εισπράξεως του τέλους (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.) του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011.
Πρόεδρος:ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΦΩΚΙΩΝ
Εισηγητής:ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Περίληψη:Η υπ’ αριθμ.1101/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος εκουσίας δικαιοδοσίας), ως προς τις παρατιθέμενες στην περίληψη του ερωτήματος διατάξεις της, είναι, κατ’ άρθρο 313 παρ.1 περ.β’ του ΚΠολΔ, ανύπαρκτη, ήτοι ανίσχυρη και αυτοδικαίως άκυρη, ως εκδοθείσα επί διαφοράς που δεν ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και, επομένως, δεν παράγει δεδικασμένο, ούτε έχει δεσμευτική ισχύ. (ομοφ.)
Διατάξεις:ΚΠΟΛΔΑ313, Ν 4021/2011Α53, Ν 2251/1994Α10
Λήμματα:ΔΕΗ, ΤΕΛΗ, ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ, ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΤΗΤΑ, ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ, ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΣΟΔΑ, ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ, ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΠΡΑΞΕΩΣ
 

1-10 of 10