1. Ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη

Το απόγευμα μάθαμε ότι κρεμάστηκε ο Άσιμος. Κάποια βαρυπενθούσα με ινδική φούστα και αξύριστη μασχάλη, δακρυσμένη όπως ακριβώς άρμοζε στην περίπτωση. Μας έκρυβε το γκαρσόνι κι έπρεπε να πληρώσω γιατί είχα αργήσει –στραβοκοίταζα τον Λάκη που την είχε φωνάξει στο τραπέζι μας. Μεγάλος μαλάκας ο τύπος και επαγγελματίας σαβουρογάμης. Κόψε φάτσα, σέρνει τη σιδερένια καρέκλα για να έχει τον κώλο της σε απόσταση βολής και την κρατάει ήδη από τη μέση. Συντετριμμένος όσο να πεις! Μουρμουρίζει πουστριλίκια ενώ δουλεύει κουτάλα πίσω από την πλάτη της. Πάω στοίχημα ότι σε λίγο θα την καθίσει στα γόνατά του και η άλλη –στον κόσμο της. Να μιλάει για Κροκανθρώπους και συνωμοσίες και ανάληψη στους  ουρανούς γαμώ τον Προφήτη Ηλία μου μέσα! Σηκώθηκα σπρώχνοντας το τραπέζι. Πέταξα ένα πενηντάρι που μούσκεψε από κάτι χυμένες μπύρες.

«Εγώ την κάνω, έχω δουλειές», ανακοίνωσα.

Η τεθλιμμένη με κοίταξε δηλητηριασμένα.

«Ποιες δουλειές μπορεί να είναι σημαντικότερες από αυτό;» αναρωτήθηκε.

«Οι δικές μου δουλειές», τη διαβεβαίωσα. «Άντε και στα δικά μας οι ανύπαντροι. Ξεβρόμισε η πλατεία πάντως».

Έφυγα πριν μου μπήξει τα νύχια της γιατί είχα ήδη αργήσει. Μεγάλος καραγκιόζης ο Άσιμος. Και πολύ το άργησε, αν θες τη γνώμη μου.

Εκείνη τη χρονιά τίποτα δεν πήγαινε καλά, οι όμορφες μέρες δεν ξέρω αν είχαν έρθει ποτέ γιατί εγώ δεν τις πήρα χαμπάρι –αλλά αυτές εδώ ήταν άσχημες μέρες. Και νύχτες. Δούλευα σε κάποιον εκδοτικό οίκο, μεταφραστής, παραμυθιάζοντας το αφεντικό ότι, και καλά, είμαι τελειόφοιτος Αγγλικής Φιλολογίας. Έμενα σε ένα σπίτι νοικιασμένο με ψεύτικα στοιχεία και καλά εργαζόμενος στην Ολυμπιακή, νιόπαντρος με την Άννα, φοιτήτρια του Φυσικού –αλήθεια ήταν μονάχα αυτό το τελευταίο. Πήγαινε κοντά χρόνος που είχα αποφασίσει να φύγω από τους γέρους μου, ο ξάδερφός μου με είχε φιλοξενήσει για κάτι μέρες πριν βολευτώ στην κατάληψη της σχολής μου. Αλλά η κατάληψη έληξε μετά πολλών επαίνων που λένε, λόγω Σισμίκ. Δηλαδή, έπιασε τον κόσμο μια υστερία, «πάμε για πόλεμο», «πάρτε κονσέρβες από τα σουπερμάρκετ» -βρήκαν την ευκαιρία οι μπασκίνες να κάνουν τα στραβά μάτια και οι Κνίτες να μπουκάρουν στη σχολή. Μας βγάλανε σηκωτούς. Μας άφησαν στα πεζοδρόμια ασήκωτους. Από το ξύλο. Έπρεπε να βρω σπίτι –δουλειά είχα με τις μεταφράσεις. Ο ξάδερφός μου ήθελε να μετακομίσει από το πλυσταριό που νοίκιαζε, ψάξαμε στο κέντρο –αυτός έψαχνε δηλαδή, εγώ κωλοβάραγα. Βρήκε εκείνο το σπίτι στη Νεάπολη, το ερωτεύτηκε. Έκλεισε ραντεβού με τη σπιτονοικοκυρά, αλλά έφαγε φτύσιμο επειδή η γυναίκα δεν έβαζε φοιτητές στο σπίτι της. Μετά βρήκε εμένα στην πλατεία –κανονίσαμε το παραμύθι, πήρα και τη γκόμενά του αγκαζέ για λόγους πρεστίζ, πήγαμε. Η κάργια μας συμπάθησε, «τι προκομμένα παιδιά κι εγώ με τον άντρα μου μικροί παντρευτήκαμε», τέτοια. Κρατιόμουνα να μην ξυστώ γιατί το ζελέ στα μαλλιά με είχε γαμήσει. Τέλος πάντων πέσανε οι υπογραφές και το νοικιάσαμε το σπίτι. Νιόπαντροι! Μετά πήραμε πρέφα πως η σπιτονοικοκυρά έμενε στον αποπάνω όροφο. Γαμώ τις παράνοιες! Κάθε απόγευμα έβλεπε τη «γυναίκα μου» να ανεβαίνει αγκαλιά με τον ξάδερφό μου –κάποια βράδια με έβλεπε κι εμένα να μπαίνω έχοντας κολλημένη πάνω μου, στρείδι, τη Φανή –μας έκοψε στεγνά την καλημέρα αλλά προστατευόμασταν από το συμβόλαιο.  

Πλακώθηκα στις μανιβελιές για να ξεκινήσει η μηχανή κοιτάζοντας το ρολόι μου. Είχα αργήσει μισή ώρα και βάλε –παλιοκατάσταση. Θα με περίμενε η Φανή στο λιμάνι και ποιος την άκουγε –όχι τίποτα άλλο δηλαδή, αλλά θα είχε δίκιο. «Να ζητήσω από το Νίκο να με πάρει;» είχε προτείνει. «Με τίποτα», είχα απαιτήσει, όπως στο λέω, το είχα απαιτήσει ο μαλάκας! Βλέπεις, ο Νίκος ήταν ο μόνιμος γκόμενός της, σιγά μην του έδινα έξτρα χρόνο! Ότι προλάβουμε κι ότι κάτσει –πάντως σήμερα ο μάγκας δεν θα έβλεπε τη Φανή. Θα μου πεις –τι έφταιγε ο άνθρωπος; Μια χαρά παιδί, με την κοτσιδούλα του, με το μουσάκι του, τριαντάρης με Μοτογκούτσι, ξεχασμένο φρικιό –εντελώς μαλάκας ο τύπος! Αλλά τακτοποιημένος, σταθερή δουλειά γραφίστας, σίγουρος μισθός –πως να τον αφήσει η Φανή; Που γούσταρε να τακτοποιηθεί κι αυτή, να φύγει από το νοικιασμένο υπόγειο, να ζήσει σαν άνθρωπος ρε παιδί μου. Με ποιον θα τα έκανε; Με μένα που ήμουνα της αρπαχτής και της μετάφρασης και χρώσταγα ακόμα το φαντάρικο ή με το Νίκο τον άνετο; Θέλει και ρώτημα; Περί τού τι γύρευε μαζί μου –εντάξει τώρα. Κατανοητό -20 χρονών η Φανή, έξυπνο κορίτσι σε θέματα τακτοποίησης αλλά ήθελε και το περιπετειώδες της. Το παραμύθιασμα, την παρανομία, τις τύψεις … «μ΄ένα Άρλεκιν ξεχνιέσαι», έτσι δε λένε; Κι εγώ ήμουνα το Άρλεκιν καθότι έφερνα κάπως σε Αρλεκίνο. Ειδικά όταν ήμουν πιωμένος. Τέλος πάντων, βρήκα τη Φανή μόλις είχα ξεμπερδέψει από μια πολύ επικίνδυνη σχέση που πήγαινε τσιφ για γάμο –την ερωτεύτηκα για λόγους επιβίωσης, τι το ψάχνεις τώρα; Δε μου βρίσκεις καλύτερα καμιά δικαιολογία για την αργοπορία γιατί θα με ξεχέσει η Φανή –μακάρι δηλαδή να με ξέχεζε, εδώ που τα λέμε. Γιατί όταν πλακώνεσαι με τον άλλο εκτονώνεσαι, ηρεμεί το πράγμα –αλλά η Φανή κάνει μούτρα γαμώ το κέρατό μου! Γαμώ το κέρατο του Νίκου πες καλύτερα, τέλος πάντων, κατεβάζει προβοσκίδα, πίνει και δυο λίτρα αμίλητο νερό –άντε να κάνεις τον καραγκιόζη ύστερα. «Τι έχεις Φανούλα;» «Γιατί δε μιλάς;» Παπαριές –ξέρετε και οι δυο τι έχει η Φανούλα, απλά πρέπει να φας στη μάπα τη μουτράκλα της για κάνα δίωρο προς γνώσιν και συμμόρφωση. Και η προηγούμενη δηλαδή, η επικίνδυνη, έτσι ήταν. Μόνο που κράταγε μούτρα για περισσότερες ώρες. Καμιά φορά και μέρες. Στο τέλος ξεχνάγαμε γιατί ξεκίνησε η όλη ιστορία. Έστριψα απότομα το τιμόνι για να αποφύγω την ανοιχτή πόρτα κάποιου ταρίφα, έπιασα τέρμα δεξιά πανικόβλητος –άμα κοιμάσαι οδηγώντας δεν προλαβαίνεις να δεις από πού έρχεται ο πελάτης. Μια χοντρή κατέβαινε από το ταξί κόντεψα να βρω πεζοδρόμιο για να την αποφύγω.

«Γαμιέται το σπίτι σου ρε!» τσίριξα προσπερνώντας. Μου πήρε γύρω στα 50 μέτρα μέχρι να βεβαιωθώ ότι ο ταρίφας με είχε στρώσει στο κυνήγι. Χάρηκα. Για μια στιγμή σκέφτηκα να σταματήσω και να πλακωθούμε, θα ήταν μια καλή δικαιολογία για την αργοπορία μου, αλλά μετάνιωσα επιτόπου. Αν έμπλεκα εκεί πέρα θα έπρεπε να ξεχάσω τη Φανή για σήμερα. Προτίμησα λοιπόν να κρατήσω τη δικαιολογία ενός μουσαντένιου καυγά για να την ξεφουρνίσω στη Φανή. Δεν υπάρχει λόγος να μπλέξεις, όταν δεν υπάρχει λόγος να μπλέξεις –κατάλαβες; Κατέβασα τετάρτη και χάθηκα στην άπλα της

Συγγρού σα μύγα που μυρίστηκε σκατά.

Στο λιμάνι γαμιόταν η μάνα του Σαργκάνη κανονικά και με το νόμο, που λένε. Τα πλοία ξέβραζαν φορτηγά, τα φορτηγά ξέβραζαν μπόχα και η μπόχα δεν ξέβραζε τίποτα καθότι ατόφια και πηχτή. Αλλά το καράβι από την Κρήτη μόλις είχε δέσει –έβλεπα την καταπακτή να κατεβαίνει όσο πλησίαζα. Πρίμα! Ούτε δικαιολογίες, ούτε μούτρα, ούτε τίποτα –μη σου πω ότι θα έριχνα εγώ κάποια γκρίνια επειδή περίμενα τόση ώρα! Έβαλα νεκρά και άφησα τη μηχανή να ησυχάσει, έκοβα κιόλας κίνηση μην πατήσω κανένα αδέσποτο. Κοιτάχτηκα στον αριστερό καθρέφτη –μια χαρά χάλια ήμουνα, η καταπακτή ακούμπησε το τσιμέντο, μπορεί και να προλάβαινα μισό τσιγαράκι στο περίμενε. Και τότε τον είδα. Δηλαδή, πρώτα πήρε το μάτι μου τη Μοτογκούτσι, μετά τα ακουμπισμένα κράνη στη σέλα και στο τέλος είδα την πλάτη του να κουνιέται χαιρετώντας προς τη γέφυρα. Σήκωσα το κεφάλι, η Φανή με κοίταζε κι εκείνη από ψηλά –κάπως μαγκωμένη. «Τι θες εδώ αγάπη μου;» «Είπα να σου κάνω έκπληξη μωρό μου». «Αχ, τι καλά!» Τον πλακώνεις τώρα τον πούστη, έτσι που τον έχεις πισώπλατα; Δεν τον πλακώνεις, τι να λέμε τώρα. Έβαλα δευτέρα κι εξαφανίστηκα στις προβλήτες να μη με πάρει χαμπάρι. Γιατί, βλέπεις, η Φανή είχε φροντίσει να μας γνωρίσει σε κάποιο πάρτι –κρίμα κι άδικο να μην έχουμε μια τυπική, έστω, επαφή, την ίδια γκόμενα πηδάγαμε στο κάτω-κάτω! Βγήκα ξανά στον δρόμο βλαστημώντας.

Εκείνο το βράδυ έλεγα να το περάσω στην Οκτάνα, να κατεβάσω ότι ξύδια μπορούσαν να πληρώσουν οι τσέπες μου, ευτυχώς είχα πάρει προκαταβολή για μια επιστημονική φαντασία που θα μετάφραζα –κάτι με κουρσάρους σε διαστημόπλοια και μεταλλαγμένες πριγκίπισσες –χέσε ψηλά κι αγνάντευε δηλαδή. Στην επιστροφή δεν είχα τον ήλιο να με στραβώνει κι αυτό ήταν βολικό όσο να πεις, πάτησα λοιπόν τη μηχανή αλλάζοντας ταχύτητες στα κόκκινα –επειδή έτσι πρέπει να κάνεις άμα σε έχει παρατήσει η γκόμενα. Το είχα δει σε μια ταινία αυτό.

Φτάνοντας στα Προπύλαια έκοψα τελευταία στιγμή επειδή έπρεπε να τσεκάρω τον πίνακα ανακοινώσεων. Δεν είχα ιδέα που έβοσκαν οι υπόλοιποι, ούτε αν έπαιζε καμιά συνάντηση για το βράδυ. Δεν είχα και όρεξη –βγήκα στην Ακαδημίας και ανέβηκα το πεζοδρόμιο πίσω από τις στάσεις των λεωφορείων. Πλησίασα τις αφίσες που έφτιαχναν τον τωρινό μας πίνακα ανακοινώσεων, κόντεψα να κολλήσω τη μύτη στο χαρτί –κάποιος είχε γράψει με μαύρο στυλό σε κόκκινη αφίσα.

«ΠΑΡΤΙ ΓΝΩΣΤΗΣ ΣΕ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ. ΠΡΟΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΓΙΑ ΚΟΨΙΜΟ ΚΙΝΗΣΗΣ»

Μάλιστα. Το σκέφτηκα διεξοδικά. Σε τελική ανάλυση θα ήταν τζάμπα τα ποτά, άσε που είχα μια βδομάδα να τους δω επειδή έτρεχα με κάτι πολιτικά στη σχολή. Πάρτι λοιπόν γι΄απόψε και ότι κάτσει. Άλλωστε είχε κρεμαστεί κι ο Άσιμος, όλο και κάποια βλαμμένη θα τριγυρνούσε ψάχνοντας παρηγοριά. Έλπιζα μόνο να μην έχει τρίχα-κάγκελο σαν την άλλη της πλατείας –αλλά τι ψάχνεις τώρα; Λες και δεν τις ήξερα τις ποιήτριες των λεωφόρων, μακριά φούστα, απλυσιά και υφάκι σε στυλ «εγώ σου λέω τα μελλούμενα κι εσύ ζητάς τα απαιτούμενα».

Την έκανα λοιπόν για το σπίτι, αν αυτή η νύχτα μπορούσε να περάσει χωρίς μάτια που ψάχνουν να βρουν από πού ξημερώνει θα ήταν μια όμορφη νύχτα. Στην είσοδο της πολυκατοικίας έπεσα φάτσα με τον γιο της σπιτονοικοκυράς –ένας σκατίφλωρος του κερατά που κυκλοφορούσε με τη Μπεμβέ του μπαμπά. Για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο ο πιτσιρικάς μου χαμογέλασε –έκανα το ίδιο αμήχανα, αντί να του δαγκώσω το λαρύγγι. Δεν γούσταρα κανέναν, ποτέ –και δεν γουστάρω κανέναν ούτε τώρα. Οι κολλητοί μου είναι σκυλιά ατάιστα που ψάχνουν στους σκουπιδοτενεκέδες, τα παιδιά από τη σχολή είναι νεκροζώντανα κι ας αρνούνται να το παραδεχτούν, τα αφεντικά στις δουλειές θέλουν κρεμάλα επειγόντως και η Φανή είναι σκέτη πουτάνα. Όχι από τις κανονικές που βγάζουν μεροκάματο για να ζήσουν –από τις άλλες, τις χειρότερες. Κι εγώ ο τελευταίος κροκόδειλος του πλανήτη, σέρνομαι πίσω απ΄όλους τους για λίγη υγρασία, λίγη γαμημένη υγρασία σε μια άσφαλτο που καίει μετά τον άνυδρο χειμώνα. Ελπίζω τουλάχιστον να πεθάνω πριν φτάσω τα 30, άλλωστε πήγαιναν κοντά 8 χρόνια από εκείνο το βράδυ που ο Γιωργάκης ο αδερφός του Σόλωνα την είχε κοπανήσει από τη χοροεσπερίδα πάνω στη βέσπα του αδερφού του για να γκρεμιστεί από τον Κρεμαστό Λαγό ανοίγοντας μια καταπακτή θανάτων που δεν έλεγε να κλείσει.

Έσπρωξα την πόρτα του σπιτιού πίσω μου, μύρισα μοναξιά ανακατεμένη με ξεχασμένα σκουπίδια και ακούμπησα στον τοίχο για να κρατηθώ.