Τα χριστούγεννα της κ. Νικολέτας

Τα Χριστούγεννα της κ. Νικολέτας

(μονόπρακτο σκετς)

 

ΠΡΟΣΩΠΑ

 

κ. Νικολέτα

Σόφη (κόρη της)

Βεατρίκη (παραδουλεύτρα)

Αφηγητής

Φωνή

 

(Το σκηνικό παρουσιάζει το εσωτερικό μιας τραπεζαρίας σε σπίτι μάλλον ευκατάστατο).

 

Νικολέτα : Όσο καθαρό κι αν είναι το σπίτι, θέλει ένα φρεσκάρισμα τέτοιες μέρες.

Σόφη : Αυτό είναι σίγουρα ο πρόλογος. Το ξέρω το κύριο θέμα : να βοηθήσω στο φρεσκάρισμα… Λυπάμαι ,μα το πρόγραμμά μου δε χωράει τίποτα.

Νικολέτα : Εννοια σου και δεν περίμενα από σένα να συμβάλεις σ’ αυτό. Είπα στην κυρα-Βεατρίκη να μου δώσει ένα χεράκι.

Σόφη : Και θα’ ρθει;

Νικολέτα : Ναι, συμφώνησε πρόθυμα και μου’ πε πως θα’ ρθει, να μείνω ήσυχη.

Σόφη : Μόνο που είναι εννιά η ώρα και κυρα- Βεατρίκη δε βλέπω.

Νικολέτα : Αυτό βλέπω…

Σόφη : Κι ανησυχείς. Εγώ καλού κακού ,ας φεύγω… Δεν ξέρεις τι γίνεται… (φεύγει).

Αφηγητής : Μόνη τώρα η κ. Νικολέτα μπαινοβγαίνει στην τραπεζαρία και προσπαθεί να τη βάλει σε τάξη. Κάθε τόσο κοιτάζει μια το ρολόι και μια το ξεσηκωμένο σπίτι και η ανησυχία της μεγαλώνει: «Σήμερα που έπρεπε να έρθει και λίγο πιο νωρίς, σήμερα η ευλογημένη βρέθηκε ν’ αργήσει. Κι είναι χειμώνας ,βραδιάζει γρήγορα. Και όλο κοιτάζει το ρολόι και ανυπομονεί. Σιγά -σιγά οι απλοί συλλογισμοί άρχισαν να ξετυλίγονται, θα’ λεγες φωναχτά με πίκρα και στενοχώρια.

Φωνή· : Βέβαια, εμένα μ’ έχει του χεριού της. Για να ήταν μεροκάματα της κυρίας εφοπλιστού. Από τις επτά θα πήγαινε…

Αφηγητής : Και με αυτήν την τελευταία σκέψη ,φούντωσε, άρπαξε ένα ξεσκονόπανο κι άρχισε να μπαινοβγαίνει στα δωμάτια εκνευρισμένη. Ξαφνικά το συνειδητοποίησε. Ο εκνευρισμός της το είχε παρακάνει Στάθηκε κι αναρωτήθηκε:

Νικολέτα : Τι μου συμβαίνει; Γιατί βρίσκομαι σ’ αυτήν την έξαλλη κατάσταση; Επειδή καθυστερεί η Βεατρίκη; Ίσως κιόλας να μην έρθει. Είναι λόγος αυτός να χάσω την ψυχραιμία μου; Κύριε ελέησον ,χρονιάρες μέρες. (Κάνει το σταυρό της, ενώ συγχρόνως χτυπά η πόρτα και στ’ άνοιγμά της παρουσιάζεται λαχανιασμένη η Βεατρίκη).

Βεατρίκη : Καλημέρα κ. Νικολέτα. Να με συγχωρείτε… Δεν περίμενα ν’ αργήσω τόσο… Είχα πάει την κόρη μου στο γιατρό, στο ΙΚΑ, γιατί είναι δυο μέρες τώρα, που γέμισε σπυριά, δεν ξέρω κι εγώ από τι… Παρόλο που είμαστε εκεί από τους πρώτους δεν κατάφερα να ξεμπερδέψω νωρίτερα. (Λέγοντας αυτά έβγαλε τη ζακέτα της, πέρασε την ποδιά).

Φωνή : Θεέ μου! Δε σκέφτομαι παρά μόνο τη δική μου δουλειά. Δε νοιάστηκα γι’ αυτή την ταλαίπωρη γυναίκα, μήπως και τη βρήκε κανένα κακό και γι’ αυτό αργοπόρησε. Ήμαρτον, Κύριε…

Αφηγητής : Κι έπιασε να βοηθάει τη Βεατρίκη, όσο μπορούσε, για να προχωρήσουν και να τελειώνουν. Εκεί πάνω στης δουλειάς τη φούρια, ξεχάστηκε πάλι. Της φάνηκε πως η Βεατρίκη δούλευε με πολύ αργό ρυθμό, πως δε θα προλάβαιναν τις προγραμματισμένες δουλειές, πως όπου να’ ταν θα έφτανε κι ο άντρας της από τη δουλειά, πως κι αυτή η κόρη της, πως… πως… και φούντωσε πάλι.

Νικολέτα : Άντε ,βρε παιδάκι μου, και βραδιάσαμε… Πάρε τα χέρια σου πιο γρήγορα! Τι κακό είναι αυτό με σένα;

Βεατρίκη : Έχετε δίκιο, κ. Νικολέτα. Ξέρετε, χθες σαπούνιζα τοίχους όλη μέρα σε κάποια κυρία, που ξενοίκιασε ένα διαμέρισμά της. Ύστερα στο σπίτι με περίμεναν τα τέσσερα παιδιά μου. Και τι δεν ήθελαν… Σηκώθηκα από τις πέντε ,νύχτα ακόμη, για να τους αφήσω φαγητό… να πλύνω… να σιδερώσω τα στεγνά… Νιώθω τόσο βαριά τα χέρια μου. Έτσι είναι… Έχετε δίκιο. Όμως μην ανησυχείτε, όλα θα γίνουν.

Φωνή : Και τι με νοιάζει εμένα που σαπούνιζε τοίχους; Και με νοιάζει για τα τέσσερα παιδιά; Ας κάνει το λογαριασμό της. Δε μπορεί να έρχεται να δουλεύει και να είναι τα χέρια της βαριά.

Νικολέτα : Ααα… σε παρακαλώ, Βεατρίκη. Αυτό να το ξανακάνεις. Το κηροπήγιο δε γυαλίζει. Δεν το βλέπεις; Τρίψε το λίγο ακόμα. Ασήμι είναι. Πρέπει ν’ αστράφτει, χρονιάρες μέρες.

Βεατρίκη : Θα το ξανατρίψω ,κ. Νικολέτα… μην ανησυχείτε.

Αφηγητής : Μα καθώς η κ. Νικολέτα δούλευε με φούρια, στην προσπάθειά της να προλάβει όλες τις δουλειές, το ξεσκονόπανο έφτασε στο εικονοστάσι. Στη μέση ο Εσταυρωμένος και γύρω του η Παναγία ,ο Ιωάννης, παραπέρα τα ασκητικά πρόσωπα των αγίων. Έπιασε με τα δυο της χέρια το κεφάλι. Τώρα πήρε το λόγο μέσα της ο άλλος άνθρωπος.

Φωνή : Θεέ μου, αυτή η γυναίκα σταυρώνεται με χίλιους τρόπους καθημερινά, για να φέρει βόλτα τις υποχρεώσεις της. Μου την έστειλες ,για να την ανακουφίσω με έναν καλό λόγο, να της ελαφρώσω το φορτίο, έστω και με την ανοχή μου. Και γω της μπήγω (Σου μπήγω) ένα καρφί ακόμα. Θεέ μου, συγχώρεσέ με για την κακότητα, τον εγωισμό ,την ασπλαχνία μου.

Αφηγητής : Και η δουλειά προχωρούσε. Προχωρούσε και η ώρα. Σαν να έδειχνε πως κόντευαν να  τελειώσουν. Ήταν στιγμές όμως που, πριν από τις δουλειές, κάτι έδειχνε πως είχαν τελειώσει τα αποθέματα της κ. Νικολέτας. Τα αποθέματα ανοχής κι αγάπης γι’ αυτό το πλάσμα που ο Θεός της έστειλε εκείνη την ημέρα πλάι της. Έτσι πέρασε ,μ’ ένα έντονο εσωτερικό αντιμίλημα όλη μέρα. Οι δουλειές είχαν τελειώσει και το καθετί φιγουράριζε καθαρό και γυαλισμένο στη θέση του, για να πάρει μέρος στη χριστουγεννιάτικη διακόσμηση του σπιτιού.

Νικολέτα : Τελειώσαμε και σήμερα!

Βεατρίκη : Και του χρόνου, να’ μαστε καλά να τα ξαναφτιάξουμε.

Νικολέτα : Βγάλε και τα σκουπίδια από την πίσω σκάλα, πλύσου κι έλα. (φεύγει η Βεατρίκη). Πόσο να της δώσω; Πόσο;;

Φωνή : Όσο της δίνεις κάθε φορά.

Νικολέτα : Ναι, αλλά κάθισε 2 ώρες περισσότερο σήμερα.

Φωνή : Ε, δεν πειράζει… άλλη φορά τη σχολάς νωρίτερα κι έτσι πατσίζετε.

Νικολέτα : Ναι ,αλλά σήμερα είναι προπαραμονή Χριστουγέννων… (Φωναχτά): Και σταμάτα πια! Α, μα δεν υποφέρεσαι.

Βεατρίκη : (από την κουζίνα) Είπατε τίποτα;

Νικολέτα : (δαγκώνεται) Όχι, όχι. Τίποτα! (Προς το κοινό) Θα δώσω ό,τι ταιριάζει στην περίπτωση.

Φωνή : Αλλά μήπως θα έπρεπε να δώσεις και μερικά μελομακάρονα για τα παιδιά της ,μια και σου’ δωσε ένα χεράκι να τα φτιάξεις;

Νικολέτα : Μα και βέβαια πρέπει να δώσω. Μέρες που είναι…

Φωνή : Κάνε τη δουλειά σου. Μελομακάρονα! Κι ο πιο φτωχός έχει από δαύτα στο σπίτι του. Ύστερα, έχεις τόσους και τόσους συγγενείς που περιμένουν από τα φιλέματά σου. Μπορεί και να μη σε φτάσουν ,να μη σε φτάσουν!

Νικολέτα : Δε θα σου περάσει! Δε θα σου περάσει!

Αφηγητής : Είπε στο μίζερο άνθρωπο που’ κλεινε μέσα της και προχώρησε στο ταψί με τα φρεσκομελωμένα μελομακάρονα. Και να που το μάτι της πάλι, ξεχώριζε τα μικρότερα κομμάτια με το χέρι της δισταχτικό στο δόσιμο και μ’ ένα τελευταίο ξέσπασμα ελευθερώθηκε:

Νικολέτα : Μ’ έσκασες σήμερα, μ’ έσκασες!

Βεατρίκη : Εγώ να πηγαίνω. Θέλετε τίποτα άλλο; (Βγάζει από μια σακούλα ένα πακέτο)

Νικολέτα : Τι είναι αυτό;

Βεατρίκη : Τίποτα σπουδαίο. Να, μέσα σε όλες τις δουλειές, κάθισα το βράδυ κι έφτιαξα λίγες δίπλες, όπως το συνηθίζουμε τέτοιες μέρες στο χωριό μας.

Νικολέτα : Και τις έφερες σε μας;

Βεατρίκη : Γιατί όχι; Εσείς μου δείχνετε τόση εμπιστοσύνη. Μου δίνετε όλο το χρόνο δουλειά μέσα στο σπίτι σας, λίγο το έχετε αυτό; Κι εγώ σκέφτηκα τέτοια μέρα, παραμονές Χριστούγεννα, είναι ό,τι πρέπει για να δείχνει την ευγνωμοσύνη του κανείς, όπου την χρωστάει. Έφτιαξα λίγες δίπλες για σας. Αυτό είναι όλο.

Αφηγητής : Η κ. Νικολέτα τα είχε χαμένα. Τα μάγουλά της είναι κατακόκκινα ,σαν να είχε φάει ένα δυνατό χαστούκι. Εκείνος ο μίζερος και μικρόψυχος άνθρωπος μέσα της είχε λουφάξει. Και δεν ήξερε ,αυτή η κυρία Νικολέτα πώς να φερθεί τούτη τη στιγμή, στον άνθρωπο της δούλεψής της.

Νικολέτα : Σ’ ευχαριστώ, Βεατρίκη. Σ’ ευχαριστώ (την αγκαλιάζει). Σ’ ευχαριστώ πολύ. Καλά Χριστούγεννα με τα παιδάκια σου. Κι αν σε πικραίνω πάνω στη δουλειά ,να με συγχωρείς ,σε παρακαλώ. Να με συγχωρείς. Είμαι στενόχωρος και μίζερος άνθρωπος. Πάρε να δοκιμάσεις και τα δικά μας μελομακάρονα… άλλωστε μαζί τα φτιάξαμε. Στάσου! Στάσου, να σου βάλω και λίγους κουραμπιέδες.

Βεατρίκη : Μα δεν είναι ανάγκη. Φτάνουν τα μελομακάρονα. Και τα αγαπούν τα παιδιά μου.

Νικολέτα : Αυτό (ένα φακελάκι) είναι ο κόπος σου. Κι αυτό ,για να πάρεις κανένα παιχνιδάκι στα παιδιά.

Βεατρίκη : Πολλά, κ. Νικολέτα, πάρα πολλά. Μήπως δεν έπρεπε;

Νικολέτα : Χριστούγεννα, Βεατρίκη, Χριστούγεννα. Πάει να πει ,πάνω στη σκληρή και στενόχωρη καρδιά μας γεννιέται ο Χριστός και μας κάνει καινούριους ανθρώπους, ε Βεατρίκη; Απλόχωρους και μεγαλόκαρδους.

(Την συνοδεύει ως την πόρτα και ξαναγυρίζει)

Αφηγητής : Τα είπε όλα γρήγορα γρήγορα κι έμοιαζε σαν ένας ξεροπόταμος που γέμισε ξαφνικά νερό και πλημμύρισε και δρόσισε τη φρυγμένη γη ένα γύρω. Άστραψε το πρόσωπο και έλαμψαν τα μάτια από ένα άλλο φως. Ένα φως που σου έφερνε αθέλητα στο νου τη λάμψη από το αστέρι της Βηθλεέμ.

(Μπαίνει η Σόφη φορτωμένη με ψώνια και δώρα. Σταματά ξαφνιασμένη στη μέση του δωματίου).

Σόφη : Μαμά, συμβαίνει τίποτα;

Νικολέτα : Βλέπεις να συμβαίνει;

Σόφη : Εσύ λάμπεις! Το σπίτι αστράφτει.

Νικολέτα : Το σπίτι αστράφτει ,Σόφη, κι εγώ λάμπω γιατί….

Σόφη : Γιατί;

Νικολέτα : Γιατί είναι Χριστούγεννα, παιδί μου.

Σόφη : Γιατί τα Χριστούγεννα ήρθαν πιο νωρίς φέτος. Αυτό δε θέλεις να πεις;

Νικολέτα : Πιο νωρίς… πιο αργά…. Δεν ξέρω. Ήρθαν μέσα μου όμως.

Σόφη : Μα αυτό είναι πολύ όμορφο, μαμά! Κάθισε να σου πω και τα δικά μου και θα δεις, ότι κι εγώ έπαθα τα ίδια. Έπαθα… λέξη που τη διάλεξα. (Κάθονται) Πήγα στη γιαγιά και τη βοήθησα. Άλλαξα στα μαγαζιά τη μπλούζα σου κι έτσι αύριο… Έριξα στο ταχυδρομείο κάρτες και γράμματα, ψώνισα από το μπακάλη ό,τι χρειαζόταν η γερόντισσα η επιστάτισσα. Είμαι γεμάτη και πληρωμένη για κάθε κόπο. Χαρτζιλίκι γερό, σου λέω!

Νικολέτα : Αυτά είναι Χριστούγεννα!

Σόφη : Αυτά είναι ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!·



· Η ΦΩΝΗ είναι μαγνητοφωνημένη και αναμεταδίδεται, αν είναι δυνατόν, με ηχώ.

· (Από τον «Κόσμο της Ελληνίδας»  , 1983)

Comments