The first years


ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΕΖΕΒΙΡΗΣ

Τα Πρώτα βήματα στο Ναυτικό

1906- 1912

(πηγή: Γ. Μεζεβίρη  Αντιναυάρχου ε.α.,
"Τέσσαρες δεκαετίες εις την Υπηρεσίαν του Β. Ναυτικού", Αθήναι
1971)

 

Τον Σεπτέμβριο του 1906 ο Γρηγόριος Μεζεβίρης, έχοντας πετύχει πρώτος στις εισαγωγικές εξετάσεις, κατατάσσονταν στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων γεμάτος όνειρα και νεανικό ενθουσιασμό.

 

Ο Γρηγόριος Μεζεβίρης διηγείται:

 

Στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων

 

«Σχηματίσαμε την πρώτη εντύπωση για την Σχολή από τις λίγες ασυνάρτητες φράσεις που μας απηύθυνε κατά την παρουσίασή μας ο Διοικητής, ένας σεβάσμιος γέροντας με αρχοντική εμφάνιση που έπρεπε από χρόνια να είχε αποσυρθεί στο σπίτι του, ο λιγότερο κατάλληλος άνθρωπος για να εμπνεύσει μελλοντικούς αξιωματικούς.

1906, Α΄ Τάξη Σχολής Ναυτικών Δοκίμων

 

Κατά τη διάρκεια της τετραετίας παρέλασαν από την Σχολή σειρά κατώτερων αξιωματικών-επιτηρητών που παρουσιάζονταν μόνο κάθε πέντε μέρες για να εκτελέσουν την 24ωρη υπηρεσία τους.

 

Ένας από αυτούς ήταν ένας κύριος εξαιρετικής ευγένειας  που έπασχε όμως από παθολογική ψευδομανία και που λίγο αργότερα απομακρύνθηκε από τις τάξεις. Με ανυπομονησία περιμέναμε τη σειρά της βάρδιας του, γιατί η μέρα αυτή ήταν γεμάτη ελευθερία και ασυδοσία. Με τις απίθανες και φανταστικές αφηγήσεις του μετέτρεπε τις ώρες των συσσιτίων σε ώρες διασκέδασης και ασυδοσίας. Όποτε μας συνόδευε σε στρατιωτικούς περιπάτους διέλυε τη γραμμή και προχωρούσαμε κατά ομάδες με αυτόν στη μέση να προσφέρει τσιγάρα στους δόκιμους, αν και το κάπνισμα μπρος σε ανώτερους απαγορεύονταν αυστηρά.

 

Το ευχάριστο 24ωρο υπηρεσίας του αξιωματικού αυτού διαδέχονταν ένα 24ωρο τρόμου, ιδιαίτερα για τους νέους μαθητές.  Ένας νέος αξιωματικός, από τους πιο μορφωμένους της εποχής εκείνης, μόλις αναλάμβανε υπηρεσία ορμούσε στις τάξεις με προσποιητό βλέμμα παράφρονα και ωρυόμενος έκανε ασυνάρτητες παρατηρήσεις, άδικες πολλές φορές, ενώ συγχρόνως προσπαθούσε να αντιληφθεί το μέγεθος του τρόμου που προκαλούσε στους μαθητές. Κατά βάθος ήταν καλός άνθρωπος και οι παλιότεροι που τον ήξεραν καλύτερα τον υποδέχονταν με κρυφά χαμόγελα.

 

Ένας άλλος, γνωστός για την εντιμότητά του και τον ακέραιο χαρακτήρα του, είχε την συνήθεια να βρίζει τους πάντες και τα πάντα. Ως αρχηγό των δοκίμων με καλούσε μετά το δείπνο σε συζητήσεις όπου μου έδινε τα πρώτα διδάγματα επικρίσεων των ανωτέρων. Απέφευγε να μιλάει για τους αξιωματικούς που υπηρετούσαν στην Σχολή, αλλά από τους υπόλοιπους λίγοι ξέφευγαν από τους ελάχιστα κολακευτικούς χαρακτηρισμούς του. Όσα μου έλεγε μετέφερα με τη σειρά μου στους συμμαθητές μου, με αποτέλεσμα να αρχίζουμε από τα μαθητικά μας θρανία να συντάσσουμε σχέδια εκκαθαρίσεως του Σώματος και συγχρόνως να  φροντίζουμε να εξασφαλίσουμε γρήγορη προαγωγή για τους εαυτούς μας.   Είναι άραγε περίεργο που στα επόμενα πενήντα χρόνια τα ζητήματα της Επετηρίδας προκάλεσαν τόσες αναστατώσεις στο Ναυτικό;

 

Κάποιοι άλλοι αξιωματικοί έδιναν πολύ κακό παράδειγμα εργατικότητας και δραστηριότητας, περνώντας τις περισσότερες ώρες της υπηρεσίας τους στο κρεβάτι τους. Στο πρόσωπο μάλιστα ενός από αυτούς ήταν ζωγραφισμένη η νωχέλεια των λαών της Ανατολής.

1908, Εκπαιδευτικό πλοίο «ΑΧΕΛΩΟΣ»   

                                                 

1908, Εκπαιδευτικός πλους

 

Πέρασαν βέβαια και αρκετοί διακεκριμένοι αξιωματικοί που είχαν όμως την αντίληψη ότι έπρεπε να μόνο να επιβλέπουν αφ’ υψηλού και να βασίζονται κυρίως στους δοκίμους της ανώτερης τάξης. Αυτό το έθιμο, όσο και αν φαίνεται περίεργο, έχει και τις καλές του πλευρές. Δεν διστάζω να πω ότι όσες παραδόσεις ανδρισμού και συναδελφικής αλληλεγγύης μας μεταδόθηκαν κατά τα πρώτα χρόνια των σπουδών μας οφείλονται κυρίως στους μαθητές των αρχαιοτέρων τάξεων, που και αυτοί με ανάλογο τρόπο είχαν διδαχθεί.  Η ανεξέλεγκτος όμως παραχώρηση τέτοιων δικαιωμάτων σε εικοσάχρονους νέους  μπορούσε να γίνει αιτία αδικιών και απογοητεύσεων στους νεότερους που δεν τολμούσαν να παραπονεθούν ούτε και στην Διοίκηση! Το χειρότερο μάλιστα ήταν ότι ενώ οι δόκιμοι της τελευταίας τάξης ήταν αμείλικτοι και για τη μικρότερη παράβαση των Κανονισμών από τους νεότερους, οι ίδιοι τους παράβαιναν επιδεικτικά. Ακόμα, ο αρχηγός της τελευταίας τάξης που είχε τον τίτλο «Αρχηγός των Δοκίμων»,  ενώ ήταν ιερό πρόσωπο για τους νεώτερους, κατά παράδοση ουδέποτε ανέφερε τους συμμαθητές του που μπορούσαν και να τον βρίζουν ακόμα μπρος στους υφισταμένους.

 

1909, Γρ.Μεζεβίρης Αρχηγός των Δοκίμων (1ος δεξιά)

 

Όταν ανέλαβα κι εγώ καθήκοντα Αρχηγού των Δοκίμων και απέκτησα έτσι δικτατορικά δικαιώματα, δεν είμαι βέβαιος αν απέφυγα νεανικές υπερβολές.  Προσπάθησα όμως να δίνω πρώτος το παράδειγμα του σεβασμού προς τους Κανονισμούς και πρωτοτύπησα απαιτώντας να το πράξουν και οι συμμαθητές μου. Για να το πετύχω βασίστηκα στην προσωπικότητα του Διοικητή της Σχολής που δεν ήταν άλλος από τον μετέπειτα νικητή των Βαλκανικών Πολέμων, τον Πλοίαρχο Παύλο Κουντουριώτη.

1909, Γρ. Μεζεβίρης Αρχηγός των Δοκίμων (2ος από αριστερά,καθιστός)

 

Οι σπουδές στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων

 

Η εκπαίδευση στη Σχολή παρουσίαζε πολλά κενά, ιδίως στα τεχνικά μαθήματα. Δεν υπήρχε ο θεσμός του Διευθυντού σπουδών και κάθε καθηγητής ρύθμιζε κατά τη κρίση του την διδασκόμενη ύλη. Μερικοί κρατούσαν την θεωρητική διδασκαλία σε  υψηλότερο επίπεδο από το απαιτούμενο και άλλοι σε πολύ χαμηλό. Δεν υπήρχαν εργαστήρια για πρακτικές εφαρμογές. Οι πολιτικοί καθηγητές δεν ήταν όλοι κατάλληλοι. Από τους αξιωματικούς, μερικοί δεν κατείχαν το θέμα που δίδασκαν, άλλοι έκριναν σκόπιμο να εφαρμόσουν την αλληλοδιδακτική μέθοδο και μου είχαν αναθέσει, ως αρχηγό, τη διδασκαλία ορισμένων μαθημάτων! Άλλοι, τέλος, που είχαν ειδικευτεί σε τεχνικούς κλάδους θεωρούσαν την διδασκαλία στη Σχολή ως κατώτερο γι αυτούς πάρεργο.

 

Επικρατούσε τόση επιείκεια στη βαθμολογία, ώστε ουσιαστικά μόνο όσοι το επιθυμούσαν επωφελούνταν της διδασκαλίας. Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση που μου έδωσε πολύ αργότερα, όταν δίδασκα στη Σχολή το μάθημα του Ηλεκτρισμού,  ο Διοικητής όταν του ανέφερα ότι ένας από τους μαθητές της τελευταίας τάξης θα απορρίπτονταν στο μάθημά μου, ως τελείως ανεπίδεκτος μαθήσεως: «Σε παρακαλώ θερμά να μην απορριφθεί, γιατί είναι ντροπή για τη Σχολή». Και εγώ μεν δεν συμμορφώθηκα προς αυτή την παράκληση, ο μαθητής όμως αυτός ονομάστηκε αξιωματικός και σταδιοδρόμησε μέχρι κάποιο βαθμό μέχρις ότου απομακρυνθεί από τις τάξεις του Ναυτικού.

 

Τα χρόνια εκείνα οι αξιωματικοί δεν είχαν άλλη ευκαιρία μόρφωσης εκτός από εκείνη που προσέφερε η  Σχολή Δοκίμων, γιατί δεν υπήρχαν οι Σχολές μετεκπαίδευσης που λειτούργησαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και προσέφεραν συμπλήρωση των απαραίτητων επαγγελματικών γνώσεων.  Ελάχιστοι είχαν την τύχη να σταλούν από το Κράτος για μετεκπαίδευση στο εξωτερικό. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστοι όσοι από τους παλαιότερους, τελείως αυτοδίδακτοι, κατάφεραν να εξελιχθούν σε πραγματικούς επιστήμονες. Αρκετούς τέτοιους περιλάμβανε η παλιά γενιά.

1909, Εκπαιδευτικός πλους

Το κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου του Γουδί στις 15/8/1909

 

Διανύαμε το τελευταίο έτος της Σχολής όταν γνωρίσαμε και το πρώτο κίνημα, του Στρατιωτικού Συνδέσμου του Γουδί, στο οποίο έλαβαν μέρος και οι περισσότεροι αξιωματικοί της Σχολής.  Επειδή δεν επιθυμούσαμε να φανούμε ότι υστερούμε σε πατριωτισμό και να μείνουμε αμέτοχοι  της ανόρθωσης των κακώς κειμένων, οι δόκιμοι της τελευταίας τάξης αποφασίσαμε να απευθύνουμε επιστολή προς τον Αρχηγό του Συνδέσμου ζητώντας να γραφούμε μέλη.  Η επιστολή μας έμεινε χωρίς απάντηση, ο Διοικητής όμως της Σχολής Πλοίαρχος Π. Κουντουριώτης -που ήταν αντίθετος στον Σύνδεσμο- πληροφορήθηκε για την αποστολή της και με κάλεσε στο γραφείο του, ως Αρχηγό των Δοκίμων, μου είπε: «Λοιπόν, εμείς είμαστε προδότες και σεις τα παλιόπαιδα πατριώτες» και με έδιωξε κακήν κακώς απειλώντας ότι θα μας αποβάλλει όλους απ’ τη Σχολή. Ίσως όμως λόγω της επέμβασης του Συνδέσμου, καμιά συνέχεια δεν δόθηκε στις απειλές.

 

Λίγο αργότερα βρεθήκαμε θεατές ναυμαχίας μεταξύ ελληνικών πλοίων, όταν μερίδα νέων αξιωματικών του Ναυτικού που διαφωνούσε με τον Σύνδεσμο κατέλαβε τα ελαφρά σκάφη που ναυλοχούσαν στον Ναύσταθμο, ενώ τα θωρηκτά που ήταν αγκυροβολημένα στο Κερατσίνι  παρέμεναν πιστά στον Σύνδεσμο και απαγόρευαν τον ανεφοδιασμό από τον Πειραιά των πλοίων του Ναυστάθμου.  Τα αντιτορπιλικά που προσπάθησαν να παραβιάσουν τον αποκλεισμό εβλήθησαν από τα θωρηκτά με θύματα και υλικές ζημιές. Και πάλι, οι δόκιμοι που παρακολουθούσαμε την ναυμαχία θεωρήσαμε ότι δεν πρέπει να μείνουμε αμέτοχοι στην επιχείρηση. Σκεφθήκαμε λοιπόν να εξοπλίσουμε την άκατο με το αποβατικό πυροβόλο και να σπεύσουμε κωπηλατούντες να βοηθήσουμε τους νέους αξιωματικούς που συμπαθούσαμε! Ευτυχώς μας έσωσε από τη γελοιοποίηση η επέμβαση του αξιωματικού φυλακής. Ο ίδιος στεναχωρημένος μας είπε: «παιδιά μου, η σημερινή ημέρα σημαίνει τη διάλυση του Ναυτικού». 

 

Ανάλογες μέρες γνώρισε και αρκετές άλλες το Ναυτικό, όμως πάντα κατάφερνε σε σύντομο χρονικό διάστημα να αναγεννηθεί και όποτε του δόθηκε η ευκαιρία να μεγαλουργήσει. Αμφιβάλω αν πολλά άλλα Ναυτικά που θα περνούσαν τέτοιες αλλεπάλληλες δοκιμασίες θα κατάφερναν τελικά να επιζήσουν.

 

Αυτή η παιδική απόπειρα συμμετοχής σε κινήματα υπήρξε για μένα τουλάχιστον η πρώτη και η τελευταία. Τα πολυάριθμα κινήματα που εκδηλώθηκαν κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας μου ως αξιωματικού, απ’ όπου και αν προέρχονταν, με βρήκαν πάντοτε αντίθετο ακόμα και όταν οι αντιλήψεις μου ήταν σύμφωνες με τις επιδιώξεις των στασιαστών.

  

Σημαιοφόρος στο θωρηκτό «ΨΑΡΑ»

 

Τον Ιούλιο του 1910 αποκτήσαμε τις επωμίδες του αξιωματικού. Η τάξη στο Ναυτικό είχε αποκατασταθεί, ο Στόλος είχε ανασυγκροτηθεί και είχε δημιουργηθεί Μοίρα γυμνασίων υπό τον Πλοίαρχο Π. Κουντουριώτη. Τοποθετήθηκα στην αρχηγίδα του Πλοιάρχου, στο θωρηκτό «ΨΑΡΑ».

 

1912, Θωρηκτό "ΨΑΡΑ"

 

Αποφοιτώντας  από τη Σχολή Δοκίμων την εποχή εκείνη, πολύ μικρή ιδέα είχαμε για το είδος της υπηρεσίας που θα αναλαμβάναμε μόλις αποκτήσουμε τον επίζηλο βαθμό του Σημαιοφόρου. Εγώ τουλάχιστον φανταζόμουνα ότι το έργο μου θα ήταν η άμεση εφαρμογή των θεωρητικών γνώσεων που έλαβα στη Σχολή και φοβόμουν μήπως, παρά την θριαμβευτική μου επιτυχία στις τελικές εξετάσεις, δεν ήταν αυτές επαρκείς. Υποθέταμε επίσης ότι με τη στολή του σημαιοφόρου θα βρισκόμαστε σε ισοτιμία στο κύκλο των αξιωματικών. Πόσο διαφορετική ήταν η πραγματικότητα!  Τα νέα μας καθήκοντα δεν είχαν απολύτως καμία σχέση με τα ανώτερα μαθηματικά, τη βλητική, τον ηλεκτρισμό και την σωρεία των άλλων θεωρητικών μαθημάτων. Απαιτούνταν στοιχειώδεις  πρακτικές γνώσεις υπαξιωματικού, τις οποίες και δεν είχαμε. Μετά τρία χρόνια μόνο, όταν ως ανθυποπλοίαρχος τοποθετήθηκα στα υποβρύχια, αντιλήφθηκα την ανάγκη της θεωρητικής κατάρτισης. Αργότερα μάλιστα την βρήκα και ανεπαρκή για ν’ ακολουθήσω ανώτερες σπουδές.  Όμως και η θέση μας μεταξύ των υπόλοιπων αξιωματικών ήταν πολύ μειονεκτική.  Ακολουθώντας τις αρχές του αρχηγού της Μοίρας που δεν αναγνώριζε τους σημαιοφόρους ως αξιωματικούς, όλοι οι ανώτεροί μας στο πλοίο –ακόμα και οι παλιότεροι σημαιοφόροι- μας κρατούσαν σε μεγάλη απόσταση ενώ φέρονταν με οικειότητα στους υπαξιωματικούς.

 

Στη Μοίρα των παλιών εκείνων θωρηκτών τα γυμνάσια εν πλω ήταν σπάνια και υποτυπώδη. Οι μετακινήσεις απέβλεπαν κυρίως στην απομάκρυνση από την πρωτεύουσα, ώστε το προσωπικό να μην υφίσταται την έλξη της πόλης και να παραμένει ένδον. 

 

Τα καθήκοντα των Σημαιοφόρων

 

Η βάση της υπηρεσίας ήταν η εκτέλεση φυλακής εν όρμω, τετράωρης για τους σημαιοφόρους και 24ωρης για τους υπόλοιπους κατώτερους αξιωματικούς.  Κατά τη διάρκεια της φυλακής φορούσαμε ρεντιγκότα και ξιφίδιο και είμαστε υποχρεωμένοι να βρισκόμαστε συνεχώς μέρα-νύχτα στο κατάστρωμα. Το κύριο βάρος της υπηρεσίας αυτής έπεφτε στους ώμους των σημαιοφόρων, στους οποίους δεν συγχωρούνταν ούτε η ελάχιστη  παράλειψη των διατάξεων του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας που δεν είχαμε ποτέ διδαχθεί και που οι παλιότεροι γνώριζαν από εμπειρία.  Στη νεαρή εκείνη ηλικία κατάκρινα ενδόμυχα τους προϊστάμενούς μου που έδιναν τόση σημασία σε λεπτομέρειες και θεωρούσα ότι, επειδή δεν είχαν επαρκή μόρφωση για να ασχοληθούν με σοβαρότερα θέματα, προσπαθούσαν να επιδείξουν την διοικητική τους επιβολή σε ζητήματα αρμοδιότητας κατωτέρων μόνο οργάνων. Αργότερα όμως πείσθηκα ότι η καλή οργάνωση ενός πολεμικού πλοίου είναι κατά βάθος η συνισταμένη τέτοιων λεπτομερειών και δικαίωσα απόλυτα εκείνους που μας το υπέδειξαν από τα πρώτα βήματα της σταδιοδρομίας μας.

 

Άλλη υπηρεσία αποκλειστικά για τους σημαιοφόρους ήταν η εκτέλεση αγγαρειών. Από τους πέντε σημαιοφόρους που υπηρετούσαν στο θωρηκτό, εκτός από εκείνον που εκτελούσε φυλακή, έπρεπε πάντοτε να βρίσκονται ένδον άλλοι δυο. Μια από τις αγγαρείες ήταν η επιβίβαση σημαιοφόρου σε κάθε μεγάλη λέμβο που έφευγε από το πλοίο για οποιοδήποτε σκοπό. Μάλιστα οι αγγαρείες αυτές είχαν προτεραιότητα ακόμα και έναντι των γυμνασίων. Επειδή δεν υπήρχαν υδροφόρες η ύδρευση γίνονταν με ασκούς που φόρτωναν στην άκατο.  Ο επιβαίνων σημαιοφόρος έπρεπε να περιμένει με τις ώρες σε κάποιο καφενείο για να γεμίσει ο ασκός, ακόμα και σε ώρα γυμνασίων.

 

Οι τεχνικές εγκαταστάσεις των παλιών θωρηκτών ήταν υποτυπώδεις και για τη συντήρησή τους φρόντιζαν κυρίως οι υπαξιωματικοί. Η εκπαίδευση περιορίζονταν σε στοιχειώδη γυμνάσια πυροβολικού, αποβατικές ασκήσεις και γυμνάσια σημάτων πυρκαγιάς  και λέμβων. Η εκπαίδευση των σκοπευτών γίνονταν με όπλα φλόμπερ που ήταν προσαρμοσμένα στα πυροβόλα και η εκτέλεση πραγματικών πυρών ήταν εξαιρετικά σπάνια.

 

Η εργασία για τους σημαιοφόρους άρχιζε στις 6 το πρωί, οπότε όλοι έπρεπε να παραβρίσκονται στο πλύσιμο του καταστρώματος, έστω και αν είχαν αγρυπνήσει για την εκτέλεση νυχτερινής φυλακής ή αγγαρειών. Οι άδειες ήταν ολιγόωρες και δίνονταν μετά την απογευματινή εργασία σε εκείνους που δεν είχαν φυλακή, πρώτη ή δεύτερη αγγαρεία.

 

Κάτω από τέτοιες συνθήκες οι πρώτες εντυπώσεις από το επάγγελμα ήταν μάλλον απογοητευτικές. Είδος εργασίας κατάλληλο μόνο για ανθρώπους κατώτερης μόρφωσης, σωματική κόπωση, έλλειψη ψυχαγωγίας και αμείλικτη αυστηρότητα στα όρια της αδικίας.  Έτσι όμως «εξ απαλών ονύχων» διδαχθήκαμε να μην θεωρούμε κανένα έργο κατώτερο εαυτών, συνηθίσαμε να εκτελούμε αγόγγυστα και τις πιο παράλογες διαταγές και θωρακιστήκαμε με απέραντη υπομονή.  Τα εφόδια αυτά αποδείχτηκαν πολύτιμα στη συνέχεια της σταδιοδρομίας μας.

 

Από το δεύτερο έτος της υπηρεσίας μου στο θ/κ «ΨΑΡΑ» οι συνθήκες βελτιώθηκαν.  Ο κατάπλους του θ/κ «ΑΒΕΡΩΦ» και η άφιξη της Βρετανικής ναυτικής αποστολής έδωσαν στο Ναυτικό νέα πνοή.  Οι πλόες έγιναν συχνότεροι και οι ασκήσεις πολύ πιο ενδιαφέρουσες. Η εσωτερική υπηρεσία των πλοίων οργανώθηκε κατά το Βρετανικό πρότυπο.  Ο Βρετανός Ναύαρχος συνέταξε νέο κώδικα σημάτων τακτικής και επιστάτησε αυτοπροσώπως στην εκπαίδευση των σημαιοφόρων σ’ αυτόν.

 

Το θ/κ «ΨΑΡΑ» με νέο Κυβερνήτη

 

Αργότερα το θ/κ «ΨΑΡΑ» έπαυσε να είναι αρχηγίδα και αντικαταστάθηκε και ο Κυβερνήτης.  Οι μεταβολές αυτές είχαν άμεση επίδραση στην υπηρεσιακή ζωή των σημαιοφόρων που υπηρετούσαν σ’ αυτό το πλοίο.  Ο νέος Κυβερνήτης εφάρμοζε τελείως διαφορετικές μεθόδους διοίκησης, ίσως όχι πολύ σύμφωνες με τις υγιείς αντιλήψεις της στρατιωτικής πειθαρχίας, πολύ πιο ευχάριστες όμως για τους υφιστάμενούς του.  Είχε διατελέσει Υπουργός Ναυτικών, θεωρούσε τον εαυτό του πολιτικό πρόσωπο, και ασκούσε την διοίκησή του με τρόπο που να δημιουργεί συμπάθειες.  Δεν εξασκούσε καμιά επιτήρηση στους αξιωματικούς, τους άφηνε ελεύθερους να εργάζονται σύμφωνα με την ευσυνειδησία τους και την εργατικότητά τους και το σπουδαιότερο για μας, δεν έκανε καμιά διάκριση μεταξύ των σημαιοφόρων και των άλλων αξιωματικών.  Το μόνο δυσάρεστο ήταν ότι φέρονταν με τέτοια επιείκεια προς τα πληρώματα που πολλές φορές έφθανε μέχρι πλήρους ατιμωρησίας, ώστε συχνά βρισκόμασταν σε δύσκολη θέση κατά την εκτέλεση την καθηκόντων μας.  Το θετικό ήταν ότι όσοι είχαν διάθεση να εργαστούν έβρισκαν  ανοικτό πεδίο δράσης και ανάπτυξης της ατομικής του πρωτοβουλίας και αυτό ήταν για μένα πραγματική ανακούφιση.  Η εν όρμω φυλακή και οι αγγαρείες δεν ήταν πια η μοναδική απασχόληση και δίνονταν ο χρόνος για να απασχοληθούμε επωφελέστερα με την επαγγελματική μας κατάρτιση.  Δεν είχαμε πια το συναίσθημα ότι είμαστε οι είλωτες του πλοίου.

 

Σύντομα απέκτησα την πλήρη εκτίμηση του νέου Κυβερνήτη και μου ανέθεσε τα καθήκοντα της Γενικής Επιστασίας του πλοίου, στα οποία έδινε εξαιρετική σημασία, και τα διατήρησα μέχρι τη μετάθεσή μου από το θ/κ «ΨΑΡΑ».  Οι Σημαιοφόροι της Γενικής Επιστασίας ήταν απλοί βοηθοί του Υπάρχου και κάτω από την άμεση καθοδήγησή του φρόντιζαν για τις λεπτομέρειες της εσωτερικής υπηρεσίας.  Την εποχή εκείνη, όμως, πολλοί ύπαρχοι που ήταν σχετικά μεγάλης ηλικίας για να απαλλαγούν από τα κουραστικά καθήκοντά τους ανέθεταν πολλά από αυτά στους νεαρούς βοηθούς τους, στους οποίους έδιναν πλήρη ελευθερία ενέργειας.  Στην περίπτωση μάλιστα ενός Υπάρχου που δεν είχε καλές σχέσεις με τον Κυβερνήτη του θ/κ «ΨΑΡΑ» , η μεταβίβαση των καθηκόντων σε μένα, ως σημαιοφόρο της Γενικής Επιστασίας, ήταν σχεδόν ολοκληρωτική και ο Κυβερνήτης απευθύνονταν απ’ ευθείας σε μένα για όλα τα θέματα που αφορούσαν το πλήρωμα.  Αυτό το είδος της υπηρεσίας απαιτούσε να βρίσκομαι συνεχώς στο πόδι, από την έγερση μέχρι του ανακλητικού,  να παρακολουθώ την κανονική εκτέλεση του προγράμματος της ημερησίας υπηρεσίας και να συμμετέχω στη ζωή των ανδρών. Αναγκαστικά, οι έξοδοί μου από το πλοίο ήταν πολύ σπάνιες.  Για ένα νέο όμως οι κόποι δεν υπολογίζονται, αρκεί να του δίνεται ελευθερία δράσης και να αισθάνεται ότι η εργασία του εκτιμάται από τους προϊσταμένους του.

 

Ο θεσμός των σημαιοφόρων της Γενικής Επιστασίας εφαρμόζονταν μόνο στα μεγάλα πλοία και αποτελούσε λαμπρό σχολείο για τη μάθηση των λεπτομερειών της εσωτερικής υπηρεσίας.  Είναι κρίμα που στους νεώτερους χρόνους, λόγω της σύνθεσης του Στόλου από ελαφρά μόνο σκάφη, δεν παρέχεται αυτή η ευκαιρία στους νέους αξιωματικούς.

 

Υπηρετούσα ακόμα στο θ/κ «ΨΑΡΑ» όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι…