Για να πλοηγηθείτε στις ενότητες πατήστε και "χάρτης ιστοτόπου". Το υποστηρικτικό υλικό απευθύνεται στους μαθητές της Γ΄ Γυμνασίου του 1ου Γυμνασίου Συκεών, δημιουργήθηκε από τη φιλόλογο της τάξης Θεοδωρίδου Ευδοξία και γίνονται παραπομπές σε ιστοσελίδες συναδέλφων και φιλολογικών διευθύνσεων, που θεωρήθηκαν χρήσιμες για τους μαθητές στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

ΛΕΞΙΚΟ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ

Αρχαία ελληνικά κείμενα σε μετάφραση

κλίση: λύω

                                                       Ενεργητική φωνή: λύω

 

Ε

ν

ε

σ

τ

ώ

τ

α

ς

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

λύω

λύεις

λύει

λύομεν

λύετε

λύουσι

λύω

λύῃς

λύῃ

λύωμεν

λύητε

λύωσι

λύοιμι

λύοις

λύοι

λύοιμεν

λύοιτε

λύοιεν

--

λύε

λυέτω

--

λύετε

λυόντων ή

λυέτωσαν

 

 

λύειν

 

λύων (-οντος)

λύουσα (-ούσης)

λῦον (-οντος)

 

 

 

Π

α

ρ

α

τ

α

τ.

Οριστική

--

--

--

--

--

ἔλυον

ἔλυες

ἔλυε

ἐλύομεν

ἐλύετε

ἔλυον

 

 

Μ

έ

λ

λ

ο

ν

τ

α

ς

 

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

λύσω

λύσεις

λύσει

λύσομεν

λύσετε

λύσουσι

 

λύσοιμι

λύσοις

λύσοι

λύσοιμεν

λύσοιτε

λύσοιεν

 

 

 

λύσειν

 

λύσων (-σοντος)

λύσουσα (-σούσης)

λῦσον (-σοντος)

 

 

Α

ό

ρ

ι

σ

τ

ο

ς

 

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

ἔλυσα

ἔλυσας

ἔλυσε

ἐλύσαμεν

ἐλύσατε

ἔλυσαν

λύσω

λύσῃς

λύσῃ

λύσωμεν

λύσητε

λύσωσι

λύσαιμι

λύσαις

λύσαι

λύσαιμεν

λύσαιτε

λύσαιεν

--

λῦσον

λυσάτω

--

λύσατε

λυσάντων

ή

λυσάτωσαν

 

 

λῦσαι

 

λύσας(-σαντος)

λύσασα(-σάσης)

λῦσαν(-σαντος)

 

 

Π

α

ρ

α

κ

ε

ί

μ.

 

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

λέλυκα

λέλυκας

λέλυκε

λελύκαμεν

λελύκατε

λελύκασι

 

λελυκώς

ὦ, ᾖς, ᾖ

 

λελυκότες

ὦμεν, ἦτε, ὦσι

λελυκώς

εἴην

εἴης

εἴη

λελυκότες

εἶμεν

εἶτε

εἶεν

--

λελυκώς

ἴσθι

ἔστω

--

λελυκότες

ἔστε

ἔστων

 

 

λελυκέναι

 

λελυκώς(-κότος)

λελυκυῖα(-κυῖας)

λελυκός(-κότος)

 

Υ

π

ε

ρ

σ

υ

ν.

Οριστική

--

--

--

--

--

ἐλελύκειν

ἐλελύκεις

ἐλελύκει

ἐλελύκεμεν

ἐλελύκετε

ἐλελύκεσαν

 

 

Μέση και Παθητική φωνή: λύω

 

Ε

ν

ε

σ

τ

ώ

τ.

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

λύομαι

λύῃ

λύεται

λυόμεθα

λύεσθε

λύονται

λύωμαι

λύ

λύηται

λυώμεθα

λύησθε

λύωνται

λυοίμην

λύοιο

λύοιτο

λυοίμεθα

λύοισθε

λύοιντο

--

λύου

λυέσθω

--

λύεσθε

λυέσθων ή

λυέσθωσαν

 

 

λύεσθαι

 

λυόμενος

λυομένη

λυόμενον

 

Π

α

ρ

α

τ

α

τ.

Οριστική

--

--

--

--

--

ἐλυόμην

ἐλύου

ἐλύετο

ἐλυόμεθα

ἐλύεσθε

ἐλύοντο

 

Μ

έ

λ

λ

ο

ν

τ

α

ς

 

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

λύσομαι

λύσῃ

λύσεται

λυσόμεθα

λύσεσθε

λύσονται

 

λυσοίμην

λύσοιο

λύσοιτο

λυσοίμεθα

λύσοισθε

λύσοιντο

 

 

 

λύσεσθαι

 

λυσόμενος

λυσομένη

λυσόμενον

 

Π

α

θ

η

τ

ι

κ

ό

ς

Μ

έ

λ

λ

ο

ν

τ

α

ς

 

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

λυθήσομαι

λυθήσῃ

λυθήσεται

λυθησόμεθα

λυθήσεσθε

λυθήσονται

 

λυθησοίμην

λυθήσοιο

λυθήσοιτο

λυθησοίμεθα

λυθήσοισθε

λυθήσοιντο

 

 

 

λυθήσεσθαι

 

λυθησόμενος

λυθησομένη

λυθησόμενον

 

Α

ό

ρ

ι

σ

τ

ο

ς

 

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

ἐλυσάμην

ἐλύσω

ἐλύσατο

ἐλυσάμεθα

ἐλύσασθε

ἐλύσαντο

λύσωμαι

λύσ

λύσηται

λυσώμεθα

λύσησθε

λύσωνται

λυσαίμην

λύσαιο

λύσαιτο

λυσαίμεθα

λύσαισθε

λύσαιντο

--

λῦσαι

λυσάσθω

--

λύσασθε

λυσάσθων ή

λυσάσθωσαν

 

 

λύσασθαι

 

λυσάμενος

λυσαμένη

λυσάμενον

 

 

Π

α

θ

η

τ

ι

κ

ό

ς

Α

ό

ρ

ι

σ

τ

ο

ς

 

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

ἐλυθην

ἐλύθης

ἐλύθη

ἐλύθημεν

ἐλύθητε

ἐλύθησαν

λυθῶ

λυθῇς

λυθῇ

λυθῶμεν

λυθῆτε

λυθῶσε

λυθείην

λυθείης

λυθείη

λυθεῖμεν

λυθεῖτε

λυθεῖεν

--

λύθητι

λυθήτω

--

λύθητε

λυθέντων

 

 

λυθῆναι

 

λυθείς

λυθεῖσα

λυθέν

 

 

Π

α

ρ

α

κ

ε

ί

μ.

 

Οριστική

Υποτακτική

Ευκτική

Προστακτική

Απαρέμφατο

Μετοχή

λέλυμαι

λέλυσαι

λέλυται

λελύμεθα

λέλυσθε

λέλυνται

λελυμένος

ὦ, ᾖς, ᾖ

 

λελυμένοι

ὦμεν, ἦτε, ὦσι

λελυμένος

εἴην

εἴης

εἴη

λελυμένοι

εἶμεν

εἶτε

εἶεν

--

λέλυσο

λελύσθω

--

λέλυσθε

λελύσθων ή

λελύσθωσαν

 

 

λελύσθαι

 

λελυμένος

λελυμένη

λελυμένον

 

Υ

π

ε

ρ

σ

υ

ν.

Οριστική

--

--

--

--

--

ἐλελύμην

ἐλέλυσο

ἐλέλυτο

ἐλελύμεθα

ἐλέλυσθε

ἐλέλυντο

 

Comments