ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ
Του Μάνθου Νεονάκη
Αρχαιότερη μνεία του οικισμού Apossochari γίνεται στις 7 Ιουνίου 1369 σε έγγραφο του Αρχείου του Δούκα της Κρήτης.
Συγκεκριμένα ,στο έγγραφο αναφέρεται ότι κάποια Αννίκα Μαυρογιάνναινα (Anica Mavroianena) από το χωριό Apossochari θεραπεύθηκε από κτύπημα που δέχτηκε στον ώμο, για το οποίο υπεύθυνος θεωρήθηκε ο συγχωριανός της Πέτρος Βενέρης (Petrus Venerio). (Elisabeth Santschi, Régestes des Αrrêts civils et des mémoriaux (1363-1399), des Archives du Duc de Crete, Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών σπουδών, αρ. εγγράφου 431, σελ. 151, Bενετία 1976).
Ο οικισμός αναφέρεται σε όλες τις απογραφές των Ενετών. Ο Francesco Barozzi το 1577 αναφέρεται στον οικισμό με τη γραφή Apessocari. Το 1583 ο Pietro Castrofilaca καταγράφει τον οικισμό Apesocari με 104 κατοίκους και ο Francesco Basilicata το 1630 ως Apessocari.
Στην τουρκική απογραφή του 1671 (Νικόλαος Σταυρινίδης, Μεταφράσεις των Τουρκικών Αρχείων, τ. Β, σελ. 122) αναφέρεται με είκοσι πέντε φόρου υποτελείς και μεταγράφεται ως Aposkari. Η φωνητική απόδοση αυτή δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως απόλυτη, επειδή στην αρχαιοτουρκική απουσιάζουν τα φωνήεντα και δεν μπορεί να αποδοθεί με ακρίβεια η φωνητική αξία ενός τοπωνυμίου. Την επόμενη χρονιά (1672) καταγράφεται με τον ίδιο αριθμό φορολογικά υπόχρεων κατοίκων. (Γκιουλσούν Αϊβαλή, Φωτεινή Χαιρέτη, Πηνελόπη Φωτεινού, Μαρίνος Σαρηγιάννης, επιμέλεια Ελισάβετ Ζαχαριάδου: Ιεροδικείο Ηρακλείου τέταρτος κώδικας, Τουρκικές Πηγές Κρητικής Ιστορίας 3, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, τ. Α, σελ. 437, Ηράκλειο 2010)
Ο R. Pashley δεν καταγράφει τον οικισμό στην Αιγυπτιακή απογραφή του 1834, παρόλο που αναφέρεται στην επαρχία Καινούργιο Καστέλι , ( Robert Pashley, Ταξίδια στην Κρήτη, τ. Β΄ σελ. 233). Πιθανότατα να εντάσσεται στο τμήμα της απογραφής «Μετόχια που παραλείφθηκαν» με 12 χριστιανικές και 8 μουσουλμανικές οικογένειες. Το απίθανο είναι να μην υπήρχε ο οικισμός.
Το όνομα του οικισμού επανεμφανίζεται σε όλες τις απογραφές από το 1881 μέχρι σήμερα. Το 1881 αναφέρεται στο Δήμο Πλατάνου ως Απεσωκάρι με 53 άνδρες , 64 γυναίκας Χριστιανούς, και 2 Τούρκους κατοίκους. (Νικόλαος Σταυράκης, Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης μετά διαφόρων γεωγραφικών, ιστορικών, αρχαιολογικών, εκκλησιαστικών κτλ. Ειδήσεων περί της νήσου, Αθήνησι 1890, σελ. 56, πίν. 4). Στον ίδιο δήμο, με την ίδια γραφή αναφέρεται και στην απογραφή του 1900 με 160 κατοίκους. Στην απογραφή του 1913 αναγράφονται στους εκλογικούς καταλόγους τα ονόματα 42 ανδρών εκλογέων (κατάλογος παρατίθεται στο τέλος με τα άλλα έγγραφα που έχουν αναφορές για το Απεσωκάρι). Το 1920 αποτελεί έδρα της ομώνυμης κοινότητας με 168 κατοίκους, ενώ το 1928 το Απεσοκάρι εντάσσεται στην κοινότητα Πλώρας με 203 κατοίκους. Από το 1940, οπότε και επανιδρύεται η κοινότητα, ως το 1981 καθιερώνεται στις απογραφές η γραφή Απεσωκάριον: το 1940 με 247 κατοίκους, το 1951 με 232, το 1961 με 215, το 1971 με 164 (προφανώς λόγω της μαζικής μετανάστευσης στη Γερμανία και αλλού). Το 1981 αποβάλλει την καθαρευουσιάνικη κατάληξη και αποδίδεται πλέον ως Απεσωκάρι με 156 κατοίκους, το 1991 με 186 και το 2001 με 40 Νοικοκυριά 131 εγγεγραμμένους κατοίκους από τους οποίους 116 είναι μόνιμοι .
Στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της τοπικής αυτοδιοίκησης με το νόμο «Καποδίστριας» το Απεσωκάρι εντάχθηκε στο Δήμο Γόρτυνας, του οποίου αποτέλεσε ανεξάρτητο Δημοτικό Διαμέρισμα. Το ίδιο ισχύει και σήμερα με την εφαρμογή του τελευταίου σχεδιασμού για την τοπική αυτοδιοίκηση και την εφαρμογή του νόμου «Καλλικράτης». το Απεσωκάρι εντάσσεται στο διευρυμένο Δήμο Γόρτυνας.
ΤΟΠΩΝΥΜΙΟ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΑΠΕΣΩΚΑΡΙΟΥ
ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟΝΑΚΗ ΜΑΝΘΟ
Ένα αφιέρωμα στους Απεσωκαριανούς με στόχο να τα θυμηθούν οι μεγαλύτεροι και να τα μάθουν οι μικρότεροι.
Ερμηνεία του τοπωνυμίου Απεσωκάρι
Απεσωκάρι: Φαίνεται το τοπωνύμιο να είναι Βυζαντινό. Πιθανότατα παράγεται από το εμπρόθετο επίρρημα από + έσω + το προσηγορικό χωρίον > αποεσωχώριον > απεσωχώριον > Απεσωχώρι. Σ'αυτόν τον τύπο ανταποκρίνεται η παλαιότερη απόδοση του ονόματος του οικισμού Aposochori, που καταγράφεται στο Δουκικό Αρχείο. Στον τύπο Απεσωχώρι γίνεται τροπή του χ σε κ με δωρική επίδραση, και του ω σε α :Απεσωχώρι > Απεσωκάρι.
Ασφαλώς η σημερινή θέση του χωριού δεν είναι η ίδια με αυτή του 1369 και η πρόσβαση ήταν τέτοια ώστε το χωριό να ήταν απομονωμένο και έτσι να δικαιολογείται η ονομασία Apossochari (πίσω χωριό).
Άλλη εκδοχή σύμφωνα με τον Στεφ.Ξανθουδίδη, Μελετήματα ,έκδοση Δήμου Ηρακλείου ,σ.432 και Λαογραφία τόμ.Ζ' 1923, το τοπωνύμιο σχετίζεται πιθανώς με τη μεσαιωνική λ.σωκάρι = σκοινί .
ΜΙΚΡΟΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΑΠΕΣΩΚΑΡΙΟΥ
Αγία Κυριακή, η (στην Αjιά gυρjιακή) Αγιώνυμο. Σώζονται ερείπια της ομώνυμης εκκλησίας. Σύμφωνα με την παράδοση η περιοχή λειτουργούσε ως τόπος ταφής των λουβιασμένων (των λεπρών) και των αβάπτιστων παιδιών. Στην περιοχή υπάρχουν διάσπαρτα βήσαλα. (π)
Αγκαβανιάς, ο (στον Αgαβανιά) Περιοχή με αγριάδα. Φυτωνύμιο. Αγκάβανος = σίλυβον το μαριανόν[1]. Παράγεται από τα προσηγορικά αγαύη (το φυτό αθάνατος) + άκανος (είδος αγκαθιού) > αγκάβανος κατά συμφυρμό[2]. Αγκάβανος + περιεκτικό επίθημα –ιάς > αγκαβανιάς = περιοχή στην οποία ευδοκιμούν/φυτρώνουν αγκαβάνοι. Το 1935 ανασκάφηκε μινωικός τάφος από τον ιδιοκτήτη του αργού. (π)
Αζόγυρος (στσ αζογύρους). Φυτωνύμιο. Είδος λυγαριάς με έντονη και ενοχλητική μυρωδιά απωθητικό για τα κουνούπια.
Αλώνι Πέρα, το (στο Πέρ’ Αλώνι) Λέγεται και Σωχωράκι, το (στο Σωχωράκι).
Αμπελιώτης, ο (στον Αbελιώτη) Φυτωνύμιο. Παράγεται από το προσηγορικό αμπέλι και το επίθημα –ώτης, που εδώ έχει περιεκτική σημασία. Αμπελιώτης = η περιοχή στην οποία καλλιεργούνται αμπέλια. Και σήμερα υπάρχουν αμπέλια στην περιοχή. (π)
Αμπέλοι, οι (στσ’ Αbέλους) Φυτωνύμιο. Περιοχή με αμπέλια. Παράγεται από το προσηγορικό αμπέλι > Αμπέλοι. Η τροπή του ουδετέρου σε αρσενικό λειτουργεί μεγεθυντικά. (π)
Απεζανιώτικο, το (στ’ Απεζανιώτικο) Κυριώνυμο. Αναφέρεται σε περιοχή ιδιοκτησίας της Μονής Απεζανών. (Απεζανές + πατριδωνυμικό επίθημα -ιώτης > Απεζανιώτης + επίθημα –ικός, δηλωτικό της ιδιότητας > Απεζανιώτικο. (π)
Αρνοκεφάλα, η (στην Αρνοκεφάλα) Σύνθετο τπν από το αρχ. αρήν, αρνός (= αμνός, πρόβατον άρρεν ή θήλυ) + κεφάλι > μεγεθυσμένο κεφάλα = λόφος σχήματος κεφαλής αρνιού ή κατάλληλος για την εκτροφή των αρνιών.
Ασφεντυλιδιάς, ο (στον Ασφεdυλιδιά) Φυτωνύμιο. Παράγεται από το φυτό ασφόνδυλος > ασφέδυλος > ασφέντυλος + υποκοριστικό επίθημα –ίδι > ασφεντυλίδι + περιεκτικό επίθημα –ιάς > Ασφεντυλιδιάς. (π)
Βαβούρης, ο (στου Βαβούρη) Κυριώνυμο. Το επώνυμο Βαβούρης, Βαβουράκης δεν μαρτυρείται σήμερα στην περιοχή. Στους εκλογικούς καταλόγους του 1913 αναφέρετε στο Απεσωκάρι ο Βαβουράκης Αντώνιος του Κωνσταντίνου ετών 70. (π)
Βάγκα, η (στη Βάgα) Ο Ξανθινάκης ετυμολογεί τη λέξη βάγκα (= τάφρος) από το ιταλικό vanga = σκαλιστήρι κατά το σχήμα συνεκδοχής. το όργανο αντί για το αποτέλεσμα[3]. (π)
Βίγλα, η (στη Βίγλα) από το ιταλικό vigilare = επιβλέπω, εποπτεύω. Vigilia > vigla > βίγλα = ο τόπος, το σημείο εποπτείας. Περιοχή στον Οξύ όπου σύμφωνα με τον Ξανθουδίδη στην επίσκεψή του την10η Ιουνίου 1915 με την υπόδειξη του Νεονάκη Κωνσταντίνου του Μιχαήλ, διαπίστωσε την ύπαρξη Μινωικού οικισμού. Την περίοδο της Γερμανικής κατοχής Γερμανός αρχαιολόγος ανέσκαψε την περιοχή και έφερε στο φως μινωικό οικισμό με σημαντικά ευρήματα (πολύχρωμα λίθινα αγγεία, χάλκινους διπλούς πέλεκες, αγγεία ΜΜ Ι περιόδου)[4].
Βρύση, η (στη Βρύση) Η κεντρική βρύση του οικισμού στην οποία το νερό έφτανε με υπόγειο αγωγό (κουτούτο). Από εκεί προμηθεύονταν νερό οι γυναίκες του χωριού με σταμνιά, στις γούρνες πότιζαν τα ζώα, έπλεναν τα ρούχα, και το περίσσευμα με αγωγό, πήγαινε στη στέρνα από όπου μοιράζονταν στους χωριανούς για το πότισμα των κήπων.
Βρύση Ρετζέπη, η (στου Ρετζέπη τη Βρύση) Περιοχή μεταξύ Ρέχτρα και Καλάμια του Νεόνη με νερό όλο το καλοκαίρι με κολύμπες που κάνανε μπάνιο τα κοπέλια και φτιάχνανε το λινάρι οι μεγάλοι. Κυριώνυμο. Φέρει το όνομα του μουσουλμάνου ιδιοκτήτη Ρετζέπ.
Γεώτρηση, η (στη jεώτρηση)
Γεώτρηση Παλιά, ή (στη bαλιά jεώτρηση) Λέγεται και Γεώτρηση στο Γέρο Ποταμό, η (στη jεώτρηση στο jέρο bοταμό). Πριν τεθεί εκτός λειτουργίας και κατασκευαστεί η νέα γεώτρηση που εξυπηρετεί τον οικισμό, το τοπωνύμιο προσδιοριζόταν απλά ως στη jεώτρηση.
Γιατρός, ο (στου jιατρού) Κυριώνυμο από επάγγελμα. Σήμερα δεν διατηρείται μνήμη του ιδιοκτήτη. Στην περιοχή υπάρχουν βήσαλα. (π)
Γούλες, οι (στσι Γούλες) Το τοπωνύμιο μπορεί να δεχτεί δυο ερμηνευτικές προσεγγίσεις: α. ως υδρώνυμο. Πιθανόν να υπήρχαν παλαιότερα πηγές στην περιοχή ή να λίμναζε νερό (από το τουρκ. göl (=λίμνη) > γούλα και β. ως φυτώνυμιο από το φυτό γούλα ή ασκόλυμπρος ( > σκόλυμπρος > αρχ. σκόλυμος). (π)
Δράκος, ο (στου Δράκου) Κυριώνυμο. Στην Κρήτη συναντάται το βαφτιστικό όνομα Δράκος. Πηγή στο χωριό. (π)
Ελιές Δυο, οι (στσι Δυο Ελιές) Φυτωνύμιο, όπως και τα υπ’ αριθμ. 15 και 16. Η παρουσία των προσδιορισμών δυο, τέσσερεις, εφτά αποτελεί ανάμνηση της σπανιότητας των ελαιοδέντρων στην περιοχή. Σε παλαιότερα χρόνια η Μεσαρά ήταν φημισμένη για το σιτάρι της και όχι για το λάδι.
Ελιές Εφτά, οι (στσ’ Εφτά Ελιές) (π)
Ελιές Τέσσερεις, οι (στσι Τέσσερεις Ελιές) (π)
Ελλενικά, τα (στα Ελλενικά) Περιοχή με ερείπια κτισμένα με ασβέστη. Συνήθως με το όνομα Ελλενικά – Ελληνικό ή Λενικά – Λενικό χαρακτηρίζονται περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος ή περιοχές στις οποίες ευδοκιμούσαν τα όσπρια. Παλιότερα έσπερναν όστρακα (βίσαλα) σε περιοχές που καλλιεργούσαν όσπρια, επειδή πίστευαν ότι έτσι γίνονται «καλόψητα». Ο δάσκαλος Χασουράκης Μιχαήλ σημειώνει για την ΕΚΙΜ το 1953: «Πάρα πολλά βήσαλα και τμήματα αρχαίων τοίχων σε αρκετά μεγάλη έκταση». (π)
Θρυμπιάς, ο (στο Θρυbjιά) Φυτωνυμικό. Παράγεται από το φυτό θρύμπη + περιεκτικό επίθημα –ιάς > Θρυμπιάς = περιοχή στην οποία φύεται ο θάμνος θρύμπη, η θρούμπα. (π)
Κακόσκαλο, το (στο Κακόσκαλο) Χαράδρα. Σύνθετο τοπωνύμιο δηλωτικό του δυσπρόσιτου του εδάφους (κακή + σκάλα > Κακόσκαλο). Έτσι χαρακτηρίζονταν οι διαβάσεις που ήταν δύσβατες ή και επικίνδυνες για τη διέλευση φορτωμένου ζώου.
Καλάμια, Νεόνη, τα (στου Νεόνη τα Καλάμια) Κυριώνυμο. Υπάρχει σήμερα στον οικισμό το επώνυμο Νεονάκης. Η κυριωνυμία στα καλάμια παραπέμπει σε εποχές που το συγκεκριμένο φυτό ήταν χρήσιμο στην οικοδόμηση των σπιτιών και στην κατασκευή χρηστικών αντικειμένων (καλάθια, κόφες, κοφίνια, πανέρια ,κ.λ.π.)
Καλύβα, η (στη gαλύβα) Παραπέμπει σε πρόχειρο κατασκεύασμα για προσωρινή καλοκαιρινή διαμονή. Συνήθως καλύβες κατασκεύαζαν σε περιοχές όπου καλλιεργούσαν κηπευτικά, η αμπέλια για να τα επιτηρούν από τους κλέφτες. (π)
Καμαράκι, το (στο Καμαράκι) Υπήρχε καμαράκι στον αγωγό που μετάφερε το νερό από τα Βασιλικά Ανώγεια στο Απεσωκάρι. (π)
Καμίνι, το (στο Καμίνι) Υπάρχουν υπολείμματα ασβεστοκάμινου.
Καρουζοβασίλη (στου καρουζοβασίλη). Κυριώνυμο. Το όνομα αναφέρετε στον εκλογικό κατάλογο του 1914.
Καστιπέτης, ο (στου Κατσιπέτη) Κυριώνυμο. Σήμερα δεν συναντάται τέτοιο επώνυμο η παρωνύμιο στον οικισμό. (π)
Κατάβγα, τα (στα Κατάβγα) Επίπεδη παραποτάμια χωρίς πέτρες περιοχή. Ξερότοπος. Δυσερμήνευτο τοπωνύμιο. Αν υποθέσουμε ότι είναι παρασύνθετο από τις προθέσεις κατά + εκ + ρ. βαίνω > κατά + εκβαίνω < κατά + εκβατός < κατά + αβγατός (πρβλ. με το ρ. αβγατίζω), τότε η ορθή γραφή είναι στα Κατάβγα, με την έννοια ότι είναι μια περιοχή που ολοκληρώνεται γρήγορα (αβγατίζει) η δουλειά λόγω της χαμηλής παραγωγικότητάς της. Μάλλον απίθανη η γραφή με αυ (στα Καταύγα). (π)
Κεφαλάκι, το (στο Κεφαλάκι) Μικρό ύψωμα. Κεφάλι = ομαλό ύψωμα. Στην περιοχή υπάρχουν ίχνη αρχαιοτήτων. (π)
Κιόνια, τα (στα Κιόνια) Πιθανότατα παραπέμπει σε περιοχή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος (Κιόνια < κίων). Στο παρελθόν είχαν εντοπιστεί αρχαιότητες. Σχετικό τοπωνύμιο στον ενικό αριθμό (στο Κιόνι) απαντάται στην εδαφική περιφέρεια Πιτσιδίων του Δήμου Φαιστού. (π)
Κοπράνι, το (στο Κοπράνι) Αγριάδα. Ο τύπος στο Κοπράνι πιθανολογείται από την Ελευθ. Γιακουμάκη ότι παράγεται από το ουσιαστικό κόπρανον[5]. Ο Πιτυκάκης στο λεξικό του ερμηνεύει το λήμμα κοπράνι ως τμήμα εδάφους μη καλλιεργήσιμου που, επειδή λιπαίνεται από την κοπριά ζώων που βόσκουν ή από την αποσύνθεση των φύλλων των δέντρων, παράγει άφθονο χορτάρι κατάλληλο για βοσκή[6].
Λαύρης, ο (στο Λαύρη) Μικρή πετρώδης λαγκαδιά με αρκετό νερό. Διασχίζεται από τον ομώνυμο χείμαρρο. Παλαιότερα σε περιόδους καύσωνα οι κάτοικοι του χωριού ανέβαιναν στο Λαύρη, όπου και κατέλυαν για κάποιες μέρες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του 97χρονου Κωνσταντίνου Χριστάκη (+2010) στο Λαύρη υπάρχουν ερείπια της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής, τα οποία, όταν ήταν παιδί, επισκεπτόταν με τη μητέρα του στο πλαίσιο των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Το τοπωνύμιο γεννά προβληματισμούς τόσο προς τη γραφή όσο και την ερμηνεία του. Πιστεύω ότι η σύνδεσή του με τον λάβρυ (> Λάβρυς), τον αμφίστομο μινωικό πέλεκυ, ερμηνεία που κυριαρχεί στους κατοίκους του οικισμού, είναι ατυχής, παρετυμολογία πιθανότατα κάποιου από τους δασκάλους που δίδαξαν στο Απεσωκάρι. Δεν μπορούμε επίσης να αποδεχτούμε την άποψη του Ελευθ. Πλατάκη, που υποστηρίζει ότι το τοπωνύμιο Λαύρειο στην Κρήτη δόθηκε κατ’ αναλογίαν προς το μεταλλείο του Λαυρ(ε)ίου σε περιοχές μεταλλευτικού ενδιαφέροντος[7]. Πιθανότερη είναι η σύνδεσή του με «το ουσιαστικό λάας (=λίθος) με ενδιάμεσο τύπο λαF(α)ρ-α» ως δηλωτικό πετρώδους εδάφους[8].
Λαύρης Κάτος, ο (στο gάτω Λαύρη)
Λαύρης Πάνος, ο (στο bάνω Λαύρη)
Λιβάδι, το (στο Λιβάδι) παράγεται από το αρχ. ελληνικό λιβάς + υποκοριστικό επίθημα –άδι > λιβάδι = περιοχή άγονη που προοριζόταν για βόσκηση. (π)
Λιδάκια, τα (στα Λιδάκια) Φυτωνύμιο με διπλό υποκορισμό: ελιά + υποκοριστικό επίθημα –ίδι > ελίδι + υποκοριστικό επίθημα – άκι > Ελιδάκι > Λιδάκι, με αποβολή του αρχικού ε. (π)
Λιδοργίνης, ο (στου Λιδορjίνη) Κυριώνυμο (;). Σήμερα δεν συναντάται τέτοιο επώνυμο η παρωνύμιο στον οικισμό. (π)
Μαργιελωτός, ο (στο Μαρjιουλωτό) Ύψωμα. Πιθανόν από το λατινικό margo ( = κράσπεδο, άκρο) > υποκ. margelum > μαργέλιον > μάργελον > κρητ. μαργέλι (=στολίδι) + επίθημα –ωτός > Μαργελωτός > Μαργιουλωτός.
Μεσοσφήνι, το (στο Μεσοσφήνι) Σύνθετο τοπωνύμιο (μέσον + σφήνα) προσδιοριστικό της μορφολογίας της περιοχής. (π)
Μουρνιές, οι (στσι Μουρνιές) Φυτωνύμιο. Μορέα > Μουριά > Μουρνιά. (π)
Μπονιανά, τα (στα bονιανά) Κυριώνυμο. Το επίθημα –ιανά παραπέμπει σε οικογενειακό όνομα Μπόνης, Μπόνος. Σήμερα δεν μαρτυρείται τέτοιο επώνυμο στην περιοχή. (π)
Μπονιανά Κάτω, τα (στα Κάτω bονιανά)
Μπονιανά Πάνω, τα (στα Πάνω bονιανά)
Μύλος Κατρίνη, ο (στου Κατρίνη το Μύλο) Κυριώνυμο. Προφανώς από το όνομα παλαιότερου ιδιοκτήτη. Σήμερα δεν συναντάται τέτοιο επώνυμο η παρωνύμιο στον οικισμό. (π)
Ντουλούμι, το (στο dουλούμι) Περιοχή ανάμεσα στις Γούρνες και τη η βρύση του χωριού από όπου περνούσε ο αγωγός ποτίσματος υπάρχουν μέχρι και σήμερα ευκάλυπτοι και άλλα οπωροφόρα δένδρα. Πιθανότατα παράγεται από το τουρκικό tulum > τουλούμι > Ντουλούμι = ασκί από δέρμα κατσίκας (πρβλ. βρέχει με το τουλούμι = βρέχει καταρρακτωδώς > Ντουλούμι = περιοχή με άφθονο νερό). (π)
Νταβέλης, ο (στου dαβέλη) Κυριώνυμο. Σήμερα δεν συναντάται σχετικό επώνυμο η παρωνύμιο στον οικισμό. (π)
Νταρμάς, ο (στου dαρμά) Κυριώνυμο (;). Σήμερα δεν μαρτυρείται σχετικό επώνυμο ή παρωνύμιο στον οικισμό. Πιθανή η ερμηνεία από το τουρκ. derman = θεραπεία. Στην περιοχή υπάρχουν αρκετά βήσαλα. (π)
Οξύς, ο (στον Οξύ) Ο κάθετα κομμένος ορεινός όγκος που δεσπόζει νοτίως του οικισμού με το χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώμα. Το τοπωνύμιο είναι αρχαϊκό και διατηρεί τον αρχαίο ελληνικό τύπο ο οξύς, -έως.