Steiner - Παγκόσμια Οικονομία 2

Rudolf Steiner

Παγκόσμια Οικονομία


Δεύτερη διάλεξη, Dornach, 25 Ιουλίου, 1922.


Οι πρώτες οικονομικές έννοιες ή απόψεις, τις οποίες ήδη αγγίξαμε, ήσαν κάπως περίπλοκες, κι αυτό για καθαρά αντικειμενικούς λόγους. Πρέπει να φανταστούμε ότι η οικονομία, ακόμη κι όταν τη βλέπουμε ως παγκόσμια οικονομία, βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, όπως το αίμα που ρέει μέσα στο σώμα του ανθρώπου. Έτσι και τα αγαθά ρέουν μέσα από κάθε είδους κανάλια σε όλο το οικονομικό σώμα. Το κεντρικό σημείο σ’ αυτή την οικονομική διαδικασία είναι αυτό που λαμβάνει χώρα μεταξύ πώλησης και αγοράς. Αυτό ισχύει, τουλάχιστον, στη σύγχρονη οικονομία. Θα εξετάσουμε πολλές διαφορετικές ωθήσεις που δρουν στο σώμα της οικονομίας. Ότι άλλο όμως κι αν υπάρχει, η οικονομία αυτή καθ’ αυτή είναι κάτι με το οποίο οι άνθρωποι έρχονται σε επαφή όταν πρόκειται να αγοράσουν ή να πωλήσουν κάτι. Αυτό που διαδραματίζεται ανάμεσα στον πωλητή και τον αγοραστή είναι εκείνο που κυρίως έλκει την οικονομική σκέψη του κάθε απλού ανθρώπου και με το οποίο έχουμε βασικά να κάνουμε.


Ας δούμε τώρα τι συμβαίνει με την αγορά και την πώληση μέσα στην οικονομική διαδικασία. Αυτό που ενδιαφέρει ένα άτομο είναι η τιμή ενός αγαθού. Το πρόβλημα των τιμών είναι γενικά το ερώτημα στο οποίο οι μεγάλες και σημαντικές οικονομικές αντιπαραθέσεις τελικά καταλήγουν. Στις τιμές αποκορυφώνονται όλες οι δυνάμεις και οι ωθήσεις που δρουν στην οικονομία. Πρέπει, επομένως, πρώτα να εξετάσουμε το πρόβλημα των τιμών. Αυτό όμως δεν είναι καθόλου απλό.


Ας πάρουμε ένα στοιχειώδες παράδειγμα: Σε έναν τόπο Α έχουμε ένα εμπόρευμα που έχει εκεί μια συγκεκριμένη τιμή. Αλλά ας υποθέσουμε ότι δεν πωλείται εκεί, αλλά μεταφέρεται σε έναν άλλο τόπο Β. Πρέπει τότε να προστεθούν στην τιμή τα τέλη μεταφοράς από το Α στο Β. Η τιμή μεταβάλλεται κατά την πορεία. Είναι το πιο απλό παράδειγμα.


Πολλοί παράγοντες κατευθύνουν την τιμή


Αλλά φυσικά υπάρχουν πολύ πιο πολύπλοκες περιπτώσεις. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, ένα σπίτι σε μια πόλη, που σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή κοστίζει ένα ορισμένο ποσό. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το ίδιο σπίτι μπορεί να κοστίζει ίσως έξι ή οκτώ φορές περισσότερο: Και δεν έχουμε υπολογίσει ότι η κύρια αιτία της αύξησης της τιμής οφείλεται στην υποτίμηση του χρήματος. Η άνοδος της τιμής μπορεί απλά να οφείλεται στο ότι εν τω μεταξύ έχουν κτιστεί πολλά άλλα σπίτια γύρω από αυτό, που αυξάνει σημαντικά την αξία του σπιτιού. Η αύξηση της τιμής μπορεί επίσης να οφείλεται σε δέκα ή δεκαπέντε άλλες περιστάσεις. Γενικά δεν μπορούμε να κάνουμε κάποια γενική δήλωση σε μια μεμονωμένη περίπτωση. Δεν μπορούμε να πούμε ότι ισχύει μια ορισμένη τιμή για μια κατοικία ή σιδηρικά ή δημητριακά, σε μια δεδομένη τοποθεσία και υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Δεν μπορούμε αρχικά να πούμε κάτι περισσότερο από το ότι πρέπει να παρατηρήσουμε πώς κυμαίνεται η τιμή ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο. Μπορούμε να μελετήσουμε τις διαφορετικές προϋποθέσεις και πώς επηρεάζουν την ήδη υπάρχουσα τιμολόγηση σε έναν συγκεκριμένο τόπο. Όμως ένας γενικός ορισμός για το πώς επιτελείται η διαμόρφωση των τιμών δεν μπορεί να δοθεί, είναι πράγματι αδύνατον. Γι αυτό είναι άξιον απορίας ότι βλέπουμε σε οικονομικά συγγράμματα αναλύσεις για τη διαμόρφωση των τιμών, λες και ήταν δυνατόν να ορισθεί τι είναι μια τιμή. Δεν γίνεται. Οι τιμές είναι πάντα συγκεκριμένες και με τους ορισμούς δημιουργούμε κάτι που ούτε κατά προσέγγιση δεν αγγίζει αυτό που ισχύει για τα κοινωνικο-οικονομικά φαινόμενα.


Έχω ο ίδιος βιώσει την περίπτωση μιας περιοχής όπου η τιμή της γης ήταν κάποτε πολύ χαμηλή. Στο συμβούλιο μιας εταιρείας μετείχε ένας πολύ διάσημος άνθρωπος. Η Εταιρεία αγόρασε όλα τα οικόπεδα της περιοχής και μετά πείθει τον διάσημο άνθρωπο να χτίσει εκεί το σπίτι του. Μετά δόθηκε η υπόλοιπη γη προς πώληση. Τα οικόπεδα τότε πουλήθηκαν σε σημαντικά υψηλότερες τιμές από ό,τι είχε αρχικά αγοραστεί. Κι αυτό γιατί ο διάσημος άνθρωπος επηρεάστηκε να χτίσει εκεί το σπίτι του.


Κρατικές ρυθμίσεις των τιμών

Αυτό δείχνει πόσο απροσδιόριστοι είναι οι παράγοντες που ρυθμίζουν τις τιμές στην οικονομία της κοινωνίας. Φυσικά, μπορούμε να φέρουμε αντιρρήσεις, λέγοντας ότι αυτά τα πράγματα πρέπει να ρυθμίζονται. Οι μεταρρυθμιστές της γης και άλλοι άνθρωποι με παρόμοιους στόχους αντιτίθενται στην κερδοσκοπία και θέλουν με διάφορα τεχνητά μέτρα να θέσουν ένα είδος σωστών τιμών στα πράγματα. Φυσικά μπορεί κανείς να το κάνει: όμως, από κοινωνική-οικονομική άποψη η τιμή δεν αλλάζει μ’ αυτό τον τρόπο. Μπορούμε ίσως, για παράδειγμα, όταν τα οικόπεδα πωλούνται σε υψηλότερη τιμή, να απαιτήσουμε από τους ανθρώπους χρήματα υπό μορφή φόρου της γης. Το κράτος αδράχνει τη διαφορά: όμως έτσι δεν φτάνουμε στο ζητούμενο. Στην πραγματικότητα η γη έχει γίνει ακριβότερη. Μπορούμε λοιπόν να πάρουμε αντισταθμιστικά μέτρα, αλλά αυτά αποκρύβουν το βασικό στοιχείο. Η τιμή παρόλα αυτά παραμένει η ίδια, όπως θα ήταν χωρίς τα μέτρα. Το μόνο που επιτυγχάνουμε είναι ανακατανομή. Από καθαρά κοινωνικο-οικονομική άποψη δεν μπορούμε να πούμε ότι το οικόπεδο δεν ακρίβυνε επί δέκα χρόνια, όταν κρύβουμε την πραγματικότητα με την εφαρμογή κρατικών μέτρων.


Περιγραφή της διαδικασίας ή ορισμός της έννοιας


Η οικονομική επιστήμη πρέπει να στέκεται γερά στα πόδια της μέσα στην πραγματικότητα και τότε μπορούμε μόνο να μιλάμε για τις συνθήκες που επικρατούν κατά την δεδομένη στιγμή στην οποία αναφερόμαστε. Περιττό να πούμε ότι όποιος επιθυμεί την πρόοδο της ανθρωπότητας, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν διαφορετικά. Αλλά πρώτα απ’ όλα πρέπει να δούμε τις πραγματικές συνθήκες του παρόντος. Από όλα αυτά βλέπουμε πόσο αδύνατον είναι να προσεγγίσουμε τη σημαντικότερη έννοια στην οικονομία – την έννοια της τιμής – και να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την τιμή με αυστηρά καθορισμένους όρους. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν μπορούμε να καταλήξουμε πουθενά με την επιστήμη της Οικονομίας. Πρέπει να ακολουθήσουμε διαφορετικούς δρόμους και να μελετήσουμε την ίδια την οικονομική διαδικασία. Ωστόσο, το πρόβλημα των τιμών είναι το σημαντικότερο και πρέπει να εστιαστούμε σ’ αυτό. Πρέπει λοιπόν να μελετήσουμε την οικονομική διαδικασία και να συλλάβουμε το σημείο όπου σε κάποιο μέρος και σε κάποια χρονική στιγμή δίνεται σε ένα αγαθό μια τιμή, πάνω σε οικονομική βάση.


Οι τρεις βασικοί παράγοντες στην παραδοσιακή θεωρία


Όταν μελετάμε την καθιερωμένη οικονομική θεωρία, βλέπουμε να περιγράφονται τρεις παράγοντες από την αλληλεπίδραση των οποίων διαδραματίζεται όλη η οικονομική διαδικασία. Αυτοί είναι: ο φυσικός πλούτος, η ανθρώπινη εργασία και το κεφάλαιο. Δίχως αμφιβολία μπορούμε να πούμε: Όταν μελετάμε την οικονομική διαδικασία μπορούμε να διακρίνουμε τι έρχεται από τη Φύση, τι επιτυγχάνεται με την ανθρώπινη εργασία και τι αναλαμβάνεται ή διευθετείται μέσω του κεφαλαίου. Αλλά όταν παρατηρούμε τόσο απλοποιημένα τη Φύση, την Εργασία και το Κεφάλαιο, το ένα δίπλα στο άλλο, δεν προσεγγίζουμε την οικονομική διαδικασία με ζωντανό τρόπο.


Διάφορες απόψεις και ψευδο-επιχειρήματα


Με ένα τέτοιο τρόπο θεώρησης οδηγούμαστε σε μια σειρά μονόπλευρων απόψεων. Αυτό μας δείχνει επίσης η ιστορία των οικονομικών θεωριών. Μερικοί λένε ότι κάθε αξία βρίσκεται μέσα στον φυσικό πλούτο και ότι η ανθρώπινη εργασία δεν προσθέτει κάποια αξία, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι η οικονομική αξία υπάρχει αποτυπωμένη σε ένα προϊόν χάρη σ’ αυτό που χαρακτηρίζεται ως αποκρυσταλλωμένη εργασία.


Επιπλέον, τη στιγμή που τοποθετούμε το κεφάλαιο και την εργασία το ένα δίπλα στο άλλο, θα ακούσουμε από τη μια πλευρά ανθρώπους να λένε ότι ουσιαστικά το κεφάλαιο καθιστά δυνατή την εργασία και ότι οι μισθοί των εργατών καταβάλλονται από το συσσωρευμένο κεφάλαιο. Από την άλλη πλευρά λέγεται: όχι, το μόνο πράγμα που παράγει πραγματική αξία είναι η εργασία και το μόνο που επιτυγχάνει το κεφάλαιο είναι η υπεραξία που παράγεται από την απόδοση της εργασίας.

Αν εξετάσουμε τα πράγματα από τη μια άποψη, είναι σωστή. Αν τα δούμε από την άλλη άποψη, είναι πάλι σωστή. Συμβαίνει μ’ αυτές τις απόψεις το ίδιο όπως στα λογιστικά. Ανάλογα με το που καταχωρούμε τα ποσά παίρνουμε διαφορετικά αποτελέσματα.


Είναι πολύ εύκολο να μιλήσουμε με δυνατά ψευδο-επιχειρήματα, ότι η υπεραξία αντλείται από το μισθό μιας εργασίας και ότι ο καπιταλιστής την κρατά για τον εαυτό του. Αλλά μπορούμε με εξίσου σοβαρά επιχειρήματα να υποστηρίξουμε ότι όλες οι οικονομικές διασυνδέσεις έχουν κυρίως να κάνουν με τον καπιταλιστή, που μόνον αυτός μπορεί να πληρώσει μισθούς στους εργαζομένους του, από το κεφάλαιο που είναι διαθέσιμο για μισθούς. Και για τις δύο αυτές απόψεις, υπάρχουν πολύ καλά και πολύ κακά επιχειρήματα. Όμως με τέτοιες απόψεις δεν μπορούμε καθόλου να προσεγγίσουμε την πραγματικότητα της οικονομίας. Έχουν μόνο αξία ως βάση για προπαγάνδες, αλλά δεν έχουν θέση σε μια σοβαρή οικονομική επιστήμη. Απαιτούνται πρώτα άλλα θεμέλια, αν θέλουμε εύλογα να μιλήσουμε για την εξέλιξη του οικονομικού οργανισμού.


Μέχρι ένα σημείο, βέβαια, όλες αυτές οι θεωρίες είναι δικαιολογημένες. Όταν ο Άνταμ Σμιθ, για παράδειγμα, θεωρεί την εργασία που επιτελείται πάνω στην ύλη ως τον πραγματικό, πρωταρχικό παράγοντα της δημιουργίας αξίας, μπορούμε να βρούμε εξαιρετικά επιχειρήματα γι αυτό. Ο Άνταμ Σμιθ σίγουρα δεν σκέφτηκε με ηλίθιο ή παράλογο τρόπο. Ωστόσο, αυτό που υπάρχει γενικά παντού είναι ότι νομίζουμε πάντα ότι ανακαλύψαμε κάτι σταθερό, το οποίο μπορούμε να συλλάβουμε και να ορίσουμε,  ενώ όλα στην πραγματική οικονομική διαδικασία βρίσκονται σε κίνηση. Είναι σχετικά εύκολο να διατυπώνουμε ορισμούς για τα φαινόμενα της φύσης, ακόμα και τα πιο περίπλοκα, σε σύγκριση με τον τρόπο θεώρησης που χρειαζόμαστε για μια επιστήμη της οικονομίας. Τα φαινόμενα της οικονομίας είναι απείρως πιο περίπλοκα, ευμετάβλητα και ποικίλα από τα φαινόμενα της Φύσης, πολύ πιο ασταθή, πολύ πιο ασύλληπτα με τις κάθε είδους έννοιες. Χρειάζεται μάλιστα να χρησιμοποιηθεί μια τελείως διαφορετική μέθοδος. Θα σας φανεί δυσκολονόητη στην αρχή. Εν τούτοις θα ανακαλύψετε ότι υπάρχει κάτι σ’ αυτήν που μπορεί να γίνει η βάση για μια σωστή και γνήσια οικονομική θεωρία.


Εργασία και ψευδο-εργασία


Στην οικονομική διαδικασία συμμετέχουν οι φυσικοί πόροι, η ανθρώπινη εργασία και πάνω απ’ όλα, όταν παρατηρούμε την καθαρά εξωτερική πλευρά της διαδικασίας, το κεφάλαιο. Ας εξετάσουμε τώρα από πιο κοντά το μεσαίο πεδίο, την ανθρώπινη εργασία, κι ας προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε μια αντίληψη γι αυτήν, κατερχόμενοι στον ζωικό κόσμο και παρατηρώντας την οικονομία των σπουργιτών και των χελιδονιών, αντί για την ανθρώπινη οικονομία. Εκεί η φύση αποτελεί τη βάση της οικονομίας. Το σπουργίτι πρέπει επίσης να εκτελέσει ένα είδος εργασίας. Πρέπει να πηδά τριγύρω σε μέρη όπου μπορεί να βρει τροφή. Το χελιδόνι πρέπει να εκτελέσει μια μορφή εργασίας για να κτίσει τη φωλιά του και έχει επίσης πολλά να κάνει. Παρόλα αυτά δεν μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε ως εργασία από επιστημονική-οικονομική άποψη. Το σπουργίτι και το χελιδόνι εκτελούν την εργασία τους για να βρουν τροφή και δεν θα ήσαν υγιή αν δεν μπορούσαν να κινηθούν με τον τρόπο τους. Είναι αναπόσπαστο μέρος της οργάνωσής τους, όπως τα φτερά και τα πόδια τους. Θα μπορούσαμε ουσιαστικά να το αποκαλέσουμε ψευδο-εργασία, ερμηνεύοντάς το με οικονομικές έννοιες. Όταν το ανεξάρτητο άτομο χρησιμοποιεί απ’ ευθείας τις πρώτες ύλες της φύσης για να ικανοποιήσει τις δικές του ανάγκες και των συγγενών του, εκτελώντας έτσι ένα είδος ψευδο-εργασίας, τότε πρέπει να το παραβλέψουμε όταν υπολογίζουμε τις αξίες στην οικονομική θεωρία.


Φυσική αξία και οικονομική αξία


Αν παρατηρήσουμε την οικονομία των ζώων, θα διαπιστώσουμε ότι η ίδια η φύση δημιουργεί από μόνη της τις αξίες. Στην οικονομία των ανθρώπων έχουμε βέβαια ως αφετηρία τις φυσικές αξίες, αλλά τη στιγμή που ο άνθρωπος δεν συντηρεί μόνο τον εαυτό τους ή τους συγγενείς του, παρά βρίσκεται σε ορισμένη σχέση με άλλους ανθρώπους και ανταλλάσει προϊόντα, τότε αυτό που κάνει με τη φύση αποτελεί εργασία. Αυτή είναι η μια πλευρά της οικονομικής αξίας. Προκύπτει όταν η ανθρώπινη εργασία ασκείται πάνω στα προϊόντα της φύσης και τότε έχουμε εξευγενισμένα φυσικά προϊόντα που μετέχουν στην οικονομική διαδικασία. Μόνον τότε δημιουργείται πραγματική οικονομική αξία. Όσο το προϊόν της φύσης παραμένει ανέγγιχτο, δεν έχει καμία άλλη αξία από εκείνην που έχει για τα ζώα. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την κοινωνική-οικονομική αξία ως εξής: «Μια κοινωνική-οικονομική αξία, από αυτή την άποψη, είναι ένα φυσικό προϊόν μεταμορφωμένο από την ανθρώπινη εργασία» Κατά πόσον αυτή η ανθρώπινη εργασία συνίσταται στο ότι σκάβουμε, κόβουμε ή μεταφέρουμε το φυσικό προϊόν από το ένα μέρος στο άλλο, δεν παίζει κανένα ρόλο σ’ αυτή την περίπτωση. Για να προσδιορίσουμε γενικά μια αξία, πρέπει να πούμε: Αυτό που δημιουργεί μια αξία είναι η ανθρώπινη εργασία, που μετατρέπει ένα φυσικό προϊόν με τέτοιο τρόπο ώστε να περάσει στην κοινωνική-οικονομική διαδικασία.


Απ’ αυτό ακολουθεί άμεσα η πλήρης διακύμανση της αξίας ενός προϊόντος. Η εργασία είναι κάτι που πάντα υπάρχει και εκτελείται πάνω στο προϊόν, από οικονομική άποψη. Γι αυτό δεν μπορούμε πραγματικά να πούμε τι είναι η αξία, παρά μόνον ότι η αξία εμφανίζεται σε έναν ορισμένο τόπο και σε μια ορισμένη χρονική στιγμή, όπου ένα φυσικό προϊόν μετατρέπεται χάρη στην ανθρώπινη εργασία.


Η εμφάνιση της αξίας μέσω του εξευγενισμού της φύσης


Δεν μπορούμε και δεν προσπαθούμε αρχικά να ορίσουμε την αξία, αλλά θέλουμε μόνο να επισημάνουμε το σημείο όπου εμφανίζεται. Σχηματικά μπορούμε να το περιγράψουμε ως εξής: (Βλ. διάγραμμα 2, αριστερά) Στο υπόβαθρο έχουμε τη Φύση. Στη Φύση προστίθεται η ανθρώπινη εργασία. Αυτό που προκύπτει από την αλληλεπίδρασή τους και που γίνεται ορατό, είναι η μια πτυχή της οικονομικής αξίας. Είναι δεν είναι λάθος παρομοίωση αν πούμε: Όταν παρατηρούμε μια μαύρη επιφάνεια διαμέσου μιας φωτεινής αχλής (θολότητας) τη βλέπουμε μπλε. Ανάλογα αν το φωτεινό μέσον είναι λεπτό ή παχύ, βλέπουμε διάφορες αποχρώσεις του μπλε – οι αποχρώσεις ποικίλλουν. Το ίδιο συμβαίνει με την αξία στην οικονομία, που ουσιαστικά δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα φυσικό φαινόμενο ιδωμένο μέσα από την ανθρώπινη εργασία, η οποία έχει πάντα διακυμάνσεις. Είστε εξοικειωμένοι με το ότι όλες οι επιστήμες αρχίζουν κυρίως με αυτό που είναι το πιο απλό.


Εργασία που δημιουργεί ή δεν δημιουργεί αξίες


Η εργασία από μόνη της δεν έχει κανένα σκοπό σε οικονομικές υποθέσεις. Είτε ένας άνθρωπος κόβει ξύλα ή κάνει ποδήλατο για να αδυνατίσει, εκτελεί και στις δυο περιπτώσεις το ίδιο μέτρο εργασίας. Το να εξισώνουμε την εργασία, όπως έκανε ο Μαρξ, με αυτό που καταναλώνεται στον ανθρώπινο οργανισμό, είναι εντελώς παράλογο. Το σώμα καταναλώνει το ίδιο, ανεξάρτητα αν κόβουμε ξύλα ή κάνουμε ποδήλατο. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι τι κάνει ο άνθρωπος. Έχουμε ήδη δει ότι η οικονομία συνορεύει με αυτό που δεν είναι οικονομία. Από καθαρά οικονομική άποψη, είναι εντελώς αδικαιολόγητο να επισημάνουμε το γεγονός ότι η εργασία φθείρει τους ανθρώπους. Έμμεσα αυτό έχει σημασία, επειδή πρέπει να φροντίσουμε για τις ανάγκες των ανθρώπων. Αλλά το να το διατυπώνουμε όπως ο Μαρξ, αποτελεί καθαρή ανοησία.

 Τι είναι όμως απαραίτητο για να περάσει η εργασία στην οικονομική διαδικασία; Είναι πάνω απ’ όλα σημαντικό να αρχίσουμε από τους ανθρώπους. Η άσκηση της ποδηλασίας δεν μπορεί να προστεθεί, διότι παραμένει συνδεμένη με το ανεξάρτητο άτομο. Το κόψιμο των ξύλων, από την άλλη πλευρά, μπορεί να προστεθεί στην οικονομική διαδικασία. Απ’ αυτό εξαρτάται, σε ποιο βαθμό η εργασία θα περάσει στην οικονομία. Μόνο στο μέτρο που η φύση μετατρέπεται με την ανθρώπινη εργασία, δημιουργούνται κοινωνικές-οικονομικές αξίες, από τη μια πλευρά. Αν, για παράδειγμα, το θεωρούμε απαραίτητο για την σωματική μας υγεία, να εργαζόμαστε με τη φύση και κατά διαστήματα να χορεύουμε λίγο ή να κάνουμε ευρυθμία, όλα αυτά μπορούν να κριθούν από άλλη σκοπιά. Αυτό όμως που κάνουμε στα διαλείμματα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως εργασία, από οικονομική άποψη. Από άλλη άποψη μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν ότι δημιουργούν αξίες, αλλά πρέπει πρώτα να διατυπώσουμε καθαρές έννοιες γύρω από το τι είναι οι καθαυτού οικονομικές αξίες.


Υπάρχει κι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος να δημιουργήσουμε μια κοινωνική-οικονομική αξία. Μπορούμε να δούμε την ίδια την εργασία ως φαινόμενο. Τότε η εργασία γίνεται κάτι ουδέτερο και άνευ σημασίας από οικονομική άποψη.


Η δημιουργία αξίας μέσω της εξέλιξης της εργασίας


Η εργασία επίσης δημιουργεί οικονομική αξία κάθε φορά που κατευθύνεται από την διάνοια του ανθρώπου – θα πρέπει τώρα να μιλήσουμε για κάτι διαφορετικό. Ας φανταστούμε ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κάτι που διαφορετικά δεν θα ήταν εργασία μεταμορφώνεται σε εργασία μέσω της ανθρώπινης διάνοιας. Αν κάποιος χρησιμοποιεί το ποδήλατο αδυνατίσματος στο δωμάτιό του για να αδυνατίσει, αυτό δεν συνδέεται με κάποια κοινωνική-οικονομική αξία. Αν όμως κάποιος συνδέσει έναν ιμάντα στον τροχό του ποδηλάτου για να κινήσει ένα μηχάνημα, τότε έχει μετατρέψει με τη διάνοια κάτι που δεν ήταν εργασία, σε κάτι που αποκτά αξία. Ως δευτερεύον αποτέλεσμα, ο άνθρωπος αδυνατίζει, αλλά το καθοριστικό εδώ είναι ότι μέσω της διάνοιας, της σκέψης ή ακόμη και της κερδοσκοπίας, η εργασία κατευθύνεται προς μια κατεύθυνση, προς μια αλληλεπίδραση, κλπ. Εδώ έχουμε την άλλη πλευρά της δημιουργίας αξιών, όπου στο υπόβαθρο βρίσκεται η εργασία, με την διάνοια μπροστά της να την κατευθύνει. Τότε η εργασία προβάλλει διαμέσου της ανθρώπινης διάνοιας και δημιουργεί επίσης κοινωνικές-οικονομικές αξίες.


Οι δυο πόλοι της δημιουργίας αξιών


Θα δούμε ότι αυτοί οι δυο πόλοι εμφανίζονται παντού. Σχεδίασα το διάγραμμα (βλέπε σχήμα 2, αριστερά) έτσι, ώστε να εμφανίζεται η οικονομική αξία καθώς βλέπουμε τη φύση διαμέσου της εργασίας, έτσι πρέπει – σύμφωνα με αυτά που περιέγραψα – να σχεδιάσω την εργασία από κάτω και μπροστά τη διάνοια, που διαμορφώνει την εργασία (σχήμα 2, δεξιά). Αυτοί είναι οι βασικοί πόλοι της οικονομικής διαδικασίας. Δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι παραγωγής οικονομικών αξιών. Είτε εξευγενίζεται η φύση με την εργασία ή η εργασία εξευγενίζεται διαμέσου της ανθρώπινης διάνοιας. Η διάνοια δρα συνήθως εξωτερικά στη δημιουργία κεφαλαίου, γι αυτό η διάνοια, όσον αφορά την οικονομία, πρέπει να αναζητηθεί στη σύνθεση του κεφαλαίου. Εκεί τουλάχιστον βρίσκει εξωτερική έκφραση. Αυτό προκύπτει αν παρατηρήσουμε το ίδιο το κεφάλαιο αφ’ ενός και αφ’ ετέρου το κεφάλαιο ως χρηματικό ποσό.


Βλέπουμε λοιπόν ότι δεν μπορούμε να ορίσουμε τι είναι η κοινωνική-οικονομική αξία. Αρκεί να σκεφτούμε ξανά, από πόσα ευφυή ή κουτά άτομα εξαρτάται σε κάθε περίπτωση ο εξευγενισμός της εργασίας από τη διάνοια. Υπάρχουν μόνο κυμαινόμενες προϋποθέσεις. Εν τούτοις, ισχύει πάντα αυτό που διασαφηνίσαμε, ότι οι παράγοντες της δημιουργίας αξιών στην κοινωνική-οικονομική διαδικασία πρέπει να αναζητηθούν σ’ αυτούς τους δυο αντίθετους πόλους.


Ανταλλαγή προϊόντων και ανταλλαγή αξιών

Η προέλευση της τιμής


Όταν κάπου στην οικονομική διαδικασία υπάρχει πώληση και αγορά, τότε ουσιαστικά πρόκειται για ανταλλαγή αξιών. Πραγματικά, δεν υπάρχει κανένα άλλο είδος ανταλλαγής από την ανταλλαγή αξιών. Στην κοινωνική-οικονομική διαδικασία, το προϊόν είναι μια αξία, είτε πρόκειται για εξευγενισμένο φυσικό προϊόν ή για εξευγενισμένη εργασία. Αυτό που ανταλλάσσεται είναι οι αξίες. Γι αυτό πρέπει να πούμε ότι παντού όπου λαμβάνει χώρα αγορά και πώληση, γίνεται ανταλλαγή αξιών. Αυτό που συμβαίνει όταν μια αξία, σαν να λέμε, συγκρούεται με μια άλλη αξία κατά την ανταλλαγή, είναι η εμφάνιση της τιμής. Πουθενά αλλού δεν εμφανίζεται η τιμή παρά εκεί όπου συγκρούονται οι αξίες. Γι αυτό δεν μπορούμε να συνδυάσουμε ιδέες για τις τιμές με ιδέες για την ανταλλαγή προϊόντων και μόνον. Αν για παράδειγμα αγοράσουμε ένα μήλο με μερικά νομίσματα, ίσως πούμε ότι ανταλλάσσουμε ένα προϊόν με ένα άλλο, ένα μήλο με μερικά νομίσματα. Με αυτές τις ιδέες όμως δεν φτάνουμε σε μια κοινωνική-οικονομική θεώρηση. Το μήλο έχει συλλεχθεί κάπου και μεταφερθεί αλλού. Ίσως έχουν συμβεί κι άλλα μ’ αυτό. Είναι η εργασία που το έχει εξευγενίσει. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα μήλο, αλλά με ένα προϊόν της φύσης που έχει εξευγενιστεί από την ανθρώπινη εργασία και γι αυτό έχει αποκτήσει αξία. Το ίδιο ισχύει και για τα νομίσματα. Πρόκειται για αξίες και όχι για προϊόντα. Είναι απλά ένα σύμβολο, ένα σημάδι ότι στον άνθρωπο που αγοράζει το μήλο, υπάρχει μια άλλη αξία που την ανταλλάσσει.


Είναι λάθος στην οικονομία να μιλάμε για προϊόντα. Η αξία πρέπει να θεωρείται ως κάτι στοιχειώδες. Είναι λάθος να θεωρούμε την τιμή ως κάτι άλλο από την αλληλεπίδραση των αξιών. Αξία αντίκρυ σε αξία δίνει την τιμή. Επειδή η αξία είναι κάτι που κυμαίνεται και δεν μπορεί να ορισθεί, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τιμή, που προκύπτει από την ανταλλαγή αξιών, κυμαίνεται «στο τετράγωνο».


Από αυτά μπορούμε να συμπεράνουμε πόσο μάταιο είναι να προσπαθούμε να προσδιορίσουμε τις αξίες και τις τιμές ή να επέμβουμε στην οικονομική διαδικασία. Κάτι άλλο ουσιώδες βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά. Μια απλή θεώρηση θα μας το δείξει.


Σταθερές σχέσεις πέρα από τις αξίες και τις τιμές


Σκεφτείτε το εξής: Η φύση μας παρουσιάζεται μέσα από την ανθρώπινη εργασία. Όταν για παράδειγμα παράγουμε σίδηρο σε κάποιο μέρος, κάτω από πολύ δυσμενείς συνθήκες, τότε η δημιουργούμενη αξία είναι ένα φυσικό προϊόν εξευγενισμένο από την ανθρώπινη εργασία. Αν ο σίδηρος παράγεται σε κάποιο άλλο μέρος, υπό ευκολότερες συνθήκες, τότε προκύπτει ίσως μια τελείως διαφορετική αξία. Δεν μπορούμε λοιπόν να κοιτάξουμε μόνο την αξία των προϊόντων, αλλά πρέπει να δούμε πίσω από την αξία. Πρέπει να γυρίσουμε πίσω σ’ αυτό που δημιουργεί την αξία και έτσι σταδιακά να φτάσουμε σε σταθερές συνθήκες, τις οποίες μπορούμε να επηρεάσουμε άμεσα. Τη στιγμή που εισάγουμε μια αξία στη ροή της οικονομίας, πρέπει να την αφήσουμε να κυμανθεί σύμφωνα με τις ιδιότητες του οικονομικού οργανισμού. Το ίδιο και με τα αιμοσφαίρια, δεν μπορούμε να πιστοποιήσουμε την λεπτότερη σύστασή τους, γιατί διαφέρουν ανάλογα με το που βρίσκεται το αίμα μέσα στο σώμα, στο κεφάλι, στην καρδιά ή στο συκώτι. Δεν μπορούμε να το κάνουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αναζητήσουμε πιο είναι το πιο κατάλληλο θρεπτικό συστατικό στην κάθε περίπτωση. Εξ’ ίσου λίγο μπορούμε να μιλήσουμε για τις αξίες και τις τιμές. Μπορούμε όμως να γυρίσουμε πίσω στους πρωταρχικούς παράγοντες, που διαμορφώνουν την κατάλληλη τιμή, όταν αυτή διαμορφώνεται σωστά από μόνη της. Πρέπει πάντα να γυρίζουμε πίσω στις πραγματικές προϋποθέσεις, σε αυτά απ’ όπου η οικονομική διαδικασία αφ’ ενός τροφοδοτείται και αφ’ ετέρου ρυθμίζεται, δηλαδή στη φύση και στην ανθρώπινη διάνοια αντίστοιχα.


Αυτή είναι η δυσκολία σε όλες τις σύγχρονες οικονομικές θεωρίες, ότι προσπαθούν πάντα να συλλάβουν κάτι που πραγματικά κυμαίνεται. Γι αυτό δεν υπάρχουν λανθασμένοι ορισμοί, αλλά μόνον σωστοί, για όποιον βλέπει καθαρά τα πράγματα. Είναι πραγματικά άστοχο αν πούμε ότι η εργασία αντιστοιχεί στην ύλη που έχει ξοδευτεί και πρέπει να αντικατασταθεί στον ανθρώπινο οργανισμό. Πολλοί ευφυείς άνθρωποι έχουν παγιδευτεί στην προσπάθειά τους να αναπτύξουν οικονομικές θεωρίες, επειδή θεώρησαν στατικά, καταστάσεις που βρίσκονται σε διαρκή ροή. Τούτο το κάνουμε συνήθως με τα φαινόμενα της φύσης, αλλά σ’ αυτά αρκεί να παρατηρήσουμε το στατικό στοιχείο με τελείως διαφορετικό τρόπο. Όταν εξετάζουμε την κίνηση, αυτό που κάνουμε στη σημερινή επιστήμη είναι να θεωρούμε ότι συνίσταται από πολλές μικρές στατικές καταστάσεις, που ακολουθούν η μια την άλλη. Όταν ολοκληρώνουμε, αντιμετωπίζουμε ακόμη και την κίνηση, σαν να αποτελείται από παύσεις.


Δεν μπορούμε όμως να δούμε την κοινωνική-οικονομική διαδικασία μέσα από ένα τέτοιο μοντέλο. Γι αυτό πρέπει να πούμε, ότι η οικονομολογία γίνεται κατανοητή αν θεωρήσουμε τον τρόπο που δημιουργούνται οι αξίες, αφ’ ενός από την μετατροπή της φύσης διαμέσου της εργασίας και αφ’ ετέρου όταν η εργασία εμφανίζεται δια μέσου της ανθρώπινης διάνοιας. Αυτές οι δυο προελεύσεις της αξίας είναι πολικά αντίθετες, όπως και με το φάσμα του φωτός, όπου ο φωτεινός ή κίτρινος πόλος, είναι διαφορετικός από τον μπλε-βιολετί πόλο. Όπως το ζεστά χρώματα εμφανίζονται στη μια πλευρά του φάσματος, έτσι εμφανίζεται και η αξία της φύσης περισσότερο στη διαμόρφωση των τόκων. Εδώ βλέπουμε τη φύση εξευγενισμένη από την εργασία. Προς την άλλη πλευρά, εμφανίζεται η αξία που μετατρέπεται σε κεφάλαιο, όταν βλέπουμε την εργασία να βελτιώνεται διαμέσου της ανθρώπινης διάνοιας. Τότε προβάλλει πραγματικά η τιμή, όταν η αξία από τον ένα πόλο συγκρούεται με την αξία από τον άλλο ή όταν αλληλεπιδρούν δυο αξίες από τον ίδιο πόλο. Γενικά, κάθε φορά που παρατηρούμε τη διαμόρφωση μιας τιμής, συμβαίνει η μια αξία να επηρεάζει την άλλη. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αγνοήσουμε κάθε τι άλλο που συμμετέχει, όπως τα υλικά που εμπλέκονται και να αρχίσουμε να βλέπουμε πώς δημιουργούνται οι αξίες προς τη μια ή την άλλη πλευρά. Τότε θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε στο πρόβλημα της τιμής.

Comments