Στο μεταίχμιο

 

 

 

Μπλάντυ Μαίρη

«Σταμάτα πια σου λέω να φτιάχνεις τα μαλλιά σου! Δεν με λυπάσαι;»
Μαύρα μαλλιά στιλπνά νυχτερινά μπρος στον καθρέφτη. Τινάχτηκαν. Γύρισε τρομαγμένη ελάφι.
Εκείνος άνοιξε την πόρτα. Φεύγει τρέχοντας.
                                                                                             Επάνω σ’ αρμυρό νερό
                                                                             κυλάει η νύχτα των θαυμάτων. Πρόσεχε!

Άδειος καθρέφτης κοιτάζει το δωμάτιο. Μια πολυθρόνα κόκκινο βελούδο με νυχιές στο μπράτσο από την γάτα, ένα κλειστό παράθυρο και μια γωνία από ντουλάπα βαμμένη πράσινο κυπαρισσιού.
«Τι ακαταστασία!...» Σκύβει για να μαζέψει περιοδικά κι εφημερίδες απ’ το πάτωμα, μα τα μαλλιά της την τυφλώνουν, πέφτουν μπροστά, μπερδεύονται στα κουμπιά του φουστανιού της. Σηκώνεται, τα δένει νευρικά με λαστιχάκι.

                                              
                                              Ξέχασε η ομορφιά να βάλει χαλινάρι κι άφρισε. Τόσες φορές σου είπα,
                                                                                      μη τρέχεις έτσι μεθυσμένος.

Γυρίζει ξαφνικά. Μπροστά της. Μουσκεμένος.
«Μα κάνει ζέστη σήμερα… Πού βράχηκες;... Άνοιξε τον ανεμιστήρα σε παρακαλώ… να φύγει αυτό που έρχεται…»
Δεν την κοιτάζει. Ξαπλώνει στο κρεβάτι. Μπρούμυτα. Το χέρι κρεμασμένο. Να το πιάσει; Που ακουμπάει στο πάτωμα γυμνό, σπασμένο. Η γη της πανικός. Να περιστρέφεται γύρω απ’ τον αφαλό της.
«Πού χτύπησες;»
«Δεν χτύπησα. Παράτα με!»
«Μα έχεις αίμα…»

                                                            Η νύχτα μούσκεμα με βάθος δυο πηγάδια, δεν του μιλάει
                                                                             για τα νερόφιδα. Σωπαίνει.Περιμένει.

«Δεν βλέπεις; Δεν αντέχω…»
«Τι δεν αντέχεις;»
«Να σε βλέπω!... Τόσο όμορφη…»
«Μα…»
«Σκάσε επιτέλους! Πεθαίνω εξ αιτίας σου. Νύχτα τη νύχτα.»
«Τα μαλλιά μου είναι;… Πες μου. Τα μαλλιά μου ή ο καθρέφτης;…»
Γυρίζει αργά το πρόσωπό του κρύβοντας τα μάτια με το χέρι.
«Με τυφλώνεις…»
«Δεν είμαι εγώ… ο καθρέφτης… Κοίτα!»
«Ξέρω… ξέρω… τα ίδια κάθε βράδυ…»

                                                                                     Το αίμα αρχίζει να συρίζει…

«…Το ίδιο ψέμα κυνηγάω να το πιάσω. Κάθε βράδυ. Να το σκοτώσω. Μα μου φεύγει… Εκεί. Στην άκρη της πλατείας. Κρύβεται κάτω από το παγκάκι τη στιγμή που σβήνω το τσιγάρο αποφασισμένος. Κι έπειτα χάνεται μες στους θάμνους. Το ακούω που σέρνεται κοροϊδεύοντας, με τ’ άσπρα δόντια του να κροταλίζουν.»

                                                            …άρχισε κιόλας να γελάει καλπάζοντας μες στον καθρέφτη

«Δεν είναι τίποτα γλυκέ μου, θα περάσει…»
«Πώς;… Κουράστηκα…»
«Μαζί θα πάμε να το κυνηγήσουμε.»
«Μαζί;! Δεν γίνεται! Εσύ γεννάς τις νύχτες!. Κάθε νύχτα. Σε βλέπω εδώ μπροστά μου στο κρεβάτι να γεννάς. Κι έπειτα φεύγεις. Πας λες να πιεις νερό. Ποιος ξέρει τι κάνεις στην κουζίνα… φοβάμαι πλέκεις τα μαλλιά σου… Εσύ με πλέκεις στα μαλλιά σου! Μη σου φύγω!»
«Μα τι λές;… Εγώ;…»
«Εσύ! Εσύ!»

                                    Επάνω στην ντουλάπα ένας χορός μικρά τυφλά ποντίκια χοροπηδούν μ’ εξαλλοσύνη
                                                                              ακατανόητη. Μαύρα συρσίματα παντού.

«Εγώ τα κόβω τα μαλλιά μου! Τώρα! Σύρριζα! Ορίστε, να! Το βλέπεις; Να μη γλιστράς τις νύχτες… κοίτα!»
Σιωπή. Κι άλλη σιωπή.
Σιωπή.
Δειλά τραβά το χέρι από τα μάτια.
«Πού είσαι; Κρύφτηκες; Γιατί δεν μου μιλάς; Πού χάθηκες;»
Σηκώνεται. Πηγαίνει στον καθρέφτη. Κοιτάζει μέσα. Εκείνη. Ματωμένη. Τα μαύρα της μαλλιά δεμένα στους καρπούς της. Πρόσωπο ρημαγμένο. Ψαλιδιές. Η ομορφιά κομμάτια.
«Τι έκανες;… Μαρία… Μαρία… Μαρία…»
Πάει να φύγει φρικιασμένος. Ορμάει εκείνη.
«Άσε με! Δεν αντέχω! Φεύγω!»
Πέφτει με λύσσα πάνω του. Σπαράζει.

                                       Μαύρα συρσίματα παντού. Νερά αρμυρά αφρισμένα. Τυφλά ποντίκια να χορεύουν.
                                                                                Αίμα της ομορφιάς λυτό. Μια τρέλα.

Εκείνη βγαίνει από την κουζίνα με το κεφάλι ξυρισμένο. Τον βλέπει μπρος στον καθρέφτη σωριασμένο. Μέσα στα αίματα. Δίπλα του το ψαλίδι. Τρέχει τον αγκαλιάζει.
 
9/8/08
 
 
          --------------------------------------------------

 

Μονόπρακτο σε χιλιάδες πράξεις

Χρόνια ρουθούνιζε κάτω απ’ τα πόδια. Θηρίο φιμωμένο. Το ένιωθες. Ναυτία. Ανέβαινε από τις πατούσες. Έβγαινε απ' το στόμα αναθυμιάσεις. Έρχεται. Θα πνίξει.. Δεν σε καταλαβαίνει. Σε κοιτάζει παστωμένος πέντε-έξι στρώματα βερνίκι. Μέσα απ’ το βρώμικο αμάξι σου βλέπεις κοκκινοκίτρινα φανάρια ασυνάρτητα. Πίσω στην άσφαλτο ο ουρανός λιωμένος. Ο τύπος λαδωμένος μέσα-έξω σπινιάρει να προφτάσει πρώτος το καινούριο ντηλ. Στο επόμενο φανάρι ο κουλός δεν σου ζητάει. Απαιτεί. Με μάτι άγριο απ’ την πείνα. Δίνεις. Ταμείο αλληλεγγύης τα φανάρια λες. Μα το παράθυρο ερμητικά κλειστό της διπλανής κυρίας. Με αχυρένιο το μαλλί και το μυαλό, ακκίζεται. Περήφανα θα γαμηθεί με ιδιοκτήτη πρώτης πίστας στη λεωφόρο. Δεν έχει τίποτα να φοβάται. Ο ουρανός ξωπίσω πατημένος άρχισε κιόλας να βρωμίζει. Παρκάρεις εξουθενωμένη.. Κείνο το τρίξιμο κάτω απ’ τα πόδια δε λέει να σταματήσει. Και το μυαλό γυρίζει. Ταβέρνα. Κουτούκι το θυμάσαι, σήμερα επέκταση παράνομη με τζαμαρία να χωράει. Πλήθος. Χοντρές αβάσταχτες κοιλιές. Γυναίκες ιδρωμένες. Υστερικά χορεύουν αντρικά. Να δείξουν πως μπορούν. Το ίδιο και τα τσιφτετέλια. Χλιμιντρίζουν πάνω τους λογής-λογής γιορντάνια και χρυσά. Οι άντρες καμαρώνουν ή βαριούνται. Τέλειωσε το φαί. Πάμε να φύγουμε. Ο λαός γιορτάζει. Την άνοδο της κλίμακας. Πατάτα, παϊδάκι, άντε και στο πατέ. Μακαριότητα και ρέψιμο. Ευτυχία. Η κόρη τους γατόνι. Πηδήχτηκε με τον καθηγητή. Πήρε πτυχίο. Κι ο γιος στη Ρουμανία πλήρωσε κάνα δυο. Ήρθε γιατρός. Ωραίο παληκάρι. Τάφτιαξε με κόρη κλινικάρχη. Σε λίγα χρόνια θα σφάζει ανενόχλητος. «Κακόκεφη σε βλέπω». Ξαφνιάζεσαι. Γυρνάς. Ο φίλος «άντε γεια μας». «Ρε σύντροφε, πού βλέπεις την υγεία για να πιω;» Δεν σε καταλαβαίνει. «Έχεις τίποτα;» «Όλα», του λες και απορεί. «Ζαλάδα από παντού», του εξηγείς. «Ήπιες πολύ;» «Απ’ όλα», σαδιστικά επιμένεις, να δεις ως πού θα πάει. Τα κάποτε υγρά του μάτια δεν ξέρουν πώς να σου φερθούν. Το casual δερμάτινο σακάκι υποψιάζεται, μα σωπαίνει. «Ένας καθηγητής, δικός σου, αριστερός, μου ‘λέγαν τα παιδιά, φασίστας μες στη τάξη», πετάω ξαφνικά στα μούτρα του. «Τι μου το λες;», η ενοχή αρχίζει ν’ αγριεύει. «Να κάνεις κάτι», συνεχίζω αδίστακτα, κουράστηκα με τις ψευτιές, «δεν είσαι συνδικαλιστής, οργανωμένος, στέλεχος;…» «Είμαι σε άλλη οργάνωση», με διακόπτει νευρικά. Του χάλασα το κέφι. Βραδιάτικο. «Άσ’ τα αυτά. Το Σάββατο έχουμε κανονίσει Ρέμο. Θάρθεις;» πάει να ισιώσει την κατάσταση. «Βρε αϊ πνίξου!». Σηκώνομαι και φεύγω απ’ την αηδία. Μα η ζαλάδα του κόσμου όλου γύρω μου. Κι ο ουρανός στην άσφαλτο έχει σαπίσει. Ζέχνει. Το χώμα τρίζει επικίνδυνα. Το βλέπεις. Έρχεται. Φτάνεις στο σπίτι ίσα-ίσα. Ανοίγεις τηλεόραση. Λάβα κακιά απ’ τα έγκατα ξερνάει ο κόσμος. Συντέλεια στα ρουθούνια ανεβαίνει. Μικρά παιδιά παίζουν φωτιά. Άγουρα μάτια βλέπουν νύχτα. Σφάζουν της πόλης την κοιλιά. Πετροβολούν τον θάνατο. Οργή Θεού. Και ο λαός κοιμάται. Λάβα κακιά ξεχείλισε. Τους καίει στα κρεβάτια έντρομους. Ιδρώνουν τύψεις. Κρεμιούνται απ’ τις οθόνες να σωθούν. Ο Μάγιστρος, με τη φωνή ατάραχη από το μηχανάκι στο λαιμό, ασύστολα επικρίνει τ’ ανόσια πλάσματά του. Έχει δεμένα όλα τα σκοινιά. Θα επιζήσει επί παντός. Η ψεύτικη ψιλόλιγνη κουνάει βλεφαρίδες προγραμματισμένες σε κρίση συνείδησεως «αχ τα παιδιά μας…», η νταντά έχει καλά κλειδώσει τα δικά της. Ο τρίτος με λαμπιόνια κρεμασμένα μπρος στα μάτια αστράφτει για τη βία, να έχει τους εμπόρους. Κι ένας αρκούδος κουρδισμένος στην κορυφή, κουνάει χέρια χείλη, με υπευθυνότητα. Γυαλίζουν εν ολίγοις όλες οι γραβάτες λόγια βαρύγδουπα που τρέχουν με τα σάλια, ως να τελειώσει κι αυτό το νταβαντούρι. Κι ο πεινασμένος μετανιώνει που δεν βούτηξε κι αυτός κανένα κινητό μες στην αναμπουμπούλα. «Αξιοπρέπεια, ψελλίζεις, φιλότιμο, σε ύστατη προσπάθεια.» «Τι είν’ αυτά; Με κοροϊδεύεις; Στο ’21 είμαστε ακόμα; Προοδέψαμε. Δεν το κατάλαβες;»
Λυγίζει ακόμα κι ο Θεός. Βάζει τα κλάματα. Βρέχει. Σβήνουν οι φωτιές. Έκλεισαν πέντε μέρες. Έτσι είναι πάντα. Πιο γρήγορη η καταστροφή απ’ τη δημιουργία.
Στον πατημένο ουρανό κοιμάται ένα αγόρι.
Αυλαία.
 
12/12/08
 
 
             -----------------------------------------------
 
 
 

 

Η ωραία Ελένη της διπλανής πόρτας

 

-Τι όλο θες παραπονιάρη; Σταμάτα. Δεν σ’ αντέχω. Τι όλο με ρωτάς να εξηγώ; Μα δεν σου φτάνουν τα χέρια και τα μάτια που απλώνουνε χορτάρι στη σκιά; Τι είσαι πια; Χαζός ή άρρωστος; Βλογιοκομμένα κατάντησες τα λόγια μου έτσι που επιμένεις. Μη τρέχεις πίσω από τις λέξεις. Πίσω από τα μαλλιά μου τρέξε. Κι αν βρεις γκρεμό αρπάξου. Μη μου θυμώνεις που γελώ καλέ μου. Τα δόντια μου σου δείχνω που φωτίζουν της κοιλιάς σου τα βλαστάρια. Ένα-ένα Βλέπεις; Φυτρώνουν όπως σε δαγκώνω. Τριχούλες σηκωμένες και υγρές με λαμπυρίθρες απ’ το γέλιο μου στις άκρες. Σου ρίχνω μουσική τα μέλη μου κι ορθώνεσαι βασιλική μου κόμπρα. Τι άλλο θέλεις; Τρία κοχύλια φύσηξα στ’ αυτί σου, όλα του κόσμου να τ’ ακούς. Στο πρώτο μια ταραντέλα έκρυψα, στο δεύτερο κελάρυσμα νερού, στο τρίτο ένα σ’ αγαπώ κρυφό η φωνή μου κι η σιωπή μου, κι όλο μού λες δεν σε φροντίζω; Με παίρνουν τα ποτάμια και αργώ, το ξέρω, μα έρχομαι το βράδυ να τηγανίσω μέλι.  Πάντα το νυφικό μου τυλιγμένη. Σ’ όλα τα χρώματα το διάλεξα. Καθώς νοικοκυρεύω μες στο σπίτι, ν’ απλώνω εδώ κι εκεί την ίριδα να έχεις να χορταίνεις κι όταν λείπω. Τις πέρλες μου σου κρύβω, βρε κουτό,  δεν είδες; Στις γωνίτσες μία-μία, στα συρτάρια. Καθώς ανοίγεις, να βρίσκεις από ένα βλέμμα μου γυμνό να λάμπει. Κι αυτά! Αυτά, τ’ αρώματά μου αραδιασμένα στη σειρά, ν’ αχνίζουν στον καθρέφτη τα τόσα πρόσωπά μου όταν σε κοιτώ κι ανοίγω. Γεμάτη χείλη η μέρα σου, κι εσύ γυρεύεις λόγια; Μα τι σε έχει πιάσει; Δεν φτάνουν τόσα καντηλέρια που ανάβω μες στη νύχτα να με δεις, εκεί σκυφτός επάνω στο γραφείο σου, με τόσ’ αφεντικά τριγύρω να σε σπρώχνουν. Τι άλλο θέλεις πια ν’ ανοίξεις δρόμο στα χαμόκλαδα, στη μέρα μου να έρθεις να σε πλύνω. Μ’ όλους τους τρόπους λάμπω! Αχάριστε! Κοιμήσου στα νερά μου. Και πάψε πια να κλαψουρίζεις, που δεν σου εξηγώ ποια είμαι. Είμαι αυτό που δεν τολμούν τα μάτια σου να δουν γλυκέ μου φοβιτσιάρη.

 

-Σταμάτα! Με τρελαίνεις! Τα ξέρω όλ’ αυτά. Γι’ αυτό ρωτώ, ρωτώ, ρωτώ. Μ’ απάντηση δεν παίρνω. Με τρελαίνεις. Να σε ξηλώσω θέλω. Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν ξέρω να σε φτάσω. Μην είσαι όμορφη! Σταμάτα ν’ ανεβαίνεις μπρος μου. Με τρελαίνεις! Δεν το καταλαβαίνεις;

 

10/8/08

 

 

            -------------------------------------------------

 

 

 

 

Dragoste σε κόκκινο κομμένο

Στη Βιολέτα

 

 

Είδες λοιπόν πώς έγινε; Εκεί, στις άγριες βαλανιδιές, που αδημονούσες πώς και πώς να σκαρφαλώσεις, άρχισαν όλα. Εκεί ακόνισες τα δοντάκια σου –ένας λυπημένος σκίουρος με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια- γιατί το γάλα λιγοστό. Τον θυμάσαι δεν τον θυμάσαι το μαστό της μάννας σου καθώς άστραφτε, και τέτοιο λευκό δεν ξαναβρήκες. Ήταν όμως η σκυφτή αγάπη της γιαγιάς σου που σου έμαθε την καμπύλη. Κι η πλεξούδα σου κρατάει ακόμη μνήμη. Βλέπω τα κλαδιά και τα τρεχάματα πλεγμένα σφιχτά να μην τα χάσεις, καθώς τινάζεις ατίθασα το κεφάλι. Σαν το πουλάρι δεμένο απ’ το σχοινί, που είχατε στην αυλή. Πόσες φορές βρέθηκες στη θέση του. Μετά. Πρώτα στο ίδρυμα, που ήταν έξω ο ουρανός, και μέσα το σκάψιμο. Κι αν δεν σήκωνες το κεφάλι να κοιτάξεις έστω, ήταν γιατί είχες μάθει την καμπύλη της προσήλωσης στο κρυφό κόκκινο. Από τότε. Που διδάχτηκες το μανιχαϊσμό και το ζάρι (μαύρο – κόκκινο) από πρώτο χέρι. Έπειτα παντρεύτηκες. Με τις ευλογίες του Τσαουσέσκου και τη φτώχια προσκέφαλο. Έκανες το παιδί σου, και ήρθε η ώρα να διπλωθείς στον κύκλο σου. Έκοψες με τα δόντια τον ομφάλιο λώρο του, όπως είχες κόψει τότε τον δικό σου. Γιατί η ζωή πρέπει να ζήσει. Δυο πόνοι. Δυο δαγκωνιές η μια πάνω στην άλλη. Σε οδήγησαν στο κέντρο του αίματος. Το είδες ν’ αναβλύζει καυτό απ’ την κοιλιά σου. Έκτοτε όλα ήταν δυνατά. Είχαν το πλάτος των χεριών σου. Η ξενιτιά, η μοναξιά, ο επιούσιος. Σημαία πάντα στο κατάρτι τα ολόμαυρα μαλλιά σου. Πλεγμένα ή ξέπλεκα ανάλογα τον άνεμο. Μα εκείνο το σκοινί παραφυλάει. Κρέμεται απ’ το πόδι σου κομμένο. Kαι σκάλωσε σ’ αυτόν τον ξένο άντρα. Απ’ την Περσία μαγικό χαλί ονειρεύτηκες μια νύχτα τον πατέρα σου, που κάθε χρόνο ξεχνάει τα γενέθλιά σου. Κι ανέβηκες στο παραμύθι. Δεμένη πάλι τώρα από το πόδι στριφογυρίζεις στη μικρή αυλή κλωτσώντας, κι η χαίτη σου αστράφτει μαύρο. Το ξέρω. Πάλι με δαγκωνιές θα κόψεις το σχοινί. Πάλι θα βουτηχτείς στο κόκκινο. Μα τούτη τη φορά δεν θα πονέσεις. Γιατί έχεις δέσει κάβο το γέλιο της κορούλας σου, που τη φωνάζεις με πείσμα Εσμεράλδα, για ν’ ακούει αγάπη (ή πιο ψιθυριστά στον ύπνο: dragoste).

 

 

17/12/09

 

 

              ------------------------------------------------

 

 
 
 

Καλειδοσκόπιο σε καιρό καύσωνα

 

 

Ο μικρός πρίγκιπας το ‘σκασε από την πίσω πόρτα του παλατιού. Saturdays night.  Στην γωνία περίμενε ο  Tom Waits με το πράσινο άλογό του βαμμένο στις φωτιές. Καταποντίζομαι στην πηχτή ζέστη. Μιλώ στην δράκαινά μου, το αιχμηρό φυτό. Η λάμπα του πατέρα από την Κατοχή, σβηστή πάνω στο τζάκι. Διαβάζει πόλεμο και πείνα. Τα γράμματα πηδούν έξω απ’ τις λέξεις και αυτοκτονούν στο βάθος μιας ευθύγραμμης μελαγχολίας που μοιάζει με φωταγωγό. Πολυκατοικία του ’60. Τα μπικουτί στο απόγειό τους κι ο Μάης ετοιμάζεται. Να βγάλει βόλτα τα παιδιά και τα λουλούδια του. Εγώ απουσιάζω όπως ο πρίγκιπας που άφησε το στέμμα για να μάθει την αλήθεια. Μα η αλήθεια γλείφει τα μουστάκια της μετά από ένα καλό κοκκινιστό ή μια γκουρμέ πουτίγκα. Ρίξε κόκκινο χρώμα τώρα. Να γίνει ποίηση αυτό το κατακάθι.

-Λαδομπογιά ή πλαστικό;

-Λάδι ν’ ανάβει αργά σαν λάθος.

-Έξω δυο αστυνομικοί βολτάρουν μουλωχτά, μήπως να τα ξεχάσουμε όλα;

-Αγνόησέ τους. Έλα να σε κεράσω λεμοντσέλο. Ή τζιν καυτό μ’ εφτά φέτες λεμόνι και μιαν ανάπηρη ανάμνηση. Χειμώνας με λευκά πουλιά κάτω από το τραπέζι. You are innocent when you dream. Λάτρευε το μέλι και τις σβούρες. Εγώ τη μαύρη σοκολάτα πάνω σε μετάξι. Κι όμως ταιριάξαμε στη μέση φτιαγμένοι από συμφορά κι αγράμπελη. Φτάνει. Κουράστηκα να γράφω. Γλιστράω στη λίστα των συμβάντων. Χειμώνας μες στον Αύγουστο. Κρύβομαι στην πλάτη του χαρτιού μαζί με το δακτυλικό μου αποτύπωμα. Μ’ άλλαξαν οι ταυτότητες. Τώρα θα ανακρίνουν τα αιμοσφαίριά μας. Γι’ αυτό πίναμε μαυροδάφνη, δεν θυμάσαι; Τα κύτταρά μας να μεθύσουνε για πάντα. Να μπερδεύονται οι βλάκες. Πάντα φοβόμουν. Σου έλεγα φυλάξου. Θα λείπω όταν θα ‘ρθουν. Είδες που είχα δίκιο; Άραγε σώθηκες; Ή έφυγε ο Tom Waits μόνος, τυλιγμένος innocent στην άσπρη μπέρτα του. Η λάμπα του πατέρα δεν ξέρει να μου πει, ούτε ο Μάης των παιδιών, ούτε η μαύρη σοκολάτα. Κανείς δεν ξέρει να μου πει. Κουράστηκα να γράφω λέξεις αυτοκτόνες. Ένας βαθύς φωταγωγός το σπίτι μου, πηγάδι ουρανού, κι εγώ χωρίς σκοινί στον πάτο. Άραγε σώθηκες τουλάχιστον εσύ πάνω στο πράσινο άλογο και η φωνή σου ν’ ανεμίζει σαλαϊλαλαλα… Σώθηκες; Ή πνίγηκες στης συμφοράς σου την αγράμπελη κι εγώ τι να σου ρίξω;

 

 

21/8/09

 

 

              ---------------------------------------------