Άτακτα

 

 

 
 

Δωμάτιο βροχής

 

Όλα αρχίζουν από μια ερώτηση

Που απρόσκλητη χτυπάει το παντζούρι

Νύχτα βροχής

Μονότονα

 

Ποιος κύκλος η γνώση ή η τρέλα;

 

Χωρίς ανάπαυση

 

Ποια πόρτα ανοίγει το  κενό να φύγει;

Και η ποινή πώς κλείνει;

 

Αλλόκοτη φωνή

Χρόνος υδράργυρος βαρύς να καμπυλώνει

 

Ασύντακτο ένα τριαντάφυλλο

Τα πέταλά του συρράπτει αλλοπρόσαλλα

Σε μυρωδιά από αίμα και παιδί.

 

Κι η σύρραξη αρχίζει. Χωρίς εχθρό

Εσύ και πρόσωπα της μοίρας σου

Φτιαγμένα από βροχή να στάζουν

 

Από παντού σαν φύλλα…

 

 

 

Διαλέγω ένα ήσυχο δωμάτιο, με δυο καρέκλες, για την ψευδαίσθηση του ερχόμενου και για τον συνομιλητή, ένα μικρό τραπέζι ξύλινο, για φαγητό και όλα τ’ άλλα, και μια σονάτα για βιολί στο βάθος της ανάσας να επιστρέφει.

Σκέφτηκα πως δεν χρειάζονται άλλα. Κι άνοιξα.

 

Πρώτη μπήκε η μαύρη γάτα. Με μάτια πράσινα, κι έκφραση σοβαρή όσο αρχαίος χρόνος κι αθώα όσο παιδί στον ύπνο. Βολεύτηκε μ’ ένα μικρό, αδιάφορο νιαούρισμα. Έπειτα μπήκε το πουλί που δεν ησύχαζε ποτέ. Παράξενο πουλί. Όμορφο κι άσχημο μαζί. Πηδούσε ‘δω και ‘κει, τινάζοντας τα φτερά του. Στο τέλος μπήκε το σκυλί λευκό. Μάτια βαθιά, πληγές στο σώμα, κλειστές μα φανερές. Κάθισε ήσυχα στα πόδια μου χωρίς ενδοιασμούς.

 

Ήμασταν όλοι εκεί και περιμέναμε.

Δεν άργησαν. Ήρθαν όλοι με τη σειρά. Σε κύκλο.

 

 

 

Η γυναίκα των ανέμων

 
κρατώντας μια τρύπια κάλτσα
μ’ ένα μικρό μωρό σαν κούκλα μέσα
και κάτι τραγουδούσε αφηρημένα.
 
 

Ο άντρας της φυγής

 
χτυπούσε συνέχεια το μέτωπό του
μουρμουρίζοντας μια βρισιά 
στη μπότα του είχε κρυμμένο ένα δοξάρι.

 

 
Το κορίτσι που μεθούσε τη ζωή
 
φορούσε ένα σύννεφο σκουλαρίκι
και κρατούσε ένα παράθυρο ολόκληρο με τις κουρτίνες του
απ’ όπου έβλεπε ή έκρυβε τον κόσμο κατά βούληση.

 

 
Ο γέροντας με το γκρίζο βλέμμα
 
είχε κλειστό το στόμα του με δίχτυ
και στριφογύριζε συνέχεια τη βέρα του στο χέρι
σαν προσευχή.

 

 
Η γυναίκα του φλαμένκο
 
δεν σταμάτησε να γελάει ούτε στιγμή
μα στο τέλος
έβγαλε από τον κόρφο της έναν καθρέφτη
και τον έσπασε με δυνατούς λυγμούς.

 

 
Ο άντρας του διχασμού
 
ήταν ολόκληρος τυλιγμένος σε ένα αχνό χαμόγελο
που έμοιαζε με σελοφάν
μόνο τα μάτια του έλιωναν κάθε τόσο
κι άνοιγαν τρύπες.
 
 
Η γερόντισσα με το λευκό στόμα
 
ήταν μια άυλη κόρη,
φορτωμένη με αρραβώνες και λουλούδια
τα λόγια της έτρεχαν γάλα πικρό.
 
 

Το αγόρι που σκότωνε το θάνατο

 
είχε σμιχτά φρύδια σαν φτερά
κι ανέμιζε οργισμένα ένα εξαπτέρυγο
πάνω απ’ τις λεωφόρους.
 
 

Η γυναίκα της θάλασσας

 
χτυπούσε παλαμάκια σαν κοριτσάκι
αλλά στο λαιμό της είχε καρφωμένο ένα σταυρό.
 
 
Ο άντρας της σιωπής
 
κρατούσε μια αγκαλιά τουλίπες
κι όλο τις πότιζε.

 

 

 
Δεν ήταν εύκολο. Κάποτε χρειάστηκε να περιμένω ώρες. Μου αντιστέκονταν με ασύστατες δικαιολογίες.

Όμως -πάντα με τη βοήθεια της γάτας, του σκυλιού και του πουλιού, που γίνονταν για τις ανάγκες της περίστασης άλλοτε μάρτυρες κατηγορίας ή υπεράσπισης, άλλοτε δικαστές ή ένορκοι-, κατάφερα να αποσπάσω απ’ όλους ένα ποίημα. Τ’ ακούσαμε όλα προσεκτικά, και στο τέλος τα φύλαξα σε μια βαλίτσα, που θα βρεθεί μετά το θάνατό μου, για λόγους εχεμύθειας.

 

 

 

Έτσι μες στη νυχτερινή βροχή έδεσε ρόδο, που μ’ ευωδιά αλλόκοτη κοιτάζει, ζητώντας από ‘μας τον τελευταίο λόγο, πριν πάλι διαλυθεί στον εαυτό του.

Της αγωνίας το πουλί που δεν ησύχαζε ποτέ, της παιδικής αλήθειας το λευκό σκυλί, κι εγώ που έχω του λόγου την ευθύνη, στέκουμε αμήχανοι, μπροστά στους κύκλους του νερού που δεν χαρίζεται στον ύπνο.

Μονάχα η μαύρη γάτα της σοφίας, που όλη τη νύχτα δεν ταράχτηκε στιγμή, μιλάει σιγά:

 
 

Σπιθαμή προς σπιθαμή

τις νύχτες σκάβοντας

κατάκοπη σκαπάνη

ένα κομμάτι πάπυρο

διέσωσα αμετάφραστο

και λίγη σκόνη…

 

 

 

 

Η βροχή έχει πια σταματήσει.

Ξημερώνει αργά και τα πρόσωπα αχνολιώνουν στο πάτωμα.

Το πουλί αρχίζει κιόλας να ραμφίζει το παράθυρο.

Το σκυλί στα πόδια μου γλείφει ήσυχα τις μισάνοιχτες πληγές του.

Η γάτα γουργουρίζει ευχαριστημένη.

Κι εγώ, μ’ ένα υγρό λα ύφεση πιασμένο στην ανάσα, περιμένω τη μέρα να ξυπνήσει απ’ την αρχή ερώτηση.

 

Πάνω στο ξύλινο τραπέζι λίγα ψίχουλα.

 
 
                            .-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.
 

 

 

Ο Ευγένιος έφυγε

 
Τρίβω μαλακά τις βλεφαρίδες / αφαιρώ τη μάσκαρα / σβήνω το βάρος / απλές κινήσεις αφαιρούν το θάνατο / η ζωή φοβάται / ο θάνατος μόνο δικαιούται να συγχαίρει / ελεύθερος μόνο αυτός / από τον φόβο / πιο δύσκολο να είσαι / χαρούμενος παρά θλιμμένος / ποιος δεν το ξέρει; / την ώρα που φοράει το καινούριο του πουκάμισο / το ταξίδι αρχίζει πάντα από το τέλος / δεν τάμαθες; / ο Ευγένιος έφυγε / ο Καραγκιόζης μένει / πηδώ έξω απ’ τη μάσκα σου / πριν με προφτάσει η θλίψη
 
 
                                                           .-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.
 
 

 

 

Γιατί νομίζεις σκύβω το πρόσωπό μου πάνω στο πρόσωπό σου;

 

Γιατί νομίζεις σκύβω το πρόσωπό μου πάνω στο πρόσωπό σου; Γιατί αρπάζω το στόμα σου με το στόμα μου; Για να σου χαρίσω το φιλί της ζωής; Την ασφάλεια του εναγκαλισμού; Αστεία πράγματα!

Δαγκώνω το στόμα σου κι εσύ ματώνεις. Κουνάς την κομμένη γλώσσα σου τρομαγμένος μέσα στον άναρθρο ήχο της φωνής σου. Αναρωτιέσαι αν θα ξαναμιλήσεις, αν θα ξαναφάς μετά απ’ αυτόν τον όλεθρο. Με κοιτάς στα μάτια με θαυμασμό και απορία. Και περιμένεις. Περιμένεις να σου εξηγήσω γιατί σου φέρθηκα έτσι απάνθρωπα. Έτσι αναπάντεχα. Τι θέλω από σένα. Τι σου ζητάω. Σε παρακαλώ μη κάνεις τέτοιες παιδαριώδεις ερωτήσεις. Μου θυμίζεις εκείνα τα τεράστια μάτια που είχαμε μικροί όταν ανακαλύπταμε το μίσος και το θαύμα. Μετά τ’ αφήσαμε πίσω και τα δυο ακούγοντας καλοσυνάτες συμβουλές και εγκρατείς νουθεσίες. Ώσπου ήρθε κάποια στιγμή ο έρωτας και ξανανοίξαμε πελώρια μάτια –θυμάσαι; Έπειτα τέλειωσε κι αυτός και τον ξεχάσαμε. Επιστρέψαμε στη συνηθισμένη μας εγκράτεια, προσηλωμένοι με το πρέπον δέος στο θάνατο, που βέβαια είναι η μόνη αδιάσειστη αλήθεια. Έτσι η λήθη, αυτό το πανίσχυρο υπνωτικό, σκέπασε τελείως τα τεράστια μάτια. Κι έμαθες την τυφλότητα, όπως μαθαίνεις το νυχτερινό σου μαξιλάρι. Έτσι δεν είχες τίποτα πια να φοβηθείς. Ο εαυτός σου κοιμόταν ήσυχα εδώ και χρόνια μέσα στην καθημερινή σου αναπνοή, στα επαναλαμβανόμενα βήματα της ημερολογιακής σου τάξης.

Ώσπου ήρθα εγώ. Και σου άρπαξα το στόμα χωρίς να σε ρωτήσω. Σε δάγκωσα. Σου έκοψα τη γλώσσα. Και ξανάνοιξες τα μάτια ορθάνοιχτα. Πετάχτηκες από τον ήρεμο ύπνο σου, κοιτάζοντάς με μ’ εκείνη την παιδική απορία: Γατί με πόνεσες; Νάτο λοιπόν που το ξεστόμισες. Είπες τη μαγική λέξη. Πόνος. Δεν ήρθα για να σ’ αγκαλιάσω. Για να σε νικήσω ήρθα. Μόνο ο πόνος πια μπορεί να σου ανοίξει τα μάτια. Κι εγώ θέλω να με δεις. Όχι για να με αγαπήσεις. Δεν πιστεύω άλλο στην αγάπη. Ούτ’ εσύ άλλωστε. Πιστεύω μόνο στη συντριβή. Όχι γιατί θέλω το κακό σου. Αλλά γιατί πρέπει να υπάρχει ένας Θεός. Και μόνο ο Θεός μπορεί να συντρίψει. Κατάλαβες τώρα; Αφού άφησες τη λήθη να σκεπάσει το δικό σου Θεό, βρήκα εγώ τόπο να ρίξω πάνω σου τον δικό μου. Γιατί εγώ τον λάτρεψα το Θεό μου. Τον λάτρεψα. Μέχρι την οριστική μου συντριβή . Κι έτσι αυτός έζησε. Και τώρα λάμπει πάνω σου με τη δύναμή του. Δηλαδή με τη δική μου δύναμη. Κατάλαβες τώρα, βουβέ αναγνώστη, τη δολερή μου πράξη; Όχι; Δεν το χωράει ο νους σου; Δεν πειράζει. Καλύτερα έτσι. Και για τους δυο μας.

 

 

8/12/09
 
                                                           .-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.