Arabesque

 

Βυθίζοντας στη μαραμένη νύχτα

την παλιά ευθύνη

παίζω με τα τριφύλλια και τα νήματα

 

Μονομανείς ανιχνευτές και σάπια πλήθη

μέμφονται

τις μετουσιώσεις του ηχηρού

σε παφλασμό και λήθη

τ’ ανέμελα καμώματα

της γλώσσας το πλατάγισμα στου μύθου την πλεκτάνη

 

Πώς να γνωρίζουν οι απελέκητοι

του πένθους τα τριφύλλια

των θαλασσών τα νήματα

πώς πλέκουν λαβυρίνθους

κήπους υφαίνουν

στης μοναξιάς τους θόλους

πώς να γνωρίζουν

 

πως στο πηγάδι αν ριχτείς

του απείρου

μονάχα η ομορφιά κι ο άνεμος

σε παίρνει και σε πάει

μονάχα το δελφίνι

 

1/1/14

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

κάτι σαν όραμα

 

Τις μπαλωμένες νύχτες

τις σκίζω με ξυράφια

νάτος εκεί ο μικρός

-τον έλεγαν Φελίτσε-

που έπιασε την υδρόγειο

με τα μικρά του χέρια

τη γύρισε σαν σβούρα

για να βρει

εκεί! εκεί!

 

Κοιμάμαι στις ακτές μου

φυσάει γλυκά χειμώνας

από τα όρη του Βορρά

με μια σκιά γαλάζια

χαραγμένη

-μοιάζουν Χριστούγεννα τα χέρια του

χαρά νωπή κι απόκοσμη-

αυτό! Το ζαχαρένιο μου βουνό

μπλε και μαβί

πουλιά φυτρώνουν

ένας σοφός βγάζει κλαδιά

της θάλασσας θηρία

μασούν φύλλα φωτιάς

αυτό! Το ζαχαρένιο μου βουνό

στην κορυφή του κόσμου

στύβω με τα μικρά χεράκια

μια ήσυχη βραδιά Δεκέμβρη

με αναμμένα δέντρα

τραγούδι αποστάζει

απ’ τις γωνιές του μπλε

στον τρυφερό κορμό μου

δεντράκι έξι χρόνων

ρετσίνι

μια λέξη πεταμένη

στου δρόμου τις πατημασιές

ευχαριστώ

από τη σκόνη τη σηκώνω

φοράω γούρι

και το βουνό μου ανεβαίνω

με τα μικρά μου πέλματα γυμνά

που δεν ματώνουν

 

25/12/10

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ 

 

 

Λοιπόν θα σου το πω

μ’ όλη τη δύναμη του λάθους μου

που στις ραγισματιές ανάμεσα γλιστράει

κι εκπυρσοκροτεί

 

Θα σου το πω

όπως αυτό το τσάμικο

που χόρεψες ο παραστρατημένος

και ίδρωσε τουφέκια

το σινιέ πλακάκι

 

Το ξέρω πως θα προσπεράσεις

μ ένα κοκόρι κρυμμένο στο παλτό

-πάντα αυτό δεν έκανες;-

και θα βαλθείς να ξεφυλλίζεις πόλεις

για να στοκάρεις επιδέξια το παλιό

 

Μα θα στο πω

κι ας έδιωξες τον άγγελο

να μη φοβάσαι του λαδιού την ετυμηγορία

 

Κανείς

της πατρικής ελιάς

δεν έκαψε το έλεος

 

Μεσ’ απ’ τις επιδέξιες ραφές

ξεσπά

και αναβλύζει

την ώρα της χαράς

μια νικηφόρα

σταυροφορία του νερού

πάνω απ’ την οικουμένη

κυματίζει ήρωες

ένα πετράδι

στο κέντρο της ασπίδας

δείχνει καρδιά

κι εσύ

ιππέας μύθου

 

Δέξου το

Είσαι το χώμα σου

Και σκύψε

 

Μ’ ασβέστη

σημάδεψε του ονείρου σου το όριο

όπως το περιβόλι του ο παππούς σου

να μην περνάει μαύρο κι αγριόχορτο

 

Να δεις

που θα μοσχοβολήσει πάλι

μέντα και μοσχομπίζελο

της μοίρας σου ο δρόμος

 

 

6/12/10

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Παραμερίζεις τη βαριά κουρτίνα

Μπαίνει ένα πολτώδες φως

Στην ατμόσφαιρα

Ένα σούρουπο αχνό ηλεκτρικό

Και κουρασμένος ουρανός

Πίσω απ’ τους τοίχους

Ψιθυριστεί μονόλογοι

Που βρωμάνε άπλυτα δόντια

Πιο πέρα

Η ανάσα από δεντρολίβανο

Ενός λυπημένου

Δίπλα ένα αγόρι

Ψάχνει τ’ όνειρό του κάτω από το κρεβάτι

Πιο ‘κει γέροι που λιώνουν

Νοσοκόμες που βρίζουν

Ο αέρας τρίζει μια παράξενη αρρώστια

Γεμάτη μυίγες

Και ψόφιες καρδιές

Έπειτα έρχεται η νύχτα

Με σιγανά χτυπήματα στις πόρτες

Αφήνει ένα κανάτι γάλα

Κρυφά ανοίγεις και το παίρνεις

Ελπίζοντας πως σήμερα θα κοιμηθείς

Χωρίς εφιάλτες

Δίπλα στον εαυτό σου που πεθαίνει

Υπολογίζεις τις μέρες και τις νύχτες

Που θα συνεχιστεί αυτό

Χάνεις το λογαριασμό

Όπως όταν μετράς τα μυρμήγκια

Μιας μυρμηγκοφωλιάς

Διαπιστώνεις πως «όλα κινούνται»

Και βάζεις τις παντόφλες σου

Για να μετρήσεις τα πόδια σου

Τα μυρμήγκια κατοικούν πια στο μυαλό σου

Και δεν τολμάς να κοιμηθείς

Στο τέλος εκείνη η επίμονη επιθυμία

Που ποτέ δεν κατοίκησε

Γίνεται η μοναδική σου κόρη

Τη βλέπεις να μεγαλώνει παρθένα

Γεμίζει το κάδρο

Με βλέμμα sfumato

Χαμογελάει

Με το τελευταίο σου νόημα

Η Μόνα Λίζα σου

Απλώνει στο παράθυρο δέντρα

Που σβήνουν κάθε νόημα

Ο Μιχαήλ Άγγελος πλησιάζει αργά

Βγάζει ένα μαχαίρι και σε κόβει

Κοιμάσαι δίπλα στους εφιάλτες

Γυμνός ο εαυτός σου 

                                          

22/1/10

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

Οι αγύρτες μισούν τ’ αηδόνια

 

Τ’ αηδόνια

Γεμίζουν τα λευκά δωμάτια

Στέκονται στη σειρά

Άυπνα – λερωμένα – σιωπηλά

 

Το ξημέρωμα θα είναι πάντα βροχερό

Υπόσχεση διαρκείας

 

Διασώστες δεν μπορούν να φτάσουν ως εδώ

Ίσως δεν υπάρχουν

Ίσως εκεί που μαίνεται η καταιγίδα

Μελετούν λιωμένους χάρτες

 

Ο μεσοπόλεμος αργεί

 

Ληγμένα αστέρια στα ψυγεία

Και μια ουράνια φωνή απ’ το παλιό μπαλκόνι

Πολυκαιρισμένη

 

Πήρε τις παρτιτούρες η νεροποντή

Στη λάσπη

Της Κυριακής τ’ αηδόνια

 

Οι αγύρτες πάντα

Θα θριαμβεύουν στις κρυψώνες

 

26/9/10

 

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 

 

Μια βραδιά θεάτρου με φιλικό ζευγάρι

 

 

Πώς να σκεφτώ τη νύχτα

Ν’ ανάψουν τα μάτια μου;

 

Σηκώνομαι στα δάχτυλα

Εξαντλώ το ύψος μου

Σαν ησυχία κινείται το τριχωτό παραμύθι

Πρέπει να το πιάσω πριν φύγει από τη χαραμάδα

Κατεβάζω ταχύτητα

Στριγκλίζω στη στροφή

Και βγαίνω

Σ’ ένα λούνα-παρκ με αλογάκια

Γίνομαι ακόμα πιο ακαταλαβίστικη

Πριν φανεί πάλι το αίμα και με συλλάβουν

Καθώς φοράω τα λουστρινένια μου πέδιλα

Να πάω στη θηλυκή μου έπαρση

Έρχεται ένα τσούρμο στεναγμοί

Τους απωθώ με αξιοπρέπεια

Γιατί είναι μια κυρία που κοιτάζει αυστηρά

Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχώ

Τα πράγματα έρχονται μόνα τους

Ξυπόλητα και ταπεινά έξω απ’ το θέατρο

Πρεζόνια ζητιανεύουν

Την προσωρινή τους ευτυχία

Δεν τους δίνουμε λεφτά για να τα αποτρέψουμε

Όλα πρέπει να έχουν διάρκεια

Οι θεατές πληρώνουν υπομονετικά

Την είσοδό τους στην παράσταση

Υιοθετώ και πάλι ένα μωρό αγνώστου ταυτότητας

Να έχω να νανουρίζω

Και αποτραβιέμαι στο κυανό δωμάτιο

Με τις βραδυφλεγείς ανάσες

Δεν υπακούω

Σε μια ειλικρινή λίμνη

Αόρατης ηρεμίας

Έχει ο καιρός γυρίσματα και θα πνιγώ

Έτσι βρίσκομαι πάντα

Με το ένα πόδι ψηλά

Κι ένα χέρι ανάμεσα στα καλώδια

Αρρωσταίνω μόνη

Για το καλό της ανθρωπότητας

Και γιατί η ζωή εμβολιάζεται μόνο με ζωή

Αν και οι αιμομιξίες χοίρων

Έδωσαν εντυπωσιακά αποτελέσματα

Όταν αφέθηκαν ελεύθερες ιδού! Ιδού! Παντού!

Ας τ’ αφήσουμε όμως αυτά

Με τόσους τσακωμούς γέμισε ο τόπος αίματα

Καρφιά, γυαλιά, και ποιος θα καθαρίσει;

Πάω να ισιώσω τη γραβάτα σου

Μα νομίζεις πως θέλω να σε πνίξω

Υποχωρώ με τάξη

Γιατί μια κυρία κοιτάζει πάντα προσεκτικά

Κι έπειτα αλλάζουν τα πράγματα

Και γίνεται μια δυσαρέσκεια βαριά

Καθώς εκείνη προχωράει μικροκαμωμένη

Λεπτή σαν φλούδα

Με πηδηχτά βηματάκια στη Σταδίου

Κι εκείνος κάτω απ’ την τραγιάσκα του

Και το στενό του βλέμμα ακολουθεί

Κανείς τους δεν θέλει να φύγει

Αλλά ούτε και να μείνει

Πάρε παράδειγμα λοιπόν

Όλα βρίσκουν την ισορροπία τους

Αν τ’ αφήσεις στην ήσυχη καταστροφή τους

Πώς διανοήθηκες να λυπηθείς

Για κάτι τόσο αποτελεσματικό

Ό,τι κι αν κάνεις

Η αυλαία θα πέσει

Και το πρεζόνι έμαθε να κοιμάται

Χωρίς μια στάλα ευτυχία

Όλα γλιστράνε ασταμάτητα

Απ’ τη χαραμάδα

Του βραδυφλεγούς δωματίου

Και το ρολόι δεν μετανιώνει ποτέ

 

Ευτυχώς

Πάντα έρχεται ένα τρένο

Όταν είμαι κολλημένη στη γωνία

Με τα φώτα του

Πάνω μου

Στο τρίτο κουδούνι

Το έργο αρχίζει

 

 

17/1/10

 
 
 
      ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 

Είναι αυτό που έρχεται

μέσα σε κάθε στάλα μέρας ή βροχής

κρυμμένο ένα μήλο Εσπερίδων

μετά τους παγετούς τραβώντας πάνω

με της συμπόνιας τα έλκηθρα

στον άλλο μύλο

του σταριού και του ανέμου

 

Για ένα ψωμί γίνονται όλα

φτιαγμένο από χέρια

που θέρισαν ατόφια καλοκαίρια

κι αληθινά τζιτζίκια

και για μια ταπεινή βαρκούλα

που περιμένει υπομονετικά

των αποστόλων την καλή ψαριά

 

Όχι. Δεν σου μιλώ για βάσανα

να δικαιολογηθώ που οι μέρες μου

με καταδιώκουν από μένα

-και ποιος δεν έχει δει

μια μαυροφορεμένη

ή έναν γέροντα διωγμένο απ’ τη ζωή του

να σιωπούν-

 

σου μιλώ

για κείνη τη βουή της άνοιξης

που κρύβεται στο χώμα

τριξίματα χιλιάδες σπόρων

σκαθάρια αγουροξυπνημένα

για τη σαίτα του ήλιου σου μιλώ

που σπήλιωσε στα μανιτάρια των ερώτων

και με τη σαύρα παίζει τρίλιζα

ποιος θα κερδίσει

σου μιλώ κυρίως

για το μωρό της άνοιξης

που κάθε χρόνο σπαργανώνεται

ανθεστήριο

μα το γυρνούν συγκαθιστό μυστήριο

οι μικροί θεοί

μέχρι ν’ αποφασίσουν

σε ποιον θα το χαρίσουν

 

και είναι αυτό χρυσό ένα μήλο

αποσπερίτης αίνιγμα

που με κυλάει και με πάει

στον άλλο μύλο

του σταριού και του ανέμου

μέχρι…

 

16/1/06

 

 
     ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 

Το αληθινό σπίτι έσπασε

 

Ένα κουτσό δέντρο σκοντάφτει πάνω μου

Και με παρακαλεί

Η ρίζα καρφώνεται στο μπράτσο μου

Κρέμομαι

Ο άνεμος κοιτάζει αδιάφορος

Πετάω μια κουβέντα στο κενό

Ένα πουλί τσιμπολογάει και φεύγει

 

Φτύνω στη δεξιά μου παλάμη

Πιάνω το φτυάρι

Σκάβω εκεί που όλοι κοιμούνται

Κανείς δεν αποκρίνεται για ώρα

 

Η Θεοδώρα πλησιάζει αργά από το Βυζάντιο

Με ευγενή μεγαλοπρέπεια

«Άργησες»

Χρησιμοποιεί ένα προπέτασμα βελούδου

Για δικαιολογία

Ο τελευταίος ταπεινός

Μαζεύει ένα κομμάτι χώμα και το τρώει

Εκείνη δακρύζει

«Δεν υπάρχουν παιδιά, εξηγώ

όλες οι ηλικίες έχουν κατασχεθεί»

«Πιστεύετε ακόμη στην αυτοκρατορία;»

«Έχουν και τα σύνορα κατασχεθεί»

Απαντώ

Εκείνη γκρεμίζεται

Παίρνοντας μαζί της τον αβάπτιστο άνθρωπο

 

Για λίγο επικρατεί απόλυτη ακινησία

Περιμένω το σεισμό από στιγμή σε στιγμή

Μα ο θάνατος έρχεται μόνος

Μ’ ένα βρώμικο σακάκι

Κι ένα κατουρημένο παντελόνι

«Σε περίμενα πιο αρχοντικό» του λέω

«Δεν τα βγάζεις πέρα πια με τους αλήτες»

Μου απαντάει

«Τι έχεις να φοβηθείς εσύ;»

«Τον εξευτελισμό μου» λέει και βάζει τα κλάματα

Μένω αμήχανη για λίγο. Σοκαρισμένη

Έπειτα βγάζω απ’ την τσέπη μου τη «Χιονοθύελλα»

«Το φύλαγα μια ζωή. Πάρ’ το σε παρακαλώ.

Δεν αξίζει σ’ εσένα να κλαις»

Το φοράει μ’ ευγνωμοσύνη. Και με μια

Γενναιόδωρη κίνηση

Με τραβάει μέσα

 

 

Κατεβαίνοντας τη ρουφήχτρα

Βλέπω τον Turner να ορμάει με τα νύχια

Πάνω στο καναβάτσο

 

Το δέντρο ξεκαρφώνεται από πάνω μου

Και μου χαμογελάει

 

Το αληθινό σπίτι είναι ο χρόνος.

 

 

10/2/10

 
 
      ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ 
 
 
 

Να λοιπόν μια καλή αφορμή να βυθιστείς

Σ’ αυτόν τον πολτό από πράξεις

Και δυσνόητες αποφάσεις

 

Η βαριά λέξη δεν σου αποκαλύπτει εύκολα

Το πρόσωπό της μέσα στον καθρέφτη

Πολλαπλά είδωλα και δυσοίωνες προβλέψεις

Διάστικτες κινήσεις τρυπούν κάθε προσπάθεια

 

Στο μετρό συνάντησα πάλι

Μετά από καιρό

Το αληθινό πρόσωπο με όλη τη σκληρότητα

Και όλη τη συγκίνηση

 

Ήμουν όμορφη στα ωραία μου ρούχα

Κι ένα υφασμάτινο λουλούδι στο πέτο

 

Η ταχύτητα είναι κόρη του αγγέλου

Εξαφανίζει την απόσταση

 

Το μαυριδερό αγόρι με την ελεεινή φτώχια

Στεκόταν όρθιο για ν’ αποφύγει

Τα λερωμένα βλέμματα των καθαρών

 

Η μετάνοια είναι ομολογία ενοχής

Πώς γίνεται να εξαλείψει το τετελεσμένο;

 

Καθισμένη για λίγο

Όσο κρατούσε αυτή η διαδρομή

Στην άκρη της αγωνίας

Έβλεπα μόνο τις καθημερινές φιγούρες

Που περνούν και φεύγουν

Χωρίς ντροπή και χωρίς περηφάνια

 

Νομίζω πως μου εμφανίστηκε

Σαν άγγελος γερμένος στη βροχή

Υγρός και δειλός

Χωρίς καμιά πρόθεση

Πριν ή μετά την ελευθερία

 

Καμιά μάγισσα δεν θα μπορούσε να έχει

Τόσο μυστικά μάτια

Όσο αυτή η άδολη αδιαφορία

 

Η αληθινή δυστυχία σε κρατάει τόσο σφιχτά

Μέσα στο δέρμα, την κοιλιά, το στόμα

Που όλα γίνονται άγνωστα

 

Η μοίρα είναι τραπουλόχαρτα

Που τα σκορπίζει ο άνεμος

Αυτό συμβαίνει στους ουρανούς

Και δεν υπάρχει τρόπος να το μάθεις

Κάποιο κολλάει πάνω σου χωρίς αιτία

 

Και υπάρχει μόνο μια πράξη

Να φας για να μην πεινάς

Ή να ντυθείς για να μην κρυώνεις

Ή να κρυφτείς για να μη σε σκοτώσουν

Μια τυφλή πράξη

 

Το μίσος γεννιέται από την απώλεια

Όπως και η νοσταλγία

 

Η ενοχή είναι μια κυρία

Που δεν έμαθε ποτέ να πλέκει

Ούτε να ξηλώνει

Μια ανεπίδεκτη ζωής κυρία

 

Το μαυριδερό αγόρι

Γνωρίζει την αθωότητα της πείνας

Γιατί δεν πρόλαβε να διδαχτεί

 

Χάθηκε μέσα στο πλήθος της επόμενης στάσης

Εγώ γύρισα σπίτι μου

 

Η ταχύτητα είναι κόρη του αγγέλου

Εξαφανίζει την απόσταση

 

 

25/1/10

 
 
      ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 

Μα δεν τα βλέπω όλ’ αυτά να γίνονται

γιατί τα πόδια δεν χτυπήσανε με δύναμη το χώμα

την ώρα της απόφασης

και τρέκλισε η απόφαση

καθώς ο Πάουντ λέει

και αντηχεί η φωνή του δύναμη

ενός χορού πάνω στον κόσμο που δεν άλλαξε

γιατί διαρκώς αλλάζει ερήμην μας

και μόνο η αγωνία μένει

του Κίργκεγκωρ που φώναξε Θεό

κι Εκείνος δεν απάντησε

-γιατί ν’ ασχοληθεί

με τη δική μου ματαιοδοξία;

μ’ όσα δεν αφορούν

το καθημερινό ψωμί;-

προχώρησε με βήμα σταθερό το σύμπαν

πατώντας στα ορειχάλκινα βουνά του Άρη

προς άλλον γαλαξία

«ο άνθρωπος απέτυχε» μουρμούρισε

και απομείναμε ένας Σεζάν, ένας Πικάσο,

ένας Βαν Γκογκ και πέντε στίχοι του Σεφέρη ή της Πλαθ

να τυφλοσέρνονται στου ανέμου τη γητειά

στις άδειες αίθουσες του Άδη

με τα δερμάτινα καθίσματα

και τους χρυσούς καθρέφτες απ’ τη Βενετία

να κοιτάζουν

ενός γερόντιου τη χώρα ερημωμένη

των cantos την άγρια πολιτεία

να σπάνε και να πέφτουν θρύψαλα

πάνω στην άμμο της ζωής

που πήγε μόνη της σε δείπνο

δίπλα σε θάλασσα καλοκαιριού

κάτ’ απ’ τ’ αστέρια να ονειρεύεται

ό,τι εκείνη θέλει

μ’ ένα ψαράκι στην ουρά της

κι ένα λοφίο στα μαλλιά

χωρίς ευθύνη κ. Μαρξ

ίσως με λίγη μόνο εντελέχεια

στο τσεπάκι

κρυμμένη για την ώρα των βυθών

 

 

29/11/07

 
 
      ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 
Υπάρχει πάντα στο πλάι
ένα λευκό σκουλήκι
που απεργάζεται τα σάλια του
με μαεστρία
ξέρει την παντοδυναμία του

και δεν βιάζεται
αντίθετα μ’ εμένα
που
το στόμα μου άπληστο
να ρουφήξει τα πάντα
τα μάσησα όλα και τα ‘φτυσα
νεκρά κουκούτσια
μέσα στο ιλιγγιώδες πέλαγος
ο κόσμος γυρίζει
μ’ έναν ακατάστατο ρυθμό
σαρακοφαγωμένος
από εκατοντάδες λευκά σκουλήκια
που τον τροχίζουν
στις πιο απρόσμενες μεριές
να γίνουν γωνίες
πάνω τους κόβεται
ακόμη κι ο πιο προνοητικός
κι εγώ που δοκίμασα το αίμα μου
τόσες φορές
ξέρω πολύ καλά
πόσο εύκολο είναι να γίνουν όλα
μια γλυκόπικρη σάλτσα
από πίστη κι απελπισία
και πώς αυτή πήζει
και ξαναγίνεται ένα άγριο ζώο

που γραπώνεται από την πρώτη
τυχαία πέτρα
έρχεται έτσι ο Θεός και σου λέει
«άρον τον κράββατόν σου…»
έρχεται και το πρώτο λουλούδι της άνοιξης
κι οι ανέμελοι φίλοι
που ξεχνούν ή δεν ξέρουν
τακτοποιείς τα λάφυρα με μια τελευταία γεύση
αφήνεις κι έναν υπαινιγμό
για τον κρυφό αδελφό
η φωτιά σ’ αρπάζει
πριν καλά-καλά κλείσεις το συρτάρι
και σε ρίχνει μέσα της
αδηφάγα φωτιά
ο κόσμος περιστρέφεται
με ανόμοιους κύκλους
προς κάθε κατεύθυνση
και ο τοξότης ρίχνει το βέλος του
από πολύ παλιά
ως εκεί που δεν βλέπεις
από την κοιλιά του λευκού φιδιού
την ώρα που αναπαύεσαι

δίπλα στην πυρά
σκεπάζοντας με τρυφερή τέφρα
το μωρό που πέθανε πρόωρα
όπως το συνηθίζουν τα πιο όμορφα μωρά

η επανάληψη δεν είναι ποτέ ίδια
και η στιγμή δεν περιμένει

ακούω κιόλας το σύριγμα
στο κέντρο της ανάσας
τι θα ζήσει;
 

 

22/1/10

 
 
     ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 

Δες πέρα απ’ αυτό το συρματόπλεγμα

είναι η άμμος

βουβή άμμος

σαρκοβόρα πουλιά δεν υπάρχουν εκεί

ούτε κάκτοι, ούτε κρυφή πηγή

μόνο άμμος ακουμπισμένη στο πουθενά

περιμένει το χέρι, το ραβδί ή το φτυάρι

ίσως και τίποτα

προσπαθώ να την κινήσω

μ’ όλες μου τις δυνάμεις

στέλνοντας κύματα βλέμματος

ή αίματος

δεν ξέρω αν θέλει να κινηθεί

ούτε αν έχει νόημα αυτή η ερώτηση

δυστυχώς όμως τη βλέπω

κι αυτό το συρματόπλεγμα

δεν μ’ εμποδίζει να βλέπω

ή ν’ αναρωτιέμαι

ο δεσμοφύλακας έρχεται

σφυρίζει απαγορεύεται

ξέρω ότι δεν μπορεί να δει

-πάντα οι δεσμοφύλακες

ήταν τυφλοί για λόγους ευνόητους-

αλλά μπορεί να απαγορεύει

γιατί είναι ο κύριος της σφυρίχτρας

δεν ωφελεί να του την πάρω

αφού δεν ξέρω να την χρησιμοποιώ

κάνω λοιπόν τα στραβά μάτια

παρατηρώντας δήθεν

τους συρμάτινους κόμπους

μ’ αυτό το φτηνό τρυκ

κερδίζω λίγη ακόμη όραση

έπειτα όμως

πρέπει να προλάβω τους κοιτώνες

όλη τη νύχτα ξανασχεδιάζω το σχέδιό μου

για να το σβήσω το πρωί

πριν το δουν οι πολίτες

και τρέξουν με τις φωτογραφικές τους μηχανές

να το σκοτώσουν

χάνω ίσως έτσι τους συμμάχους μου

αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν έχω συμμάχους

γιατί σύμμαχοι υπάρχουν μόνο στη φαντασία μας

όλη μέρα συρρράφω κρυφά λέξεις

που καταστρώνω το βράδυ

ένα αόρατο πέρασμα

το πιθανότερο είναι να κάνω λάθος

γιατί αυτός ο δρόμος είναι τελείως ελαφρύς

ιπτάμενος

οπότε κανείς δεν μπορεί να τον ακολουθήσει

ούτε εγώ

μα είναι ο μόνος τρόπος

να ονειρεύομαι τη φυγή μου

αφ’ ότου οι δεσμοφύλακες

μου απαγόρευσαν να βλέπω

απειλώντας με ότι θα με ελευθερώσουν

εκεί στη βουβή άμμο

κατάλαβα ότι η σφυρίχτρα

είναι ο καλύτερος σύμμαχος

γιατί ξέρω πότε να κλείνω τ’ αυτιά μου

και να συγγράφω φυγές

 

σήμερα πάλι

ένα αόρατο πέρασμα

σβήνει στην άμμο

 

 

5/11/09

 

       

           ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

 

Οι προσκυνητές καταφθάνουν από παντού

Κρατούν χρώματα τυλιγμένα σε όμορφα πακέτα

 

Από πίσω έρχονται οι εχθροί

Πεζοί ή πάνω σε χαλασμένα ποδήλατα

Δεν κρατούν τίποτα

Έρχονται φορτωμένοι μάτια περιπολικά

 

Γελώ δυνατά

Και το γέλιο μου ρίχνει κουρτίνες φωτός

 

Φυλάω τα χρώματα γι’ αργότερα

Τώρα επείγει να σκοτώσω

Ριπές

Τους βλέπω έναν-έναν να πέφτει τσιρίζοντας

μια μυρωδιά ναφθαλίνης

 

Τελευταίοι έρχονται –ευτυχώς- οι μάγοι

Πάνω σε καμήλες όπως τότε

Ποδοπατούν τη ναφθαλίνη με αρχοντιά

Και στρώνουν παντού μια ωραία τυφλότητα

Από πράσινο φρεσκοκομμένο χορτάρι

 

Διπλώνω με προσοχή το χάρτη μου

Να μη χυθεί το φως

Που θα πέσει άπλετο αύριο

Φορώ τα καινούρια μου μεταξωτά χρώματα

 

Ήρθε η ώρα της σποράς

 

Σου είπα κάποτε

Μπορώ να σβήνω τα μάτια

Και να τα ξανανάβω όταν έρθει η ώρα

 

Με ακολουθείς μέσα στη νύχτα των λεόντων

Κι ίσως είσαι εσύ που προπορεύεσαι

Κρυφά

Σπέρνουμε μάτια στα παρτέρια

Έπειτα καθόμαστε στο μώλο

Κατάχαμα όπως παιδιά

Κουνώντας τα πόδια πάνω απ’ το νερό

Και περιμένουμε την ανατολή

 

Ο ήλιος εδώ βγαίνει πάντα από τη θάλασσα

Πυρωμένο ρόδο

 

 

(Κυπαρίσσι 25/7/09)

    

 

     ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

 

Μ’ εφτάψυχες πληγές μη παραβγείς. Θα σε σαπίσουν.

 

Σ’ ετοιμοθάνατο σκυλί δώσε νερό

με οδοιπόρο πιες κρασί τη μάννα του να συγχωρέσεις

χωρίς ελπίδα χορτασμού μ’ αίμα μουριάς πλύνε τα χέρια

Έπειτα γύρισε στον ίδιο τόπο που σ’ αρνήθηκε

να ορκιστείς το όχι

 

Τρεις εκκλησιές προσκύνησες

κι οι τρεις σου πέταξαν τον οβολό στα μούτρα

μη περιμένεις αρετή

παίξ’ το μονά-ζυγά δικά σου

έτσι κι αλλιώς

η ιστορία σβήνει, δεν γράφει πια τραγούδια

χάσου

στα πανηγύρια της γυφτιάς

μικρός τελάλης άστρων

ο ουρανός θα σε γνωρίσει

 

Δεν χόρτασε η λύπη μου ζητάει

και δεν χωράει μοιρασιά

τόσα εσύ τόσα ο θάνατος

τ’ όνειρο που χτυπήθηκε στην άσφαλτο

μη ζητάς

να ταριχεύσεις

ημέρεψε την προσευχή

γύρνα το πρόσωπο

δεν έχει η λύπη μπέσα

Άγια Μαρίνα φύλαγε –αυτό μονάχα-

ένα σπιτάκι ξύλινο

και μια ευχούλα χόρτο

 

Πάνω στη θάλασσα

τα χελιδόνια γράφουν σύνθημα

πώς να διαβάσω;

τα βλέφαρά μου πεταλούδες

πολύχρωμες χρυσές

και μια μικρούλα θλίψη μπλε

να παίζει όλο τριγύρω

 

Ζυγιάσου

το ένα χέρι πάνω απ’ τη γιορτή

το άλλο πάνω απ’ το βόμβο των δακρύων

πίσω το παραμύθι ανέγγιχτο από τ’ άδικο

εμπρός του γιασεμιού η σιγή ανεβαίνει

Ακολούθησε

μη βλέπεις κάτω

το πλακόστρωτο γεμάτο ανθρώπους

κοιτάζουν τα παπούτσια τους προσηλωμένοι

τα πόδια τους κρατούν σφιχτά δεμένα στο κορμί τους

μη ξαφνικά αποστατήσουν

από μια έκρηξη ντροπής

Συνέχισε

ο ίλιγγος δεν σου ταιριάζει

ούτε η μετάνοια

η Παναγία δεν ξεχνάει ποτέ

κρατά λογαριασμό

θυσία – ικεσία

θυσία – ικεσία

Πέτα το βάρος

η ευωδία δικαιώνει

 

Ζυγιάσου

πάνω στ’ αόρατο σχοινί

όρθια γλυκάνησος

παιδιά της επαρχίας

τον ήλιο παίζουν τόμπολα

γλιστράνε στο μαχαίρι

Τάξου στη λάμψη

-ποιος είπε πως πάτησαν το φεγγάρι;

το φέγγος δεν πατιέται-

Γράψε

αγριοστάφυλο πάνω στη θάλασσα

και φύγε χελιδόνι.

 

Φύγε!

 

15/8/09

 

 

        ~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

 

Ξυπνώ με φοίνικες στα μάτια μου

Ψηλούς όσο το μπόι της απόστασης

Που με χωρίζει από την πεζότητα των βημάτων μου

Με χαιρετούν φορτωμένα φεγγάρια ασύντακτα

Άλλοτε κόκκινα, άλλοτε χρυσά, άλλοτε αχνά γαλάζια

Πνιγμένα στην υγρασία που ανεβαίνει πηχτή

Από τη ζεστασιά του χώματος

Οι ιθαγενείς εκεί κρυφοί

Χαμένοι μέσα στην καρδιά τους

Τρυφερή σαν καρπός φωτεινής νύχτας

Και το χαμόγελό τους ποτίζει τον υγρό αέρα

Με χρυσίζουσες ριπές

Τα μαύρα τους μαλλιά αστράφτουν

Υγεία ξεχασμένη από την εποχή των αθώων λίθων

Και κολυμπάει της αιώνιας σοφίας ο ιχθύς

Στα βαθιά τους μάτια

Οι άνθρωποι εκεί φύτρωσαν στην άμμο μαζί με τους φοίνικες

Κι αναδεύουν τα χέρια τους μόνο προς τον ουρανό

Καθώς συλλέγουν από τα φρούτα το γάλα της ζωής

Ή ανοίγοντας τις αγκαλιές τους στα ευγενικά καλάμια

Τα σπίτια τους αυτά μόνο πλέουν στο νερό

Δεμένα προσωρινά απ’ τον κορμό της φοινικιάς

Έτοιμα πάντα για το μεγάλο ταξίδι

Μα πνίγονται πάντα στο ίδιο νερό που τους γέννησε

Ίδια κι απαράλλαχτα μ’ όλους εμάς

Που καρφώνουμε τα σπίτια μας στο χώμα

Να μην τα πάρει ο άνεμος

 

Μόνο που είναι πιο ήσυχο να λιώνεις στο νερό

Αντί στο χώμα

 

16/2/08

 

 

     ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

 

Το άσπρο σκυλί που απ’ το ένα μάτι του πάντα δακρύζει άθελα

περπάτησε πάνω στων ανθρώπων τα πικρά νησιά

λέρωσε το άσπρο τρίχωμά του με πληγές κι ακαθαρσίες

και κοιμήθηκε κάτω απ’ το δέντρο της λήθης

 

Φόρεσε το καλό σου πανωφόρι πριν βγεις στο δρόμο της επιστροφής

και δώσε ένα φιλί τελευταίο στη θάλασσα

τα κοράκια κάνουν κύκλους από πάνω σου

ανήμπορα να σε πειράξουν πια

ξεγέλασέ τα για πάντα

με το μοναδικό φλουρί που σου ‘δωσε η μάννα σου να σε φυλάει

δεν το χρειάζεσαι. Τα ‘παθες όλα. Το ξέρω πως παλεύεις

ο αέρας ξεριζώνει τα μαλλιά της ερημιάς

φουσκώνει το πανωφόρι σου να σε πάρει πίσω στη θάλασσα

πρέπει τώρα να νικήσεις τον αρνητή

 

Έφτασες ως το σεμνό αυτό αρχαίο θέατρο χωρίς ταμπέλες

τυλιγμένο μ’ ένα ταπεινό συρματόπλεγμα που δεν αποτρέπει

καμμιά λεηλασία. Εδώ αφύλαχτος απ’ όλα

στάσου στη μέση της ορχήστρας

μπρος στα σπασμέν’ από μάρμαρο καθίσματα των αρχόντων

με το γρασίδι και τα κίτρινα κρίνα

να σε παρακολουθούν με τρυφερή προσοχή

με τον χειμωνιάτικο ήλιο να ξέρει όλη την αλήθεια

και αφηγήσου αργά

με διαφραγματικές αναπνοές και το πρόσωπο λαμπερό

σαν μεσημεριανό άστρο στ’ απέναντι βραχώδη όρη

που στέκονται ακλόνητα και φιλικά ένα βήμα πριν το άπειρο

στο βαθύ φαράγγι που στενεύει μπροστά στα πόδια σου

ως το άγνωστο

τη Γνώση του άσπρου σκυλιού που λερώθηκε

με όλες τις ακαθαρσίες της πίκρας

που πληγώθηκε με όλες τις πληγές του ανθρώπου

που κοιμήθηκε ύπνο βαθύ όσο κι ο κόσμος

κάτω απ’ το δέντρο της λήθης

 

Ο αρχαίος Ορχομενός ήταν ο από μηχανής Θεός σου

Η κάθαρση συνετελέσθη

Πρέπει τώρα να νικήσεις τον αρνητή.

 

Είναι μακρύς ο γυρισμός όσο πιο μακριά πηγαίνεις

το σχοινί στην τσέπη σου όλο και λιγοστεύει

δέσε στον αριστερό σου δείκτη τον κόμπο της υπόσχεσης

και ξεκίνα. Αντίθετα στον άνεμο που θέλει να σε ρίξει

πίσω στ’ άγραφο μη ξεχάσεις

τώρα που θα γεμίσει πάλι ο κόσμος με ανθρώπους,

ν’ αγοράσεις καραμέλες από το περίπτερο μη σε τρομάξει

ο ηλεκτρικός άνθρωπος που θα προβάλει χαμογελαστός

να ‘χεις το νου σου μόνο στα παιδιά που περιμένουν

γιατί ο Θεός δεν πεθαίνει ποτέ

φτάνει μόνο να τον κοιτάζεις νυχθημερόν στα μάτια

-έτσι τ’ αποφάσισε να τρέφεται από σένα

σε μια κρίση ασύλληπτης τόλμης ίσως κι αλαζονείας

θύμα κι αυτός των παθών του

τα ‘παιξε όλα για όλα

κι αιώνες τώρα παρακολουθεί την μπίλια

με μάτια πρησμένα, πόδια μουδιασμένα

να περιστρέφεται

μα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα με τέτοιες αποφάσεις

φτάνεις αναγκαστικά ως το τέλος

 

η ρουλέτα γυρίζει ακόμα

 

10/12/07

 

 

     ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

 

Salto mortalis

 

Μολύβια καλοξυσμένα

καρφωμένα στη ράχη του πτώματος

αντιστρόφως ανάλογο

ένα φτερό βουτάει στο μελανοδοχείο

έξω βρέχει

βροχή αστήρικτη

τα πομπώδη επιχειρήματά της

εξαντλούνται γρήγορα

σ’ ένα βιαστικό πότισμα

οι δεξαμενές άδειασαν

-όλες οι δεξαμενές-

διψάμε άκρως νατουραλιστικά

το φτερό μάς κοιτάζει αμήχανο

και ξαπλώνει

να χαρεί έναν δίκαιο ύπνο

έχει πληρώσει την αδικία προ πολλού

δεν μας χρωστάει τίποτα

εμείς του χρωστάμε

μα αδιαφορούμε

τα χρέη παραγράφονται όταν διψάς

-σεισάχθεια το είπε ο Σόλων-

όλα πληρώνονται με θάνατο όταν διψάς

-φυσική επιλογή το είπε ο Δαρβίνος-

απ’ την άλλη το κορίτσι γελάει

τι ωφελεί

να του μιλάς για δίψα;

θα κολυμπήσει στον κατακλυσμό μόνη της

ακολουθώντας μια αντρική μυρωδιά

ως τα πέρατα του κόσμου

για να σωθεί ένα θέλω

φτιαγμένο από μικρά ντενεκάκια

κι άλλες τόσες πεταλούδες

valerianus omnibus

να ξαναρχίσει ο κόσμος

διαλέγω

την πιο πεθαμένη λέξη

για να πω το άσπρο

όμως με προλαβαίνει

μια ακατάσχετη ρινορραγία

και ρίχνει πάνω μου όλο το φταίξιμο

του κόκκινου νερού

χάνομαι στις δικαιολογίες

ελπίζοντας να με ξεχάσουν

αλλά όλα τραβιούνται πίσω

σαν για να δείξουν τον άδειο τάφο

εγώ

τότε εκτινάσσει το ταμπλώ

new game

και αναγκάζομαι να παίξω

για να μη μείνω πίσω στο σκορ

και γιατί όλοι μιλάνε ψιθυριστά μεταξύ τους

«νόμιζε θα μας κοροϊδέψει / δεν μασάμε /

καλά να τα πάθει / όχι / ναι »

τίποτα δεν μ’ ενδιαφέρει

μόνο οι μουσούδες των ποντικών

που ξετρυπώνουν πεινασμένες για τυρί

ροκανίζουν τον αέρα. Τον αέρα!

Ταρατατζούμ! Αρχίζει

κάτι που πρέπει να τελειώσει

θέλω να πω πως όλα γίνονται μόνο για να τελειώσουν

πρέπει να πεθάνουν

πρέπει, μα είναι τόσο ευτραφείς

ο αέρας μου τελειώνει

salto mortalis

οι ποντικοί πρέπει να πεθάνουν

πριν φάνε όλον τον αέρα.

Αέρας ή θάνατος!

Πηδώ μέσα στον άδειο τάφο

πέφτω πάνω σ’ έναν κίτρινο θάνατο

ερχόμαστε μούρη με μούρη και δεν ξέρω τι να κάνω

όμως αναπνέω. Απορώ

πού πήγαν όλα τα ποντίκια;

Η μπόρα περνάει βιαστική

κρατώντας μια πεθαμένη Αργεντινή στα χέρια

όλα αρχίζουν για να τελειώσουν

ο θάνατος φτάνει για όλους

ο αέρας όχι. Θα σκοτώσω.

Για να σωθεί το κορίτσι

που κολυμπάει μόνο στους κατακλυσμούς

Το φτερό θα γείρει ήσυχα στο πλάι της.

 

3/10/08

 

 

     ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

            στον Αρθούρο Ρεμπώ

 

 

Τον είδα τότε να γελά

με τα μαλλιά της Βερενίκης πλεγμένα στα χέρια του

εμποτισμένα από μικρές-μικρές αστραπές

καρφωμένες στο στερέωμα σαν πούλιες

δεν γελούσε φανερά για τους άλλους –μόνο για μένα

γιατί έτρεχε απ’ τα μάτια του η απελπισία του κόσμου όλου

η γνώση της γέννησης, και του θανάτου

και η πίκρα αυτής της γνώσης

που όλοι αγνοούσαμε ηθελημένα

για να μην καταστραφούμε

κρατιόμασταν από μια αλυσίδα πεθαμένων χεριών

κοιτάζοντας λοξά, μια το βήμα του προηγούμενου

μετέωρο και σταθερό πάνω από το αχανές

μια το μικρό σπινθηροβόλο ψέμα του άλλου

που κρεμόταν από ένα βρεγμένο τσουλούφι στο μέτωπο

και χορεύαμε λαμπροί κι αναποφάσιστοι

μέσα στον απέραντο φόβο της πτώσης

χωρίς καμιά βοήθεια

πλην εκείνου του στιγμιαίου χαμόγελου στο μέτωπο

όμως εκείνος –ω, μόνον εκείνος-

έμενε ακίνητος έξω από το χορό

παρ’ όλο που

μετατοπιζόταν συνεχώς, σε κάθε πόλη και άνθρωπο

κρατώντας όλ’ αυτά τα μικρά χαμόγελα πλεγμένα στα χέρια του

σαν νήματα

-όχι, όχι πως αυτός μας κινούσε σαν μαριονέτες, ήταν τόσο αδύναμος,

τόσο ομολογημένα ισχνός, που δεν το διανοήθηκα ποτέ, μα-

κατρακυλούσαν απ’ τα μάτια του

ορατά και αόρατα

μέσα στον απέραντο φόβο, όπως εκείνο το πρώτο βλέμμα

μετά τη Δημιουργία

η πρώτη διαπίστωση της αποτυχίας

και η διαπίστωση –η κάθε διαπίστωση- προκαλεί στο τέλος

ένα μικρό αφανέρωτο γέλιο

«τώρα πια

τι ωφελούν οι απολογίες;

έτσι έγιναν όλα

δεθήκαμε σ’ αυτόν το χορό

και είμαστε η τροφή του

πέφτοντας ο ένας μετά τον άλλον

στην αδηφάγα τρύπα

με το σκοινί αυτό της αγωνίας

 σφιγμένο στο λαιμό μας

να μας ενώνει με τον άλλον,

και τον άλλον, και τον άλλον…

κι εγώ χειρότερα απ’ όλους

χωρίς το σκοινί

βουτάω με τη θέλησή μου

κάθε στιγμή

και ξαναβγαίνω

για να ξαναβουτήξω…»,

είπε, σιωπώντας και γελώντας αφανέρωτα

κι εγώ λυπόμουν, λυπόμουν,

δεμένη απ’ τα δολοφονημένα χέρια

και δάγκωνα τις διαπιστώσεις

με το ελεύθερο στόμα μου

να ματώσουν

γιατί μόνο στο αίμα πίστευα

αλλά δεν έτρεχε παρά σκοτάδι

από τα γαλανά του μάτια

τα ξεθωριασμένα από το τόσο μάταιο φως

που έπεφτε στην τρύπα του χορού

και την βάθαινε…

 

 

Κυπαρίσσι / 30/6/09

 

 

     ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

 

Μόνο από μισθοφόρους οι κόκκινες στρατιές
Και ποδοβολητά στων ποιητών τις ράχες
Ριπές οι μέρες γάζωναν τα τελευταία στάχυα
Ο ένας καθρέφτης έσταζε μετά τον άλλον αίμα
Και χνώτο ραγισμένο
Εν σωτηρίω έτει
Αμίλητα γεννιούνται τα παιδιά ‘βγάζουν νυχάκια
Κι αφρίζουνε κακό οι γενέθλιοι τόποι
Θεών και ανέμων
Εν σωτηρίω έτει
Ανατριχιάζει ο μυστηριακός μες στο εικόνισμα
Στιλβώνουν τα χαϊμαλιά τού θαύματος οι νεωκόροι
Τάμα σου τάζω! Τάμα!
Αντήχησε το χαϊδεμένο κι έταξε μέλι ελάτης
Εν σωτηρίω έτει
Κάπνισαν μαύρα όλα μαζί τα μανουάλια πυρωμένα
Κι άστραψαν οι κιθάρες στεντόρειες χορδές
Πάνω στ’ ανδρείκελα που συνωστίζονταν
Πρώτα τραπέζια πίστα κι οι πίσω όρθιοι
Τα ίδια όλοι ήθελαν με βουλιμία
Να φτιάξουνε κοιλιά
Και πρόσωπα λουστραρισμένα
Δια χειρός γνωστού χειρούργου
Εν σωτηρίω έτει
Κανείς δεν είδε τις χορδές που άναψαν
Μονάχα ένας στη γωνία που είχε στήσει
γιορτή ο σκοτεινός
«ορκίσου τη ζωή σου!»
ούρλιαξαν οι χορδές και έσπασαν
πάνω στους πλαστικούς μαστίγια
σήκωσε το ποτήρι:
Στου λόγου μου το αληθές οργώνω
Τα κομποδέματα του μύθου σπέρνω
Στις άγουρες φυτείες μου φυτρώνω
Της νύχτας τη βροχή καρποφορώ

Εσύ
αηδόνι

 
19/5/07
 
 
    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 

Καταμεσήμερο κι απλώνει μισοφόρι ο άνεμος

μεγάλη άρκτο στην αυλή ετούτου του καλοκαιριού που πια δε λέει να μεγαλώσει

Το ‘λιωσε τόση θάλασσα κι αυτό εκεί

στα ιδρωμένα ποδοβολητά και τα παιχνίδια του γιαλού να ολημερίζει

Ολονυχτίς το μάλωναν τρεις φεγγαρένιες λάμες να πάει να κοιμηθεί

που κόντεψαν τα μάτια του ν’ ανοίξουν σαν αστέρια να το κάψουν

Αλλά για τι μιλάω; Μπερδεύτηκα

Για το παιδί του πρωινού που έσπαζε στο κύμα χούφτες τα γέλια και καμώματα;

Για τη γυναίκα που τυλίχτηκε στο σούρουπο μεταξωτό φεγγάρι

και χύθηκε στη θάλασσα γυμνή να λάμπει;

Ή για τα μάτια της σιωπής που τρεμοπαίζουν να μην τα πάρει η λήθη;

Για ποιον μιλώ και λιγοστεύουν ολοένα

τ’ αστρόπανα που έχω ν’ ανεμίζω στα καράβια;

-χαιρετισμό ή μήπως σήμα σωτηρίας; Όλο και πιο πολύ μπερδεύομαι-

μη προσπεράσουν τη μικρή μου άρκτο

που εδωνά από τη μια ροδακινιά στην άλλη έχω απλωμένη να στεγνώσει

–από τα δάκρυα ή απ’ τη θάλασσα που την ντυνόμουν στο ταξίδι; Δε θυμάμαι-

ν’ αστράψει πάλι όπως παλιά

που τη βλογούσαν οι θαλασσοπόροι να τους πει της γης το τέλος

μη κι άθελά τους πέσουνε στ’ αγύριστα του κόσμου

κι αυτή γλυκά σεμνά έδειχνε βόρια

‘κει πού φυσάει μια φρεσκάδα σκέψη καθαρή ν’ ακολουθήσουν

να μη χαθούν στα νοτισμένα σταυροδρόμια του μυαλού

ή στα πηγμένα στο χορτάρι άγονα πια από καιρό νησιά της Ανδρομέδας.

 

Αυτά ονειρευότανε καθώς αστέρι-αστέρι έπιανε με μανταλάκια το μαντήλι

από τις τέσσερις γωνιές της αντοχής

και δεν ευχόταν πια ή τραγουδούσε όπως παλιά

μόνο ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα στον άνεμο να ξεγελά τις πεταλούδες

που έλεγαν είναι ψυχές

και τελευταία όλο και πιο πολύ πλησίαζαν κοντά της

-δεν ήξερε ήταν καλό; Ήταν κακό σημάδι;

Συνέχεια μπερδευόταν στα μονοπάτια του μυαλού της

μάταια γυρεύοντας μια στάμνα ή μια έξοδο.

 

Ας στέγνωνε τουλάχιστον ετούτο το μαντήλι

-από τα δάκρυα ή απ’ τη θάλασσα που το ντυνόταν στο ταξίδι;

Δεν θυμόταν πια.

 

 

Ζάκυνθος, Καλοκαίρι 2004

 
 
     ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 
Γέμιζαν λάσπες οι λακκούβες των ματιών μας
Βρέχει ασταμάτητα
σ’ αυτόν το δρόμο προς τη Βηθλεέμ
Φέρνει κουτσαίνοντας κουβέρτες
η γυναίκα του παλιού ξενοδοχείου
να κοιμηθούμε όπως-όπως να στεγνώσουμε
Πάνε τώρα τόσες νύχτες
που αριολογούσαμε τις σκέψεις μας
να πιάσουμε ένα νεύμα τ’ ουρανού
Μα ο άγγελος κρυμμένος
άλλοτε σ’ ένα σουβλατζίδικο σκυφτός
άλλοτε κλείνοντας βιαστικά την πόρτα του σπιτιού του
κι άλλοτε αφηρημένος
ψώνιζε στη λαϊκή τα αναγκαία.

Πάντα την τελευταία στιγμή
με σκούνταγε ο φίλος
και τρέχαμε ξοπίσω του λαχανιασμένοι
από ελπίδα σε ελπίδα
κι από απελπισία σ’ άλλη απελπισία
μας έφτασε ως εδώ ο ξιπασμένος
χωρίς δραχμή στην τσέπη
να πληρώνουμε ό,τι έχουμε ιερό για λίγον ύπνο
ακούγοντας πίσω απ’ τον τοίχο τα ποντίκια
και στο μυαλό μας ένας λαβύρινθος φωνές
κι η Αριάδνη πια γριά να ροχαλίζει
«Κοιμήσου τώρα», μου λέει ο φίλος
γυρίζοντας πλευρό
και μια στιγμή πριν απ’ το βάρος
κλείσουν τα μουσκεμένα βλέφαρα
μου φάνηκε πως είδα
στα μάτια του το βλέμμα εκείνου,
του κυνηγημένου.
 
7/2/07 
 
 
    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 
-σαν πρόσωπο ανέτελλε- έμοιαζε άλλοτε Βελλερεφόντης άγουρος
κι η τραγωδία αγέννητη
άλλοτε Προμηθέας διωγμένος –σαν πρόσωπο έδυε-
να σέρνεται η πίστη πίσω του αλαφιασμένη
μέσ’ απ’ τη θάλασσα βουτούσε
κι ήτανε ψάρι αστραφτερό –σαν κύμα ανέτελλε-
έσβηνε πέρα στους φακούς ανεστραμμένο κιάλι
κι όλο μουρμούριζε κάτι που έλαμπε
κι αναρριχόταν μόνος
στις σκοτεινές πηγές και τα κρεβάτια ασθενής
–σαν κρίμα έδυε- γυμνός
τώρα σφαζόταν τώρα σκότωνε
κι ακολουθούσε τη γραμμή του εκτροχιασμού
το τραίνο πάντα σφύριζε ωστόσο
εκείνη την ανάλαφρη στροφή που τραγουδούσε στην καλή του επιστρέφοντας
κι αρπάζονταν στους κήπους τα πουλιά με τα φαντάσματα –σαν άνεμος ανέτελλε-
κι έπεφταν μ’ αλεξίπτωτα οι τελευταίοι πολεμιστές
να παραδώσουν δέντρα στους βομβαρδισμένους
νεογνά
μέσ’ απ’ την καταιγίδα
έριχνε μια κλεφτή ματιά και έσπαγε –σαν μελωδία έδυε- απ’ τα βουνά
που κουβαλούσε
και ρίζωνε στα γκράφιτι –ανέτελλε Θησέας-
και στους clochars των Αθηνών μηρύκαζε χρησμούς
γλιστρούσε
ανάμεσα στα δάχτυλά του ένα στριφτό τσιγάρο από παλιούς καπνούς
να μην τον πάρουν δάκρυα και φύγουν μακριά –Ιάσων έδυε –
πριν το ταξίδι
στριφογύριζε
στα μπλε-ρουά σκεπάσματα δενόταν μοναχός στα κύματα
και τiς αυγές ξεσπούσε ανίκητος
παρασυρμένος από φοβερές νηστείες θανάτου
χτυπούσε
το σώμα της νεκρής επάνω στα παντζούρια –σαν πυρετός ανέτελλε-
μετανιωμένος
κι έτρεχε μέσ’ στη νύχτα
να βρει ν’ αχνίζει
θηλυκό ψωμί
που έκαιγε σε φούρνο πρωινό
σουσάμι άνοιξε –σαν λάθος έδυε- γινόταν μάγος
–σαν έρωτας ανέτελλε- πνοή πάνω στο τζάμι
και σκόρπια κελαηδίσματα
ξυπνούσε νέος
να παίξει πάλι με τους βώλους τους κρυστάλλινους
και την κρατούσε σαν Σαλώμη
απ’ τ’ απαλό φουστάνι πριν χαθεί στο πάντα
–άνθρωπος έδυε-
τότε που αυτή τον αγαπούσε ως το θάνατο παντού
–μύθος ανέτελλε.
 
8/4/09 
 
 
    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 
 
Φωνές κατηφορίζουν στις παραλιακές λεωφόρους
Κρατούν ατιμασμένη θάλασσα και πυρομαχικά να ρίξουν
στον οπλισμένο εαυτό πίσω απ’ τις μάντρες
Τα ρημαγμένα Σαββατόβραδα σιωπούν καρτερικά
μετά τους βιασμούς
Κι οι ποιητές πήραν επ’ ώμου τα σκεπάρνια πάνε
στα κοιμητήρια να ξεθάψουν λέξεις
να βάλουν στα κοκαλιασμένα χείλη
μήπως κι αναστηθεί ο ακάθιστος


Κουράστηκα

ν’ αναβοσβήνω μάτια στο κενό
να συνορεύω με τον στοιχειωμένο πύργο
ν’ ακούω άπραγος του γείτονα τον αδικοδαρμένο σκύλο
να διώχνω από πάνω μου τις σαύρες των δακρύων
να οιωνοσκοπώ τ’ αποκαίδια

Ποιος μίλησε για θάνατο;

Είμαστε το νέο είδος των διαμελισμένων

Αλλού τα πόδια, αλλού τα μάτια, τα μαλλιά,
τα μπράτσα. Αλλού τα σπλάγχνα.
Κάνουν συνέλευση σε ώρα επείγοντος
Οχλαγωγούν και φεύγουν χωρίς απόφαση καμμιά
Δεν έμαθαν δημοκρατία τα σώματα. Δεν έχουν κόμματα,
πλειοψηφίες, δικαιώματα. Μόνο τη βία ξέρουν
Είθισται να νικούν τα πόδια που κλωτσάνε
Άλλοτε τρέχουν αφήνοντας ξωπίσω τους
πορδές και μνήμες άχρηστες
κατά περίπτωση ανάγκης


Γράφω στους τοίχους συνθήματα παλιά
«άστον τρελό στη τρέλα του»,
«το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον»,
«ένα βήμα μπρος δυο βήματα πίσω"
«από την πόλη έρχομαι και στη κορφή κανέλα»
«παν μέτρον άριστον»
κι άλλα που ξεπετάγονται φλασιές απ’ τη γωνία
ύπουλα σκάει μύτη το υποσυνείδητο κουκουλοφόρο
με σπρέυ για να βρούνε λέει οι απόγονοι
αρχαιολογικά ευρήματα να καταλάβουν την Βαβέλ νο2
Κρεμάω τα χέρια στη κρεμάστρα, το παραδέχομαι,
μού είναι άχρηστα την ώρα της κραυγής
Χαϊδεύω μόνο ελαφρά τα δάχτυλά μου να ζήσει λίγο ακόμα
η αφή ως τα Χριστούγεννα

έπειτα βλέπουμε

Πάω για ύπνο. Κουράστηκα πολύ.
Μία Λιλί Μαρλέν έρχεται αργά από το βάθος
Όμως τα νύχια μεγαλώνουν απειλητικά μακριά μου
ίσως να γδέρνουν άθελά μου ένα κελί
ίσως να σκίζουν κάποιον άνθρωπο
μα πού να τάβρω να τα κόψω;

Ας κάνουν ό,τι θέλουν. Κουράστηκα να τρέχω να μαζεύω
εδώ κι εκεί κομμάτια
σήμερα θα κοιμηθώ αγκαλιά με την Λιλί
και το αριστερό μου χέρι

αύριο βλέπουμε

Άκουσα κάπου να μιλάνε για πουλιά
θα πάω αύριο αν μπορέσω
να κλέψω ένα φτερό
να το φορέσω στις ευχές μου όταν τις συναντήσω
Αλλά θα τις γνωρίσω; Έχουν χαθεί καιρό
Ίσως έχουν γεράσει.

Ας πάψω πια ν’ ανησυχώ. Αύριο θα σκεφτώ.

Αύριο; Ποιο αύριο; Κιόλας ξημέρωσε.
Δεν πρόλαβα να κοιμηθώ.
Μήπως κοιμάμαι και καθόλου; Δε βαριέσαι.
Ας κλείσω άλλη μια αφύπνιση.
Έτσι κι αλλιώς όλα τα ίδια θα ‘ναι πάλι.
Κανείς δεν θα γνωρίζει τι ποιεί η δεξιά του.
Τι είμαι εγώ για να γνωρίζω;

Πες μου Λιλί
"Μπορεί ο άνεμος να εξηγήσει γιατί έγινε καταιγίδα;"
 
16/12/08 
 
 
    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 
Ζευγάρωνε πουλιά μες στην καρδιά του
Τις νύχτες τα λεφτέρωνε κρυφά ο φοβισμένος
Προσκυνητές σ’ αόρατες ερήμους τα προόριζε
Γι’ αθέατους θεούς που μόνο εκείνος γνώριζε
-Φαντασιόπληκτος απ’ τους ανέμους-
Ανήσυχα κοιμόταν μες στις εκκολάψεις
Προσμένοντας πάντα το αυγό της άλλης μέρας
-Μιας άλλης μέρας πάντα-

Κι έβρισκε καταφύγιο στα φαντάσματα που γύριζαν κοντά του ζητώντας προστασία
απ’ το ανελέητο του μέλλοντος
Παρελθόν αυτός με τα φτερά του κολλημένα στα πλευρά, ατροφικά ακόμα,
τ’ αγκάλιαζε στου φαύλου κύκλου του την ειρωνεία

-Αυτός
ο φοβισμένος των ανέμων-
 
21/5/06 
 
 
    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 
Κατρακυλάς στο θάνατο ασταμάτητα.

Από
ποια μάγια ν’ αρπαχτείς
Που κάτω από τα πόδια σου η σάρα των ανθρώπων
Ένα κλαδί από μύθο μια στιγμή πάνω από το κενό να μετεωριστείς
Πριν διαλυθείς στο ουρλιαχτό σου

(Και μη νομίζεις πως δεν ξέρει όλων των αστεριών τις λάμψεις,
τις περιστροφές και τις εκλείψεις του φωτός τις αναπόφευκτες
που δένουν το στερέωμα σφιχτά
και το νερό στ’ αυλάκι έχει δει να τρέχει γαργαλώντας
της γης την αμασχάλη με τα χόρτα
και να γυρίζει θέλοντας και μη στο βουερό ποτάμι
πριν μοναχό του εξαντληθεί από μανία στροφής
κι όλον τον μόχθο έχει δει να πήζει πίκρα στου πατέρα του το χέρι
και στο σφιγμένο στόμα η αντοχή της μάννας του να ‘χει τραβήξει
μια παύλα οριστική και αμετάκλητη.
Όλα τα ξέρει, μη νομίζεις, της νομοτέλειας τα βάναυσα
Μα ίσα-ίσα είναι γι’ αυτό που πάει ανάστροφα υποσκάπτοντας
Με κρούσεις ρυθμικές βία στη βία).

Όλοι χαροπαλεύουμε εκ γενετής

Τουλάχιστον
ας έχει ο καθένας
την πτώση που αξίζει
 
21/1/06 - 1/07 
 
 
    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 
Βαθούλωσε η σάρκα
Κι ανακατεύτηκε το μέσα με το έξω
Σκόρπιες εικόνες απότομα χαμένες
Σε μια κηλίδα της ματιάς
Σπασμένα
βλέφαρα
Που τρέμουν τρεις λευκές χαράδρες
Πόλεμος, πείνα, θάνατος
Γερόντισσα κι ας σπαρταράει
Το αίμα στην ανάσα της
Είναι που πιο βαθύ ριζώνει
Και πληγώνει
Του τέλους η πνοή
Ραπίσματα από μέλλον που δεν ήρθε
Στο κυρτωμένο μάγουλο
Εκείνο που την εγκατέλειψε
Με μια ευχή στο χέρι
Ούτε μαντήλι πρόλαβε να πει
Μη με ξεχάσεις
Ριγμένα άρον-άρον όλα σ’ ένα φορτηγό
Ν’ αλλάζει πόλεις και ανθρώπους να γυρεύει
Εκείνο που της έφευγε σε κάθε προορισμό
Ζάρωσε μέσα της η προσδοκία ρυτίδα
Και μετάνοια
«Ζωή που δεν σε πρόλαβα
Μόνο με νυφικό σε είδα
Να ξεμακραίνεις σ’ αρμυρό νερό λευκή
Με τα λευκά
μαλλιά μου σε θυμάμαι
Ν’ ανεμίζεις θρίαμβο και θλίψη
Καθώς σ’ ακολουθούσαν πάντα τα πουλιά
Ακόμη κάτι στη σπασμένη σκέψη μου χρυσίζει
Η βέρα μου που πριν με συναντήσεις στο ιερό
Έλυνε κι έδενε τους κύκλους σου ταξίδι
Έριχνε μάγια στον τυφλό εχθρό
Έγραφε κι έσβηνε τον άσπρο ουρανό
Εδώ κι αυτή
Στης σάρκας τις λακκούβες μου βουλιάζει
Νυστάζω πια
Και η ψυχή μου ανακατεύτηκε
Με τ’ άσπρα μου μαλλιά»
 
5/1/07 
 
 
     ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 

Το κορίτσι εν βρασμώ ζωής

 

 

Θέλω να τρέξω ατημέλητη

ανάμεσα στα άσπρα δέντρα που ανεμίζουνε νεκρά

με τα κορδόνια μου λυμένα σ’ άσπρο άνεμο

τα σκουλαρίκια μου να κουδουνίζουν στις εκτάσεις

για να διατυμπανίσω Θέλω

με τα πολλά βραχιόλια μου

πως μόνο εγώ οργώνω και θερίζω

του εαυτού μου τα χωράφια Μόνο εγώ.

Δεν θέλω θεμελιωτές Δεν θέλω

σπιτόγατων ή παραγκόσπιτων

στους κήπους με το κόκκινο χορτάρι

και τα κοράλλια των λεόντων.

Στους κήπους μου.

 

ν’ ανακαλύψω Θέλω

τη λατέρνα απ’ την αρχή

δάκρυα χαράς να στάξω

πάνω στις ζωοπανηγύρεις

και να μουγκρίσω ηδονή

στην αγκαλιά ενός Πανός

ν’ αρχίσω έπειτα με εμμονή να ψάλλω

ήχο μακρόσυρτο

νύμφη κρυμμένη σε φυλλωμάτων ποταμό

να βλέπω ν’ απορούν

καθώς τα φύλλα ιλιγγιώδη θα πυκνώνουν

να φωνάζουν:

«Θαύμα! Θαύμα!»

 

Όταν κατόπιν θ’ αποκαλυφθώ

μέσα στα μυστικά μου τυλιγμένη

όλοι θα προσκυνούν

χιλιετίες πριν

βαθιά στα σπήλαια το μάγο

και να θυσιαστούν θα ικετεύουν στο βωμό

μα εγώ

θα τους αρνούμαι βασανιστικά τη λύτρωση

μέχρι να εκπυρσοκροτήσουν

από μιαν αλήθεια ο καθένας

Μία τουλάχιστον

για εισιτήριο στην ανάσταση

με όλους τους αγίους στη σκηνή

«Προσέλθετε εις την Βασιλείαν!» θα γράφει

το φαντασμαγορικό πανώ στην είσοδο

κι ο Μιχαήλ πορτιέρης να φοβούνται

χωρίς κατάλληλη περιβολή να μπουν

ένα ματσάκι ανεμώνες μπρος στο φύλο

 

Τους βλέπω μουδιασμένους να προσέρχονται

γονατιστοί

και τους αρπάζω από τα μάτια

«Σκυφτός πώς θες στο Μέγα να εισέλθεις

κουτοπόνηρε;

Άλλο η ταπείνωση και άλλο η δειλία!»

θα βρυχηθώ και θα κλωτσήσω

 

Τότε θ’ ανάψουν τα φτερά μου

Πυρκαγιά

και θα καώ σαν πυροτέχνημα αργά

όπως σε Πήγασο αρμόζει

διασχίζοντας

γάμους πολέμους και γιορτές

που στα ουράνια λημέρια ορίστηκαν

από καταβολής

λύτρα ζωής

Να μη με λένε πια

«καταζητείται»

 

 

Ζάκυνθος

Καλοκαίρι 2004

 

 
 
     ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 
 
Κάθε μέρα μια καινούρια απειλή

Τρέχει τ’ αθάνατο νερό της οικουμένης
μα πώς να πλύνει τόσους ήλιους από τόση ομίχλη;

Ένα κορίτσι γδύνεται την μάσκα των δακρύων
και αναβλύζει θάλασσα απ’ το πρόσωπο
που μέσα της το πνίγει.
Ξερονήσι ετούτο το σημείο το χωρίς επιστροφή
απ’ όπου βλέπεις πια
τόσο κοντά τα ερείπια της νέας πόλης
Μια ανεμόδαρτη φωνή ξεκούρδιστη
έρχεται – χάνεται χλωμή μέσα στους ανεμόμυλους
Κι ένα τρυγόνι πίσω από το κοπάδι
ξέμεινε πάνω στην κεραία
Ταξίδεψαν οι τόποι

Δεν έχει τόπο

Πώς να το στήσω αυτό το σύννεφο
στα ξύλινά του πόδια;

Κάθε μέρα μια καινούρια απειλή
που κάθε βράδυ σε σκοτώνει
Κι αυτός που τραγουδούσε πάντα τα βαθιά νερά
χαμένος μες στην άμμο

Το πιο παράξενο
πως ό,τι μένει τελικά ύστερ’ απ’ όλα
είναι εκείνο εκεί το πλουμιστό κουρέλι
στο σύρμα κρεμασμένο
ν’ αντέχει στους ανέμους
-ζωής μνημείο; ή θανάτου;-

Τι να πω;
Είναι τόσο λίγα αυτά που μπορεί να πει κανείς
που φτάνει να είναι ίδιες η σιωπή κι η φλυαρία
όταν κοιτάζεις τη θάλασσα
 
Ζάκυνθος, 10/2/04 
 
 
    ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 
 

Γέροντα γράμμα ανυπόγραφο

 

 

Να πέθαινα εδώ

Μες στα σκοτάδια

Να τρέχουν απ’ το σώμα μου ωκεανοί

Που πάνω μου τους έσερναν

Δυνάμεις τ’ ουρανού να με διδάξουν

 

Φουρτούνα με φωνάζανε από μικρό

Όλοι έχουμε το ίδιο όνομα

Κι ανάμεσά μας

Πέτρα σιωπής

Γράφει ο ποιητής

Στην τελευταία αναφορά του

 

Τι συμπαγές θα πήξει μια στεριά

Να ναυαγήσω;

Είναι δεν είναι πια η μάννα μου

Σωσμένη στη γωνιά

Πριν απ’ τον θάνατο καθώς με κοίταζε

 

Έξω απ’ τις εκστρατείες των ονείρων μου

Δεν έχω πια

Την ευθυβολία των τόξων μου

Την ευκρίνεια των στόχων μου

Δεν έχω πια

Το σύνδρομο της άσπρης μέρας

 

Κι όλο φαντάσματα τριγύρω

Την ώρα που σχολάνε

Μαγαζιά νυχτερινά

Στους δρόμους ηρωίνη

Άσμα ηρωικόν και πένθιμον

Δύο ερωτευμένων το αγκομαχητό

 

Και αρρωσταίνω δύσπνοια

Τρία βουνά καταμεσής στο στήθος μου

Διστάζω να κοιτάξω

Τι πίσω απ’ τον ορίζοντα

 

Γηράσκω αεί αδίδακτος

 

 

22/11/07

 

 

     ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~