1. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο

Μπαρ Βιτόφσκι. Ημιυπόγειο, Διδότου. Κατεβαίνεις τρία σκαλιά, ανοίγεις τη τζαμόπορτα, στα δυο βήματα υπάρχει ακόμα μια πόρτα, ξύλινη με φινιστρίνι. Το μπαρ δουλεύει όλη τη νύχτα και την περισσότερη από τη μέρα –πέφτεις πάνω στον μπάρμαν, υπάρχουν δυο από δαύτους, εναλλάσσονται στις βάρδιες -κανένα πρόβλημα. Ζητάς τον Λούη Πετρά κι ο μπάρμαν αναλαμβάνει τα υπόλοιπα.

Εγώ είμαι πάντα εκεί. Όλη τη νύχτα και την περισσότερη από τη μέρα, κάθομαι στο τραπέζι πίσω στον τοίχο, μετά το μπαρ, αριστερά από την πόρτα της τουαλέτας. Τα παλιά χρόνια εκεί βρισκόταν το κουβούκλιο του ντιτζέι, τότε το μαγαζί είχε κανονική πελατεία –τώρα μόνο αποτυχημένοι δικηγόροι και γιατροί εκτρώσεων, απ΄ αυτούς που έχουν τα γραφεία τους στην Τρικούπη, συν μερικές βίζιτες που βαριούνται να ξεροσταλιάζουν στο κρύο κι απαγκιάζουν στο Βιτόφσκι. Δεν υπάρχει πλέον λόγος για ντιτζέι ή σερβιτόρα, όποιος θέλει να πιει πάει και το παραγγέλνει μόνος του, οι πιο βιαστικοί χώνονται μέσα από τη μπάρα και σερβίρονται. Το τραπέζι μου δε διακρίνεται εύκολα, ένα σποτάκι ακριβώς από πάνω του φρόντισα να το ξεβιδώσω, χρειάζομαι το μισοσκόταδο -είναι απαραίτητο να βλέπω πριν με δουν. Να βλέπεις πρώτος αν θέλεις να βλέπεις ως το τέλος -το έμαθα καλά στη φυλακή.

Εκείνο το μεσημέρι με πέτυχε να διαβάζω μια χτεσινή εφημερίδα που είχε παρατήσει κάποιος πελάτης, τελείωνα τα αθλητικά μαζί με τη δεύτερη Στολίσναγια τόνικ της ημέρας όταν μπήκε. Ετοιμαζόμουν να ζητήσω νερό για να καταπιώ δυο χάπια κωδεϊνης όταν ο ανθρωπάκος ρώτησε κάτι τον μπάρμαν, σηκώθηκα και τους πλησίασα αθόρυβα.

«Και τι τον θέλεις αν επιτρέπεται;» ρωτούσε τώρα ο μπάρμαν με τη σειρά του.

«Για μια δουλειά», απάντησε ο ανθρωπάκος.

1,70 με το ζόρι, σακάκι νέιβι μπλου με επίχρυσα κουμπιά, φανελένιο παντελόνι χρώματος γκρι, παντοφλέ σουέτ παπουτσάκι, ακριβή κολόνια και αραιό μαλλί που είχε γνωρίσει και καλύτερες μέρες.

«Ποιος να του πω οτι τον ζητάει;» συνέχισε την ανάκριση ο μπάρμαν.

Η ανάκριση μού στοίχιζε περίπου 100 ευρώ το μήνα αλλά  τα άξιζε μέχρι σέντσι –άνθρωποι σαν κι εμένα πρέπει να παίρνουν προφυλάξεις.

«Πες του οτι με στέλνει ο Τάκης ο Πιανίστας», απάντησε ο ανθρωπάκος.

Έκανα νόημα στον μπάρμαν να τον βάλει για λίγο στον πάγο, ο ανθρωπάκος δεν με πήρε είδηση.

«Καλά, πάρε κάτι να πιεις, θα τον ειδοποιήσω», είπε ο μπάρμαν.

«Ένα ποτήρι νερό», ζήτησα ενώ πλασαριζόμουν στα δεξιά του ανθρωπάκου.

Ο μπάρμαν γέμισε το ποτήρι και το έσπρωξε προς το μέρος μου χωρίς να με κοιτάξει όσο εγώ ξαναγύριζα στο τραπέζι μου. Κάθισα και κατάπια τα χάπια που κόντευαν να μουλιάσουν στην παλάμη μου. Με τον Πιανίστα γνωριστήκαμε στην Τίρυνθα, εγώ στα τελειώματα εκείνος στα μέσα-έξω. Πρεζόνι μονίμως στο ψάξιμο, δεν προλάβαινε να βγει τον ξαναβουτάγανε, συνήθως για κλοπές που δεν είχε κάνει, Ασφάλεια, ξύλο, δακτυλικά αποτυπώματα, εξ ου και Πιανίστας. Δεν ήταν άτομο εμπιστοσύνης, κανένα πρεζόνι δεν είναι. Αλλά είχε περάσει δίμηνο από την τελευταία φορά που κάποιος πλήρωσε για τις υπηρεσίες μου, ένιωθα πιο στεγνός από καπάκι μπύρας στην άσφαλτο. Γι΄αυτό αποφάσισα να παραβλέψω έναν από τους σημαντικότερους κανόνες μου και να δεχτώ πελάτη συστημένο από πρεζόνι, ήξερα βέβαια οτι οι κανόνες υπάρχουν για να τηρούνται αλλά πίστευα οτι αυτή τη φορά θα έπεφτα στην εξαίρεση –ήμουν τόσο ηλίθιος. Ο ανθρωπάκος στο μπαρ είχε παραγγείλει μια μπύρα, ψευτόπινε κοιτάζοντας τριγύρω του όλο άγχος, δεν μπορούσε να με διακρίνει καθαρά αλλά με ένιωθε. Τον άφησα να τελειώσει, τον είδα να ρωτάει τον μπάρμαν κι εκείνος να σηκώνει τους ώμους αδιάφορα, ο ανθρωπάκος πλήρωσε και σηκώθηκε να φύγει.

«Εδώ», φώναξα χωρίς να κουνηθώ από τη θέση μου.

Ο ανθρωπάκος γύρισε επιφυλακτικά.

«Πάρε ακόμα μια μπύρα και πλησίασε», του ζήτησα.

Έκανε έτσι ακριβώς, κάθισε στην καρέκλα απέναντί μου προσπαθώντας να βολέψει το μπουκάλι της μπύρας και το ποτήρι στο τιγκαρισμένο τραπέζι μου, δεν είχα την παραμικρή διάθεση να τον διευκολύνω.

«Είσαι ο Πετράς;» με ρώτησε.

«Εξαρτάται από το ποιος ρωτάει», είπα.

«Με στέλνει ο Τάκης ο Πιανίστας», επανέλαβε ο ανθρωπάκος.

«Εντάξει –αυτό δεν με βοηθάει και πολύ», διαπίστωσα.

«Αντώνης Κωνσταντινίδης, δημοσιογράφος», συστήθηκε επιτέλους ο ανθρωπάκος.

«Κάπως καλύτερα», είπα εγώ.

«Είσαι ο Λούης Πετράς τελικά;» απαίτησε να μάθει.

«Θα πρέπει να το παραδεχτώ», έκανα σεμνά.

Ο ανθρωπάκος Αντώνης Κωνσταντινίδης απλώθηκε στην καρέκλα, τέντωσε τα πόδια του κάτω από το τραπέζι και με χάζευε όσο άναβα ένα άφιλτρο Πλέιερς Σπέσιαλ Νέιβι Κατ. Έσπρωξα απρόθυμα το πακέτο προς το μέρος του.

«Ευχαριστώ –το ‘χω κόψει», είπε.

Ανακουφίστηκα γιατί έμεναν μονάχα 5 τσιγάρα στο πακέτο μου.

«Ο Τάκης είπε οτι μπορείς να κάνεις μια δουλειά για μένα», μουρμούρισε αβέβαια ο ανθρωπάκος.

«Γιατί δεν την κάνει ο Τάκης;» ρώτησα.

«Επειδή είναι μέσα».

«Πάλι;»

«Ληστεία σε πρακτορείο Προπό», είπε ο ανθρωπάκος.

«Μια ζωή ψιλικατζής», διαπίστωσα χαμηλόφωνα. «Και περί τίνος πρόκειται;»

Ο ανθρωπάκος με κοίταξε μπερδεμένος.

«Η δουλειά...» τον διευκόλυνα.

«Α ναι... Θέλω να μου βρεις μια γυναίκα...»

«Μια γυναίκα γενικά ή κάποια συγκεκριμένη;»

«Συγκεκριμένη».

«Και ο λόγος;»

«Είμαι δημοσιογράφος....» ξανάπε ο ανθρωπάκος.

«Είναι αυτό λόγος για να σου βρίσκουν οι άλλοι γυναίκες;» απόρησα.

«Εννοώ οτι ετοιμάζω κάποιο αφιέρωμα...»

«Με τι θέμα;»

Ο ανθρωπάκος με κοίταξε άγρια –ήξερα οτι αυτό το στυλάκι δεν θα πέρναγε για πολλή ώρα.

«Δεν μου αρέσει ο τρόπος σου», είπε.

«Πάει σετάκι με το υπόλοιπο πακέτο, αν δεν σου αρέσει δεν αγοράζεις», του εξήγησα.

«Δεν είμαι σίγουρος ούτε και για τις υπηρεσίες που μπορείς να προσφέρεις», είπε ο ανθρωπάκος.

«Εντάξει», τον καθησύχασα. «Μπορώ να περιμένω μέχρι να σιγουρευτείς».

Άνοιξα την χτεσινή εφημερίδα κι έψαξα εκείνο το συγκλονιστικό άρθρο που αφορούσε την εξάπλωση του κρίκετ στις νότιες γειτονιές της Αθήνας, κάτι τέτοια ρεπορτάζ μονίμως με εντυπωσίαζαν. Κατέβασα κάμποσο ξανθό καπνό ανακατεμένο με γάργαρη βότκα τόνικ, ονειρώδες μείγμα.

«Και τώρα δηλαδή τι γίνεται;» ψέλλισε ο ανθρωπάκος.

Κόντευα να τον ξεχάσω αυτόν, ξεχνάω εύκολα όταν θέλω.

«Τι να γίνει;» αναρωτήθηκα κατεβάζοντας την εφημερίδα. «Εσύ κάνεις παιχνίδι».

Το σκέφτηκε αυτό για λίγο.

«Ας πούμε οτι σου αναθέτω τη δουλειά...» είπε.

«Ας το πούμε, άμα σε βολεύει», δέχτηκα.

«Τι θα κάνεις για να τη βρεις;»

Κατέβασα την εφημερίδα κοντρολαρισμένα νευριασμένος.

«Κοίτα», σφύριξα σκύβοντας προς το μέρος του. «Εσύ θέλεις να γίνει μια δουλειά, εγώ υπολογίζω το μαλλί κι αν με ικανοποιεί αναλαμβάνω να την κάνω. Έτσι έχουν τα πράγματα».

Με κοίταξε σκεπτικά.

«Τελικά θα το πάρω εκείνο το τσιγάρο», είπε.

Βλαστήμησα μέσα απ΄ τα δόντια, προσφέροντάς του το πακέτο. Του άναψα κιόλας, μη μου γαμήσει τον αναπτήρα.

«Λοιπόν, ας τα πάρουμε με τη σειρά», πρότεινα. «Πες μου για το αφιέρωμα που θέλεις να κάνεις».

«Φέτος συμπληρώνονται 10 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Μανιάτη...» ξεκίνησε ο ανθρωπάκος.

«Πέθανε ο Μανιάτης;» απόρησα.

«Καλά, πού ήσουν εσύ και δεν το πήρες είδηση;» απόρησε. Αμέσως θυμήθηκε πού ήμουν και μαζεύτηκε.

«Ναι, τέλος πάντων», συνέχισε. «Θα γίνει ένα μεγάλο αφιέρωμα, θα ξαναπαιχτούν οι σημαντικότερες ταινίες που συμμετείχε, θα ακολουθήσουν εκδηλώσεις...»

«Ενδιαφέρον», είπα χωρίς να το πιστεύω. Είχα δει κάμποσες ταινίες με τον Μανιάτη, πολύ δυνατός ηθοποιός αλλά έπαιζε σχεδόν αποκλειστικά σαβούρες –εμπορικό σινεμά το ’60 και το ’70, δήθεν διανοουμενίστικες ταινίες το ’80, ένα σύντομο πέρασμα από τη Γαλλία στο ενδιάμεσο... Τις περισσότερες ταινίες του τις είχα δει στην τηλεόραση.

«Γι΄αυτό θέλω να βρεις τη Λίζα Φωτίου, για να μιλήσει στο αφιέρωμα...» μου εξήγησε ο ανθρωπάκος.

Τη θυμόμουν τη Φωτίου, γκομενάρα σε ταινίες του ’70, ο γάμος της με τον Μανιάτη ήταν πρωτοσέλιδο στο Φαντάζιο που διάβαζε φανατικά η μακαρίτισσα η μάνα μου, το διαζύγιό τους έγινε πρωτοσέλιδο στον ημερήσιο τύπο -λόγω βιαιότητας. Φωτογραφίες του πρησμένου προσώπου της Φωτίου, φωτογραφίες του Μανιάτη με χειροπέδες –λουκούμι θέμα για τη χούντα που ήταν στα τελειώματα τότε, είχε ξεπεράσει σε απήχηση ακόμα και την ιστορία του Ληστή με τις Γλαδιόλες.

«Τι υπάρχει γι΄ αυτήν;» ρώτησα.

«Ελάχιστα πράγματα. Τα ίχνη της χάνονται κάπου στα μέσα του ’90, όταν ξενοικιάζει το διαμέρισμά της στη Νέα Σμύρνη. Δεν πήγε στην κηδεία του Μανιάτη ή, αν πήγε, κανένας δεν την αναγνώρισε».

«Συγγενείς;»

«Κάτι ξαδέρφες και ανίψια αλλά έχουν να τη συναντήσουν από τις αρχές του ’90 πάνω-κάτω...»

«Φίλοι;»

«Αρκετοί. Όμως κανένας τους δεν ξέρει...»

«Θέλω στοιχεία, διευθύνσεις, τηλέφωνα –από τους συγγενείς και τους φίλους της».

«Θα τα έχεις αύριο το μεσημέρι. Τι άλλο;»

«Όσο πιο πρόσφατες φωτογραφίες της υπάρχουν».

«Εντάξει –αν και μιλάμε για 10 με 12 χρόνια πίσω...»

Ανασήκωσα τους ώμους καρτερικά.

«Η αμοιβή σου;» με ρώτησε.

«Ένα χιλιάρικο συν τα έξοδα κίνησης. Τα 300 μπροστά», του είπα.

«Πολλά δεν είναι;» αναρωτήθηκε.

«Ξέρω ‘γω;» απόρησα με τη σειρά μου. «Βρες την εσύ με λιγότερα».

Με κοίταξε σκεφτικός –το άφιλτρο πήγαινε χαμένο έτσι που το κράταγε για φιγούρα μεταξύ δείκτη και αντίχειρα .

«Τέλος πάντων», είπε.

 Έχωσε το χέρι του στο σακάκι, τράβηξε ένα κομψό πορτοφόλι με χρυσό φινίρισμα, μέτρησε τρία κατοστάρικα και τα ακούμπησε στη μέση του τραπεζιού.

«Έχω να θέσω και κάποιους όρους», με πληροφόρησε στη συνέχεια.

Δεν έκανα κίνηση προς τα χρήματα –απλώς τον περίμενα.

«Πρώτον, θα επικοινωνείς μαζί μου μονάχα στον αριθμό που θα σου δώσω –δεν θα με ψάξεις στον όμιλο που εργάζομαι», σταμάτησε για να κόψει αντιδράσεις, δεν του έκανα τη χάρη. «Δεύτερον, δεν θα πεις σε κανέναν οτι δουλεύεις για μένα, ακόμα κι αν πρόκειται για την αστυνομία...»

«Υπάρχει περίπτωση να μπλέξω με την αστυνομία;» ρώτησα.

«Κανονικά όχι, αλλά δεν σου έχω και μεγάλη εμπιστοσύνη. Αν πλακώσεις κανέναν στο ξύλο για να πάρεις πληροφορίες, ή άμα βουτήξεις τίποτα κηροπήγια ξέρω ‘γω....»

«Για τον Πιανίστα με πέρασες;» απόρησα.

«Αυτός σε σύστησε», απάντησε ο ανθρωπάκος.

Δικός του ο πόντος.

«Πάμε παρακάτω», ζήτησα.

«Τρίτον, μου δίνεις οτιδήποτε βρεις. Και το δίνεις μόνο σε μένα, αλλιώς έχω τον τρόπο μου να σου κάνω ζημιά».

Τον κοίταξα χαμογελώντας, μεγάλο αρχίδι το ανθρωπάκι.

«Τελείωσες;» ρώτησα.

Ένευσε.

«Δεν κάνω τίποτα παράνομο –αν μυριστώ ακόμα και πολεοδομική παράβαση σταματάω επιτόπου και μου πληρώνεις ολόκληρο το ποσό», του εξήγησα.

«Δεν σου ζητάω να κάνεις τίποτα παράνομο», διαμαρτυρήθηκε.

«Πολύ έξυπνο εκ μέρους σου», τον καθησύχασα.

Σηκώθηκε να φύγει, ξανάβγαλε το πορτοφόλι, τον κοίταξα απορημένα.

«Για τη μπύρα», είπε.

«Όχι σε μένα –στον μπάρμαν», του έδειξα.

«Πες μου τον αριθμό του κινητού σου», ζήτησε.

Του τον είπα –αμέσως το καντράν του κινητού μου φωτίστηκε.

«Τώρα έχεις και το δικό μου», ανακοίνωσε βαριεστημένα. «Καλό μεσημέρι –τηλεφώνησέ μου αύριο το πρωί για να συναντηθούμε και να σου δώσω το υλικό».

Γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε με ασταθές βήμα, δε μου άρεσε καθόλου αυτός ο ανθρωπάκος. Όταν βγήκε από το μπαρ μάζεψα τα κατοστάρικα και τα έχωσα στην τσέπη του τζιν μου να κάνουν παρέα σ’ ένα μοναχικό εικοσάρικο που καρκινοβατούσε στα όρια της κατάθλιψης. Για λίγο διάστημα θα σταματούσα να μοιράζω τα τσιγάρα με τις ώρες της μέρας, θα σταματούσα να υπολογίζω τη στάθμη της Στολίσναγια στο ποτήρι μου κι αυτό, όσο να πεις, ήταν καλό νέο.

«Σου ‘φεξε πάλι», σχολίασε ο μπάρμαν καθώς μάζευε την απείραχτη μπύρα που είχε αφήσει πίσω του ο ανθρωπάκος.

«Κουνήθηκε το μασίνι -σώθηκε η μπάλα, συμβαίνει και στα καλύτερα φλιπέρια», εξήγησα..

Μετά του έδωσα το κατοστάρικο που θα μου εξασφάλιζε έναν ακόμα μήνα επαγγελματικής στέγης.

Έπρεπε να βάλω ένα πρόγραμμα, να οργανώσω την κατάσταση –ήταν θέμα συνέπειας. Παράγγειλα λοιπόν μια ακόμα βότκα τόνικ και μέχρι να την ετοιμάσει ο μπάρμαν ξεκίνησα να πάω στο περίπτερο για να προμηθευτώ φρέσκα τσιγάρα. Έξω από τη τζαμένια πόρτα του Βιτόφσκι με χτύπησε μια παγωμένη ριπή, αέρας ανακατεμένος με ψιλόβροχο, ζαλίστηκα. Ευτυχώς το πεζοδρόμιο σταθεροποιήθηκε σχεδόν αμέσως, προχώρησα αργά δοκιμάζοντας τις κλειδώσεις μου, έπρεπε οπωσδήποτε να κουμπώσω το δερμάτινο μπουφάν μου, ακόμα καλύτερα έπρεπε να έχω πάρει μαζί μου το δερμάτινο μπουφάν μου, όμως η οξυδέρκεια δεν περιλαμβανόταν στα προτερήματά μου. Γενικότερα δεν είχα προτερήματα, εκτός από μια σακατεμένη μνήμη που λειτουργούσε υπακούοντας σε ατυχείς συνειρμούς μαζί με ένα αποτελεσματικό αριστερό κροσέ, δουλεμένο στα προαύλια των φυλακών πάνω σε άψυχους και έμψυχους σάκους.

«Δυο πακέτα», ζήτησα από τον περιπτερά όσο εκείνος πάλευε να ζεσταθεί αγκαλιά μ΄ ένα ηλεκτρικό αερόθερμο.

Χάζεψα τις κρεμασμένες στα μανταλάκια αθλητικές εφημερίδες έξω από το περίπτερο, ο Θρύλος είχε αρχίσει να σταθεροποιείται μετά τις πρώτες γκέλες υπό την καθοδήγηση του Ερνέστο του επιλεγόμενου και Μυρμήγκι, ο πιτσιρικάς ο Βραζιλιάνος ξεκίναγε να βγάζει μάτια οπαδών και πλεμόνια αντιπάλων αμυντικών, όλα έμοιαζαν τακτοποιημένα στην ομάδα.

«Τι έγινε; Ακόμα να το χωνέψεις το χαμένο πέναλτι του κάγκουρα;» γέλασε ο περιπτεράς.

«Τα πέναλτι είναι για να χάνονται», είπα. «Αλλά αυτό δεν ισχύει και για τα πρωταθλήματα».

«Φέτος είσαστε τελειωμένοι», αποφάνθηκε ο περιπτεράς.

«Εντάξει –να χαρείς κι εσύ μια απονομή μετά από τόσα χρόνια», μουρμούρισα.

«Αν δεν τα στήνατε, θα σου ‘λεγα πόσα θα είχατε πάρει», γρύλισε ο περιπτεράς σπρώχνοντάς μου τα τσιγάρα.

«Στήστε τα κι εσείς, ποιος σας εμποδίζει;» απόρησα πληρώνοντας.

Ώρες –ώρες τον βαριόμουν αφόρητα τον τύπο. Όπως βαριόμουν κι αυτή τη γειτονιά με τους σιχαμένους μαγαζάτορες που σε κλέβανε στα ίσα κι αν πήγαινες να διαμαρτυρηθείς σου απόθεταν τρία κιλά κοινωνική δικαιοσύνη γαρνιρισμένη με μισό κιλό πατριωτισμό, βαριόμουν αυτή την πόλη που οι άνθρωποι ψάχνουν πώς θα σε πατήσουν στο λαιμό όταν δεν κοιτάζεις, βαριόμουν αυτή τη χώρα κι αυτή τη ζωή. Τέτοιες ώρες σκεφτόμουν οτι το μόνο που θα με γλίτωνε ήταν να κάνω μια μεγάλη μπάζα και να την κοπανήσω, να περάσω τους τροπικούς ή να βρω ένα νησί γεμάτο ζαχαροκάλαμα και να βοηθάω τους ιθαγενείς στην απόσταξη. Το ψιλόβροχο μού βελόνιασε την πλάτη, χώθηκα στο Βιτόφσκι τρέμοντας.

«Σκατόκαιρος», είπε ο μπάρμαν.

«Αφού το ήξερες, γιατί δεν με ειδοποίησες να φορέσω μπουφάν;» γκρίνιαξα.

«Είδες τι παλιοχαρακτήρας που είμαι;» γέλασε ο μπάρμαν.

Άρπαξα το φρέσκο ποτό και πήγα στο τραπέζι μου, η εφημερίδα με περίμενε όλο ανυπομονησία. Άναψα τσιγάρο, αποφάσισα να σκαλίσω τα καλλιτεχνικά, ένεκα και της υπόθεσης που είχα αναλάβει. Κοίταξα τη σελίδα με τις θεατρικές παραστάσεις ψάχνοντας για ηθοποιούς της εποχής του Μανιάτη –τζίφος -κάποιοι συνομήλικοί του διέπρεπαν ακόμα σε βλακώδεις παραστάσεις, αλλά δεν θυμόμουν να είχαν παίξει περισσότερο από κομπάρσοι σε ταινίες που πρωταγωνιστούσε εκείνος. Έκλεισα την εφημερίδα, δεν θα το απέφευγα τελικά, έπρεπε να επιστρατεύσω την τεχνολογία.

«Ιάκωβε, για βγάλε το μαραφέτι από τη φορμόλη», διέταξα.

«Έλεγα να βάλω τίποτα μουσική», αντέδρασε ο μπάρμαν.

«Βέβαια –λίγη μουσική για να ψυχαγωγηθεί η πολυπληθής πελατεία είναι απαραίτητη όσο να πεις...» διαπίστωσα εξετάζοντας το άδειο μπαρ.

«Για πάρτη μου», είπε ο μπάρμαν.

«Δεν πρέπει να βάζουμε την πάρτη μας πάνω από την αξιότιμη πελατεία», του εξήγησα υπομονετικά καθώς έμπαινα κάτω από τη μπάρα για να βουτήξω το λάπτοπ.

Ήταν ένα γαμήδι που κουδούνιζε όσο έπαιρνε μπρος και κουβάλαγε του κόσμου τη σύφιλη από το πληκτρολόγιο μέχρι τη μάδερμπορντ, αλλά τη δουλειά μου θα την έκανε. Ξεκίνησα από τον αξιότιμο κύριο Αντώνη Κωνσταντινίδη, το ψαχτήρι πήρε να σκαλίζει με θόρυβο. Γρήγορα διαπίστωσα οτι ήταν σημαντική μορφή στον χώρο της μπαρούφας, αρχισυντάκτης περιοδικού με ειδίκευση στο διεθνές τζετ σετ, καλλιτεχνικός υπεύθυνος κάποιου κρατικού ιδρύματος σχετικού με τον κινηματογράφο και πολυγραφότατος. Περιέφερε μια αποψάρα άνευ ουσίας από εφημερίδα σε κανάλι κι από μπλογκ σε φέισμπουκ, σπουδαίος ο κύριος Κωνσταντινίδης. Κατέβασα μια ολόκληρη βότκα τόνικ για να τον αντέξω. Αλλά περί αφιερώματος στον Νίκο Μανιάτη δε βρήκα τίποτα –λέπι που λέμε –ούτε την παραμικρή αναφορά. Το θεώρησα λογικό, όσο ψήνεται μια εκδήλωση διατηρείται κρυφή, έτσι σκέφτηκα.

Για τον Νίκο Μανιάτη υπήρχαν γιγαμπάιτ πληροφοριών, βιογραφικά σημειώματα, σελίδες θαυμαστών, επικήδειοι από πολιτικούς και απολίτικους, σκηνές από ταινίες του και ταινίες ολόκληρες –γονάτισε το λάπτοπ από τον πολύ Μανιάτη. Αλλά τίποτα δεν έμοιαζε ενδιαφέρον, ο Μανιάτης είχε κατέβει από Θεσσαλονίκη και πριν τελειώσει τη σχολή ηθοποιίας τον πήραν δεύτερο ρόλο σ΄ένα μεγάλο θέατρο –τέλη του ’50. Πρόλαβε να πρωταγωνιστήσει σε 3-4 παραστάσεις πριν τον αρπάξει ο εμπορικός κινηματογράφος και τον μετατρέψει σε ατίθασο αγόρι με τρυφερή καρδιά, «Ιάκωβε ακόμα ένα –δεν αισθάνομαι καλά», γύρισε ένα σκασμό ταινίες και κάπου εκεί γνωρίστηκε με την Λίζα Φωτίου.

Ήταν αρχές του ’70 κι εκείνος παντρεμένος με την κόρη γνωστού μεγαλοπαραγωγού. Οι φήμες τον ήθελαν να πηδάει από δυο γκόμενες κάθε βραδιά, το θεώρησα υπερβολικό και το περιόρισα στη μια γκόμενα τη βδομάδα, σύμφωνα με τις φωτογραφίες που έβλεπα. Η κόρη του μεγαλοπαραγωγού δεν έδειχνε να το παίρνει κατάκαρδα αν έκρινα από τις δικές της φωτογραφίες που έβρισκα δημοσιευμένες. Η Φωτίου έκανε την πρώτη της εμφάνιση σε μια κωμωδία του συρμού –έπαιζε την κοκοτίτσα που άναβε τους άντρες με σκοπό να εξασφαλίσει κάνα σαλονάκι, καμιά γούνα και τέτοια. Έψαξα την ταινία, είδα τη σκηνή –η Φωτίου έσκιζε από εμφάνιση αλλά από σπρέχεν δεν την έκοβα πολύ δυνατή, νιαούριζε σα ραδιόφωνο στα βραχέα η κοπέλα. Ο θρύλος πάντως έλεγε οτι σ΄αυτή την ταινία την κιαλάρισε ο Μανιάτης και την ερωτεύτηκε –κι εγώ δεν είχα καμιά διάθεση να πάω κόντρα σε θρύλους.

Ακολούθησε ένα ειδύλλιο χάρμα ιλουστρασιόν τετραχρωμίας, ένα διαζύγιο του Μανιάτη κι ένας γάμος πολύ γκλάμουρ χιπισμός –στην, τότε, γραφική Μύκονο.

Ο Μανιάτης με τη Φωτίου έκαναν 8 ταινίες και 5 θεατρικές παραστάσεις μέχρι να σκοτωθούν πρωτοσέλιδα. Για τις παραστάσεις δεν βρήκα τίποτα, οι ταινίες όμως ήταν η μια χειρότερη από την άλλη, αποδεικνύοντας οτι όσο καλός ηθοποιός και να είσαι δεν μπορείς να παίξεις τον ερωτευμένο με τη γυναίκα σου. Αυτό αναφορικά με τον Μανιάτη επειδή η Φωτίου εξακολουθούσε συνεπέστατα να μη βλέπεται ερμηνευτικά (αλλά δεν μπορούσα να πω οτι αυτό με ενοχλούσε ιδιαιτέρως –ειδικά εφόσον υπήρχαν ημίγυμνες σκηνές της).

Μετά τον μνημειώδη χωρισμό της με τον Μανιάτη η Φωτίου εξαφανίστηκε καλλιτεχνικά. Ξανάπαιξε, 10 χρόνια αργότερα, σε κάτι βιντεοκασέτες της σειράς και σε δυο τρία σήριαλ αλλά αμφιβάλλω αν κι η ίδια θα ήθελε να τα θυμάται. Την τσέκαρα, καθαρά εγκυκλοπαιδικά, για περάσματα από τσόντες χωρίς αποτέλεσμα. Άρχισα μετά να ψειρίζω τις κοινωνικές εκδηλώσεις –μου πήρε κάμποση ώρα μέχρι να την εντοπίσω, εμφανώς γερασμένη, να κρέμεται από το μπράτσο κάποιου σιχαμερού ιδιοκτήτη παραλιακού μαγαζιού. Σημείωσα το όνομά του.

Στη μπάρα καθόταν ένας λεχρίτης με τσαλακωμένο κοστούμι -για δικηγόρος μου έκανε. Επέστρεψα το λάπτοπ στον μπάρμαν αντιμετωπίζοντας αρκετές δυσκολίες επειδή ο λεχρίτης είχε χυθεί, στην κυριολεξία, πάνω στον πάγκο.

«Συγνώμη που υπάρχω», μούγκρισα σκουντώντας τον για να μεταφέρω το λάπτοπ.

«Δεν κάνει τίποτα –όλοι σας για μένα υπάρχετε», ψέλλισε ο λεχρίτης.

Χαμογέλασα, είχε κάποιο δίκιο.

«Λέω να την κάνω», πληροφόρησα τον μπάρμαν.

«Εντάξει», μου απάντησε χωρίς να με ακούει καν.

Γύρισα πίσω στο τραπέζι μου, μάζεψα τα συμπράγκαλά μου, κούμπωσα το δερμάτινο –προετοιμάστηκα για ψωφόκρυο με μια κουβέντα.

«Τζάμπα κόπος δικέ μου», ακούστηκε πίσω μου η φωνή του λεχρίτη όταν τον προσπέρασα.

Κοντοστάθηκα.

«Τζάμπα κόπος –όλα στημένα», συνέχισε απτόητος.

Το άφησα να περάσει ασχολίαστο κι άνοιξα την πόρτα απότομα, έκανα το ίδιο και με τη τζαμόπορτα, η νύχτα είχε βολευτεί για τα καλά εκεί έξω. Υγρασία, κάδοι ξέχειλοι στα νοτισμένα σκουπίδια, γλίτσα να τρέχει πιο γρήγορα από σένα στα πεζοδρόμια, η πόλη μου. Μου πήρε 10 χρόνια να τη γνωρίσω και 20 να τη μισήσω, όμως όλα αυτά δε με απασχολούσαν πλέον, παραχωμένα σε κελιά όπου το φως σβήνει στις 10:30 ακριβώς ή κοιμισμένα κάτω από χαρτόκουτα σε σοκάκια που φοβάσαι να περάσεις. Η πόλη μου κι οι αναμνήσεις μου –δέρμα που καίγεται όσο σέρνεται στη μεσημεριάτικη άσφαλτο, αυτό ήταν όλο.

Το διαμέρισμά μου ήταν τρία τετράγωνα μετά το μπαρ Βιτόφσκι, κάλυψα την απόσταση πριν το καταλάβω, χώθηκα μηχανικά στο ασανσέρ που με περίμενε και ξεκλείδωσα, με σχετική δυσκολία, την πόρτα μου. Θα ήταν όμορφο να έχω γάτα ή σκύλο, ένα πλάσμα τέλος πάντων να με υποδέχεται κάθε φορά που γύριζα στο σπίτι, ένα πλάσμα να σπάει τη μυρωδιά του σπιτιού, τη δικιά μου μυρωδιά.

Επειδή τότε δε θα μύριζε σαν εκείνα τα δωμάτια όπου μόλις έχει πεθάνει κάποιος γέρος –ανάθεμα –δεν είχα κλείσει τα 45 κι ένιωθα ήδη την αποσυγκόλληση, το κρέας που νερουλιάζει κάτω από το δέρμα, τις κλειδώσεις που σκέφτονται δυο φορές πριν χτυπήσουν. Προετοιμασία για αιφνίδιο θάνατο.

Έπεσα με τα μούτρα στον ξεκοιλιασμένο καναπέ και ξεράθηκα χωρίς καν να γδυθώ.