Ο περσικός πολιτισμός


Το όνομα της Χώρας των Περσών ως Περσία είναι η ιστορική ονομασία του σύγχρονου Ιράν. Η ονομασία αυτή επικράτησε στη Δύση λόγω των Ελλήνων, οι οποίοι γενίκευσαν την ονομασία της περιοχής Παρς (Παρσίς), Φαρς σήμερα, στο νότιο Ιράν, η οποία ήταν και το κέντρο της Περσικής Αυτοκρατορίας. Η Περσία ονομάστηκε επισήμως Ιράν από την 21η Μαρτίου 1935, όταν ο Σάχης Ρεζά Παχλαβί ζήτησε επίσημα από τη διεθνή κοινότητα να αποκαλεί τη χώρα του με την εθνική της ονομασία "Ιράν" που σημαίνει "η χώρα των Αρείων".

Η αρχαία περσική ιστορία χωρίζεται σε τρεις περιόδους: την Προϊστορική που αρχίζει με τα πρώτα ίχνη του ανθρώπου στο ιρανικό οροπέδιο (100.000 π.Χ.), την πρωτοϊστορική που καλύπτει τα πρώτα πεντακόσια περίπου χρόνια της 1ης χιλιετία π.Χ. και την περίοδο των Αχαιμενιδών (6ος – 4ος αιώνας π.Χ.).

Η άνοδος των Περσών δημιουργήθηκε από τον Κύρο, τον Πέρση βασιλιά ενός μικρού κρατιδίου που ονομαζόταν Ασάν. Αφού κατέκτησε τους Μήδους έκανε την πρώτη Περσική αυτοκρατορία που κράτησε περισσότερο από 200 χρόνια, οι Αχαιμενίδες βασιλείς εμφανίζονται από τότε στο διεθνές προσκήνιο.

Οι Πέρσες ήταν έμπειροι πολεμιστές, δεινοί ιππείς, καλοί τεχνίτες και ήταν εξαιρετικά οργανωμένοι. Η κοινωνία και ο πολιτισμός των Περσών Αχαιμενιδών αποτελούσαν ένα κράμα από τις κοινωνίες και τις πολιτισμικές παραδόσεις των διαφόρων υποτελών λαών, γι’ αυτό κανείς είναι δύσκολο να ξεχωρίσει αν κάποιο πολιτισμικό στοιχείο είναι γνήσιο περσικό ή γνήσιο δημιούργημα της Αχαιμενιδικής περιόδου.

Οι γλώσσες που μιλούσαν στην αυτοκρατορία ήταν τόσες όσες και οι λαοί της. Οι Πέρσες, στην αρχή τουλάχιστον, μιλούσαν τα Αρχαία Περσικά αλλά δεν γνώριζαν γραφή. Η γλώσσα τους γράφτηκε για πρώτη φορά όταν ο Δαρείος έδωσε εντολή να επινοηθεί ένα σύστημα γραφής ώστε να μπορέσει να καταγράψει την ιστορία της ανόδου στο θρόνο της Μπεχιστούν. Το γεγονός ότι λίγοι μόνο μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα Αρχαία Περσικά είναι ίσως η αιτία που έκανε το Δαρείο να καθιερώσει τη συνήθεια στο Μπεχιστούν η βασιλική επιγραφή να γράφεται σε τρεις γλώσσες, τα Αρχαία Περσικά, τα Βαβυλωνιακά και τα Ελαμιτικά. Τα Αρχαία Περσικά δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ ως γραπτή επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας. Τα Ελαμιτικά, αντιθέτως, γραμμένα πάνω σε πήλινες πινακίδες, φαίνεται  ότι υπήρξαν  γλώσσα πολλών από τους κυβερνήτες της Περσίδος και πιθανώς του Ελάμ. Αρχεία με διοικητικά έγγραφα στα Ελαμιτικά βρέθηκαν στην Περσέπολι.
Η Αραμαϊκή, παρά ταύτα, ήταν η γλώσσα μεγάλου τμήματος της αυτοκρατορίας και χρησιμοποιήθηκαν ίσως περισσότερο από κάθε άλλη από την αυτοκρατορική γραφειοκρατία. Οι αφετηρίες της ισχυρής επίδρασης που άσκησε η Αραμαϊκή στην Περσική, επίδρασης που είναι πολύ φανερή στη Μέση Περσική της εποχής των Σασσανιδών, διακρίνονται ήδη στις αρχαίες περσικές βασιλικές επιγραφές της ύστερης περιόδου των Αχαιμενιδών

Η Αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών (490 π.Χ.)

Η κοινωνική οργάνωση της εποχής στην Περσία βασιζόταν σε φεουδαλικές βάσεις που είχαν εν μέρει την αρχή τους στην οικονομική και κοινωνική δύναμη. Η παραδοσιακή ινδοιρανική κοινωνία απαρτιζόταν από τρεις τάξεις: τους πολεμιστές ή ευγενείς, τους ιερείς και τους αγρότες. Η συγκρότηση αυτή αντιπροσωπεύει μια φυλετική δομή που στηριζόταν στην πατριαρχική οργάνωση. Ο τίτλος «βασιλεύς των βασιλέων», που χρησιμοποιήθηκε ακόμα και κατά τον 20ο αιώνα από τον Σάχη της Περσίας, φανερώνει ότι η κεντρική εξουσία ασκούσε την ηγεμονία μέσω μιας πυραμιδικής δομής που ελεγχόταν κατά στρώματα, κάτω από την υπέρτατη αρχή, από άτομα που υπό μία έννοια ήταν και αυτά βασιλείς. Κατά παράδοση, ο βασιλιάς εκλεγόταν από μιαν ιδιαίτερη οικογένεια από την τάξη των πολεμιστών.

Ο τρόπος αυτός οργάνωσης και διοίκησης της κοινωνίας άλλαξε αναμφίβολα εξαιτίας των επιδράσεων και των απαιτήσεων της αυτοκρατορίας και υπέστη πολλές μεταβολές, καθώς οι Πέρσες υιοθετούσαν όλο και περισσότερες κοινωνικές ή πολιτικές ιδέες από τους λαούς που κυβερνούσαν. Παρά ταύτα και στα μεταγενέστερα χρόνια υπάρχουν ενδείξεις ότι οι πατροπαράδοτες περσικές αντιλήψεις για την βασιλεία και την κοινωνική οργάνωση παρέμεναν σεβαστές και αποτελούσαν τα ιδεώδη του περσικού πολιτισμού
     Η Περσική θρησκεία έλαβε το όνομά της από τον προφήτη της Ζωροάστρη ή Ζαρατούστρα στα Περσικά. Ο Ζωροάστρης παραμένει ακόμη και σήμερα ένα σκοτεινό πρόσωπο για την Ιστορία. Κάποιες ενδείξεις υποδεικνύουν το πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. ως την εποχή που έζησε και δίδαξε. Η κύρια πηγή πληροφοριών για τον Ζωροαστρισμό είναι το ιερό βιβλίο Αβέστα, που γράφηκε τον Γ' αιώνα μ.Χ. από τους Ζωροαστριστές της εποχής. Το κείμενο του ιερού βιβλίου γίνεται δύσκολα κατανοητό γιατί περιέχει πολλές δυσνόητες λέξεις. Οι πρώτοι δεκαπέντε ύμνοι ή γάθας (gathas), που μάλλον έχουν συντεθεί την εποχή που έζησε ο προφήτης ή ίσως και από τον ίδιο, περιγράφουν τους διωγμούς που υπέστη ο Ζωροάστρης και το καταφύγιο που βρήκε τελικά στην αυλή του άρχοντα Βιστάσπα (Vishtaspa). Το υπόλοιπο βιβλίο περιέχει την διδαχή του προφήτη, όπως τον ενέπνευσε ο θεός Αούρα Μάσδα ή Ωρμάζδ στα νεοπερσικά (Ahura Mazda ή Ormazd). Σύμφωνα με την κοσμοθεωρία του Ζωροαστρισμού, ο κόσμος συγκλονίζεται από την αδιάκοπη πάλη ανάμεσα στις δυνάμεις του Καλού, με επικεφαλής τον θεό Αούρα Μάσδα, και στις δυνάμεις του Κακού, με αρχηγό τον θεό Αγγρομαίνυο ή Αρίμαν στα νεοπερσικά (Angra Mainyu ή Ahriman). Οι οπαδοί της περσικής θρησκείας πίστευαν ότι η Ιστορία της Ανθρωπότητας χωριζόταν σε τρεις φάσεις: στην χρυσή εποχή του Καλού και της Ευημερίας, στην φάση της διαπάλης μεταξύ των δυνάμεων του Καλού και του Κακού, και στην εποχή της εμφανίσεως του Ζωροάστρη. Ο Ζωροάστρης είχε βοηθήσει στην επικράτηση των δυνάμεων του Καλού και στην αυγή μιας νέας χρυσής εποχής. Κατά τον Ζωροαστρισμό, αναμενόταν ανάσταση νεκρών και Ημέρα της Κρίσεως, οπότε ορισμένοι μόνο άνθρωποι θα κρίνονταν άξιοι για τον Παράδεισο (περσική λέξη). Οι ιερείς της περσικής θρησκείας, που κατά πάσα πιθανότητα διαφωνούσαν την εποχή του Ζωροάστρη με τις θρησκευτικές του απόψεις, ήταν οι Μάγοι που αναφέρονται και στην Αγία Γραφή.

Ο Ζωροάστρης

Η τέχνη των Αχαιμενιδών, όπως και η θρησκεία τους, ήταν κράμα από διάφορα στοιχεία. Για τον Κύρο και τους διαδόχους του, η κοσμική εξουσία απαιτούσε την έκφραση της με τον εξωραϊσμό των πόλεων και την δημιουργία ενός μεγαλόπρεπου περιβάλλοντος για την καθημερινή ζωή. Για έναν απλοϊκό και μέχρι τότε νομαδικό λαό τούτο ήταν πρωτοφανής απαίτηση. Έτσι, οι πρώτες εμπνεύσεις αντλήθηκαν από τους υπάρχοντες τύπους της Μεσοποταμίας, του Ελάμ, της Ουραρτού και της Μηδίας, αλλά από την αρχή ο κεντρικός χαρακτήρας της νέας τεχνοτροπίας πήγασε από της βαθιά ριζωμένες καλλιτεχνικές τάσεις της ιρανικής φυλής. Τα θαύματα της τέχνης των Αχαιμενιδών έχουν μια έμφυτη και εξαιρετική πρωτοτυπία. Ο χαρακτήρας αυτός διατηρήθηκε ακόμη και ύστερα από την μεγάλη εισροή Ελλήνων τεχνιτών κατά την εποχή του Δαρείου του Μεγάλου (522-486 π.Χ.)
      Τα πρωιμότερα στάδια στην εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των Αχαιμενιδών αντιπροσωπεύονται από τα μάλλον πενιχρά λείψανα της πρωτεύουσας του Κύρου στους Πασαργάδες. Άλλα εντυπωσιακά δείγματα είναι ο τάφος  του Κύρου, ένα πέτρινο οικοδόμημα με αέτωμα πάνω σε κλιμακωτό βάθρο και ένας ζωροαστρικός ναός της φωτιάς, μια πυργόσχημη κατασκευή που θυμίζει τον τυπικό ναό της Ουραρτού. Εμφανής είναι και η τεχνική των Ελλήνων οικοδόμων στην αρχιτεκτονική της εποχής. Όσον αφορά στην κατασκευή των ανακτόρων, το πιο χαρακτηριστικό τους στοιχείο είναι οι πολλοί κίονες και η τάση να οικοδομούνται τα διάφορα διαμερίσματά τους γύρω από μια τετράγωνη κεντρική αίθουσα. Οι κίονες ήταν από ξύλο επενδεδυμένο με βαρύ επίχρισμα ζωγραφισμένο με ζωηρά χρώματα. Αλλού, οι κίονες φέρουν ραβδώσεις κατά τον ελληνικό τρόπο, ενώ τα περίτεχνα κιονόκρανα και οι βάσεις έχουν φυτική διακόσμηση, η οποία, όπως και πολλά άλλα διακοσμητικά στοιχεία των Αχαιμενιδών, είναι κατά το ήμισυ ελληνική και κατά το άλλο ήμισυ αιγυπτιακή.

Ανάκτορο Περσέπολης

Τα οικοδομικά υλικά και οι καλλιτέχνες έρχονταν από όλες τις χώρες που κυβερνούσε ο μέγας βασιλεύς και έτσι αισθητικές τάσεις, τεχνοτροπίες κκαι θέματα αναμίχθηκαν σε μια εκλεκτική τέχνη και αρχιτεκτονική που στην ουσία της αντικατοπτρίζει την ίδια την περσική αντίληψη για το πως αυτή πρέπει να λειτουργεί. Ωστόσο, η καλλιτεχνική αυτή δημιουργία ήταν ως σύνολο περσική. Όπως ακριβώς οι Αχαιμενίδες έδειχναν πλατιά ανεκτικότητα στα θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης και των εθίμων, εφόσον οι Πέρσες ήλεγχαν τη γενική πολιτική και τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας, έτσι και στο τομέα της τέχνης ήταν εξίσου ανεκτικοί, εφόσον το τελικό αποτέλεσμα ήταν περσικό. Εκτός από την αρχιτεκτονική, το ίδιο ισχύει και για άλλες τέχνες όπως η λεπτή τορευτική, που δημιούργησε θαυμάσια μεταλλικά σκεύη, την κοσμηματοποιία, την σφραγιδογλυφία, την οπλοτεχνία και την κεραμεική 

Κεφαλή ενός Αχαιμενίδη πρίγκηπα (ίσως του Ξέρξη),

από λαζουρίτη λίθο. Βρέθηκε στην Περσέπολι. 5ος π.Χ. αιώνας

Ο Δαρείος έριξε μεγάλο βάρος στα κατασκευαστικά έργα. Στην Αίγυπτο μάλιστα διάνοιξε διώρυγα, που ένωνε τον Νείλο με την Ερυθρά Θάλασσα και μπορούσε να διασχισθεί σε τέσσερις μέρες. Έτσι ο πλους από την θάλασσα της Αραβίας προς τον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να συνδέσει τα ανατολικά και τα δυτικά πέρατα της αυτοκρατορίας. Μέρος του ίδιου προγράμματος αποτελούσε και η ενθάρρυνση της κατασκευής λιμένων στις ακτές του Περσικού Κόλπου. Η Πάρσα ή Περσέπολις, άρχισε να κατασκευάζεται από τον Δαρείο το 520 π.Χ. Το όνομα Περσέπολις, με το οποίο έμεινε στην Ιστορία η πόλη, προέρχεται από παραφθορά της λέξεως "περσέπτολις", που σημαίνει καταστροφέας πόλεων. Παρ' ότι ο Δαρείος έθεσε τον θεμέλιο λίθο της Περσεπόλεως, η νέα πρωτεύουσα ολοκληρώθηκε κυρίως από τον διάδοχο του Ξέρξη και αργότερα από τον Αρταξέρξη Α'. Η πόλη ήταν ένα είδος φρουρίου και ανακτόρου μαζί, κτισμένη πάνω σε εκ φύσεως βραχώδη υπερυψωμένη θέση στο Περσικό Οροπέδιο. Το σύμπλεγμα των κτιρίων της αποτελούνταν κυρίως από την περίφημη Πύλη Όλων των Χωρών, την Αίθουσα Ακροάσεων, την Αίθουσα του Θρόνου με τους εκατό κίονες, το Ανάκτορο του Δαρείου, το Ανάκτορο του Ξέρξη και το Ανάκτορο του Αρταξέρξη Α'.

 Η Περσέπολη σήμερα
Εκτός από την κατασκευή της Περσέπολης, ο Δαρείος ασχολήθηκε επίσης με την κατασκευή οδών στην αυτοκρατορία του για να βελτιώσει τις χερσαίες επικοινωνίες. Οι επικοινωνίες σε ολόκληρη την αυτοκρατορία ήταν οργανωμένες με τρόπο τόσο τέλειο όσο καμιά από τις προγενέστερες δυνάμεις της Εγγύς Ανατολής δεν είχε επιτύχει. Ο πιο γνωστός δρόμος ήταν η Βασιλική Οδός, με μήκος περίπου 2.600 χιλιόμετρα από τις Σάρδεις της Μ. Ασίας ως τα Σούσα. Ήταν ένας δρόμος που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κάθε εποχή του έτους και το συντηρούσε το κράτος. Μέσω του οδικού αυτού δικτύου γινόταν η διεκπεραίωση του κρατικού ταχυδρομείου, για την εξυπηρέτηση του οποίου είχαν οργανωθεί σταθμοί στου οποίους υπήρχαν εφεδρικές βάρδιες. Οι σταθμοί απείχαν μεταξύ τους πορεία μιας ημέρας. Για την διευκόλυνση μάλιστα του εμπορίου, εκτός από τους δρόμους, τα λιμάνια και τη διάνοιξη της διώρυγας,  ο πέρσης βασιλιάς έκοψε ασημένια και χρυσά νομίσματα, που οι Έλληνες τα ονόμαζαν δαρεικούς διότι έφεραν στην μία όψη τους αποτυπωμένη την μορφή του Δαρείου. Οι διάδοχοι του Δαρείου όμως άφησαν το κράτος σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Πολλά χρήματα ξοδεύονταν για την συντήρηση των ανακτόρων και των χαρεμιών των βασιλέων. Επίσης, ένα μεγάλο μέρος των φόρων που συλλέγονταν υπό την μορφή πολύτιμων μετάλλων φυλάσσονταν στα θησαυροφυλάκια του βασιλιά, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη σκληρού νομίσματος για τον καθορισμό της αξίας των εμπορευμάτων και την ομαλότητα των εμπορικών συναλλαγών. Από αυτόν τον χρυσό πρέπει να κατασκευάσθηκαν και ορισμένα εξαίρετα δείγματα περσικής τέχνης, όπως ρυτά (οξύρρυγχα κύπελλα) και κοσμήματα.
Ο Δαρείος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την καλύτερη οργάνωση, έλεγχο και διοίκηση των μεγάλων πόλεων και των είκοσι περιφερειών (σατραπειών), στις οποίες ήταν διοικητικά διαιρεμένη η αυτοκρατορία. Το περσικό κράτος διέθετε ουσιαστικά πέντε πρωτεύουσες. Οι Πασαργάδες ήταν η πόλη των στέψεων, τα Σούσα και η Βαβυλώνα διοικητικά κέντρα και τα Εκβάτανα το θερινό θέρετρο των βασιλέων και της αυλής τους. Η Περσέπολη, η τελευταία πρωτεύουσα που οικοδόμησαν οι Πέρσες, αντιπροσώπευε την δόξα της αυτοκρατορίας και εκεί εορταζόταν το Νέο Έτος.

Παρ' όλα τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι Πέρσες στην διατήρηση της εξουσίας τους στην Εγγύς Ανατολή, κατάφεραν να έχουν τον πλήρη διοικητικό έλεγχο της αυτοκρατορίας τους. Για την επιτυχή διοίκηση της απέραντης αυτοκρατορίας τους, οι βασιλείς εφήρμοσαν το σύστημα των επαρχιών, που είχαν πρώτοι θέση σε ισχύ οι Ασσύριοι. Στο κέντρο της αυτοκρατορίας βρισκόταν ο βασιλεύς των βασιλέων. Γύρω του ζούσε μια Αυλή που την αποτελούσαν ισχυροί κληρονομικοί γαιοκτήμονες, ανώτεροι αξιωματικοί του στρατού, οι γυναίκες των ανακτόρων (χαρέμι), οι θρησκευτικοί αξιωματούχοι και οι γραφειοκράτες που διηύθυναν τα πάντα. Η Αυλή αυτή κατοικούσε κυρίως στα Σούσα, αλλά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες μεταφερόταν στα Εκβάτανα και την άνοιξη στην Περσέπολη και μερικές φορές στην Βαβυλώνα. Επίσης, συνόδευε το Βασιλιά όταν αυτός ταξίδευε στις επαρχίες 
       

Πιθανή αναπαράσταση του βασιλιά Ξέρξη από τοίχο της Περσέπολης.

Οι επαρχίες ονομάζονταν σατραπείες και διοικούνταν από τον σατράπη, που σημαίνει στα περσικά "προστάτης του βασιλείου". Ο σατράπης διοριζόταν μεν τυπικά από την κεντρική εξουσία αλλά συχνά μεταβαλλόταν σε κληρονομικό ηγεμόνα. Ο σατράπης εκτελούσε χρέη κυβερνήτη συνεπικουρούμενος από ολόκληρη στρατιά γραφειοκρατών. Οι είκοσι σατραπείες του περσικού κράτους ήταν σχεδόν ανεξάρτητες και ο συνδετικός κρίκος του περσικού βασιλείου ήταν η τακτική αλληλογραφία που είχαν οι σατράπες με την κεντρική εξουσία, δηλαδή τον βασιλιά. Γενικά, ο αριθμός των σατραπειών με την πάροδο του χρόνου μεγάλωνε, πρώτον επειδή έπρεπε να αποκατασταθεί αποτελεσματικός έλεγχος πάνω στους σατράπες με τη μείωση της δύναμης τους, δεύτερον επειδή η φεουδαρχική δομή αποτελούσε τη βάση της Περσικής κοινωνίας απαιτούσε να ανταμείβονται όλο και περισσότεροι άνθρωποι με κάποια σημαντική θέση στη διοίκηση, τέλος, επειδή οι αρχικές 20 σατραπείες ήταν αναμφίβολα πολύ μεγάλες και δεν μπορούσαν να διοικηθούν αποτελεσματικά. Ο ρόλος του σατράπη ήταν να ασκεί την διοίκηση της σατραπείας και να συλλέγει τους φόρους ενώ, ως αντάλλαγμα, αποκτούσε κληρονομικά δικαιώματα στον σατραπικό θώκο. Ως αντιστάθμισμα αυτών των υπερεξουσιών, ο βασιλιάς διόριζε δίπλα στον σατράπη τον γραμματέα, τον οικονομικό υπεύθυνο και τον στρατηγό, που ήταν επικεφαλής της φρουράς στην ακρόπολη της σατραπείας. Οι αξιωματούχοι αυτοί έστελναν τις αναφορές τους κατευθείαν στον βασιλιά ενώ ειδικοί επιθεωρητές, "το μάτι του βασιλιά", περιόδευαν και επιθεωρούσαν προσεκτικά και επί ετησίας βάσεως τις σατραπείες. Το κυβερνητικό αυτό σχήμα δίνει στους Πέρσες το προβάδισμα στην σύλληψη και προώθηση της ιδέας του "ενός κόσμου", της συνενώσεως όλων των λαών.

Ο στρατός συνιστούσε ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο στο μηχανισμό της αυτοκρατορίας. Και αυτός αναπτύχθηκε και άλλαξε με τον καιρό. Μετά τον Κύρο, η περσική κατά φυλές στρατολογία, που βασιζόταν στην αρχή ότι όλοι οι άρρενες Πέρσες ήταν υποχρεωμένοι να πολεμούν για το βασιλιά τους, αντικαταστάθηκε από έναν επαγγελματικό στρατό που συμπληρωνόταν από σώματα που έστελναν οι υποτελείς λαοί σε καιρούς έκτακτης πολεμικής δραστηριότητας. Επίλεκτη μονάδα του μόνιμου στρατού ήταν οι δέκα χιλιάδες «αθάνατοι» που την αποτελούσαν μόνο Πέρσες και Μήδοι, χίλιοι από τους οποίους συνέθεταν την προσωπικοί φρουρά του βασιλιά. Το πρόσωπο που διοικούσε τη μονάδα αυτή των «αθανάτων» συνήθως έλεγχε όλο το στρατό. Τα στρατεύματα των υποτελών που πολεμούσαν μαζί με το τακτικό στρατό, συντάσσονταν κατά εθνικές ομάδες, ήταν οπλισμένα κατά τις τοπικές τους συνήθειες, είχαν όμως συνήθως επικεφαλής Πέρσες αξιωματικούς. Μόνιμες στρατιωτικές μονάδες στατοπέδευαν στα στρατηγικά σημεία ολόκληρης της αυτοκρατορίας και, αν κρίνουμε από τη φρουρά της Ελεφαντίνης στην Αίγυπτο, ήταν στην πραγματικότητα στρατιωτικές αποικίες πάγια εγκατεστημένες στην ύπαιθρο κάθε χώρας. Έλληνες μισθοφόροι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον Περσικό στρατό όλο και πιο συχνά κατά τα υστερότερα χρόνια και πολλοί πολέμησαν με αφοσίωση για το Περσικό χρήμα.

Γενικά η περσική εξουσία ήταν ήπια για τους υποτελείς λαούς, τουλάχιστον κατά τα χρόνια των πρώτων Αχαιμενιδών. Αποτελούσε συνειδητή πολιτική του Κύρου και του Δαρείου το να διατηρούν οι κατεκτημένοι λαοί τη θρησκεία τους, τα έθιμα τους, τους τρόπους διεξαγωγής της οικονομικής τους δραστηριότητας και ως ένα βαθμό την αυτοδιοίκησή τους.

Το δίκαιο ήταν σπουδαίος παράγοντας της αυτοκρατορικής διοίκησης. Οι μαρτυρίες για την περσική δικαιοσύνη είναι άφθονες στις ελληνικές πηγές. Ο Δαρείος είχε έντονη της επιθυμία να τον θυμούνται ως μεγάλο νομοθέτη και η αναθεώρηση των νόμων ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος στο πρόγραμμα της αναδιοργάνωσης της αυτοκρατορίας. Δύο συστήματα δικαιοσύνης που εφαρμόζονταν πιθανώς από δύο διαφορετικά δικαστήρια, ίσχυαν στις επαρχίες. Το ένα στηριζόταν στους τοπικούς νόμους που πήγαζαν αναμφίβολα από τα έθιμα κάθε εθνικής ομάδας και από παλιότερους κώδικες. Το άλλο ήταν το περσικό ή αυτοκρατορικό σύστημα, που βασιζόταν στην αυθεντία του μεγάλου βασιλέως.
Η νομοθετική μεταρρύθμιση συνοδεύθηκε από την αναθεώρηση και την ενοποίηση του φορολογικού συστήματος. Η αυτοκρατορική φορολογία στηριζόταν προφανώς στο αξίωμα ότι όλες οι κατακτημένες χώρες ήταν ιδιοκτησία του βασιλιά. Έτσι, οι φόροι πληρώνονταν ως ενοίκια, οι δε Πέρσες και η εθνική τους εστία, η Περσίς, που δεν αποτελούσε κατακτημένο έδαφος, δεν κατέβαλλαν ποτέ φόρους. Κάθε σατραπεία επιβαρυνόταν με ένα προκαθορισμένο ετήσιο ποσό σε χρυσό ή αργυρό και κάθε υποτελές κράτος ήταν υποχρεωμένο να πληρώνει το φόρο υποτέλειας σε είδος. Σύμφωνα με τις βαβυλωνιακές πηγές, οι γεωργικοί φόροι κατά τις παλιότερες εποχές επιβάλλονταν κατ’ αποκοπή, ανεξάρτητα από την κυμαινόμενη ποσότητα της παραγωγής, ενώ κατά την εποχή του Δαρείου γίνονταν συχνές επιθεωρήσεις σε όλη τη χώρα, καθοριζόταν η παραγωγή κατ’ εκτίμηση με βάση τον μέσο όρο της συγκομιδής ορισμένων χρόνων και οι φόροι αντιστοιχούσαν σε ένα ποσοστό της μέσης απόδοσης. Τούτο δεν ήταν ακριβώς ένας φόρος εισοδήματος, αφού δεν στηριζόταν σε μια ποσοστιαία αναλογία επί της ετήσιας παραγωγής, ήταν όμως ένα λογικό ποσό που καθοριζόταν με βάση μια λογική εκτίμηση για την μέση παραγωγή
             
Ο τύμβος του Ξέρξη σκαμμένος μέσα σε βράχο στη Περσέπολη.
 Η οικονομία της αυτοκρατορίας λειτουργούσε χάρη στην ειρήνη που εξασφάλιζε η βασιλική εξουσία. Όταν η ειρήνη διακοπτόταν, η οικονομία παρουσίαζε ύφεση και σίγουρα το γεγονός αυτό ήταν μια από τις αιτίες της τελικής πολιτικής και στρατιωτικής κατάρρευσης του περσικού κράτους. Ο πλούτος τους πήγαζε από τη γη και την γεωργία. Με γη κυρίως άμειβε ο βασιλιάς όσους του προσέφεραν σημαντικές υπηρεσίες ή κατείχαν θέσεις με μεγάλη πολιτική ή στρατιωτική σημασία για την αυτοκρατορία. Παράλληλα, όμως, υπήρχαν και μεγάλα οικογενειακά κτήματα που με τον καιρό μεγάλωναν και ήταν ή γίνονταν κληρονομικά, τα διαχειρίζονταν δε πολλές φορές γαιοκτήμονες που δεν ήταν επί τόπου. Κατά κανόνα, τα κτήματα αυτά κατέχονταν από Πέρσες, αλλά και χωροδεσπότες μη περσικής καταγωγής μπορούσαν να συσσωρεύσουν μεγάλο πλούτο και δύναμη. Τούτο αποτελεί άλλη μια απόδειξη για την ελαστικότητα με την οποία οι Αχαιμενίδες διοικούσαν την αυτοκρατορία τους. Οι ηγεμόνες αυτοί έλαβαν θετικά μέτρα για την ενθάρρυνση της γεωργίας, επενδύοντας κρατικά κεφάλαια και βελτιώνοντας το αρδευτικό δίκτυο και την καλλιέργεια.
Οι Περσικοί πόλεμοι απέδειξαν πως πέρα από την μάχη για την επικράτηση και την επέκταση των εδαφών από μέρους των Περσών καθώς και την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας τους από μέρους των Ελλήνων, υπήρχε και η σύγκρουση για την επικράτηση των δύο διαφορετικών πολιτισμών: του Ελληνικού και του Περσικού. Το σίγουρο είναι πως δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα συνέβαινε αν οι Έλληνες είχαν χάσει τη ναυμαχία της Σαλαμίνας και είχαν υποδουλωθεί στους Πέρσες. Ο Ελληνικός Πολιτισμός με το μεγαλείο που του προσδίδουμε σήμερα δύσκολα θα είχε ακμάσει υπό τον Περσικό ζυγό. Ενώ, αντίθετα, ο Περσικός πολιτισμός, επηρεαζόμενος από τον υποτελή Ελληνικό λαό και πολιτισμό, ενδεχομένως να είχε γνωρίσει στιγμές δόξας

Χρίστος Θωμάτος 
Α2 1ου ΓΕΛ Αγίου Δημητρίου

Βιβλιογραφία

 

 

  • Λοΐζος Ι. Δημήτρης, Η Αρχαία Ελλάδα και οι Ανατολικοί Λαοί: Από τους Σουμέριους στον Μέγα Αλέξανδρο (3000-323 π.Χ.), Αθήνα: 2001-2003
  • Σακελλαρίου Μ., Δεσποτόπουλος Κ., κ.α., Ιστορία των Ελλήνων, 3ος τόμος, «Κλασικοί Χρόνοι», Εκδόσεις Δομή
  • Δρακόπουλος Βαγγέλης (επιμέλεια), Ευθυμίου Γεωργία (επιμέλεια), Επίτομο Λεξικό της Ελληνικής Ιστορίας: Πρόσωπα – Γεγονότα – Ημερομηνίες – Χάρτες – Συνθήκες,  Αθήνα: 2004, Το Βήμα
  • Αικατερινίδης Γ., Αναστασιάδης Γ., κ.α.,  Νέα ΕγκυκλοΠαιδεία, τόμος 20, Θεσσαλονίκη:2006, Εκδόσεις Παιδεία/ Μάλλιαρης – Παιδεία
  • Αργυράκη Ρ., Βλασσίδης Β., κ.α., Εγκυκλοπαίδεια Δομή, Ελλάδα Ι, Ιστορία – Πολιτισμός, Εκδόσεις Δομή
  • Αθανασιάδης Β., Αικατερινίδης Γ., κ.α., Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμος 49ος, Αμαρούσιον: 1992, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος
  • Πηγές από το διαδίκτυο:
 Μάιος 2011

Comments