Το 1205 – 1207 O Γοδεφρείδος Βιλλαρδουϊνος ( Ντζεφρές) από την Καμπανία της Γαλλίας, μ’ έδρα την Ανδραβίδα, κατέλαβεν όλη την Πελοπόννησο, την οποία μοίρασε σε 12 Βαρωνίες, σε 94 μικρότερα τεμάχια, τα Φέουδα. Η Βαρωνία της Άκοβας στη Μεσσαρέα ( Αρκαδία ), με 24 Φέουδα, εδόθη στον Ιππότη Ντε Ροζιέρ, ο οποίος έκτισε το κάστρο της Άκοβας (κοντά στο Γαλατά ), που οι Γάλλοι τόλεγαν Ματαγριφον, Ελληνοφόνιον κατά τον Τ. Κανδηλώρο, ο δε λαός το λέει Κάστρο της Μονοβύζας. Αλλιώς εξηγείται: Ο δολοφόνος των Ελλήνων ή σταμάτα, Έλληνα. Όταν πέθανε ο Ντε Ροζιέρ το 1263 ο Βιλλαρδουϊνος άρπαξε τη Βαρωνία της Ακοβας ενώ την εδικαιουτο η ανεψιά του Μαργαρίτα Πασσαβά. Αργότερα όμως αναγκάστηκε να της παραχωρήσει 8 από τα 24 Φέουδα, τα πιο εύφορα. Τα άλλα 16 μοιράστηκαν από 8 στην κόρη του Μαργαρίτα και στην εγγονή του Ισαβέλλα. Της Κυράς το γεφύρι στο Λάδωνα, ανάμεσα Μυγδαλιά – Μουριά, τώρα σκεπασμένο το χειμώνα από τη λίμνη της Δ.Ε.Η. είν’ έργο μιας από τις 3 αυτές, μάλλον της Μαργ. Πασσαβά, η οποία κρατούσε την Κερπινή με τα γύρω χωριά (Στέφ. Δραγούμης). Στα χρόνια κείνα ο Δεσπότης του Μιστρά Μανουήλ Κατακουζηνός (1348 – 1380) έφερε στην Πελοπόννησο Αλβανούς μισθοφόρους στρατιώτες με τις οικογένειές τους. Αργότερα κατέβηκαν κι άλλοι Αλβανοί, περί τις 10.000, κυρίως ποιμένες. Στις αρχές έμεναν στους κάμπους. Βαριεστημένοι όμως από τους Τούρκους τραβήχτηκαν στα βουνά και ζούσαν αρμονικότερα με τους Έλληνες, με τον καιρό δε αφομοιώθηκαν εντελώς . Το 1430 οι Φράγκοι έφυγαν από την Πελοπόννησο, την οποία σχεδόν κατέλαβαν οι Παλαιολόγοι του Μιστρά ως το 1460, οπότε την κατέκτησαν οι Τούρκοι. Το 1462 έπεσε στα χέρια τους η Δημητσάνα κι όλη η Μεσσαρέα (= Αρκαδία, ως ευρισκόμενη στη μέση της Πελοποννήσου). |