Η μεγάλη Επανάσταση του 1821 βρήκεν έτοιμους ψυχολογικά τους κατοίκους της επαρχίας Καρύταινας, από τη δράση των Φιλικών, κυρίως του Σωτήρη Παπαγιαννόπουλου από το Βαλτεσινίκο και του Στέφ. Ρολογά η Στεφανόπουλου από τη Ζάτουνα. Άρπαξαν τα όπλα πρόθυμα, έψαλαν παντού δοξολογίες και πανηγύρισαν, έπιασαν και σκότωσαν Τούρκους, ο λαός παντού μ’ ενθουσιασμό κατευόδωνε τους πολεμιστές, που είχαν ορκιστεί : <<Ελευθερία ή Θάνατος>>. Οι γυναίκες τους ενθάρρυναν, ζύμωνάν συνέχεια ψωμιά (δεν υπήρχαν φούρνοι), τους βοηθούσαν όπως μπορούσαν. Στις 23 Μαρτίου στο ναό Ιωάννου Προδρόμου Λαγγαδίων εψάλη δοξολογία επίσημη κι’ εκηρύχθη Επανάσταση.
Η Επαρχία Καρύταινας ήταν χωρισμένη σε 3 Τμήματα : 1) Της Άκοβας, περιοχή Λαγγαδίων, μ’ αρχηγό το Δεληγιάννη, όπου υπαγόταν και το Καρνέσι. 2) Της Λιοδώρας, από τη Ζάτουνα και πέρα μ’ αρχηγό το Δ. Πλαπούτα και 3) Των Βουνών και του Κάμπου, περιοχή Καρύταινας, μ’ αρχηγό το Θ. Κολοκοτρώνη.
Πρώτη επιδρομή του Ιμβραήμ
Στις 3 Ιουλίου, μετά την πανωλεθρία των Ελλήνων στα Τρίκορφα, ξεκίνησ’ ο Ιμβραήμ με 20 χιλ. πεζικό και ιππικό από την Αλωνίσταινα και κυνηγώντας τους Έλληνες έφτασ’ ως τα Μαγούλιανα. Εκεί μοίρασε το στρατό του σε 2 τμήματα. Το ένα υπό τον Σαμή πασά πέρασε Βαλτεσινίκο, Κερπινή, Γλανιτσιά κι’ επιασε της Κυράς το γεφύρι για ν’ αποκλείσει τους οπλαρχηγούς και τις οικογένειές τους. Το άλλο τμήμα υπό τον Ιμβραήμ πέρασ’ από τα Λαγκάδια μέχρι το Σπάθαρι, πυρπολώντας και ρημώνοντας τα πάντα. Ο Σαμή Πασάς προχώρησ’ ως τη Βάχλια κι’ από κει πέρασ’ από το Σοπωτό, τη Χόβολη και γύρισε στην Τρίπολη καταστρέφοντας τα πάντα.
Δεύτερη επιδρομή του Ιμβραήμ
Στα τέλη Αυγούστου 1825 πάλι βγήκε μ’ όλο το στρατό του ο Ιμβραήμ από την Τρίπολη και τον άπλωσε στις κοιλάδες τις εύφορες του Λεβιδίου, του Καρνεσίου, κλπ., για να μαζέψουν τα ώριμα αραποσίτια, να εφοδιάσει την Τρίπολη πριν πάει στο Μεσολόγγι. Ένα ανίψι του Μπεόπουλο με 300 άνδρες έφτασε στην Λάστα και ξέγνοιαστο κάτω από μια καρυδιά έτρωγε καρύδια και ρέμβαζε. Εκεί όρμισαν και τον έπιασαν αιχμάλωτο και τον κρατούσε ο Γιώργης Μπούμπουλης ή Κούνας από το Βαλτεσινίκο κι’ υποσχέθηκε να δώσει ο θείος του γι’ αντάλλαγμα της απελευθέρωσης του πολλούς αιχμαλώτους Έλληνες και πολλά χρήματα. Αλλ’ ο Γιώργης Γιαννακόπουλος, από τ’ Αγριδάκι, τον σκότωσε ύπουλα κι’ έγινε πρόξενος μεγάλης ζημιάς. Μόλις τόμαθε ο Ιμβραήμ έγινε θηρίο κι’ άμέσως από το Δάρα έφτασε στη Λάστα, την κατάστρεψε, κι από κει στα Μαγούλιανα, Βαλτεσινίκο μέχρι το ύψωμα Κουτούνι πάνω από την Τσιάρνη, ερημώνοντας τα πάντα. Από κει ένα τμήμα γύρισε και πολιόρκησε τους κλεισμένους στη σπηλιά του Αγιονικόλα 500 κατοίκους Βαλτεσινίκου κι’ άλλων γύρω χωριών, χωρίς να καταφέρει να μπει στη σπηλιά, κι’ άλλο έφτασε στη Γλανιτσιά. Ύστερα όλοι μαζί, αφού έκαψαν και λεηλάτησαν τη Γλανιτσιά και την Κερπινή, κυνηγούσαν στα γύρω υψώματα τους Κερπινιώτες και γίνηκαν πολλές μικροσυμπλοκές σ’ όλες τις σπηλιές, όπου κρυβόσαν. Στην μεγάλη σπηλιά τ’ Αγιοταξιάρχη γίνηκε σωστή μάχη. Εκεί είχε κτιστεί τριώροφο φρούριo μ’ αποθήκη τροφίμων, πολεμοφοδίων και πολεμίστρες, σκάλες εξωτερικές κι’ εσωτερικές και μικρά πορτοπαράθυρα. Είχαν κλειστεί μέσα όλοι σχεδόν οι Κερπινιώτες με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Ο Ιμβραήμ μάταια επί ώρες πολιόρκησε σκληρά το φρούριο. Τότ’ έβαλε φωτιά στο δάσος της Βέλικας πάνω από τη σπηλιά και δοκίμασε να ρίξει φωτιά και να τους κάψει. Με υπεράνθρωπές προσπάθειες οι πολιορκημένοι έσβησαν τη φωτιά και γλίτωσαν. Κάηκαν μόνον οι εξωτερικές σκάλες. Απογοητευμένος κι’ από δω ο Ιμβραήμ έκαψε τα δάση και τα χωριά Γλόγοβας, Καρνεσιού κι’ Αγριδιού κι’ έφτασε πάλι στο Δάρα. Μέχρι το χειμώνα οι Κερπινιώτες έμειναν στις σπηλιές κι’ όταν στο μεταξύ διόρθωσαν τα καμένα σπίτια τους γύρισαν σ’ αυτά.
Τρίτη επιδρομή του Ιμβραήμ
Το Σεπτέμβρη του 1826, μετά την επιτυχία του στο Μεσολόγγι, ο Ιμβραήμ έκαν’ επιδρομή στην επαρχία Καλαβρύτων, ένα τμήμα δε του στρατού του πέρασε στα χωριά της Καρύταινας. Οι χωρικοί υπό τους Καν. και Δημ. Δεληγιάννη τους επολέμησαν γενναία και τους κυνήγησαν στην Κερπινή, Γλανιτσιά, Κυράς γεφύρι, Συριάμου, Ποδογορά, Ξεροκαρύταινα, Παραλογγούς και Τριπόταμα, ώσπου τέλος τους έβγαλαν από την επαρχία, πριν καταστρέψουν και πάλι τα πολύπαθα χωριά. Όταν αργότερα, φοβισμένοι και πληγωμένοι από τον Ιμβραήμ, προσκύνησαν οι κάτοικοι πολλών χωριών των Καλαβρύτων, της Πάτρας, της Βοστίτσας και της Γαστούνης, ο Θ. Κολοκοτρώνης θεωρούσε << το μίασμα του προσκυνήματος>> πιο επικίνδυνο κι’ από 50 χιλ. Στρατό του Ιμβραήμ, διάταξε <<φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους>>.