|
Η ζωή δημιουργήθηκε πάνω στη γη πριν από περίπου 3,5 δισεκατομμύρια χρόνια. Aπό τότε μέχρι σήμερα πέρασε από πολλές μεταβολές εξαιτίας κλιματικών, γεωλογικών και άλλων συνθηκών, πλανητικής κλίμακας. Αυτές οι συνθήκες θεωρείται ως κύρια αιτία των παλαιότερων μαζικών εξαφανίσεων έμβιων όντων. Σε όλες όμως τις παραπάνω μεταβολές η ζωή με τον ανταγωνισμό, την προσαρμογή και τη φυσική επιλογή των ζωντανών οργανισμών, έφτασε στη σημερινή της διάσταση. Στις μέρες μας, διανύουμε μια άλλη απειλή. Είναι αυτή της αύξησης του πληθυσμού των ανθρώπων και των δραστηριοτήτων μας. Ανταγωνιζόμαστε τη φυσική χλωρίδα και πανίδα για φυσικούς πόρους, μεταφέρουμε είδη από το ένα μέρος του πλανήτη στο άλλο και επηρεάζουμε το κλίμα, λόγω της καύσης ορυκτών καυσίμων. Τα παλαιοντολογικά μουσεία είναι γεμάτα από είδη φυτών και ζώων τα οποία δεν υπάρχουν πια. Συνήθως, αυτά έδωσαν τη θέση τους σε συγγενικά είδη που επιβίωσαν, λόγω καλύτερης προσαρμογής σε νέες συνθήκες, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Η προσαρμογή όμως αυτή προήλθε από ανάμιξη των κληρονομικών χαρακτηριστικών που έδωσε ανθεκτικότερα είδη. Επομένως, η εξαφάνιση μιας μορφής ζωής είναι μια φυσιολογική διαδικασία στην εξελικτική πορεία των ειδών, μόνο όταν σχετίζεται με τον ανταγωνισμό, την προσαρμογή και τη φυσική επιλογή. Σε αυτή όμως την περίπτωση, δεν έχουμε απώλεια ή εξαφάνιση ειδών. Έχουμε ανασυνδυασμό γενετικής πληροφορίας κι αύξηση της βιοποικιλότητας. Η παραπάνω διαδικασία απώλειας ειδών δεν πρέπει να συγχέεται με την εξαφάνιση φυτών και ζώων, ως αποτέλεσμα ορισμένων δραστηριοτήτων του ανθρώπου. Σε αυτή την περίπτωση η εξαφάνιση ενός είδους σημαίνει απότομη διακοπή της εξελικτικής του πορείας. Ταυτόχρονα, διαταράσσεται η ισορροπία στο οικοσύστημα, χάνεται οριστικά η γενετική πληροφορία που μετέφερε αυτό το είδος και μειώνεται η βιοποικιλότητα στη φύση. Ο όρος της βιοποικιλότητας επινοήθηκε από τον αμερικανό περιβαλλοντολόγο R. F. Dasmann, στα τέλη του 1960. Αργότερα, το 1980, ο βιολόγος T.E.Lovejoy εισήγαγε τον όρο στην επιστημονική κοινότητα. Όμως η βιοποικιλότητα έγινε περισσότερο γνωστή από τις διαλέξεις και τα βιβλία των W.G.Rosen, το 1985 και E.O.Wilson, το 1988. Ωστόσο, στην Παγκόσμια Σύνοδο Κορυφής, για το περιβάλλον και την ανάπτυξη, στο Rio de Janeiro της Βραζιλίας το 1992, η βιοποικιλότητα έγινε το κυρίαρχο θέμα από πολιτικούς, ειδικούς επιστήμονες και απλούς πολίτες. Εκεί, υπογράφτηκε για πρώτη φορά η Σύμβαση για τη Διατήρηση της Βιοποικιλότητας. Αυτή η σύμβαση χαρακτηρίζει τη βιοποικιλότητα ως την ‘’ποικιλότητα των ζώντων οργανισμών όλων των οικοσυστημάτων -χερσαίων, θαλάσσιων και άλλων υδάτινων οικοσυστημάτων, καθώς και την ποικιλότητα των οικολογικών σχηματισμών στα οποία είναι μέλη’’. Σήμερα, η βιοποικιλότητα χρησιμοποιείται μερικές φορές υπερβολικά για να εκφράσει την ανησυχία για το φυσικό περιβάλλον και την εξαφάνιση των ειδών. Όμως, η διατήρηση της βιοποικιλότητας έχει μεγάλη σημασία για τη ζωή. Κυρίως, επειδή η εξαφάνιση ενός είδους φυτού ή ζώου δημιουργεί τόσο μεγάλη απώλεια, που κανένας φυσικός ή και τεχνολογικό μηχανισμός δεν μπορεί να ξαναδημιουργήσει. Η βιοποικιλότητα συνήθως αναφέρεται στην ποικιλία των μορφών της ζωής σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Περιλαμβάνει την ποικιλία των διαφόρων ειδών φυτών, ζώων και μικροοργανισμών. Επίσης, την ποικιλία των γονιδίων που αυτοί οι οργανισμοί έχουν. Αλλά, και την ποικιλία των οικοσυστημάτων, βιοκοινωνιών, ενδιαιτημάτων και τοπίων τους. Δηλαδή, εκεί όπου αυτοί οι οργανισμοί υπάρχουν και δραστηριοποιούνται. Με απλά λόγια η βιοποικιλότητα περιγράφει τη βιολογική ποικιλομορφία μιας περιοχής, ενός οικοσυστήματος, ενός οικοτόπου ή και μιας βιοκοινωνίας. Αν και ο όρος την βιοποικιλότητας είναι σαφής, το περιεχόμενο της είναι μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες έννοιες της οικολογίας. Ο λόγος είναι ότι δεν υπάρχει μία, αλλά πολλές βιοποικιλότητες. Επίσης, δεν είναι ενιαίος ο τρόπος που μπορεί να μετρηθεί ή να υπολογιστεί. Στην πράξη, μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα βιοποικιλότητας, στα επίπεδα οργάνωσης της ζωής. Το καθένα από αυτά έχει διαφορετική σημασία, αλλά ουσιαστικά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι ενός ενιαίου περιβάλλοντος. α) Η Γενετική βιοποικιλότητα. Το κάθε είδος οργανισμού χαρακτηρίζεται από γονίδια στα οποία οφείλει τα μοναδικά του χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, στον άνθρωπο, η ποικιλία των ανθρώπινων προσώπων αντανακλά τη γενετική ατομικότητα του κάθε ανθρώπου. Άρα τη γενετική ποικιλότητά τους. Αλλά και οι ράτσες των σκύλων και οι διαφορετικές ποικιλίες της τριανταφυλλιάς περιγράφουν γενετική βιοποικιλότητα. Δηλαδή, μέσα από την ποικιλία των γονιδίων μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους εκφράζεται η γενετική ποικιλότητα. Η γενετική ποικιλότητα έχει μεγάλη σημασία για τη ζωή. Για παράδειγμα, κάποια άτομα ενός είδους έχουν την ικανότητα να αντέχουν σε ένα αυξημένο φορτίο ρυπαντών στο περιβάλλον τους. Άλλα άτομα του ίδιου είδους, που ίσως διαθέτουν διαφορετικά γονίδια, έχουν μειωμένη ικανότητα ή ακόμη πεθαίνουν λόγω των συγκεκριμένων περιβαλλοντικών συνθηκών. Έτσι λοιπόν, τα πρώτα άτομα θα συνεχίσουν να ζουν στο περιβάλλον, τα δεύτερα όμως είτε θα εγκαταλείψουν το συγκεκριμένο περιβάλλον ή θα πεθάνουν. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται φυσική επιλογή. Υπάρχει όμως περίπτωση, τα άτομα που δεν ζουν πια, να έφεραν και να ανέμιξαν κάποια άλλα γονίδια. Γονίδια, για παράδειγμα γρηγορότερης αύξησης ή γονίδια που είχαν την ικανότητα να αντιμετωπίζουν καλύτερα άλλους παράγοντες πίεσης. Δηλαδή, όσο μεγαλύτερη είναι η ποικιλία των γονιδίων-κληρονομικές καταβολές, ενός συγκεκριμένου είδους, τόσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητα επιβίωσης του είδους αυτού απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις, όπως επιδημίες, κλιματικές αντιξοότητες κ.λπ. Σήμερα, η γενετική μηχανική παράγει γενετικά βελτιωμένα είδη, με τεχνητό τρόπο. Αυτά όμως τα είδη, απέναντι στα φυσικά είδη έχουν πολύ μικρότερη ποικιλία κληρονομικών καταβολών. Συνεπώς, αυτά είναι πολύ περισσότερο ευαίσθητα και μειονεκτούν στην ικανότητα επιβίωσής τους. β) Βιοποικιλότητα των ειδών φυτών και ζώων. Αυτή εκφράζεται με τον αριθμό-πλήθος των ειδών φυτών και ζώων που απαντούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Όμως, ο αριθμός μόνο των ειδών δεν εκφράζει πάντοτε τη βιοποικιλότητα. Συνήθως, συνυπολογίζεται και ο πληθυσμός των ειδών, το μέγεθος των ατόμων, η βιομάζα τους και η κυριαρχία ορισμένων ειδών. Άλλοι δέχονται ως έκφραση της βιοποικιλότητας τον αριθμό των λειτουργιών που ασκούν τα είδη σε ένα συγκεκριμένο οικοσύστημα. Δηλαδή τον αριθμό των οικολογικών φωλεών-οικοθέσεών τους. Όλοι αυτοί οι παράμετροι είναι δύσκολο να εκτιμηθούν. Έτσι, θεωρείται ικανοποιητική η έκφραση της βιοποικιλότητας των ειδών με βάση τον αριθμό των ειδών φυτών και ζώων μιας συγκεκριμένης περιοχής ή ενός συγκεκριμένου οικοσυστήματος. Η σημασία της βιοποικιλότητας των ειδών είναι προφανής για την οικολογική ισορροπία, σταθερότητα και λειτουργία των μηχανισμών ενός οικοσυστήματος. Όσο περισσότερα είδη μετέχουν στη σύνθεση ενός οικοσυστήματος, τόσο μεγαλύτερη σταθερότητα παρουσιάζει το οικοσύστημα. Τόσο πυκνότερο είναι το δίκτυο των τροφικών αλυσίδων και βιοσυστημάτων που δημιουργούνται. Τόσο πιο γρήγορες είναι οι ροές ενέργειας, καθώς και η ανακύκλωση θρεπτικών στοιχείων. Επίσης, λειτουργούν καλύτερα και αποτελεσματικότερα οι μηχανισμοί ισορροπίας στα οικοσυστήματα. Επίσης, είναι γνωστό ότι η σύνθεση των ειδών σε ένα οικοσύστημα είναι αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας εξέλιξης. Κάθε είδος είναι προσαρμοσμένο στην οικοθέση του, Αυτή, χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα γνωρίσματα. Τέτοια είναι για παράδειγμα η διακύμανση της θερμοκρασίας, η διαθεσιμότητα της τροφής ή το φως. Αυτά, με τη σειρά τους βοηθούν στην αναπαραγωγή του είδους και συνεπώς στη διατήρηση του πληθυσμού του. Ωστόσο, το είδος, καθώς ζει μέσα σε ένα οικοσύστημα, αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του και συνεπώς εκτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες. Για παράδειγμα, τα μύδια τρέφονται με σωματιδιακό υλικό του νερού, διηθώντας νερό. Με αυτό τον τρόπο αυξάνεται η διαφάνεια του νερού στην περιοχή και η διαθεσιμότητα του φωτός για τα φυτά. Έτσι, ευνοείται εκεί η ανάπτυξη των φυτών. Το αποτέλεσμα είναι ότι με την ανάπτυξη των ριζωμάτων των φυτών, εμποδίζεται η μετακίνησης του ιζήματος του πυθμένα της θαλάσσιας περιοχής. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, οι πιο πάνω αλληλεπιδράσεις για παράδειγμα, δημιουργούν ισορροπία στο οικοσύστημα. Έτσι, η απώλεια ενός είδους συνήθως επηρεάζει πολλά άλλα είδη, γιατί χάνονται κάποιες σχέσεις και αλληλεπιδράσεις. Το αποτέλεσμα είναι ότι διαταράσσεται η ισορροπία στο οικοσύστημα. Και σταματούν αρκετές λειτουργιές εντός και εκτός του συστήματος. Οποιοδήποτε είδος λάβει τη θέση του χαμένου είδους είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα αντικαταστήσει όλες τις λειτουργίες που συνήθως εκτελούσε το προηγούμενο είδος. Εξάλλου η απώλεια της βιοποικιλότητας των ειδών είναι αλληλένδετα συνδεδεμένη με την υποβάθμιση των υπηρεσιών των οικοσυστημάτων που υποστηρίζουν τη ζωή στον πλανήτη. γ) Βιοποικιλότητα των οικοσυστημάτων ή των βιοκοινωνιών. Αυτή εκφράζεται με τον αριθμό-πλήθος των οικοσυστημάτων ή βιοκοινωνιών που υπάρχουν σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Ο αριθμός των οικοσυστημάτων και ο τρόπος κατανομής τους στο χώρο, δηλαδή το μωσαϊκό των τύπων οικοσυστημάτων, χαρακτηρίζει τη φυσιογνωμία μιας περιοχής. Η προστασία των οικοσυστημάτων εξασφαλίζει όχι μόνο την προστασία των ειδών που τα συνθέτουν, αλλά και τη διατήρηση της φυσιογνωμίας τους. Ο ακριβής ρόλος που διαδραματίζει η βιοποικιλότητα μέσα στην πολυπλοκότητα των οικοσυστημάτων, είναι δύσκολο να αξιολογηθεί. Οι ρόλοι των διαφορετικών στοιχείων που αποτελούν ένα οικοσύστημα ή μια βιοκοινωνία, εξελίσσονται διαρκώς μέσα στο χρόνο. Όμως, δεν γνωρίζουμε το βαθμό με τον οποίο συγκεκριμένα γνωρίσματα του οικοσυστήματος, όπως η πρωτογενής παραγωγή και η αποσύνθεση, οφείλουν τη διατήρησή τους στη βιοποικιλότητα. Παρόλα αυτά, παρατηρήθηκε ότι συγκεκριμένα είδη-γνωστά ως κυρίαρχα ή βασικά είδη, ασκούν μεγάλη επιρροή στις δομές και στις λειτουργίες του οικοσυστήματος. δ) Βιοποικιλότητα των τοπίων. Εκφράζεται με το πλήθος των τύπων των τοπίων που εμφανίζονται σε μια περιοχή ή σε μια χώρα. Στη σύνθεση όμως ενός τοπίου συμμετέχουν φυσικά και τεχνητά οικοσυστήματα. Τέτοια είναι για παράδειγμα, τα δάσος, το ποτάμι, το λιβάδι, αλλά και οι διάφορες γεωργικές καλλιέργειες, οι τύποι των οικισμών, τα μνημεία και γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά. Στην πορεία του χρόνου, οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες, μέσα από διαφορετικούς πολιτισμούς, διαμόρφωσαν την ποιότητα και την ποικιλότητα των τοπίων. Δηλαδή, και τα τοπία βρίσκονται σε μια διαρκή εξελικτική πορεία. Αιτία είναι οι συνεχείς αλλαγές που οφείλονται στον τρόπο που οι διαφορετικές κοινωνίες χρησιμοποιούν τη γη, αλλά . Δηλαδή, ένα τοπίο αποτελείται από σύνολα φυσικών και ανθρωπογενών-πολιτιστικών στοιχείων. Η προστασία κάθε επιπέδου της βιοποικιλότητας εξαρτάται από την προστασία του προηγούμενου ή επόμενου επιπέδου. Για παράδειγμα, η προστασία και διατήρηση των τοπίων εξαρτάται από την προστασία και διατήρηση της βιοποικιλότητας των οικοσυστημάτων που τα συνθέτουν. Η σταθερότητα των οικοσυστημάτων εξαρτάται από την προστασία και τη διατήρηση των ειδών που συμμετέχουν στη δομή τους. Και η προστασία και διατήρηση της βιοποικιλότητας των ειδών εξαρτάται από τη διατήρηση και την προστασία της γενετικής βιοποικιλότητάς τους. Ωστόσο, η προστασία της βιοποικιλότητας πρέπει να αντιμετωπίζεται ενιαία. Η Βιοποικιλότητα της Ελλάδας. Στην Ευρώπη, η βιοποικιλότητα είναι ανομοιόμορφα κατανεμημένη. Πολύ μικρή ποικιλία οικοσυστημάτων και μικρή βιοποικιλότητα ειδών φυτών και ζώων παρατηρείται στη Βόρεια Ευρώπη σε σύγκριση με τη νότια. Οι περιοχές υψηλής βιοποικιλότητας κατανέμονται γύρω από τη Μεσόγειο. Τέτοιες είναι η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Γαλλία. Αλλά και εκτός της Ευρώπης στην Ουκρανία, Γεωργία, Αρμενία, Τουρκία. Εκεί, απαντώνται πάνω από 5.000 ενδημικά είδη φυτών. Η Μεσόγειος σε όρους βιοποικιλότητας είναι η πιο πλούσια θάλασσα της Ευρώπης. Η Ελλάδα διαθέτει μεγάλη βιοποικιλότητα σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Αυτή η βιοποικιλότητα, οφείλεται στη γεωλογική της ιστορία, στις κλιματικές συνθήκες και κυρίως στη γεωγραφική της διαμόρφωση και θέση. Θέση που πρόσφερε στο παρελθόν μεγάλη ποικιλία φυτών και ζώων από τη Μεσόγειο, την Ευρώπη, την Ασία και τη βόρειο Αφρική. Για παράδειγμα, στη χώρα μας βρίσκουμε πολλούς τύπους χλωρίδας με μεγάλη βιοποικιλότητα. Τη μεσογειακή χλωρίδα κατά μήκος των ακτών και στα νησιά του Ιονίου και Αιγαίου πελάγους. Την μεσοευρωπαϊκή ή ευρασιατική που κυριαρχεί στις ορεινές περιοχές της Κ και Β. Ελλάδας. Είδη φυτών της ιρανοκασπιακής ή ποντιακής χλωρίδας που συναντώνται στη ΒΑ Ελλάδα (Θράκη) και στα νησιά του ΒΑ Αιγαίου. Φυτά που εξαρτώνται αποκλειστικά από τον τύπο του εδάφους, όπως είναι η αμμόφιλη, βραχόφιλη, αλόφιλη, υγρόφιλη και ελοφυτική, παραποτάμια και παρόχθια βλάστηση. Επίσης, υπάρχουν στην Κρήτη είδη φυτών που προέρχονται από τη βορειοαφρικάνικη χλωρίδα. Πρόσθετα με αυτά ο ελληνικός χώρος διακρίνεται από πολλά βουνά, χαράδρες, , βράχια, ποταμούς, υγρότοπους, παραλίες, αβαθείς θαλάσσιες περιοχές, νησιά και βραχονησίδες. Όλα αυτά δημιουργούν ξεχωριστούς βιοτόπους με τοπικές κλιματικές και εδαφικές ιδιομορφίες. Επίσης, εξαιτίας και του μεγάλου αριθμού συνδυασμών ειδών φυτών και ζώων, εμφανίζεται πολύ μεγάλη βιοποικιλότητα φυτοκοινωνιών, οικοτόπων και οικοσυστημάτων. Είναι γνωστό από παλαιο-γεωγραφική άποψη, ότι οι παγετώνες που κάλυπταν την Ευρώπη κατά τις γεωλογικές περιόδους, δεν έφτασαν στη χώρα μας. Έτσι, πολλά είδη οργανισμών, της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης μετανάστευσαν νοτιότερα. Έφθασαν και μέχρι την Ελλάδα, όπου εγκαταστάθηκαν αλλά και διασταυρώθηκαν με τα είδη που προϋπήρχαν. Και δημιούργησαν είτε πληθυσμούς του είδους τους, είτε υβρίδια με τα προϋπάρχοντα είδη. Με αυτό τον τρόπο η γενετική τους βιοποικιλότητα μεγάλωσε. Παράδειγμα είναι γνωστά τα υβρίδια της ελάτης που προήλθαν από τη διασταύρωση ης ελληνικής-κεφαλλονίτικης και της λευκής ελάτης. Η ίδια μεγάλη γενετική βιοποικιλότητα, συναντάται σε όλα σχεδόν τα δασοπονικά είδη της Ελλάδας, όπως είναι για την ερυθρελάτη και τη δασική πεύκη. Το ίδιο πιθανόν να συμβαίνει και με τα άλλα είδη φυτών και ζώων. Ωστόσο, αυτές οι συνθήκες, δίδουν μια πολύ μεγάλη σημασία για τη χώρα μας. Και για την αφθονία στην ποικιλία γενετικού υλικού, αλλά και ως απόθεμα διατήρησης ποικιλίας γονιδίων. Η αφθονία των φυτών στην Ελλάδα ξεπερνάει περίπου τα 6.300 είδη. Για σύγκριση, σημειώνεται ότι η Ισπανία έχει περίπου 6.700 είδη φυτών, η Γερμανία 2.600, η Μεγάλη Βρετανία 2. 500 και η Σουηδία περίπου 2.100 είδη. Αλλά και μέσα στη χώρα μας η κατανομή των ειδών των φυτών δεν είναι ομοιόμοφη. Για παράδειγμα ο Όλυμπος έχει 1500 είδη, η Κρήτη 1600. Επίσης, εξαιτίας του ορεινού χαρακτήρα της χώρας και του μεγάλου πλήθους των νησιών, δημιουργούνται συνθήκες απομόνωσης και ενδημισμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα σημαντικό ποσοστό των ειδών και υποειδών των φυτών, περίπου το 20% του συνόλου, να είναι ενδημικά. Εξάλλου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι από τα σύνολο των φυτών στη χώρα μας, τα 263 θεωρούνται ως σπάνια και απειλούμενα, σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των σπάνιων και απειλούμενων ειδών φυτών. Πλούσια είναι επίσης και η βιοποικιλότητα ως προς τα είδη των ζώων του ελληνικού χώρου. Από τα 147 είδη θηλαστικών της Ευρώπης, περίπου τα 110 διαβιούν στη χώρα μας. Ακόμη υπάρχουν εδώ 16 είδη αμφιβίων, 60 είδη ερπετών και 550 είδη ψαριών. Από την ορνιθοπανίδα έχουν καταγραφεί 450 είδη. Πολλά από αυτά φωλιάζουν στους βιοτόπους της χώρας μας ή περνούν κατά τα μεταναστευτική τους πορεία. Επίσης, υπάρχουν και πολλά ενδημικά, σπάνια και απειλούμενα είδη ζώων. Όπως είναι η καφετιά αρκούδα (Ursus arctus), η θαλάσσια χελώνα (Caretta caretta), η μεσογειακή φώκια (Monachus monachus), η οχιά της Μήλου (Macrovipera schweizeri) και άλλα. Εξάλλου, εκτιμάται τα ασπόνδυλα του ελληνικού χώρου υπολογίζονται περίπου από 30.000 έως 50.000 είδη. Από αυτά, τουλάχιστον τα 2.000 είναι ενδημικά ή πολύ στενά ενδημικά, όταν έχουν αναφερθεί από μια μόνο τοποθεσία στον ελληνικό χώρο. Ωστόσο, το χαρακτηριστικό που προσθέτει μεγάλη σημασία στην ποικιλία των ειδών, είναι ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός αυτών των ειδών είναι ελληνικά ενδημικά. Δηλαδή είναι είδη που απαντώνται αποκλειστικά στην Ελλάδα και πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό δηλώνει ότι η ενδεχόμενη εξαφάνισή τους από τη χώρα μας, θα σημάνει την εξαφάνισή τους από τον πλανήτη. Επίσης, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται και από μεγάλη βιοποικιλότητα στις φυτοκοινωνίες, στα οικοσυστήματα και στα τοπία. Συναντώνται οικοσυστήματα και τοπία από τα ημι-ερημικά της ανατολικής Κρήτης μέχρι τα σκανδιναβικού τύπου της Ροδόπης και τα αλπικά του Ολύμπου, του Σμόλικα, της Τύμφης και άλλων οροσειρών της βόρειας Ελλάδας. Σε μια σύντομη σχετικά διαδρομή στην κεντρική Ροδόπη, συναντά κανείς ποικιλία οικοσυστημάτων και τοπίων. Από το ευμεσογειακό με την ελιά, την αριά, την κουμαριά. Μέχρις εκείνα τα βόρεια με ψυχρόβια κωνοφόρα δάση της ερυθρελάτης, της δασικής πεύκης και της σημύδας. Οι Αξίες της Βιοποικιλότητας. Ζούμε σε ένα περιβάλλον που συνεχώς μεταβάλλεται. Η βιοποικιλότητα όμως είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ζωής πάνω στη Γη. Έτσι, αυτή προσφέρει στον άνθρωπο και σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς τη δυνατότητα προσαρμογής τους σε αυτό το περιβάλλον. Δηλαδή, επηρεάζει τη λειτουργία και τη δυναμική των οικοσυστημάτων. Εξάλλου, ορισμένες από τις υπηρεσίες του οικοσυστήματος που προσφέρει η βιοποικιλότητα είναι καθοριστικής σημασίας για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παρέχει η φύση. Η φύση παρέχει στον άνθρωπο αγαθά όπως είναι οι ανανεώσιμες και μη πηγές ενέργειας, το νερό, ο αέρας, το έδαφος, το δάσος η θάλασσα και άλλα. Το σημαντικό όμως για τη βιοποικιλότητα είναι ότι παρέχει πολυάριθμες υπηρεσίες. Τέτοιες είναι η ρύθμιση του κλίματος, η ποιότητα των νερών και της ατμόσφαιρας, η ανακύκλωση των θρεπτικών στοιχείων, η διατήρηση της γονιμότητα του εδάφους, η παραγωγή τροφίμων και άλλα. Εξάλλου, η βιοποικιλότητα είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της βιωσιμότητας της γεωργίας και της αλιείας. Και, αποτελεί τη βάση για πολλά βιομηχανικά προϊόντα και για την παραγωγή νέων φαρμάκων. Από την άλλη πλευρά όμως, η βιοποικιλότητα επηρεάζεται από το κλίμα, τους φυσικούς πόρους, την αναπαραγωγή και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η υποβάθμιση και η μείωση της βιοποικιλότητας μπορούν κατά ένα μεγάλο μέρος να αποδοθούν στις πιέσεις που ασκεί ο άνθρωπος πάνω στη φύση. Μερικές από τις πιέσεις είναι ανθρώπινες δραστηριότητες όπως η υποβάθμιση και η καταστροφή των βιοτόπων, η ρύπανση του νερού, του εδάφους και της ατμόσφαιρας, η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Επίσης, η εντατικοποίηση της γεωργίας, κτηνοτροφίας και η υπερ-αλίευση, η εισβολή-εισαγωγή ξενικών ειδών. Τα αποτελέσματα αυτών των πιέσεων ενισχύονται από δραστηριότητες όπως είναι η μονοκαλλιέργεια και ο μαζικός τουρισμός. Εξάλλου, πιέσεις προέρχονται από την παγκόσμια αύξηση του πληθυσμού και την κλιματική αλλαγή. Κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες είναι πολύ πιθανό να εξαφανίζονται ορισμένα είδη που δεν μπορούν να προσαρμοστούν. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια εξαφάνιση από φυσικά αίτια, και σε αυτή που προκαλείται από τον άνθρωπο. Βιοποικιλότητα και Πολιτικές. Το 1992, η Παγκόσμια Συνδιάσκεψη στο Ρίο της Βραζιλίας με την υπογραφή της Σύμβασης για τη Βιοποικιλότητα, τόνισαν τη δέσμευση της διεθνούς κοινότητας πάνω σε αυτό το ζήτημα. Το 2002, η Παγκόσμια Συνδιάσκεψη στο Γιοχάνεσμπουργκ της Ν. Αφρικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη, υιοθέτησε έναν παγκόσμιο στόχο για σημαντική μείωση του σημερινού ρυθμού απώλειάς της. Το 2003, με το σχετικό ψήφισμα για τη βιοποικιλότητα στο Κίεβο της Ουκρανίας, οι υπουργοί περιβάλλοντος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, συμφώνησαν για την ανακοπή της απώλειας της βιοποικιλότητας έως το 2010. Το 2005, το πρόγραμμα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, για την εκτίμηση των Οικοσυστημάτων της Χιλιετίας αξιολόγησε 24 υπηρεσίες οικοσυστημάτων παγκοσμίως. Διαπίστωσε την υποβάθμιση 15 εξ αυτών, με επιπτώσεις στην αλιεία, στην παραγωγή ξυλείας, στην παροχή νερού, στην επεξεργασία και αποτοξικοποίηση των λυμάτων, στον καθαρισμό των υδάτων, στην προστασία από τις φυσικές καταστροφές και στη ρύθμιση της ποιότητας της ατμόσφαιρας. Η Ευρώπη είχε θέσει ως στόχο την ανακοπή της φθίνουσας πορείας της βιοποικιλότητας έως το 2010. Και το 2010 χαρακτηρίστηκε ως παγκόσμιο έτος για τη βιοποικιλότητα. Από πρόσφατες εκτιμήσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος φαίνεται ότι δεν σημειώθηκε κάποια εμφανή πρόοδο στην κατεύθυνση του στόχου για ανακοπή της φθίνουσας πορείας της βιοποικιλότητας. Και σημειώνει ότι χρειάζονται πρόσθετες προσπάθειες πολιτικής. Δηλαδή, η διεθνής κοινότητα θεμελιώνει εδώ και χρόνια την υποχρέωση κάθε κράτους μέλους του ΟΗΕ, να σχεδιάσει και να αναπτύξει εθνικές στρατηγικές που να αποτυπώνουν τον τρόπο επίτευξης των στόχων της Σύμβασης του Ρίο, ως προς τη βιοποικιλότητα. Εθνική Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα στην Ελλάδα. Όπως αναφέρεται σε σχετικά επίσημα κείμενα, αυτή η στρατηγική θέτει το πλαίσιο για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των πιέσεων στη βιοποικιλότητα. Και ακολουθεί τις θεμελιώδεις αρχές της Διεθνούς Συνδιάσκεψης του Ρίο (1992). Από τότε, αυτές οι αρχές καθοδηγούν τις προσπάθειες τουλάχιστον 178 κρατών, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, για αειφορική ανάπτυξη. Εξάλλου, η εφαρμογή της Οδηγίας 92/43 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αναφέρεται ως οδηγία για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Οδηγίας είναι ότι προβλέπει την προστασία ειδών και φυσικών τύπων οικοτόπων, μέσω ενός δικτύου προστατευόμενων περιοχών. Είναι το ευρωπαϊκό δίκτυο "ΦΥΣΗ (NATURA) 2000". Μ' αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται ολοκληρωμένη προστασία της βιοποικιλότητας που είναι και ο βασικός σκοπός της Οδηγίας και του δικτύου "ΦΥΣΗ 2000". Για την εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής, λήφθηκαν υπ' όψιν και όλες οι άλλες διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας. Τέτοιες είναι, η Σύμβαση Ραμσάρ, η Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για το περιβάλλον 2007-2013, το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού, οι κατευθύνσεις των Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού, καθώς και πολλές μελέτες που αφορούν στη βιοποικιλότητα της Ελλάδας. Κεντρικός στόχος της Εθνικής Στρατηγικής είναι όπως προαναφέρθηκε, η ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας στη χώρα μας. Ο χρονικός ορίζοντας εφαρμογής της είναι η δεκαπενταετία 2009-2023. Οι γενικοί σκοποί μπορούν να ενταχθούν σε τέσσερις κατηγορίες θεμάτων: α. Αφορά στα επίπεδα της βιοποικιλότητας, δηλαδή τη γενετική, των ειδών και των οικοσυστημάτων. Ακόμη, εδώ περιέχονται γενικοί σκοποί όπως είναι, - Η διατήρηση των γενετικών πόρων, καθώς και η διατήρηση σημαντικών ειδών φυτών, όπως η κεφαλληνιακή ελάτη, ζώων όπως αρκούδα, μεσογειακή φώκια, γυπαετός, λεπτομύτα, βαλτόπαπια, αργυροπελεκάνος, όλες οι χερσαίες χελώνες, αφρικανικός χαμελαίων, σαλαμάνδρα, πηλοβάτης, διάφορα είδη κυπρινοειδών και περκών). - Η διατήρηση τύπων οικοτόπων Κοινοτικού και Εθνικού ενδιαφέροντος (δάση, υγρότοποι και παράκτιοι σχηματισμοί). - Η διατήρηση των οικοσυστημάτων (αγροτικά οικοσυστήματα, υγροτοπικά, δασικά, φρύγανα και μακκί, ορεινά, παράκτια και θαλάσσια). - Η αειφορική διατήρηση και διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών (ολοκλήρωση του δικτύου Natura 2000), και η προστασία και διατήρηση των τοπίων. β. Σε αυτή την κατηγορία τα θέματα είναι, - η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και η υποστήριξη της δυνατότητας προσαρμογής της βιοποικιλότητας σ' αυτήν, -η ενσωμάτωση της διατήρησης της βιοποικιλότητας στο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, καθώς και στον τουρισμό. Επίσης εδώ περιλαμβάνεται και η διεθνής και διακρατική συνεργασία για την προστασία της βιοποικιλότητας. γ. Περιλαμβάνει θέματα που αναφέρονται: -στην έρευνα για τη βιοποικιλότητα ώστε να καλυφθούν τα κενά γνώσης, -στην πρόληψη και αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ζημίας, - στη θέσπιση κινήτρων για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, -στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού, -στην ενδυνάμωση της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων κατά τη λήψη αποφάσεων για θέματα βιοποικιλότητας, -στη χρηματοδότηση για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και -στην ενδυνάμωση της Δημόσιας Διοίκησης για την εφαρμογή πολιτικών και δράσεων διατήρησής της. δ. Εδώ περιλαμβάνονται θέματα όπως είναι, -η αντιμετώπιση της εξάπλωσης των ξενικών ειδών και -η πρόληψη πιθανών επιπτώσεων από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. Η παγκόσμια βιοποικιλότητα. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, με τη συμβολή περίπου 1.300 ειδικών επιστημόνων, πραγματοποίησε το 2005, την ‘’Αξιολόγηση των Οικοσυστημάτων της Χιλιετίας’’ που πέρασε. Αυτοί εκτίμησαν ότι υπάρχουν σήμερα 3 έως 30 εκατομμύρια είδη ζωντανών οργανισμών. Από αυτά έχουν αναγνωριστεί και ταξινομηθεί περίπου 2,5 εκατομμύρια. Περιλαμβάνουν περίπου 900.000 έντομα, 41.000 σπονδυλόζωα και 250.000 φυτά. Τα υπόλοιπα με σημαντική αφθονία είναι ασπόνδυλα, μύκητες, φύκη και μικροοργανισμοί. Εξάλλου, διαπιστώθηκε ότι η βιοποικιλότητα μειώνεται παγκοσμίως. Και τονίζουν, ότι τα ποσοστά εξαφάνισης ειδών είναι τα υψηλότερα, μετά από αυτά της εποχής της εξαφάνισης των τελευταίων δεινοσαύρων. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, κατά τη διάρκεια των επόμενων 30 ετών θα εξαφανιστεί το 25% των θηλαστικών και το 12% των πτηνών παγκοσμίως. Μερικοί επιστήμονες πιστεύουν ότι διάφορες δεκάδες χιλιάδες είδη των τροπικών δασών θα εξαφανίζονται κάθε έτος, λόγω της καταστροφής των δασών. Περίπου το 10% των φυτικών ειδών των εύκρατων περιοχών και το 11% των 9.000 ειδών πτηνών παγκοσμίως απειλούνται με εξαφάνιση. Τέλος, καθώς λέγουν ο ρυθμός εξαφάνισης των ειδών είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Η απώλεια αυτή έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση των υπηρεσιών και των αγαθών που παρέχουν τα οικοσυστήματα. Έτσι, επιδεινώνονται οι συνθήκες διαβίωσης –υγεία ευημερία, των ανθρώπων. Και καταλήγουν ότι, ο αντίκτυπος θα είναι στην ανάπτυξη, στην ανταγωνιστικότητα και στην απασχόληση. Παράλληλα, κινδυνεύει η ικανότητα των οικοσυστημάτων να υποστηρίξουν τις γενιές στο μέλλον. |