αναρτήθηκε στις 22 Μαρ 2011 4:22 π.μ. από το χρήστη Theodore Koussouris
(σταχυολόγηση από το άρθρο ''Η ζωή με τη Ραδιενέργεια'' της Ι. Σουφλερή, το ΒΗΜΑ της Κυριακής, 20/3/2011, στο http://www.tovima.gr/science/article/?aid=390406). Είναι γνωστό ότι η ραδιενέργεια κόστισε τη ζωή στη Μαρία Κιουρί, την επιστήμονα που την ανακάλυψε, μαζί με τον σύζυγό της Πιέρ. Από την εποχή της Μαρίας Κιουρί ως σήμερα, οι επιπτώσεις της ραδιενέργειας στους ζωντανούς οργανισμούς και στο περιβάλλον έχουν μελετηθεί εκτενώς.
Πώς επιδρά η ακτινοβολία.Η ιονίζουσα ακτινοβολία η οποία εκπέμπεται από τα ραδιενεργά ισότοπα διαπερνά τον ανθρώπινο οργανισμό και επιδρά στους ιστούς και στα όργανά του. Πρακτικά, μεταφέρει ενέργεια στα κύτταρα και προκαλεί ιονισμό των ατόμων. Οι συνέπειες από την έκθεση στην ιονίζουσα ακτινοβολία στη φυσιολογία των οργανισμών έχουν μελετηθεί εκτενώς καθ' όλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα. Ιδιαίτερα καλά έχει μελετηθεί η επίπτωση της ιονίζουσας ακτινοβολίας στο γενετικό υλικό. Γνωρίζουμε ότι αυτή διασπά το DNA και ότι το κύτταρο ανταποκρίνεται στην προκαλούμενη βλάβη. Ειδικότερα, αν η βλάβη είναι μικρής έκτασης, ή ακόμη αν ο ρυθμός καταστροφής του DNA είναι μικρός (όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις μικρών συνεχών δόσεων ακτινοβολίας), το κύτταρο θέτει σε λειτουργία τους μηχανισμούς επιδιόρθωσης που διαθέτει και πετυχαίνει να αποκαταστήσει τη βλάβη. Οταν όμως η δόση είναι ισχυρή και οι βλάβες που έχουν προκληθεί μεγάλες, το κύτταρο πεθαίνει είτε άμεσα είτε αφού διαιρεθεί μερικές φορές. Ο θάνατος ορισμένων κυττάρων δεν είναι απαραίτητα καταστρεπτικός για τον οργανισμό. Εξάλλου ο κυτταρικός θάνατος αποτελεί μέρος των φυσιολογικών διεργασιών που διασφαλίζουν την ομοιόσταση ενός οργανισμού. Οταν όμως ο οργανισμός έχει δεχθεί υψηλές δόσεις ακτινοβολίας και ο αριθμός των κυττάρων που θα οδηγηθεί στον θάνατο είναι μεγάλος, είναι δυνατόν να υπάρξει πλημμελής λειτουργία των οργάνων. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι κυτταρικοί τύποι που πολλαπλασιάζονται με γρήγορους ρυθμούς είναι αυτοί που πλήττονται περισσότερο. Ετσι το δέρμα, τα αιμοποιητικά κύτταρα του μυελού των οστών και τα επιθηλιακά κύτταρα του γαστρεντερικού συστήματος (τα κύτταρα που επιστρώνουν το εσωτερικό του στομάχου και των εντέρων) είναι τα πρώτα θύματα της ιονίζουσας ακτινοβολίας.
Μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Χαμηλότερες δόσεις ακτινοβολίας δεν προκαλούν αυτά τα έντονα πρώιμα συμπτώματα, καθώς οι κυτταρικοί επιδιορθωτικοί μηχανισμοί προλαβαίνουν να αποκαταστήσουν τις προκαλούμενες βλάβες. Ωστόσο οι επιδιορθωτικοί μηχανισμοί δεν είναι τέλειοι. Ετσι ορισμένες βλάβες παραμένουν ή επιδιορθώνονται πλημμελώς και το κύτταρο υφίσταται τις συνέπειες. Σε πολλές περιπτώσεις το κύτταρο γίνεται καρκινικό (όχι άμεσα, αλλά ακόμη και μετά το πέρας πολλών ετών), ενώ αν η βλάβη συμβεί στα γαμετικά κύτταρα (ωάρια, σπερματοζωάρια) μεταφέρεται και στις επόμενες γενιές. Με άλλα λόγια οι επιπτώσεις της έκθεσης σε ραδιενέργεια συχνά διαπιστώνονται όχι μόνο στα άτομα που εκτέθηκαν σε αυτήν αλλά και στους απογόνους τους. Φαινόμενα όπως η ανάπτυξη καρκίνου ή η εμφάνιση κληρονομήσιμων ανωμαλιών ονομάζονται στοχαστικά αποτελέσματα και η συχνότητα εμφάνισής τους (όχι η δριμύτητά τους) εξαρτάται από τη δόση της ακτινοβολίας που τα προκάλεσε. Καθώς τα στοχαστικά αποτελέσματα δεν προκαλούνται μόνο από τη ραδιενέργεια και μπορεί να συμβούν πολλά χρόνια μετά την έκθεση σε αυτήν, οι ερευνητές συχνά δυσκολεύονται να τα αποδώσουν σε συγκεκριμένα αίτια.
Αφού λοιπόν οι επιπτώσεις στην υγεία των χαμηλών δόσεων ακτινοβολίας δεν μπορούν να μετρηθούν απευθείας, οι ερευνητές εξάγουν συμπεράσματα από τα μετρήσιμα αποτελέσματα των υψηλών δόσεων. Λειτουργούν δε με την αποδοχή ότι δεν υπάρχει δόση ιονίζουσας ακτινοβολίας χωρίς δυνητικά βλαβερές συνέπειες για τον οργανισμό και ότι η συχνότητα των στοχαστικών αποτελεσμάτων σε χαμηλές δόσεις είναι αναλογική αυτών που προκαλούνται από τις ισχυρές δόσεις.
* Η επίδραση της ιονίζουσας ακτινοβολίας στον πληθυσμό είναι περισσότερο επικίνδυνη για τις ηλικίες μεταξύ 0 και 14 ετών και μπορεί να έχει τις πλέον αρνητικές συνέπειες. Στην Ουκρανία μετά το ατύχημα στο Τσερνόμπιλ παρατηρήθηκε αύξηση της εμφάνισης καρκίνου του εγκεφάλου στα παιδιά. Ο αριθμός των κρουσμάτων αυξήθηκε κατά 5,8 φορές στα μικρά παιδιά και κατά 10 φορές στα νεογέννητα.
* Οι εγκυμονούσες γυναίκες εμφάνισαν ψυχιατρικές ασθένειες με μεγαλύτερη συχνότητα, ενώ τα παιδιά που δέχθηκαν ακτινοβολία κατά την εμβρυϊκή ζωή τους εμφάνισαν αυξημένα ποσοστά νευρολογικών διαταραχών ή και καθυστέρηση στη νοητική ανάπτυξή τους σε σχέση με παιδιά «καθαρών» περιοχών.
* Παρατηρήθηκε μικρή σχετικά αύξηση των λευχαιμιών. Ομοίως αυξήθηκαν οι συμπαγείς όγκοι αλλά και τα καρδιαγγειακά.
* Τα φαινόμενα βρίσκονται σε εξέλιξη. Αναμένεται να συνεχιστεί η παρατηρούμενη αύξηση δυσλειτουργιών του θυρεοειδούς, η οποία με τη σειρά της συνεισφέρει στην αύξηση των αναπαραγωγικών δυσλειτουργιών, ιδιαίτερα μεταξύ γυναικών που ήταν παιδιά ή έφηβες όταν συνέβη το ατύχημα.
* Ομοίως αναμένεται ότι η πρώτη γενιά παιδιών που θα γεννηθεί από τα παιδιά που έζησαν στις μολυσμένες περιοχές θα εμφανίζει αυξημένα ποσοστά γενετικών ασθενειών και ανωμαλιών κατά τη γέννηση.
Και για το περιβάλλον
Η ιονίζουσα ακτινοβολία δεν επιδρά όμως μόνο στον άνθρωπο, αλλά και στο περιβάλλον. Τελευταίες μελέτες στη ζώνη αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ (η οποία έχει ακτίνα 30 χιλιομέτρων), δείχνουν ότι δεν υπάρχει ραδιενέργεια στην επιφάνεια της γης. Η ραδιενέργεια που αρχικά είχε φθάσει στο έδαφος έχει τώρα προχωρήσει σε βάθος 5-10 εκατοστών. Φυσικά έχει περάσει στον υδροφόρο ορίζοντα, όπου μετρούνται ακόμη πολύ υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας. Αμέσως μετά το ατύχημα είχαν υπάρξει ανησυχίες για την υδάτινη δεξαμενή που υδρεύει το Κίεβο, αλλά, σύμφωνα με τις ουκρανικές Αρχές, σήμερα τα επίπεδα ραδιενέργειας εκεί είναι κατά πολύ μικρότερα από τα όρια που επιβάλλει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Το μολυσμένο νερό στη ζώνη αποκλεισμού, αν και δεν χρησιμοποιείται από ανθρώπους, έχει συμβάλει στο να περάσει η ραδιενέργεια στην τροφική αλυσίδα. Τα μανιτάρια, τα φρούτα του δάσους (όπως τα μύρτιλα και τα βατόμουρα), τα ψάρια και το κυνήγι της περιοχής είναι μολυσμένα.
Τα πουλιά που ζουν μόνιμα ή είναι περαστικά από την περιοχή του Τσερνόμπιλ μελέτησαν δύο ερευνητές του Πανεπιστημίου Pierre et Marie Curie του Παρισιού προκειμένου να εντοπίσουν τις συνέπειες της διαβίωσης σε ραδιενεργό περιβάλλον. Είναι γνωστό ότι η ραδιενέργεια δημιουργεί μεγάλα ποσά ελεύθερων ριζών στον οργανισμό και ότι αυτός αξιοποιεί τα αντιοξειδωτικά που διαθέτει προκειμένου να εξουδετερώσει τις ελεύθερες ρίζες και ως εκ τούτου να αποσοβήσει τις συνέπειες της έκθεσης σε ραδιενέργεια. Το φαινόμενο της εξουδετέρωσης των ελεύθερων ριζών από τα αντιοξειδωτικά έχει μελετηθεί στα αποδημητικά πουλιά τα οποία κατά τη διάρκεια των πτήσεων εκτίθενται σε μεγάλα ποσά κοσμικής ακτινοβολίας.
Τα πολύτιμα Αντιοξειδωτικά κατά της Ραδιενέργειας
Από τέτοιου είδους μελέτες είναι καλά τεκμηριωμένο ότι τα επίπεδα αντιοξειδωτικών των αποδημητικών πουλιών είναι πολύ χαμηλότερα όταν φθάνουν στον προορισμό τους σε σχέση με τα αντίστοιχα της αρχής του ταξιδιού τους. Οι γάλλοι ερευνητές, οι οποίοι δημοσίευσαν τα αποτελέσματα των παρατηρήσεών τους στην επιστημονική επιθεώρηση «Journal of Αpplied Ecology» (2007, τεύχος 44, σελ. 909-919), εστίασαν την προσοχή τους σε ορισμένα είδη πουλιών τα οποία χρησιμοποιούν αντιοξειδωτικά όπως τα καροτενοειδή και για τον χρωματισμό των φτερών τους. Εφόσον οι ουσίες αυτές εναποτεθούν στα φτερά, δεν μπορούν να απελευθερωθούν για άλλη χρήση, δεν θα μπορούσαν δηλαδή τα πουλιά να τις αποσπάσουν από τα φτερά για να τις χρησιμοποιήσουν στην εξουδετέρωση των ελεύθερων ριζών.
Οπως σημειώνεται στο άρθρο τους, οι ερευνητές είχαν προβλέψει ότι με βάση τα παραπάνω δεδομένα οι συνέπειες της ραδιενέργειας θα έπρεπε να είναι ισχυρότερες για είδη που αξιοποιούν τα καροτενοειδή για τον χρωματισμό των φτερών τους σε σχέση με είδη που αξιοποιούν τη μελανίνη. Πράγματι, η μελέτη τους κατέδειξε την ισχυρότερη μείωση του αριθμού των πουλιών με φτερά που οφείλουν το χρώμα τους στα καροτενοειδή, σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη. Ταυτόχρονα παρατηρήθηκαν αυξημένα ποσοστά αλμπινισμού, πράγμα που σημαίνει ότι η αξιοποίηση των αντιοξειδωτικών για την επιβίωση μείωσε τα επίπεδά τους τόσο ώστε να μην είναι δυνατός ο χρωματισμός των φτερών.
Στην χλωρίδα και πανίδα
Προφανώς, ο χρωματισμός δεν ήταν η μόνη συνέπεια της ραδιενέργειας στα πουλιά. Οπως και στα ζώα, παρατηρήθηκε αύξηση των γενετικών ανωμαλιών, π.χ. κακοσχηματισμένα άκρα. Σύμφωνα με τους επιστήμονες που μελέτησαν την πανίδα στη ζώνη αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ, δεν είναι εύκολο να υπολογιστούν τα ακριβή ποσοστά των γενετικών ανωμαλιών, καθώς τα ζώα με ανώμαλη μορφολογία γίνονται ευκολότερα βορά των υπολοίπων.
Με γενετικές ανωμαλίες ή χωρίς, η χλωρίδα και η πανίδα στη ζώνη αποκλεισμού έχουν προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Και όχι μόνο: χωρίς τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του τα ζώα ζουν ανενόχλητα και αυξάνονται σε αριθμούς. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι αριθμοί των αγριογούρουνων έχουν οκταπλασιαστεί σε σχέση με την εποχή πριν από το ατύχημα και τώρα το μόνο που φοβούνται αυτά τα ζώα είναι οι αρχαίοι θηρευτές τους, οι λύγκες, οι οποίοι έχουν εμφανίσει επίσης τεράστια αύξηση του αριθμού τους. |
αναρτήθηκε στις 30 Νοε 2010 9:07 π.μ. από το χρήστη Theodore Koussouris
Η φετινή Διεθνής Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Κλίμα ξεκίνησε χθες, 29 Νοεμβρίου στο Κανκούν του Μεξικού. Η αισιοδοξία περιορισμένη, καθώς η περσινή διάσκεψη στην Κοπεγχάγη κατέληξε σε αποτυχία. Τότε, οι ηγέτες του πλανήτη απέτυχαν να συμφωνήσουν σε μία δίκαιη, φιλόδοξη και νομικά δεσμευτική συμφωνία. Το ‘‘Σύμφωνο της Κοπεγχάγης’’ βασίζεται μόνο σε εθελοντικές προσπάθειες κρατών να μειώσουν τις εκπομπές τους. ΄Ετσι, δεν είναι νομικά δεσμευτικές οι προσπάθειες και επομένως αν εφαρμοστούν δεν αρκούν για να αποτρέψουν τις κλιματικές αλλαγές.
Μπροστά στις επερχόμενες κλιματικές αλλαγές η χώρα μας παραμένει ουσιαστικά απροετοίμαστη, παρά τις όποιες νομοθετικές ρυθμίσεις, καθώς απαιτούνται ριζικές μεταβολές σε σχεδιασμούς, στρατηγικές, νοοτροπίες, συνήθειες και πολιτικές αποφάσεις, που προς το παρόν δεν αγγίζονται.
Πριν από λίγα χρόνια είχε δημοσιευτεί η έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή. Αυτή καλούσε, μεταξύ των άλλων, κάθε κράτος να οικοδομήσει τη δικιά του στρατηγική, στο πλαίσιο όμως μιας ενιαίας παγκόσμιας συνεργασίας και κοινών δράσεων. Όλα τα κράτη, οι επιχειρήσεις και το κάθε σπίτι οφείλουν να αντιμετωπίσουν τις κλιματικές προκλήσεις και την υπερθέρμανση του πλανήτη, μέσα τις πιο κάτω πρωταρχικές δράσεις:
1η Δράση. Μείωση τουλάχιστον κατά 20% στην κατανάλωση των ορυκτών καυσίμων, μέσα από νέες, περισσότερο αποτελεσματικές και αποδοτικές τεχνολογίες.
2η Δράση. Μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που καταστρέφουν το κλίμα, μέσα από αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και σεβασμού των μέγιστων ορίων που κάθε φορά καθορίζονται.
3η Δράση. Καθορισμός ρεαλιστικών στόχων κάλυψης των ενεργειακών αναγκών με ανανεώσιμες πηγές.
4η Δράση. Μακροπρόθεσμες στρατηγικές για τη σταδιακή μετάβαση σε εποχές κάποιων άλλων μορφών ενέργειας, όπως είναι λόγου χάριν η προερχόμενη από το υδρογόνο, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, η ενέργεια από τον κυματισμό της θάλασσας, της γεωθερμίας, των βιοκαυσίμων κ.ά.
5η Δράση. Αναμόρφωση των συνηθειών και τις νοοτροπίας μας στην παραγωγή, διανομή και κατανάλωση της ενέργειας, στην ανακύκλωση των υλικών, στη διαχείριση του νερού και των άλλων φυσικών πόρων. Απαιτούνται ριζικές μεταβολές στο μοντέλο ανάπτυξης, στις κοινωνικές σχέσεις, στις συμπεριφορές και στις συνειδήσεις όλων μας.
Από κανένα πλέον δεν αμφισβητείται ότι η κλιματική αλλαγή είναι εδώ παρούσα και στη χώρα μας. Το θέμα όμως για την Ελλάδα είναι πολύπλοκο αφού τα αντικρουόμενα συμφέροντα και οι επιστημονικοφανείς επιφυλάξεις δημιουργούν το αναγκαίο για κάθε περίπτωση εικονικό προπέτασμα καπνού και κατά το κοινώς ‘’θολώνουν τα νερά’’ με προβοκατόρικες ρητορικές και απόψεις νεόκοπων και όψιμων ειδικών. Και οφείλουμε να ανησυχούμε γιατί αρχίζουν να απειλούνται τα συγκριτικά πλεονεκτήματά μας, όπως είναι για παράδειγμα το κλίμα, οι θάλασσες και το περιβάλλον μας, ενώ οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας, η αναπροσαρμογή των καλλιεργειών, η διαχείριση των νερών και των σκουπιδιών, η ανάσχεση της υφαλμύρωσης των υπόγειων νερών, η ερημοποίηση των εδαφών και άλλα, αντιμετωπίζονται ως περιφερειακές επιλογές ή και ως ανύπαρκτα ζητήματα που πάντως αναμένουν τους επόμενους για την αντιμετώπισή τους.
Ειδικότερα, οι προβλέψεις υποστηρίζουν ότι η επιμήκυνση της θερμής περιόδου θα αντικαταστήσει το καλοκαίρι μας και αυτή η δύσκολη περίοδος θα διαρκεί έως και δύο μήνες περισσότερο. Στις νησιώτικες περιοχές στο Αιγαίο και στην Κρήτη, καθώς λέγουν οι ειδικοί, ο δείκτης δυσφορίας – η θερμοκρασία μαζί με την υγρασία- θα ανέβει σε επικίνδυνα επίπεδα κάνοντας δυσάρεστη τη διαμονή σε εξωτερικούς χώρους. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των τελευταίων ερευνών για τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα που διανύουμε, η μέση θερμοκρασία στον πλανήτη θα αυξηθεί μέχρι και 5 βαθμούς Κελσίου. Σε ότι αφορά τις βροχοπτώσεις προβλέπεται ότι, ενώ κάθε χρόνο θα μειώνεται η συχνότητα των χαμηλών βαρομετρικών τα οποία φέρνουν και τη βροχή, θα υπάρξουν ισχυρά βαρομετρικά χαμηλά, με συνέπεια να έχουμε περισσότερες καταιγίδες και ραγδαίες βροχοπτώσεις. Δηλαδή, οι πολυήμερες ποτιστικές βροχές μάλλον θα εκλείψουν και θα δίνουν τη θέση τους σε σύντομες δυνατές βροχές, με αποτέλεσμα τις συχνότερες πλημμύρες και πιθανότατα λειψυδρία, αφού το έδαφος δεν θα μπορεί να απορροφήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα το άφθονο νερό των καταιγίδων. Έτσι, η χώρα μας θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει ζητήματα, όπως είναι μεταξύ των άλλων και αυτά των πλημμυρικών φαινομένων, της λειψυδρίας, της διάβρωσης και της αστάθειας των εδαφών, της υφαλμύρωσης, της ερημοποίησης. Ωστόσο, οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν τις πιθανότητες εκδήλωσης πυρκαγιών, ενώ σταδιακά τα εδάφη δεν θα μπορούν να απορροφήσουν το νερό της βροχής, καθώς θα έχουν υποβαθμιστεί. H αγροτική παραγωγή θα μειωθεί δραστικά και θα κινδυνέψουν με εξαφάνιση ευαίσθητα οικοσυστήματα, ζώα και φυτά. Ανακατατάξεις και διαφοροποιήσεις αναμένονται και στις περισσότερες οικονομικές - παραγωγικές δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα στη γεωργία. Δεν αποκλείεται λοιπόν ένα σενάριο, αφ’ ενός δραστικής μείωσης των αγροτικών προϊόντων, αφ’ ετέρου αλλαγής στη γεωγραφία της αγροτικής παραγωγής. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν, τέλος, οι εκτιμήσεις των ειδικών για τις επιπτώσεις των κλιματολογικών αλλαγών στον ευρωπαϊκό τουρισμό, που είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε μετάθεση της περιόδου των διακοπών, ή οι τουρίστες θα προτιμήσουν άλλες περιοχές περισσότερο δροσερές, δηλαδή τη Βρετανία, τη Ρωσία και τις Σκανδιναβικές χώρες.
Στην Ελλάδα, η νέα κατάσταση που διαμορφώνεται με τις επερχόμενες κλιματικές αλλαγές φαίνεται ότι δεν αγγίζεται ουσιαστικά τόσο με την υιοθέτηση νέων μορφών ενέργειας και τις καινοτόμες λύσεις, όσο και με τον περιορισμό των εκπομπών των αερίων θερμοκηπίου. Όμως η αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών απαιτεί αποφάσεις σημαντικές για το αύριο που οφείλουν να περιλαμβάνουν μεταξύ των άλλων, την αλλαγή συνηθειών και νοοτροπίας, αλλά και την ανατροπή του σημερινού τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης τροφίμων, φυσικών πόρων και ενέργειας. Άλλωστε, τα ζητήματα αυτά έχουν παγκόσμιες προεκτάσεις και απαιτούν λύσεις σε παγκόσμιο επίπεδο με απαραίτητη τη διεθνή συνεργασία, την αλλαγή συμπεριφορών από όλους μας, αλλά και την κοινή δράση. Ωστόσο, κάθε σύγχρονο κράτος θέτει τους εθνικούς στόχους και αναπτύσσει διεθνείς συνεργασίες. Πρόσθετα, θα έπρεπε να είχαν αρχίσει συζητήσεις, καθώς ο εθνικός τεκμηριωμένος σχεδιασμός κοινών δράσεων είναι απαραίτητος, όπως και η σοβαρή ανάλυση για τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική αποδοχή και συναίνεση. Και τούτο γιατί οι όποιες αποφάσεις θα δημιουργήσουν τη βάση στήριξης των μακροχρόνιων στρατηγικών που έχουν να κάνουν με την Κοινωνία, το Περιβάλλον, την Ενέργεια, την Απασχόληση, τη Δημόσια Υγεία, την Πολιτισμική Κληρονομιά, τις Μεταφορές, τις Κατασκευές, τη Διαχείριση των Φυσικών Πόρων και άλλα.
Ανατρέχοντας τις πρόσφατες επιστημονικές δημοσιεύσεις και τα ειδικά τεχνικά κείμενα που αφορούν τις Κλιματικές Αλλαγές, μένουμε έκπληκτοι για το φάσμα των διεργασιών που θα συμβούν. Οι προβλεπόμενες μεταβολές θα είναι σταδιακές ή ραγδαίες; ποιες περιοχές θα πληγούν περισσότερο; Πως πρέπει να αντιμετωπιστεί η κατάσταση σε παγκόσμιο και σε συλλογικό επίπεδο; Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι αναμενόμενες μεταβολές στο κλίμα είναι το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ολόκληρος ο κόσμος. Επισημαίνουν, επίσης, ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου, που θεωρείται ο κύριος παράγοντας γιαυτές τις κλιματικές αλλαγές, επιδεινώνεται τεχνητά από τις κάθε είδους καύσεις, με κυρίαρχες εκείνες των ορυκτών καυσίμων για παραγωγή συμβατικών μορφών ενέργειας.
Το κλίμα της Γης πάντοτε άλλαζε και πάντοτε θα αλλάζει. Όμως, στο παρελθόν ήταν σχεδόν αποκλειστικά το αποτέλεσμα φυσικών αιτιών. Οι μεταβολές του κλίματος που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια και που αναμένονται για τα επόμενα, προέρχονται κυρίως από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και παρεμβάσεις. Οι παράγοντες που οδηγούν στην παγκόσμια αλλαγή του κλίματος είναι πολλοί και γνωστοί. Οι φυσικές αλλαγές παρουσιάζουν γενικά μακροχρόνιες διακυμάνσεις. Αντίθετα με αυτές, υπάρχουν αλλαγές που γίνονται από τον άνθρωπο, καθώς η ανθρώπινη παρέμβαση οδηγεί σε μονότονη και περισσότερο ραγδαία αποσταθεροποίηση. Ο άνθρωπος με τις δραστηριότητές του αλλάζει τη σύσταση της ατμόσφαιρας και αλλάζοντας τη σύσταση της μπορεί να αλλάξει και το κλίμα. Πρόσφατες εργασίες δείχνουν ότι η ανθρώπινη παρέμβαση μπορεί να αλλάξει ακόμα και τον καιρό. |
αναρτήθηκε στις 11 Νοε 2010 9:40 π.μ. από το χρήστη Theodore Koussouris
Η ζωή δημιουργήθηκε πάνω στη γη πριν από περίπου 3,5 δισεκατομμύρια χρόνια. Aπό τότε μέχρι σήμερα πέρασε από πολλές μεταβολές εξαιτίας κλιματικών, γεωλογικών και άλλων συνθηκών, πλανητικής κλίμακας. Αυτές οι συνθήκες θεωρείται ως κύρια αιτία των παλαιότερων μαζικών εξαφανίσεων έμβιων όντων. Σε όλες όμως τις παραπάνω μεταβολές η ζωή με τον ανταγωνισμό, την προσαρμογή και τη φυσική επιλογή των ζωντανών οργανισμών, έφτασε στη σημερινή της διάσταση. Στις μέρες μας, διανύουμε μια άλλη απειλή. Είναι αυτή της αύξησης του πληθυσμού των ανθρώπων και των δραστηριοτήτων μας. Ανταγωνιζόμαστε τη φυσική χλωρίδα και πανίδα για φυσικούς πόρους, μεταφέρουμε είδη από το ένα μέρος του πλανήτη στο άλλο και επηρεάζουμε το κλίμα, λόγω της καύσης ορυκτών καυσίμων.
Τα παλαιοντολογικά μουσεία είναι γεμάτα από είδη φυτών και ζώων τα οποία δεν υπάρχουν πια. Συνήθως, αυτά έδωσαν τη θέση τους σε συγγενικά είδη που επιβίωσαν, λόγω καλύτερης προσαρμογής σε νέες συνθήκες, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Η προσαρμογή όμως αυτή προήλθε από ανάμιξη των κληρονομικών χαρακτηριστικών που έδωσε ανθεκτικότερα είδη. Επομένως, η εξαφάνιση μιας μορφής ζωής είναι μια φυσιολογική διαδικασία στην εξελικτική πορεία των ειδών, μόνο όταν σχετίζεται με τον ανταγωνισμό, την προσαρμογή και τη φυσική επιλογή. Σε αυτή όμως την περίπτωση, δεν έχουμε απώλεια ή εξαφάνιση ειδών. Έχουμε ανασυνδυασμό γενετικής πληροφορίας κι αύξηση της βιοποικιλότητας.
Η παραπάνω διαδικασία απώλειας ειδών δεν πρέπει να συγχέεται με την εξαφάνιση φυτών και ζώων, ως αποτέλεσμα ορισμένων δραστηριοτήτων του ανθρώπου. Σε αυτή την περίπτωση η εξαφάνιση ενός είδους σημαίνει απότομη διακοπή της εξελικτικής του πορείας. Ταυτόχρονα, διαταράσσεται η ισορροπία στο οικοσύστημα, χάνεται οριστικά η γενετική πληροφορία που μετέφερε αυτό το είδος και μειώνεται η βιοποικιλότητα στη φύση.
Ο όρος της βιοποικιλότητας επινοήθηκε από τον αμερικανό περιβαλλοντολόγο R. F. Dasmann, στα τέλη του 1960. Αργότερα, το 1980, ο βιολόγος T.E.Lovejoy εισήγαγε τον όρο στην επιστημονική κοινότητα. Όμως η βιοποικιλότητα έγινε περισσότερο γνωστή από τις διαλέξεις και τα βιβλία των W.G.Rosen, το 1985 και E.O.Wilson, το 1988. Ωστόσο, στην Παγκόσμια Σύνοδο Κορυφής, για το περιβάλλον και την ανάπτυξη, στο Rio de Janeiro της Βραζιλίας το 1992, η βιοποικιλότητα έγινε το κυρίαρχο θέμα από πολιτικούς, ειδικούς επιστήμονες και απλούς πολίτες. Εκεί, υπογράφτηκε για πρώτη φορά η Σύμβαση για τη Διατήρηση της Βιοποικιλότητας. Αυτή η σύμβαση χαρακτηρίζει τη βιοποικιλότητα ως την ‘’ποικιλότητα των ζώντων οργανισμών όλων των οικοσυστημάτων -χερσαίων, θαλάσσιων και άλλων υδάτινων οικοσυστημάτων, καθώς και την ποικιλότητα των οικολογικών σχηματισμών στα οποία είναι μέλη’’. Σήμερα, η βιοποικιλότητα χρησιμοποιείται μερικές φορές υπερβολικά για να εκφράσει την ανησυχία για το φυσικό περιβάλλον και την εξαφάνιση των ειδών. Όμως, η διατήρηση της βιοποικιλότητας έχει μεγάλη σημασία για τη ζωή. Κυρίως, επειδή η εξαφάνιση ενός είδους φυτού ή ζώου δημιουργεί τόσο μεγάλη απώλεια, που κανένας φυσικός ή και τεχνολογικό μηχανισμός δεν μπορεί να ξαναδημιουργήσει.
Η βιοποικιλότητα συνήθως αναφέρεται στην ποικιλία των μορφών της ζωής σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Περιλαμβάνει την ποικιλία των διαφόρων ειδών φυτών, ζώων και μικροοργανισμών. Επίσης, την ποικιλία των γονιδίων που αυτοί οι οργανισμοί έχουν. Αλλά, και την ποικιλία των οικοσυστημάτων, βιοκοινωνιών, ενδιαιτημάτων και τοπίων τους. Δηλαδή, εκεί όπου αυτοί οι οργανισμοί υπάρχουν και δραστηριοποιούνται. Με απλά λόγια η βιοποικιλότητα περιγράφει τη βιολογική ποικιλομορφία μιας περιοχής, ενός οικοσυστήματος, ενός οικοτόπου ή και μιας βιοκοινωνίας.
Αν και ο όρος την βιοποικιλότητας είναι σαφής, το περιεχόμενο της είναι μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες έννοιες της οικολογίας. Ο λόγος είναι ότι δεν υπάρχει μία, αλλά πολλές βιοποικιλότητες. Επίσης, δεν είναι ενιαίος ο τρόπος που μπορεί να μετρηθεί ή να υπολογιστεί. Στην πράξη, μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα βιοποικιλότητας, στα επίπεδα οργάνωσης της ζωής. Το καθένα από αυτά έχει διαφορετική σημασία, αλλά ουσιαστικά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι ενός ενιαίου περιβάλλοντος.
α) Η Γενετική βιοποικιλότητα. Το κάθε είδος οργανισμού χαρακτηρίζεται από γονίδια στα οποία οφείλει τα μοναδικά του χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, στον άνθρωπο, η ποικιλία των ανθρώπινων προσώπων αντανακλά τη γενετική ατομικότητα του κάθε ανθρώπου. Άρα τη γενετική ποικιλότητά τους. Αλλά και οι ράτσες των σκύλων και οι διαφορετικές ποικιλίες της τριανταφυλλιάς περιγράφουν γενετική βιοποικιλότητα. Δηλαδή, μέσα από την ποικιλία των γονιδίων μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους εκφράζεται η γενετική ποικιλότητα.
Η γενετική ποικιλότητα έχει μεγάλη σημασία για τη ζωή. Για παράδειγμα, κάποια άτομα ενός είδους έχουν την ικανότητα να αντέχουν σε ένα αυξημένο φορτίο ρυπαντών στο περιβάλλον τους. Άλλα άτομα του ίδιου είδους, που ίσως διαθέτουν διαφορετικά γονίδια, έχουν μειωμένη ικανότητα ή ακόμη πεθαίνουν λόγω των συγκεκριμένων περιβαλλοντικών συνθηκών. Έτσι λοιπόν, τα πρώτα άτομα θα συνεχίσουν να ζουν στο περιβάλλον, τα δεύτερα όμως είτε θα εγκαταλείψουν το συγκεκριμένο περιβάλλον ή θα πεθάνουν. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται φυσική επιλογή.
Υπάρχει όμως περίπτωση, τα άτομα που δεν ζουν πια, να έφεραν και να ανέμιξαν κάποια άλλα γονίδια. Γονίδια, για παράδειγμα γρηγορότερης αύξησης ή γονίδια που είχαν την ικανότητα να αντιμετωπίζουν καλύτερα άλλους παράγοντες πίεσης. Δηλαδή, όσο μεγαλύτερη είναι η ποικιλία των γονιδίων-κληρονομικές καταβολές, ενός συγκεκριμένου είδους, τόσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητα επιβίωσης του είδους αυτού απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις, όπως επιδημίες, κλιματικές αντιξοότητες κ.λπ. Σήμερα, η γενετική μηχανική παράγει γενετικά βελτιωμένα είδη, με τεχνητό τρόπο. Αυτά όμως τα είδη, απέναντι στα φυσικά είδη έχουν πολύ μικρότερη ποικιλία κληρονομικών καταβολών. Συνεπώς, αυτά είναι πολύ περισσότερο ευαίσθητα και μειονεκτούν στην ικανότητα επιβίωσής τους.
β) Βιοποικιλότητα των ειδών φυτών και ζώων. Αυτή εκφράζεται με τον αριθμό-πλήθος των ειδών φυτών και ζώων που απαντούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Όμως, ο αριθμός μόνο των ειδών δεν εκφράζει πάντοτε τη βιοποικιλότητα. Συνήθως, συνυπολογίζεται και ο πληθυσμός των ειδών, το μέγεθος των ατόμων, η βιομάζα τους και η κυριαρχία ορισμένων ειδών. Άλλοι δέχονται ως έκφραση της βιοποικιλότητας τον αριθμό των λειτουργιών που ασκούν τα είδη σε ένα συγκεκριμένο οικοσύστημα. Δηλαδή τον αριθμό των οικολογικών φωλεών-οικοθέσεών τους.
Όλοι αυτοί οι παράμετροι είναι δύσκολο να εκτιμηθούν. Έτσι, θεωρείται ικανοποιητική η έκφραση της βιοποικιλότητας των ειδών με βάση τον αριθμό των ειδών φυτών και ζώων μιας συγκεκριμένης περιοχής ή ενός συγκεκριμένου οικοσυστήματος.
Η σημασία της βιοποικιλότητας των ειδών είναι προφανής για την οικολογική ισορροπία, σταθερότητα και λειτουργία των μηχανισμών ενός οικοσυστήματος. Όσο περισσότερα είδη μετέχουν στη σύνθεση ενός οικοσυστήματος, τόσο μεγαλύτερη σταθερότητα παρουσιάζει το οικοσύστημα. Τόσο πυκνότερο είναι το δίκτυο των τροφικών αλυσίδων και βιοσυστημάτων που δημιουργούνται. Τόσο πιο γρήγορες είναι οι ροές ενέργειας, καθώς και η ανακύκλωση θρεπτικών στοιχείων. Επίσης, λειτουργούν καλύτερα και αποτελεσματικότερα οι μηχανισμοί ισορροπίας στα οικοσυστήματα.
Επίσης, είναι γνωστό ότι η σύνθεση των ειδών σε ένα οικοσύστημα είναι αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας εξέλιξης. Κάθε είδος είναι προσαρμοσμένο στην οικοθέση του, Αυτή, χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα γνωρίσματα. Τέτοια είναι για παράδειγμα η διακύμανση της θερμοκρασίας, η διαθεσιμότητα της τροφής ή το φως. Αυτά, με τη σειρά τους βοηθούν στην αναπαραγωγή του είδους και συνεπώς στη διατήρηση του πληθυσμού του. Ωστόσο, το είδος, καθώς ζει μέσα σε ένα οικοσύστημα, αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του και συνεπώς εκτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες. Για παράδειγμα, τα μύδια τρέφονται με σωματιδιακό υλικό του νερού, διηθώντας νερό. Με αυτό τον τρόπο αυξάνεται η διαφάνεια του νερού στην περιοχή και η διαθεσιμότητα του φωτός για τα φυτά. Έτσι, ευνοείται εκεί η ανάπτυξη των φυτών. Το αποτέλεσμα είναι ότι με την ανάπτυξη των ριζωμάτων των φυτών, εμποδίζεται η μετακίνησης του ιζήματος του πυθμένα της θαλάσσιας περιοχής.
Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, οι πιο πάνω αλληλεπιδράσεις για παράδειγμα, δημιουργούν ισορροπία στο οικοσύστημα. Έτσι, η απώλεια ενός είδους συνήθως επηρεάζει πολλά άλλα είδη, γιατί χάνονται κάποιες σχέσεις και αλληλεπιδράσεις. Το αποτέλεσμα είναι ότι διαταράσσεται η ισορροπία στο οικοσύστημα. Και σταματούν αρκετές λειτουργιές εντός και εκτός του συστήματος. Οποιοδήποτε είδος λάβει τη θέση του χαμένου είδους είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα αντικαταστήσει όλες τις λειτουργίες που συνήθως εκτελούσε το προηγούμενο είδος. Εξάλλου η απώλεια της βιοποικιλότητας των ειδών είναι αλληλένδετα συνδεδεμένη με την υποβάθμιση των υπηρεσιών των οικοσυστημάτων που υποστηρίζουν τη ζωή στον πλανήτη.
γ) Βιοποικιλότητα των οικοσυστημάτων ή των βιοκοινωνιών. Αυτή εκφράζεται με τον αριθμό-πλήθος των οικοσυστημάτων ή βιοκοινωνιών που υπάρχουν σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Ο αριθμός των οικοσυστημάτων και ο τρόπος κατανομής τους στο χώρο, δηλαδή το μωσαϊκό των τύπων οικοσυστημάτων, χαρακτηρίζει τη φυσιογνωμία μιας περιοχής. Η προστασία των οικοσυστημάτων εξασφαλίζει όχι μόνο την προστασία των ειδών που τα συνθέτουν, αλλά και τη διατήρηση της φυσιογνωμίας τους.
Ο ακριβής ρόλος που διαδραματίζει η βιοποικιλότητα μέσα στην πολυπλοκότητα των οικοσυστημάτων, είναι δύσκολο να αξιολογηθεί. Οι ρόλοι των διαφορετικών στοιχείων που αποτελούν ένα οικοσύστημα ή μια βιοκοινωνία, εξελίσσονται διαρκώς μέσα στο χρόνο. Όμως, δεν γνωρίζουμε το βαθμό με τον οποίο συγκεκριμένα γνωρίσματα του οικοσυστήματος, όπως η πρωτογενής παραγωγή και η αποσύνθεση, οφείλουν τη διατήρησή τους στη βιοποικιλότητα. Παρόλα αυτά, παρατηρήθηκε ότι συγκεκριμένα είδη-γνωστά ως κυρίαρχα ή βασικά είδη, ασκούν μεγάλη επιρροή στις δομές και στις λειτουργίες του οικοσυστήματος.
δ) Βιοποικιλότητα των τοπίων. Εκφράζεται με το πλήθος των τύπων των τοπίων που εμφανίζονται σε μια περιοχή ή σε μια χώρα. Στη σύνθεση όμως ενός τοπίου συμμετέχουν φυσικά και τεχνητά οικοσυστήματα. Τέτοια είναι για παράδειγμα, τα δάσος, το ποτάμι, το λιβάδι, αλλά και οι διάφορες γεωργικές καλλιέργειες, οι τύποι των οικισμών, τα μνημεία και γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά. Στην πορεία του χρόνου, οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες, μέσα από διαφορετικούς πολιτισμούς, διαμόρφωσαν την ποιότητα και την ποικιλότητα των τοπίων. Δηλαδή, και τα τοπία βρίσκονται σε μια διαρκή εξελικτική πορεία. Αιτία είναι οι συνεχείς αλλαγές που οφείλονται στον τρόπο που οι διαφορετικές κοινωνίες χρησιμοποιούν τη γη, αλλά . Δηλαδή, ένα τοπίο αποτελείται από σύνολα φυσικών και ανθρωπογενών-πολιτιστικών στοιχείων.
Η προστασία κάθε επιπέδου της βιοποικιλότητας εξαρτάται από την προστασία του προηγούμενου ή επόμενου επιπέδου. Για παράδειγμα, η προστασία και διατήρηση των τοπίων εξαρτάται από την προστασία και διατήρηση της βιοποικιλότητας των οικοσυστημάτων που τα συνθέτουν. Η σταθερότητα των οικοσυστημάτων εξαρτάται από την προστασία και τη διατήρηση των ειδών που συμμετέχουν στη δομή τους. Και η προστασία και διατήρηση της βιοποικιλότητας των ειδών εξαρτάται από τη διατήρηση και την προστασία της γενετικής βιοποικιλότητάς τους. Ωστόσο, η προστασία της βιοποικιλότητας πρέπει να αντιμετωπίζεται ενιαία.
Η Βιοποικιλότητα της Ελλάδας. Στην Ευρώπη, η βιοποικιλότητα είναι ανομοιόμορφα κατανεμημένη. Πολύ μικρή ποικιλία οικοσυστημάτων και μικρή βιοποικιλότητα ειδών φυτών και ζώων παρατηρείται στη Βόρεια Ευρώπη σε σύγκριση με τη νότια. Οι περιοχές υψηλής βιοποικιλότητας κατανέμονται γύρω από τη Μεσόγειο. Τέτοιες είναι η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Γαλλία. Αλλά και εκτός της Ευρώπης στην Ουκρανία, Γεωργία, Αρμενία, Τουρκία. Εκεί, απαντώνται πάνω από 5.000 ενδημικά είδη φυτών. Η Μεσόγειος σε όρους βιοποικιλότητας είναι η πιο πλούσια θάλασσα της Ευρώπης.
Η Ελλάδα διαθέτει μεγάλη βιοποικιλότητα σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Αυτή η βιοποικιλότητα, οφείλεται στη γεωλογική της ιστορία, στις κλιματικές συνθήκες και κυρίως στη γεωγραφική της διαμόρφωση και θέση. Θέση που πρόσφερε στο παρελθόν μεγάλη ποικιλία φυτών και ζώων από τη Μεσόγειο, την Ευρώπη, την Ασία και τη βόρειο Αφρική. Για παράδειγμα, στη χώρα μας βρίσκουμε πολλούς τύπους χλωρίδας με μεγάλη βιοποικιλότητα. Τη μεσογειακή χλωρίδα κατά μήκος των ακτών και στα νησιά του Ιονίου και Αιγαίου πελάγους. Την μεσοευρωπαϊκή ή ευρασιατική που κυριαρχεί στις ορεινές περιοχές της Κ και Β. Ελλάδας. Είδη φυτών της ιρανοκασπιακής ή ποντιακής χλωρίδας που συναντώνται στη ΒΑ Ελλάδα (Θράκη) και στα νησιά του ΒΑ Αιγαίου. Φυτά που εξαρτώνται αποκλειστικά από τον τύπο του εδάφους, όπως είναι η αμμόφιλη, βραχόφιλη, αλόφιλη, υγρόφιλη και ελοφυτική, παραποτάμια και παρόχθια βλάστηση. Επίσης, υπάρχουν στην Κρήτη είδη φυτών που προέρχονται από τη βορειοαφρικάνικη χλωρίδα.
Πρόσθετα με αυτά ο ελληνικός χώρος διακρίνεται από πολλά βουνά, χαράδρες, , βράχια, ποταμούς, υγρότοπους, παραλίες, αβαθείς θαλάσσιες περιοχές, νησιά και βραχονησίδες. Όλα αυτά δημιουργούν ξεχωριστούς βιοτόπους με τοπικές κλιματικές και εδαφικές ιδιομορφίες. Επίσης, εξαιτίας και του μεγάλου αριθμού συνδυασμών ειδών φυτών και ζώων, εμφανίζεται πολύ μεγάλη βιοποικιλότητα φυτοκοινωνιών, οικοτόπων και οικοσυστημάτων.
Είναι γνωστό από παλαιο-γεωγραφική άποψη, ότι οι παγετώνες που κάλυπταν την Ευρώπη κατά τις γεωλογικές περιόδους, δεν έφτασαν στη χώρα μας. Έτσι, πολλά είδη οργανισμών, της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης μετανάστευσαν νοτιότερα. Έφθασαν και μέχρι την Ελλάδα, όπου εγκαταστάθηκαν αλλά και διασταυρώθηκαν με τα είδη που προϋπήρχαν. Και δημιούργησαν είτε πληθυσμούς του είδους τους, είτε υβρίδια με τα προϋπάρχοντα είδη. Με αυτό τον τρόπο η γενετική τους βιοποικιλότητα μεγάλωσε. Παράδειγμα είναι γνωστά τα υβρίδια της ελάτης που προήλθαν από τη διασταύρωση ης ελληνικής-κεφαλλονίτικης και της λευκής ελάτης. Η ίδια μεγάλη γενετική βιοποικιλότητα, συναντάται σε όλα σχεδόν τα δασοπονικά είδη της Ελλάδας, όπως είναι για την ερυθρελάτη και τη δασική πεύκη. Το ίδιο πιθανόν να συμβαίνει και με τα άλλα είδη φυτών και ζώων. Ωστόσο, αυτές οι συνθήκες, δίδουν μια πολύ μεγάλη σημασία για τη χώρα μας. Και για την αφθονία στην ποικιλία γενετικού υλικού, αλλά και ως απόθεμα διατήρησης ποικιλίας γονιδίων.
Η αφθονία των φυτών στην Ελλάδα ξεπερνάει περίπου τα 6.300 είδη. Για σύγκριση, σημειώνεται ότι η Ισπανία έχει περίπου 6.700 είδη φυτών, η Γερμανία 2.600, η Μεγάλη Βρετανία 2. 500 και η Σουηδία περίπου 2.100 είδη. Αλλά και μέσα στη χώρα μας η κατανομή των ειδών των φυτών δεν είναι ομοιόμοφη. Για παράδειγμα ο Όλυμπος έχει 1500 είδη, η Κρήτη 1600. Επίσης, εξαιτίας του ορεινού χαρακτήρα της χώρας και του μεγάλου πλήθους των νησιών, δημιουργούνται συνθήκες απομόνωσης και ενδημισμού. Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα σημαντικό ποσοστό των ειδών και υποειδών των φυτών, περίπου το 20% του συνόλου, να είναι ενδημικά. Εξάλλου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι από τα σύνολο των φυτών στη χώρα μας, τα 263 θεωρούνται ως σπάνια και απειλούμενα, σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των σπάνιων και απειλούμενων ειδών φυτών.
Πλούσια είναι επίσης και η βιοποικιλότητα ως προς τα είδη των ζώων του ελληνικού χώρου. Από τα 147 είδη θηλαστικών της Ευρώπης, περίπου τα 110 διαβιούν στη χώρα μας. Ακόμη υπάρχουν εδώ 16 είδη αμφιβίων, 60 είδη ερπετών και 550 είδη ψαριών. Από την ορνιθοπανίδα έχουν καταγραφεί 450 είδη. Πολλά από αυτά φωλιάζουν στους βιοτόπους της χώρας μας ή περνούν κατά τα μεταναστευτική τους πορεία. Επίσης, υπάρχουν και πολλά ενδημικά, σπάνια και απειλούμενα είδη ζώων. Όπως είναι η καφετιά αρκούδα (Ursus arctus), η θαλάσσια χελώνα (Caretta caretta), η μεσογειακή φώκια (Monachus monachus), η οχιά της Μήλου (Macrovipera schweizeri) και άλλα. Εξάλλου, εκτιμάται τα ασπόνδυλα του ελληνικού χώρου υπολογίζονται περίπου από 30.000 έως 50.000 είδη. Από αυτά, τουλάχιστον τα 2.000 είναι ενδημικά ή πολύ στενά ενδημικά, όταν έχουν αναφερθεί από μια μόνο τοποθεσία στον ελληνικό χώρο.
Ωστόσο, το χαρακτηριστικό που προσθέτει μεγάλη σημασία στην ποικιλία των ειδών, είναι ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός αυτών των ειδών είναι ελληνικά ενδημικά. Δηλαδή είναι είδη που απαντώνται αποκλειστικά στην Ελλάδα και πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό δηλώνει ότι η ενδεχόμενη εξαφάνισή τους από τη χώρα μας, θα σημάνει την εξαφάνισή τους από τον πλανήτη.
Επίσης, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται και από μεγάλη βιοποικιλότητα στις φυτοκοινωνίες, στα οικοσυστήματα και στα τοπία. Συναντώνται οικοσυστήματα και τοπία από τα ημι-ερημικά της ανατολικής Κρήτης μέχρι τα σκανδιναβικού τύπου της Ροδόπης και τα αλπικά του Ολύμπου, του Σμόλικα, της Τύμφης και άλλων οροσειρών της βόρειας Ελλάδας. Σε μια σύντομη σχετικά διαδρομή στην κεντρική Ροδόπη, συναντά κανείς ποικιλία οικοσυστημάτων και τοπίων. Από το ευμεσογειακό με την ελιά, την αριά, την κουμαριά. Μέχρις εκείνα τα βόρεια με ψυχρόβια κωνοφόρα δάση της ερυθρελάτης, της δασικής πεύκης και της σημύδας.
Οι Αξίες της Βιοποικιλότητας. Ζούμε σε ένα περιβάλλον που συνεχώς μεταβάλλεται. Η βιοποικιλότητα όμως είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ζωής πάνω στη Γη. Έτσι, αυτή προσφέρει στον άνθρωπο και σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς τη δυνατότητα προσαρμογής τους σε αυτό το περιβάλλον. Δηλαδή, επηρεάζει τη λειτουργία και τη δυναμική των οικοσυστημάτων. Εξάλλου, ορισμένες από τις υπηρεσίες του οικοσυστήματος που προσφέρει η βιοποικιλότητα είναι καθοριστικής σημασίας για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παρέχει η φύση. Η φύση παρέχει στον άνθρωπο αγαθά όπως είναι οι ανανεώσιμες και μη πηγές ενέργειας, το νερό, ο αέρας, το έδαφος, το δάσος η θάλασσα και άλλα. Το σημαντικό όμως για τη βιοποικιλότητα είναι ότι παρέχει πολυάριθμες υπηρεσίες. Τέτοιες είναι η ρύθμιση του κλίματος, η ποιότητα των νερών και της ατμόσφαιρας, η ανακύκλωση των θρεπτικών στοιχείων, η διατήρηση της γονιμότητα του εδάφους, η παραγωγή τροφίμων και άλλα. Εξάλλου, η βιοποικιλότητα είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της βιωσιμότητας της γεωργίας και της αλιείας. Και, αποτελεί τη βάση για πολλά βιομηχανικά προϊόντα και για την παραγωγή νέων φαρμάκων.
Από την άλλη πλευρά όμως, η βιοποικιλότητα επηρεάζεται από το κλίμα, τους φυσικούς πόρους, την αναπαραγωγή και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η υποβάθμιση και η μείωση της βιοποικιλότητας μπορούν κατά ένα μεγάλο μέρος να αποδοθούν στις πιέσεις που ασκεί ο άνθρωπος πάνω στη φύση. Μερικές από τις πιέσεις είναι ανθρώπινες δραστηριότητες όπως η υποβάθμιση και η καταστροφή των βιοτόπων, η ρύπανση του νερού, του εδάφους και της ατμόσφαιρας, η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Επίσης, η εντατικοποίηση της γεωργίας, κτηνοτροφίας και η υπερ-αλίευση, η εισβολή-εισαγωγή ξενικών ειδών. Τα αποτελέσματα αυτών των πιέσεων ενισχύονται από δραστηριότητες όπως είναι η μονοκαλλιέργεια και ο μαζικός τουρισμός. Εξάλλου, πιέσεις προέρχονται από την παγκόσμια αύξηση του πληθυσμού και την κλιματική αλλαγή. Κάτω από τις πιο πάνω συνθήκες είναι πολύ πιθανό να εξαφανίζονται ορισμένα είδη που δεν μπορούν να προσαρμοστούν. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια εξαφάνιση από φυσικά αίτια, και σε αυτή που προκαλείται από τον άνθρωπο.
Βιοποικιλότητα και Πολιτικές. Το 1992, η Παγκόσμια Συνδιάσκεψη στο Ρίο της Βραζιλίας με την υπογραφή της Σύμβασης για τη Βιοποικιλότητα, τόνισαν τη δέσμευση της διεθνούς κοινότητας πάνω σε αυτό το ζήτημα. Το 2002, η Παγκόσμια Συνδιάσκεψη στο Γιοχάνεσμπουργκ της Ν. Αφρικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη, υιοθέτησε έναν παγκόσμιο στόχο για σημαντική μείωση του σημερινού ρυθμού απώλειάς της. Το 2003, με το σχετικό ψήφισμα για τη βιοποικιλότητα στο Κίεβο της Ουκρανίας, οι υπουργοί περιβάλλοντος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, συμφώνησαν για την ανακοπή της απώλειας της βιοποικιλότητας έως το 2010. Το 2005, το πρόγραμμα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, για την εκτίμηση των Οικοσυστημάτων της Χιλιετίας αξιολόγησε 24 υπηρεσίες οικοσυστημάτων παγκοσμίως. Διαπίστωσε την υποβάθμιση 15 εξ αυτών, με επιπτώσεις στην αλιεία, στην παραγωγή ξυλείας, στην παροχή νερού, στην επεξεργασία και αποτοξικοποίηση των λυμάτων, στον καθαρισμό των υδάτων, στην προστασία από τις φυσικές καταστροφές και στη ρύθμιση της ποιότητας της ατμόσφαιρας.
Η Ευρώπη είχε θέσει ως στόχο την ανακοπή της φθίνουσας πορείας της βιοποικιλότητας έως το 2010. Και το 2010 χαρακτηρίστηκε ως παγκόσμιο έτος για τη βιοποικιλότητα. Από πρόσφατες εκτιμήσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος φαίνεται ότι δεν σημειώθηκε κάποια εμφανή πρόοδο στην κατεύθυνση του στόχου για ανακοπή της φθίνουσας πορείας της βιοποικιλότητας. Και σημειώνει ότι χρειάζονται πρόσθετες προσπάθειες πολιτικής. Δηλαδή, η διεθνής κοινότητα θεμελιώνει εδώ και χρόνια την υποχρέωση κάθε κράτους μέλους του ΟΗΕ, να σχεδιάσει και να αναπτύξει εθνικές στρατηγικές που να αποτυπώνουν τον τρόπο επίτευξης των στόχων της Σύμβασης του Ρίο, ως προς τη βιοποικιλότητα.
Εθνική Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα στην Ελλάδα. Όπως αναφέρεται σε σχετικά επίσημα κείμενα, αυτή η στρατηγική θέτει το πλαίσιο για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των πιέσεων στη βιοποικιλότητα. Και ακολουθεί τις θεμελιώδεις αρχές της Διεθνούς Συνδιάσκεψης του Ρίο (1992). Από τότε, αυτές οι αρχές καθοδηγούν τις προσπάθειες τουλάχιστον 178 κρατών, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, για αειφορική ανάπτυξη. Εξάλλου, η εφαρμογή της Οδηγίας 92/43 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αναφέρεται ως οδηγία για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, συμβάλλει σημαντικά στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Οδηγίας είναι ότι προβλέπει την προστασία ειδών και φυσικών τύπων οικοτόπων, μέσω ενός δικτύου προστατευόμενων περιοχών. Είναι το ευρωπαϊκό δίκτυο "ΦΥΣΗ (NATURA) 2000". Μ' αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται ολοκληρωμένη προστασία της βιοποικιλότητας που είναι και ο βασικός σκοπός της Οδηγίας και του δικτύου "ΦΥΣΗ 2000".
Για την εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής, λήφθηκαν υπ' όψιν και όλες οι άλλες διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας. Τέτοιες είναι, η Σύμβαση Ραμσάρ, η Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για το περιβάλλον 2007-2013, το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού, οι κατευθύνσεις των Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού, καθώς και πολλές μελέτες που αφορούν στη βιοποικιλότητα της Ελλάδας. Κεντρικός στόχος της Εθνικής Στρατηγικής είναι όπως προαναφέρθηκε, η ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας στη χώρα μας. Ο χρονικός ορίζοντας εφαρμογής της είναι η δεκαπενταετία 2009-2023.
Οι γενικοί σκοποί μπορούν να ενταχθούν σε τέσσερις κατηγορίες θεμάτων:
α. Αφορά στα επίπεδα της βιοποικιλότητας, δηλαδή τη γενετική, των ειδών και των οικοσυστημάτων. Ακόμη, εδώ περιέχονται γενικοί σκοποί όπως είναι,
- Η διατήρηση των γενετικών πόρων, καθώς και η διατήρηση σημαντικών ειδών φυτών, όπως η κεφαλληνιακή ελάτη, ζώων όπως αρκούδα, μεσογειακή φώκια, γυπαετός, λεπτομύτα, βαλτόπαπια, αργυροπελεκάνος, όλες οι χερσαίες χελώνες, αφρικανικός χαμελαίων, σαλαμάνδρα, πηλοβάτης, διάφορα είδη κυπρινοειδών και περκών).
- Η διατήρηση τύπων οικοτόπων Κοινοτικού και Εθνικού ενδιαφέροντος (δάση, υγρότοποι και παράκτιοι σχηματισμοί).
- Η διατήρηση των οικοσυστημάτων (αγροτικά οικοσυστήματα, υγροτοπικά, δασικά, φρύγανα και μακκί, ορεινά, παράκτια και θαλάσσια).
- Η αειφορική διατήρηση και διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών (ολοκλήρωση του δικτύου Natura 2000), και η προστασία και διατήρηση των τοπίων.
β. Σε αυτή την κατηγορία τα θέματα είναι,
- η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και η υποστήριξη της δυνατότητας προσαρμογής της βιοποικιλότητας σ' αυτήν,
-η ενσωμάτωση της διατήρησης της βιοποικιλότητας στο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, καθώς και στον τουρισμό. Επίσης εδώ περιλαμβάνεται και η διεθνής και διακρατική συνεργασία για την προστασία της βιοποικιλότητας.
γ. Περιλαμβάνει θέματα που αναφέρονται:
-στην έρευνα για τη βιοποικιλότητα ώστε να καλυφθούν τα κενά γνώσης,
-στην πρόληψη και αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ζημίας,
- στη θέσπιση κινήτρων για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας,
-στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού,
-στην ενδυνάμωση της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων κατά τη λήψη αποφάσεων για θέματα βιοποικιλότητας,
-στη χρηματοδότηση για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και
-στην ενδυνάμωση της Δημόσιας Διοίκησης για την εφαρμογή πολιτικών και δράσεων διατήρησής της.
δ. Εδώ περιλαμβάνονται θέματα όπως είναι,
-η αντιμετώπιση της εξάπλωσης των ξενικών ειδών και
-η πρόληψη πιθανών επιπτώσεων από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς.
Η παγκόσμια βιοποικιλότητα. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, με τη συμβολή περίπου 1.300 ειδικών επιστημόνων, πραγματοποίησε το 2005, την ‘’Αξιολόγηση των Οικοσυστημάτων της Χιλιετίας’’ που πέρασε. Αυτοί εκτίμησαν ότι υπάρχουν σήμερα 3 έως 30 εκατομμύρια είδη ζωντανών οργανισμών. Από αυτά έχουν αναγνωριστεί και ταξινομηθεί περίπου 2,5 εκατομμύρια. Περιλαμβάνουν περίπου 900.000 έντομα, 41.000 σπονδυλόζωα και 250.000 φυτά. Τα υπόλοιπα με σημαντική αφθονία είναι ασπόνδυλα, μύκητες, φύκη και μικροοργανισμοί. Εξάλλου, διαπιστώθηκε ότι η βιοποικιλότητα μειώνεται παγκοσμίως. Και τονίζουν, ότι τα ποσοστά εξαφάνισης ειδών είναι τα υψηλότερα, μετά από αυτά της εποχής της εξαφάνισης των τελευταίων δεινοσαύρων. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, κατά τη διάρκεια των επόμενων 30 ετών θα εξαφανιστεί το 25% των θηλαστικών και το 12% των πτηνών παγκοσμίως.
Μερικοί επιστήμονες πιστεύουν ότι διάφορες δεκάδες χιλιάδες είδη των τροπικών δασών θα εξαφανίζονται κάθε έτος, λόγω της καταστροφής των δασών. Περίπου το 10% των φυτικών ειδών των εύκρατων περιοχών και το 11% των 9.000 ειδών πτηνών παγκοσμίως απειλούνται με εξαφάνιση. Τέλος, καθώς λέγουν ο ρυθμός εξαφάνισης των ειδών είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Η απώλεια αυτή έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση των υπηρεσιών και των αγαθών που παρέχουν τα οικοσυστήματα. Έτσι, επιδεινώνονται οι συνθήκες διαβίωσης –υγεία ευημερία, των ανθρώπων. Και καταλήγουν ότι, ο αντίκτυπος θα είναι στην ανάπτυξη, στην ανταγωνιστικότητα και στην απασχόληση. Παράλληλα, κινδυνεύει η ικανότητα των οικοσυστημάτων να υποστηρίξουν τις γενιές στο μέλλον. |
αναρτήθηκε στις 10 Νοε 2010 3:21 π.μ. από το χρήστη Theodore Koussouris
[
ενημερώθηκε 10 Νοε 2010 3:41 π.μ.
]
Από τη δεκαετία του 1990 (Rees, 1992, Wackernagel και Rees, 1996, Wackernagel et al., 1997) εισήχθηκε στη ζωή μας η έννοια του οικολογικού αποτυπώματος (το οικολογικό αποτύπωμα ενός πληθυσμού αντιπροσωπεύει την έκταση των παραγωγικών χερσαίων και υδατικών οικοσυστημάτων που απαιτείται για την παραγωγή των πόρων που χρησιμοποιούνται, αλλά και για να αφομοιωθούν τα απόβλητα που παράγονται και οι κάθε είδους οχλήσεις στο φυσικό περιβάλλον, από ένα συγκεκριμένο πληθυσμό με ένα συγκεκριμένο βιοτικό επίπεδο, ώστε να διατηρηθεί η βιώσιμη ανάπτυξη). Κατ’ αντιστοιχία τα επόμενα χρόνια αναπτύχθηκαν οι έννοιες ‘’αποτύπωμα άνθρακα και ‘’αποτύπωμα νερού ή υδατικών πόρων’’ (water footprint). Το αποτύπωμα νερού, που μετρά (υπάρχει ακόμη αρκετή σύγχυση για τον υπολογισμό του) κατ’αρχήν το μέγεθος της κατανάλωσης νερού, ξεκίνησε από μια προσπάθεια των διεθνών Οργανισμών (Unesco, FAO, OHE) ώστε να προσφέρει κατάλληλα εργαλεία στους φορείς χάραξης πολιτικής και στις κυβερνήσεις, αλλά και για να ευαισθητοποιήσει και την κοινή γνώμη για τη σημασία που οφείλουν να δίδουν όλοι στη σωστή διαχείριση των υδατικών πόρων. Το αποτύπωμα νερού είναι ο δείκτης της ποσότητας νερού που καταναλώνεται-χρησιμοποιείται για την παραγωγή των διάφορων προϊόντων και τροφίμων (εισαγόμενα και εγχώρια), αλλά και για τη καθημερινή μας υγιεινή κα υγεία και καλύπτει τόσο τη διαδικασία παραγωγής ενός προϊόντος, όσο και τη μεταφορά των αγαθών. Για παράδειγμα, ένα μήλο που ζυγίζει 100 γραμμάρια έχει «αποτύπωμα νερού» 70 λίτρα μέχρι να φτάσει στον καταναλωτή, για ένα ποτήρι μπύρα απαιτούνται 75 λίτρα νερού, ενώ για ένα φλιτζάνι καφές το διπλάσιο, δηλαδή 140 λίτρα νερού, για ένα λίτρο γάλακτος 1000 λίτρα, για ένα χάμπουργκερ 2400 λίτρα και για ένα βαμβακερό T-shirt 2000 λίτρα και για ένα κιλό ρύζι 3000 λίτρα νερό κατά μέσο όρο. Αντίστοιχα, το αποτύπωμα νερού για την παραγωγή ενός κιλού καλαμποκιού, είναι 900 με 1500 λίτρα νερού, ενώ η βιομηχανική παραγωγή ενός κιλού μοσχαρίσιου κρέατος ξεπερνά τα 15000 λίτρα νερού, του κοτόπουλου τα 3900 λίτρα και του χοιρινού τα 4900 λίτρα νερού ανά κιλό παραγόμενου προϊόντος.
Το αποτύπωμα όμως του νερού, μετρά πρωταρχικά το μέγεθος της κατανάλωσης, αλλά και την ποιότητα και τη σύνθεση της κατανάλωσης. Στο αποτύπωμα του νερού, πέρα από τις παραγωγικές διαδικασίες του αγροτικού και βιομηχανικού τομέα και τις καταναλωτικές συνήθειες, επιδρούν και οι κλιματικές συνθήκες, οι γεωργικές πρακτικές, η τεχνολογία, οι αποδόσεις και το εδαφο-μορφολογικό υπόβαθρο κάθε περιοχής. Δηλαδή, οι σημαντικότεροι παράγοντες καθορισμού του υδάτινου αποτυπώματος είναι:
-η ποσότητα της κατανάλωσης, η οποία σχετίζεται άμεσα με το ΑΕΠ της χώρας,
-οι καταναλωτικές συνήθειες και τα πρότυπα (για παράδειγμα υψηλή ή χαμηλή κατανάλωση κρέατος),
-το κλίμα και
-οι πρακτικές που χρησιμοποιούνται στη γεωργική παραγωγή και στις βιομηχανικές διεργασίες ως προς την ενεργειακή χρήση του νερού.
Εξάλλου, σε ατομικό επίπεδο, φαίνεται πως η αλλαγή των διατροφικών μας επιλογών μπορεί να επηρεάσει πολύ περισσότερο το αποτύπωμα νερού από άλλες αλλαγές, όπως είναι η ατομική υγιεινή (ντους αντί λουτρό κ.τ.λ.) ή και ο τρόπος που ποτίζουμε. Το αποτύπωμα νερού ενός κράτους ορίζεται ως ο συνολικός όγκος του γλυκού νερού που χρησιμοποιείται για την παραγωγή, τα αγαθά και τις υπηρεσίες και που καταναλώνονται από τους ανθρώπους αυτού του κράτους. Σημειώνεται ότι όλα τα αγαθά που καταναλώνονται σε μία συγκεκριμένη χώρα μπορεί να μη παράγονται στη χώρα αυτή. Δηλαδή το αποτύπωμα νερού αποτελείται από το τμήμα εκείνο που αφορά εγχώριους υδατικούς πόρους, αλλά και νερό εκτός των συνόρων της χώρας.
Η σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη κατανάλωση και τη χρήση του νερού παραμένει κομβικής σημασίας εν μέσω των κλιματικών αλλαγών (προβλέψεις του Περιβαλλοντικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών το οποίο έχει προβλέψει εκτεταμένες ελλείψεις νερού στην Ασία, την Αφρική αλλά και την Ευρώπη –κυρίως τη νότια) και καθώς οι υδάτινοι πόροι του πλανήτη φαίνεται να αποτελούν το μεγαλύτερο θύμα αυτών. Η γεωργία υπολογίζεται ότι απορροφά το 73% του παγκόσμιου υδάτινου αποτυπώματος των καταναλωτικών προϊόντων. Το ρύζι, η βασική διατροφή για το μεγαλύτερο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού υπολογίζεται ότι απορροφά το 21% των υδάτων που χρησιμοποιούνται στη γεωργία. Οι καλλιέργειες σίτου απορροφούν το 12%, το καλαμπόκι 9% και η σόγια 4%. Η χρησιμοποίηση παρωχημένων ή μη φιλικών για το περιβάλλον και τους υδάτινους πόρους τακτικών στη γεωργική παραγωγή, ένα θέμα που συνεχίζει εδώ και χρόνια να απασχολεί και την Ελλάδα, είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες αύξησης του υδάτινου αποτυπώματος: το Ιράν έχει μία μέση κατανάλωση 1.624 κ.μ. ανά κάτοικο, αριθμός ιδιαίτερα υψηλός για τις διατροφικές και εν γένει καταναλωτικές συνήθειες της χώρας, οφειλόμενος κυρίως σε γεωργικές μεθόδους οι οποίες δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους την εξοικονόμηση νερού. Αποτέλεσμα αυτών των μεθόδων είναι η «χαμηλή παραγωγικότητα» των χρησιμοποιούμενων υδάτινων πόρων. Οι περιοχές όπου παρατηρείται η χαμηλότερη παραγωγικότητα βρίσκονται συνήθως στη νότια Ασία και την Αφρική.
Ο παγκόσμιος μέσος όρος (1997-2001) για το αποτύπωμα νερού είναι 1240 κυβικά μέτρα ανά κάτοικο για κάθε έτος, οι ΗΠΑ φαίνεται να έχουν το προβάδισμα με μέσο αποτύπωμα νερού 2480, η Ισπανία και η Ιταλία έχουν μια μέση κατανάλωση με 2300–2400 κυβικά μέτρα το χρόνο, ενώ η Κίνα έχει κατά μέσο όρο αποτύπωμα που φτάνει τα 700 κυβικά μέτρα νερού ανά κάτοικο κάθε έτος.
Υπάρχουν όμως τρόποι άμεσης μείωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Η αύξηση της παραγωγικότητας των χρησιμοποιούμενων υδάτινων πόρων αποτελεί το βασικότερο ζητούμενο. Στη σημερινή εποχή είναι αδιανόητο να σταματήσομε να παράγουμε βασικά για τη διαβίωσή μας τρόφιμα, ιδίως από τη στιγμή μάλιστα που λόγω οικονομικών συνθηκών βρίσκεται εν μέσω μιας τεράστιας διατροφικής κρίσης. Η αύξηση της παραγωγικότητας μέσω της υιοθέτησης νέων μεθόδων αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για την παγκόσμια γεωργία, αφού από κάτι τέτοιο όχι μόνο θα εξαρτηθεί η επιβίωση και η ανάπτυξή της, αλλά και η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων και αγαθών, όπως βέβαια και το υδάτινο αποτύπωμα. Η επαναχρησιμοποίηση νερού σε καλλιέργειες και η μεταφορά καλλιεργειών από ζώνες χαμηλής παραγωγικότητας σε ζώνες υψηλής παραγωγικότητας είναι μάλλον πολύ ακριβές για τα περισσότερα κράτη της Ασίας και της Αφρικής που αντιμετωπίζουν και τα μεγαλύτερα προβλήματα. Μια νέα προσέγγιση στις καταναλωτικές συνήθειες –ιδιαιτέρως του δυτικού κόσμου- είναι επίσης απαραίτητη. Κάτι τέτοιο βέβαια είναι αρκετά δύσκολο αν συνυπολογιστεί για παράδειγμα η αυξανόμενη ζήτηση κρέατος, αλλά και η έλλειψη γενικότερης ευαισθητοποίησης για τους υδατικούς πόρους, ακόμα και από ανθρώπους που θεωρούνται ευαισθητοποιημένοι γενικά σε περιβαλλοντικά ζητήματα.(Πηγή: www.waterfootprint. org). | |
αναρτήθηκε στις 10 Μαρ 2010 1:59 π.μ. από το χρήστη Theodore Koussouris
[
ενημερώθηκε 10 Μαρ 2010 2:23 π.μ.
]
Πανεπιστήμιο Αιγαίου - Τμήμα Περιβάλλοντος - ΠΜΣ ''Γεωργία και Περιβάλλον'' -Μυτιλήνη 2009-2010.
Eργασία των μεταπτυχιακών φοιτητών: Καριπίδη Μαρία, Μπαντζού Μαρία, Ταμπούκου Ελένη
Εισαγωγή
Τα τελευταία χρόνια η έντονη βιομηχανοποίηση, η κτηνοτροφία, η εντατικοποίηση των γεωργικών καλλιεργειών σε συνδυασμό με την υπερκατανάλωση νερού, έχουν σαν συνέπεια την υποβάθμιση των εδαφικών και υδατικών πόρων. Στην εργασία που ακολουθεί, θα αναφερθούμε στη διατήρηση της γονιμότητας των εδαφών για μία βιώσιμη γεωργική ανάπτυξη και θα εστιάσουμε στην επίλυση των παραπάνω προβλημάτων, με την εφαρμογή ειδικών κανόνων από τους παραγωγούς, που ονομάζονται Κώδικες Ορθής Γεωργικής Πρακτικής. Οι Κώδικες επεμβαίνουν σε ορισμένες γεωργικές δραστηριότητες, όπως κατεργασία εδάφους, αμειψισπορά και προστασία υδατικών πόρων, και στοχεύουν στην αειφορική διαχείριση των γεωργικών γαιών, την διαφύλαξη του αγροτικού τοπίου, την προστασία του περιβάλλοντος και στην διατήρηση της υγείας των παραγωγών και των καταναλωτών.
Κεφάλαιο 1
1. Γονιμότητα εδάφους
Γονιμότητα είναι η ικανότητα του εδάφους να παρέχει στα φυτά τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά και το νερό είτε από τη στερεά είτε από την υγρή φάση του. Το έδαφος σε σχέση με τα φυτά, λειτουργεί ως δεξαμενή θρεπτικών στοιχείων, νερού και οξυγόνου και η γονιμότητά του επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως:
§ Υφή του εδάφους
§ Δομή
§ Χημικές Ιδιότητες
§ Υδατοχωρητικότητα
§ Υδατοπερατότητα
§ Πορώδες
§ Χημική αντίδραση (pH και Ι.Α.Κ)
§ Περιεκτικότητα σε οργανική ουσία (χούμο) κλπ
1.1 Η σημασία των θρεπτικών συστατικών
Τα φυτά χρειάζονται δεκαέξι θρεπτικά συστατικά για να αναπτυχθούν και διακρίνονται:
- Σε 3 μη ορυκτά θρεπτικά συστατικά των φυτών που είναι το (Η), το (Ο), και ο (C). Αυτά τα θρεπτικά συστατικά βρίσκονται στον αέρα και το νερό.
- Τα άλλα δεκατρία προέρχονται από το έδαφος. Τα θρεπτικά συστατικά του εδάφους χωρίζονται σε δύο κατηγορίες σύμφωνα με τις ποσότητες που απαιτούνται από τα φυτά:
- Τα μακροστοιχεία υπάρχουν σε μεγάλες ποσότητες στο έδαφος και διακρίνονται σε πρωτεύοντα όπως N, P, K, και δευτερεύοντα όπως Ca, Mg, S.
- Τα μικροστοιχεία ή ιχνοστοιχεία υπάρχουν σε μικρότερες ποσότητες (ίχνη-ppm) όπως Fe, Mn, B, Zn, Cu, Mo, Cl.
Και τα δεκαέξι είναι σημαντικά γιατί, η ανάπτυξη ενός φυτού ρυθμίζεται από το στοιχείο εκείνο που ελλείπει ή βρίσκεται στη μικρότερη σχετικά ποσότητα.
1.2 Η σημασία του νερού
Το νερό είναι απαραίτητο στοιχείο για τη συντήρηση κάθε χερσαίου οικοσυστήματος. Στα φυσικά χερσαία οικοσυστήματα το νερό που προσλαμβάνουν τα φυτά προέρχεται από ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα, τα οποία, αφού πέσουν στο έδαφος, μπορεί ή να απορροφηθούν από αυτό ή να παραμείνουν στην επιφάνειά του σχηματίζοντας λίμνες και ποταμούς. Όταν η ποσότητα του νερού που φτάνει στο έδαφος είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή που μπορεί να συγκρατήσει, τότε:
§ Ένα μέρος του νερού απομακρύνεται με την επιφανειακή απορροή (επιφανειακά ύδατα) ή εξατμίζεται.
§ Ένα άλλο μέρος παραμένει μέσα στο έδαφος (υδατοϊκανότητα).
§ Ένα τρίτο διηθείται στο υπέδαφος (νερό διηθήσεως) και σχηματίζει τις υπόγειες υδατοσυλλογές.
Τα τελευταία έτη η αναπλήρωση των υδατικών πόρων είναι όλο και λιγότερη εξαιτίας της εντατικής εκμετάλλευσης. Η σταδιακή αύξηση του πληθυσμού και οι ρυθμοί ανάπτυξης της εποχής δημιούργησαν μεγαλύτερες και καινούργιες ανάγκες σε νερό με αποτέλεσμα την μείωση των αποθεμάτων νερού και συγχρόνως την υποβάθμισή του.
Κεφάλαιο 2
2. Πώς μπορεί να διατηρηθεί η γονιμότητα του εδάφους για μια βιώσιμη γεωργική ανάπτυξη;
Η γεωργία και η κτηνοτροφία έχουν αλλάξει σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Οι αλλαγές που έφερε η μαζική χρήση των λιπασμάτων, των γεωργικών μηχανημάτων, των νέων αρδευτικών συστημάτων καθώς και η εγκατάλειψη παραδοσιακών τρόπων καλλιέργειας και εκτροφής των ζώων, έδωσαν νέα ώθηση στη γεωργία, η οποία αύξησε μεν το γεωργικό εισόδημα, αλλά παράλληλα δημιούργησε προβλήματα τόσο στην αγροτική εκμετάλλευση, όσο και στο ευρύτερο περιβάλλον της και επομένως στο κοινωνικό σύνολο.
Ο ρόλος του αγρότη, ο οποίος αναγνωρίζεται σε όλο του το εύρος, δεν περιορίζεται μόνο στην παραγωγή αλλά επεκτείνεται και στην προστασία του περιβάλλοντος, της πολιτιστικής κληρονομιάς και του χώρου της υπαίθρου.
Ο αγρότης θα πρέπει με τις δράσεις του να στοχεύει στην μείωση των προβλημάτων που δημιουργούν η γεωργία και η κτηνοτροφία, αλλά και στην
διατήρηση των καλών υπηρεσιών της γεωργίας προς το κοινωνικό σύνολο.
Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχει δημιουργήσει η γεωργική δραστηριότητα, οι αγρότες θα πρέπει να εφαρμόζουν ορισμένες πρακτικές, οι οποίες ονομάσθηκαν Κώδικες Ορθής Γεωργικής Πρακτικής (Κ.Ο.Γ.Π.), όπως αυτοί εγκρίθηκαν με την υπ’ αριθ. Ε(2003)3139/22-8-2003 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι Κ.Ο.Γ.Π. στοχεύουν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχει δημιουργήσει η έντονη γεωργική δραστηριότητα και επιπλέον:
- στην αειφορική διαχείριση των γεωργικών γαιών και των φυσικών πόρων.
- στην προστασία και διαφύλαξη του αγροτικού τοπίου και των χαρακτηριστικών του.
- στην προστασία της υγείας των αγροτών και των καταναλωτών.
Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων, οι Κώδικες παρεμβαίνουν σε ορισμένες γεωργικές δραστηριότητες, μερικές από τις οποίες είναι:
- Κατεργασία του εδάφους.
- Αμειψισπορά
- Διαχείριση υδάτινων πόρων
2.1 Κατεργασία του εδάφους
Με την κατεργασία του εδάφους διαταράσσεται η δομή του, ενώ με άκαιρες ή ακατάλληλες επεμβάσεις αυτή καταστρέφεται. Το κατεργασμένο γυμνό έδαφος είναι ευάλωτο στη διάβρωση από τον αέρα ή από το νερό. Επομένως η κατεργασία του εδάφους πρέπει να περιορίζεται όσο είναι δυνατόν, στις απαραίτητες επεμβάσεις. Η υπερβολική κατεργασία εδάφους αυξάνει την απαιτούμενη ενέργεια, επιφέρει μεγάλη και άσκοπη κατανάλωση καυσίμων, και παράλληλα προκαλεί αρνητικές συνέπειες στο έδαφος.
Για να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη από την κατεργασία του εδάφους και να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές συνέπειες,
Βάσει του άρθρου 2 του κώδικα, συνίσταται:
Ø Οι κατεργασίες να γίνονται την κατάλληλη εποχή για το έδαφος, με τα κατάλληλα γεωργικά μηχανήματα για την εργασία που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε. Σκόπιμο είναι να γίνονται, κατά το δυνατόν, λιγότερες επεμβάσεις.
Ø Οι κατεργασίες του εδάφους να γίνονται πάντα, όταν το έδαφος βρίσκεται στο «ρώγο του», δηλαδή μετά τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές.
Ø Να αποφεύγονται οι θερινές αρόσεις, στην περίπτωση που αυτές δεν θεωρούνται απαραίτητες για την καταπολέμηση πολυετών ζιζανίων.
Ø Να αποφεύγεται η βαθιά άροση κάτω από 40 εκατοστά, αν δεν υπάρχει ανάγκη εκρίζωσης βαθύρριζων ζιζανίων και θραύσης αδιαπέραστου εδαφικού ορίζοντα. Στην περίπτωση βαθιάς άροσης, λόγω θραύσης αδιαπέραστου εδαφικού ορίζοντα δεν πρέπει να γίνεται αναστροφή του εδάφους.
Ø Στις περιπτώσεις που υπάρχει κίνδυνος πλημμυρών η άροση, θα πρέπει να γίνεται με μέθοδο, που εξασφαλίζει την ισοπέδωση αγροτεμαχίων με χρήση αναστρεφόμενων αρότρων.
Επιβάλλεται:
Ø Σε εδάφη με κλίση μεγαλύτερη από 10% η άροση να γίνεται κατά τις ισοϋψείς, ή διαγώνια, ή να δημιουργούνται φυσικά αναχώματα κατά τις ισοϋψείς και η άροση να γίνεται διαγώνια (ακαλλιέργητες ζώνες με φυτική κάλυψη) με εύρος 1-2 μέτρα.
Ø Η χρησιμοποίηση των γεωργικών μηχανημάτων να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην καταστρέφονται οι αγροτικοί δρόμοι.
Ø Να μην καταστρέφονται τα ακαλλιέργητα περιθώρια μεταξύ των αγροτεμαχίων καθώς και οι φυτοφράκτες, η φυσική βλάστηση των ρεματιών και τα γειτονικά δάση.
Ø Η διατήρηση των φυσικών ρεμάτων. Επεμβάσεις, οι οποίες αφορούν στην αλλαγή πορείας ρεμάτων με χωματουργικά μηχανήματα γίνονται μόνο μετά από άδεια της αρμόδιας υπηρεσίας.
2.2 Αμειψισπορά
Βάσει του άρθρου 3 του Κώδικα, οι παραγωγοί θα πρέπει να εφαρμόζουν κατάλληλο πρόγραμμα αμειψισποράς¹ τόσο στις αροτραίες καλλιέργειες όσο και στα κηπευτικά με στόχο:
Ø Την αύξηση της γονιμότητας του εδάφους.
Ø Την βελτίωση της δομής του εδάφους.
Ø Την μείωση των προβλημάτων από ζιζάνια ή/ και ασθένειες.
Συνίσταται:
- Να λαμβάνεται μέριμνα, ώστε το χωράφι να μη μένει χωρίς φυτοκάλυψη κατά την περίοδο του χειμώνα, περίοδο κατά την οποία ο κίνδυνος υδατικής διάβρωσης είναι αυξημένος.
- Στα ελαφρά εδάφη με περιεκτικότητα σε άμμο μεγαλύτερη από 50% (αμμώδη, πηλοαμμώδη, άμμοπηλώδη) πρέπει υποχρεωτικά να υπάρχει φυτοκάλυψη κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Για να επιτυγχάνει η αμειψισπορά τους στόχους της, πρέπει το πρόγραμμα το οποίο εφαρμόζεται να είναι κατάλληλο για τις τοπικές συνθήκες. Για το λόγο αυτό οι Δ/νσεις Αγροτικής Ανάπτυξης, θα καταρτίσουν υποχρεωτικά προγράμματα αμειψισποράς ανά νομό κατάλληλα προσαρμοσμένα στις συνθήκες των εκμεταλλεύσεων καθώς και τον οικονομικό προγραμματισμό αυτών.
- Συγκεκριμένα για τις αροτραίες καλλιέργειες και τα κηπευτικά το ίδιο αγροτεμάχιο δεν μπορεί να καλλιεργηθεί για περισσότερο από τέσσερα χρόνια με την ίδια καλλιέργεια. Εξαίρεση αποτελεί η καλλιέργεια του βαμβακιού, όπου θα εφαρμόζονται τα διοικητικά μέτρα για το βαμβάκι όπως αυτά ισχύουν κάθε φορά, και η καλλιέργεια των ζαχαρότευτλων και της βιομηχανικής ντομάτας, όπου το ίδιο αγροτεμάχιο δεν θα μπορεί να καλλιεργείται για περισσότερο από δύο καλλιεργητικές περιόδους στην πενταετία, οι οποίες δεν πρέπει να είναι συνεχόμενες αλλά να απέχουν μεταξύ τους χρονικά, τρία (3) χρόνια τουλάχιστον. Για να επιτευχθεί ο στόχος εναλλαγής των καλλιεργειών μπορούν να ακολουθηθούν οι παρακάτω μέθοδοι αμειψισποράς:
Μέθοδος Α: Στη διάρκεια της πενταετίας για ένα ολόκληρο έτος το αγροτεμάχιο τίθεται σε αγρανάπαυση ή αμειψισπορά.
Μέθοδος Β: Στη διάρκεια της 5ετίας το 20% τουλάχιστον του αγροτεμαχίου (βασικής καλλιέργειας) θα τίθεται σε αγρανάπαυση ή αμειψισπορά.
Στη διάρκεια της πενταετίας για κάποια αγροτεμάχια ακολουθείται η μέθοδος Α και για κάποια άλλα η μέθοδος Β. Δεν μπορεί ένα αγροτεμάχιο να καλλιεργηθεί και με τη μία μέθοδο και με την άλλη σε διάστημα μικρότερο των 5 ετών. Αλλαγή στη μέθοδο αμειψισποράς σε συγκεκριμένο αγροτεμάχιο μπορεί να γίνει μόνο όταν εξασφαλισθεί επαρκής (όχι λιγότερο από 20%) αμειψισπορά σε αυτό ( Η αμειψισπορά δύναται να αντικατασταθεί μερικά ή ολικά από αγρανάπαυση).
2.3 Προστασία υδατικών πόρων
Οι υδατικοί πόροι θεωρούνται σήμερα απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη κάθε είδους δραστηριότητας και την διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας και γενικότερα της ζωής.
Η αλόγιστη χρήση όπως υπεραρδεύσεις, κατακλίσεις γειτονικών χωραφιών και δρόμων, η χρήση ακατάλληλων ή ελαττωματικών συστημάτων κ.λ.π., όχι μόνο δεν οδηγεί στην αύξηση της παραγωγικότητας της εκμετάλλευσης, αλλά αντίθετα υποθάλπει και το μέλλον της, με ότι αυτό συνεπάγεται, αφού μειώνει τους διαθέσιμους υδατικούς πόρους ή τους καθιστά ακατάλληλους (π.χ. υφαλμύρωση υπογείων υδροφορέων) για άρδευση. Βάσει του άρθρου 5 του Κώδικα,
- Οι χρήστες γεωργοί θα πρέπει να κατανοήσουν ότι το μέλλον της εκμετάλλευσής τους εξαρτάται από την ποιότητα και την ποσότητα του αρδευτικού νερού, που θα μπορούν να έχουν στην διάθεσή τους
- Μια επιτυχημένη άρδευση πρέπει, αφενός, να δίνει στο έδαφος τόσο νερό όσο χρειάζεται για να αναπτυχθεί σωστά η καλλιέργεια και αφετέρου, η εφαρμογή του νερού να γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχουν όσο το δυνατόν μικρότερες απώλειες νερού και θρεπτικών στοιχείων από βαθιά διήθηση και επιφανειακή απορροή.
Η βαθιά διήθηση και η επιφανειακή απορροή μπορούν να περιοριστούν με τον κατάλληλο έλεγχο:
§ της παροχής της άρδευσης (να αποφεύγονται απώλειες κατά την παροχή, με επιδιόρθωση του συστήματος παροχής)
§ του χρόνου εφαρμογής
§ της κλίση του εδάφους
§ του μήκους διαδρομής του νερού στον αγρό
§ της διηθητικότητας του εδάφους ως συνάρτηση του ρυθμού εφαρμογής του νερού
§ της μεθόδου της άρδευσης.
Για τον έλεγχο των απωλειών του νερού
Θα πρέπει οι παραγωγοί να τηρούν τις αρδευτικές πρακτικές ανά καλλιέργεια (σύνολο αναγκών σε νερό βάσει πραγματικής εξατμισοδιαπνοής, δόση άρδευσης, χρόνο άρδευσης, αριθμός εφαρμογών) για κάθε σύστημα άρδευσης και για κάθε τύπο εδάφους, όπως αυτές ορίζονται με απόφαση Νομάρχη από τις σχετικές υπηρεσίες.
2.3.1 Συστήματα Άρδευσης
2.3.1.1 Επιφανειακή άρδευση
Η επιφανειακή άρδευση δεν είναι προτεινόμενο σύστημα άρδευσης, γιατί με το σύστημα αυτό έχουμε:
- μεγάλη κατανάλωση νερού
- έκπλυση θρεπτικών στοιχείων
- ανομοιόμορφο πότισμα (τα παραπάνω εμφανίζονται πιο έντονα στα αμμώδη εδάφη).
- στις περιπτώσεις που η κλίση του χωραφιού ξεπερνά το 2-3% έχουμε μεγάλες απώλειες νερού από επιφανειακή απορροή.
Σημειώνεται όμως, ότι η εφαρμογή της επιφανειακής άρδευσης μπορεί να είναι αναγκαία εάν το είδος της καλλιέργειας ή ο τύπος του εδάφους το επιβάλλει, όπως εδάφη που εμφανίζουν προβλήματα συσσώρευσης αλάτων και καλλιέργειες όπως το ρύζι. Για την επιτυχία της άρδευσης το χωράφι πρέπει να είναι οργωμένο και οι καλλιέργειες να είναι σπαρμένες γραμμικά.
2.3.1.2 Τεχνητή βροχή
- Με την τεχνική βροχή, το νερό εφαρμόζεται σε όλο το χωράφι ομοιόμορφα.
- Ο ρυθμός με τον οποίο πρέπει να γίνεται το πότισμα πρέπει να είναι ίδιος με το ρυθμό που το έδαφος απορροφά το νερό ώστε να μην έχουμε επιφανειακή απορροή. Για το σκοπό αυτό:
Ø Η επιλογή του μπεκ και της διάταξης των εκτοξευτήρων πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο, ώστε η ένταση της βροχής να είναι ίση με την βασική διηθητικότητα του εδάφους και το μέσο ωριαίο ύψος βροχής να είναι ανάλογο με το ύψος, το οποίο αντιστοιχεί στον εδαφικό τύπο του χωραφιού.
Ø Ο χρόνος εφαρμογής της άρδευσης πρέπει να είναι τέτοιος ώστε, να αποφεύγεται η διήθηση του νερού σε βαθύτερα στρώματα. Υπάρχουν συχνά απώλειες αρδευτικού νερού, όταν η άρδευση γίνεται σε λάθος ώρα (μεσημέρι 11πμ-3μμ), λόγω εξάτμισης. Επίσης, μπορεί να γίνει ανομοιόμορφο πότισμα, όταν οι καιρικές συνθήκες είναι ακατάλληλες (φυσάει πάνω από 5 βαθμούς της κλίμακας Beaufort), και όταν η ποιότητα του αρδευτικού νερού δεν είναι καλή, καθώς τα άλατα από την άρδευση μένουν πάνω στα φύλλα και τους βλαστούς του φυτού.
2.3.1.3 Άρδευση με σταγόνες
Το σύστημα αυτό εξασφαλίζει:
- πλήρη έλεγχο της άρδευσης
- μηδενική σχεδόν έκπλυση θρεπτικών στοιχείων
- καλή λειτουργία σε επικλινή εδάφη και εκεί που η ποιότητα νερού είναι οριακά ανεκτή
- μειωμένο κόστος εργασίας
- δίνει τη δυνατότητα σταδιακής, κατά δόσεις, εφαρμογής υδρολίπανσης και εφαρμογής της λίπανσης.
Οι παραγωγοί οφείλουν:
- Να λαμβάνουν μέριμνα για την ελαχιστοποίηση των απωλειών νερού άρδευσης με αποφυγή της επιφανειακής απορροής ή βαθιάς διήθησης. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις, που η βαθιά διήθηση χρειάζεται, για να αντιμετωπιστούν προβλήματα αλατότητας.
- Να μην αρδεύουν με κατάκλιση (με αυλάκια) σε αγροτεμάχια με κλίση πάνω από 3% (εξαιρείται η άρδευση πολυετών καλλιεργειών με αύλακες περιμετρικά του κορμού του φυτού).
- Να τηρούν τις αρδευτικές πρακτικές ανά καλλιέργεια (συνολική ποσότητα, αριθμός εφαρμογών, δόση ανά εφαρμογή), όπως ορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες πρακτικές των οικείων Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων.
- Να τηρούν τους κανονισμούς των Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων και γενικά των φορέων λειτουργίας συλλογικών έργων.
- Να τηρούν τα περιοριστικά μέτρα χρήσης νερού, όπως προβλέπεται από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
2.4 Η ερημοποίηση ως συνέπεια της αρδευόμενης γεωργίας
Το έδαφος είναι ο φυσικός εκείνος πόρος ο οποίος επιδέχεται τις μεγαλύτερες επιδράσεις εξαιτίας της ερημοποίησης. Το έδαφος μέσα από την προοδευτική του υποβάθμιση, χάνει την βιοπαραγωγική του ικανότητα και αδυνατεί να επιτελέσει τις λειτουργίες του ως ένα βασικό συστατικό του οικοσυστήματος. Η υποβάθμιση αυτή οδηγεί στην ελαχιστοποίηση τόσο του περιβαλλοντικού όσο και του οικονομικού ρόλου, για την υγιή ανάπτυξη της χλωρίδας και της πανίδας, γεγονός το οποίο, σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί στην εγκατάλειψη των γαιών. Οι διαδικασίες που προκαλούνται από τον άνθρωπο, κυριότερα μέσα από την γεωργική δραστηριότητα, και επηρεάζουν την επιτάχυνση και εμφάνιση της ερημοποίησης είναι:
· η διάβρωση
· η αλάτωση
· ο σχηματισμός κρούστας , στο έδαφος
· η μείωση υγρασίας των εδαφών και
· η εξάντληση, γενικότερα, των υδατικών πόρων.
Η μεγάλη κατανάλωση νερού και η εκμηχάνιση όπως επίσης η ανάγκη εφαρμογής αγροχημικών προϊόντων κάτω από ορισμένες περιβαλλοντικές και τεχνικές συνθήκες έχουν πολύ αρνητικές επιπτώσεις στη δομή του εδάφους και στην αύξηση του κινδύνου ερημοποίησης. Οι διεργασίες υποβάθμισης περιλαμβάνουν διάφορες φυσικές, χημικές και βιολογικές μεταβολές σε εδαφικές ιδιότητες και χαρακτηριστικά που τελικά οδηγούν στην υποβάθμιση της ποιότητας του εδάφους ως φυσικού πόρου.
Τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες χώρες της περιοχής η ερημοποίηση έχει συντελεσθεί και συντελείται στις ευαίσθητες ζώνες της με την υπερεκμετάλλευση των εδαφικών, των υδάτινων και των φυσικών πόρων. Έντονο πρόβλημα αντιμετωπίζει και η χώρα μας, όπου το 30% περίπου της συνολικής της έκτασης, απειλείται με ερημοποίηση άμεσα (Γιάσογλου και Κοσμάς,1992). Περιοχές υψηλού κινδύνου χαρακτηρίζουν οι επιστήμονες την κεντρική και Β. Ελλάδα ενώ απειλούνται και η Ν. Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης (Γιάσογλου,2000). Βασικότερη αιτία είναι η εντατική χρήση γης, ενώ επηρεάζουν σημαντικά οι κλιματικές συνθήκες και η ποιότητα του εδάφους κάθε περιοχής.
Η πρόληψη και η αντιμετώπιση της ερημοποίησης θα επιτευχθεί με τη λήψη ορισμένων μέτρων γενικής εφαρμογής που αφορούν ολόκληρο τον πληθυσμό της χώρας και τέμνουν επιμέρους τομείς δραστηριοτήτων. Καθώς οι περιοχές που έχουν υποστεί ερημοποίηση μπορούν να χωριστούν σε αυτές που το φαινόμενο είναι αναστρέψιμο και σε αυτές που δεν είναι, στις πρώτες θα εφαρμοστούν μέτρα ανάσχεσης της υποβάθμισης και αποκατάστασης στην πρότερη κατάσταση τους, ενώ στις δεύτερες τα μέτρα θα περιοριστούν στην ορθή διαχείριση τους. Το Σχέδιο προβλέπει γενικά μέτρα και ειδικές δράσεις στους τομείς γεωργίας, δασών, κτηνοτροφίας, άγριας πανίδας και υδατικών πόρων.
Κεφάλαιο 3
3. Συμπεράσματα
Συνοψίζοντας, για να διατηρήσουμε τη γονιμότητα του εδάφους για μια βιώσιμη γεωργική ανάπτυξη πρέπει:
- Η κατεργασία του εδάφους να γίνεται την κατάλληλη εποχή, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα μέσα και να περιορίζεται στις απολύτως απαραίτητες επεμβάσεις διότι η υπερβολική κατεργασία εδάφους αυξάνει την απαιτούμενη ενέργεια, επιφέρει μεγάλη και άσκοπη κατανάλωση καυσίμων, και παράλληλα προκαλεί αρνητικές συνέπειες στο έδαφος.
- Οι Διευθύνσεις Αγροτικής Ανάπτυξης να καταρτίσουν υποχρεωτικά προγράμματα αμειψισποράς ανά νομό, κατάλληλα προσαρμοσμένα στις τοπικές συνθήκες των εκμεταλλεύσεων και τον οικονομικό προγραμματισμό αυτών.
- Για τον έλεγχο των απωλειών του νερού θα πρέπει οι παραγωγοί να τηρούν τις αρδευτικές πρακτικές ανά καλλιέργεια (σύνολο αναγκών σε νερό βάσει πραγματικής εξατμισοδιαπνοής, δόση άρδευσης, χρόνο άρδευσης, αριθμός εφαρμογών) για κάθε σύστημα άρδευσης και για κάθε τύπο εδάφους όπως αυτές ορίζονται με απόφαση Νομάρχη από τις σχετικές υπηρεσίες.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ξενόγλωσση
Herman B., (2000), "Integrated water management: emerging issues and challenges", Agricultural Water Management 45, p 217-228
Foppe B. de Walle J. Sevenster, (1998) "Agriculture and the Environment. Minerals, Manure and Measures", Springer, p. 232
N.K Fageria, V.C Baligar, and U.C.Li, (2008), "The Role of Nutrient Efficient Plants in Improving Crop Yiels in the Twenty First Century", Journal of Plant Nutrition, vol.31, p1121-1157
A. Hadas, Aviva Hadas, B. Sagiv, Nava Haruvy (1999), "Agricultural practices, soil fertility management modes and resultant nitrogen leaching rates under semi-arid conditions", Agricultural water management, vol.42, p 81-95
Ελληνική
Γεωπονικός Σύλλογος Ν. Λάρισας (1999),Θρέψη-Λίπανση-Περιβάλλον, Πρακτικά Διημερίδας. Λάρισα, σσ. 25-28
Γιάσογλου Ν., Κοσμάς Κ.,1992, Η ερημοποίηση, Εκδόσεις Ιδρύματος Γουλανδρή
Γιάσογλου Ν., (2000),Η ερημοποίηση στον κόσμο και την Ελλάδα, Επιστημονικές εργασίες Ελλήνων συγγραφέων σχετικές με την Ερημοποίηση , Εθνική Επιτροπή κατά της Ερημοποίησης, 2004, σσ. 31-33
Γιάσογλου Ν., (2000),Φυσικοί πόροι και Ερημοποίηση, Επιστημονικές εργασίες Ελλήνων συγγραφέων σχετικές με την Ερημοποίηση , Εθνική Επιτροπή κατά της Ερημοποίησης,2004, σσ. 55-58
Μόσχος Α.Δ, (2004), Γονιμότητα Εδάφους. Θρέψη Φυτού και Λιπάσματα, Θεσσαλονίκη, σσ. 6-10
Σάββας Δ.,(2000), Θρέψη φυτών, Σημειώσεις ΤΕΙ Ηπείρου, σσ. 42 και 59.
Σινάνης Κ., (2003), Εδαφολογία, Ηράκλειο, σσ.78-80
Σταμούλη Ε. και Παπαζαφειρίου, (2002), Αρδεύσεις- Στραγγίσεις, Θεσσαλονίκη, σσ.114-132
Πηγές Internet:
Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης/Κώδικες Ορθής Γεωργικής Πρακτικής/Απόφαση υπ’ αριθμ. 125347/568/2004 διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.minagric.gr/greek/index.shtml
ΥΠΕΧΩΔΕ,ΠΕΤΕΠ 10-06-03-00 (2006),Προσωρινές Εθνικές Τεχνικές Προδιαγραφές, Έκδοση 1.0 σελ.1-4 ,διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.ggde.gr/dmdocuments/10-06-03-00.pdf , http://soco.jrc.ec.europa.eu , www.lifewateragenda.org/html/cycle-gr.html , www.unibas.it/.../issue_land_abandonment_gr.html , www.ggde.gr/dmdocuments/10-06-03-00.pdf , www.lifewateragenda.org/html/cycle-gr.html
www.itr.si / jarvo/youth_Farm/ el /agriculture1.html , www.unibas.it/.../issue_land_abandonment_gr.html
sfrang.com/historia/selida303.htm , www.itr.si / jarvo/youth_Farm/ el /agriculture1.html pigadi-tis-skepsis.blogspot.com/2009/09/blog- , www.ppol.gr/cm/index.php , http://www.greenbelt.gr/gr/index.php
www.beeFotoblog.com
------------ |
αναρτήθηκε στις 10 Μαρ 2010 1:58 π.μ. από το χρήστη Theodore Koussouris
[
ενημερώθηκε 10 Μαρ 2010 2:27 π.μ.
]
αναρτήθηκε στις 22 Ιαν 2010 9:56 π.μ. από το χρήστη Theodore Koussouris
[
ενημερώθηκε 22 Ιαν 2010 9:57 π.μ.
]
Σχετικές οικονομικές και κοινωνικές μελέτες, αποφαίνονται ότι η περιβαλλοντική νομοθεσία έχει θετικό αντίκτυπο στο ζήτημα της απασχόλησης, όπως έχει θετική επίπτωση -εφόσον εφαρμόζεται πλήρως, στην πρόληψη της ρύπανσης και σε ζητήματα δημόσιας υγείας. Οι φόβοι για απώλεια θέσεων εργασίας είναι σχετικά αβάσιμοι και καλλιεργούνται από ορισμένους επιχειρηματίες για τους δικούς λόγους και τις επιδιώξεις τους. Η περιβαλλοντική προστασία αυξάνει τα επίπεδα απασχόλησης, γιατί εντείνει τη χρήση της ανθρώπινης εργασίας, προστατεύει τα εγχώρια προϊόντα και δημιουργεί συνθήκες οικονομικής ασφάλειας που αυξάνουν τη ζήτηση. Τα ευρωπαϊκά δεδομένα των δύο τελευταίων δεκαετιών δείχνουν, ότι πολύ λίγα εργοστάσια κλείνουν εξ αιτίας των περιβαλλοντικών κανονισμών και της ισχύουσας νομοθεσίας. Επιπλέον, τα στοιχεία δείχνουν, ότι οι περιβαλλοντικοί κανονισμοί δεν είναι υπεύθυνοι για τη µακροπρόθεσµη μείωση της απασχόλησης στην κατασκευαστική βιομηχανία. Το φαινόμενο των ‘’παραδείσων της ρύπανσης", η μεταφορά δηλαδή βιομηχανικών εταιρειών σε φτωχές χώρες για να επωφεληθούν από τους χαλαρούς περιβαλλοντικούς κανονισμούς, συμβαίνει, αλλά συμβαίνει όλο και σπανιότερα. Πολλές βιομηχανίες πράγματι μεταφέρουν στον Τρίτο κόσμο τις δραστηριότητές τους, αλλά ο λόγος στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, είναι το φθηνό εργατικό κόστος και η ευκολότερη πρόσβαση στις πρώτες ύλες. Παρόλα αυτά σε τομείς, όπως είναι τα ορυχεία και η υλοτομία, είναι φανερή η απώλεια θέσεων εργασίας, εξ αιτίας και των περιβαλλοντικών κανονισμών. Ακόμη και σ' αυτήν την περίπτωση όμως, δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, σε άλλους τομείς της οικονομίας, στην παραγωγή υλικών εναλλακτικών της ξυλείας και των ορυκτών που προστατεύονται ως φυσικοί πόροι και που βρίσκονται σε εξάντληση. Επίσης, δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας στην αλιεία, στη βιολογική γεωργία, στον οικο-τουρισμό και σε βιομηχανίες που θέλουν να εγκατασταθούν σε περιοχές, όπου υπάρχει ικανοποιητική ποιότητα ζωής για τους εργαζόμενους.
Η συζήτηση για το θέμα, "θέσεις εργασίας απέναντι στο περιβάλλον", τροφοδοτήθηκε από την αποβιομηχάνιση στις ΗΠΑ κατά την δεκαετία του '80, εξ αιτίας, κατά ένα µέρος, του αυξημένου ανταγωνισμού από τις εισαγωγές, της μεταβολής των απαιτήσεων και των τεχνολογικών αλλαγών. Οι περιβαλλοντικοί κανονισμοί θεωρήθηκαν συχνά συμμέτοχοι και συνένοχοι στη μετάβαση της οικονομίας των ΗΠΑ από την παραγωγή προϊόντων στην παροχή υπηρεσιών. Η αναφορά ‘’Θέσεις Εργασίας και Περιβάλλον’’ δείχνει για µια ακόμα φορά, ότι τα αποτελέσματα στην απασχόληση εξ αιτίας του κλεισίματος εργοστασίων, της εκροής κεφαλαίων και της μείωσης της παραγωγικότητας, λόγω των περιβαλλοντικών κανονισμών είναι μικρή έως ανύπαρκτη. Την ίδια στιγμή τα χρήματα, που οι κυβερνήσεις και οι βιομηχανίες ξοδεύουν για την προστασία του περιβάλλοντος, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Φυσικά, και δεν µπορούµε να παραβλέπουμε το προσωπικό και κοινωνικό κόστος της απώλειας θέσεων εργασίας και της ανεργίας, είτε προκαλείται από τα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος, είτε από άλλες άσχετες αιτίες. Αυτές όμως οι απώλειες είναι τοπικές και σε αντίθεση µε τη δημοσιότητα που έχουν προσλάβει, είναι όντος ασυνήθιστα μικρές. Ωστόσο, μεγαλύτερες είναι οι απώλειες που προκαλούνται από την περικοπή θέσεων εργασίας για οικονομικούς λόγους, τον εισαγόμενο ανταγωνισμό και τη μείωση ορισμένων στοχοθετημένων δαπανών. Σήμερα, η νέα στρατηγική των επιχειρήσεων προβάλλεται ή και έχει αναγνωριστεί ως αναγκαιότητα, ενώ έχει υιοθετηθεί από πολλές μεγάλες εταιρείες, ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές στις εθνικές και διεθνείς αγορές τους, όπου οι καταναλωτές είναι όλο και περισσότερο συνειδητοποιημένοι περιβαλλοντικά και μπορούν να μποϋκοτάρουν πολύ εύκολα εταιρείες και προϊόντα.
Η κοινωνία και η ανάγκη της για βιώσιμη ανάπτυξη και προστασία της δημόσιας υγείας, δεν θα έχει κανένα όφελος από επιχειρήσεις, που επιβιώνουν οικονομικά µόνο χάρη στην κατάχρηση του περιβάλλοντος και της υγείας µας και στην καταστροφή των φυσικών αποθεμάτων. Πάντοτε θα υπάρχουν εταιρείες µε καλύτερη διαχείριση, µε πιο ευαισθητοποιημένους κοινωνικά ιδιοκτήτες ή διευθυντές, οι οποίες θα παρέχουν προϊόντα, υπηρεσίες και θέσεις εργασίας χωρίς, να κάνουν τόση ή ίσως χωρίς να κάνουν καθόλου ζημιά στον πλανήτη, τους κατοίκους του και τις μέλλουσες γενιές. Οι πολίτες, οι καταναλωτές, άλλες εταιρείες και κυβερνήσεις, θα πρέπει να υποστηρίζουν τέτοιες συνειδητοποιημένες περιβαλλοντικά επιχειρήσεις. Όμως, οι θεσμοί που ρυθμίζουν αυτά τα θέματα, θα πρέπει να γίνουν πιο ευέλικτοι και λιγότερο γραφειοκρατικοί.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει, εδώ και λίγα χρόνια, εγκρίνει ένα φιλόδοξο ‘’Σχέδιο Δράσης’’ για τη βελτίωση της ανάπτυξης και της ευρύτερης χρήσης φιλικών προς το περιβάλλον τεχνολογιών. Πολλές νέες περιβαλλοντικές τεχνολογίες έχουν αξιοσημείωτες δυνατότητες βελτίωσης του περιβάλλοντος και προώθησης της ανταγωνιστικότητας των εταιριών. Τα παραδείγματα περιβαλλοντικών τεχνολογιών κυμαίνονται από τα συστήματα ανακύκλωσης των βιομηχανικών αποβλήτων, μέχρι τους ενεργειακά οικονομικούς κινητήρες αυτοκινήτων, οι οποίοι επιτρέπουν στα αυτοκίνητα να χρησιμοποιούν λιγότερα καύσιμα και τις τεχνικές αποκατάστασης εδάφους. Άλλωστε, τα εμπόδια είναι ακόμη πολυάριθμα και μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται ο περίπλοκος χαρακτήρας της μετάβασης από τις παραδοσιακές στις νέες τεχνολογίες και η ανεπαρκής πρόσβαση στο κεφάλαιο.
Τι είναι όμως οι φιλικές προς το περιβαλλοντικές τεχνολογίες; Με απλά λόγια είναι «όλες οι τεχνολογίες που βλάπτουν λιγότερο ή και δεν βλάπτουν καθόλου το περιβάλλον». Αυτές περιλαμβάνουν τεχνολογίες για τη διαχείριση της ρύπανσης (π.χ. έλεγχος της ρύπανσης του ατμοσφαιρικού αέρα, διαχείριση των αποβλήτων), προϊόντα και υπηρεσίες λιγότερο ρυπογόνα και μικρότερης έντασης πόρων (π.χ. κύτταρα καυσίμου) και τρόπους αποδοτικότερης διαχείρισης των πόρων (π.χ. υδροδότηση, τεχνολογίες εξοικονόμησης ενέργειας). Άλλωστε, αυτές οι φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες, αγκαλιάζουν όλες τις οικονομικές δραστηριότητες και τους τομείς τους. Περιορίζουν το κόστος και βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, μειώνοντας την κατανάλωση ενέργειας και των φυσικών πόρων και ως εκ τούτου, παράγουν λιγότερες εκπομπές και απόβλητα. Τελικά, αναβαθμίζεται η ποιότητα ζωής και περιφρουρείτε η δημόσια υγεία αποτελεσματικότερα.
Η προαγωγή της περιβαλλοντικής ανάπτυξης και της απασχόλησης είναι ζωτικής σημασίας για την Ε.Ε., όπως και τα υψηλά επίπεδα περιβαλλοντικής προστασίας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να αποσυνδεθεί η οικονομική ανάπτυξη από τις αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Οι περιβαλλοντικές τεχνολογίες μπορούν να βοηθήσουν και να συμβάλλουν στην τεχνολογική καινοτομία και, επιπλέον, μπορούν να αυξήσουν την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, να ανοίξουν τις προοπτικές δυνητικών αγορών και να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Λόγου χάριν, η εξοικονόμηση ενέργειας στις βιομηχανικές διαδικασίες ή η ανάπτυξη νέων καθαρών αυτοκινήτων θα συμβάλει στην αντιμετώπιση του προβλήματος της αλλαγής του κλίματος, περιορίζοντας, εκ παραλλήλου, το συνολικό κόστος για τους καταναλωτές και, εν γένει, την κοινωνία. Η πιο συνηθισμένη και επιφανειακή κριτική για την περιβαλλοντική νομοθεσία και τους σχετικούς κανονισμούς που αυτοί συνεπάγονται, είναι ότι οι θέσεις εργασίας κοστίζουν στις επιχειρήσεις ακόμη περισσότερο. Η πραγματικότητα όμως μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική. Η προστασία του περιβάλλοντος δημιουργεί και ενθαρρύνει νέες θέσεις εργασίας και μειώνει την ανεργία. |
αναρτήθηκε στις 22 Ιαν 2010 8:31 π.μ. από το χρήστη Theodore Koussouris
[
ενημερώθηκε 22 Ιαν 2010 8:32 π.μ.
]
Οι αγροτικές περιοχές αντιμετωπίζουν σήμερα, πολλαπλά προβλήματα, ενώ οι καλλιέργειες με τον παραδοσιακό τρόπο εκμετάλλευσης είναι εγκλωβισμένες σε στεγανά και αδιέξοδα. Από την άλλη πλευρά, η εντατικοποίηση και οι εκτατικές αγροτικές δραστηριότητες δημιουργούν προβλήματα και απειλές (νερό, έδαφος, αέρας) όχι μόνο στο χώρο-περιοχή που τις υποστηρίζει, αλλά και μακριά από αυτόν, μέχρι και τον παράκτιο χώρο. Εξάλλου, απουσιάζει η ολοκληρωμένη διαχείριση στο νερό και στο έδαφος σε επίπεδο υδρολογικής λεκάνης
Ωστόσο, η ΚΑΠ(Κοινή Αγροτική Πολιτική) είχε φτάσει στα όριά της από τα μέσα του 1980, παρότι στη μεταρρύθμιση του 1992 ενσωματώθηκε η προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος με κίνητρα στήριξης πρακτικών προσανατολισμένων στη διατήρηση του αγροτικού τοπίου και του φυσικού περιβάλλοντος. Τελικά, ο κανονισμός 2078 του 1992 εξελίχθηκε και υλοποιήθηκε για ενίσχυση του αγροτικού εισοδήματος με πρόσχημα το περιβάλλον. Ετσι, στο νέο κανονισμό του 1999 δεν υπάρχει μνεία για ενίσχυση εισοδήματος, ενώ υπάρχει εξειδίκευση των στόχων της ‘’Ορθής Αγροτικής και Περιβαλλοντικής Πολιτικής’’ (ΟΑΠΠ), ως προϋπόθεση για κάθε ενίσχυση της ΕΕ.
Αυτές οι τάσεις από το 2006 οδηγούν αναπόφευκτα στην ολοκληρωμένη αγροτική ανάπτυξη, που σημαίνει μεταξύ των άλλων προώθηση-επικρότηση γεωργικών δραστηριοτήτων που θα βασίζονται στο νέο πολύ-λειτουργικό ρόλο της γεωργίας. Εξάλλου, αυτή η γεωργία θα είναι ενταγμένη στο φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον και στους πόρους-αγαθά που μπορεί να προσφέρει αυτό το περιβάλλον, ώστε να εξασφαλίζεται αυτή η προσφορά και στο μέλλον.
Η καινούργια όμως αντίληψη για μετεξέλιξή των σημερινών πρακτικών, σε χρήσεις και λειτουργίες πολλαπλών σκοπών και στόχων, διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, ενώ οι ενδεχόμενες απειλές προς τους πόρους του περιβάλλοντος παρακολουθούνται σε συνεχή βάση και συνεκτιμώνται – αντιμετωπίζονται, μέσα από το φάσμα της ολοκληρωμένης διαχείρισης.
Για παράδειγμα η ΟΑΠΠ απαιτεί μεταξύ των άλλων:
-διασφάλιση της δημόσιας υγείας και εφαρμογή της νομοθεσίας,
-παραγωγή και εμπορία ποιοτικών και πιστοποιημένων προϊόντων,
-εξασφάλιση της υγείας φυτών και ζώων,
- φροντίδα προς το περιβάλλον, μέσα από τις αγροτικές πρακτικές κάθε περιοχής.
Οι παραγωγοί απ’εδώ και πέρα, δεσμεύονται, έναντι της παρακράτησης των κάθε είδους ενισχύσεων, για την εφαρμογή της ΟΑΠΠ, η οποία θα λαμβάνει υπόψη της και περιβαλλοντικούς στόχους. Ετσι, κάθε παραγωγός για παράδειγμα οφείλει:
- να διατηρεί στο αγρόκτημά του και τους φυσικούς φράκτες και τις ξερολιθιές και τα φυσικά πρανή,
- να εξασφαλίζει τη φυτική κάλυψη του εδάφους μεταξύ καλλιεργητικών περιόδων,
- να αποτρέπει τη διάβρωση και την υποβάθμιση των εδαφών,
- να καλλιεργεί ψυχανθή σε ποσοστό 20%, συμπληρωματικά με την κύρια εντατική καλλιέργεια, για το φυσικό εμπλουτισμό των εδαφών με άζωτο,
- να λαμβάνει μέτρα για τη σωστή διάθεση των υπολειμμάτων των καλλιεργειών,
- να λαμβάνει μέτρα για τον περιορισμό της νιτρο-ρύπανσης στα υπόγεια και στα επιφανειακά νερά,
- να μεριμνά για τα βοσκοτόπια που δεν πρέπει, ούτε να εγκαταλείπονται, αλλά ούτε και να υπερ-βόσκονται,
- να αναπτύξει το ρόλο της πολυ-λειτουργικής ανάπτυξης σε τοπικό επίπεδο η οποία και θα επιβραβεύεται με ενισχύσεις.
Τέλος, οι στόχοι της ΟΑΠΠ οφείλουν να προωθήσουν το συντομότερο:
- τη αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, είτε για κάθε προϊόν χωριστά, είτε ανά περιφέρεια,
- υλοποιήσιμα μέτρα για τη μείωση του κόστους της παραγωγής,
- την επαναδραστηριοποίηση των αγροτικών βιομηχανιών και των μονάδων επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων σε συνδυασμό με την πιο πάνω αναδιάρθρωση, αλλά και με τη φροντίδα του περιβάλλοντος από τα υποπροϊόντα και παραπροϊόντα των δραστηριοτήτων τους.
Με απλά λόγια, αυτή η ολοκληρωμένη διαχείριση δεν ενδιαφέρεται μόνο για το σήμερα. Το πρόβλημα είναι το μέλλον και οι προοπτικές που διαφαίνονται, τόσο από τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες, όσο και από τις κλιματικές μεταβολές που βρίσκονται ‘’προ των θυρών’’. Έτσι, οφείλουμε να συμβάλλουμε όλοι –ντόπιοι, τεχνοκράτες, πολιτικοί, μέσα ενημέρωσης - και να συζητήσουμε σοβαρά για τις οικονομικές, παραγωγικές, κοινωνικές και οικολογικές προοπτικές που διαφαίνονται σε κάθε περιοχή και για το πως θα αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις, για τις οποίες διαθέτουμε τη δυναμική να τις ενσωματώσουμε και να τις προωθήσουμε.
Για την ελληνική ύπαιθρο, η αναμενόμενη αυτή νέα πρόκληση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εξαιτίας της σημερινής αυτάρκειας σε προϊόντων, των παραδοσιακών πρακτικών στην εκμετάλλευση της γης, του νερού και των άλλων αγαθών που προσφέρονται από το φυσικό περιβάλλον, αλλά και του πολυποίκιλου αναγλύφου της περιοχής και των αναμενόμενων κλιματικών μεταβολών. Εξάλλου, εδώ και μερικά χρόνια προωθούνται – με δειλά αλλά σταθερά βήματα - τόσο η βιολογική γεωργία, όσο και ο οικο-τουρισμός, με μοχλό εκκίνησης τους παραδοσιακούς οικισμούς, την οικοτεχνία, τα οικολογικά μονοπάτια, τα σπάνια και ενδημικά φυτά, τους σημαντικούς και μοναδικούς οικοτόπους, τις παραποτάμιες διαδρομές αναψυχής δίπλα στις παραδοσιακές ασχολίες, τα ανοιχτά περιβόλια στην αστική κοινωνία, τα αρωματικά φυτά, τις γιορτές για το κάστανο, το λάδι, το κρασί, το πορτοκάλι, την τσικουδιά, τη σαρδέλα, και άλλες εκδηλώσεις και τομείς δραστηριοτήτων που μπορούν να προσελκύσουν και τις επενδύσεις στα παραδοσιακά προϊόντα, αλλά και τον ειδικό τουρισμό ολόκληρο το χρόνο.
Το ζητούμενο όμως είναι να ξεφύγουμε από το σημερινό ‘’βάλτωμα’’ και το μαρασμό της υπαίθρου. Το ζητούμενο δεν είναι οι επιδοτήσεις. Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν συνθήκες σωστής ενημέρωσης, ουσιαστικής συνεννόησης και συνδιαλλαγής με σαφείς ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους, εγγυήσεις για το αύριο, τεκμηριωμένες προτάσεις, εναλλακτικές στρατηγικές και μακρόπνοος σχεδιασμός.
Οι νέοι στόχοι της Σωστής-Ορθής Αγροτικής και Περιβαλλοντικής Πολιτικής της ΕΕ θα ενισχύουν, μόνο όταν η αγροτική ανάπτυξη νοιάζεται και είναι συνδεδεμένη με το περιβάλλον και την ποιότητα των γεωργο-κτηνοτροφικών προϊόντων.
Ωστόσο, η καινούργια αντίληψη και οι στόχοι που υιοθετούνται για το ξαναζωντάνεμα της υπαίθρου, μπορεί να είναι και ελπιδοφόρα και βιώσιμα, μόνο όταν αγκαλιάζουν τον άνθρωπο, με σεβασμό στις υπηρεσίες που μπορούν να προσφερθούν από αυτόν και το περιβάλλον του, σε σχήματα όμως ήπιας ανάπτυξης και πολύ-λειτουργικής γεωργίας . |
αναρτήθηκε στις 21 Ιαν 2010 8:41 π.μ. από το χρήστη Theodore Koussouris
[
ενημερώθηκε 21 Ιαν 2010 8:48 π.μ.
]
Λανθασμένοι οικονομικά χειρισμοί και απαράδεκτες περιβαλλοντικά πρακτικές εκθέτουν ανεπανόρθωτα τον Εθνικό σχεδιασμό για την ολοκληρωμένη διαχείριση των απορριμμάτων. Και εξακολουθούμε να διαθέτουμε ως χώρα, χώρους ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων (ΧΑΔΑ), χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (ΧΥΤΑ), ενώ οι καταγγελίες, οι προσφυγές και τα βαριά πρόστιμα καλά κρατούν.
Πριν από μερικούς μήνες, ειδική επιτροπή εμπειρογνωμόνων της Ε.Ε., επισκέφθηκε τη χώρα μας και υπογράμμισε ότι η λύση των Χώρων Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) είναι αναντίστοιχη με τις αντιλήψεις της Ένωσης για την ορθή διαχείριση των απορριμμάτων και την προστασία του περιβάλλοντος. Εξάλλου, πριν από λίγο καιρό επιστημονική ομάδα εργασίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, ασχολήθηκε με τη διαχείριση των σκουπιδιών και στην αποκαλυπτική έκθεσή της διαβάζουμε ότι ’’ όλος ο Εθνικός σχεδιασμός για τη διαχείριση των απορριμμάτων είναι λανθασμένος, οικονομικά ασύμφορος και περιβαλλοντικά απαράδεκτος, καθώς σε πολλά σημεία αντιβαίνει τις απαιτήσεις που καθορίζονται από τις σχετικές οδηγίες της Ε.Ε. Εξάλλου, από σχετικά κείμενα της Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης Α.Ε. σταχυολογούμε τα πιο κάτω που είναι αποκαλυπτικά. ‘’Αν και οι φορείς της κεντρικής και περιφερειακής διοίκησης μιλάνε ακόμα για δημιουργία Χώρων Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ), τέτοιοι χώροι δεν επιτρέπονται πια από την ευρωπαϊκή και την εθνική νομοθεσία. Από τον Οκτώβριο του 2002, σύμφωνα με τους κανονισμούς του Ταμείου Συνοχής της Ε.Ε. -που χρηματοδοτεί τα περισσότερα έργα υποδομών στην Ελλάδα, για να χρηματοδοτηθούν από ευρωπαϊκούς πόρους έργα ΧΥΤΑ, πρέπει να ικανοποιούνται μια σειρά προϋποθέσεις. Σημαντική είναι μεταξύ άλλων η προϋπόθεση που τίθεται ότι οι ΧΥΤΑ θα είναι μόνο για τα υπολείμματα των σκουπιδιών(Χώροι Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων-ΧΥΤΥ) και όχι για όλο τον όγκο των σκουπιδιών. Επικίνδυνα απόβλητα που υπάρχουν ακόμα και στα οικιακά μας απορρίμματα δεν μπορούν να καταλήγουν σε χώρους ταφής για μη επικίνδυνα απορρίμματα. Οι Δήμοι που θα εξυπηρετούνται από τους χρηματοδοτούμενους από ευρωπαϊκούς πόρους χώρους ταφής απορριμμάτων, θα δέχονται μόνο προ-επεξεργασμένα απορρίμματα και τα συστήματα προ-επεξεργασίας (διαλογή, ανακύκλωση μη οργανικών υλικών), καθώς και το σύστημα συλλογής των ειδικών σκουπιδιών -π.χ. ηλεκτρικά, ηλεκτρονικά, μπαταρίες, οχήματα, ελαστικά κλπ, για να μειωθεί ο όγκος και η επικινδυνότητα θα είναι σε λειτουργία στις περιοχές αυτές πριν την 31/12/2004’’.
Η μέχρι σήμερα διαχείριση των σκουπιδιών έχει παραμείνει ακόμα σε ξεπερασμένες πρακτικές που συνιστούν σοβαρή απειλή για τη Δημόσια Υγεία και το Περιβάλλον, ενώ αποτελούν σπάταλη οικονομική επιλογή, μέσα σε αναποτελεσματική οργάνωση της Διοίκησης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Σε πολλές περιοχές τα αδιέξοδο με την τελική διάθεση των απορριμμάτων έχουν μεγιστοποιηθεί. Έτσι, καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες σκουπιδο-διαμαρτυριών σε κάποια περιοχή της Ελλάδας, οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών είναι εντονότατες, οι προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχουν τελειωμό, όπως και οι καθυστερήσεις για την καλύτερη δυνατή λύση, ενώ οι μέχρι σήμερα όποιες επιλογές βάλλονται από τους ειδικούς ως άστοχες για την προστασία του περιβάλλοντος και οικονομικά δυσβάστακτες για τη χώρα μας. Μάλιστα, η αρμόδια ομάδα εργασίας του ΤΕΕ για τη διαχείριση των σκουπιδιών, επισημαίνει ότι ‘’ στην πορεία για την ορθολογική διαχείριση των σκουπιδιών θα μετριάζονταν οι πιο πάνω αντιδράσεις αν οι 130 ΧΥΤΑ που προτείνουν οι περιφερειακοί σχεδιασμοί, περιορίζονταν μόλις σε 7 ολοκληρωμένες εγκαταστάσεις διαχείρισης των απορριμμάτων με Αερόβια Μηχανική και Βιολογική Επεξεργασία’’. Η ίδια ομάδα, διερευνώντας τις νέες και φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες για την επεξεργασία των στερεών αποβλήτων και που είναι συμβατές με τους στόχους του πρωτοκόλλου του Κιότο, καταλήγει ότι ‘’ η πλέον συμφέρουσα λύση για τη διαχείριση των απορριμμάτων είναι η Αερόβια Μηχανική-Βιολογική Επεξεργασία, αφού είναι μία από τις φθηνότερες, η καταλληλότερη διαχειριστικά και περιβαλλοντικά προτιμότερη επεξεργασία’’. Και συνεχίζει ‘’ Τα πιο πάνω όμως προϋποθέτουν, προ-επεξεργασία των οργανικών σκουπιδιών –ανάκτηση κομπόστ, σε συνδυασμό με την ανάκτηση ανακυκλώσιμων υλικών, όπως είναι ο χαρτί, το πλαστικό, το γυαλί, τα μέταλλα και ενεργειακή αξιοποίηση υλικού που μπορεί να παράγεται από το χαρτί και το πλαστικό’’.
Στις μέρες μας, έχουμε περισσότερα σκουπίδια, περισσότερα υλικά συσκευασίας στα άχρηστα, και ως συνέπεια των αλλαγών που συντελούνται στο μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης, αύξηση των ποσοστών συνθετικών υλικών που δεν υπήρχαν πριν. Επίσης, εκτιμώνται ότι οι ποσότητες πρώτων υλών που καταλήγουν στα σκουπίδια μας είναι τεράστιες, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά την εξαιρετικά σπάταλη συμπεριφοράς μας. Σήμερα έχουμε εντελώς διαφορετικά σκουπίδια, απ’ότι πριν από 10 και 5 χρόνια. Πάντως, αυτό που χαρακτηρίζει τη χώρα μας για την αντιμετώπιση του προβλήματος των σκουπιδιών, είναι οι χρονοβόρες διαδικασίες σε επίπεδο πολιτικής, σχεδιασμού και υποδομών για μια ορθολογική διαχείριση των στερεών απορριμμάτων, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη ραγδαία αύξηση τους σε ποσότητες και σε ποιοτικά χαρακτηριστικά στη σύσταση και σύνθεσή του. Για παράδειγμα τα χαρτιά, χαρτόνια, έντυπα, πλαστικά, γυαλί, μέταλλα, αποτελούν σήμερα το 30-40% των στερεών αποβλήτων μας, φτάνοντας και ξεπερνώντας, ίσως τους 1.300.000 τόνους το χρόνο. Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η πραγματικότητα είναι ότι εδώ και 20 χρόνια δεν έχουμε, ως χώρα, οργανώσει τη μέγιστη μείωση των σκουπιδιών μας και δεν έχουμε ασχοληθεί σοβαρά με την ανακύκλωση και κομποστοποίηση των απορριμμάτων μας, για να ελαχιστοποιηθούν τα σοβαρά προβλήματα που ανακύπτουν, γιατί έχουμε παραμείνει ακλόνητοι σε μια λογική που αποφαίνεται ‘’όχι σε εμάς αλλά κάπου αλλού’’. Μα προς Θεού, όταν, κανένας, μα κανένας δεν δέχεται κοντά του, έστω και τα σκουπίδια του, η λύση δεν είναι κάπου αλλού. Η λύση είναι εδώ κοντά μας και ονομάζεται ελαχιστοποίηση των σκουπιδιών που παράγουμε και μεγιστοποίηση της ανακύκλωσης.
Σε ολόκληρη τη χώρα, ακόμα λειτουργούν ή δεν έχουν πραγματικά αποκατασταθεί πάνω από 2.200 ανεξέλεγκτοι χώροι διάθεσης απορριμμάτων (ΧΑΔΑ), ενώ οι σκουπιδοσωροί και τα μπάζα βρίσκονται παντού, σε αγροτικές και αστικές περιοχές, δίπλα στους δρόμους και στα ορεινά μονοπάτια, σε χείμαρρους και ρέματα, σε δάση και ξέφωτα, σε απομακρυσμένες και αθέατες περιοχές φυσικού κάλλους, σε παραλίες και σε ακτές, δίπλα σε αρχαιολογικούς χώρους, έξω από τα μαγαζιά, τα σπίτια, στη γειτονιά μας. Σε πόσες άλλες περιοχές συνεχίζεται η ανεξέλεγκτη απόρριψη και καύση των σκουπιδιών. Τοξικές ουσίες –π.χ διοξίνες, περνάνε στην τροφική αλυσίδα και στο περιβάλλον θέτοντας σε κίνδυνο τη Δημόσια υγεία. Η πολεμική ατμόσφαιρα για τα σκουπίδια καλά κρατεί, ανά Νομαρχία, Δήμο και Κοινότητα. Μέχρι πριν λίγα χρόνια η ανεύθυνη διαχείριση των απορριμμάτων από τους ΟΤΑ συναντούσε την ανοχή των κυβερνήσεων –πολιτικό κόστος γαρ, των πολιτών αλλά ακόμη και της δικαιοσύνης. Σήμερα εκτός από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και σημαντικό ποσοστό ενεργών πολιτών, αλλά και η δικαιοσύνη φαίνεται να μην ανέχονται άλλο την ανευθυνότητα και τις εγκληματικές συμπεριφορές απέναντι στο περιβάλλον και την υγεία. Και πάλι έρχονται βαριά τα πρόστιμα από την Ε.Ε. εξαιτίας της απουσίας εφαρμογής ή και της κακής εφαρμογής των κοινοτικών οδηγιών και της εθνικής νομοθεσίας.
Ακόμα και σήμερα η κεντρική και τοπική διοίκηση επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους κυρίως στο να κατασκευάσουν και να λειτουργήσουν Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων και να περιορίσουν την ανεξέλεγκτη διάθεση των σκουπιδιών στο περιβάλλον. Συνήθως, οι κάτοικοι αντιδρούν στη χωροθέτηση ΧΥΤΑ στην περιοχή τους, ακόμα και για τα δικά τους σκουπίδια, προτείνοντας να πάνε κάπου αλλού. Ωστόσο, αν κάποιος χώρος ταφής δέχεται ανεπεξέργαστα απόβλητα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να ζητήσει πίσω τη χρηματοδότηση που έχει δώσει για την κατασκευή του. Οι όροι που τίθενται από τις Περιφέρειες στην απόφαση έγκρισης για τη χρηματοδότηση ενός έργου κατασκευής Χώρων Ταφής Στερεών Αποβλήτων δεν είναι μόνο τυπικοί αλλά και ουσιαστικοί, όταν αναφέρονται σε χώρους που θα δέχονται μόνο υπολείμματα. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία (Οδηγία 31/99) και η Κοινή Υπουργική Απόφαση 29407/ 3508/16-12-02 προβλέπουν ότι στους Χώρους Υγειονομικής Ταφής μη επικινδύνων αποβλήτων θα καταλήγουν υπολείμματα και όχι ανεπεξέργαστα στερεά απόβλητα, ενώ τίθενται ποσοτικοί στόχοι και χρονοδιάγραμμα για να μειωθούν τα οργανικά απόβλητα (αποφάγια και κλαδέματα) κατά 25%, 50% και 65% αντίστοιχα μέχρι το 2010, το 2013 και το 2020 (σε σχέση με το 1999), μετά την 3χρονη παράταση της επίτευξης των στόχων από την Ελλάδα. Η Οικολογική Εταιρία Ανακύκλωσης μας υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα έχει πλέον ένα σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο για τη διαχείριση των απορριμμάτων, όπως είναι μεταξύ των άλλων: ο Νόμος 2939/3-8-2001 για εναλλακτική διαχείριση αποβλήτων συσκευασίας και άλλων προϊόντων και τα προεδρικά διατάγματα, τα Π. Δ. 116/5-3-2004 για Οχήματα μετά το Τέλος Κύκλου Ζωής, 82/2-3-2004 για χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια (απόβλητα λιπαντικά έλαια), 109/5-3-2004 για χρησιμοποιημένα ελαστικά, 115/5-3-2004 για μπαταρίες (ηλεκτρικές στήλες) και συσσωρευτές, 117/5-3-2004 για ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη, αλλά και η Κοινή Υπουργική Απόφαση 29407/ 3508/16-12-02 για τα μέτρα και τους όρους υγειονομικής ταφής των στερεών αποβλήτων που ενσωματώνει μεταξύ των άλλων στο Εθνικό δίκαιο την Οδηγία 31/99 Ε.Ε., για την υγειονομική ταφή των στερεών αποβλήτων. Εξάλλου, από το 2003 και το 2004 τρέχουν πλέον οι υποχρεώσεις των εγκεκριμένων Συστημάτων Εναλλακτικής Διαχείρισης, των φορέων δηλαδή που έχουν την ευθύνη να πετύχουν τους στόχους της νομοθεσίας για τη μείωση, επαναχρησιμοποίηση, αξιοποίηση κι ανακύκλωση των συσκευασιών, οχημάτων, ελαστικών, μπαταριών και συσσωρευτών, ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών. ορυκτελαίων και συσκευασιών τους.
Η λύση για την ορθολογική διαχείριση των σκουπιδιών μας είναι εδώ κοντά μας και βασίζεται στην ελαχιστοποίηση των σκουπιδιών που παράγουμε και στη μεγιστοποίηση της ανακύκλωσης των υλικών τους. |
αναρτήθηκε στις 21 Ιαν 2010 6:43 π.μ. από το χρήστη Theodore Koussouris
[
ενημερώθηκε 21 Ιαν 2010 7:32 π.μ.
]
Από κανένα πλέον δεν αμφισβητείται ότι η κλιματική αλλαγή είναι εδώ παρούσα και στη χώρα μας. Το θέμα όμως για την Ελλάδα είναι πολύπλοκο αφού τα αντικρουόμενα συμφέροντα και οι επιστημονικοφανείς επιφυλάξεις δημιουργούν το αναγκαίο για κάθε περίπτωση εικονικό προπέτασμα καπνού και κατά το κοινώς ‘’θολώνουν τα νερά’’ με προβοκατόρικες ρητορικές και απόψεις νεόκοπων και όψιμων ειδικών. Και οφείλουμε να ανησυχούμε γιατί αρχίζουν να απειλούνται τα συγκριτικά πλεονεκτήματά μας, όπως είναι για παράδειγμα το κλίμα, οι θάλασσες και το περιβάλλον μας, ενώ οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας, η αναπροσαρμογή των καλλιεργειών, η διαχείριση των νερών και των σκουπιδιών, η ανάσχεση της υφαλμύρωσης των υπόγειων νερών, η ερημοποίηση των εδαφών και άλλα, αντιμετωπίζονται ως περιφερειακές επιλογές ή και ως ανύπαρκτα ζητήματα που πάντως αναμένουν τους επόμενους για την αντιμετώπισή τους.
Πριν από λίγους μήνες δημοσιεύτηκε η έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή, που μεταξύ των άλλων καλεί κάθε κράτος να οικοδομήσει τη δικιά του στρατηγική, στο πλαίσιο όμως μιας ενιαίας παγκόσμιας συνεργασίας και κοινών δράσεων. Όλα τα κράτη, οι επιχειρήσεις και το κάθε σπίτι οφείλουν να αντιμετωπίσουν τις κλιματικές προκλήσεις και την υπερθέρμανση του πλανήτη, μέσα από τις πιο κάτω πρωταρχικές δράσεις:
1η Δράση. Μείωση τουλάχιστον κατά 20% στην κατανάλωση των ορυκτών καυσίμων, μέσα από νέες, περισσότερο αποτελεσματικές και αποδοτικές τεχνολογίες.
2η Δράση. Μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που καταστρέφουν το κλίμα, μέσα από αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και σεβασμού των μέγιστων ορίων που κάθε φορά καθορίζονται.
3η Δράση. Καθορισμός ρεαλιστικών στόχων κάλυψης των ενεργειακών αναγκών με ανανεώσιμες πηγές.
4η Δράση. Μακροπρόθεσμες στρατηγικές για τη σταδιακή μετάβαση σε εποχές κάποιων άλλων μορφών ενέργειας, όπως είναι λόγου χάριν η προερχόμενη από το υδρογόνο, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, η ενέργεια από τον κυματισμό της θάλασσας, της γεωθερμίας, των βιοκαυσίμων κ.ά.
5η Δράση. Αναμόρφωση των συνηθειών και τις νοοτροπίας μας στην παραγωγή, διανομή και κατανάλωση της ενέργειας, στην ανακύκλωση των υλικών, στη διαχείριση του νερού και των άλλων φυσικών πόρων. Απαιτούνται ριζικές μεταβολές στο μοντέλο ανάπτυξης, στις κοινωνικές σχέσεις, στις συμπεριφορές και στις συνειδήσεις όλων μας.
Ειδικότερα, οι προβλέψεις υποστηρίζουν ότι η επιμήκυνση της θερμής περιόδου θα αντικαταστήσει το καλοκαίρι μας και αυτή η δύσκολη περίοδος θα διαρκεί έως και δύο μήνες περισσότερο. Στις νησιώτικες περιοχές στο Αιγαίο και στην Κρήτη, καθώς λέγουν οι ειδικοί, ο δείκτης δυσφορίας – η θερμοκρασία μαζί με την υγρασία- θα ανέβει σε επικίνδυνα επίπεδα κάνοντας δυσάρεστη τη διαμονή σε εξωτερικούς χώρους. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των τελευταίων ερευνών για τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα που διανύουμε, η μέση θερμοκρασία στον πλανήτη θα αυξηθεί μέχρι και 5 βαθμούς Κελσίου. Σε ότι αφορά τις βροχοπτώσεις προβλέπεται ότι, ενώ κάθε χρόνο θα μειώνεται η συχνότητα των χαμηλών βαρομετρικών τα οποία φέρνουν και τη βροχή, θα υπάρξουν ισχυρά βαρομετρικά χαμηλά, με συνέπεια να έχουμε περισσότερες καταιγίδες και ραγδαίες βροχοπτώσεις. Δηλαδή, οι πολυήμερες ποτιστικές βροχές μάλλον θα εκλείψουν και θα δίνουν τη θέση τους σε σύντομες δυνατές βροχές, με αποτέλεσμα τις συχνότερες πλημμύρες και πιθανότατα λειψυδρία, αφού το έδαφος δεν θα μπορεί να απορροφήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα το άφθονο νερό των καταιγίδων. Έτσι, η χώρα μας θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει ζητήματα, όπως είναι μεταξύ των άλλων και αυτά των πλημμυρικών φαινομένων, της λειψυδρίας, της διάβρωσης και της αστάθειας των εδαφών, της υφαλμύρωσης, της ερημοποίησης. Ωστόσο, οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν τις πιθανότητες εκδήλωσης πυρκαγιών, ενώ σταδιακά τα εδάφη δεν θα μπορούν να απορροφήσουν το νερό της βροχής, καθώς θα έχουν υποβαθμιστεί. H αγροτική παραγωγή θα μειωθεί δραστικά και θα κινδυνέψουν με εξαφάνιση ευαίσθητα οικοσυστήματα, ζώα και φυτά. Ανακατατάξεις και διαφοροποιήσεις αναμένονται και στις περισσότερες οικονομικές - παραγωγικές δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα στη γεωργία. Δεν αποκλείεται λοιπόν ένα σενάριο, αφ’ ενός δραστικής μείωσης των αγροτικών προϊόντων, αφ’ ετέρου αλλαγής στη γεωγραφία της αγροτικής παραγωγής. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν, τέλος, οι εκτιμήσεις των ειδικών για τις επιπτώσεις των κλιματολογικών αλλαγών στον ευρωπαϊκό τουρισμό, που είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε μετάθεση της περιόδου των διακοπών, ή οι τουρίστες θα προτιμήσουν άλλες περιοχές περισσότερο δροσερές, δηλαδή τη Βρετανία, τη Ρωσία και τις Σκανδιναβικές χώρες.
Στην Ελλάδα, η νέα κατάσταση που διαμορφώνεται με τις επερχόμενες κλιματικές αλλαγές φαίνεται ότι δεν αγγίζεται ουσιαστικά τόσο με την υιοθέτηση νέων μορφών ενέργειας και τις καινοτόμες λύσεις, όσο και με τον περιορισμό των εκπομπών των αερίων θερμοκηπίου. Όμως η αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών απαιτεί αποφάσεις σημαντικές για το αύριο που οφείλουν να περιλαμβάνουν μεταξύ των άλλων, την αλλαγή συνηθειών και νοοτροπίας, αλλά και την ανατροπή του σημερινού τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης τροφίμων, φυσικών πόρων και ενέργειας. Άλλωστε, τα ζητήματα αυτά έχουν παγκόσμιες προεκτάσεις και απαιτούν λύσεις σε παγκόσμιο επίπεδο με απαραίτητη τη διεθνή συνεργασία, την αλλαγή συμπεριφορών από όλους μας, αλλά και την κοινή δράση. Ωστόσο, κάθε σύγχρονο κράτος θέτει τους εθνικούς στόχους και αναπτύσσει διεθνείς συνεργασίες. Πρόσθετα, θα έπρεπε να είχαν αρχίσει συζητήσεις, καθώς ο εθνικός τεκμηριωμένος σχεδιασμός κοινών δράσεων είναι απαραίτητος, όπως και η σοβαρή ανάλυση για τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική αποδοχή και συναίνεση. Και τούτο γιατί οι όποιες αποφάσεις θα δημιουργήσουν τη βάση στήριξης των μακροχρόνιων στρατηγικών που έχουν να κάνουν με την Κοινωνία, το Περιβάλλον, την Ενέργεια, την Απασχόληση, τη Δημόσια Υγεία, την Πολιτισμική Κληρονομιά, τις Μεταφορές, τις Κατασκευές, τη Διαχείριση των Φυσικών Πόρων και άλλα.
Ανατρέχοντας τις πρόσφατες επιστημονικές δημοσιεύσεις και τα ειδικά τεχνικά κείμενα που αφορούν τις Κλιματικές Αλλαγές, μένουμε έκπληκτοι για το φάσμα των διεργασιών που θα συμβούν. Οι προβλεπόμενες μεταβολές θα είναι σταδιακές ή ραγδαίες; ποιες περιοχές θα πληγούν περισσότερο; Πως πρέπει να αντιμετωπιστεί η κατάσταση σε παγκόσμιο και σε συλλογικό επίπεδο; Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι αναμενόμενες μεταβολές στο κλίμα είναι το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ολόκληρος ο κόσμος. Επισημαίνουν, επίσης, ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου, που θεωρείται ο κύριος παράγοντας γιαυτές τις κλιματικές αλλαγές, επιδεινώνεται τεχνητά από τις κάθε είδους καύσεις, με κυρίαρχες εκείνες των ορυκτών καυσίμων για παραγωγή συμβατικών μορφών ενέργειας.
Το κλίμα της Γης πάντοτε άλλαζε και πάντοτε θα αλλάζει. Όμως, στο παρελθόν ήταν σχεδόν αποκλειστικά το αποτέλεσμα φυσικών αιτιών. Οι μεταβολές του κλίματος που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια και που αναμένονται για τα επόμενα, προέρχονται κυρίως από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και παρεμβάσεις. Οι παράγοντες που οδηγούν στην παγκόσμια αλλαγή του κλίματος είναι πολλοί και γνωστοί. Οι φυσικές αλλαγές παρουσιάζουν γενικά μακροχρόνιες διακυμάνσεις. Αντίθετα με αυτές, υπάρχουν αλλαγές που γίνονται από τον άνθρωπο, καθώς η ανθρώπινη παρέμβαση οδηγεί σε μονότονη και περισσότερο ραγδαία αποσταθεροποίηση. Ο άνθρωπος με τις δραστηριότητές του αλλάζει τη σύσταση της ατμόσφαιρας και αλλάζοντας τη σύσταση της μπορεί να αλλάξει και το κλίμα. Πρόσφατες εργασίες δείχνουν ότι η ανθρώπινη παρέμβαση μπορεί να αλλάξει ακόμα και τον καιρό.
Καθώς οι κλιματικές αλλαγές αποτελούν ήδη πραγματικότητα, έχουμε μπει σε μια νέα εποχή πολυδιάστατης θα λέγαμε επανάστασης, με νέες μορφές ενέργειας, με απαιτήσεις για λιγότερες εκπομπές των αερίων θερμοκηπίου, με δημιουργία καινοτόμων λύσεων και πιο αποτελεσματικών για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών, αλλά και οι κοινωνίες οφείλουν να μεταβάλλουν συνήθειες και νοοτροπίες, συμπαρασύροντας τεχνοκράτες, επιχειρηματίες και πολιτικούς.
|
Αύξηση της θερμοκρασίας κατά 4,4-5,4 βαθμοί Κελσίου: |
Από το λιώσιμο των πάγων απελευθερώνονται τεράστιες ποσότητες μεθανίου, επιδεινώνοντας το παγκόσμιο κλίμα.
ü Λιώνουν και οι πάγοι της Ανταρκτικής ανεβάζοντας ακόμη ψηλότερα τη στάθμη των θαλασσών.
ü Εκατομμύρια άνθρωποι μετακινούνται για διαμονή στη Σκανδιναβία, στη Ρωσία και στη Βρετανία.
|
Αύξηση της θερμοκρασίας κατά 3,4-4,4 βαθμοί Κελσίου: |
Οι έρημοι επεκτείνονται και στην Ευρώπη.
ü Συνεχίζεται η άνοδος της στάθμης της θάλασσας.
ü Εκατομμύρια άνθρωποι εγκαταλείπουν τις παράκτιες περιοχές.
ü Συνεχίζεται με αυξανόμενους ρυθμούς η εξαφάνιση φυτών και ζώων.
ü Η γεωργία έχει καταρρεύσει στις παραδοσιακές περιοχές της.
ü Οι τροπικές περιοχές γίνονται ακατοίκητοι τόποι.
Αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2,4-3,4 βαμοί Κελσίου:
Μετακινούνται εκατομμύρια άνθρωποι αναζητούντες ασφαλέστερη διαμονή.
ü Συχνές είναι οι πυρκαγιές.
ü Το λιώσιμο των πάγων ακολουθεί γρήγορους ρυθμούς.
ü Η ανομβρία πλήττει και τη γεωργία, αλλά ενσκήπτουν και ξαφνικές καταιγίδες με πλημμύρες.
ü Η παράκτια ζώνη γίνεται επισφαλής για τη διαμονή.
(πηγή: ΟΗΕ, 2009)
| |
|