-7. Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων: Ρολόι, αστρολάβος και πλανητάριο
Ο Μηχανισμός των Αντικηθύρων, το πολύπλοκο αστρονομικό και γεωγραφικό όργανο που βρέθηκε στο βυθό των Αντικηθύρων το 1900, αποτελεί μια ακόμη σημαντικότατη απόδειξη για τις τεχνολογικές και επιστημονικές ικανότητες των αρχαίων Ελλήνων.
Κάθε άνθρωπος, κάθε μέρα πάνω στη Γη, έχει μπροστά του ένα τεράστιο και ακριβέστατο ρολόι, που δεν έχει δείκτες ή ψηφία και δεν είναι ηλεκτρονικό. Ο μηχανισμός του είναι εκπληκτικά ακριβής στο πέρασμα των χρόνων, των αιώνων και των χιλιετιών και τα κυρίαρχα στοιχεία του είναι η Γη και ο Ήλιος. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι το παράδειγμα αυτό ενέχει δόσεις υπερβολής και ότι διδάσκεται στις αίθουσες προκειμένου οι δάσκαλοι να κάνουν πιο παραστατική τις έννοιες του πλανητικού συστήματος. Από πολύ παλιά ο άνθρωπος παρατηρούσε τα αστέρια, μέτραγε τις τροχιές τους και προέβλεπε τα φαινόμενα που συνδέονταν με τον ήλιο, τη σελήνη και τα άλλα αστέρια, καθώς οι δυνάμεις τους θεωρούνταν απειλητικές, εκθαμβωτικές, αλλά και μυστήριες μέχρι και μαγικές. Πολύ αργότερα, γύρω στο 87 π.Χ., συναντάμε τους αστρολάβους, αστρονομικές συσκευές που χρησιμοποιούνταν από τους αρχαίους αστρονόμους, αλλά και την τότε ναυσιπλοϊα για να υπολογίσουν και μετρήσουν αποστάσεις και τις τροχιές των αστεριών με μεγαλύτερη ακρίβεια. Κοντά στο 500 μ.Χ. συναντάμε παρόμοιες αστρονομικές κατασκευές στο Βυζάντιο, οι οποίες μπορούσε να υπολογίζουν με κάποιο μηχανισμό τις θέσεις του ήλιου, της σελήνης και των πλανητών για ορισμένες γεωγραφικές θέσεις. Αρκετά αργότερα, κοντά στο 1200 μ.Χ., συναντάμε εξελιγμένες κατασκευές αστρολάβων που χρησιμοποιούσαν οι Άραβες αστρονόμοι για πολλά χρόνια. Ο μηχανισμός των αστρολάβων αποτελούνταν από ένα κέλυφος, με ενδεικτικούς πίνακες στην εξωτερική του επιφάνεια και ένα ιδιαίτερα σύνθετο σύστημα οδοντωτών τροχών στο εσωτερικό. Οι αστρολάβοι χρησιμοποιήθηκαν για την παρατήρηση των αστέρων και τον προσδιορισμό του ύψους τους από τον ορίζοντα. Στην πράξη όμως οι αστρολάβοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι μοιάζουν με τους σημερινούς φορητούς υπολογιστές. Αργότερα, τα πρώτα ρολόγια είχαν μεγάλη πολυπλοκότητα, γιατί προσπαθούσαν να μετρήσουν όχι μόνο την ώρα, αλλά σεληνιακές φάσεις και κινήσεις άλλων άστρων. Ωστόσο, ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της αρχαιότητας είναι ο επονομαζόμενος "Μηχανισμός των Αντικυθήρων" που τελικά αποδεικνύεται ότι δεν ήταν αστρολάβος, αλλά αστρονομικός και γεωγραφικός υπολογιστής, δηλαδή κάτι σαν ένα πλανητάριο σε μικρογραφία. Ο Μηχανισμός αυτός εντοπίστηκε από Συμιακούς σφουγγαράδες και ανασύρθηκε την επόμενη χρονιά μαζί με άλλα ευρήματα από ένα ρωμαϊκό ναυάγιο πλοίου, δίπλα στα νησιά Θυμωνιές κοντά στα Αντικύθηρα και από βάθος περίπου 50 μέτρα. Η διαδικασία ανέλκυσης των ευρημάτων του ναυαγίου και στην πρώτη φάση του κράτησε σχεδόν 6 μήνες με έναν νεκρό και δύο μόνιμα ανάπηρους σφουγγαράδες που συνεργάστηκαν στην ανέλκυση. Ανάμεσα στα ευρήματα του αρχαίου πλοίου που είχε μήκος πάνω από 50 μέτρα, βρέθηκαν αγάλματα από μάρμαρο και ορείχαλκο (ο Έφηβος και ο Φιλόσοφος των Αντικυθήρων), σκεύη διατροφής, μια μικρή λύρα, αμφορείς, νομίσματα και άλλα πολύτιμα στοιχεία. Κάπου εκεί ανέσυραν και ένα διαβρωμένο όγκο από θραύσματα και γρανάζια, ενώ πάνω σε σπασμένες μπρούτζινες πλάκες ήταν χαραγμένες ελληνικές λέξεις και γράμματα. Η χρονολόγηση του μηχανισμού αυτού έδειξε ότι κατασκευάστηκε κατά το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα π.Χ. Υποθέτουν μάλιστα, ότι ως τόπος προέλευσης ήταν η Ρόδος, καθότι την ίδια περίοδο εκεί ήταν σε μεγάλη άνθηση η επιστήμη της αστρολογίας. Σημειώνεται επίσης ότι γύρω στο 120 π.Χ., πέθανε στη Ρόδο ο μεγαλύτερος αστρονόμος της αρχαιότητας ο Ίππαρχος, ενώ έζησαν εκεί ο γνωστός φιλόσοφος και αστρονόμος ο Ποσειδώνιος ο Ρόδιος. Αρκετά αργότερα απ' το ναυάγιο ανασύρθηκαν μερικά ακόμα ευρήματα απ' τον γνωστό εξερευνητή των βυθών Ζακ Υβ Κουστώ.
Η χρήση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων παρέμεινε άγνωστη και αινιγματική για πολλά χρόνια. Ο καθηγητής Στάης αντιλήφθηκε πρώτος την χρήση του, ενώ ο Dr. D. Merritt υπολόγισε την ηλικία του με βάση τα νομίσματα του ναυαγίου και τη γραφή στις μπρούτζινες πλάκες του κελύφους του μηχανισμού. Οι πρώτες μελέτες για το εύρημα του Μηχανισμού ξεκίνησαν από τη δεκαετία του 1970 και έρχονται στη δημοσιότητα τα πρώτα επιστημονικά άρθρα όπου οι μελετητές (με επικεφαλής το Καθ. D. De Solla Price και τον Καθ.Χ. Καράκαλο) αποφαίνονται ότι ο μηχανισμός είναι ένα πολύπλοκο όργανο της αστρονομίας και αναφέρουν ότι ‘’… είναι ένας εκπληκτικά περίπλοκος μηχανισμός, απροσδόκητος για το 80 π.Χ. -που χρονολογήθηκε τελικά η κατασκευή του. Είναι δηλαδή η πιο περίπλοκη γνωστή μηχανική κατασκευή μέχρι το 1200 μ.Χ. Τη δεκαετία του 1980, τη μελέτη του Μηχανισμού αναλαμβάνουν άλλες ερευνητικές ομάδες ( Dr. A. Bromley & Dr. M. Wright) που εισάγουν μερικές καινοτόμες ιδέες για τη χρήση και λειτουργία του Μηχανισμού.
Ο μηχανισμός που βρέθηκε στα Αντικύθηρα έχει πάρα πολλά μεταλλικά κυκλικά γρανάζια τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο που να εξομοιώνεται η κίνηση κάποιων πλανητών. Ποιος και πώς το κατασκεύασε με τέτοιες αστρολογικές γνώσεις και κατασκευαστική ακρίβεια εκείνη την εποχή παραμένει μυστήριο. Η ανάλυση δείχνει ότι πρόκειται πολύ περισσότερο για αστρονομικό μηχανικό υπολογιστή και λιγότερο για έναν πιο περίπλοκο αστρολάβο. Στον Μηχανισμό των Αντικυθήρων υπήρχαν 27 διαφορετικά γρανάζια τα οποία κινούνταν ταυτόχρονα σύμφωνα με τις επιλογές μιας χειρολαβής. Όλα βρίσκονταν σε ξύλινο κουτί με πιθανότερες διαστάσεις 33 x 17 x 10 εκατοστά. Στο εμπρός μέρος υπήρχαν δύο ομόκεντροι δίσκοι με ενδείξεις ημερομηνίας σε σχέση με την θέση του ήλιου, και ημερομηνία σε σχέση με την σελήνη. Στην πίσω όψη υπήρχαν δύο δίσκοι. Ο ένας μέτραγε μέρες του σεληνιακού μήνα, αλλά και τον υπολογισμό των εκλείψεων ηλίου και σελήνης. Ίσως αυτά φαίνονται απλά, αλλά αντίστοιχοι υπολογισμοί σήμερα απαιτούν χρήση αριθμών με έξι δεκαδικά ψηφία. Μια άλλη πρωτοποριακή τεχνική εφαρμογή ήταν η χρήση διαφορικού συστήματος κίνησης από μία είσοδο σε δύο εξόδους. Κατά την λειτουργία του διαφορικού του Μηχανισμού, η ταχύτητα περιστροφής της εισόδου ισούται με την διαφορά ταχυτήτων των εξόδων. Στον μηχανισμό των Αντικυθήρων το διαφορικό χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέπει, όπως λέγουν οι αστρονόμοι, τον συσχετισμό των συνοδικών δεδομένων με εκείνα των αστρικών. Τίποτε ανάλογο δεν ξανασυναντάμε σε οποιαδήποτε μηχανική κατασκευή μέχρι τον 19ο αιώνα.
Από το 2001 μέχρι και σήμερα, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων είναι και πάλι στο προσκήνιο και μελετιέται με τα πλέον σύγχρονα μέσα της τεχνολογίας, όπως με τη λεγόμενη τομογραφία ακτίνων Χ που έχει πολύ μεγάλη διακριτική ικανότητα, με την ηλεκτρονική παρατήρηση και αποκρυπτογράφηση, με την οπτική φωτογράφηση μέσω περιφερειακού φωτισμού και άλλες τεχνικές. Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι ερευνητικές ομάδες ήταν από τη Μ. Βρετανία (Prof. M. Edmunds, Dr. A. Freeth), το Πανεπιστήμιο Αθηνών ( Δρ. Ξ. Μουσάς και Ι. Μπιτσάκης), το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Καθ. Ι. Σειραδάκης), το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Δρ. Ε. Μάγκου και Δρ. Μ. Ζαφειροπούλου) και το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας. Τα αποτελέσματα της μέχρι σήμερα έρευνας είναι σημαντικά γιατί εκτός των άλλων βρέθηκαν άγνωστες μέχρι σήμερα επιγραφές στο εσωτερικό του Μηχανισμού και αποκρυπτογραφήθηκαν κείμενα που δεν τα γνωρίζαμε για περισσότερα από 2000 χρόνια. Ο Μηχανισμός πιθανότατα βρισκόταν σε ένα ξύλινο κουτί που προστατευόταν από δύο μπρούτζινες πλάκες. Στην μπροστινή πλευρά του μηχανισμού υπήρχαν δύο ομόκεντροι κύκλοι, στην πίσω πλευρά δύο σπειροειδείς έλικες -με 5 σπείρες η μία και 235 υποδιαιρέσεις, ενώ η άλλη είχε 4 σπείρες και 223 υποδιαιρέσεις, ενώ δίπλα σε κάθε σπειροειδή έλικα υπήρχαν δύο μικροί κύκλοι με 4 υποδιαιρέσεις ο ένας και 3 υποδιαιρέσεις ο άλλος κύκλος. Ο χειριστής του Μηχανισμού μπορούσε να επιλέξει, με τη βοήθεια ενός δείκτη μια οποιαδήποτε ημέρα από τις 365 υποδιαιρέσεις που περιείχε ο εξωτερικός ετήσιος κύκλος της μπροστινής πλευράς του μηχανισμού. Σε σειρά σχετικών δημοσιεύσεων αναφέρονται και άλλα πολλά που έχουν να κάνουν με τον ήλιο, τους ζωδιακούς αστερισμούς, τα δίσεκτα έτη, τις θέσεις της σελήνης και τις ηλιακές και σεληνιακές εκλείψεις. Οι μπρούτζινες πλάκες, που προστάτευαν το Μηχανισμό, φέρουν επιγραφές που μέχρι πρόσφατα έχουν αποκρυπτογραφηθεί λέξεις και φράσεις και που ισοδυναμούν με γεωγραφικούς, αστρονομικούς και τεχνικούς όρους. Δηλαδή με την αποκωδικοποίηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, όπως λέγουν διεθνούς αξίας επιστήμονες ‘’…αναθεωρείται η ιστορία της τεχνολογίας και επιβεβαιώνονται οι άριστες γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων για τις πολύπλοκες και δαιδαλώδεις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, αλλά και την ικανότητά τους να εφαρμόζουν τις γνώσεις αυτές σε τεχνολογικές συσκευές που ακόμη και σήμερα δυσκολευόμαστε να κατασκευάσουμε. Άλλωστε, η λεπτομερής μελέτη ευρημάτων της αρχαιολογίας με σύγχρονες τεχνικές και εξειδικευμένα όργανα δίνουν καινούργια ώθηση σε όσα και ότι μέχρι σήμερα γνωρίζαμε- πιστεύαμε και για την τεχνολογία. (πηγή: http://www.antikythera-mechanism.gr)
-6. Οροπέδιο Ομαλός στη Σαμαριά: ζητήματα της Φύσης και του ανθρώπου
Είναι συναρπαστικό μια ορεινή περιοχή σε υψόμετρο περίπου 1080 μέτρα, το οροπέδιο του Ομαλού Σαμαριάς και έκτασης γύρω στα 13 τετραγωνικά χιλιόμετρα, να ενσωματώνει μια μοναδική εποχική λίμνη, να προσφέρει με τα βοσκοτόπια της άριστες συνθήκες διαβίωσης για περίπου 18000 αιγοπρόβατα που βόσκουν εκεί, να παράγει εύγευστα και θρεπτικά προϊόντα της ποιμενικής κτηνοτροφίας, ενώ τα απαραίτητα έργα για την επάρκεια του νερού που χρειάζεται η περιοχή κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, να καθυστερούν απελπιστικά.
Ανεβαίνοντας από τους Λάκκους προς τον Ομαλό, μέσα από τη ‘’στράτα των Μουσούρω(ν)’’ κατά το ριζίτικο τραγούδι, δεσπόζει το οροπέδιο του Ομαλού της Σαμαριάς. Ανυπέρβλητη είναι η φυσιογραφία του τοπίο, πλούσια τα αποθέματα της τοπικής ιστορίας, πολύτιμη η περιβαλλοντική παρακαταθήκη με γεω-τόπους/τύπους και γεω-μορφές, με ενδημικά φυτά, με ιδιαίτερη πανίδα και χλωρίδα, αλλά και από τους σημαντικότερους παραγωγικούς χώρους, ιδιαίτερα για την ποιμενική κτηνοτροφία και τα προϊόντα της. Οι αρμόδιες υπηρεσίες του νομού εκτιμούν ότι γύρω στα γύρω στα 18000 αιγοπρόβατα βόσκουν την περιοχή, συνήθως από αργά το Μάρτη μέχρι και τις αρχές του Νοέμβρη και ανάλογα με τον καιρό. Το οροπέδιο σε πολύ παλαιότερες γεωλογικές εποχές ήταν μια μεγάλη λίμνη η οποία κυρίως μετά από τεκτονικές διαταράξεις και τη διαβρωτική – δυναμική και μεταφορική ενέργεια του νερού και του χιονιού, δημιούργησαν το σημερινό οροπέδιο. Η αποστράγγιση της περιοχής βασίζεται σε φυσικά σπηλαιοβάραθρα, όπως εκείνο του Τζανή στην είσοδο του οροπεδίου και σε άλλες μικρότερες καταβόθρες. Η περιοχή περιβαλλοντικά ανήκει στον Εθνικό Δρυμό της Σαμαριάς, αλλά και στα δίκτυα ένταξης προστατευόμενων περιοχών NATURA2000 και CORINE. Τα δίκτυα αυτά αποτελούν σημαντικά εργαλεία βιώσιμης ανάπτυξης και περιβαλλοντικής προστασίας, ενώ απαιτούν την ενεργό συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας και την ενσωμάτωση των εκεί δραστηριοτήτων στην περιβαλλοντικής τους διαχείριση. Παρόλα αυτά το NATURA2000, απαξιώθηκε στην πορεία από τις ντόπιες κοινωνίες και αυτή τη φορά ως υπεύθυνοι χαρακτηρίζονται ορισμένοι ‘’στεγνοί’’ τεχνοκράτες, όψιμοι οικολογιστές και νεόκοποι ερευνητές, αλλά και πολιτικοί και κομματάρχες.
Και εκεί στο Σελλινιώτικο Γύρο, ο υγρότοπος του Ομαλού, πολύτιμη περιβαλλοντική παρακαταθήκη, που τελευταία υφίσταται ανούσιους αυτοσχεδιασμούς και επιβλαβείς προχειρότητες εξαιτίας ενός προγράμματος LIFE-Φύση. Στην ουσία η εποχική λίμνη της περιοχής, απειλείται και από έλλειψη κατάλληλης εμπειρίας-στο πλαίσιο της κοινωνικής συναίνεσης και της περιβαλλοντικής αγωγής-, αφού δεν συνεκτιμήθηκαν αδιαίρετα τα κοινωνικά και τα περιβαλλοντικά κριτήρια της περιοχής, ενώ η απαιτούμενη σ’αυτές τις περιπτώσεις συναξιολόγηση τους ήταν μονοδιάστατη γιατί περιλάμβανε μόνο την ερευνητική συνιστώσα.
Όσο για τον ευρύτερο βοσκότοπο της περιοχής του Ομαλού, αυτός κινδυνεύει από την υπερβολική βόσκηση, την ανεπάρκεια της περιοχής σε νερό, αλλά και γιατί τα αναγκαία έργα υποδομής για περισσότερο νερό καθυστερούν απελπιστικά. Εξάλλου, οι ιδιοκτήτες της περιοχής περιφράσσουν λιβάδια και φρυγανολιβαδικές εκτάσεις, κτίζονται εξοχικές κατοικίες, ενώ όσα εξαγγέλλουν οι διαχειριστές μέσα από το πιο πάνω πρόγραμμα LIFE, αποτελούν εικονική πραγματικότητα, χωρίς οράματα και προοπτικές για βιώσιμη ανάπτυξη, αφού η πλειονότητα των κτηνοτρόφων και οι υπεύθυνοι φορείς (π.χ. Δασαρχείο, Φορέας Διαχείρισης του Δρυμού, ΤΟΕΒ, ΥΕΒ), απουσιάζουν επιδεικτικά, γιατί δεν έχουν προσκληθεί να συνεισφέρουν την εμπειρία τους ουσιαστικά. Δηλαδή, το μεγαλύτερο πρόβλημα που συνήθως ανακύπτει σε τοπικό επίπεδο είναι ότι, κάθε περιοχή περιβαλλοντικού και όχι μόνο ενδιαφέροντος, δεν ενσωματώνεται με τις ή και στις τοπικές προτεραιότητες οποιουδήποτε περιβαλλοντικού αναπτυξιακού σχεδίου. Έτσι, κάθε τέτοιο σχέδιο φαντάζει και είναι όντος ξενόφερτο, οπότε και είναι φυσικό να απαξιώνεται από τους ντόπιους. Εξάλλου, με τους σημερινούς ρυθμούς της ανορθόδοξης ανάπτυξης, υπάρχουν φόβοι και φοβίες σε τοπικό επίπεδο, γιατί η απαιτούμενη και η αναγκαία διαχείριση σε τοπικό φορέα, είτε μιλάμε για το νερό, είτε για τα βοσκοτόπια, είτε και για σημαντικούς τύπους οικοτόπων, θα περάσει στα χέρια των λίγων που βλέπουν κοντόθωρα την ανάπτυξη, μόνο ως επέκταση της τουριστικής αξιοποίησης, της εξοχικής κατοικίας και της συρρίκνωσης των γεωργικών και κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων. Ωστόσο, παρότι υπάρχει το θεσμικό πλαίσιο και η αναγκαία θωράκιση σε περιβαλλοντικές και αισθητικές αυθαιρεσίες, συνήθως απουσιάζει ο ουσιαστικός έλεγχος των τοπικών αρχών πάνω σε αδειοδοτήσεις και ενέργειες, που αν μη τι άλλο θα δημιουργήσουν την απαρχή προβλημάτων και αντιπαραθέσεων. Άλλωστε, λίγες είναι εκείνες οι περιπτώσεις όπου κάποιο Δασαρχείο, κάποιος Φορέας Διαχείρισης, αλλά και οι Περιβαλλοντικές Οργανώσεις και η Τοπική Αυτοδιοίκηση εμμένουν στη σύμπραξη και στις συμμετοχικές διαδικασίες για οτιδήποτε αφορά και θα έχει επίπτωση στην καλύτερη προστασία του τοπικού περιβάλλοντος και στη συνέχιση των ήπιων δραστηριοτήτων των ντόπιων.
Το οροπέδιο του Ομαλού, μαζί με το φαράγγι της Σαμαριάς, τον εποχικό υγρότοπο και τις κτηνοτροφικές δραστηριότητες, κατέχουν από τη φύση τους πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα, σταθερές, αλλά και προστιθέμενες αξίες, ενώ η κύρια προβληματική για την παραπέρα ήπια αναπτυξιακή πορεία της περιοχής, παρουσιάζει πολλαπλές εκφάνσεις. Για παράδειγμα, το οροπέδιο αποτελεί άριστο κτηνοτροφικό πεδίο με πλούσια λιβαδική παραγωγή και τούτο εξαιτίας των ευνοϊκών συνθηκών του εδάφους και της υγρασίας του, οπότε αναμενόμενη είναι και η πλούσια βοσκήσιμη βλάστηση της περιοχή. Επίσης, η επάρκεια του νερού στην ορεινή αυτή περιοχή αποτελεί πρώτης προτεραιότητας αναγκαιότητα για βιώσιμη ανάπτυξη. Τα ερωτήματα όμως που ανακύπτουν είναι μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα δύο:
1ο. Η περιοχή βόσκετε κανονικά ή υπερβολικά; Τα βοσκοτόπια της περιοχής συρρικνώνονται; Και το ερώτημα προς τους αρμόδιους για την παραπέρα-αν υπάρχει- κτηνοτροφική πορεία της περιοχής είναι, τι θα γίνει αύριο και μεθαύριο με τις κλιματικές αλλαγές, την ανομβρία και τη συνεχιζόμενη οικιστική ανάπτυξη της περιοχής; Πως σχεδιάζουν να προστατεύσουν τις κτηνοτροφικές δραστηριότητες;
Μια πρόσφατη ενδιαφέρουσα και εμπεριστατωμένη μελέτη του ΜΑΙΧ, εκτιμά ότι ο Ομαλός βόσκετε υπερβολικά (υπερβόσκηση) και μάλιστα κατά 73% περίπου σε σχέση με τη βοσκο-ικανότητα της περιοχής, με δεδομένο ότι γύρω στα 18000 αιγοπρόβατα βρίσκονται στο οροπέδιο τουλάχιστον για 6 με 8 μήνες. Μάλιστα σε παρόμοιες μελέτες για τη βοσκο-ικανότητα στο Ν. Χανίων επισημαίνουν άλλοι ερευνητές ότι σε γενικές γραμμές τα φρυγανολίβαδα του νομού (π.χ. Χρυσοσκαλίτισσα, Χερσόνησος Γραμβούσας, Ακρωτήρι, Αποκόρωνας, Κίσσαμος) βόσκοντε κατά 20% περισσότερο, δηλαδή υπάρχει και εκεί υπερβόσκηση. Το οροπέδιο άντεξε μέχρι σήμερα. Μέχρι πότε όμως θα αντέχει η περιοχή αυτή την υπερβόσκηση αν δεν παρθούν τα κατάλληλα μέτρα; Γνωρίζουμε επίσης ότι βόσκηση και περιβάλλον οφείλουν να πορεύονται δίπλα-δίπλα, ώστε και το περιβάλλον να παράγει και να ξαναπαράγει βιώσιμα και επαναληπτικά, αλλά και τα ζώα που βόσκουν να βρίσκουν τροφή σε επάρκεια και να είναι καλής ποιότητας. Οι κτηνοτρόφοι μάλιστα, ως οι καλύτεροι διαχειριστές των τοπικών λιβαδικών εκτάσεων, γνωρίζουν ότι η κανονική βλάστηση, όχι μόνο δεν υποβαθμίζει τα φυσικά οικοσυστήματα, αλλά απεναντίας δρα ευεργετικά τόσο στη λειτουργία τους –βλάστηση, άνθιση, παραγωγή σπερμάτων, πάλι βλάστηση κ.ο.κ-, όσο και στην αποτροπή της υποβάθμισής τους (π.χ. ασφακώνες) ή και στη δάσωσή τους (π.χ. φρυγανοποίηση ή θαμνοποίηση). Εξάλλου, οι βοσκοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι η υπερβόσκηση αποφυλλώνει τα φυτά που τρώγονται, περιορίζεται η ικανότητα των φυτών να ανθίσουν και να παράξουν σπέρματα, ενώ το έδαφος συμπιεζόμενο από τον υπερβολικό φόρτο σε ζώα μιας δεδομένης περιοχής, κομματιάζεται στη συνοχή του, με επακόλουθο τη γρήγορη διάβρωση, αποσάθρωση και τη μεταφορά του γόνιμου εδάφους μακρύτερα. Δηλαδή, χάνεται πολύτιμο γόνιμο έδαφος από την περιοχή του Ομαλού.
2ο . Το διαθέσιμο νερό στον Ομαλό είναι σε επάρκεια; Αν η απάντηση είναι όχι, γιατί καθυστερούν τα αναγκαία έργα υποδομής; Και ποιοι είναι οι κατά το νόμο αρμόδιοι για να σχεδιάσουν αυτά τα έργα;
Είναι γνωστό ότι το νερό στον Ομαλό με την υπάρχουσα υποδομή – υπάρχουν μερικές βροχοδεξαμενές και λίγα πηγάδια- είναι περιορισμένο και χαρακτηρίζεται ως ανεπαρκές για να καλύψει τις σημερινές παραδοσιακές δραστηριότητες της περιοχής. Παρόλο, που η μέση βροχόπτωση είναι γύρω στα 1600 χιλιοστά και υψηλή είναι και η χιονόπτωση κατά τους χειμερινούς μήνες, η περιοχή παρουσιάζει υδατικό έλλειμμα από το Μάϊο μέχρι και το Σεπτέμβρη της τάξης των 900 χιλιοστών. Τα απαραίτητα πρόσθετα έργα υδροληψίας και αποθήκευσης –ενδείκνυνται υπόγειες υδροδεξαμενές περιμετρικά του οροπεδίου που θα συλλέγουν το νερό της βροχής, αλλά και εκείνο από τα χιόνια, ενώ η λιμνοδεξαμενή, αν δεν τηρηθούν περιβαλλοντικοί κανόνες και κριτήρια, ενδεχομένως δημιουργήσει προβλήματα περιβαλλοντικά και μικρο-κλιματικά - καθυστερούν απελπιστικά, παρά τις όποιες προτάσεις της ΥΕΒ και του Δασαρχείου. Όσο για εκείνες τις παρεμβάσεις που προβλέπονται και σχεδιάζονται από το πρόγραμμα LIFE, είναι παιδαριώδεις και αστείες στην υλοποίηση και στη βιωσιμότητά τους, ενώ οι ντόπιοι ομιλούν για κατευθυνόμενους μικροπολιτικούς καιροσκοπισμούς που θα ωφελήσουν τους ολίγους κατέχοντες και έχοντες προνόμια. Παρόλα αυτά, η εποχική λίμνη στον Ομαλό, όταν έχει νερό ( στην κατάκλισή της διατηρεί μέχρι και 3267 κυβικά μέτρα νερού) λειτουργεί ως εστία προσέλκυσης των ζώων που βόσκουν στην περιοχή. Όμως, με την πάροδο του καλοκαιριού, η λίμνη έχει και λιγότερο νερό, ρυπασμένο από τα περιττώματα των ζώων που έρχονται για να ποτιστούν, μέχρι που ξηραίνεται η λίμνη κατά τη θερινή και φθινοπωρινή περίοδο. Ωστόσο, η υγρασία του εδάφους συντηρεί πλούσια βοσκήσιμη τροφή και κατά τη ξηρή περίοδο. Εξάλλου, η διαχείριση της περιοχής της λίμνης, για το νερό που διαθέτει και την πλούσια βλάστηση που συντηρεί, είναι δύσκολη περίπτωση, καθόσον η περιοχή θεωρείται και περιβαλλοντική παρακαταθήκη και τύπος οικοτόπου που έχει ανάγκη προστασίας. Μια τέτοια διάσταση χρειάζεται διάλογο και συζήτηση με τους εκεί κτηνοτρόφους, γιατί αυτοί ζουν και μοχθούν καθημερινά στην περιοχή και είναι τουλάχιστον προσβολή και καταναγκασμός τους, όταν αλλότρια συμφέροντα (π.χ. καθαρά ερευνητικής ανησυχίας, πρόσκαιρου εντυπωσιασμού, μικροπολιτικά) θα προσπαθήσουν να θέσουν όρια και περιθώρια στις μέχρι σήμερα δραστηριότητές τους. Μεγάλο επίσης πρόβλημα θα δημιουργήσουν ενέργειες όπως εκείνες της περίφραξη της λίμνης, ακόμη και εκείνη της οικολογικής περίφραξης με υπερυψωμένη βλάστηση ή και με θάμνους περιμετρικά της περιοχής, καθότι ο σημερινός διαχειριστής με τη μετάλλαξη της αυθεντικής πρότασης, έχει ήδη δρομολογήσει απρόβλεπτες ακολουθίες που αγγίζουν ακόμη και τη βιωσιμότητα της λίμνης, τη περιβαλλοντική ιδιαιτερότητα, αλλά και τη λιβαδική σημαντικότητά της (πηγές: Τεχνικές Εκθέσεις ΜΑΙΧ, 2006 και Πολυτεχνείου Κρήτης, 2006).
___________
-5. Μεσογειακά εποχικά τέλματα ή Λιμνία ή και Αρόλιθοι και Ρουσσιές στο Ν. Χανίων
Οι αρόλιθοι στη Γαύδο, οι ρουσσιές στη Χρυσοσκαλίτισσα-Ελαφονήσι, αλλά και το χαρακτηριστικό Μεσογειακό εποχικό τέλμα, η λίμνη στον Ομαλό της Σαμαριάς, ο βάλτος στη Φαλάσαρνα και οι παραλίμνιες νερολακκούβες πίσω από τις λυγαριές που κατακλύζονται περιοδικά από νερά στη λίμνη Κουρνά, είναι μερικές από τις Εφήμερες Λιμνούλες της δυτικής Κρήτης που αποτελούν θύλακες βιοποικιλότητας, αλλά και οικοτόπους προτεραιότητας για προστασία, διατήρηση και ανάδειξη για τον ειδικό οικο-τουρισμό και την περιβαλλοντική κληρονομιά της Κρήτης.
Οι ιδιαιτερότητες και οι ιδιομορφίες τους, αλλά και η βιοποικιλότητα και οι γεωμορφές τους ανήκουν στο φυσικό περιβάλλον στο Ν. Χανίων, προσφέρουν αξίες στους ντόπιους, αλλά και προοπτικές για τον ειδικό-εναλλακτικό οικο-τουρισμό. Αναζητώντας τις ‘’Εφήμερες Μεσογειακές Λίμνες’’ στο Ν. Χανίων για το πρόγραμμα Life-Φύση από το 2004, και μελετώντας το σημερινό τους ρόλο και την αξία τους, δεν παραλείψαμε να συζητήσουμε τα πρώτα ευρήματα της ερευνητικής ομάδας με τους ντόπιους στη Γαύδο, στη Χρυσοσκαλίτισσα- Ελαφονήσι και στον Ομαλό, για τις ιδιαιτερότητες του φυσικού περιβάλλοντός τους. Πραγματικά μείναμε άφωνοι, όταν αυτά που η επιστήμη πρόσφατα προσπαθεί να προστατεύσει και έχει επισημάνει τη σημασία τους στο φυσικό περιβάλλον, οι ντόπιοι τα γνωρίζουν ‘’από πάππου προς πάππου’’, τα προστάτευαν και τα διατηρούσαν, γιατί από αυτά ποτίζονταν ζώα και άνθρωποι (π.χ. Γαύδος) στο ξηροθερμικό περιβάλλον της Κρήτης, αλλά και σε δύσκολους καιρούς καλλιεργούσαν τις τόσο δα μικρές εκτάσεις τους (π.χ. Χρυσοσκαλίτισσα-Ελαφονήσι).
Ετσι, για παράδειγμα οι ‘’Αρόλιθοι’’ στη Γαύδο – κατά την κρητική διάλεκτο είναι τα φυσικά βαθουλώματα, κοιλώματα πάνω στις πλακούρες, δηλαδή στα ασβεστολιθικά βράχια του νησιού που συγκρατούν το νερό της βροχής απ’όπου ξεδιψάνε αιγοπρόβατα και βοσκοί– αποτελούν μικροσκοπικά στολίδια του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και εξυπηρετούν εδώ και πολλές χιλιετίες μέχρι σήμερα, τον άνθρωπο και τα ζώα γιατί συγκρατούν το νερό της βροχής, έστω και σε μικρές ποσότητες, αλλά για μερικές μέρες. Σημειώνεται επίσης ότι Αρόλιθος ονομάζεται και το παραδοσιακό χωριό στο Ηράκλειο, αλλά και είναι ονομασία ξενοδοχείων, ταβερνών και μεζεδοπωλείων στην Κρήτη.
Αυτοί, λοιπόν οι φυσικοί αρόλιθοι στη νήσο Γαύδο, κατά την επιστημονική ορολογία είναι τα ‘’Μεσογειακά Εποχικά Λιμνία ή οι Εφήμερες Μεσογειακές Λιμνούλες’’ συναντώνται με τη μορφή πολλών μικρών βαθουλωμάτων – συστάδες από αυτά- σε επίπεδα ή με ελαφρά κλίση ασβεστολιθικά βράχια στις περιοχές του Αγ. Παντελεήμονα, στον οικισμό Καστρί, στα Φραγκουλέϊκα Μετόχια, στα σπίτια της Παπαδιάς πηγαίνοντας για τον Κόρφο και αλλού. Αυτά τα λιμνία, είναι μικροσκοπικά έως μικρά σε μέγεθος, πολυάριθμα και βρίσκονται σε διαφορετικά υψόμετρα δηλαδή από 50 μέτρα μέχρι και 310 μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Κατά τη βροχερή περίοδο και για όσο διάστημα έχουν νερό, διατηρούν ορισμένα υδρόφυτα, όπως είναι το ενδημικό φυτό η ‘’Καλλιτρίχη την ωραία’’ που είναι μοναδικό για τη χλωρίδα του Αιγαίου και της Ελλάδας, αλλά και η ‘’Ζαννισέλια η ανθοφόρα’’ και η ‘’ Χάρα η κοινή’’. Επίσης σε άλλες θέσεις η σύνθεση των φυτο-κοινωνιών τους περιλαμβάνει φυτά βορειο-αφρικάνικης εξάπλωσης όπως είναι ένα είδος χαμομηλιού η ‘’ Ματρικάρια η χρυσίζουσα’’, η ‘’Τιλαία του Βαιλλάντη’’ , η ‘’Κρηπίς η άτολμη’’ , το ‘’ Πολύγωνο το θαλασσινό’’ κ.ά. Σημειώνεται ότι η ‘’Καλλιτρίχη την ωραία’’ θεωρείται ότι έχει μεγάλη σημασία και αξία, γιατί η εξάπλωσή του περιορίζεται μόνο στη νήσο Γαύδο, όπως και στην Κυρηναϊκή της Λιβύης. Πιστεύουμε ότι οι σπόροι του φυτού αυτού ήλθαν και έρχονται κάθε χρόνο την άνοιξη με την ‘’κόκκινη βροχή’’από την Αφρική. Ο οικότοπος αυτός όπως εμφανίζεται στη Γαύδο, δεν είναι γνωστός από πουθενά αλλού στον ευρωπαϊκό χώρο με παρόμοια οικολογική αξία, είναι μοναδικός και μπορεί να απειληθεί από μερικές δραστηριότητες του ανθρώπου ( π.χ. πότισμα των ζώων με το νερό που συγκρατούν οι αρόλιθοι, εκχερσώσεις εδαφών, απορρίψεις σκουπιδιών ) όταν δεν υπάρχει η κατάλληλη ενημέρωση. Έτσι, μέσα από το πρόγραμμα Life-Φύση που αφορούσε τα ‘’Μεσογειακά Εποχικά Λιμνία στη Δυτική Κρήτη’’, επιδιώχθηκε η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση των ντόπιων για τη μοναδικότητα, τη σημασία και την αξία τους.
Εξάλλου, οι ‘’Ρουσσιές’’ κατά τους ντόπιους στο Ελαφονήσι-Χρυσοσκαλίτισσα, που είναι κατά την επιστημονική ορολογία οι Εφήμερες Λιμνούλες, αποτελούν αβαθή βυθίσματα-βαθουλώματα πάνω στους πολυτεμαχισμένους και πολυδιαρρηγμένους (καρστικοποιημένους) ασβεστόλιθους της περιοχής, μέσα στον τεράστιο θαμνότοπο της ευρύτερης περιοχής. Οι μικρές αυτές αλλά πολυάριθμες εκτάσεις, χαρακτηρίζονται από το ‘’ξανθοκόκκινο’’ χρώμα του εδάφους ( terra rossa=κόκκινο έδαφος) και θα μπορούσαν να αποτελούν ένα τεράστιο ‘’Φυσικό Πάρκο’’ με την ξηροφυτική βλάστηση και χλωρίδα της Δυτικής Κρήτης, αλλά και για τα ‘’Μεσογειακά Εποχικά Λιμνία’’ που υπάρχουν στην περιοχή. Σήμερα όμως, το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής είναι καταπατημένο, διασχίζεται από πολυάριθμους αγροτικούς δρόμους, ενώ οι επεκτάσεις των θερμοκηπίων είναι συνεχείς και είναι άγνωστο μέχρι που θα φτάσουν.
Αυτές οι πολυάριθμες γεωμορφές, οι ‘’Ρουσσιές’’ στο Ελαφονήσι- Χρυσοσκαλίτισσα, έχουν ιδιότυπη χλωρίδα που αποτελείται από σπάνιες και εξειδικευμένες φυτικές κοινωνίες με κυρίαρχα είδη τα ‘’ Κρηπίς η άτολμη’’, ‘’Τριφύλλι το ασφυκτικό’’ και άλλα..
Από μαρτυρίες-αναδρομικές αφηγήσεις των ντόπιων, αυτές οι μικροσκοπικές ξανθοκόκκινες εκτάσεις έδιναν κάποια παραγωγή όσπριων και δημητριακών κατά την κατοχική περίοδο, ενώ σήμερα το κοκκινόχωμά τους αφού εκσκαφτεί, χρησιμοποιείται ως υπόστρωμα για τις εγκαταστάσεις των θερμοκηπίων, ενώ οι θέσεις αυτών των οικοτόπων χρησιμοποιούνται ,κατά τη θερινή περίοδο, για χώρο στάθμευσης οχημάτων ή και απόρριψης σκουπιδιών και άχρηστων αντικειμένων.
Η λίμνη στον Ομαλό – στο μέσο του Σελινιώτικου γύρου στο οροπέδιο του Ομαλού της Σαμαριάς– είναι η πλέον χαρακτηριστική και διαφοροποιημένη μορφή Μεσογειακών Εποχικών Λιμνίων στο Ν. Χανίων. Είναι η γνωστή λίμνη του Ομαλού, απόπου ποτίζονται τα ζώα που βόσκουν στην περιοχή. Έτσι πολύ γρήγορα η λίμνη αυτή βρωμίζει από τα περιττώματα των ζώων, το νερό γίνεται ακατάλληλο για το πότισμα των ζώων και γίνεται επιτακτική η ανάγκη να κατασκευαστούν στην περιοχή αρκετές ποτίστρες για τα ζώα. Τα πρόγραμμα Life-Φύση στην περιοχή, έχει εντάξει στις δραστηριότητές του την κατασκευή ποτιστρών, μακριά από η λίμνη, για τα ζώα που βόσκουν στην περιοχή, ως έργο επίδειξης και αναγκαιότητας για την υγιεινή των ζώων.
Τα Εποχικά Μεσογεικά Λιμνία στη Λίμνη Κουρνά, καταλαμβάνουν εκτάσεις πίσω από τις λυγαριές, σε επίπεδες κατακλυζόμενες εκτάσεις και εξαρτάται η παρουσία τους από το υδρολογικό καθεστώς της στάθμης της λίμνης.
Ο τύπος οικοτόπου εποχικές λίμνες στη Φαλάσαρνα, σήμερα έχει περιοριστεί σε μία μόνο περιοχή που βρίσκεται πίσω από τον παραθαλάσσιο δρόμο που διαχωρίζει τις αμμοθίνες και την πεδιάδα. Πριν από δύο χρόνια, στην ευρύτερη περιοχή ϋπήρχαν πολλοί τέτοιοι οικότοποι, αλλά με τις συνεχείς και παράνομες επιχωματώσεις και αποστραγγίσεις κατόρθωσαν μερικοί να τους εξαφανίσουν και έτσι επέκτειναν τις ιδιοκτησίες τους σε δημόσιες εκτάσεις και σε προστατευόμενες περιοχές.
Ο σημαντικός αυτός οικότοπος στη Φαλάσαρνα έχει μεγάλη ποικιλία υγρόφιλης βλάστησης, είναι ο μεγαλύτερος σε έκταση σε ολόκληρη τη δυτική ακτή, αποτελεί τόπο ξεκούρασης και αναπαραγωγής για πουλιά και για αμφίβια. Οι φυτικές κοινωνίες του οικοτόπου αυτού αποτελούνται από νέες αναφορές για τα δεδομένε της Κρήτης, όπως είναι ‘’Ρανούγκουλος του Ριόνι’’, Σπαργκάνιο το ευθυτενές’’, Ευφόρβια η χιρσούτα’’, ‘’Φύλλα η ανθοδέσμια’’ και αρκετά είδη ‘’Γιούνκου’’ που είναι σπάνια στην Κρήτη .
Οι πιο πάνω ιδιαιτερότητες και οι ιδιομορφίες, αλλά και η βιοποικιλότητα και οι γεωμορφές των Μεσογειακών Εποχικών Λιμνίων ανήκουν στο φυσικό περιβάλλον στο Ν. Χανίων, προσφέρουν αξίες στους ντόπιους, αλλά και προοπτικές για τον ειδικό-εναλλακτικό οικο-τουρισμό. Καλείται η Τοπική Αυτοδιοίκηση – Κοινότητα Γαύδου, Δήμος Ινναχωρίου, Δήμος ανατολικού Σελίνου και Δήμος Γεωργιούπολης – να αξιοποιήσουν κατάλληλα (‘’Κοινοτικό Φυσικό Πάρκο με τους Αρόλιθους’’ στη Γαύδο, ‘’Δημοτικό Φυσικό Πάρκο με τις Ρουσσιές’’ στη Χρυσοσκαλίτισσα του Δήμου Ινναχωρίου, ‘’Δημοτικό Φυσικό Πάρκο με τη λίμνη και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας’’ του Δήμου ανατολικού Σελίνου στον Ομαλό, ‘’Το Φυσικό Μονοπάτι’’ δίπλα στη λίμνη Κουρνά του Δήμου Γεωργιούπολης– μέσα από περιφερειακά και άλλα προγράμματα- όσα το περιβάλλον τους προσφέρει, αλλά και να τα διατηρήσουν ως περιβαλλοντική κληρονομιά προς όφελος κυρίως της τοπικής κοινωνίας. Οι Ρουσσιές στη Χρυσοσκαλίτισσα-Ελαφονήσι είναι ιδιότυπες γεωμορφές και ξεχωριστοί οικότοποι διεθνούς σημασίας, αλλά και πρόκληση προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση (Δήμος Ινναχωρίου και Νομαρχία Χανίων) για τη δημιουργία Φυσικού Πάρκου με τις Ρουσιές και το Ξηροφυτικό Θαμνότοπο της περιοχής. __________
-4. Κύθηρα : Τσιρίγο σεμπρεβίβα
Κύθηρα, το γνωστό Τσιρίγο, το νησί της Κυθήριας Αφροδίτης, το καταπράσινο νησί, με τις καταγάλανες θάλασσες μέσα στο απόλυτο Μεσογειακό φως, στην πλούσια εναλλαγή των τοπίων, στα διάσπαρτα μνημεία του πολιτισμού με ελκυστικούς μύθους και μοναδικές παραδόσεις που σηματοδοτούν τη μοναδικότητα των Κυθήρων, αυτού του τόπου που βρέθηκε σ' ένα σταυροδρόμι φυσικών και πολιτιστικών επιρροών, αλλά που ισορρόπησε την ελληνική φύση, την παράδοση με την επίδραση της Δύσης, πλάθοντας έναν ιδιόμορφο περιβαλλοντικό, κοινωνικό και πολιτισμικό χαρακτήρα. Φως, χρώματα, βραχοσυνθέσεις, γεύσεις, αρώματα, ιστορία, μύθοι και παραδόσεις.
Μούλεγε πρόσφατα, κατά την πρόσφατη ξενάγησή μου στα Κύθηρα, ο Διευθυντή του Ελληνικού Λυκείου στο Ντόρμουθ της Γερμανίας –γέννημα θρέμμα του Τσιρίγου και από τις πλέον καταξιωμένες οικογένειες του- ότι ‘’… μεγαλώνοντας, μοχθώντας και βιώνοντας τη ζωή και τη φύση στα Κύθηρα είναι αδύνατο να αγνοήσεις το παρελθόν, την ιστορία, τους μύθους και τις παραδόσεις και να τα αποσυνδέσεις από τη μοναδικότητα του τοπίου και της φύσης. Εδώ, το παρόν είναι η συνέχεια του παρελθόντος. Εδώ, στα Κύθηρα, οι άνθρωποι ήταν και παραμένουν απαράλλακτα οι ίδιοι με αυτούς που κατοικούσαν στο νησί από τους Μινωικούς, κλασικούς, βυζαντινούς και μεσαιωνικούς χρόνους. Άλλωστε, για τα πάντα στα Κύθηρα φαίνεται ότι υπεύθυνο είναι ‘’ το φως’’ όπως έγραφε και ο Σεφέρης σε πολλά κείμενά του για τα νησιά’’.
Η ιστορικές διαδρομές των Κυθήρων ξεκινούν από τους Κρήτες και τους Φοίνικες που εμπορεύονταν την πορφύρα, απ’ όπου και η παλαιότερη ονομασία του νησιού που ήταν Πορφυρούσα. Μάλιστα, πρόσφατα στην κορυφή του βουνού του Αγ.Γεωργίου στον Αβλέμονα, βρέθηκε το πρώτο εκτός Κρήτης, Μινωϊκό ‘’ιερό κορυφής΄΄. Αργότερα στην πορεία του χρόνου τα Κύθηρα γίνονται τμήμα του Μυκηναϊκού κράτους, κατόπιν οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες εναλλάσσονται στην κατάκτηση του νησιού και αργότερα οι Ρωμαίοι. Οι μετέπειτα φάσεις ακμής του νησιού εστιάζονται στους βυζαντινούς, βενετσιάνικους και στην αγγλοκρατία κατά την περίοδο της οποίας δημιουργούνται υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης, εκπαίδευσης και διοικητικής μέριμνας, ενώ την ίδια περίοδο οι κοινωνικές δομές περνούν με τη σταδιακή κατάργηση της δύναμης των ευγενών στην εξάπλωση της αστικής τάξης των γαιοκτημόνων, των εμπόρων και των γεωργών.
Ως προς το φυσικό περιβάλλον, αλλού είναι μοναδικό σε αγριότητα, κάπου αλλού είναι ελκυστικό σε ηρεμία και γαλήνη. Φαράγγια, κοιλάδες, εύφορες μικρές πεδιάδες, ποτάμια, ρυάκια, καταρράκτες αλλά και ξερότοποι. Ωστόσο, είναι ένας τόπος γεμάτος, εκτός από φως, χρώματα και γεύσεις, με θρύλους και δραστηριότητες που σημάδεψαν βαθιά –βλέπε ρεματιές, φαράγγια και σπηλιές- τον τόπο και την ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων. Είναι βέβαιο ότι η πολύ πλούσια φυσική ιστορία που έφτασε στη σημερινή της όψη, αλλάζοντας πολλές φορές άλλοτε από φυσικές δυνάμεις και άλλοτε από τις επεμβάσεις του ανθρώπου, αποτελεί ένα από τα μοναδικά χαρακτηριστικά του νησιού. Ωστόσο, η Κυθηραϊκή φύση πλημμυρίζει παντού από χρώματα, μορφές, αρώματα, γεύσεις και φυσικά προϊόντα.
Η γεω-μορφολογία του νησιού ευνοεί τη δημιουργία υποθαλάσσιων και παράκτιων σπηλαίων αλλά και φαραγγιών. Μικρά και μεγάλα φαράγγια διασχίζουν το νησί με σημαντικότερο εκείνο της Κακής Λαγκάδας της Παλιόχωρας που θεωρείται παράδεισος για το βοτανικό του πλούτο και άφθονη πανίδα του, πέρα από τις μοναδικές γεωμορφές που υποδηλώνουν συνεχή φυσική ενέργεια και δράση. Εδώ μπορείς να δεις πάνω από 25 είδη πουλιών να φωλιάζουν, από τα 52 είδη που έχουν διαπιστωθεί σε όλα τα Κύθηρα, ενώ τα πουλιά που ξεχειμωνιάζουν ξεπερνούν τα 120 είδη. Εξάλλου, οι ποταμοί και οι χείμαρροι εμπλουτίζουν τις Τσιριγώτικες θάλασσες με πλούσια υλικά ανόργανης και οργανικής ύλης με αποτέλεσμα να δημιουργούνται άριστης ποιότητας ψαρότοποι.
Πολυάριθμοι και οι τόποι λατρείας από την κλασική και κυρίως τη βυζαντινή περίοδο. Έναν αντίστοιχο μικρό Μυστρά συναντάς στην Κάτω Χώρα, κοντά στο Μυλοπόταμο, με το μεσαιωνικό κάστρο, τις σκήτες, τα κελιά των μοναχών, τις αποθήκες τους και τα πολυάριθμα εκκλησάκια. Από τα μοναστήρια του νησιού τα σημαντικότερα είναι η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα, η Αγία Μόνη, ο Αγ. Ιωάννης ο Θεολόγος, ο Αγ. Θεόδωρος και η Αγ. Ελέσσα.
Το θυμάρι, το σπάρτο, το φασκόμηλο, η σεμπρεβίβα –το αμάραντο των βραχονησίδων που ‘’πάντα ζεί’’-, πεύκα, πλατάνια, σχίνα, μυρτιές, αγριελιές, χαρουπιές, ασφάκες, κρίταμα, αγριοβιολέτες, αλμυρίκια, κάπαρη, φραγκοσυκιές και ένας ατέλειωτος φυσικός βοτανικός πλούτος πλαισιώνουν τα χωριά, τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, τις παραλίες, τις ομαλές και απόκρημνες ακτές, τα γύρω μικρά νησιά.
Στη Χώρα, που είναι η παραδοσιακή πρωτεύουσα του νησιού, μπορείς να απολαύσεις τη μοναδική θέα προς το Κρητικό πέλαγος, το γειτονικό Καψάλι, και τα Αντικύθηρα. Εδώ διαλέξτε γευστικά και σπάνια παραδοσιακά προϊόντα. Στο Καψάλι, το παραδοσιακό επίνειο του νησιού, με το μαγευτικό δίδυμο φυσικό κόλπο, που η παράδοση τα θέλει να υποδηλώνουν τα ‘’δυο στήθια της Κυθηραίας Αφροδίτη’’, βουτήξτε στην αμμουδερή θάλασσά του και περιεργαστείτε τα παραλιακά μαγαζιά που είναι γεμάτα από ζωή μέχρι πρωίας. Μπροστά στο Καψάλι δεσπόζει ο μονόλιθος-βραχονησίδα Χύτρα ή Αυγό με τις μοναδικές θαλασσινές σπηλιές όπου φωλιάζουν οι φώκιες, ο μαυροπετρίτης και όπου ψηλά στα απρόσιτα βράχια φυτρώνει το σήμα κατατεθέν των Κυθήρων, το ξηροφυτικό μικρό κίτρινο χρυσάνθεμο η σεμπρεβίβα, που ….πάντα ζει. Στο Λιβάδι, περιπλανήσου στον παραδοσιακό οικισμό του με αρκετά διάσπαρτα αρχοντικά, την πέτρινη με τα 13 τόξα γέφυρα στο Κατούνι και άλλα έργα υποδομής από την εποχή της αγγλοκρατίας. Ο Μυλοπόταμος έχει τη δροσερότερη πλατεία των Κυθήρων κάτω από πελώρια πλατάνια, ενώ παραδίπλα ρέουν νερά και υπάρχουν καταρράκτες και νερόμυλοι. Ο Αβλέμονας, παραδοσιακό ψαροχώρι με ξεχωριστή ομορφιά μέσα στο κατάξερο γύρω περιβάλλον, φαντάζει μακρυά ως κουκλο-οικισμός. Σήμερα, καινούργια σπίτια διατηρώντας την παραδοσιακή αρχιτεκτονική δημιουργούν πανέμορφες εικόνες και ελκυστικό περιβάλλον. Στο λιμάνι του Αβλέμονα το 1802, ναυάγησε ένα από τα πλοία που ο αρχαιοκάπηλος Ελγιν, μετέφερε τα γλυπτά του Παρθενώνα. Λίγο πριν τον Αβλέμονα, στην περιοχή Παλαιόπολη, υπάρχουν τα ερείπια της αρχαίας Σκάνδειας, πόλης που λέγεται ότι αριθμούσε 25000 κατοίκους και που καταστράφηκε μετά την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης. Η Αγία Πελαγία και το Διακόφτι είναι τα σημερινά λιμάνια που πιάνουν τα πλοία όταν έρχονται από την Κρήτη, το Γύθειο και τη Νεάπολη Λακωνίας. Ο Ποταμός είναι το κεφαλοχώρι στη βόρεια περιοχή του νησιού με παζάρι παραδοσιακών προϊόντων. Δοκιμάστε εδώ το παραδοσιακό γλυκό συκαλάκι, τις φυσικές μαρμελάδες, τις σπιτικές μάντολες (καραμελλωμένα αμύγδαλα), το μπουτίνο, το μοσχάπιδο, το μαστό της Αφροδίτης, τους ροζέδες, κουφέτο και σύκο, τα αμυγδαλωτά. Επίσης, γευτείτε το παραδοσιακό Κυθηριώτικο τσίπουρο τη φατουράδα (τσίπουρο και κανελογαρύφαλα), το τοπικό λικέρ σεμπρεβίβο, το θυμαρίσιο μέλι, το ντόπιο κρασί, το ξύδι και το λάδι. Τα Μητάτα, παραδοσιακό αγροτο-κτηνοτροφικό χωριό με απέραντη θέα στις γειτονικές ρεματιές, το φαράγγι του Τσάκωνα όπου στους βράχους του είναι λαξευμένα ξωκκλήσια και δίπλα στη ρεματιά βρίσκονται τα εύφορα περιβόλια. Οι πολλές πηγές, το φαράγγι και οι ρεματιές δημιούργησαν θρύλους για νεράιδες, ξωτικά και πειρατές. Εδώ θα βρεις μοναδικές ποικιλίες ροδάκινου. Στις γύρω σπηλιές πολυάριθμες οι στάνες των βοσκών που έδωσαν το όνομά τους και στο χωριό και που τροφοδοτούν τα Κύθηρα με γευστικά τυριά.
Και όσο για κολύμπι, οι επιλογές σχεδόν αμέτρητες, όσες και οι μοναδικές παραλίες των Κυθήρων. Αμμουδιές στην Παλαιόπολη (εδώ η παράδοση θέλει να αναδύθηκε από τη θάλασσα η Αφροδίτη), στο Καψάλι, στον Λιμνιώνα (δες εδώ και τις αυθεντικές πέτρινες ψαροκαλύβες), στην Αγ. Πελαγία, στο Διακόφτι, στην Πλατιά Άμμο(εδώ σύμφωνα με την παράδοση ο Πάρις και η Ωραία Ελένη ολοκλήρωσαν τον έρωτά τους), που ανάλογα με τις χειμερινές καιρικές συνθήκες μπορούν να έχουν και ψηλό έως και χονδρό χαλίκι. Παραλίες με λεπτότερα ή και χονδρότερα χαλίκια μπορείς να βρεις στις μοναδικές περιοχές στο Μελιδόνι, στο Χαλκό, στο Καλαδί με τις σπηλιές και τις θαυμάσιες βραχοσυνθέσεις, στη Κομπονάδα, στο Λυκοδήμου, στη Κακή Λαγκάδα και στη Φυρή Άμμο με τα πορφυρά βότσαλα. Εδώ, έπαιζαν πριν μερικά χρόνια ο Σπύρος, η Κωνσταντίνα και ο Βασίλης. Τώρα πια υπάρχουν μόνο τα Κύθηρα, γιατί ο καθένας ακολούθησε το δρόμο του. Σήμερα, οι παραλίες και τα χωριά σφύζουν από ζωή μόνο το καλοκαίρι. Εδώ έρχονται κάθε καλοκαίρι ο Δημήτρης, η Ελένη, η Ναταλία, η Κωνσταντίνα και ο Κώστας. Υποσχέθηκαν ότι θάρχονται αρκετά συχνά στα Κύθηρα, ανάμεσα στους πολυάριθμους λάτρεις των Κυθήρων και ο Θόδωρος με την Ασπασία. Απ’εδώ ξεκίνησε να ζωγραφίζει το Καψάλι και τα άλλα τοπία του νησιού, πρωτοδιορισμένος καθηγητής στα Κύθηρα το 1966, ο φίλος Χρήστος που έφυγε νωρίς από κοντά μας και στον οποίο αφιερώνεται αυτό το κείμενο. ‘’ Μπάντα Λάντρα’’ κατά τη τσιριγώτικη έκφραση σημαίνει ‘’ από άκρη σ’ άκρη’’ και τούτο γιατί στο νησί των Κυθήρων μπορείς να βρεις παντού άπλετο το Φως, μοναδικές τις Θάλασσες, ελκυστικές τις Παραλίες, εντυπωσιακούς τους Αμμόλιθους και πανδαισία από Χρώματα, Γεύσεις και Αρώματα της Φύσης.
________________
-3. Αντικύθηρα:το παρατηρητήριο της Μεσογείου
Στον πηγαιμό από Καστέλι Κίσσαμου προς τα Κύθηρα θα συναντήσεις ανάμεσά τους, σχεδόν στη μέση της διαδρομής, τα Αντικύθηρα. Το μικρό αυτό νησί έγινε παγκοσμίως γνωστό όταν το 1900 ανακαλύφθηκε στη θάλασσα των Αντικυθήρων, δίπλα στις νησίδες Θυμωνιές, αρχαίο ναυάγιο από όπου ανασύρθηκαν το περίφημο άγαλμα του Έφηβου των Αντικυθήρων και ο Αστρολάβος ή Μηχανισμός των Αντικυθήρων που είναι περισσότερο γνωστός ως πολύπλοκο υπολογιστικό αστρονομικό όργανο της αρχαιότητας (1ος αιώνας π.Χ.) στην παγκόσμια ιστορία, όπως δηλώνει η διεθνής εξειδικευμένη ομάδα που το μελετά με τη χρήση προηγμένων τεχνολογιών.
Τα Αντικύθηρα, Αίγιλα ή Αιγιλία κατά την αρχαιότητα, Λιοί και Σιγιλιό μετά τον 17ο αιώνα και Τσιριγότο -μικρό Cerigo=Κύθηρα- από τον 18ο αιώνα, παρά το μικρό μέγεθός τους συμπληρώνουν το ρόλο των Κυθήρων στον έλεγχο του θαλάσσιου περάσματος από τη Δυτική Μεσόγειο προς το Κρητικό πέλαγος και το Αιγαίο. Από πολύ παλιά, ήταν νησί με ισχυρούς δεσμούς με την Κρήτη. Από το 300 π.Χ. το νησί συμμετέχει στις δραστηριότητες –εμπόριο, ναυσιπλοΐα ή και πειρατεία- των κρητικών πόλεων οι οποίες διεκδικούσαν τότε τα Αντικύθηρα ως παρατηρητήριο και ορμητήριο των τότε δραστηριοτήτων τους. Γνωστές είναι επίσης και οι επιδρομές των Ροδίων στα Αντικύθηρα οι οποίοι αποκαλούν τους κατοίκους τους ‘’Αιγιλείς πειρατές’’. Από το δεύτερο αιώνα π.Χ., όπως υποστηρίζουν οι αρχαιολογικές έρευνες και μελέτες, τα Αντικύθηρα βρίσκονταν στην επιρροή και εξουσία της Φαλάσαρνας, της γνωστής αρχαίας πόλης της δυτικής Κρήτης και αποτελούσε προχωρημένο φυλάκιο και παρατηρητήριο της οποίας ευρύτερης θαλάσσιας περιοχής. Έτσι, ακολούθησε την τύχη της και στην καταστροφή της, όταν οι Ρωμαίοι γύρω στα 68 π.Χ., αποφάσισαν εκστρατεία με πρόσχημα (;) την ‘’πειρατεία των ακμαζουσών τότε πόλεων στο εμπόριο και στη ναυσιπλοΐα στη λεκάνη της Μεσογείου.
Από τα αρχαιολογικά ευρήματα φαίνεται ότι το νησί κατοικείται από την πρώιμη εποχή του Χαλκού (2η και 3η χιλιετία π.Χ.) , ενώ λιγοστά είναι τα ίχνη των Μινωϊτών. Τα ελληνιστικά χρόνια ( γύρω στο 300 π.Χ.) κτίστηκε το Κάστρο – είναι ακόμη καλοδιατηρημένο -, για να περιτειχίσει την αρχαία πόλη σε έκταση 300 περίπου στρεμμάτων και που βρισκόταν στο βόρειο τμήμα του νησιού, πάνω από το σημερινό ορμίσκο του Ξηροπόταμου. Αυτή η αρχαία πόλη σώζεται σχεδόν ολόκληρη και υπολογίζεται ότι την κατοικούσαν περίπου 1000 άτομα, τα τείχη της έφταναν και τα 6 μέτρα σε ύψος. Σε όλη την έκταση των Αντικυθήρων είναι φανερά τα σημάδια – αιχμές από βέλη και δόρατα, λίθινα βλήματα καταπελτών, σφενδονόλιθοι, μολυβδίδες και μολύβδινα βλήματα από σφενδόνες- της ταραχώδους ιστορίας του νησιού. Εξάλλου, ανάμεσα στα εντυπωσιακά ευρήματα, διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση λαξευμένος στο βράχο επικλινής χώρος για συντήρηση και επισκευαστικές εργασίες πλοίων ή και για τη φύλαξη των τότε πλοίων. Αντίστοιχος χώρος λαξευμένος στο βράχο βρίσκεται και κατά τη διαδρομή από το Καστέλι προς τη Γραμβούσα, μέσα στον κόλπο Κισσάμου.
Τα Αντικύθηρα, μετά την καταστροφή τους από τους Ρωμαίους, φαίνεται ότι ξανακατοικήθηκαν από τον 4ο αιώνα μ.Χ. μέχρι και τα πρωτοβυζαντικά χρόνια. Μετά εμφανίζονται στο νησί οι Άραβες πειρατές που επηρεάζουν και τη ζωή και το νησί και που στη συνέχεια καταλαμβάνουν επίσης την Κρήτη και τα Κύθηρα, ενώ από το 1204 μ.Χ. το νησί παραχωρείται στους Βενετούς. Από σχετικό χρονικό των επόμενων αιώνων και γύρω στον 17ο αιώνα, μαθαίνουμε ότι οι κάτοικοι των Αντικυθήρων ληστεύουν Βενετσιάνικο πλοίο που μετέφερε τη μισθοδοσία των Βενετών από το Ναύπλιο στα Χανιά, με αποτέλεσμα να εκστρατεύσουν στο νησί οι Βενετοί, να το καταστρέψουν και να κάψουν ζωντανούς όλους τους κατοίκους του, αφού τους μάζεψαν και τους έκτισαν μέσα σε μια σπηλιά. Γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα το νησί εποικίστηκε με φυγάδες από την Κρήτη, οι Βενετσιάνικη κυριαρχία διαρκεί μέχρι τους πολέμους του Ναπολέοντα, οπότε για λίγο κυριαρχούν οι Γάλλοι και μετά περνάει στην κυριαρχία των Άγγλων. Στα Αντικύθηρα, εξορίζουν οι Άγγλοι τους επτανήσιους ριζοσπάστες της εποχής (Ζερβός, Ιακωβάτος, Πυλαρινός, Λυσέος, Καλλίνικος κά), ενώ γύρω στα 1864 μετά την κρητική εξέγερση εγκαταστάθηκε στο νησί ένα άλλο κύμα προσφύγων αγωνιστών. Κατά τη διάρκεια του κινήματος της Εθνικής Αμύνης (1916-17) τα Αντικύθηρα τάσσονται μαζί με τα Κύθηρα με την προσωρινή κυβέρνηση του Ελ.Βενιζέλου. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου μετά την Ιταλική κατοχή, οι Γερμανοί εκτοπίζουν όλους τους κατοίκους του νησιού στην Κρήτη, ενώ μετά τον εμφύλιο τα Αντικύθηρα έγιναν και πάλι τόπος εξορίας των πολιτικών αντιπάλων των τότε κυβερνήσεων.
Πέρα από το ιστορικό ενδιαφέρον, στα Αντικύθηρα μπορείς να εξερευνήσεις μοναδικά συμπλέγματα από βράχους, μικρά φαράγγια, θαλάσσιες και υποθαλάσσιες σπηλιές, απόκρημνες παράκτιες περιοχές, ανεμόμυλους, γραφικά ξωκλήσια, λαγκάδια με φρυγανότοπους, σχίνα, μυρτιές, χαρουπιές, χαμηλοκυπάρισσα, αγριελιές και ενδημικά φυτά της Κρήτης και των Κυθήρων.
Εξαιτίας, της θέσης του νησιού στη μεταναστευτική πορεία των αποδημητική πουλιών από την Αφρική προς την Ευρώπη και αντίστροφα, δημιουργήθηκε από την Ελληνική Ορνιθολογικά Εταιρία, πρότυπος ορνιθολογικός σταθμός γιατί στα Αντικύθηρα έχουν καταγραφεί περισσότερα από 200 είδη πουλιών.
Σήμερα, ο μόνιμος πληθυσμός, είναι λιγότερος από πενήντα άτομα, το Δημοτικό σχολείο έχει κλείσει εδώ και καιρό, ενώ η απουσία του μαζικού τουρισμού σε συνδυασμό με το φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον εγγυώνται ανθρώπινες διακοπές και περιηγήσεις. Και για μπάνιο είναι μοναδικές οι παραλίες της Καμαρέλας – σύμπλεγμα μοναδικών βράχων και θάλασσας-, του Ξηροπόταμου, στα Χάλαρα, στον κολπίσκος του Φάρου της Απολυτάρας στο νότιο άκρο του νησιού, στο Σταυρωτό και αλλού. Για το φάρο της Απολυτάρας μπορούμε να θυμίσουμε ότι θεωρείται κτίσμα εξαιρετικής αρχιτεκτονικής του 1929 που ανακατασκευάστηκε πρόσφατα. Ωστόσο, πραγματικά αξίζει το κόπο να παραταθούν οι διακοπές στα Αντικύθηρα μέχρι και τις 17 του Αυγούστου, οπότε γιορτάζεται ο πολιούχος Άγιος Μύρωνας με πατροπαράδοτο κρητικό γλέντι και αρκετούς προσκυνητές (Πηγές: Τουριστικός οδηγός Κοινότητας Αντικυθήρων, Μ. Πετρόχειλος, Α. Τσαραβόπουλος, http://www.antikythira.gr).
________________
-2. Κουρνάς: Φυσικό και πολιτιστικό πάρκο
Η λίμνη του Κουρνά με το γειτονικό υγρότοπο, τα Κουρνοπατήματα μέχρι και τη Δαφνομαδάρα, πιο κάτω ο πλούσιος κάμπος της περιοχής, ο ποταμός Δέλφινος, μέχρι και τη Γεωργιούπολη και τον υγρότοπο του Αλμυρού. Ανοιχτό και προσβάσιμο Περιβαλλοντικό Πάρκο Πολιτισμού, Αγροτικών Ασχολιών και Φυσικής Ιστορίας. Εντάξτε και δημιουργήστε το απαιτούμενο πλαίσιο που να ενσωματώνει χωρίς να αγνοεί και τις περιπλανήσεις στο θρύλο και στην τοπική ιστορία και στο φυσικό περιβάλλον.
Λίμνες στην Κρήτη υπάρχουν αρκετές. Κυρίως τεχνητές, αλλά και φυσικές. Μικρές συνήθως σε μέγεθος, εποχικές ή και μόνιμα κατακλυζόμενες από νερό. Την ποιο ξεχωριστή, βαθιά και εντυπωσιακή όμως θα τη συναντήσεις στον Αποκόρωνα, μόλις 2,5 χιλιόμετρα νότια της Γεωργιούπολης. Είναι η λίμνη του Κουρνά που δεσπόζει στον ίσκιο της μεγάλης Μαδάρας. Η λίμνη, δημιουργήθηκε, εδώ και αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια από καταβύθιση μεγάλης συστάδας σπηλαιόμορφων γεωλογικών σχηματισμών. Ο Κουρνάς είναι µία από τις λίγες, αν όχι η μόνη φυσική βαθιά λίμνη σε νησί της Μεσογείου και μάλιστα στη νοτιότερη άκρη της Ευρώπης. Κατά το παρελθόν, όπως μας ενημερώνουν σχετικά κείμενα, ονομαζόταν Κορησία, γιατί στις όχθες της τοποθετείται η ύπαρξη ιερού που ήταν αφιερωμένο στην Κορησία Αθηνά και το οποίο δεν έχει βρεθεί. Η σημερινή ονομασία της λίμνης αποδίδεται στην αραβική λέξη ‘’κουρνά’’ που σημαίνει λίμνη, αλλά και λουτήρας, ενώ κατ’άλλους πρέπει να οφείλεται σε παράφραση της ελληνικής λέξης κρουνός (βρύση), αλλά και λόγω της ύπαρξης μιας μεγάλης υπολίμνιας πηγής στο νότιο τμήμα της και σε βάθος 16,5 μέτρα, το πασίγνωστο Αµάτι του Κουρνά (υπολίμνιες αναβλύσεις νερού). Ο θρύλος για τη δημιουργία της λίμνης αναφέρει, ότι ‘’μία κόρη στην προσπάθεια της να γλυτώσει από τα χέρια του ίδιου της του πατέρα, ευχήθηκε να βουλιάξει το μέρος όπου στεκούνταν’’. Έτσι κι έγινε. Κάποιοι ισχυρίζονται, ότι έχουν κατά καιρούς δει, σε κάποια μεριά της λίμνης, μία κοπέλα να λούζεται και να χτενίζει τα μακριά ξανθιά μαλλιά της και να εξαφανίζεται στην παρουσία τους. Οι θρύλοι καλά κρατούν!
Ιστορικά στοιχεία για την περιοχή εμφανίζονται από την μινωική περίοδο, αλλά και νωρίτερα. Ανάμεσά τους ευρήματα από τάφο Μινωικού τύπου στον Κάστελλο και λείψανα λατρευτικών χώρων στο σπήλαιο "Κορακιά". Άλλα ευρήματα έχουν εντοπιστεί σε τοποθεσίες νότια της Γεωργιούπολης, όπου βρισκόταν η αρχαία Αμφιμάλλα, και η αρχαία Υδραμία ή Υδράμιο ανατολικά του σημερινού χωριού στα Δράμια. Η αρχαία πόλη στον Κουρνά είχε τη μεγαλύτερη ακμή της κατά την ρωμαϊκή περίοδο. Κατά την περίοδο του Βυζαντίου την περιοχή διοικούσε η αρχοντική οικογένεια των Μελισσινών. Αξίζει να ανατρέξουμε σε σχετικά κείμενα που αναφέρουν τα πιο κάτω. ‘’Σημαντική δράση στην περιοχή φαίνεται ότι ανέπτυξε κατά τον 11ο αιώνα ο μοναχός Ιωάννης Ξένος που ίδρυσε στην περιοχή των Δραμιών, τη Μονή του Αγίου Γεωργίου-Δούβρικα. Μέσα από τη διαθήκη του ο καλόγερος, δίνει πολύτιμες πληροφορίες σε σχέση με την ανάπτυξη της αμπελουργίας, της μελισσοκομίας και τη φύτευση των περιβολιών στην περιοχή του ποταμού Μουσέλλα’’. Από τις αρχές του 13ου αιώνα η Κρήτη περιέρχεται στην επιρροή των Βενετών. Στη βιβλιογραφία αναφέρονται τα ονόματα των οικισμών που υπήρχαν τότε, όπως Chrussopoli, Castelo, Mathe, Flachi, Dramia, Curna, Calamitsi Amigdalu. Τότε οι οικισμοί που ήταν σε ανάπτυξη βρίσκονταν στα ορεινά και σε τέτοια σημεία που να έχουν φυσική άμυνα.
Γύρω από την περιοχή της λίμνης είναι διάφορα χωριά, τα Κουρνοπατήματα. Σ' ένα από αυτά, στο Πάτημα, σώζεται η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, 14ου αιώνα, με καταστραμμένες τοιχογραφίες. Ο Κουρνάς είναι παλιό χωριό που άκμαζε ήδη από το 1583 μ.Χ. Στην περιοχή αυτή έχουν γίνει πολλές ιστορικές μάχες. Υπήρξε έδρα της Επαναστατικής Κυβέρνησης το 1866 -επί τουρκοκρατίας, και έδρα της Γενικής Συνέλευσης των Κρητών το 1897. Βρίσκεται στους πρόποδες της "Δαφνομαδάρας" σε υψόμετρο 200μ., μέσα στο εύφορο λεκανοπέδιο όπου βρίσκεται η ομώνυμη λίμνη και ρέουν τρεις ποταμοί. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το σπήλαιο του χωριού, που βρίσκεται σε πανοραμική θέση στο δρόμο προς τον Κουρνά, στη θέση Κερατιδέ, στα νότια της λίμνης, με πλούσιο φυσικό λιθογλυπτικό διάκοσμο από σταλαχτίτες, σταλαγμίτες και εντυπωσιακές σπηλαιοκολόνες.
Ένας Ευρωπαίος περιηγητής του 19ου αιώνα περιγράφει την περιοχή Γεωργούπολη-Κουρνά, ως εξής. "Όσο βλέπει το μάτι, δέντρα πολλά και θάμνοι υψηλοί και αειθαλείς, αλλά και βούρλα και βατράχια χιλιάδες, ενώ οι άνθρωποι άφηναν ακαλλιέργητη τη γη και από το φόβο των ληστών και της ελονοσίας που αποδεκάτιζε τους κατοίκους των γύρω περιοχών". Μεταγενέστεροι περιηγητές και ιστοριογράφοι μας πληροφορούν με γλαφυρά κείμενα ότι’’….. σ' αυτή την ερημιά το 1880, φτάνει ένας έμπορος από την Αθήνα, ο Μιλτιάδης Παπαδογιαννάκης, που είχε γεννηθεί στο Καλαμίτσι. Αντιλαμβανόμενος την αξία της περιοχής, αποφασίζει να εκμεταλλευτεί τα πλούσια νερά της περιοχής για ποτιστικές καλλιέργειες. Χτίζει ένα σπίτι στα "Καστελλάκια" και προσπαθεί να πείσει τους κατοίκους των γύρω χωριών και τις αρχές, να τον βοηθήσουν να αποξηράνει το εκεί έλος και να αρδεύσει τα χωράφια. Σιγά-σιγά έρχεται και η βοήθεια που περιμένει και μέχρι το 1893, η περιοχή προσελκύει νέους κατοίκους, αποξηραίνεται το έλος, φυτεύονται ευκάλυπτοι και εκατοντάδες άλλα δέντρα και δημιουργείται η Αλμυρούπολη, η σημερινή Γεωργιούπολη.
Μια από τις µοναδικότητες της λίμνης βασίζεται στο ότι ο τύπος αυτής της λίμνης είναι δολινόλιμνη, δηλαδή προέρχεται από κατακρήμνιση-καταβύθιση καρστικών-σπηλαιόμορφων πετρωμάτων και στην παρουσία πλούσιων υπόγειων νερών στην ευρύτερη περιοχή. Παρόμοιες συνθήκες με σχηματισμό τέτοιων λιμνών είναι διάσπαρτες στον Ελληνικό χώρο. Στο Νομό Χανίων, η λίμνη στη Μαχαιρίδα στον Ταρσανά Ακρωτηρίου και η μικρή λίμνη στο Έλος Ινναχωρίου έχουν παρόμοια προέλευση, αλλά είναι ρηχές. Βαθιές δολινόλιμνες υπάρχουν στο Νομό Ιωαννίνων με τη Ζαραβίνα στο Δελβινάκι (38 μέτρα βάθος) και ο Ζηρός στη Φιλιππιάδα της Άρτας, με 52 μέτρα το μεγαλύτερο βάθος της.
Η λίμνη του Κουρνά θεωρείτο ανέκαθεν ότι είχε «τεράστιο» βάθος, λόγω του σκούρου σκοτεινού χρώματος που παρουσιάζει στο κυρίως κεντρικό τµήµα της. Το μεγαλύτερο βάθος της λίμνης Κουρνά, με την υπάρχουσα κατάσταση του ανενεργού φράγματος λόγω επιχωματώσεων και μπάζων, φτάνει τα 21,5 μέτρα (ΥΕΒ, 1985), παρότι παλαιότερες μελέτες ανέφεραν βάθη μέχρι και 30 μέτρα, τα οποία όμως σήμερα αμφισβητούνται. Η έκταση της λίμνης μεταβάλλεται σημαντικά κατά τη διάρκεια του έτους, λόγω της μεγάλης διακύμανσης που παρουσιάζει η στάθμη της, εξαιτίας της λειτουργικότητα της και των βροχοπτώσεων-χιονοπτώσεων στην ευρύτερη περιοχή της. Έτσι, άλλοτε είναι γύρω στα 0,45 τετραγωνικά χιλιόμετρα και άλλοτε η έκτασή της φτάνει στα 0,58 τ.χλµ., ενώ το μεγαλύτερο μήκος της λίμνης είναι 1080 μέτρα και το μεγαλύτερο πλάτος της 880 μέτρα.
Η στάθμη της λίμνης κατά τη θερινή περίοδο βρίσκεται συνήθως στο υψόμετρο +19 μέτρα, µε μέγιστο μέχρι τα +22,5 μέτρα, εξ αιτίας της ύπαρξης τσιμέντινου φράγματος στο βορειοδυτικό άκρο της λίμνης. Αυτό το φράγμα κατασκευάστηκε το 1962 για να συλλέγονται περισσότερα νερά που προορίζονταν για την άρδευση της καλλιεργούμενης περιοχής. Με τις σημερινές γνώσεις, οι ειδικοί επιστήμονες επισημαίνουν, ότι οι απώλειες, λόγω των καταβοθρών περιμετρικά της λίμνης, είναι ταχύτερες (7,5 κυβικά μέτρα νερό το δευτερόλεπτο) μεταξύ του υψομέτρου +19 μέχρι +21 μέτρα, ενώ ανάμεσα στα υψόμετρα +19 μέχρι +17 μέτρα, οι απώλειες μειώνονται στα 3,5 κυβικά μέτρα το δευτερόλεπτο. Δηλαδή, τα πιο πάνω αποδεικνύουν ότι είναι ανώφελο να διατηρείται η στάθμη της λίμνης πολύ ψηλά (από τα +19 μέχρι τα +21 μέτρα υψόμετρο), γιατί απλούστατα τα επιπλέον νερά χάνονται γρήγορα και μακριά απ΄τη λίμνη, λόγω των καταβοθρών της. Με άλλα λόγια τα νερά που αποταμιεύονται στη διάρκεια των βροχοπτώσεων-χιονοπτώσεων χάνονται πολύ εύκολα την άνοιξη, μέσα σε λιγότερο από 10 µέρες, καθότι οι προαναφερθείσες καταβόθρες βρίσκονται λίγο πιο κάτω σε υψόμετρο από το υψόµετρο της στέψης του φράγματος. Με αυτά τα δεδομένα πιστεύουμε ότι ήλθε ο καιρός να επανασχεδιαστεί το φράγμα περιορίζοντας τις απώλειες σε νερό, να λειτουργεί υπεύθυνα από τον Τοπικό Φορέα Διαχείρισης και να υπάρχει επιτέλους η αναγκαία για το συνολικό οικοσύστημα, συνεχή επικοινωνία της λίμνης με τη θάλασσα, χωρίς όμως να παραβλάπτονται και οι αρδευτικές ανάγκες της περιοχής.
Η κύρια τροφοδοσία με νερά της λίμνης γίνεται από υπολίμνιες πηγές από το γνωστό Αμάτι ή Μάτι στα νότια-νοτιοανατολικά της λίμνης µέσω καρστικών διαδρομών από τα Λευκά Όρη που δεσπόζουν στην περιοχή. Παράλληλα στα δυτικά της όχθης στην κατώτατη στάθμη της, υπάρχουν καταβόθρες απ’όπου το νερό διοχετεύεται προς παράκτιες πηγές, ενδεχομένως σε εκείνες του Αλμυρού στη Γεωργιούπολη. Η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση του νερού για αρδευτικούς και τουριστικούς σκοπούς τους θερινούς μήνες, ως είναι επόμενο, οδηγεί σε αύξηση της άντλησης νερού από τη λίμνη του Κουρνά, πέραν των ποσοτήτων που παροχετεύονται φυσιολογικά και έτσι διαφοροποιείται και το μεγαλύτερο βάθος της λίμνης. Ως προς το χρώμα που παίρνει η λίµνη κατά τη διάρκεια του χρόνου, αυτό εξαρτάται κυρίως από τη φυσική ανάπτυξη, την αφθονία και το είδος µικροσκοπικών οργανισμών του λιμνοπλαγκτού της (κυανοβακτήρια, δινοφύκη, ξανθοφύκη και χλωροφύκη), αλλά και άλλων μικροοργανισμών που αναπτύσσονται εκεί.
Ο Βενετός περιηγητής και γεωγράφος Buodelmonti (1415) περιγράφει με γλαφυρό ύφος τη λίμνη και λέει «...από την άλλη πλευρά των βουνών αυτών είδαμε µία μικρή, πανέμορφη, αλλά βαθιά λίμνη της οποίας το τεράστιο βάθος μπορεί κανείς να εκτιμηθεί από την μαυρίλα του σκοτεινού της χρώματος....». Και παρακάτω συνεχίζει « ..τα χιόνια και οι βροχές των βουνών κατεβάζουν πολλά νερά σ΄αυτή τη λίμνη όπου ζουν μεγάλα χέλια ». Και μια και ο λόγος για τα ψάρια, στον Κουρνά σήμερα διαβιούν η αθερίνα, η ποταμοσαλιάρα, ένα είδος κέφαλου το μαυράκι, βεβαίως χέλια και δύο άλλα είδη ψαριών με τα οποία έχει εμπλουτιστεί η λίμνη κατά το παρελθον, το κουνουπόψαρο και η πεταλούδα ή το χρυσόψαρο. Στο οικοσύστημα της λίμνης κυρίαρχη είναι η γύρω βλάστησή της με θαμνώνες εντυπωσιακής ανάπτυξης που σχηματίζουν φυσικούς φράκτες από λυγαριές, μυρτιές, πικροδάφνες, αστύρακες, βάτα, κλιματίδες, αλλά και πλατάνια, αλμυρίκια, συκιές, λεύκες και άλλα δένδρα. Στα νοτιοανατολικά της λίμνης υπάρχει δάσος πρίνου μαζί με αστύρακες, λιοπρίνια, ασπαλάθους και τους μοναδικής-εντυπωσιακής ομορφιάς δενδρώδεις φλώμους. Στα υγρά λιβάδια της περιοχής βρίσκουμε κύπερα, βούρλα, ισοέτες, μέντα, ρίγανη, ηλιοτρόπια, και πολλά ποώδη φυτά που αποτελούν άριστη βοσκήσιμη τροφή για τα αιγοπρόβατα. Η υδρόβια χλωρίδα χαρακτηρίζεται από χαρόφυτα, ποταμογείτωνες, μυριόφυλλα, κερατόφυλλο, ρανούγκουλο, ζαννισέλλια και άλλα. Χαρακτηριστικό στον Κουρνά είναι η παρουσία του υδρόβιου βρυόφυτου ‘’ Φοντινάλη η αντιπυρετική’’ φαρμακευτικό φυτό γνωστό από την αρχαιότητα για τις αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές του.
Όπως μας πληροφορούν σχετικά κείμενα του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, η λίμνη του Κουρνά προσελκύει σημαντικό αριθμό υδροβίων πτηνών τα οποία ξεπερνούν τα 150 είδη, από τα οποία ελάχιστα μένουν για να φωλιάσουν στην περιοχή. Ο Κουρνάς φημίζεται για τα μαυροβουτηχτάρια που φτιάχνουν εντυπωσιακές ομάδες το χειμώνα. Στην περιοχή φωλιάζουν το νανοβουτηχτάρι, η ωχροστριτσίδα, το ψευταηδόνι, ο τρυποφράχτης, η γαλαζοπαπαδίτσα και στις γύρω περιοχές ο κόρακας, η γερακίνα, ο γαλαζοκότσυφας και η ασπροκόλα. Η λίμνη χρησιμεύει σαν ενδιάμεσος σταθμός στο μεγάλο διηπειρωτικό ταξίδι των μεταναστευτικών πουλιών, -όπως είναι ο κρυπτοτσικνιάς, ο πορφυροτσικνιάς, η χαλκόκοτα και η μικροπουλάδα- από την Ευρώπη προς την Αφρική και αντίθετα, που πραγματοποιείται δυο φορές το χρόνο. Τις ανάλογες εποχές, εδώ καταφεύγουν εκατοντάδες πορφυροτσικνιάδες (είδος ερωδιού), χαλκόκοτες και διάφορα αρπακτικά. Στη λίμνη και στην γύρω περιοχή συναντώνται τα τρία είδη βατράχων της Κρήτης, ο κρητικός βάτραχος, ο δενδροβάτραχος και ο φρύνος, αλλά και η νεροχελώνα και το νερόφιδο, αλλά και η αμερικάνικη ποταμοχελώνα που έχει εισαχθεί στη λίμνη. Σε αφθονία βρίσκεται η σαύρα, το μαυριτανικό σαμιαμίθι, το σπιτικό σαμιαμίθι, η τρανόσαυρα, το λιακόνι, η δεντρογαλιά, η όχεντρα, ο άρκαλος, η καλλιγιαννού, η ζουρίδα, ο σκαντζόχοιρος, τρωκτικά και άλλα μικρά σπονδυλόζωα.
Ο μικρός σε έκταση, αλλά πολύ σημαντικός αυτός υγρότοπος της λίμνης συνδεόταν ελεύθερα –πριν την κατασκευή του εκεί ανενεργού φράγματος, μέσα από τα ρέμα του Δέλφινου με τη θάλασσα της Γεωργιούπολης. Δυστυχώς σήμερα η λίμνη Κουρνά πιέζεται ασφυκτικά από τις δραστηριότητες του ανθρώπου. Ανάμεσα σε αυτές είναι το κυνήγι, νόμιμο και παράνομο. Ακόμα, η περιοχή παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια έντονη οικιστική ανάπτυξη. Αν και έχουν επιβληθεί ήδη σημαντικοί περιορισμοί στη δόμηση, μάλλον χρειάζονται προληπτικά και όχι περιοριστικά μέτρα, ώστε να προστατευτεί ουσιαστικά αυτή η μικρή όαση της άγριας φύσης και της περιβαλλοντικής κληρονομιάς.
Δυστυχώς, μέσα σ’αυτό το φυσικό και όχι μόνο πλούτο της περιοχής του Κουρνά, έρχεται μια μερίδα τεχνοκρατών, που απλά θεωρεί τη λίμνη, ως μια τεράστια δεξαμενή νερού και όχι ως ένα ζωντανό οικοσύστημα, ζωτική φυσική περιοχή και σημαντικό περιβαλλοντικό απόθεμα για την Κρήτη. Με αυτή τη στρεβλή αντίληψη, έχουν διαπραχθεί ασυγχώρητα λάθη και παραλήψεις στις εκάστοτε μελέτες για την άκρατη αξιοποίηση του υδατικού δυναμικού της, αλλά και μονόπλευρες πολιτικές σε τοπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, το υδατικό ισοζύγιο της λίμνης που καταρτίστηκε το 1963, δεν έλαβε υπόψη του ότι η λίμνη δεν είναι στεγανή και ότι περιμετρικά της έχει σοβαρό πρόβλημα στεγανότητας εξαιτίας των υπαρχουσών εκεί καταβοθρών της. Πέρα από τη σημερινή άρδευση της περιοχής Κουρνά-Γεωργιούπολης που εκτιμάται περίπου στα 20.000 κυβικά μέτρα νερό την ημέρα σε περιόδους αιχμής, σχεδιάζεται και το γνωστό ταχυδιϋλιστήριο στα Δράμια για την ύδρευση του Ρεθύμνου, με ημερήσια απόληψη νερού από τον Κουρνά, περίπου 7.000 κυβικά μέτρα την ημέρα.
Ωστόσο, δημιουργείται έντονος σκεπτικισμός και ζητήματα υδρολογικής αυτάρκειας σε νερό της ευρύτερης περιοχής, με δεδομένα μάλιστα ότι οι υδρογεωλογικές συνθήκες της περιοχής διαμορφώνονται από τον έντονο ρηξιγενή τεκτονισμό της. Ειδικότερα, το κυρίαρχο ρήγμα με κατεύθυνση Νότος-Βορράς, φαίνεται ότι λειτουργεί και ως υπόγειος αγωγός εισροής νερού προς τη λίμνη από τα γύρω υψώματα, ενώ το δεύτερο ρήγμα στη δυτική πλευρά της λίμνης με τις εκεί καταβόθρες, λειτουργούν πολλαπλασιαστικά στις τεράστιες εκροές-εκφορτίσεις-απώλειες νερού από τη λίμνη, κυρίως όταν η στάθμη της λίμνης βρίσκεται ανάμεσα στα υψόμετρα +19 μέχρι και μέχρι τα +21 μέτρα. Και τα ζητήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι έρχονται δυσμενέστερες υδρολογικά συνθήκες, μαζί με ανομβρία, υψηλές θερμοκρασίες, μεγαλύτερη ζήτηση σε νερό και φαινόμενα ξηρασίας, βλέπε κλιματικές αλλαγές. Τι και αν, όπως λέγουν οι αρμόδιοι φορείς, ‘’…..η στάθμη της επιφάνειας της λίμνης έχει ετήσιες και πέραν του ενός έτους διακυμάνσεις οι οποίες εξαρτώνται από το ύψος των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων τα οποία πέφτουν στα Λευκά Όρη, σε συνδυασμό με τη διάρκεια και την ένταση της τήξης των χιονιών και κυμαίνεται μεταξύ +21,40 (ανώτατη στάθμη το 1962) και +15 μ. (κατώτατη), δηλαδή, η μέση ετήσια διαφορά της στάθμης είναι της τάξης των 3,60 μέτρων; Πρόσθετα, η ποιότητα των νερών του Κουρνά απειλείται από την άμετρη ανάπτυξη και όπως αυτή συνεχίζεται, αλλά και από άλλες περιβαλλοντικές εν δυνάμει επιβαρύνσεις.
Σε αυτό τον πλούτο, η πρότασής μας είναι και εφικτή και υλοποιήσιμη. Εξάλλου, υπάρχουν οι ευαισθητοποιημένοι και με μεράκι Μη Κυβερνητικοί Φορείς και κάποιοι στην Τοπική Αυτοδιοίκηση που νοιάζονται για το περιβάλλον στην Κρήτη. Πρωτεύον, ένας να είναι ο φορέας διαχείρισης της λίμνης με σαφείς υποχρεώσεις μέσα από διαυγές θεσμικό πλαίσιο που να ενσωματώνει στο προτεινόμενο Περιβαλλοντικό Πάρκο Πολιτισμού και Φύσης, τις παραγωγικές δραστηριότητες μαζί με μονοπάτια περιήγησης μέσα στα περιβόλια, γύρω από τη λίμνη, πάνω στις πλαγιές, με Μουσειακό χώρο σε παλιό εγκαταλειμμένο κτίριο, με διαδρομές ποδηλάτου και πεζοπορίας μέχρι το παλιό εργοστάσιο της ΔΕΗ στο κτήμα του Βουγιούκαλου στη Γεωργιούπολη και τον υγρότοπο στις εκβολές του Αλμυρού. Το Αμάτι του Αποκόρωνα να πρωτοστατήσει για ένα καλύτερο αύριο στο Νομό Χανίων. Ο Κουρνάς και η γύρω περιοχή της λίμνης, οφείλουν να αποτελέσουν οδηγό τόσο για τις παραγωγικές προοπτικές, όσο και για την προστασία της περιβαλλοντικής σημαντικότητας, μέσα από το χθες, το σήμερα και για το αύριο.
(πηγές: ιστοσελίδα Δήμου Γεωργιούπολης, Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, Οικολογική Πρωτοβουλία Χανίων, Τίγκιλης, Παυλάκης κ.ά, Υδρογαία, Κατσαδωράκης, Παπαπέτρου-Ζαμάνη, Μιχελάκης, ΟΑΔΥΚ, ΥΕΒ και άλλοι).
________
-1. Απολιθωμένα Δάση
Τα απολιθωμένα δάση αποτελούν μοναδικούς φυσικούς σχηματισμούς που φανερώνουν την πλούσια γεω-ιστορική φυσική κληρονομιά, τη γεω-εξέλιξη, αλλά και την εξαγωγή συμπερασμάτων πάνω στο τότε κλίμα και ειδικότερα για τη θερμοκρασία και τη βροχόπτωση μιας ευρύτερης περιοχής.
Πριν από περίπου 370 εκατομμύρια χρόνια, όταν οι πέντε σημερινοί ήπειροι ήταν δύο μόνο κομμάτια και κυριαρχούσαν στη γη τα ασπόνδυλα ζώα, στην περιοχή του Μαρόκου ζούσαν τα αρχαιότερα δένδρα, με διάμετρο ένα μέτρο και ύψος 30 μέτρα. Αυτά τα τεράστια απολιθωμένα δένδρα έδιναν το δικό τους στίγμα στην παγκόσμια γεω-ιστορία και παλαιοχλωρίδα. Αυτά τα δένδρα, γνωστά και με το όνομα Αρχαιοπτέριδες, κυριάρχησαν για περισσότερο από 20 εκατομμύρια χρόνια και υπήρξαν και τα μακροβιότερα των τότε δέντρων. Αίνιγμα αποτελεί ωστόσο ο αφανισμός του συγκεκριμένου δέντρου για το οποίο δίνονται δύο βασικές εκδοχές. Η μία έχει σχέση με την εμφάνιση των σπερματόφυτων (φυτά που πολλαπλασιάζονται με σπέρματα) που πιθανότατα ήρθαν να δημιουργήσουν νέες συνθήκες πολλαπλασιασμού αντικαθιστώντας τα δέντρα που ως τότε αναπαράγονταν με σπόρια. Μία δεύτερη και επικρατέστερη έχει σχέση με τις κλιματολογικές μεταβολές οι οποίες δημιουργήθηκαν από τα ίδια τα δέντρα για να προκαλέσουν έτσι τον αφανισμό τους.
Στον Ελλαδικό χώρο, απολιθωμένα δάση έχουν βρεθεί στον Έβρο όπου έχει εντοπιστεί το αρχαιότερο δάσος –ηλικίας πάνω από 25 εκατομμύρια χρόνια με βελανιδιές, φοίνικες και σεγκόγιες. Στη νήσο Λέσβο βρίσκεται το πλέον ονομαστό απολιθωμένο δάσος στις περιοχές Σίγρι, Σκάλα Ερεσού, Μεσσότοπο, Γαβάθα με κυρίαρχες τις σεγκόγιες, όπου το οργανικό υλικό των δένδρων έχει αντικατασταθεί με διοξείδιο του πυριτίου και άλλα έγχρωμα ορυκτά. Στη βόρεια Εύβοια-περιοχές Κερασιά Ιστιαίας και Αγ. Αννας, έχουν βρεθεί απολιθωμένα δένδρα κανέλας και άλλα τροπικά φυτά. Στη λιγνιτοφόρα λεκάνη της Βεγόρας στη Δ. Μακεδονία τα απολιθωμένα δάση έχουν πλούσια κατανομή και ποικιλία με κωνοφόρα, σεγκόγιες, κέδρα, φοίνικες, δρύες, πλατάνια καρυδιές και πλήθος από υποτροπικά φυτά. Επίσης, απολιθωμένα δάση έχουν βρεθεί στη νήσο Λήμνο- Βάρους, Μούδρου, Κοντιά, αλλά και στην Καστοριά – Νεστόριο, με φοίνικες και άλλα υποτροπικά και τροπικά φυτά, μαζί με απολιθώματα θαλάσσιας προέλευσης όπως μύδια, στρείδια, αστερίες και δόντια καρχαριοειδών. Είδη σεγκόγιας σήμερα υπάρχουν ως μικρά φυτά δίπλα σε τρεχούμενα νερά με περιορισμένη ανάπτυξη σε περιοχές στην Ελλάδα –π.χ. Καστράκι, Κύθηρα, Πελοπόννησο, όπου επικρατούν συνθήκες με πολύ υψηλή υγρασία. Οι σεγκόγιες, ως πανύψηλα δένδρα, με πάνω από 150 μέτρα σε ύψος, εξακολουθούν να υπάρχουν στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ.
Η πλειονότητα των απολιθωμένων δασών στην Ελλάδα, που χρονολογείται κατά προσέγγιση ότι έζησαν πριν από 20 εκατομμύρια έτη, δημιουργήθηκαν σύμφωνα με τους ειδικούς από μια εκτεταμένη ηφαιστειακή δραστηριότητα που συνοδεύτηκε από κάλυψη των τότε δένδρων με λάβα και τέφρα, ενώ οι σεισμικές διαταράξεις, διαρρήξεις και συμπτύξεις των τότε πετρωμάτων κάλυψαν φυτά και ζώα. Συνήθως, οι πιθανότητες της απολίθωσης είναι πολύ μικρές, καθότι η διαδικασία της απολίθωσης – αντικατάσταση μορίου προς μόριο της οργανικής ύλης από ανόργανα υλικά, γίνεται κάτω από συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες και κυρίως με απουσία οξυγόνου. Σε ακόμη σπανιότερες περιπτώσεις απολίθωση συμβαίνει κάτω από πολύ χαμηλές θερμοκρασίες –π.χ. τα μαμούθ σε πολικές συνθήκες, ή και σε εκτεταμένη ξηρασία.
Τα αινίγματα και τα ερωτηματικά που αφορούν τα απολιθωμένα δάση πολλά και πολυποίκιλα. Κατά καιρούς διάφοροι επιστήμονες από διάφορες περιοχές του πλανήτη ασχολήθηκαν με την δενδροχρονολόγηση και την εξαγωγή συμπερασμάτων πάνω στο τότε κλίμα και ειδικότερα για τη θερμοκρασία και τη βροχόπτωση. Αλλά, και πέρα από τα γνήσια απολιθώματα, υπάρχουν και τα ψευδο-απολιθώματα ή ακόμη και ψευδοαπολιθωμένοι σχηματισμοί που δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στα απολιθώματα, καθότι απουσιάζουν οι γνωστές διεργασίες της. Στα ψευδοαπολιθώματα συγκαταλέγονται μεταξύ των άλλων οι δενδρίτες-δενδροειδείς σχηματισμοί συνήθως από οξείδια του σιδήρου και μαγγανίου μέσα στα πετρώματα, οι ανθρωπόμορφοι σχηματισμοί ασβεστούχου πηλού, τα τυχαία δημιουργήματα της φύσης, τα χέρια γιγάντων και πλήθος από άλλα.
Εδώ και μερικά χρόνια στην περιοχή Βάτικα του Ακρωτηρίου Μαλέα στην Πελοπόννησο -Αγία Μαρίνα, Σπίθα, Κόρακας, βρέθηκε πληθώρα κατακόρυφων χοανοειδών μορφών με ψευτο-δενδρώδη ανάπτυξη που προσελκύουν το έντονο ενδιαφέρον της διεθνούς επιστημονικής κοινότητος. Οι σχηματισμοί αυτοί βρίσκονται στον παράκτιο χώρο, μέσα σε θαλάσσια ιζήματα πλειοκαινικής ηλικίας, με απολιθώματα θαλάσσιων ζώων – στρείδια, κτένια, αχινοί. Πολλοί, θεωρούν τους ‘’καμινοειδείς’’ αυτούς σχηματισμούς ως απολιθωμένα δένδρα, ενώ άλλοι τα συγχέουν με ‘‘γιγάντιους σπόγγους’’. Οι πλέον ειδικοί επιμένουν ότι οι σχηματισμοί αυτοί δεν έχουν ίχνη απολίθωσης, δεν είναι δηλαδή απολιθώματα, αλλά ούτε και στην ευρύτερη περιοχή έχουν υπάρξει ηφαιστειακές εξάρσεις. Επίσης, αυτοί οι σχηματισμοί, τα θεωρούμενα ως δένδρα, δεν διαθέτουν τους γνωστούς ετήσιους κύκλους των δένδρων, βρίσκονται όλα σε όρθια-κατακόρυφη θέση, ούτε και φαίνεται ότι διαθέτουν ριζικό σύστημα, ενώ, ούτε και φύλλα από τα υποτιθέμενα δένδρα έχουν βρεθεί. Πάντως, οι τοπικές κοινωνίες φαίνεται ότι έχουν παραπληροφορηθεί, αφού φυλλάδια και άλλο έντυπο τουριστικό υλικό αναφέρει ότι στην περιοχή υπάρχει απολιθωμένο δάσος.
Ωστόσο, ειδικοί επιστήμονες μελετούν τους όρθιους αυτούς εντυπωσιακούς σχηματισμούς στην περιοχή Βάτικα Λακωνίας και αποφαίνονται ότι αποκλείονται να είναι απολιθωμένοι κορμοί δένδρων. Μάλλον πρόκειται για γεω-χημικούς σχηματισμούς, που πιθανολογείται ότι δημιουργήθηκαν από ανερχόμενα αέρια από βαθύτερα στρώματα, τα οποία κατά τη διέλευσή τους μέσα από τις ρωγμές των πετρωμάτων διέλυαν τα ορυκτά συστατικά τους, συμπαρασύροντάς τα στην έξοδο, όπου και τα απέθεταν. Παρόλα αυτά, οι εντυπωσιακοί αυτοί σχηματισμοί είναι μοναδικοί στον ελληνικό χώρο και επομένως μπορούν να θεωρηθούν και αυτοί ως διεθνώς διατηρημένα μνημεία της φύσης, ανυπολόγιστης επιστημονικής αξίας, όπως και τα απολιθωμένα δάση.
Και το ερώτημα που αιωρείται είναι αν και κατά πόσο τα δένδρα πεθαίνουν πάντοτε όρθια. Το μόνο γνωστό στις μέρες μας είναι ότι τα δένδρα πεθαίνουν όρθια μετά από πυρκαγιά, από ασθένεια, μετά από καταιγίδα και εφόσον έχουν ξεριζωθεί και….είναι ξαπλωμένα-ξεριζωμένα.
______________