Paramythotopos-Παραμύθια, ιστορίες

Ανακοινώσεις

Η θυγατέρα του ήλιου

Παραμύθι, μύθι, μύθι,

το κουκί και το ρεβύθι

εμαλώνανε στη βρύση.

Πέρασε και η φακή

και τα βάζει φυλακή.

Μα η φάβα της φωνάζει:

«Φακή, βγάλτα, δεν πειράζει».

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα πεντάμορφο κοριτσάκι που όλοι μέσα στη χώρα το καμάρωναν και το αγαπούσαν. Δεν ήξερε κανένας από πού είχε έρθει. Το μόνο που ξέρανε ήταν πως όπου και να καθόταν το κοριτσάκι αυτό, γέμιζε γύρω του ο τόπος φως και ζεστασιά. Το χειμώνα και τα σκυλιά ακόμα που κρύωναν, έρχονταν κοντά του για να ζεσταθούν, τα παιδάκια το κοίταζαν με αγάπη και καλοσύνη, οι γέροι ζητούσαν τη συντροφιά του κι αυτό χαμογελούσε σ’ όλους και τους χάιδευε.

-Πώς σε λένε; το ρωτούσαν τα άλλα παιδάκια.

-Χρυσακτίνα, έλεγε αυτό και τους χαμογελούσε γλυκά.

-Που είναι η μαμά σου, ο μπαμπάς σου;

-Δεν ξέρω, έλεγε το κοριτσάκι με χαμόγελο. Μπαμπάς μου και μαμά μου είναι όλοι οι άνθρωποι, γιατί όλοι με αγαπούν και όλοι με φροντίζουν.

Το κοριτσάκι όταν έκανε τον περίπατό του, το ακολουθούσαν νέοι και γέροι, γυναίκες και παιδιά. Ακόμα και τα πουλιά κελαηδούσαν στο πέρασμά του.

Μια μέρα όμως, ξαφνικά, η μικρή χάθηκε από τη χώρα. Ψάξανε, ψάξανε παντού μικροί και μεγάλοι να τη βρουν, αλλά πουθενά η Χρυσακτίνα. Πάγωσαν τα πουλάκια, κλείστηκαν στα σπίτια τους οι γέροι, μελαγχόλησαν τα παιδάκια, μα η πεντάμορφη Χρυσακτίνα δε βρισκόταν πουθενά. Ύστερα από καιρό, ήρθε μια γριούλα λαχανιασμένη, φώναξε όλους γύρω της και τους είπε:

-Τα μάθατε τα νέα; Το πεντάμορφο κοριτσάκι, η Χρυσακτίνα είναι μια από τις κόρες του ήλιου. Χτες τη συνάντησα σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο. Καθόταν κοντά σ’ ένα άρρωστο αγοράκι και του κρατούσε συντροφιά. Το ζέσταινε με το γλυκό της χαμόγελο και του υποσχέθηκε μάλιστα πως θα καθίσει κοντά του ώσπου να γίνει καλά, γιατί αν φύγει ξέρει ότι το μικρό θα χειροτερέψει. Αυτά είδα και ήρθα να σας τα πω. Και ξέρετε τι λέμε εμείς οι γέροι; Σπίτι που δεν το βλέπει ο ήλιος, το βλέπει ο γιατρός.

Ύστερα από κάμποσον καιρό, το κοριτσάκι ξαναφάνηκε στην πολιτεία. Ήταν το ίδιο φωτεινό και χαρούμενο. Και μαζί του ήταν και το άρρωστο παιδάκι, που είχε γιατρευτεί πια και είχε κατακόκκινα τα μαγουλάκια του. Τότε πίστεψε όλη η χώρα πως η Χρυσακτίνα ήταν μια από της θυγατέρες του ήλιου και κάθε φορά που αρρώσταινε κανένα παιδάκι, την παρακαλούσαν να το συντροφέψει και να το γιατρέψει. Και η Χρυσακτίνα σκορπούσε τη ζεστασιά στους αρρώστους, στο πέρασμά της ζεσταίνονταν τα πουλιά, οι γέροι ένιωθαν να ξαναγεννιώνται, και τα παιδάκια χαίρονταν κι έπαιζαν μαζί της.

Σημείωση: Αντιγράφηκε από τα παραμύθια της θείας-Λένας.