Paramythotopos-Παραμύθια, ιστορίες

Ανακοινώσεις

Η Πριγκίπισσα της Μαΐας

-Πόσο θα ’θελα να ’χα κάποιον να παίζω μαζί του! Σκεπτόταν η Μαΐα, καθισμένη στα σκαλοπάτια της αυλής.

-Μαΐα, ακούστηκε η φωνή της θείας Χριστίνας.

Η Μαΐα έτρεξε στη θεία της. Ίσως να της έλεγε το παραμύθι για την πριγκιποπούλα με τα χρυσά μαλλιά και τα γαλάζια μάτια. Αυτό ήταν το αγαπημένο της παραμύθι. Η θεία Χριστίνα μάζευε τα γινωμένα μήλα της μηλιάς.

-Έλα να με βοηθήσεις, της είπε.

Η Μαΐα κάθισε κάτω από το δέντρο και άρχισε να μαζεύει στο καλάθι τα μήλα, που έριχνε η θεία από το δέντρο.

-Σε παρακαλώ, θεία Χριστίνα, πες μου το παραμύθι για την πριγκίπισσα!

Και η θεία Χριστίνα, όταν τελείωσε τη δουλειά της, άρχισε το παραμύθι.

-Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μοναχοκόριτσο. Η μαμά της κι ο μπαμπάς της μόλις είχαν μετακομίσει σε μια καινούργια γειτονιά και εκεί δεν είχε κανέναν για να παίξει το κοριτσάκι τους.

-Ήταν καλό κοριτσάκι; Ρώτησε η Μαΐα. Της άρεσε να παίζει με άλλα παιδάκια;

-Ήταν πού καλό κοριτσάκι και πού της άρεσε να παίζει με τ’ άλλα παιδιά, αλλά δεν ήξερε κανέναν στη γειτονιά. Έτσι, για λίγον καιρό δεν είχε καθόλου συντροφιά. Στην αρχή έπαιζε μόνη της. Και ξέρεις, Μαΐα, δεν ήθελε να βρει καμιά συνηθισμένη φιλενάδα.

-Ξέρω, φώναξε η Μαΐα. Ήθελε μια πριγκίπισσα.

-Ακριβώς, είπε γελώντας η θεία Χριστίνα. Ήθελε η φιλενάδα της να ’ταν μια πριγκίπισσα. Το σκεπτόταν και το ’θελε τόσο πολύ, ώστε κάποιο βράδυ ήρθε στ’ αλήθεια η πριγκίπισσα, που ονειρευόταν.

-Γεια σου, Μαΐα, της είπε με μια ωραία απαλή φωνή.

-Γεια σου, της απάντησε η Μαΐα ντροπαλά. Τι ωραία που είσαι, πριγκίπισσα. Τι όμορφα χρυσά μαλλιά που έχεις!

Η πριγκίπισσα φορούσε ένα ωραίο μεταξωτό φόρεμα. Τα μάτια της ήταν γαλανά σαν τον ουρανό. Χάιδεψε τη Μαΐα μαλακά με το λευκό της χεράκι, και η Μαΐα της είπε:

-Σε παρακαλώ, μη φύγεις ποτέ!

-Πρέπει να φύγω, Μαΐα, αλλά θα σε δω αύριο το πρωί, είπε η πριγκίπισσα με τη γλυκιά φωνή και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Η Μαΐα ξύπνησε το πρωί χαρούμενη και σκεπτόταν πότε θα ’ρθει η πριγκίπισσα. Και η καρδούλα της χτυπούσε δυνατά.

Την ώρα που έπαιρνε το πρωινό της, χτύπησε η πόρτα.

-Δεν μπορεί να ’ναι η πριγκίπισσα, σκέφτηκε η Μαΐα. Μια πριγκίπισσα ποτέ δε χτυπάει την πόρτα. Μπαίνει έτσι, μόνη της.

-Άνοιξε, Μαΐα της είπε η θεία της.

Όταν η Μαΐα άνοιξε, βρήκε μπρος στην πόρτα ένα καλάθι. Στο χερούλι του ήταν δεμένος ένας μεγάλος φιόγκος και πάνω του καρφιτσωμένη μια κάρτα με τ’ όνομα της Μαΐας.

-Είναι για μένα. Γράφει «Μαΐα», φώναξε το κοριτσάκι. Σήκωσε το καλάθι προσεχτικά. Κάτι κουνιόταν μέσα! Και ακουγόταν και ένας μικρός θόρυβος. Αχ, τι να ήταν άραγε;

-Τι γράφει η κάρτα, θεία Χριστίνα; Ρώτησε η Μαΐα.

Η θεία Χριστίνα διάβασε: «Το όνομά μου είναι Πριγκίπισσα. Είμαι δική σου, Μαΐα».

Η Μαΐα άνοιξε το καλάθι γρήγορα-γρήγορα. Κουλουριασμένη πάνω σ’ ένα κίτρινο μαξιλάρι, ήταν ξαπλωμένη μια άσπρη γατούλα με ματάκια γαλανά σαν τον ουρανό. Η γατούλα τεντώθηκε, έβγαλε τη ροζ γλωσσίτσα της και μετά σήκωσε το ποδαράκι της και χάιδεψε το χεράκι της Μαΐας.

-Πριγκίπισσα, είπε παραξενεμένη η Μαΐα. Ω, το ξέρω πως είσαι μια αληθινή πριγκίπισσα.

Αλλά μόνο η Μαΐα ήξερε ότι αυτή η όμορφη άσπρη γατούλα ήταν η ίδια η πριγκίπισσα που είχε έρθει χτες το βράδυ να την δει στο όνειρό της. Και τώρα είχε έρθει στη Μαΐα σα μια όμορφη γατούλα, για να μείνει μαζί της για πάντα.

Σημείωση: Αντιγράφηκε από τα παραμύθια της θείας-Λένας.