Paramythotopos-Παραμύθια, ιστορίες

Ανακοινώσεις

Οι τρεις βασιλοπούλες

Κόκκινη κλωστή βαμμένη,

στην ανέμη τυλιγμένη.

Δώσ’ της ανέμης να γυρίσει,

παραμύθι να κινήσει

και την καλή σας συντροφιά

να την καλησπερίσει.

Καλησπέρα στην αφεντιά σας!

Καλησπέρα σας!

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς με τις τρεις όμορφες κόρες του. Τις αγαπούσε πολύ και τις τρεις, αλλά και αυτές τον ελάτρευαν. Μια μέρα που καθόταν ο βασιλιάς μαζί τους, τις ρώτησε, όπως ρωτούν όλοι οι πατεράδες, αν τον αγαπούν. Και οι βασιλοπούλες είπαν και οι τρεις μαζί:

-Και το ρωτάς, πατέρα;

-Πόσο μ’ αγαπάς εσύ; ρώτησε τη μεγάλη.

-Σ’ αγαπώ, πατέρα μου, σαν το χρυσάφι, του αποκρίθηκε εκείνη.

-Μπράβο, κόρη μου, είπε ευχαριστημένο ο βασιλιάς. Εσύ; ρώτησε τη δεύτερη κόρη του.

-Εγώ σ’ αγαπώ σαν το ασήμι, πατέρα μου, είπε γλυκά η δεύτερη.

-Εύγε, καλό μου παιδί, είπε ο βασιλιάς και τη χάιδεψε τρυφερά.

-Κι εσύ; ρώτησε τη μικρότερη.

-Εγώ, πατέρα μου, σ’ αγαπώ σαν το αλάτι, είπε η μικρή.

-Σαν το αλάτι;! φώναξε θυμωμένος ο βασιλιάς. Μα αυτή δεν είναι αγάπη, κόρη μου. Δεν το περίμενα αυτό από σένα. Δε θέλω να σε βλέπω πια.

Στεναχωρημένη η βασιλοπούλα, κλείστηκε για μέρες στο δωμάτιό της, μια και δεν ήθελε ο πατέρας της να την ξαναδεί, και σκεπτόταν πώς να του αποδείξει ότι τον αγαπά. Ένα πρωί, λοιπόν, κατέβηκε στις βασιλικές κουζίνες, παράγγειλε ένα μεγάλο γεύμα για τον πατέρα της και του μήνυσε μάλιστα ότι θα του έφτιαχνε η ίδια τα καλύτερα φαγητά. Στολίστηκε το βράδυ, στολίστηκαν και οι δυο άλλες αδερφές της και πέρασαν όλοι μαζί στην τραπεζαρία του παλατιού.

Η μικρή κόρη είχε στολίσει το τραπέζι. Άστραφταν τα ολόχρυσα πιάτα και τα ποτήρια και έλαμπαν από το ασήμι τα μαχαίρια και τα πιρούνια. Σαν άρχισε όμως να τρώει ο βασιλιάς τα φαγητά που του είχε μαγειρέψει η κόρη του, έσπρωξε το ολόχρυσο πιάτο μακριά. Δοκίμασε το δεύτερο φαγητό. Ήταν πιο άνοστο από το πρώτο και ας ήταν κι αυτό μέσα σε ολόχρυσο πιάτο. Τίποτα δεν του άρεσε. Όλα ήταν άνοστα και καθόταν νηστικός και στενοχωρημένος. Τότε έσκυψε η βασιλοπούλα και του είπε:

-Μήπως θέλεις να δοκιμάσεις από το δικό μου πιάτο, βασιλιά μου;

Ο βασιλιάς δοκίμασε από το φαγητό της και το βρήκε θαυμάσιο.

-Αυτό είναι φαΐ!.. είπε χαρούμενος. Πήρε μπροστά του το γυάλινο πιάτο της και έφαγε με μεγάλη όρεξη.

-Τι του έχεις βάλει και είναι τόσο νόστιμο; ρώτησε τη μικρή του κόρη.

Και εκείνη του απάντησε πονηρά:

-Αλάτι, πατέρα. Αλάτι!

Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι άδικα είχε θυμώσει με τη μικρή του κόρη. Είδε πως δεν είναι μόνο το χρυσάφι και το ασήμι που αξίζουν. Και από τότε ένιωσε περήφανος για την αγάπη και την εξυπνάδα της μικρής του κόρης.

Σημείωση: Αντιγράφηκε από τα παραμύθια της θείας Λένας