Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Ήταν πολύ ευτυχισμένοι και έγιναν ακόμα περισσότερο, όταν ο Θεός τους έστειλε ένα ωραίο κοριτσάκι. Την ίδια μέρα που γεννήθηκε η βασιλοπούλα, ήρθε στον κόσμο σ’ ένα φτωχόσπιτο και ένα άλλο κοριτσάκι. Ήταν κι αυτό όμορφο σα λουλούδι. Τα δυο κορίτσια όσο μεγάλωναν δεν τα ξεχώριζες. Ίδια στην ομορφιά, ίδια στο κορμί, ίδια στην περπατησιά. Αυτό το ’βλεπε όλος ο κόσμος. Το είδε και η βασίλισσα και κάλεσε στο παλάτι τη φτωχούλα. Από τότε η βασιλοπούλα και το άλλο κοριτσάκι έγιναν αχώριστες φιλενάδες. Μαζί μεγάλωναν και δε χώριζαν ποτέ. Μια όμως από τις κυρίες του παλατιού, που ήταν πολύ ζηλιάρα, ζήλεψε την καημένη τη φτωχούλα και έβαλε το γιο της να την αρπάξει και να πάει να την αφήσει στο δάσος. Καθώς όμως έμοιαζαν τα δυο κορίτσια, ο κακός άνθρωπος έκανε λάθος, και αντί να αρπάξει τη φτωχούλα, πήρε τη βασιλοπούλα. Αναστατώθηκε το παλάτι. Και ο βασιλιάς έβγαλε ντελάληδες και είπε, πως όποιος βρει την κόρη του και του τη φέρει πίσω, θα του δώσει το μισό του βασίλειο. Απελπισμένη η φτωχιά που έχασε τη φιλενάδα της, βγήκε στα λαγκάδια και στα δάση και έψαχνε μερόνυχτα να τη βρει. Ανέβηκε σε βουνά, έψαξε στη μεγάλη λίμνη, πέρασε θάλασσες και ποταμούς, μα πουθενά η βασιλοπούλα. Πικραμένη, κουρασμένη, με πόδια ματωμένα, κάθισε κάτω από ένα βράχο και έκλαιγε. Εκεί τη συνάντησε ένα αρχοντόπουλο, που περνούσε με το άλογό του. Στάθηκε και τη ρώτησε γιατί κλαίει. -Έχασα την αδερφούλα μου, του είπε, και δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν. Το γενναίο αρχοντόπουλο, που υπερασπιζόταν και βοηθούσε κάθε αδύνατο και δυστυχισμένο την πήρε στο άλογό του και άρχισαν πάλι να ψάχνουν μαζί. Μπαίνοντας στο μεγάλο δάσος, είδαν κάποιον να κρύβεται πίσω από τα δέντρα. Κρύφτηκαν και αυτοί και περίμεναν να δουν τι θα κάνει. Τότε αυτός πλησίασε στην κουφάλα ενός μεγάλο δέντρου, άνοιξε μια πόρτα και αμέσως έλαμψε ο κόσμος. Εκεί μέσα είχε κλειδώσει τη βασιλοπούλα που είχε κλέψει. -Θα σε πάω στον πατέρα σου, της είπε, και θα πάρω το μισό του βασίλειο. Μα πρόσεξε, μη με μαρτυρήσεις, πως εγώ σε άρπαξα από το παλάτι, γιατί αλίμονό και σε σένα και στον πατέρα σου. Και με μιας, την ανέβασε στο άλογό του και χάθηκε. -Σώσε τη βασιλοπούλα, φώναξε απελπισμένη η φτωχούλα. Το γενναίο παλικάρι έγινε τότε αστραπή και έφτασε στο παλάτι μαζί με τη φτωχούλα την ώρα που ο βασιλιάς ήταν έτοιμος να δώσει το μισό του βασίλειο στον κακό άνθρωπο, που του είχε αρπάξει την κόρη του. Φοβισμένη η βασιλοπούλα δεν τολμούσε να πει λέξη. Μα σαν είδε τη φιλενάδα της, έπεσε στην αγκαλιά της με δάκρυα. -Μη γελαστείς, βασιλιά, φώναξε το παλικάρι, και δώσεις το μισό σου βασίλειο σ’ αυτόν τον ψεύτη. Η φτωχούλα διηγήθηκε τότε στο βασιλιά, ό,τι είδε και άκουσε μέσα στο δάσος και αμέσως οι στρατιώτες του παλατιού, έριξαν στη φυλακή τον ψεύτη γιο και την κακιά του μητέρα, που η ζήλια της την έσπρωξε και έκανε τόσο κακό στις δύο αγαπημένες φίλες. Ο βασιλιάς πάντρεψε τη φιλενάδα της κόρης του με το γενναίο παλικάρι, του χάρισε το μισό του βασίλειο και έζησαν όλοι μαζί καλά και εμείς καλύτερα. Σημείωση: Αντιγράφηκε από τα παραμύθια της θείας-Λένας |